Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 926 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Επανάληψη της διαδικασίας. Δεκτή η αίτηση λόγω συνδρομής νέων γεγονότων που καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασθείς κατηγορούμενος είναι αθώος. Ακυρώνει την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση και παύει οριστικά την ασκηθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ποινική δίωξη για συκοφαντική δυσφήμηση, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου συνεπεία παρέλευσης μέχρι σήμερα χρόνου πέραν της οκταετίας και επομένως παραγραφής. Αριθμός 926/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο - Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Αναγνώστου, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τη με αριθμό 178/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Απριλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 717/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 453/06.10.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω εις το Δικαστήριο Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθρ. 525§1, 527§3, 528§1 και 529 Κ.Π.Δ., την από 18-4-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ......, με την οποία επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που επερατώθη με την αμετάκλητη υπ'αριθ. 178/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων), δια της οποίας κατεδικάσθη ο αιτών, κατά πλειοψηφίαν, σε φυλάκιση τεσσάρων
(4)μηνών, που ανεστάλη επί τριετίαν, για την πράξιν της συκοφαντικής δυσφημήσεως και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Κατά το αρθρ. 525§1, Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που επερατώθη με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από άλλες περιπτώσεις που αριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο αυτό και όταν μετά την οριστική καταδίκη του απεκαλύφθησαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή κατεδικάσθη για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής νέας αποδείξεις θεωρούνται εκείνες οι οποίες δεν είχαν υποβληθεί εις το δικαστήριο που εδίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές. Την κρίση αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και από τα έγγραφα. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπ'όψιν του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που κατεδίκασε, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή κατεδικάσθη άδικα για βαρύτερο έγκλημα. Νέες αποδείξεις ή νέα γεγονότα επίσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μπορεί να είναι, μεταξύ άλλων και αθωωτικές αποφάσεις ή αθωωτικά βουλεύματα, για τα οποία δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αρθρ. 525§1 περ.4 Κ.Π.Δ. Βαρύτερο δε είναι το έγκλημα όταν μεταβάλλεται το είδος της πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχείρισης του υπαιτίου της ιδίας πράξεως, λόγω περιστάσεων ή άλλου λόγου μειώσεως της ποινής (Α.Π. 782/2002 Ποιν.Χρον. ΝΓ' σελ. 230). Είναι δε αυτονόητο ότι δεν καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα ενός καταδικασθέντος νέες αποδείξεις που στηρίζονται σε μαρτυρίες προφανώς αναξιόπιστες. Επίσης δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν απ'αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως από ουσιαστικής και νομικής πλευράς, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπ'όψιν τους οι δικαστές που την εξέδωσαν, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 1717/2002 Ποιν.Χρ. ΝΓ/642). Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που επερατώθη με την υπ'αριθ. 178/10-1-1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων), με την οποία ο αιτών κατεδικάσθη αμετακλήτως για συκοφαντική δυσφήμηση και με την οποία γίνεται επίκληση νέων γεγονότων και αποδείξεων που απεκαλύφθησαν μετά την εν λόγω αμετάκλητη καταδίκη του και που κατά το περιεχόμενο της καθίσταται φανερό ότι ο ανωτέρω αιτών είναι αθώος για την αξιόποινη πράξη που κατεδικάσθη, κατά πλειοψηφίαν, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ, 527§3, 528§1 Κ.Π.Δ. και πρέπει περαιτέρω να εξετασθεί κατ'ουσίαν. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της σχετικής δικογραφίας, με την υπ'αριθ. 178/10-1-1977 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων), η οποία έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη, μετά την απόρριψιν της κατ'αυτής ασκηθείσης αναιρέσεως με την υπ'αριθ. 120/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών κατεδικάσθη σε φυλάκιση 4 μηνών για συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρ. 363-362 Π.Κ.). Συγκεκριμένα ο αιτών κατεδικάσθη διότι "Στην Αθήνα στις 20-11-92, εν γνώσει της αναληθείας ισχυρίσθη ενώπιον τρίτων περί άλλου ψευδή γεγονότα, δυνάμενα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσης Ψ, ήτοι κατά τον παραπάνω τύπο και χρόνο ισχυρίσθηκε ενώπιον του Α ότι "δεν δέχομαι καμία συζήτηση με την κυρία αυτή που προσελήφθη στην σχολή επί ΠΑΣΟΚ και που την εψήφισαν οι Αξιωματικοί - μέλη του Σπουδαστικού Συμβουλίου - που της έπιαναν των κώλο", εν γνώσει ότι τα πιο πάνω είναι ψευδή, προκειμένου να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσης". Ήδη ο αιτών επικαλείται, με την υπό κρίσιν αίτηση του ως νέα αποδεικτικά στοιχεία αφ'ενός μεν την υπ' αριθ. 140/2005 απόφασιν του Πολιτικού Εφετείου Αθηνών και αφ' ετέρου την με αριθ. 1423/2007 απόφασιν του Αρείου Πάγου, που εξεδόθη μετά από την αίτησιν αναιρέσεως των εκκαλούντων Ψ, Β και Α. Από τις προσκομιζόμενες, ως άνω, νέες αποδείξεις, που δεν είχαν τεθεί υπ'όψιν του δικαστηρίου που εξέδωσε την προαναφερομένην καταδικαστική απόφαση εις βάρος του αιτούντος προκύπτουν τα ακόλουθα: Με αφορμή τα φερόμενα ως λεχθέντα υπό του αιτούντος δυσφημιστικά γεγονότα εις βάρος της Ψ την 20-11-92, ενώπιον του Α, τα οποία φέρεται ότι ο τελευταίος επανέλαβε την 29-4-1993, ενόρκως εξεταζόμενος, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, ηγέρθησαν εκατέρωθεν αγωγές ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αιτούμενοι την επιδίκασιν εις αυτούς χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης. Επί των αγωγών αυτών οι οποίες συνεκδικάσθησαν, εξεδόθη αρχικώς η υπ'αριθ. 3742/2003 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δια της οποίας έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αιτούντος (Χ), ως προς τον εκ των εναγομένων Α και απερρίφθη εξ ολοκλήρου, ως ουσιαστικά αβάσιμη, των: α) Ψ, β) Β και γ) Α και εν συνεχεία η υπ' αριθ. 140/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εξεδόθη κατόπιν εφέσεως που ησκήθη υπό των τελευταίων κατά της ως άνω οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, δια της οποίας απερρίφθη η εν λόγω έφεσις και επεκυρώθη η προαναφερόμενη πρωτόδικη απόφαση, η οποία κατέστη αμετάκλητος αφού απερρίφθη η αίτησις αναιρέσεως αυτών δια της υπ' αριθ. 1423/2007 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Από το σκεπτικό των προαναφερομένων αποφάσεων προκύπτει ότι ουδέποτε ελέχθησαν υπό του αιτούντος τα δυσφημιστικά γεγονότα τα οποία φέρεται ότι ισχυρίσθη ενώπιον του Α, με βάση τα οποία ούτος εκηρύχθη ένοχος δια της προσβαλλομένης υπ'αριθ. 178/1997 