Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 913 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Απαράδεκτη αίτηση αναίρεσης, Δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων, Ακυρότητα μεταβίβασης, Παράβαση πολεοδομικών διατάξεων. Περίληψη: Η αναίρεση απευθύνεται κατά των νικησάντων και όχι κατά των ομοδίκων του ηττηθέντος. Άρθρ. 20 παρ. 1 του ΝΔ της 17.7.1923 "περί σχεδίων, πόλεων, κωμών και συνοικισμών του Κράτους. Τα δικαστήρια (πολιτικά) δεν έχουν εξουσία να αποφανθούν για την ακυρότητα σύμβασης μεταβιβάσεως ακινήτου, στο οποίο ο μεταβιβάσας διαμόρφωσε δρόμους κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων, εάν προηγουμένως δεν έχει εκδοθεί διαπιστωτική πράξη του Νομάρχη (εε 26033/46/16.8.1977 απόφαση του Υπουργού Δημοσίων Έργων). Ο από το άρθρ. 559 αρ.8 λόγος δεν ιδρύεται, αν αφορά στα επιχειρήματα αντλούμενα από τις αποδείξεις. "Πράγματα" και οι λόγοι εφέσεως που δεν εξετάστηκαν, όχι που απορρίφθηκαν. Δικαστική και εξώδικη ομολογία. II περ. γ αφορά σε αποδεικτικά μέσα τα οποία αποδεικνύουν ισχυρισμούς και συνακόλουθα δεν είναι ισχυρισμοί υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. β. Αριθμός 913/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 2) Ν. Χ. Λ. του Κ., 3) Ε. Λ. Μ. συζ. Β. Σ., κατοίκων ... και 4) Φ. Φ. του Γ., κατοίκου .... Ο 1ος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Χατζοπούλου και οι 2η, 3η και 4ος εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Β. του Ι., 2) Ε. συζ. Λ. Β., το γένος Δ. Λ., 3) Ι. - Μ. Β. του Λ., 4) Δ. - Α. Β. του Λ., κατοίκων ..., 5) Ε. χήρας Ι. Φ., το γένος Μ. Ρ., κατοίκων ..., 6) Γ. Φ. του Ι., 7) εταιρείας με την επωνυμία "Ντάινερς Κλαμπ Ελλάδας" (DINERS CLUB OF GREECE S.A.) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 8) εταιρείας με την επωνυμία "Σίτι Μπανκ ΑΕ" (CITIBANK NA), που εδρεύει στην …, είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1ος, 2η, 3ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γεωργιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και οι 5η, 6ος, 7η και 8η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/8/2007 αγωγή των 1ου, 2ης, 3ου και 4ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 111/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 269/2011 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/2/2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 2/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. .../29-5-2012, .../29-5-2012, .../28-5-2012 και .../28-5-2012 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικού επιμελήτριας Σύρου … οι δύο πρώτες και του δικαστικού επιμελητή Αθηνών … οι δύο άλλες, ακριβές αντίγραφο της από 9-2-2012 αιτήσεως αναιρέσεως, μαζί με κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο της 16-10-2013, κατά την οποία νόμιμα αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τέσσερεις πρώτους αναιρεσίβλητους, προς τους λοιπούς πέμπτη, έκτο, έβδομη και όγδοη των αναιρεσίβλητων (Ε. χα Ι. Φ., Γ. Φ. του Ι., εταιρεία "Ντάινερς Κλαμπ Ελλάδας" και εταιρεία "Σίτυ Μπανκ ΑΕ"). Νέα κλήτευση των διαδίκων αυτών, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (μετ' αναβολή) δικάσιμο δεν χρειαζόταν, καθόσον η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρ. 575 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔικ. Συνεπώς εφόσον οι διάδικοι αυτοί δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ' αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔικ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία αυτών. Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατ' εκείνων που προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση ότι ήταν διάδικοι στη δίκη, όπου εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος που νίκησαν, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους ως διαδίκων στον πρώτο βαθμό, δεν στρέφεται δε αναγκαία εναντίον όλων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, εκτός από τις περιπτώσεις της αναγκαστικής ομοδικίας. Ειδικότερα η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται μόνον εναντίον εκείνων από τους αντιδίκους του αναιρεσείοντος από τους οποίους επιδιώκεται με αυτή και με βάση τις επικαλούμενες συνέπειές της, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Αν οι προτεινόμενοι λόγοι δεν αφορούν κάποιο διάδικο, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη ως προς αυτόν, αφού δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση ως προς αυτόν και αν ακόμη ευδοκιμήσουν οι προβληθέντες αναιρετικοί λόγοι. Στην προκειμένη περίπτωση η αναίρεση στρέφεται τόσο κατά των νικησάντων στην κατ' έφεση δίκη τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, όσο και κατά των τεσσάρων λοιπών, ήτοι, των πέμπτης, έκτου, έβδομης και όγδοης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι ήταν ομόδικοι των εκκαλούντων - αναιρεσειόντων στον πρώτο βαθμό και ως προς τους οποίους η έφεση απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως απαράδεκτη, γιατί δεν εδικαιολογείτο η εναντίον τους απεύθυνση, εφόσον δε οι προτεινόμενοι λόγοι αναίρεσης και οι περιεχόμενες σ' αυτούς πλημμέλειες δεν αφορούν τους εν λόγω αναιρεσίβλητους, ούτε περιέχεται ως προς αυτούς άλλη αιτίαση, με την οποία να επιδιώκεται και να είναι δυνατή, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες, η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη ως προς αυτούς. Πρέπει λοιπόν η αναίρεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς τους πέμπτη, έκτο, έβδομη και όγδοη των αναιρεσιβλήτων. Επειδή κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ν.δ. της 17-7-1923 "περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του κράτους" που αντιστοιχεί στη διάταξη του άρθρου 411 του Κώδικα βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας, δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε μεταβίβαση της κυριότητας μέρους ή του όλου γηπέδου, πάνω στο οποίο ο ιδιοκτήτης σχημάτισε ή αναγνώρισε σχηματισθέντες τυχόν χωρίς τη θέλησή του κοινόχρηστους χώρους (ιδιωτικές οδούς, πλατείες κ.λπ.) ή δεν σχημάτισε, ούτε αναγνώρισε μεν τέτοιους, αλλά επιδιώκει τον σχηματισμό ή την αναγνώρισή τους με μια τέτοια μεταβίβαση. Στην έννοια του σχηματισμού κοινόχρηστων χώρων περιλαμβάνεται ο περιορισμός ή παραίτηση δικαιωμάτων πάνω στα ειρημένα γήπεδα, που έγινε με οποιοδήποτε τρόπο με ιδιωτική πρωτοβουλία ή με συμφωνία για να σχηματισθούν άμεσα ή έμμεσα οι χώροι αυτοί. Κάθε μεταβίβαση της κυριότητας που έγινε, παρά τις ανωτέρω διατάξεις, είναι αυτοδικαίως άκυρη. Η διάταξη για την ακυρότητα αυτή ισχύει και αν ακόμη δεν έγινε σε κάποια επίσημη πράξη σαφής μνεία για τον σχηματισμό των ως άνω κοινόχρηστων χώρων, αλλά έμμεσα προκύπτει από τις γενόμενες μεταβιβάσεις ότι αυτές έγιναν για ένα τέτοιο σχηματισμό και γενικά για την εφαρμογή ιδιωτικού δικαίου ρυμοτομίας. Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, οι διατάξεις της ανωτέρω παρ. 1 δεν ισχύουν προκειμένου για καλλιεργούμενα γήπεδα, που βρίσκονται έξω από τα εγκεκριμένα σχέδια των πόλεων, κωμών κ.