← Ελλάδα

ΑΠ 913/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολής αίτημα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 913 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολής αίτημα. Περίληψη: Αναίρεση κατά αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, το οποίο δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα για μη καταβολή ληξιπρόθεσμων χρεών προς το δημόσιο κατά της διατάξεως του Ν. 1892/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 Ν. 3220/

  1. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλομένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη αιτήματος του αναιρεσείοντος για αναβολή κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ λόγω εκκρεμούς δίκης στο διοικητικό δικαστήριο σχετιζόμενης με την ποινική δίκη, διότι το άνω αίτημα αναβολής δεν υπεβλήθη κατά τρόπο ορισμένο με αναφορά των υποθέσεων που ήταν εκκρεμείς κατ' έφεση στο διοικητικό δικαστήριο και ποια σχέση είχαν με την κρινόμενη ποινική υπόθεση ούτε γινόταν αναφορά συγκεκριμένων αποφάσεων από τις οποίες να προέκυπτε ότι είχαν γίνει δεκτές από το Διοικητικό Δικαστήριο εφέσεις σχετικές με την πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος ώστε να διαταχθεί από το κατ' έφεση δικάζον ποινικό δικαστήριο η προσκόμιση των αποφάσεων αυτών ως νέων αποδείξεων. Απορρίπτεται κατ' ακολουθίαν και ο λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι καθ' υπέρβαση της εξουσίας του προχώρησε στην κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως, ενώ δεν είχε απορρίψει αιτιολογημένα το άνω αίτημα αναβολής. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για την κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου επέβαλε στον καταδικασθέντα κατηγορούμενο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ποινή φυλακίσεως που αντιστοιχεί σε μη καταβληθέντα χρέη συνολικού ποσού μεγαλύτερου των 120.000 € αντί να εφαρμόσει την επιεικέστερη διάταξη ανάλογα με το ποσό των 83090 € των χρεών που έγινε δεκτό ότι οφείλοντο καθόσον δεν υπάρχει η διάταξη του άρθρου 25 §1 εδ. δ΄ που επικαλείται ο αναιρεσείων και το όριο των 120.000 € που πρέπει να υπερβαίνει το ποσό της οφειλής, της οποίας η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους προβλέπεται από το άρθρο 34 §1γ του Ν. 3220/2004, που δεν εφαρμόσθηκε στην προκειμένη περίπτωση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Αριθμός 913/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάρι Αναστασάκο, περί αναιρέσεως της ΒΤ5993/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29.10.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1598/
  2. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως είχε αντικατασταθεί από 11.9.1997 με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 και ίσχυε πριν τη νέα αντικατάστασή του με το άρθρο 34 του ν. 3220/2004 "η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις, που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφ' όσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών

(3)συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο
(2)μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των εδαφίων α', β' και γ' της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού ανάλογα με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσόν της ληξιπροθέσμου οφειλής. Ειδικά στο εδάφιο γ' προβλέπεται ότι η ανωτέρω παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, εφόσον το ποσόν της ληξιπρόθεσμης προς καταβολής οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τέσσερα εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (4.500.000) δρχ, όταν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. είναι: 1) η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό είναι καταβλητέο 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολοκλήρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Ο χρόνος καταβολής δεν συμπίπτει πάντοτε με τον χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υποχρέου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί. Ήδη με το άρθρο 34 του ν. 3220/2004 αντικαταστάθηκε εκ νέου η ως άνω παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1190 και το υπ' αυτής προβλεπόμενο αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ. Επίσης με τη νέα αυτή αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 με τη διάταξη του άρθρου 34 του ν. 3220/2004 στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, οι ποινές δε καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) ακόμη δε αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων όταν πρόκειται για χρέος καταβλητέο σε δόσεις για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη ως όριο του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επί μέρους χρέους είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως τους. Εξ άλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθενται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά χωριστά. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περίπτ. ε' του Κ.Ποιν.Δ. συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 5993/2009 αποφάσεώς του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ότι κατά του κατηγορούμενου βεβαιώθηκαν στη Δ' ΔΟΥ ...., τα ποσά που περιλαμβάνονται στον πίνακα χρεών, συνολικού ύψους 162539,25 ευρώ. Από τα ποσά αυτά διεγράφησαν εκ των υστέρων μετά την έκδοση σχετικών αποφάσεων του Διοικητικού Δικαστηρίου, τα ποσά που εκτίθενται στους αριθμούς 17-27 του εν λόγω πίνακα. Για τα ποσά που εκτίθενται στον ίδιο πίνακα με ημερομηνία εκ την 27/5/2003 της εν λόγω Δ' Πειραιώς, ο μάρτυρας κατέθεσε ότι οφείλονται, και για τις ίδιες πράξεις οι ασκηθείσες προσφυγές του απερρίφθησαν από το Διοικητικό Πρωτοδικείο. Έτσι αποδεικνύεται ότι οφείλονται: 1) 800.33 ευρώ από ποινές, βεβαιωθέντα την 11.2.2002, καταβλητέα εφάπαξ των 30/5/2002, 2) 773,42 ευρώ από ποινές, βεβαιωθέντα των 26/3/2002, καταβλητέα εφάπαξ την 1/7/2002, 3) 2650,62 ευρώ από πρόστιμο ΚΒΣ, βεβαιωθέντα την 4/9/2002, καταβλητέα εφάπαξ την 1-1-2003, 4) 2650,62 ευρώ βεβαιωθέντα την 4.9.2002, καταβλητέα εφάπαξ των 1.1.2003, 5) 1325,31 ευρώ από πρόστιμο ΚΒΣ βεβαιωθέντα την 4-9-2002, καταβλητέα εφάπαξ την 1.1.2003, 6) 828,33 ευρώ, βεβαιωθέντα την 4/9/2002, καταβλητέα την 1.1.2003, 7) 1822,31 ευρώ από πρόστιμο Κ.Β.Σ., βεβαιωθέντα την 4/9/2002, καταβλητέα εφάπαξ την 1/1/2003, 8) 1822,31 ευρώ από πρόστιμο Κ.Β.Σ., βεβαιωθέντα την 4/9/2002, καταβλητέα εφάπαξ την 1/1/2003, 9) 1325,31 ευρώ από πρόστιμο Κ.Β.Σ. βεβαιωθέντα την 4/9/2002, καταβλητέα εφάπαξ την 1/1/2003, 10) 5.691,92 ευρώ, από φόρο εισοδήματος, βεβαιωθέντα την 5/9/2002, καταβλητέα εφάπαξ την 1/1/2003, 11) 18998,18 ευρώ, από φόρο εισοδήματος, βεβαιωθέντα την 5/9/2002, καταβλητέα εφάπαξ την 1/1/2003, 12) 22496,39 ευρώ από φόρο εισοδήματος, βεβαιωθέντα την 5/9/2002, καταβλητέα εφάπαξ την 1/1/2003, 13) 4874,40 ευρώ από φόρο εισοδήματος, βεβαιωθέντα την 5/9/2002, καταβλητέα εφάπαξ την 1/1/2003, 14) 3021,03 ευρώ από φόρο εισοδήματος, βεβαιωθέντα την 5/9/2002, καταβλητέα εφάπαξ την 1/1/2003, 15) 11661,53 ευρώ από φόρο εισοδήματος, βεβαιωθέντα την 5/9/2002, καταβλητέα εφάπαξ την 1/1/2003, 16) 2037,29 ευρώ, από φόρο εισοδήματος, βεβαιωθέντα την 5/9/2002, καταβλητέα εφάπαξ την 1/1/2003, δηλαδή συνολικά για 83090 ευρώ, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, καθυστερώντας την καταβολή τους μέχρι σήμερα". Ακολούθως στο διατακτικό της αποφάσεως μετά την αθώωση του ιδίου για τις υπ' αριθμ. 