Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 946 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Άσκηση πρόσθετων λόγων. Περίληψη: Αναίρεση: Πρόσθετοι λόγοι έχουν ασκηθεί παραδεκτά ερήμην αναιρεσιβλήτων, επισπεύδων οι αναιρεσίβλητοι, λόγοι από το άρθρο 559 αρ. 1, 559 αρ. 19, 559 αρ. 14, 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ 559 αρ. 8 απορριπτέοι. Αριθμός 946/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Κωνσταμονίτου Αγίου Όρους, νόμιμα εκπροσωπούμενης με έδρα το ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ειρήνη Σπεντζοπούλου. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Γ. του Μ., 2) Γ. Γ. του Κ., 3) Μ. Γ. του Κ., 4) Γ. Ν. του Π., 5) Χ. συζύγου Γ. Ν., το γένος Δ. Δ., κατοίκων ..., 6) Ι. Κ. του Θ., 7) Ρ. συζύγου Ι. Κ., το γένος Ζ. Ά., κατοίκων ..., 8) Ν. συζύγου Α. Π., το γένος Κ. Σ., 9) Κ. Λ. του Δ., 10) Σ. συζύγου Κ. Λ., το γένος Θ. Ζ., κατοίκων ..., 11) Γ. Τ. του Α., κατοίκου ... . Οι 1ος και 2ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αναστασίου, ο 3ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και οι 4ος, 5η, 6ος, 7η, 8η, 9ος, 10η και 11η δεν παραστάθηκαν. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/9/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2004 του ιδίου Δικαστηρίου και 2166/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 3/10/2005 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1298/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 2166/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 748/2009 μη οριστική και 1371/2011 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/10/2011 αίτηση και τους από 29/1/2013 πρόσθετους λόγους της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 21/2/2013 έκθεσή της, με την οποία πρότεινε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων. Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και ότι για το παραδεκτό αυτών απαιτείται όχι μόνον η κατάθεση αλλά και η επίδοση του σχετικού δικογράφου στον αναιρεσίβλητο τριάντα
(30)ημέρες πριν από τη συζήτηση που είχε αρχικά ορισθεί, στις οποίες δεν υπολογίζεται η ημέρα κατάθεσης και επίδοσης και η ημέρα της συζήτησης. Τυχόν μη επίδοση ή μη εκπρόθεσμη επίδοση του δικογράφου καθιστά απαράδεκτως τους προσθέτους λόγους και το απαράδεκτο αυτό λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, το από 29-1-2013 δικόγραφο των προσθέτων λόγω αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 29-1-2013 και επιδόθηκε στον αντίκλητο πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Βασίλειο Γεωργιάδη στις 31-1-2013 ήτοι τριάντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο και αναφέρεται στην αρχή της απόφασης. Επομένως οι πρόσθετοι λόγοι έχουν ασκηθεί παραδεκτά. Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την πιο πάνω δικάσιμο από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 241 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι τέταρτος, πέμπτη, έκτος, έβδομη, όγδοη, ένατος, δέκατη και ενδέκατη από τους αναιρεσίβλητους αντίστοιχα, οι οποίοι μαζί με τους παρισταμένους πρώτο, δεύτερο και τρίτο αναιρεσιβλήτους επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης. Συνεπώς, η υπόθεση πρέπει να συζητηθεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 του οποίου οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες χώρες με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 ν. 147/1914, η κυριότητα των αγρών ανήκει στο Δημόσιο, η παραχώρησή τους δε στους