Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 930 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Αναίρεση μερική, Εξακολουθούν έγκλημα. Περίληψη: Πράξεις:
- Απάτη πλημμεληματική κατ’ εξακολούθηση.
- Χρήση πλαστού εγγράφου, πλημμεληματική. 1) Αναιρεί για την απάτη κατ’ εξακολούθηση, διότι κατά το άρθρο 386 του ΠΚ τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ’ εξακολούθηση τέλεση αυτής, κατά το άρθρο 98 ΠΚ, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα τελείται μία πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις ( ΑΠ 840/2007). 2) Απορρίπτει αναίρεση για χρήση πλαστού εγγράφου. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42, 216 και 386 του ΠΚ σαφώς προκύπτει ότι οι πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης συρρέουν αληθώς (πραγματικά) μεταξύ τους και καμιά απ’ αυτές δεν απορροφάται από την άλλη, διότι εκάστη τούτων είναι αυτοτελής, στοιχειοθετούμενη από ιδιαίτερα περιστατικά και μη αποτελούσα η μία συστατικό στοιχείο της άλλης ή επιβαρυντική περίσταση, ούτε και αναγκαίο μέσο διαπράξεως αυτής. Η απόπειρα όμως της απάτης και η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, με σκοπό περιποιήσεως οφέλους (άρθρο 216 παρ. 3 ΠΚ), όταν τα για την απάτη παρασταθέντα ψευδή γεγονότα ως αληθή ταυτίζονται προς τα συγκροτούντα την χρήση του πλαστού εγγράφου, όχι δε και όταν συντρέχουν και άλλες ψευδείς παραστάσεις που δεν ταυτίζονται προς τις αποτελούσες μόνο τη χρήση του πλαστού εγγράφου, δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα και η απόπειρα απάτης απορροφάται από τη χρήση πλαστού εγγράφου (ΑΠ 663/2004). Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει και απορρίπτει κατά τα λοιπά. Αριθμός 930/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 4025/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1.11.2008 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 1.12.2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1880/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και επέρχεται ζημία στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν η στο παρόν και όχι εκείνα, που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή ανάγονται στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ.1, 2 του ΠΚ, όπως ισχύει "
- όποιος καταρτίζει πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση ..., παρ.
- Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο". Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατασκευή) από τον αυτουργό, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση παραγωγής των περιστατικών, τα οποία θεμελιώνουν την πράξη της πλαστογραφίας, συγχρόνως όμως και σκοπός του υπαιτίου όπως με τη χρήση του πλαστού εγγράφου ή του εγγράφου που νοθεύτηκε παραπλανηθεί άλλος για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, αδιαφόρου όντος αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Ως έγγραφο δε κατά την έννοια του νόμου είναι κατ' άρθρο 13 εδ. γ' του ΠΚ κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία και κάθε σημείο που προορίζεται ν' αποδείξει τέτοιο γεγονός. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42, 216 και 386 του Π.Κ σαφώς προκύπτει ότι οι πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης συρρέουν αληθώς (πραγματικά) μεταξύ τους και καμιά απ' αυτές δεν απορροφάται από την άλλη, διότι εκάστη τούτων είναι αυτοτελής, στοιχειοθετουμένη από ιδιαίτερα περιστατικά και μη αποτελούσα η μία συστατικό στοιχείο της άλλης ή επιβαρυντική περίσταση, ούτε και αναγκαίο μέσο διαπράξεως αυτής. Η απόπειρα όμως της απάτης και η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, με σκοπό περιποιήσεως οφέλους (άρθρο 216 παρ.3 Π.