λπ., πάνω στα οποία σχηματίζονται ιδιωτικοί δρόμοι για τη μεταφορά των προϊόντων, εφόσον από τα πράγματα προκύπτει, ότι ο σχηματισμός αυτών αποσκοπεί στη μεταφορά των πραγμάτων αυτών, όχι δε στην εφαρμογή ιδιωτικού σχεδίου ρυμοτομίας και τη με βάση αυτό κατάτμηση των γηπέδων σε μικρά τμήματα. Επίσης δεν ισχύουν οι διατάξεις της παρ. 1 α)... και β)... Τέλος, κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, αρμόδιος να αποφανθεί για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αν η μεταβίβαση της κυριότητας των γηπέδων έγινε για το σχηματισμό πάνω σ' αυτά κοινόχρηστων χώρων και γενικά για την εφαρμογή ιδιωτικού σχεδίου ρυμοτομίας ή για απλή μεταφορά προϊόντων, αν επήλθε ή όχι αύξηση της έκτασης των κοινόχρηστων αυτών χώρων και ποιά η θέση και η έκταση αυτών και ειδικότερα πότε υφίσταται περίπτωση εφαρμογής των εξαιρέσεων α' και β' της προηγούμενης παραγράφου, είναι ο της Συγκοινωνίας Υπουργός, ο οποίος αποφαίνεται για όλα τα ζητήματα αυτά, μετά από γνώμη του Συμβουλίου των Δημοσίων έργων. Σε περίπτωση ενστάσεων των ενδιαφερομένων κατά της απόφασης του Υπουργού δύναται αυτός να αναθεωρήσει την αρχική του απόφαση μόνο μια φορά (εφάπαξ). Περίληψη των άνω αποφάσεων του Υπουργού και της σχετικής γνωμοδότησης του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης. Από τις συνδυασμένες αυτές διατάξεις, με την τελευταία των οποίων θεσπίζεται αρμοδιότητα του Υπουργού της Συγκοινωνίας πάνω σε αναφερόμενα σ' αυτή ζητήματα, προκύπτει ότι τα τακτικά δικαστήρια, καλούμενα να αποφανθούν σε σχετική ενώπιόν τους δίκη για το κύρος σύμβασης για μεταβίβαση κυριότητας γηπέδου, για την οποία προβάλλεται ότι συντρέχει λόγος ακυρότητας από τους αναφερόμενους στο άρθρο 20 παρ. 1 του ν.δ. 17-7-1923, δεν έχουν εξουσία να αποφανθούν για την ακυρότητα της σύμβασης, εφόσον προηγουμένως δεν έχει αποφανθεί ο αρμόδιος Υπουργός (τώρα Νομάρχης κατά την Ε 26033/46/16-8-1977 απόφαση του Υπουργού Δημοσίων Έργων) με διαπιστωτική πράξη, ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση η συνδρομή του ως άνω λόγου, εκτός εάν στη δίκη συνομολογείται από τους ενδιαφερόμενους διαδίκους η συνδρομή τέτοιου λόγου ακυρότητας, οπότε τα δικαστήρια δικαιούνται και υποχρεούνται με βάση την ομολογία αυτή να αποφανθούν για την ακυρότητα της σύμβασης. Τέλος κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα. Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα (Ολ.ΑΠ 20/2005), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Εξ ετέρου κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο. Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των όρων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της. Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί των εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ) προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς τον περί ακυρότητας του τίτλου κτήσεως των εναγόντων ισχυρισμό των εναγομένων - αναιρεσειόντων, λόγω δημιουργίας με αυτόν (τίτλο κτήσεως) ιδιωτικού ρυμοτομικού σχεδίου, κατά παραβίαση του άρθρου 20 παρ. 1 του Ν.Δ. της 17.7/6-8-1923: "...Περαιτέρω οι ίδιοι ως άνω εναγόμενοι, και ήδη αναιρεσείοντες, ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως και τον ίδιο ισχυρισμό επαναφέρουν με σχετικούς λόγους της έφεσης... ότι δηλαδή είναι άκυρο το υπ' αριθμ. …/1999 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, γιατί με αυτό... επιχειρείται με τη διάνοιξη των αναφερομένων στο ως άνω συμβόλαιο δύο οδών, να κατατμηθεί μία ενιαία έκταση σε τρία τμήματα και να καθιδρυθεί ιδιωτικό ρυμοτομικό σχέδιο, κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ. 1 του Ν.Δ. της 17-7-
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.