← Ελλάδα

ΑΠ 904/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Τραπεζική επιταγή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 904 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Τραπεζική επιταγή. Περίληψη: Καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Δεν υπάρχει έννομο συμφέρον στο πρόσωπο του κατηγορουμένου για προβολή λόγου αναιρέσεως εκ της μη ακροάσεως του συνηγόρου του συγκατηγορουμένου του. Αριθμός 904/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κακαρούνα, περί αναιρέσεως της 2351/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ

  1. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1144/
  2. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παράγραφος 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν. δ. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με τις σ' αυτό ποινές. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτηση του απαιτείται. αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής, ήτοι συμπλήρωση των κατά νόμο στοιχείων επί του εντύπου και υπογραφή του εκδότη, αφετέρου δε έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων. Όταν, συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 παράγραφος 1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα. Άρα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ' αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής, για την ανυπαρξία διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίηση της από το άρθρο 1 του ν. δ. 1325/1972.. Επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής από νομικό πρόσωπο, τιμωρείται ο υπογράφας την επιταγή ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτού. εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει των εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2351/09 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως οκτώ

(8)μηνών ανασταλείσα και χρηματική ποινή χιλίων (1.000) ευρώ. Ειδικότερα, κηρύχθηκε ένοχος διότι "Στον άνω τόπο ... στις 31-10-2002 εξέδωσε με πρόθεση επιταγή, που δεν πληρώθηκε στον κομιστή γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο εξέδωσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "UNDER-ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΣΩΡΟΥΧΩΝ-ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΕΠΕ" την εξής επιταγή: τη με αριθμό ... της ALPHA BANK, συρόμενη από τον υπ' αριθ. 013-1540023-20004434 λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας, ποσού 29.347 ευρώ, σε διαταγή της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Χ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" με τόπο εκδόσεως την ...., και ημερομηνία εκδόσεως την 31-10-2002 και αφού παρουσιάσθηκε η εν λόγω επιταγή στις 31-10-2002 προς πληρωμή, νομίμως και εμπροθέσμως στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκε, διότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια". Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: "Στην ... ο πρώτος κατηγορούμενος Χ (αναιρεσείων) με πρόθεση εξέδωσε στις 31-10-2002, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "UNDER-ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΣΩΡΟΥΧΩΝ-ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΕΠΕ" την υπ' αριθ. ... επιταγή της ALPHA BANK, στα πλαίσια της εμπορικής συνεργασίας που είχε με την μηνύτρια εταιρία, ποσού 29.347 ευρώ, συρόμενη στο λογαριασμό... της εκδότριας εταιρίας, σε διαταγή της εταιρίας με την επωνυμία "Χ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" με τόπο εκδόσεως την ... και ημερομηνία 31-10-
  1. Η εν λόγω επιταγή εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα στις 31-10-2002 προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα από τον νομικό εκπρόσωπο της εταιρίας ΒΙΟΠΛΕΞ ΕΠΕ (μηνύτρια) Ζ, νόμιμο κομιστή αυτής, και δεν πληρώθηκε, διότι δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια". Με αυτά που, κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, αφενός παρέθεσε στην εν λόγω απόφαση την απαιτούμενη από τις προμνημονευθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προεκτέθηκε καθόσον εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, αφετέρου ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις αυτές, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού α) ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ο υπογράψας την επιταγή ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "UNDER-ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΣΩΡΟΥΧΩΝ-ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΕΠΕ" β) δεν απαιτείτο ειδικότερα αναφορά στη "γνώση" του αναιρεσείοντος, μετά την παραδοχή ότι ενήργησε "εκ προθέσεως". Οι λοιπές αιτιάσεις πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Συνεπώς ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις του άρθρου 118§1-2 ΠΚ προκύπτει ότι το δικαίωμα της εγκλήσεως ανήκει στον αμέσως παθόντα από την αξιόποινη πράξη, δηλαδή στο φορέα του προσβαλλόμενου έννομου αγαθού. Εξάλλου, με την προσθήκη της παρ. 5 στο άρθρο 79 του Ν. 5960/1933, με το άρθρο 4 παρ. 1 στοιχ. α' του Ν. 2408/1996, και την αντικατάστασή του από το άρθρο 15§3 του Ν. 3472/2006, ορίσθηκε ότι για το προβλεπόμενο από την παρ. 1 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε ή τον εξ αναγωγής υπόχρεο, ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρου 19 εδ. α' του ίδιου Νόμου 5960/1933, νόμιμος κομιστής οπισθογραφήσιμης επιταγής είναι εκείνος ο οποίςο κατέχει τον τίτλο και στηρίζει το δικαίωμα του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία η εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρουσιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίστατι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε: "Η εν λόγω επιταγή εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα στις 31-10-2002 προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα υπό τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας ΒΙΟΠΛΕΞ ΕΠΕ (μηνύτρια)Ζ, νόμιμο κομιστή αυτής, και δεν πληρώθηκε, διότι δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια". Με την άνω αιτιολογία το Δικαστήριο, σαφώς δέχθηκε, ότι τελευταίος κομιστής της επιταγής ήταν η ΒΙΟΠΛΕΞ ΕΠΕ (μηνύτρια) ο δε Ζ ως νόμιμος εκπρόσωπός της (διαχειριστής) την εμφάνισε προς πληρωμή. Με την φράση Ζ νόμιμο κομιστή αυτής" δεν δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαστη ως προς τον νόμιμο κομιστή της επιταγής που είναι η μηνύτρια εταιρία "ΒΙΟΠΛΕΞ ΕΠΕ" όπως αυτό συνάγεται από το σύνολο της άνω περικοπής του αιτιολογικού. Έτσι, ορθώς εφήρμοσε το δικαστήριο της ουσίας τις άνω διατάξεις των άρθρων 79 ν. 3960/1933 και 118 ΠΚ, οι δε περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος λόγοι της ένδικης αιτήσεως, εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Ε' και Η' ΚΠΔ, με τους οποίους αιτιάται ο αναιρεσείων, ότι εκ των αντιφάσεων του αιτιολογικού και διατακτικού, δημιουργείται ασάφεια ως προς τον τελευταίο κομιστή της επιταγής και συνακόλουθα τον δικαιούχο της εγκλήσεως, και υπέρβαση εξουσίας, διότι, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, τελευταίος κομιστής τυγχάνει ο Ζ, ενώ την έγκληση (μήνυση) κατέθεσε η ΒΙΟΠΛΕΞ ΕΠΕ, εξ αυτής δε της παραδοχής θα έπρεπε το δικαστήριο να παύσει οριστικά την κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη για την άνω πράξη, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά την αρχή που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο, άρα και αυτός της αναιρέσεως (άρθρο 462 ΚΠΔ), μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος στον οποίο ρητώς ο νόμος παρέχει αυτό το δικαίωμα και έχει έννομο συμφέρον για την άσκησή του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ίδια αρχή ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ενδίκου μέσου (Ολ. ΑΠ 1244/1986). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων προέβαλε τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της υποβληθείσης εγκλήσεως, με την αιτίαση ότι δεν ταυτίζεται το πρόσωπο Ζ που κατέθεσε την έγκληση ως διαχειριστής της ΒΙΟΠΛΕΞ ΕΠΕ με το πρόσωπο που ορίζει, ως διαχειριστή, το καταστατικό της άνω ΕΠΕ. Το Δικαστήριο, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε την άνω ένσταση, δεχθέν ότι οΖ νόμιμα υπέβαλε την έγκληση ως διαχειριστής της ΒΙΟΠΛΕΞ ΕΠΕ και ότι η αναγραφή των στοιχείων της ταυτότητας του είχαν αποτυπωθεί λανθασμένα στο σχετικό ΦΕΚ ίδρυσης της ΕΠΕ. Ο αναιρεσείων προβάλλει με τον τέταρτο λόγο της ένδικης αίτησης και την επίκληση του άρθρου 510§1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα εκ του άρθρου 138§3 ΚΠΔ, διότι, πριν την έκδοση της άνω παρεμπίπτουσας αποφάσεως, δεν εδόθη ο λόγος στην συνήγορο του συγκατηγορουμένου του που τον εκπροσωπούσε στη δίκη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, αφού με την από κρίση αίτηση αναιρέσεως δεν προσδιόρισε αυτός ότι υπέστη συγκεκριμένη βλάβη από την μη ακρόαση της πληρεξουσίας δικηγόρου του συγκατηγορούμενου του. Με τη διάταξη του άρθρου 4§1 εδ. α' του Ν. 2408/96 προστέθηκε στο άρθρο 79 του Ν. 5960/33 παρ. 5 κατά την οποία η ποινική δίωξη (τον εκδότη ακάλυπτης επιταγής) ασκείται μόνο κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή επιταγής που δεν πληρώθηκε ή και του εξ αναγωγής υποχρέου ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της κατ' άρθρο 15§3 του Ν. 3472/