Κ), όταν τα για την απάτη παρασταθέντα ψευδή γεγονότα ως αληθή ταυτίζονται προς τα συγκροτούντα την χρήση του πλαστού εγγράφου, όχι δε και όταν συντρέχουν και άλλες ψευδείς παραστάσεις που δεν ταυτίζονται προς τις αποτελούσες μόνο τη χρήση του πλαστού εγγράφου, δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα και η απόπειρα απάτης απορροφάται από τη χρήση πλαστού εγγράφου (ΑΠ 663/2004). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 98 του Π.Κ. προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Έτσι επί απάτης κατά το άρθρο 386 του Π.Κ. τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα τελείται μία πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. (ΑΠ 840/2007). Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ αποτελεί λόγο αναιρέσεως και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το Δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του, του εφαρμοσθέντος νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά πλειοψηφία, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "ΕΠΕΙΔΗ από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχτηκε και το δικαστήριο πείσθηκε, ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της χρήσης πλαστού εγγράφου και της απάτης κατ' εξακολούθηση. Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι στην ...... στις 17-11-2000, ενώ ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. του Οικοδομικού Συνεταιρισμού Ποντίων Επιστημόνων Β. Ελλάδος ΣΥΝ.ΠΕ "ΟΙ ΥΨΗΛΑΝΤΗΔΕΣ", με πρόθεση προέβη στην χρήση του νοθευμένου υπ' αριθ. ...... Πρακτικού του Δ.Σ. του ανωτέρω συνεταιρισμού, στο οποίο, καίτοι προβλεπόταν ο όρος ότι τα χρήματα του συνεταιρισμού είχαν κατατεθεί σε λογαριασμού αυτού στην Ε.Τ.Ε. και ότι δικαίωμα ανάληψής τους είχε μόνον ο ταμίας του συνεταιρισμού κατόπιν εγκρίσεως του Προέδρου του ΔΣ, είχε προστεθεί από τρίτο πρόσωπο η φράση "ή από τον Πρόεδρο του ΔΣ", χωρίς την συναίνεση ή έγκριση των μελών του ΔΣ του ανωτέρω συνεταιρισμού. Έτσι, προσκόμισε το ως άνω πρακτικό [του οποίου εγνώριζε την πλαστότητα αφού ήτο παρών στη συνεδρίαση του ΔΣ του ως άνω συνεταιρισμού στις 17-11-2000, κατά την οποία ελήφθη απόφαση όπως μόνο ο ταμίας και όχι και ο Πρόεδρος - που ήτο ο ίδιος - του ΔΣ να προβαίνει σε σχετικές αναλήψεις] στο Ειδικό Γραφείο Διοικητικού της Τράπεζας ΕΤΕ, δυνάμει του οποίου εκδόθηκε η υπ' αριθ. ...... γνωμάτευση Νομιμοποίησης Εκπροσώπων Εταιρίας, με την οποία του χορηγήθηκε η δυνατότητα να ενεργεί αναλήψεις από τον λογαριασμό του ανωτέρω Συνεταιρισμού. Συνεπώς, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος χρήσης πλαστού εγγράφου και όχι πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατ' επιτρεπτή μεταβολή του κατηγορητηρίου, αφού από κανένα στοιχείο της αποδεικτικής διαδικασίας δεν αποδείχθηκε ότι αυτός διέπραξε την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας κατά τρόπο αδιστάκτως βέβαιο. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος, στην ...... και στους ειδικώτερα αναφερόμενους κατωτέρω χρόνους, μετέβη στην Τράπεζα ΕΤΕ και παρέστησε ψευδώς στους υπαλλήλους της ότι, δυνάμει των ανωτέρω εγγράφων νομιμοποιείται μόνος του σε αναλήψεις από τον υπ' αριθ. ...... τραπεζικό λογαριασμό του συνεταιρισμού και έτσι εισέπραξε παράνομα το συνολικό ποσό των 13.574 ευρώ, όπως αναλυτικά περιγράφεται στο διατακτικό της παρούσας, το οποίο ενσωμάτωσε στην περιουσία του με αντίστοιχη βλάβη του εγκαλούντος Συνεταιρισμού, δοθέντος ότι ουδέν εκ του ως άνω ποσού, διέθεσε για την κάλυψη δαπανών του συνεταιρισμού, αφού τα προσκομισθέντα από αυτόν παραστατικά ήταν εικονικά. Πρέπει, συνεπώς, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος και της αξιόποινης πράξης της απάτης κατ' εξακολούθηση, που συρρέει πραγματικά με την ανωτέρω αποδιδομένη σ' αυτόν πράξη της χρήσης πλαστού (ΑΠ 663/2004 Ποιν. Δικ.)". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε κατά πλειοψηφία, ένοχο τον κατηγορούμενο σε βαθμό πλημμελήματος, χρήσης πλαστού εγγράφου και απάτης κατ' εξακολούθηση και δη του ότι: "Στη ...... κατά τα παρακάτω χρονικά διαστήματα τέλεσε τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις: 1) στον άνω τόπο στις 17-11-2000 εν γνώσει του χρησιμοποίησε νοθευμένο έγγραφο. Συγκεκριμένα, ενώ τύγχανε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Οικοδομικού Συνεταιρισμού Ποντίων Επιστημόνων Βορ. Ελλάδος ΣΥΝ. ΠΕ. "Οι Υψηλάντηδες", με πρόθεση προέβη στην χρήση του νοθευμένου υπ' αριθμ. ...... Πρακτικού του Δ.Σ. του ανωτέρω Συνεταιρισμού και ειδικότερα, ενώ στο ανωτέρω Πρακτικό προβλεπόταν ο όρος ότι τα χρήματα του Συνεταιρισμού είχαν κατατεθεί σε λογαριασμό αυτού στην Εθνική Τράπεζα και ότι δικαίωμα ανάληψής τους είχε ο Ταμίας του Συνεταιρισμού, κατόπιν εγκρίσεως του Προέδρου του Δ.Σ., ο κατηγορούμενος, έχοντας σκοπό να παραπλανήσει άλλους για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, χρησιμοποίησε το προαναφερόμενο πρακτικό χωρίς την συναίνεση ή έγκριση των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού που περιείχε την προσθήκη της φράσης "ή από τον Πρόεδρο του Δ.Σ.", αποβλέποντας κατ' αυτόν τον τρόπο να αποκτήσει δυνατότητα αυτοπρόσωπης ανάληψης χρημάτων από τον συγκεκριμένο λογαριασμό, γεγονός όμως που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, καθόσον ουδέποτε του είχε δοθεί τέτοια εξουσιοδότηση από το Διοικητικό Συμβούλιο και στην συνέχεια έκανε χρήση του νοθευμένου αυτού εγγράφου, προσκομίζοντάς το στο Ειδικό Γραφείο Δικαστικού της Ε.Τ.Ε., δυνάμει του οποίου εκδόθηκε η με αριθμ. πρωτ. ...... Γνωμάτευση Νομιμοποίησης Εκπροσώπων Εταιρίας, με την οποία του χορηγήθηκε η δυνατότητα να ενεργεί αναλήψεις χρημάτων από τον ανωτέρω λογαριασμό, που διατηρούσε ο Οικοδομικός Συνεταιρισμός, και κατόπιν τούτου, με την χρήση της ανωτέρω γνωμάτευσης και του υπ' αριθ. ...... Πρακτικού, προέβη στις αναφερόμενες στο υπό στοιχ. 2 του παρόντος αναλήψεις χρημάτων από τον λογαριασμό του Οικοδομικού Συνεταιρισμού. 2) Στη ...... κατά τα παρακάτω χρονικά διαστήματα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος έχοντας σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων, ως αληθινών. Συγκεκριμένα, έχοντας στην κατοχή του το αναφερόμενο στο υπό στοιχ. 1 του παρόντος υπ' αριθμ. ...... νοθευμένο πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου του ανωτέρω Οικοδομικού Συνεταιρισμού και την με αριθμ. πρωτ. ...... Γνωμάτευση Νομιμοποίησης Εκπροσωπών Εταίρας, μετέβη στις κατωτέρω αναφερόμενες ημερομηνίες στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στη ...... και παρέστησε ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της ανωτέρω τράπεζας ότι, ως Πρόεδρος του Δ.