17 έως 27 περιπτώσεις του πίνακα χρεών, Κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις υπ' αριθμ. 1 έως 16 περιπτώσεις του πίνακα χρεών για το ποσό των 83090 ευρώ και ειδικότερα του ότι στον Πειραιά, κατά το χρονικό διάστημα από 30/5/2002 μέχρι 1/1/ με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του ήταν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 1882/1990, με πρόθεση παρεβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών που ήταν βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες η παραβίαση αναφέρεται σε ....... καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται εφάπαξ, το δε ποσό της ληξιπροθέσμου για την καταβολή οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει ....... προκειμένου για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά ..... γ) τα 13500 ευρώ όπως αναπροσαρμόσθηκε βάση του ν. 2943/2001 ..... δ) τα 4.500.000 δρχ σε 13.500 €. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη ΔΟΥ Δ' ... αναλυτικώς αναφερόμενα στο συνημμένο πίνακα χρεών που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος την από 28/5/2003 μήνυση του προϊστάμενου της Δ' ΔΟΥ ηθελημένα δεν κατέβαλε ..... β) ποσό 83090,50 που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικώς δηλαδή .... Καθυστέρησε την καταβολή πέραν των 2 μηνών από τη λήξη της καταβολής για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ. Η προκύπτουσα από το συνδυασμό του ανωτέρω σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως αιτιολογία είναι η επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη με την εκτεθείσα έννοια, αφού εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από τη διαδικασία στο ακροατήριο πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα προσδιορίζεται στην απόφαση (Δ' ΔΥΟ ...), το είδος αυτών ως υπαγόμενων στην κατηγορία των λοιπών φόρων (πρόστιμα ΚΒΣ και φόροι εισοδήματος, ο τρόπος πληρωμής των εφάπαξ) και ο ακριβής χρόνος καταβολής των ήτοι η 30.5.2002 για το πρώτο, η 1/7/2002 για το δεύτερο και η 1/1/2003 για τα λοιπά, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεως των, μπορούσαν και έπρεπε να καταβληθούν από τον οφειλέτη κατηγορούμενο, ενώ εξειδικεύεται περαιτέρω το ύψος των επί μέρους χρεών και το άθροισμα των κατά το μέρος που δεν καταβλήθηκε μετά τη λήξη του ανωτέρω χρόνου καταβολής του καθώς και οι προϋποθέσεις του αξιοποίνου της μη καταβολής των εν λόγω χρεών. Από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στις 25/9/2009 τα χρέη δεν είχαν καταβληθεί. Στην παραδοχή αυτήν εμπεριέχεται λογικώς ότι καθυστέρησε η καταβολή των άνω χρεών πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής των, ήτοι πέραν της 30/5/2002, της 1/7/2002 και της 1/1/2003 έτσι ώστε να συνάγεται ότι το Δικαστήριο εφάρμοσε την ως άνω επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 34 του ν. 3220/2004. Είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγο αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως περί του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε αντιφατικές κρίσεις με όσα δέχθηκε στο σκεπτικό και στο διατακτικό της και ότι η αιτιολογία της είναι ελλιπής ως προς τις πράξεις της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο για τις οποίες κατά τα υπ' αυτού υποστηριζόμενα καταδικάσθηκε χωρίς επαρκή αποδεικτικά μέσα από τα οποία να δύναται να ελεγχθεί αν πράγματι όφειλε τα ποσά που βεβαιώθηκαν στην άνω φορολογική Αρχή. Επαρκώς αιτιολόγησε το Δικαστήριο χωρίς αντιφάσεις την κρίση του για την ενοχή του κατηγορούμενου, στηριζόμενο στην κατάθεση του μάρτυρα υπαλλήλου της ΔΟΥ Πειραιώς που εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο και στα αναγνωσθέντα κατά την αποδεικτική διαδικασία έγγραφα, για τα οφειλόμενα προς το Δημόσιο από τον κατηγορούμενο χρέη, ενώ για διαφορετικά από αυτά χρέη δέχθηκε ότι είχαν διαγραφεί, κατόπιν σχετικών αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπό την προαναφερθείσα έννοια, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον για την απόφαση με την οποία κρίνεται ένοχος και καταδικάζεται ο κατηγορούμενος ή για αυτήν με την οποία απαλλάσσεται από την κατηγορία από το Δικαστήριο, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 61 Κ.