Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 911 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Το Συμβούλιο Εφετών αποφαίνεται αμετακλήτως, στην περίπτωση ασκήσεως ποινικής διώξεως για το αδίκημα του 187 ΠΚ, και όταν ακόμη αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για τέτοια πράξη. Απαράδεκτη η αναίρεση κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα (σχ. ΑΠ 1966/06, 2194 και 2364/07). Απορρίπτει. Αριθμός 911/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη προσωρινά κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2052/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Χ2, 2) ....., 3) ......., 4) ........, 5) ......., 6) ......., 7) ....... και 8) ....... . Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28.9.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1772/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 505/17.12.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την με αριθμ. 201/2007 έκθεση αναίρεση του Χ1 κατά του με αριθ. 2052/ 13-9-2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για τις πράξεις των διακεκριμένων κλοπών (άρθρ. 372-374 ΠΚ) εκθέτω τα ακόλουθα. Η ασκηθείσα αναίρεση κατά του βουλεύματος ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα και απομένει να κριθεί αν στρέφεται κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση ώστε να κριθεί αν είναι παραδεκτή ή όχι. Οι κατηγορίες που απαγγέλθηκαν κατά του αναιρεσείοντα ήταν η συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης και η διάπραξη διακεκριμένων κλοπών (άρθρ 187 &2 και 372-374 ΠΚ ως το άρθρ. 187 &1 ΠΚ , όπως οι διατάξεις του άρθρου 187 ΠΚ αντικαταστάθηκαν και συμπληρώθηκε με τις διατάξεις των Ν,. 2928/2001 και Ν 3251/2004 ). Από τις διατάξεις του άρθρου 7 του Ν.2928/2001 όπως το πρώτο εδάφιο του τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 & 5 του Ν 3251/2004 η περάτωση της κυρίας ανάκρισης για τα κακουργήματα των άρθρων 187 και 187 Α ΠΚ κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών . Για τον σκοπό αυτό η δικογραφία μετά την τελευταία ανακριτική πράξη διαβιβάζεται στον Εισαγγελέα Εφετών από τον Εισαγγελέα πρωτοδικών ο οποίος εφ' όσον κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση την εισάγει με πρόταση του στο αρμόδιο Συμβούλιο Εφετών που αποφαίνεται αμετάκλητα ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα ανεξάρτητα από την βαρύτητα τους έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι όταν ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα του άρθρου 187 ΠΚ η περάτωση της ανάκρισης γίνεται από το Συμβούλιο Εφετών το οποίο αποφαίνεται αμετάκλητα τόσο για το κακούργημα του άρθρου 187 ΠΚ όσο και για τα συναφή εγκλήματα ανεξάρτητα από τη βαρύτητα τους και ανεξάρτητα από το αν γι' αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 20 και 21 του Ν 663/1977 για τις συναφείς με την πράξη της εγκληματικής οργάνωσης του κατηγορουμένου πράξεις των διακεκριμένων κλοπών και εφ' όσον αυτές τελεστούν μεμονωμένα και όχι όπως εν προκειμένω με την πράξη της εγκληματικής οργάνωσης, η δικογραφία μετά το πέρας της Ανάκρισης υποβάλλεται από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών και αυτός εφ' όσον κρίνει ότι δεν χρειάζεται συμπλήρωση εισάγει τον κατηγορούμενο με απ' ευθείας κλήση στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων μετά σύμφωνη γνώμη του Προέδρου των Εφετών. Τουτέστιν και για τις πράξεις των διακεκριμένων κλοπών ο νομοθέτης θέλησε να επιταχύνει την εκδίκαση τους προβλέποντας για τις πράξεις αυτές ακόμη συντομότερη και συνοπτικότερη διαδικασία χωρίς την ανάμειξη του Συμβουλίου των Εφετών. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι και αν το Συμβούλιο Εφετών αποφανθεί για την απαλλαγή για την πράξη του άρθρου 187 & 1 ΠΚ του κατηγορουμένου και παραπεμπτικά για τις πράξεις των διακεκριμένων κλοπών το εκδιδόμενο βούλευμα κατά το παραπεμπτικό του μέρος είναι αμετάκλητο αφού το Συμβούλιο κρίνει αμετάκλητα τόσο για την πράξη του 187 &1 ΠΚ όσο και για τις συναφείς πράξεις ανεξάρτητα με τον τρόπο που προβλέπεται η περάτωση της κυρίας ανάκρισης γι' αυτές αφού αν δεν υπήρχε η πρόβλεψη αυτή έπρεπε το Συμβούλιο μετά την απαλλακτική του κρίση για την πράξη του 187 να απείχε της παραπομπής για τις πράξεις των διακεκριμένων κλοπών για τις οποίες δεν μπορούσε να εκδώσει αυτοτελώς παραπεμπτική απόφαση αφού το Συμβούλιο Εφετών για να αποκτούσε δικαιοδοσία έπρεπε η κατά του κατηγορουμένου κατηγορία να εισήγετο σ' αυτό μετά από διαφωνία του Προέδρου των Εφετών και του Εισαγγελέα Εφετών σχετικά με την απ' ευθείας παραπομπή του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων και ως εκ τούτου κατά του υπό κρίση βουλεύματος δεν επιτρέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 42&5 του Ν.3251/2004 άσκηση αναίρεσης αφού το Συμβούλιο Εφετών αποφαίνεται αμετάκλητα τόσο για την πράξη του άρθρου 187 &1 ΠΚ όσο και για τις συναφείς πράξεις ανεξάρτητα του τρόπου με τον οποίο προβλέπεται η περάτωση της ανάκρισης για τα εγκλήματα αυτά ( Α Π 1966/2006 ). Εξ ετέρου τις διατάξεις του άρθρου 476§1 ΚΠΔ κατά τις οποίες ''Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται ή ............ το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο(ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά , ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί.. και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο .....'' Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι αν ασκηθεί αναίρεση κατά απόφασης ή κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε ένδικο μέσο το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο σε συμβούλιο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και επιβάλλει τα έξοδα στον ασκήσαντα το απαράδεκτο ένδικο μέσο . Στην προκειμένη περίπτωση κατά του αναιρεσείοντα ασκήθηκε όπως αναφέρθηκε ποινική δίωξη για εγκληματική οργάνωση συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης και για διακεκριμένες κλοπές και παραπέμφθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων για τις πράξεις των διακεκριμένων κλοπών αποφανθέν απαλλακτικά για το κακούργημα του άρθρου 187 ΠΚ . Το βούλευμα αυτό όπως αναφέρθηκε και παραπάνω έκρινε σχετικά με την παραπομπή του αμετάκλητα και ως εκ τούτου το βούλευμα αυτό δεν υπόκειται στο υπό κρίση ένδικο μέσο και ως εκ τούτου εκ του λόγου αυτού η υπό κρίση αναίρεση πρέπει να απορριφθεί σαν απαράδεκτη λόγω του ότι στρέφεται κατά βουλεύματος μη υποκειμένου σε αναίρεση . Αν όμως παρά τα παραπάνω αποφανθείτε περί του ότι το ένδικο αυτό μέσο ασκήθηκε παραδεκτά ως προς την ουσία αναφέρω τα παρακάτω: Οι λόγοι που επικαλείται ο αναιρεσείων είναι α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας β) η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 484 &1 περ. β και δ ΚΠΔ). Κατά το άρθρο 372 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Περαιτέρω κατά το άρθρο 374 του ίδιου Κώδικα (στοιχ. δ και ε) η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν (μεταξύ άλλων) τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες και αν η πράξη τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές ή ληστείες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Επί πλέον κατά το άρθρο 13 εδ. στ' του ΠΚ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του ν.2408/1996, που κατά τούτο είναι επιεικέστερος και εφαρμόζεται αναδρομικά (άρθρο 2 ΠΚ), κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. ( ΑΠ 1761/2000). Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, μετά από αξιολόγηση και εκτίμηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, με επιτρεπτή αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, (ΑΠ 861/2004,ΑΠ 302/2003 ΑΠ1687/2002, δέχτηκε ανέλεγκτα ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία έκρινε ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής εις βάρος των κατηγορουμένων για τις πιο πάνω πράξεις και συγκεκριμένα: Την 10 Απριλίου κατά τη διάρκεια ελέγχου στο κατάστημα της Εταιρείας ''Π Κωτσόβολος ΑΕΒΕ'' στην συμβολή των οδών Αρεθούσης και Κιαπέκου στην Χαλκίδα λόγω του ότι είχε τεθεί σε λειτουργία το σύστημα συναγερμού οι αστυνομικοί .... και ....... μετά από καταδίωξη συνέλαβαν δύο άτομα τα οποία είχαν μπει στο κατάστημα αυτό και είχαν αφαιρέσει διάφορα αντικείμενα μέρος των οποίων είχαν προλάβει και μεταφέρει στο με αριθμ. ...... ΙΧΕ αυτοκίνητο. Τα άτομα αυτά ήταν ο αναιρεσείων και ο συνεργός του Χ2 εκ των οποίων Χ2 απεκάλυψε ότι μαζί με τον αναιρεσείοντα είχαν τελέσει αρκετές κλοπές από διάφορα καταστήματα τα οποία και προσδιόρισε. Περαιτέρω από την έρευνα που έγινε στο παραπάνω αναφερόμενο αυτοκίνητο βρέθηκαν δύο σάκκοι γεμάτοι με διάφορες ηλεκτρονικές και ηλεκτρικές συσκευές και κινητά τηλέφωνα όπως επίσης στη στέγη του καταστήματος βρέθηκε και σάκος με διαρρηκτικά εργαλεία ο οποίος είχε εγκαταλειφθεί από αυτούς στην προσπάθεια τους να διαφύγουν. Από την περαιτέρω έρευνα που έγινε προέκυψε ότι ο αναιρεσείων από κοινού δρώντας είτε με όλους του συγκατηγορουμένους του είτε με μερικούς από αυτούς τέλεσε τις κλοπές για τις οποίες κατηγορείται όπως και ότι οι αξία των κλοπιμαίων είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ και τα οποία στην συνέχεια τα πουλούσαν στους συγκατηγορούμενους για αποδοχή προϊόντος εγκλήματος . Ο αριθμός των κλοπών που διέπραξε μαζί με τους συγκατηγορουμένους του είναι αρκετός και περιγράφεται σε κάθε περίπτωση ποιοι διέπραξαν την κάθε κλοπή ο τρόπος με τον οποίο διέπραξαν την κάθε κλοπή όπως και τα αντικείμενα τα οποία σε κάθε περίπτωση αφαιρέθηκαν . Από τον τρόπο της τέλεσης του προκύπτει ότι για την διάπραξη τους ενώθηκε με άλλα άτομα, όπως και ότι είναι άτομο το οποίο διαπράττει κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια Με αυτά που δέχτηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, όπως ήδη ισχύει, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού παραθέτει λεπτομερώς και όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, στα οποία θεμελίωσε την κρίση του και τα οποία εκτίμησε, όπως και τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία πληρούν την αντικειμενική, και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων και τη συνδρομή των περιστάσεων τέλεσης των κλοπών κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, και τέλος τις σκέψεις και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 372-374 ΠΚ τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου κρινομένων αβασίμων των περί αντιθέτου ισχυρισμών του αναιρεσείοντα. Κατ' ακολουθία των παραπάνω η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου πρέπει ν' απορριφθεί Και Ν' απορριφθεί το αίτημα του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση γιατί με τις αιτήσεις και τα υπομνήματα του και τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς επαρκώς υποστήριξε τις απόψεις του. Για τους λόγους αυτούςΠροτείνω: Α. Να απορριφθεί η με αριθμ. 