← Ελλάδα

ΑΠ 936/2008 — Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 936 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως. Περίληψη: Αόριστοι λόγοι αναίρεσης κατά βουλεύματος. Απορρίπτει αναίρεση. Αριθμός 936/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου X1, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 695/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με συγκατηγορούμενους τους 1)........, 2)........ και 3)............ και πολιτικώς ενάγοντα τον .............. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουνίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1214/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη, με αριθμό 55/6-2-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., την υπ'αριθμ. 141/25-6-2007 αίτηση αναιρέσεως του X1, η οποία ασκήθηκε στο όνομά του και για λογαριασμό του από τον δικηγόρο Αθηνών Ιωάννη Σκλαβούνη, δυνάμει της από 14-6-2007 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του αριθμ. 695/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το αριθμ. 2555/2006 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των πράξεων της υπεξαίρεσης κατ'εξακολούθηση αντικειμένου συνολικής αξίας άνω των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ευρώ, απόπειρας απάτης κατά συναυτουργία, υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης κατά συναυτουργία και παράβασης των άρθρων 11 και 58α του Ν.2190/1920 κατά συναυτουργία. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εξεδόθη το αριθμ. 695/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο α) έκανε εν μέρει δεκτή κατ'ουσίαν την έφεση και έπαυσε οριστικώς, κατ'αυτού, λόγω παραγραφής, την ασκηθείσα ποινική δίωξη για τις πράξεις της απόπειρας απάτης κατά συναυτουργία, υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως από κοινού και παράβασης των άρθρων 11 και 58α του Ν.2190/1920 κατά συναυτουργία και β) απέρριψε την έφεση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη για την πράξη της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος και επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα ως προς την πράξη αυτή. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα την 25-6-2007 και νομότυπα ενώπιον της Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Αικατερίνης Σωφρόνη, συνετάγη δε από εκείνη η υπ αριθμ. 141/25-6-2007 έκθεση. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 509 παρ. 1 εδ. α' Κ.Ποιν. Δ., προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά βουλευμάτων και αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι αναίρεσης, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484 και 510 Κ.Ποιν.Δ., να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Απλή επανάληψη των διατάξεων των άρθρων 484 και 510 Κ.Ποιν.Δ., που προβλέπουν τους λόγους αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας, δεν αρκεί, πολύ περισσότερο εν όψει του ότι το βούλευμα ή η απόφαση έχουν κατά κανόνα πολλά κεφάλαια, για ορισμένα από τα οποία είναι ενδεχόμενο ο αναιρεσείων να μην έχει παράπονο, ώστε να ασχοληθεί και με αυτά το Ακυρωτικό. Από την ως άνω αξίωση του νόμου, να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι λόγοι αναίρεσης, δεν εξαιρείται ο προβλεπόμενος στα άρθρα 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το άρθρο 139 του ίδιου Κώδικα και το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος. Ειδικότερα κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Ποιν.Δ., ο ως άνω αναιρετικός λόγος ιδρύεται, τόσο όταν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, όσο και όταν υπάρχει, αλλά αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όταν δηλαδή δεν περιέχονται στο βούλευμα και μάλιστα σε σχέση με κάθε κεφάλαιο αυτού, με σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν στον κανόνα ουσιαστικού ποινικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Εν' όψει τούτων, για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει (α), αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία (κεφάλαια) του βουλεύματος, στα οποία αναφέρεται η αιτίαση αυτή και (β), αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επιπλέον, σε τί συνίσταται ή έλλειψη ή η ασάφεια αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος. Οι ανύπαρκτοι λόγοι αναιρέσεως και οι εξομοιούμενοι με αυτούς ασαφείς και αόριστοι λόγοι, που είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως, δεν μπορούν να συμπληρωθούν με στοιχεία που βρίσκονται έξω από την έκθεση, όπως με υπόμνημα του αναιρεσείοντος ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων, στην περίπτωση απόφασης, και δεν είναι δυνατή η αυτεπάγγελτη έρευνα αυτών από τον 'Αρειο Πάγο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 484 παρ. 3 και 511 Κ.Ποιν.Δ., οι οποίες προϋποθέτουν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 2/2002, 19/2001). Στην προκειμένη περίπτωση με την αριθμ. 141/25-6-2007 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος κατηγορούμένου προβάλλεται κατά λέξη ο εξής λόγος αναιρέσεως "Διότι άνευ της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ., η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης κατ'άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' Κ.