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων). Παράλληλα προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε εις την παραπάνω κρίσιν του από την αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων που εξητάσθησαν ενώπιον του αρμοδίου Εισηγητού του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εν συνδυασμώ με την προσωπικότητα του αιτούντος, όπως προσδιορίζεται υπ' αυτών, ως τόμου ιδιαίτερα κοινωνικά αποδεκτό, έντιμο και ευυπόληπτο, ο οποίος δεν συνηθίζει να εκφράζεται με ανάρμοστο έως υβριστικό τρόπο για άλλους συμπολίτες του και μάλιστα συναδέλφους του. Άλλωστε η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι μεταξύ του αιτούντος και του ανωτέρω μάρτυρος (Α) δεν υφίσταντο τόσον στενές φιλικές σχέσεις ώστε ο πρώτος να εμπιστευθεί τον δεύτερον και να εκφρασθεί κατά τον εκτεθέντα τρόπον αφού δια των δυσφημιστικών ως άνω γεγονότων εθίγοντο, όχι μόνον η παθούσα Ψ και ο σύζυγος της, αλλά και οι λοιποί αξιωματικοί συνάδελφοι του, ενώ ο χρόνος που επέλεξε ο ανωτέρω μάρτυρας να μεταφέρει στην παθούσα τα φερόμενα ως λεχθέντα υπό του αιτούντος εις βάρος της δυσφημιστικά γεγονότα, ήτοι μετά παρέλευσιν πενταμήνου, καθώς και ο τρόπος, καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, καθιστούνν ακόμη περισσότερο μη ειλικρινείς τους ισχυρισμούς του. Όμως, πέραν των ανωτέρω, η άποψις αυτή ενισχύεται και εκ της καταθέσεως του εξετασθέντος μάρτυρος, ενώπιον του αρμοδίου εισηγητού δικαστού, Γ, καθηγητού στην ίδια Σχολή την αυτή περίοδο, παρισταμένου στην συγκεκριμένη κοινωνική εκδήλωση της 20-11-1992, ο οποίος μετά βεβαιότητος εκθέτει ότι, κατά την συνομιλία μεταξύ του αιτούντος και του Α, το μόνον που αντελήφθη είναι ότι ο πρώτος εξέφρασε την σκέψιν του προς τον δεύτερο, να διαβιβάσει προς την ανωτέρω παθούσα την επιθυμίαν του για την αποκατάστασιν των σχέσεων τους, ανακαλώντας άλλη έγκληση της κατά του αιτούντος. Μετά ταύτα αφού το Εφετείο Αθηνών (Πολιτικό) εδέχθη, με την προδιαληφθείσαν απόφασίν του, ότι δεν ελέχθησαν υπό του αιτούντος τα περιγραφόμενα ως άνω δυσφημιστικά γεγονότα, απέρριψε την αγωγή των προαναφερομένων προσώπων, ως παθόντων και στην συνέχεια επεκυρώθη αύτη δια της υπ'αριθ. 1423/2007 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Έτσι, εν όψει των εκτεθέντων, οι προαναφερόμενες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, που δεν ετέθησαν υπ'όψιν των δικαστών που εξέδωσαν την παραπάνω καταδικαστική απόφαση με αριθμό 178/1997 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων), αποτελούν "νέο" γεγονός που καθιστά φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως για την οποίαν κατεδικάσθη και ως εκ τούτου συνιστά τον από το αρθρ. 525§1 περ. 2 Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο επαναλήψεως την ποινικής διαδικασίας που επιβάλλεται προς άρσιν κάθε αμφιβολίας. Επομένως, η υπό κρίσιν αίτησις, πρέπει να γίνει κατ'ουσίαν δεκτή, να ακυρωθεί, σύμφωνα με το αρθρ. 528§1 Κ.Π.Δ., η υπ'αριθ. 178/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων) και να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη κατά του αιτούντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθρ. 310§1 εδ.β', 525§1, 527§1 και 528§1 Κ.Π.Δ., γιατί το υπόψη έγκλημα που ετελέσθη την 20-11-1992 και φέρει τον χαρακτήρα πλημμελήματος, παρεγράφη, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθρ. 111 §3 και 113§ 1, 2, 3 Π.Κ. και εξαλείφθηκε το αξιόποινον της πράξεως (Α.Π. 879/83 Ποιν.Χρ. ΛΓ σελ. 964, Α.Π. 100/91 Ποιν.Χρ.. ΜΑ' σελ. 849, Α.Π. 391/1996 Ποιν.Χρ. ΜΖ' σελ. 39). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Ι) Να γίνει δεκτή η από 18-4-2008 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας του Χ, κατοίκου ......, II) Να ακυρωθεί η υπ'αριθ. 178/1997 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων) και III) Να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη εις βάρος του αιτούντος Χ για Συκοφαντική δυσφήμηση, πράξη που φέρεται να τέλεσε στην Αθήνα την 20-11-1992 εις βάρος της εγκαλούσης Ψ, κατοίκου ...... . Αθήναι τη 26-9-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ.1 περ. 2 του ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιασδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομίσει στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές, που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Στην προκείμενη περίπτωση ο αιτών με την κρινόμενη από 18-4-2008 αίτησή του εκθέτει ότι καταδικάστηκε με τη με αριθ. 178/1997 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων μηνών, η έκτιση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που τελέστηκε σε βάρος της εγκαλούσας Ψ στις 20-11-1992 και δη του ότι ο αιτών ισχυρίστηκε ενώπιον του Α ότι "δεν δέχομαι καμία συζήτηση με την κυρία αυτή που προσελήφθη στη σχολή επί ΠΑΣΟΚ και που την ψήφισαν οι Αξιωματικοί - μέλη του Σπουδαστικού Συμβουλίου - που της έπιαναν τον κώλο, εν γνώσει ότι τα πιο πάνω είναι ψευδή, προκειμένου να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας". Ήδη ο αιτών, ισχυρίζεται με την αίτησή του, ως νέα μεταγενέστερα αποδεικτικά στοιχεία, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προαναφερόμενη σε βάρος του απόφαση, τη με αριθμό 140/2005 απόφαση του πολιτικού Εφετείου Αθηνών και τη με αριθμό 1423/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου. Από τα νέα αυτά αποδεικτικά στοιχεία προκύπτουν τα παρακάτω : Με αφορμή τα φερόμενα ως λεχθέντα υπό του αιτούντος δυσφημιστικά γεγονότα σε βάρος της Ψ, στις 20-11-92, ενώπιον του Α, τα οποία φέρεται ότι ο τελευταίος επανέλαβε στις 29-4-1993, ενόρκως εξεταζόμενος, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, ασκήθηκαν εκατέρωθεν αγωγές ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αιτούμενοι την επιδίκαση σε αυτούς χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης. Επί των αγωγών αυτών οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε αρχικώς η υπ' αριθ. 3742/2003 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δια της οποίας έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αιτούντος (Χ), ως προς τον εκ των εναγομένων Α και απορρίφθηκε εξ ολοκλήρου, ως ουσιαστικά αβάσιμη, των: α) Ψ, β) Β και γ) Α και στη συνεχεία εκδόθηκε η υπ' αριθ. 140/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως που ασκήθηκε υπό των τελευταίων κατά της ως άνω οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, δια της οποίας απορρίφθηκε η εν λόγω έφεση και επικυρώθηκε η προαναφερόμενη πρωτόδικη απόφαση, η οποία κατέστη αμετάκλητη αφού απορρίφθηκε αίτηση αναιρέσεως αυτών δια της υπ' αριθ. 1423/2007 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Από το σκεπτικό των προαναφερομένων αποφάσεων προκύπτει ότι ουδέποτε ελέχθησαν υπό του αιτούντος τα δυσφημιστικά γεγονότα τα οποία φέρεται ότι ισχυρίσθηκε ενώπιον του Α, με βάση τα οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος δια της προσβαλλομένης υπ' αριθ. 178/1997 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων). Παράλληλα προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στην παραπάνω κρίση του από την αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του αρμοδίου Εισηγητού