Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 909 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα, Νομίμου βάσεως έλλειψη. Περίληψη: 1) Ψευδής καταμήνυση. 2) Ψευδορκία μάρτυρα. α) Έλλειψη αιτιολογίας. β) Έλλειψη νόμιμης βάσης. γ) Ακυρότητα από την ανάγνωση εγγράφων των οποίων δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα. Απόρριψη αναίρεσης. Αριθμός 909/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή- Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπελεκούκια, περί αναιρέσεως της 131/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαΐου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1088/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε. ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 131/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ'είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκατριών
(13)μηνών, ανασταλείσαν επί 3ετίαν, για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος υπέβαλε κατά του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 και άλλων προσώπων την από 15-6-2000 μήνυση, με βάση την οποία ασκήθηκε σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος ποινική δίωξη για απιστία κατ'εξακολούθηση σε βάρος των εταιρειών ..... EΠΕ και ....... ΕΠΕ, των οποίων φέρεται ως ουσιαστικός διαχειριστής κατά τη μήνυση. Ο πολιτικώς ενάγων αθωώθηκε αμετακλήτως από την εις βάρος του κατηγορία, με την απόφαση 32281/01 του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία έγινε δεκτόν ότι συναλλαγματικές συνολικού ποσού 26.000.000 δραχμών, που εξέδωσαν και αποδέχθησαν οι προαναφερόμενες εταιρείες, αντιπροσώπευσαν πραγματική οφειλή των εταιριών αυτών προς τους ..... και ......, λόγω δανείου, πράγμα που ήταν σε πλήρη γνώση του κατηγορουμένου και τότε πολιτικώς ενάγοντος. Η απόφαση αυτή αποτελεί προδικαστικό ζήτημα στην παρούσα δίκη για την κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, που τελέσθηκαν με την υποβολή της σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος σύμφωνα με το άρθρο 59 του ΚΠΔ. Ο κατηγορούμενος ήταν σε πλήρη γνώση του γεγονότος ότι η μήνυση την οποία υπέβαλε ήταν ψευδής, εφόσον γνώριζε, ως συνδιαχειριστής και ο ίδιος της ...... EΠΕ, τα οικονομικά προβλήματα τα οποία αντιμετώπιζε η εταιρία, εξαιτίας των οποίων αναγκάσθηκαν αυτός και ο πολιτικώς ενάγων να σταματήσουν τις εργασίες της και να τις μεταφέρουν σε μια ανενεργή μέχρι το έτος 1998 εταιρία την "........ΕΠΕ", η οποία λειτουργούσε με τις προσπάθειες αμφοτέρων μέσω τρίτων όμως συγγενικών τους προσώπων ως εταίρων και διαχειριστών, αλλά και να λάβουν το πιο πάνω δάνειο, επομένως ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι οι εγκαλούντες Ψ1 και Ψ2 δεν είχαν υπεξαιρέσει κανένα ποσό από την εταιρία και ότι τα δάνεια που είχε λάβει ήταν πραγματικά και ψευδώς τους κατεμήνυσε και επί πλέον βεβαίωσε ψευδώς το περιεχόμενο της μηνύσεώς του. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι πρέπει να διαταχθεί λογιστική πραγματογνωμοσύνη για να διακριβωθεί εάν ο γραφικός χαρακτήρας, με τον οποίο γράφτηκαν οι 20 συναλλαγματικές ανήκει στον Ψ1, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον, στην παρούσα κατηγορία που αντιμετωπίζει, δεν έχει έννομη επιρροή στην κατηγορία. Επομένως, εφόσον ο κατηγορούμενος τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως τόσο σε βάρος του Ψ1 όσο και του ......, και της ψευδορκίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει ν'απορριφθεί το αίτημα της αναγνώρισης ελαφρυντικών στο πρόσωπο του κατηγορουμένου". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1, 229 παρ.1 και 224 παρ.2 και 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών ή ελλιπών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, σε σχέση με τις επιμέρους αιτιάσεις, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Είναι παραδεκτή η συμπλήρωση του σκεπτικού της απόφασης από το διατακτικό της, μετά του οποίου αποτελεί ενιαίο σύνολο, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, το σκεπτικό δεν είναι απλή επανάληψη του διατακτικού, αλλά σ'αυτό, όπως προειπώθηκε, γίνεται εκτενής αναφορά στα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων. Αβάσιμα υποστηρίζεται, ότι η προσβαλλομένη στηρίχθηκε αποκλειστικά στο τεκμήριο του άρθρου 366 ΠΚ, συνεπεία της υπ'αρ. 32281/04 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αθωώθηκε ο πολιτικώς ενάγων για την αξιόποινη πράξη της απιστίας κατ'εξακολούθηση, συνεπεία της από 15-6-2000 μήνυσης του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου κατ'αυτού (πολιτικώς ενάγοντος). Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης, αναφέρεται μεν η ως άνω απόφαση, με τη μνεία ότι "αυτή αποτελεί προδικαστικό ζήτημα για την παρούσα δίκη", πλην, όπως, στη συνέχεια, εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, ικανά για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, πέραν της ως άνω απόφασης. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι δεν συμπεριλήφθηκε στην κρίση του Δικαστηρίου, η ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, είναι αβάσιμος, καθόσον, ναι μεν η κατάθεση αυτή πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση ξεχωριστά, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, η έλλειψη όμως της αναφοράς αυτής καλύπτεται, όταν προκύπτει από την αιτιολογία με βεβαιότητα ότι λήφθηκε πράγματι υπόψη από το δικαστήριο και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης και τις συναφείς παραδοχές της, αναφορικά με τις σχέσεις του πολιτικώς ενάγοντος και του κατηγορουμένου, εξ αφορμής των οποίων προέκυψε η μεταξύ τους αντιδικία, σαφώς προκύπτει ότι η κατάθεση αυτή λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις άλλες αποδείξεις . Η στο σημείο αυτό μερικότερη αιτίαση, ότι δεν λήφθηκε υπόψη, ούτε αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η ενώπιον του Δικαστηρίου ένορκη εξέταση του έτερου μηνυτή Ψ2, είναι αβάσιμη, καθόσον, τόσο από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, όσο και από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη, προκύπτει ότι ούτε κατάθεση του αναφερόμενου υφίσταται, ούτε αναφέρεται στα αναγνωστέα έγγραφα. Περαιτέρω, το αίτημα του αναιρεσείοντος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης απορρίφθηκε από την προσβαλλομένη με ειδική επαρκή αιτιολογία. Τέλος, αιτιολογημένα απορρίφθηκε το αίτημα του αναιρεσείοντος για χορήγηση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ, μολονότι τούτο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, εφ' ής η προσβαλλομένη, δεν υποβλήθηκε σαφώς και ορισμένως, δηλαδή με την επίκληση των θεμελιούντων τούτο πραγματικών περιστατικών. Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι δεν απαντήθηκαν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του, α) περί υπάρξεως δεδικασμένου που απορρέει από τις υπ'αριθμ. 1) 32281/04 απόφαση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, 2) 34553/04 απόφαση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, 3) 1857/03 απόφαση Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, 4) 12202/05 απόφαση Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και 5) το υπ'αρ. 1781/03 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, β) περί πλαστότητας των συναλλαγματικών που αναφέρουν οι πραγματογνωμοσύνες και γ) ότι, με τα υπ'αρ......., ..... και ...... ιδιόχειρα σημειώματα, που έγραψε ο μηνυτής Ψ1, αποδεικνύεται ότι τα χρήματα που κατατέθηκαν στο λογαριασμό όψεως της εταιρείας ........ EΠΕ δεν ήταν προϊόν δανείου, αυτές είναι αβάσιμες και απορριπτέες, διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, τέτοιοι ισχυρισμοί δεν υποβλήθηκαν, ούτε και τα αναφερόμενα έγγραφα, προσκομίσθηκαν ούτε ζητήθηκε η ανάγνωσή τους. Συνεπώς, οι εκ του αρ. 510 παρ.1 περ.Δ' και Ε' του ΚΠΔ, σχετικοί λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι, κατά δε το μέρος τους, που αναφέρεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο, απαράδεκτοι και απορριπτέοι. ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.1 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, έγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το αρ. 510 παρ.1 περ.Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το αρ. 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις, εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημοσίας συζήτησης που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποίο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεί που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζων πλήρως την ταυτότητά τους, είχε κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθ. 358 ΚΠΔ ως άνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον στην πραγματικότητα έγινε η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας η αναιρεσιβαλλομένη, αναγνώσθηκαν, και λήφθηκαν συνακόλουθα υπόψη για την κρίση περί της ενοχής του κατηγορουμένου, μεταξύ των άλλων, και τα ακόλουθα έγγραφα... η υπ'αρ. 10615 απόφαση του Εφετείου Αθηνών... έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης ... δελτίο κατάθεσης ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ... βεβαίωση γραφολογικής διερεύνησης... Με την αναφορά αυτή των εν λόγω εγγράφων, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά προσθέτων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού, με την ανάγνωσή τους, έγιναν γνωστά στους παράγοντες της δίκης καθόλο το περιεχόμενό τους και, ως εκ τούτου, ο αναιρεσείων είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε, πάντως, από τον τρόπο προσδιορισμού της ταυτότητάς του στα πρακτικά της δίκης και ως εκ τούτου ορθώς έλαβε υπόψη της η προσβαλλομένη τα έγγραφα αυτά. Συνακόλουθα, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ.Α ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, κατ'άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-5-2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ'αρ. 131/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