Σ. του ανωτέρω Οικοδομικού Συνεταιρισμού, του είχε δοθεί η δυνατότητα να διενεργεί μόνος του αναλήψεις από τον υπ' αριθμ. ...... Τραπεζικό Λογαριασμό που διατηρούσε ο Οικοδομικός Συνεταιρισμός στην ανωτέρω Τράπεζα, γεγονός που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και κατ' αυτόν τον τρόπο έπεισε τους υπαλλήλους της ανωτέρω Τράπεζας να του δώσουν από τον λογαριασμό του Οικοδομικού Συνεταιρισμού τα κατωτέρω χρηματικά ποσά: στις 28.6.2001 το ποσό των 500.000 δρχ., στις 11.7.2001 το ποσό των 400.000 δρχ., στις 30.7.2001 το ποσό των 251.800 δρχ., στις 20.8.2001 το ποσό των 250.000 δρχ., στις 4.9.2001 το ποσό των 2.000.000 δρχ., στις 5.10.2001 το ποσό των 100.000 δρχ., στις 6.11.2001 το ποσό των 100.000 δρχ., στις 30.11.2001 το ποσό των 100.000 δρχ., στις 12.12.2001 το ποσό των 300.000 δρχ., στις 18.1.2002 το ποσό των 440,00 ευρώ, στις 14.2.2002 το ποσό των 580,00 ευρώ, στις 20.3.2002 το ποσό των 250,00 ευρώ, στις 29.3.2002 το ποσό των 200,00 ευρώ, στις 25.4.2002 το ποσό των 160,00 ευρώ και στις 8.5.2002 το ποσό των 200,00 ευρώ και συνολικά το ποσό των 13.574,00 ευρώ (4.001.800 δρχ. και 1.830 ευρώ), το οποίο ενσωμάτωσε παρανόμως στην περιουσία του, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος Οικοδομικού Συνεταιρισμού Ποντίων Επιστημόνων Βορείου Ελλάδος ΣΥΝ. ΠΕ "Οι Υψηλάντηδες", ενώ συγχρόνως παρέστησε ψευδώς προς τα όργανα του ανωτέρω Συνεταιρισμού (Διοικητικό και Εποπτικό Συμβούλιο) στις 19.6.2002, ότι ένα μέρος του αναληφθέντος ποσού το κατέβαλε για την κάλυψη δαπανών της εταιρίας, που ήταν ανύπαρκτες (ποσό 250.000 δρχ. ή 734,00 ευρώ για καταβολή σε φοροτεχνικό, ποσό 133.874 δρχ. ή 393,00 ευρώ μετάβασή του στην Αθήνα), καθώς επίσης παρέστησε ψευδώς, προσκομίζοντας εικονικά παραστατικά στοιχεία, ότι είχε επιπλέον διαθέσει 1.097.640 δρχ. στις 30.7.2001 για έπιπλα γραφείου στην "Ο.Ε. ......"), η αξία των οποίων ανερχόταν όμως στο ποσό των 300.000 δρχ., και ότι είχε διαθέσει 826.000 δρχ. στις 1.5.2002 για αγορά ηλεκτρονικού υπολογιστή και εκτυπωτή από το κατάστημα του ......, η αξία των οποίων όμως ανερχόταν σε 200.000 δρχ. αντίστοιχα, με αποτέλεσμα να προκληθεί η ανωτέρω αναφερθείσα περιουσιακή βλάβη στην περιουσία του Συνεταιρισμού, με αντίστοιχη δική του παράνομη περιουσιακή ωφέλεια". Με αυτά όμως που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης: α) στέρησε την απόφασή του από την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και παραβίασε εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες ως άνω ποινικές διατάξεις, άρθρων 98 και 386 του ΠΚ, ως προς το έγκλημα της απάτης κατ' εξακολούθηση, διότι ενώ δέχεται ότι η πράξη της απάτης τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση, δηλαδή με περισσότερες πράξεις, αφήνει αδιευκρίνιστο αν κάθε επιζήμια περιουσιακή διάθεση είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του παθόντος, που έχει προκληθεί από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ή μήπως, στις 28-6-2001, την πρώτη φορά που εμφανίστηκε στην τράπεζα για ανάληψη, συνεπεία της άπαξ επελθούσας πλάνης που προκάλεσε αυτός στους υπαλλήλους της τράπεζας, οι τελευταίοι προέβησαν σε διαδοχικές απλώς επιζήμιες ενέργειες για τον εγκαλούντα οικοδομικό συνεταιρισμό με το να παραδώσουν στον μη δικαιούμενο αναλήψεων κατηγορούμενο, με 15 διαδοχικές αναλήψεις από το λογαριασμό του παθόντος τη ζημία συνεταιρισμού, κατά τους στο αιτιολογικό αναφερόμενους ειδικότερους χρόνους, από 28-6-2001 έως 8-5-2002, συνολικό ποσό 13.574 ευρώ, οπότε δεν τίθεται θέμα κατ' εξακολούθηση τελέσεως της απάτης. Επίσης υπάρχει ασάφεια και αντίφαση ως προς το συνολικό ποσό της ζημίας του παθόντος συνεταιρισμού, εκ του ότι στο μεν αιτιολογικό αναφέρεται ότι το συνολικό ποσό ζημίας ανέρχεται σε 13.574 ευρώ, που ενσωμάτωσε στην περιουσία του ο κατηγορούμενος πρόεδρος του συνεταιρισμού, δοθέντος ότι ουδέν εκ του ποσού αυτού διέθεσε για την κάλυψη δαπανών του συνεταιρισμού, ενώ στο διατακτικό αναφέρεται ότι εκ του άνω, αναληφθέντος τμηματικά, συνολικού ποσού των 13.574 ευρώ, ο κατηγορούμενος διέθεσε όχι ποσά 250.000, 133.874, 