← Ελλάδα

ΑΠ 907/2010 — Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 907 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Αγνώστου διαμονής. Απόρριψη λόγων για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ και υπέρβασης εξουσίας. Λόγοι ακυρότητος της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής. Αριθμός 907/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαλάση, περί αναιρέσεως της 4197/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1196/09. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογίας της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ. 6 και 7/1994, 4/1995). Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 474 §2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο οφείλει να διαλάβει στη σχετική έκθεση το λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, εξαιτίας του οποίου δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο ή ότι η επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι άκυρη για κάποιο συγκεκριμένο λόγο και, ακόμη, να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προκύπτουν. Αν δεν διαλαμβάνονται τα ανωτέρω στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου και ειδικότερα της εφέσεως, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα και ειδικότερα, επί εφέσεως, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτη. Μεταξύ των λόγων ακυρότητος της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και ότι η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή και τούτο ήταν γνωστό στην αρμόδια για την επίδοση Εισαγγελική αρχή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώσεως από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 156 του ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση γίνεται στο σύζυγό του ή, αν δεν υπάρχει σύζυγος, σε έναν από τους γονείς ή τους αδελφούς ή σε άλλους συγγενείς του, εξ αίματος ή αγχιστείας έως και του τρίτου βαθμού. Αν δεν βρεθεί κανείς από τους παραπάνω συγγενείς στον τόπο της κατοικίας του αποδέκτη της επιδόσεως, αυτή γίνεται στο Δήμαρχο ή το δημοτικό υπάλληλο, που ορίζει ο Δήμαρχος γι' αυτό το σκοπό, ο οποίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να φροντίσει για την τοιχοκόλληση του εγγράφου που του επιδόθηκε σε ένα από τα δημοσιότερα σημεία και να αποστείλει βεβαίωση για την τοιχοκόλληση στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοση. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται κατά το άρθρο 154 παρ. 2 Κ.Π.Δ. την ακυρότητα της επιδόσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 161 Κ.Π.Δ. για την επίδοση οφείλει ο επιδίδων να συντάσσει επί τόπου αποδεικτικό, στο οποίο, με ποινή ακυρότητος της επιδόσεως, σημειώνεται ακριβώς, εκτός των άλλων στοιχείων, και το ονοματεπώνυμο εκείνου στον οποίο παραδόθηκε το έγγραφο, ο οποίος υπογράφει το αποδεικτικό. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 462 και 489 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι προϋπόθεση της απορρίψεως ως εκπρόθεσμης της εφέσεως του κατηγορουμένου-εκκαλούντος κατά πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως, που απαγγέλθηκε απόντως τούτου, είναι η έγκυρης επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως σ'αυτόν και στην περίπτωση που η επίδοση έγινε κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 παρ. 2 Κ.Π.Δ., απαιτείται να αναφέρεται στο αποδεικτικό επιδόσεως και το ονοματεπώνυμο του Δημάρχου ή του απ' αυτόν διορισθέντος προς τούτο δημοτικού υπαλλήλου, στον οποίο παραδόθηκε η απόφαση. Διαφορετικά, αν τούτο παραλείπεται ή από το αποδεικτικό επιδόσεως προκύπτει αμφιβολία ως προς το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκε η απόφαση, η επίδοση είναι άκυρη και δεν αφετηριάζεται η προθεσμία της εφέσεως. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις του άνω άρθρου 156 παρ. 1 και 1 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή, που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και να αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 α του Κ.Π.Δ., κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στην μήνυση, την αναφορά ή την έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4197/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως απ' αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η υπ' αριθ. 4897/5-6-2008 έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου κατά της υπ' αριθ. 3139/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί ο κατηγορούμενος, ερήμην, σε ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ

(18)μηνών για πλαστογραφία με χρήση. Από τη σχετική υπ' αριθ. 4897/5-6-2008 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για την έρευνα του βασίμου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση, ως κάτοικος ..., προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της, προέβαλε ότι "Ουδέποτε έλαβε γνώση της ποινικής δίωξης και της απόφασης μέχρι και της 27-5-2008, οπότε και συνελήφθη, προς εκτέλεσή της καθώς είχε αναζητηθεί στην οδό ... ( όπου ήταν η έδρα της επιχείρησής του που είχε πτωχεύσει το 1998) και του επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής, ενώ είχε γνωστή διαμονή στην οδό ...γεγονός που γνώριζε η Εισ. Πλημ/κων Αθηνών, όπως προκύπτει και από άλλα κλητήρια θεσπίσματα, που είχε επιδώσει στο ίδιο χρονικό διάστημα. Επίσης, η επίδοση της προσβαλλόμενης είναι άκυρη, καθώς από το αποδεικτικό επίδοσης δεν προκύπτει με σαφήνεια σε ποιον επιδόθηκε αυτή και αν αυτό έγινε νόμιμα και έγκυρα. Συγκεκριμένα στο επιδοτήριο αναφέρεται ότι αφού δεν βρέθηκε στη διεύθυνση που αναζητήθηκε (στην οδό...) η προσβαλλόμενη απόφαση του επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής στον Δήμαρχο ..., ενώ την απόφαση φέρεται να έχει παραλάβει η υπάλληλος Υ1 η οποία και υπογράφει και για την οποία δεν προκύπτει ότι ήταν αρμόδια για την παραλαβή". Είχε, δηλαδή, προβάλει με την έφεσή του, ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως "αγνώστου διαμονής" και όχι λόγους ανωτέρας βίας, εξαιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, κατά τα παραπάνω, και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώση απ' αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως, όπως και ακυρότητα επιδόσεως στον Δήμαρχο Αχαρνών. Όμως στην έφεσή του δεν αναφέρει, αν την φερόμενη ως τελευταία γνωστή κατοικία του, είχε δηλώσει καθοιονδήποτε τρόπο και στην Εισαγγελική Αρχή Αθηνών που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως. Στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διαλαμβάνονται, για την απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως, τα εξής: "(...)Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνέται από το, από 11.7.2001 αποδεικτικό επίδοσης σε άγνωστη διαμονή του Αρχ. Μ1 του Α.Τ. ...η εκκαλουμένη με αριθμό 3139/2000 απόφαση του Τριμ. Πλημμελειοδικείου Αθηνών, επιδόθηκε στον κατ/νο Χ1, στην οδό ...., ως τελευταία γνωστή κατοικία του στις Εισαγγελικές αρχές του τόπου της επίδοσης (Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών), σύμφωνα και με σχετική βεβαίωση του ίδιου Αρχιφύλακα. Στη διεύθυνση αυτή βρισκόταν η επιχείρηση με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΟΓΡΑΦΙΚΗ ΑΒΕΕ" της οποίας εκπρόσωπος ήταν ο κατηγορούμενος με τον συγκατηγορούμενό του πρωτοδίκως, ..., οι οποίοι καταδικάσθηκαν με την εκκαλουμένη απόφαση για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατά συναυτουργία. Από τις συναλλαγματικές δε που φέρονται ως πλαστές και προσκομίσθηκαν από τον παθόντα - ανακόπτοντα ... αυτή η διεύθυνση προκύπτει και αυτή δήλωσε και ο ανακόπτων ως διεύθυνση του κατηγορουμένου με την ανακοπή του, με την οποία κατήγγειλε την πλαστογραφία. Αυτή δε η διεύθυνση του κατηγορουμένου ήταν γνωστή στην Εισαγγελία του τόπου της επίδοσης, κατά το χρόνο της επίδοσης, ως τελευταία γνωστή κατοικία του. Το ότι ο κατηγορούμενος άλλαξε όπως κατέθεσε και η μαρτυράς του, διάφορες Διευθύνσεις, χωρίς και να γνωστοποιεί τούτο στις Εισαγγελικές αρχές αν και γνώριζε την εμπλοκή του και εξαιτίας της πτώχευσης της επιχείρησης του δεν αναιρεί τα παραπάνω. Από κανένα δε από τα προσαγόμενα έγγραφα δεν προέκυψε άλλη γνωστή ως κατοικία του κατηγορουμένου στην εν λόγω Εισαγγελική αρχή. Επίσης από το παραπάνω αποδεικτικό επιδόσεως προκύπτει ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στο Δήμο ..., στην προϊσταμένη του τμήματος κατάστασης Υ1 (βαθμός Α') που ήταν αρμόδια για την παραλαβή του εγγράφου. Κατόπιν αυτών η έφεση του κατηγορουμένου που ασκήθηκε στις 5.6.2008, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας όπως ορίζεται στο άρθρο 473 Κ. Ποιν. Δικ., από την επίδοση της απόφασης (11.7.2001), είναι εκπρόθεσμη και πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 476 Κ. Ποιν. Δικ.". Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού διαλαμβάνει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους κατέληξε στην κρίση του ότι δηλαδή νομίμως έγινε η επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως στον αναιρεσείοντα ως αγνώστου διαμονής, μετά τη σχετική βεβαίωση του Αρχιφύλακα Μ1, ότι ο αναιρεσείων είναι άγνωστης διαμονής στην επί της οδού ..., τελευταία γνωστή διαμονή του στην Εισαγγελική Αρχή Αθηνών που παρήγγειλε την επίδοση, η οποία (τελευταία γνωστή διαμονή) προέκυπτε από τα στοιχεία της δικογραφίας, (ανακοπή παθόντος), όπως και ότι νομίμως έγινε η επίδοση στην Προϊσταμένη του τμήματος Δημοτικής κατάστασης του Δήμου ...Υ1. Ειδικότερα, παραθέτει το χρόνο επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, που απαγγέλθηκε απόντος του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος, το αποδεικτικό επιδόσεως και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή των Αθηνών, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως καθώς και τον τρόπο, με τον οποίο κατέστησε γνωστή την επί της οδού...διεύθυνση της κατοικίας του, ούτε αποδείχθηκε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τη διεύθυνση αυτή γνώριζε τον κρίσιμο χρόνο η άνω Εισαγγελική Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση, όπως ισχυρίσθηκε, με την έφεσή του, ο εκκαλών, νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη μόνη γνωστή, στην Εισαγγελική Αρχή διεύθυνση (...), ως τελευταία γνωστή, κατοικία του, δεν υποχρεούτο δε η άνω Αρχή να αναζητήσει πληροφορίες από άλλες Εισαγγελίες της χώρας. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, σχετικά με την απόρριψη του ισχυρισμού του περί ακυρότητος της επιδόσεως στον Δήμαρχο ..., χωρίς να αναφέρεται το όνομά του, ενώ την παραλαβή υπογράφει η υπάλληλος του Δήμου Υ1 χωρίς να διευκρινίζεται αν αυτή ήταν η αρμόδια για την παραλαβή των εγγράφων υπάλληλος, είναι αβάσιμης, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά τα παραπάνω αιτιολογία ότι δηλαδή η επίδοση ως αγνώστου διαμονής έλαβε χώρα εγκύρως κατ' άρθρα 156§2 και 161 Κ.Π.Δ., από δε την επισκόπηση του από 11-7-2001 αποδεικτικού επιδόσεως προκύπτει ότι η άνω επίδοση υπογράφεται από την ορισθείσα, από τον Δήμαρχο ..., άνω υπάλληλο, η οποία επίσης βεβαιώνει ότι "τοιχοκόλλησε την απόφαση στο δημοσιότερο μέρος της έδρας του πιο πάνω Δήμου ..." δεν απαιτείτο δε να αναφέρεται και το όνομα του Δημάρχου, ενώ το πρόσωπο της εξουσιοδοτούμενης προς τούτο υπαλλήλου κατονομάζεται. Επομένως, οι από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' και Η του Κ.Π.Δ. λόγοι της ένδικης αιτήσεως με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ότι το Τριμελές Εφετείο καθ' υπέρβαση της εξουσίας του απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, και τα υποστηριζόμενα με τον συναφή τρίτο και τελευταίο λόγο της ένδικη αιτήσεως, περί παραβιάσεως του κανόνος του άρθρου 6§1 της "ΕΣΔΑ" με την αιτίαση ότι ο αναιρεσείων είχε γνωστή στις φορολογικές Αρχές και στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιά διαμονή στην οδό ... όπου έπρεπε να αναζητηθεί από την παραγγέλουσα την επίδοση Εισαγγελική Αρχή των Αθηνών και να του επιδοθεί το κλητήριο θέσπισμα και η εκκαλούμενη απόφαση, στηρίζονται στην ίδια πιο πάνω, αβάσιμη, κατά τα παραπάνω, προϋπόθεση "της γνωστής" με την εκτεθείσα έννοια της κατοικίας του, γιαυτό είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583§1 Κ.Π.Δ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 292/30-7-2009 αίτηση του Χ1, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 4197/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.