ιδιώτες γίνεται με τη χορήγηση τίτλου (ταπίου), με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς δικαίωμα όχι κυριότητας αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ). Από δε το άρθρο 78 του ιδίου νόμου "περί γαιών" σε συνδυασμό προς το άρθρο 8 των οδηγιών "περί εγγράφων ταπίων" της 7 Σαμπάν 1276 συνάγεται ότι για την κτήση του δικαιώματος εξουσιάσεως αρκεί μόνη η πραγματική κατάσταση της κατοχής και καλλιέργειας του αγρού από εκείνον που εξουσιάζει αυτόν για χρονικό διάστημα δέκα ετών, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση και χωρίς να απαιτείται και η έκδοση, επ' ονόματι αυτού, τίτλου (ταπίου) ο οποίος είναι απλώς αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό στοιχείο. Την κτήση αυτή του δικαιώματος εξουσιάσεως με δεκαετή κατοχή του αγρού, αναγνώρισε και το υπ' αριθμ. 2468 διάταγμα της προσωρινής κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το ν.1072/1917 και ν. 2052/1920 (άρθρο 50) εφόσον η δεκαετία έχει συμπληρωθεί μέχρι 20 Μαΐου
- Από τις προεκτεθείσες διατάξεις σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 8, 9, 24, 30, 61 και 71 του αυτού ως άνω "περί γαιών" προκύπτει ότι το προμνησθέν άρθρο 78 έχει εφαρμογή μόνον επί καλλιεργησίμων γαιών και όχι επί βοσκοτόπων και δασών τα οποία εξουσιάζονται μόνον με ταπί. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 49 παρ. 1 του ν. 2052/1920, σ' αυτούς που είχαν το παραπάνω δικαίωμα συνεχούς εξουσιάσεως, παραχωρήθηκε κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου το δικαίωμα κυριότητας που ανήκε εξ ολοκλήρου στο δημόσιο και μάλιστα από 20/5/1917 αποκτήθηκε αυτοδικαίως το δικαίωμα αυτό, στη συνέχεια δε με τα άρθρα 101-114 του Δ/τος της 11/12-11-1929 που εκδόθηκε μετά από εξουσιοδότηση του άρθρου 2 ν. 4226/1929, παραχωρήθηκε σ' αυτούς και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα συνεχούς εξουσιάσεως από μία δεκαετία μέχρι 20-5-1917 χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, έγιναν καθ' ολοκληρία κύριος του ακινήτου (ΑΠ 523/2000). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Ως "ζητήματα", τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην ενάγουσα παραχωρήθηκε βάσει δωρεάς με βασιλικό χρυσόβουλο του αυτοκράτορος Ιωάννη Παλαιολόγου του έτους 1351 έκταση δάσους ονομαζόμενη "τόπος του λογγού" ευρισκομένη στην κτηματική περιοχή πρώην Κοινότητας Παρθενώνος και μεταγενεστέρως του Δήμου Σιθωνίας νομού Χαλκιδικής. Το χρυσόβουλο, προσκομιζόμενο σε φωτογραφημένο κατά τις σύγχρονες μεθόδους αντίγραφο, επικυρωμένο από τον αναπληρωτή Διοικητή του Αγίου Όρους ως προς την ακρίβειά της φωτογραφικής τους απεικόνισης με το πρωτότυπο, όπως διατάχθηκε με την ως άνω εν μέρει μη οριστική απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, είναι σε πολλά σημεία του τόσο φθαρμένο, ώστε να καθίσταται δυσανάγνωστο έως μη αναγνώσιμο (σε ορισμένα σημεία). Οι ελλείψεις αυτές δεν είναι δυνατό να αναπληρωθούν από την επισυναπτόμενη σ' αυτό αντιγραφή του από άγνωστο πρόσωπο, η οποία περιλαμβάνει καταγραφή ακόμη και των μη αναγνώσιμων τμημάτων του κειμένου του. Πάντως το αναγνώσιμο τμήμα αναφέρεται σε έκταση που αρχίζει "από το αιγιαλό της θαλάσσης των ... (λέξη εντελώς δυσανάγνωστη, κατά πάσα πιθανότητα "τριών", διότι διακρίνεται η ύπαρξη περισπωμένης) ποταμών". Κατά την εποχή της τουρκοκρατίας εκδόθηκαν τα προσκομιζόμενα σε επικυρωμένα φωτοτυπικά αντίγραφα και συνοδευόμενα από επίσημη μετάφραση φιρμάνια (διατάγματα) των σουλτάνων Μαχμούτ Χαν Α' του έτους 1163 (καθ' ημάς 1750), το 1277 φιρμάνι του Απδούλ - Μεδζίτ Χαν του έτους 1308 (καθ' ημάς 1891) και το 1281 φιρμάνι του Απδούλ - Αζίζ Χαν του ίδιου αμέσως παραπάνω έτους (σύμφωνα με τις συνημμένες στο καθένα τους μεταφράσεις του κειμένου τους, ενώ τα δύο τελευταία φέρονται από την ενάγουσα ως εκδοθέντα τα έτη 1277=1861 και 1281=1865 αντιστοίχως), ενόψει διαφορών που είχαν δημιουργηθεί από αμφισβητήσεις κατοίκων της περιοχής του Παρθενώνος ως προς την κυριότητα της μονής επί μερικότερων μη προσδιοριζόμενων κατά ειδικότερη θέση και όρια εκτάσεων εντασσόμενων στο ως άνω δάσος και τις περιλαμβανόμενες εντός αυτούς εκτάσεις (βοσκότοπους, αγρούς κλπ). Τα ανωτέρω διατάγματα αναφέρονται σε καταχώρηση έκτασης στην περιοχή ως ανήκουσας στην ενάγουσα Μονή στο αυτοκρατορικό κτηματολόγιο (ντεφτερχανέ). Στα δύο τελευταία αναφέρεται ακόμη ότι καταχωρήθηκαν και εκείνα στον οικείο κώδικα, ενώ το πρώτο αναφέρεται και σε βακουφικές γαίες και σε σχετική καταχώρισή τους στον τηρούμενο στο αυτοκρατορικό κτηματολόγιο βακουφικό κώδικα. Τα δύο επικαλούμενα περαιτέρω από την ενάγουσα φιρμάνια δεν προσκομίσθηκαν νομοτύπως και ειδικότερα οι προσκομισθείσες από αυτήν μεταφράσεις τους δεν συνοδεύονται από τουρκικό κείμενο συνημμένο σ' αυτές. Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατοχής αναγνωρίσθηκαν όμως επίσης σε κατοίκους του χωρίου Παρθενώνα δικαιώματα εξουσιάσεως επί 150 καλλιεργήσιμων στρεμμάτων (τουρκικών) στην περιοχή όπου βρίσκεται και το ανωτέρω μετόχι, το οποίο διατηρούσε η ενάγουσα προς διαφύλαξη και εκμετάλλευση (κυρίως ξύλευση) του δάσους και του κτήματος της γενικότερα, και διατάχθηκε η απόδοση σ' αυτούς των ανωτέρω 150 στρεμμάτων, τα οποία είχαν καταληφθεί από τον τότε επίτροπο της Ιεράς Μονής παρότι δεν της ανήκαν (βλ. ομολογία της ενάγουσας στη σελίδα 4 της αγωγής της και σχετικές αναφορές στις προσκομιζόμενες δικαστικές αποφάσεις, εκδοθείσες σε δίκη μεταξύ της ενάγουσας μονής και κατοίκων του χωρίου Παρθενώνας, η οποία έλαβε χώρα κατά τα έτη 1890-1892 ενώπιον των τουρκικών πολιτικών δικαστηρίων και συγκεκριμένα του τότε Πρωτοδικείου Κασσάνδρας, του τότε Εφετείου Θεσσαλονίκης και του τότε Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου). Από τα 150 αυτά στρέμματα τα 110 βρίσκονται στην περιοχή την ονομαζόμενη "Μετόχ-γερί" ή "Τιρτοτέ" (ονομασία χρησιμοποιούμενη από τους Τούρκους για περιοχή του Τριποτάμου), η οποία ενδιαφέρει εν προκειμένω, και στο σύνορο της εκτάσεως της ανήκουσας στην Ιερά Μονή, ενώ 40 στρέμματα βρίσκονται στην περιοχή "Βουνούχ" ή "Μουνούχ" (ήδη περιοχή Παραδείσου). Στα πλαίσια της δίκης των ετών 1890-1892 συντάχθηκε το 1892 και έκθεση επίσημης καταμέτρησης και ειδικότερου προσδιορισμού των στρεμμάτων αυτών υπογραφόμενη από τους Οσμάν υιό Απδουλ-χαλήμ ως αναπληρωτή του υπαλλήλου του εκτελεστικού τμήματος και του Μουσταφά Νεδζίπ υιό Ιμπραχίμ, γραμματέως επί των ταπίων. Σύμφωνα με αυτή την έκθεση η αποδοτέα στους Παρθενιώτες έκταση των 110 στρεμμάτων που βρισκόταν στην περιοχή του Τριποτάμου άρχιζε "από του άκρου ενός τεμαχίου γης, κείμενης έμπροσθεν του Μετοχίου και συγκείμενης κατά την γενόμενην καταμέτρησιν εκ τεσσαράκοντα δύο εν όλω κατά μήκος και κατά πλάτος (ήτοι τετραγ.) στρεμμάτων καταλήγει κατά μήκος μεν κεκλιμένως εις την θάλασσαν, κατά πλάτος δε διήκει μέχρι των μερών των διαχωριζόντων τα σύνορα του χωρίου Νικήτης". Βάσει της εκθέσεως, το μέρος καταμετρήθηκε με επισήμως σφραγισμένο σχοινίο της Δημαρχίας από τον καταμετρητή Ι. Μ., ο οποίος δήλωσε ότι, αφού αφαιρέθηκαν