201/2007 έκθεση αναίρεση του Χ1 κατά του με αριθ. 2052/13-9-2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για τις πράξεις των διακεκριμένων κλοπών (άρθρ. 372-374 ΠΚ) ως απαράδεκτη άλλως να απορριφθεί στην ουσία της. Β. Ν' απορριφθεί το αίτημα του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση Γ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντα. Αθήνα την 30 -11-2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 7 του Ν. 2928/2001, όπως το πρώτο εδάφιο αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 του Ν. 3251/2004, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως για τα κακουργήματα των άρθρων 187 και 187Α του ΠΚ, κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτόν η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα, ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από την βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανακρίσεως. Από την ως άνω διάταξη, σαφώς συνάγεται ότι, όταν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα του άρθρου 187 ΠΚ, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως γίνεται πάντοτε και δη αμετάκλητα από το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο προς τούτο, αποφαινόμενο με βούλευμά του, όχι μόνον όταν αυτό κρίνει ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις που αφορούν την κατηγορία για το κακούργημα του άρθρου 187 ΠΚ, παραπέμποντας αμετακλήτως τον κατηγορούμενο στο αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 313 ΚΠΔ, αλλά και όταν συντρέχει περίπτωση να μη γίνει κατηγορία για τέτοια πράξη, για την οποία έγινε η ανάκριση, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1α και 310 παρ. 1 εδ. 1 ΚΠΔ, είτε διότι δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις ή αυτές που υπάρχουν δεν είναι καθόλου σοβαρές για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είτε διότι το γεγονός που αφορά η κατηγορία δεν συνιστά αξιόποινη πράξη ή υπάρχουν λόγοι που αποκλείουν το άδικο ή τον καταλογισμό καθώς επίσης και όταν συντρέχει περίπτωση να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1β και 310 παρ. 1 εδ. 2 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά του αναιρεσείοντος και έξι άλλων κατηγορουμένων, ασκήθηκε ποινική δίωξη για: 1) συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης και 2) για διακεκριμένες κλοπές κατ' εξακολούθηση, που τελέστηκαν από δυο ή περισσότερους δράστες που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελεσμένες και σε απόπειρα (άρθρα 1, 13 περ.στ, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98, 187 παρ.1, 372 παρ.1 και 374 περ.δ και ε του ΠΚ). Στη συνέχεια διεξήχθη και ενεργήθηκε κυρία ανάκριση, μετά το πέρας της οποίας, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, σύμφωνα με το άρθρο 7 Ν. 2928/2001, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 3 του Ν. 3451/2004, 128, 129 και 130 ΚΠΔ, εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, τον αναιρεσείοντα και τους συγκατηγορουμένους του, για να δικασθούν, ως υπαίτιοι διακεκριμένων κλοπών κατ' εξακολούθηση, κατά συναυτουργία, ενώ αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει εναντίον τους κατηγορία, για την πράξη της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης. Με βάση τα αναπτυχθέντα στη μείζονα νομική σκέψη, και όσα ο Εισαγγελέας αναφορικά με το απαράδεκτο της αιτήσεως προτείνει, στην πρόταση του οποίου και το Συμβούλιο συμπληρωματικώς αναφέρεται, το εκδοθέν και προσβαλλόμενο με την αίτηση αναιρέσεως βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών είναι αμετάκλητο. Άρα, μετά και την ειδοποίηση της αντικλήτου του αναιρεσείοντος, κατά την επί του φακέλου επισημείωση της γραμματέως, η κατ' αυτού ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, να απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Σημειώνεται, ότι το αίτημα του αναιρεσείοντος, για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του, μετά από αυτά, καθίσταται πλέον χωρίς αντικείμενο. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση του Χ1 και ήδη κρατούμενου στις δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού, για αναίρεση του υπ' αριθ. 2052/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.