Ποιν.Δ. παραπέμπομαι για κακουργηματική υπεξαίρεση κατ'άρθρο 375 παρ. 1 Π.Κ. και περαιτέρω παραπέμπομαι για την πράξη αυτή κατά προφανή παντελή έλλειψη και ασάφεια ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του κακουργήματος που φέρομαι να τέλεσα, περί των οποίων ουδεμία αναφορά γίνεται στο σκεπτικό του αναιρεσιβαλλόμενου βουλεύματος, το οποίο αρκείται, χωρίς περαιτέρω ανάπτυξη, στους λόγους που αναπτύσσονται στην εισαγγελική πρόταση που ενσωματώνεται στο βούλευμα". Ο λόγος αυτός αναίρεσης, όπως διατυπώθηκε στην έκθεση είναι τελείως αόριστος, δεδομένου ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει αιτιολογία, δεν αναφέρεται σ'αυτή ποιές είναι οι ελλείψεις ή ασάφειες, στις οποίες έχει υποπέσει το Συμβούλιο που το εξέδωσε και σε ποιά από τα κεφάλαια αναφέρονται αυτές. Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η αριθμ. 141/25-6-2007 αίτηση αναιρέσεως του X1, για αναίρεση του αριθμ. 695/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Αθήνα 5 Ιανουαρίου 2008 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ.2 και 509 παρ. 1 εδ. α ΚΠΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά βουλευμάτων και αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι αναίρεσης, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484 και 510 ΚΠΔ, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Απλή επανάληψη των διατάξεων των άρθρων 484 και 510 ΚΠΔ, που προβλέπουν τους λόγους αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας, δεν αρκεί, πολύ περισσότερο που το βούλευμα ή η απόφαση έχουν κατά κανόνα πολλά κεφάλαια, για ορισμένα από τα οποία είναι ενδεχόμενο ο αναιρεσείων να μην έχει παράπονο, ώστε να ασχοληθεί και με αυτά το Ακυρωτικό. Από την ως άνω αξίωση του νόμου, να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι λόγοι αναίρεσης, δεν εξαιρείται ο προβλεπόμενος στα άρθρα 484 παρ.1 στοιχ.ε' και 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγος της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το άρθρο 139 του ίδιου Κώδικα και το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος. Ο ως άνω αναιρετικός λόγος ιδρύεται τόσο όταν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, όσο και όταν υπάρχει, αλλά αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όταν δηλαδή δεν περιέχονται στο βούλευμα ή στην απόφαση, και μάλιστα σε σχέση με κάθε κεφάλαιο αυτών, με σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν στον κανόνα ουσιαστικού ποινικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Ενόψει τούτων για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει (α) αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία (κεφάλαια) του βουλεύματος ή της απόφασης, στα οποία αναφέρεται η αιτίαση αυτή και (β) αν υπάρχει αιτιολογία αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επιπλέον, σε τι συνίσταται η έλλειψή αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2002, 19/2001). Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πλήττεται το υπ' αριθμ.695/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του 2555/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο παραπέφθηκε να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για κακουργηματική υπεξαίρεση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με δήλωση του Ιωάννη Σκλαβούνη, δικηγόρου ως ειδικού πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου που περιέχεται στην υπ' αριθμ. 141/25-6-2007 έκθεση του αρμοδίου Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών. Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων προβάλλει κατά λέξη τον εξής λόγο αναιρέσεως "Διότι άνευ της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν. Δ., η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' Κ.Ποιν. Δ. παραπέμπομαι για κακουργηματική υπεξαίρεση κατ' άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ και περαιτέρω παραπέμπομαι για την πράξη αυτή κατά προφανή παντελή έλλειψη και ασάφεια ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του κακουργήματος που φέρομαι να τέλεσα, περί των οποίων ουδεμία αναφορά γίνεται στο σκεπτικό του αναιρεσιβαλλόμενου βουλεύματος, το οποίο αρκείται, χωρίς περαιτέρω ανάπτυξη, στους λόγους που αναπτύσσονται στην εισαγγελική πρόταση που ενσωματώνεται στο βούλευμα". Όμως, ως προς το λόγο αυτό της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψή ή η ασάφεια σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του προσβαλλομένου βουλεύματος. Με το περιεχόμενο όμως αυτό η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, γιατί ο αναφερόμενος λόγος είναι εντελώς αόριστος, και επομένως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 141/25-6-2007 αίτηση του X1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 695/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και. Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα που ανέρχονται σε διακόσια είοκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου
  1. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα την 4 Απριλίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.