  2. Σε σχέση με την υποβολή της εγκλήσεως επί της επιταγής, ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 42 ΚΠΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρου 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παρ. 2 του εν λόγω άρθρου, η έγκληση γίνεται απ' ευθείας στον εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αλλά και στους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της έγκλησης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του Ν. 3190/1955 "περί εταιριών περιορισμένης ευθύνης" η διαχείρηση των εταιρικών υποθέσεων και η εκπροσώπηση της εταιρίας ανήκει, εάν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, σε όλους του εταίρους που δρούν συλλογικά. Κατά την παρ. 1 του επομένου (17ου) άρθρου, με το καταστατικό ή με απόφαση της συνελεύσεως των εταίρων μπορεί η διαχείρηση των εταιρικών υποθέσεων και η εκπροσώπηση της εταιρίας να ανατεθεί σε ένα ή περισσότερους εταίρους ή μη εταίρους για ορισμένο χρόνο ή όχι. Εξάλλου, κατά το άρθρο 18§1 του ίδιου Νόμου, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ΠΔ 419/1986, οι διαχειριστές εκπροσωπούν την εταιρία και ενεργούν στο όνομά της κάθε πράξη που καλύπτεται από το σκοπό της εταιρίας. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, όταν το καταστατικό της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης προβλέπει διαχειριστή, κατ' απόκλιση από τον κανόνα της συλλογικής δράσεως των εταίρων, στον διαχειριστή αυτόν ανήκει τα δικαίωμα της οργανικής εκπροσώπησης της ΕΠΕ και της διαχειρίσεως της περιουσίας της, το οποίο αντλεί από το νόμο και το καταστατικό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του βασίμου του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, κατόπιν της από 27-1-2003 μηνύσεως (εγκλήσεως) που κατέθεσε ο Ζ ως διαχειριστής της εδρεύουσας στον ... εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Εμπορία νημάτων - υφασμάτων και παραγωγή υφασμάτων-ΒΙΟΠΛΕΞ ΕΠΕ", ασκήθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος Χ ποινική δίωξη, πλήν άλλων και για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στην ... στις 31-10-
  3. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας κατ' έφεσιν, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την άνω πράξη και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ
(8)μηνών, ανασταλείσα, και χρηματική ποινή 1.000 ευρώ. Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή για την έρευνα της βασιμότητας αναιρετικού λόγου επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας ο άνω Ζ ήταν, κατά το χρόνο της καταθέσεως της εγκλήσεως, διαχειριστής της εγκαλούσας ΕΠΕ με την, ενδεικτικώς αναφερομένη και όχι περιοριστικώς στο άρθρο 20 του καταστατικού της εγκαλούσας εταιρίας, το οποίο προσκομίσθηκε κατά την υποβολή της εγκλήσεως και υπάρχει στην δικογραφία, εξουσία να εκπροσωπεί αυτήν (ΕΠΕ) ενώπιον των δικαστηρίων παντός βαθμού, να εγείρει αγωγές κ.τ.λ. Συνεπώς, ο άνω Ζ, ως καταστατικό όργανο είχε την προς τούτο εξουσία να καταθέσει την άνω έγκληση, χωρίς να απαιτείται απόφαση της Συνελεύσεως των εταίρων της ΕΠΕ. Κατόπιν αυτών, ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η του ΚΠΔ πέμπτος και τελευταίος λόγος της ένδικης αιτήσεως, με τον οποίο αιτιάται ο αναιρεσείων ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, καθ' υπέρβαση της εξουσίας του κήρυξε ένοχο αυτόν και τον κατεδίκασε, για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ενώ έπρεπε να παύσει οριστικά την κατ' αυτού ποινική δίωξη, λόγω μη νομότυπης υποβολής της εγκλήσεως, διότι ο Ζδεν είχε την προς τούτο εξουσία από το καταστατικό, ούτε για την υποβολή της εγκλήσεως είχε αποφασίσει η Συνέλευση των εταίρων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2-7-2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 2351/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.