1.097.640 και 826.000 δραχμών αντίστοιχα, για καταβολή σε φοροτεχνικό, δαπάνη ταξιδίου του στην Αθήνα, για αγορά επίπλων και αγορά ηλεκτρονικού υπολογιστή με εκτυπωτή του εν λόγω συνεταιρισμού, αλλά ότι διέθεσε πραγματικά μικρότερα αντίστοιχα αληθή ποσά, μόνο 300.000 δραχμών για αγορά επίπλων γραφείου και 200.000 δραχμών για αγορά ηλεκτρονικού υπολογιστή και εκτυπωτή για λογαριασμό του άνω συνεταιρισμού, συνολικά 500.000 δραχμών ή 1.467,35 ευρώ, με συνέπεια το ποσό της ωφέλειας του κατηγορουμένου και της αντίστοιχης ζημίας του συνεταιρισμού, να είναι μικρότερο του άνω ποσού των 13.574 ευρώ, κατά 1.467,35 ευρώ, β) ως προς το αδίκημα όμως της χρήσης πλαστού εγγράφου, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 216 παρ.2 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφαση νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπάρχει ασάφεια ως προς την ταυτότητα της εν λόγω πράξεως και τον αναφερόμενο χρόνο τελέσεως αυτού, που ορίζεται σαφώς η 17-11-2000, καθόσον, το Δικαστήριο στο αιτιολογικό του δέχεται ότι έγινε χρήση, μόνο στις 17-11-2000 στην τράπεζα του νοθευμένου με ιδία ημερομηνία με αριθ. ...... πρακτικού του ΔΣ του άνω συνεταιρισμού, όταν ο κατηγορούμενος μετέβη και προσκόμισε στο ειδικό γραφείο του Διοικητού της ΕΤΕ το έγγραφο αυτό, δυνάμει του οποίου εκδόθηκε η με αριθ. ...... Γνωμάτευση Νομιμοποιήσεως Εκπροσώπων του Συνεταιρισμού, που του παρείχε τη δυνατότητα πλέον να προβαίνει ο ίδιος και όχι ο ταμίας σε αναλήψεις από την τράπεζα χρημάτων του συνεταιρισμού και είναι αδιάφορο το πότε στη συνέχεια με το δεύτερο ως άνω έγγραφο εμφανίστηκε το πρώτον και επιδεικνύοντας αυτό στις 28-6-2001, στην τράπεζα, προέβη σε εξαπάτηση των υπαλλήλων στην πρώτη ανάληψη, και σε μεταγενέστερους χρόνους ως παραπάνω, σε άλλες 14 αναλήψεις χρημάτων. Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ συναφής λόγος του κυρίου δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, είναι βάσιμος, μόνον ως προς το αδίκημα της απάτης κατ' εξακολούθηση και πρέπει, κατά παραδοχή εν μέρει της κρινόμενης αιτήσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί και ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής ποινής για την άνω πράξη της απάτης (φυλακίσεως πέντε μηνών) και περί συνολικής ποινής (φυλακίσεως επτά μηνών), αφού για τον καθορισμό της δεύτερης συνυπολογίσθηκε και η πρώτη ποινή. Μετά ταύτα απομένει προς έκτιση η προ του καθορισμού συνολικής ποινής επιβληθείσα για την πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου ποινή των πέντε μηνών. Στη συνέχεια. πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά τις αναιρούμενες ως άνω διατάξεις, για το αδίκημα μόνο της απάτης και της ποινής, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει τη με αριθ. 4025/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες : α) κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για το αδίκημα της απάτης κατ' εξακολούθηση, β) επέβαλε στον αναιρεσείοντα για την παραπάνω πράξη ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών και γ) καθόρισε κατά του αναιρεσείοντος συνολική ποινή φυλακίσεως επτά μηνών, μετά την προσμέτρηση στην ποινή βάσης της συντρέχουσας ισοβαρούς ποινής των πέντε μηνών, που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα για τη μη αναιρούμενη πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τις αναιρούμενες ως παραπάνω διατάξεις, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 1-11-2008 αίτηση και τον από 1-12-2008 πρόσθετο λόγο αυτής, του Χ περί αναιρέσεως της αυτής ως άνω 4025/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