Πολ.Δ., λόγω εκκρεμούς δίκης στο πολιτικό δικαστήριο ή κατ' αναλογία στο διοικητικό δικαστήριο, που έχει σχέση με την ποινική δίκη πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιου αιτήματος έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Προϋποτίθεται όμως, ότι το αίτημα αυτό αναβολής είναι παραδεκτό και ειδικότερα ότι υποβλήθηκε κατά τρόπο ορισμένο ήτοι με προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η πολιτική ή αναλόγως η διοικητική δίκη, του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης αυτής, των διαδίκων που μετέχουν σ' αυτήν, του ζητήματος το οποίο εκκρεμεί και πρόκειται να κριθεί εκεί και της σχέσεως του ζητήματος αυτού προς την κατηγορία του ζητήματος αυτού προς την κατηγορία που πρόκειται να κριθεί και εκκρεμεί στο ποινικό δικαστήριο. Αν το ανωτέρω αίτημα αναβολής δεν υποβάλλεται κατά ορισμένο τρόπο η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σ' αυτό είτε η μη αιτιολογημένη απόρριψή του δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως. Επίσης από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις με σκοπό να προσκομισθούν νέες αποδείξεις. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος που πρέπει να υποβληθεί ορισμένως για να είναι παραδεκτό απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του γιατί άλλως ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως για την άνευ της απαιτούμενης ειδικής αιτιολογίας απόρριψή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, ο ήδη αναιρεσείων δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του, που τον εκπροσώπησε, με την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης αναφέροντας, κατά λέξη, "γιατί εκκρεμούν εφέσεως στο διοικητικό Πρωτοδικείο και γιατί έχουν γίνει εν μέρει δεκτές οι εφέσεις". Το άνω αίτημα αναβολής δεν υποβλήθηκε κατά τρόπο ορισμένο σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν καθόσον δεν αναφέρθηκε επί ποίων υποθέσεων ήταν εκκρεμείς οι κατ' έφεση δίκες στο διοικητικό Δικαστήριο ούτε ποια σχέση είχαν με την κρινόμενη ποινική υπόθεση ούτε γινόταν μνεία συγκεκριμένων αποφάσεων από τις οποίες να προέκυπτε αν είχαν γίνει δεκτές από διοικητικό δικαστήριο που δίκασε σε δεύτερο βαθμό κατά ένα μέρος σχετικές με την αξιόποινη πράξη που αποδιδόταν στον κατηγορούμενο, εφέσεις που να είχε ασκήσει ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος ώστε να διαταχθεί από το ποινικό Δικαστήριο να προσκομισθούν ως νέες αποδείξεις οι επί των εφέσεων αυτών αποφάσεις που να είχαν εκδοθεί από το επιληφθέν Διοικητικό Δικαστήριο. Επομένως το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικώς την απορριπτική κρίση του και πλεοναστικώς προέβη με παρεμπίπτουσα και συμπροσβαλλόμενη κατ' άρθρο 504 παρ. 4 Κ.Ποιν.