του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σε συνδυασμό με την προσωπικότητα του αιτούντος, όπως προσδιορίζεται υπ' αυτών, ως ατόμου ιδιαίτερα κοινωνικά αποδεκτού, έντιμου και ευυπόληπτου ο οποίος δεν συνηθίζει να εκφράζεται με ανάρμοστο έως υβριστικό τρόπο για άλλους συμπολίτες του και μάλιστα συναδέλφους του. Άλλωστε η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι μεταξύ του αιτούντος και του ανωτέρω μάρτυρος (Α) δεν υφίσταντο τόσον στενές φιλικές σχέσεις ώστε ο πρώτος να εμπιστευθεί τον δεύτερο και να εκφρασθεί κατά τον εκτεθέντα τρόπο, αφού δια των δυσφημιστικών ως άνω γεγονότων εθίγοντο, όχι μόνον η παθούσα Ψ και ο σύζυγος της, αλλά και οι λοιποί αξιωματικοί συνάδελφοί του, ενώ ο χρόνος που επέλεξε ο ανωτέρω μάρτυρας να μεταφέρει στην παθούσα τα φερόμενα ως λεχθέντα υπό του αιτούντος σε βάρος της δυσφημιστικά γεγονότα, ήτοι μετά παρέλευση πενταμήνου, καθώς και ο τρόπος, καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, καθιστούν, ακόμη περισσότερο μη ειλικρινείς τους ισχυρισμούς του. Όμως, πέραν των ανωτέρω, η άποψη αυτή ενισχύεται και από την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος, ενώπιον του αρμοδίου εισηγητού δικαστού, Γ, καθηγητή στην ίδια Σχολή την αυτή περίοδο, παρισταμένου στη συγκεκριμένη κοινωνική εκδήλωση της 20-11-1992, ο οποίος μετά βεβαιότητος εκθέτει ότι, κατά την συνομιλία μεταξύ του αιτούντος και του Α, το μόνον που αντελήφθη είναι ότι ο πρώτος εξέφρασε τη σκέψη του προς τον δεύτερο, να διαβιβάσει προς την ανωτέρω παθούσα την επιθυμία του για την αποκατάσταση των σχέσεών τους, ανακαλώντας άλλη έγκλησή της κατά του αιτούντος. Μετά ταύτα αφού το Εφετείο Αθηνών (Πολιτικό), δέχθηκε με τηνπροδιαληφθείσα απόφασή του, ότι δε λέχθηκαν υπότου αιτούντος τα περιγραφόμενα ως άνω δυσφημιστικάγεγονότα, απέρριψε την αγωγή των προαναφερόμενωνπροσώπων, ως παθόντων και στην συνέχεια επικυρώθηκεαυτή δια της υπ' αριθ. 1423/2007 αποφάσεως του ΑρείουΠάγου. Έτσι, ενόψει των εκτεθέντων, οι προαναφερόμενες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, που δεν τέθηκαν υπόψη των δικαστών που εξέδωσαν την παραπάνω καταδικαστική απόφαση με αριθμό 178/1997 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελούν "νέο" γεγονός που καθιστά φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε και ως εκ τούτου συνιστά τον από το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 KΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο επαναλήψεως την ποινικής διαδικασίας που επιβάλλεται προς άρση κάθε αμφιβολίας. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση, πρέπει να γίνει κατ' ουσίαν δεκτή, να ακυρωθεί, σύμφωνα με το αρθρ. 528 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η υπ' αριθ. 178/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αιτούντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθρ. 310 παρ.1 εδ. β', 525 παρ. 1, 527 παρ.1 και 528 παρ. 1 ΚΠοινΔ, γιατί το υπόψη έγκλημα που τελέστηκε στις 20-11-1992 και φέρει τον χαρακτήρα πλημμελήματος, παρεγράφη, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθρ. 111 παρ. 3 και 113 παρ. 1, 2, 3 Π.Κ. και εξαλείφθηκε το αξιόποινο της πράξεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 18-4-2008 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας του Χ. Ακυρώνει τη με αριθμό 178/1997 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και. Παύει οριστικά τη ποινική δίωξη σε βάρος του άνω αιτούντος Χ, για συκοφαντική δυσφήμηση, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στις 20-11-1992, σε βάρος της εγκαλούσας Ψ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