← Ελλάδα

ΑΠ 914/2009 — Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 914 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία. Περίληψη: Χρήση εν γνώσει πλαστού εγγράφου. Έννοια εγκλήματος αυτού. Έλλειψη εμπεριστατωμένης και ειδικής αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία και μη ορθή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Πότε υπάρχει. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως. Αριθμός 914/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Πρατικάκη, για αναίρεση της 1560/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με συγκατηγορούμενο τον Χ

  1. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1954/
  2. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά τη διάταξη του άρ. 242 παρ. 1 και 4 ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους (παρ. 1). Με την ίδια ποινή της παρ. 1 τιμωρείται όποιος εν γνώσει του χρησιμοποιεί το έγγραφο που είναι πλαστό ή νοθευμένο ή έχει υπεξαχθεί. Για τη στοιχειοθέτηση συνεπώς του εγκλήματος της παρ. 1 απαιτούνται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρ. 13 εδ. α' και 263 Α' ΠΚ, αρμόδιος για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου, β) το έγγραφο να εμπίπτει στην έννοια του αναφερομένου στο άρ. 438 ΚΠολΔ "δημοσίου εγγράφου", γ)οι έννομες συνέπειες που παράγονται από αυτό να αναφέρονται στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως και δ) δόλος του δράστη που συνίσταται στη γνώση και στη θέληση να βεβαιώσει τα ψευδή περιστατικά ή τουλάχιστον στη γνώση ως ενδεχόμενης της παραγωγής. Επίσης, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παρ. 4, του αυτού άρθρου απαιτείται άμεσος δόλος από αυτόν που χρησιμοποιεί το έγγραφο που είναι πλαστό ή νοθευμένο ή έχει υπεξαχθεί. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 τταρ.1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1560/08 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Κατά την ... ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2, όντας Αρχιτέκτονας Μηχανικός, ετύγχανε Δ/ντής της Πολεοδομίας του Δήμου ... και ως εκ τούτου ήταν υπάλληλος κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 13 περ. α του Π.Κ. Με την ιδιότητά του αυτή στη ... και κατά την ως άνω ημερομηνία υπέγραψε το με αριθμ. πρωτ. ...έγγραφο (βεβαίωση) της Δ/νσης Πολεοδομίας του Δήμου ... στο οποίο ανέγραφε επί λέξει τα εξής : "Μετά από έλεγχο που έγινε στο φάκελο της ... οικοδομικής αδείας και στο κτίριο που αφορά τη "νέα ισόγειο οικία επί pilotis με κουβούκλιο", στην οδό ... βεβαιώνουμε ότι έχουν διευθετηθεί οι υπερβάσεις που αναγράφονται στην ... έκθεση αυτοψίας αυθαιρέτων κατασκευών της υπηρεσίας μας". Η βεβαίωση αυτή ήταν ψευδής και ο πρώτος κατηγορούμενος γνώριζε ότι το συγκεκριμένο περιεχόμενο του εγγράφου αυτού δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια. Ειδικότερα, όπως και ο ίδιος παραδέχτηκε στην απολογία του, δεν είχαν διευθετηθεί οι προαναφερόμενες υπερβάσεις, αλλά απλώς οι Υπηρεσίες του Δήμου προσπαθούσαν να διευθετήσουν χωρίς να έχουν ολοκληρώσει τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί από τις ως άνω υπερβάσεις. Άλλωστε για την συγκεκριμένη οικία του δευτέρου κατηγορουμένου Χ1, εξ αιτίας των ως άνω υπερβάσεων δεν μπορούσε να γίνει σύνδεση με τα δίκτυα της Δ.Ε.Η και της ΕΥΔΑΠ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την παραπάνω ψευδή βεβαίωση χρησιμοποίησε ο δεύτερος κατηγορούμενος, ενώπιον του Α' Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά, κατά τη δικάσιμο της 30-3-2001, γνωρίζοντας το ψευδές περιεχόμενό της (βεβαιώσεως), προκειμένου να επιτύχει την απαλλαγή του από την κατηγορία της παραβάσεως του Ν. 1337/1983, για την οποία είχε καταδικαστεί με την 8093/1999 απόφαση του Β' Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι πράγματι με την AT 2340/30-3-2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά, ο δεύτερος κατηγορούμενος αθωώθηκε τελεσίδικα για την προηγούμενη παράβαση του Ν. 1337/1983, δηλαδή για τις παραβάσεις που αναφέρονταν στην με αριθμ. "... έκθεση αυτοψίας αυθαιρέτων κατασκευών". Ενόψει λοιπόν των όσων προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο τούτο, καταλήγει στην κρίση ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη "της χρήσεως ψευδούς βεβαιώσεως", όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσης. Τέλος, το παρόν Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος έως το χρόνο που τέλεσε τα ως άνω εγκλήματα, έζησε έντιμη ατομική - οικογενειακή -επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Επομένως, πρέπει να αναγνωρισθεί σε αυτούς η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό." Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον άνω κατηγορούμενο ένοχο για την πράξη της χρήσεως ψευδούς βεβαιώσεως, αναγνωρίζοντας σε αυτόν το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών

(3)μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, συνιστάμενη κατά πιστή αντιγραφή από το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "ο κατηγορούμενος Χ1 στον παρακάτω τόπο και χρόνο έκανε χρήση της ως άνω υπό στοιχείο
(1)της κατηγορίας ψευδούς βεβαίωσης που εξέδωσε ο συγκατηγορούμενός του Χ2. Ειδικότερα στις 30-3-2001 την προσεκόμισε στο ακροατήριο του Α' Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς, προκείμενου, γνωρίζοντας το ψευδές περιεχόμενό του, να πετύχει την απαλλαγή του σε δεύτερο βαθμό (πράγμα που τελικώς πέτυχε) από την κατηγορία της παράβασης του νόμου 1337/1983 (περί αυθαιρέτων) που είχε τελέσει βάσει την υπ αρ. ... έκθεση αυτοψίας της Πολεοδομικής αρχής του Δήμου .... Για την πράξη αυτή είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Δέχεται ότι ο κατηγορούμενος Χ1 έζησε ως το χρόνο τέλεσης της παραπάνω πράξεως, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1, 84 § 2α', 242 §§ 1, 4 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την κατάθεση της μάρτυρα υπερασπίσεως ..., η οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εξετάσθηκε ενόρκως στο άνω Δικαστήριο. Εντεύθεν δε οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμες. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) από το περιεχόμενο του σκεπτικού προκύπτει ότι η κρίση του Δικαστηρίου στηρίχθηκε μόνο στο περιεχόμενο των ειδικών μνημονευομένων σε αυτό εγγράφων και απέφυγε το συσχετισμό αυτών προς την κατάθεση των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, την απολογία του κατηγορουμένου και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αφού από το άνω σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα άνω αναφερόμενα μέσα, 2) ότι ουδόλως έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα υπερασπίσεώς του, αφού ρητά αναφέρει στο σκεπτικό το όνομα αυτής και 3)το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολογικές κρίσεις για κάθε έγγραφο, αφού για όλα τα έγγραφα προέβη σε τέτοια κρίση. Επομένως, οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 § 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15 Νοεμβρίου 2008 υπ' αριθμ. πρωτ. 9913/2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της με αριθμό 1560/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.