Δικ. απόφασή του σε αιτιολόγηση της απορρίψεως του πιο πάνω αιτήματος για αναβολή της δίκης. Κατ' ακολουθία αυτών ο σχετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι η αιτιολογία απορρίψεως του άνω αιτήματος αναβολής είναι ελλιπής από το ότι δεν γίνεται μνεία περιστατικών που να δικαιολογούν αυτήν την απορριπτική κρίση και λόγω μη αναφοράς των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, είναι απορριπτέος. Συνακόλουθα δε με τα παραπάνω κρίνεται απορριπτέος και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ. έτερος λόγος με τον οποίο προβάλλεται ότι το Δικαστήριο με το να προχωρήσει στην κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως ενώ δεν είχε αιτιολογημένα απορρίψει το ως άνω αίτημα αναβολής της δίκης, υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του. Όπως προκύπτει περαιτέρω από την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για την πράξη, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος δέχθηκε ότι προβλέπεται και τιμωρείται, από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 Π.Κ. και 25 παρ. 1, 2, 3 ν. 1882/1990, όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 3 παρ. 1, 2 ν. 2523/1997, σε συνδυασμό με τα άρθρα 3, 5 ν. 2943/2001, ενώ από παραδρομή αναφέρεται και ο νόμος 2721/1999, κατεδίκασε αυτόν, αφού έλαβε υπόψη τα από το άρθρο 79 ΠΚ οριζόμενα κριτήρια, δηλαδή την βαρύτητα του τελεσθέντος εγκλήματος, και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, σε ποινή φυλακίσεως ενός
(1)έτους μετατραπείσα σε χρηματική προς πέντε ευρώ ημερησίως. Η στερητική της ελευθερίας ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, εφ' όσον η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος τελέσεως της κατ' εξακολούθηση αφορούσε καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το δημόσιο και ειδικότερα λοιπούς φόρους και χρέη εφάπαξ πληρωτέους το ποσό των οποίων μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερέβαινε τα 4.500.000 δρχ (ευρώ 13.500) και ανερχόταν συνολικά σε 83090 ευρώ, ήταν εντός των ορίων της ποινής φυλακίσεως που προβλεπόταν από το εδάφιο γ' της παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικατεστάθη από το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/2009 κατά το οποίο όπως προαναφέρθηκε η ανωτέρω παραβίαση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Επομένως, ορθώς εφαρμόσθηκαν από το δικαστήριο οι διατάξεις που αναφέρονται στην απόφαση ως προς την ποινή που επιβλήθηκε στον ήδη αναιρεσείοντα. Οι αιτιάσεις του τελευταίου ότι το δικαστήριο ενώ τον κατεδίκασε για χρέη κατώτερα των 120.000 ευρώ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως που αντιστοιχεί σε μη καταβληθέντα χρέη συνολικού ποσού μεγαλύτερου των 120000 ευρώ κατ' εφαρμογή του άρθρου 25 παρ. 1 δ του ν. 1882/1990, όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 23 ν. 2523/1997 και το ν. 2943/2001 είναι αβάσιμες. Η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδαφ. δ του ν. 1882/1990 που επικαλείται ο αναιρεσείων ότι εφαρμόσθηκε από το Δικαστήριο είναι ανύπαρκτη και περαιτέρω το όριο των 120.000 ευρώ που πρέπει να υπερβαίνει το ποσό της οφειλής της οποίας η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός έτους προβλέπεται από το άρθρο 25 παρ. 1 γ του ν. 1882/1990 μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 34 παρ. 1γ του ν. 3220/2004. Αυτή η διάταξη του μεταγενεστέρου άνω νόμου δεν εφαρμόσθηκε στην προκείμενη περίπτωση από το δικαστήριο. Επομένως είναι αβάσιμος και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του Κ.Ποιν.Δ. σχετικός λόγος αναιρέσεως ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεών του επέβαλε ποινή που αντιστοιχεί σε μη καταβληθέντα χρέη το συνολικό ποσό των οποίων υπερέβαινε το ποσό των 120.000 ευρώ αντί να εφαρμόσει επιεικέστερη διάταξη ανάλογα με το ποσό των 83090 ευρώ που έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι οφείλετο. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και μη υπάρχοντος αλλού λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29/10/2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της ΒΤ5993/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που αν έρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.