από το λογαριασμό οι χώροι των καλυβών των χωρικών, που βρίσκονται σε καλή ή αθλία κατάσταση και ανέρχονταν σε δώδεκα συνολικώς, και των κειμένων κοντά τους αλωνοτόπων και των μη καλλιεργούμενων (αγεωργήτων) εξαιτίας συναθροίσεως των υδάτων τόπων, απέμειναν στη συγκεκριμένη τοποθεσία (οριζόμενη ως ανωτέρω) εκατόν δέκα στρέμματα καθαρής γης επί των οποίων τοποθετήθηκαν ορόσημα. Από την αμέσως παραπάνω επίσημη και γενόμενη από αρμόδιο όργανο καταγραφή των ορίων της μη ανήκουσας στη μονή αλλά εξουσιαζόμενης από τους Παρθενιώτες έκτασης αποδεικνύεται ότι: α) αυτή άρχιζε μπροστά από το μετόχι, β) κατέληγε κατηφορίζοντας στη θάλασσα, γ) κατά πλάτος έφθανε μέχρι τα σύνορα με την όμορη περιοχή του χωρίου Νικήτης. Επίσης από την καταμετρηθείσα, με τα μέσα της εποχής εκείνης (σφραγισμένα σχοινίο), περιοχή, δεδομένου ότι η καταμέτρηση αναφερόταν σε καλλιεργήσιμη έκταση των Παρθενιωτών (και όχι σε εκτάσεις που δεν ήταν κατάλληλες για καλλιέργειες), αφαιρέθηκαν οι χώροι των υπαρχουσών επί της εκτάσεως αυτής σε καλή ή και άθλια κατάσταση καλυβών των χωρικών και των πλησίον τους αλωνοτόπων και οι μη καλλιεργούμενοι χώροι στους οποίους μαζεύονταν νερά (θαλάσσια και των υπαρχόντων στην περιοχή ρεμάτων). Μετά δε την αφαίρεση αυτών των τελευταίων εκτάσεων (και προδήλως χωρίς να προσμετρηθούν σ' αυτήν τα ρέματα της περιοχής: βλ. την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης) οριοθετήθηκε και καταμετρήθηκε η έκταση των καλλιεργήσιμων γαιών των Παρθενιωτών στον Τριπόταμο σε 110 τουρκικά στρέμματα. Η ενάγουσα, δεχόμενη ότι η αμέσως παραπάνω έκταση δεν της ανήκει και αποπειρώμενη να στηρίξει τους ισχυρισμούς της ότι τα επίδικα ακίνητα δεν περιλαμβάνονται σ' αυτήν, υποστηρίζει πως τα 110 στρέμματα απείχαν από τη θάλασσα, επειδή, σύμφωνα με την προβαλλόμενη από την ίδια αυθαίρετη ερμηνεία της περιγραφής, που παραλείπει την αναφορά στο ρήμα "κατέληγαν" και εστιάζεται μόνο στο επίρρημα "κεκλιμμένως", η ανωτέρω έκταση των αγροτών έφθανε μέχρι εκεί όπου υπήρχε κατηφορική κλίση του εδάφους και δε συνεχιζόταν στα επόμενα εδάφη μέχρι τον αιγιαλό που δεν είχαν πλέον κλίση και ήταν επίπεδα, στα οποία εντάσσονται και τα επίδικα. Αυτός ο ισχυρισμός της όμως ελέγχεται αβάσιμος, διότι σύμφωνα με τα παραπάνω και κατά τη σαφή περιλαμβανόμενη στην έκθεση περιγραφή των ορίων της, η εξουσιαζόμενη από τους κατοίκους του Παρθενώνα έκταση στην περιοχή όπου βρίσκονταν τα 110 τουρκικά στρέμματα έφθανε μέχρι τη θάλασσα ("κατέληγαν" στη θάλασσα). Μετά την απελευθέρωση των Νέων Χωρών η πραγματική κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στην περιοχή αναγνωρίσθηκε βάσει των διατάξεων του νόμου 147/
- Μετά δε την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου 2508/1920, εκδόθηκε η 58/1933 απόφαση του διοικητικού Δικαστηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, η οποία δεχόμενη σχετική αίτηση της ενάγουσας, αναγνώρισε το δάσος στο Μετόχι Τριποτάμου Χαλκιδικής ως ιδιωτικό δάσος που της ανήκε. Η ακριβής έκταση του ιδιωτικού δάσους της ενάγουσας (με τις εντός αυτού μη δασώδεις περιοχές) δεν αποδείχθηκε. Αυτή προσδιορίζεται στην υπό κρίση αγωγή σε 20000 στρέμματα. Στην προγενέστερη όμως από 4-5-1999 αγωγή της ενάγουσας μονής με όμοιο αντικείμενο, στρεφόμενη κατά του Κ. Γ. (πρώτου των εναγομένων και στην παρούσα αγωγή), η οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη με την 64/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής (η οποία κατέστη τελεσίδικη και αμετάκλητη), η έκταση του παραχωρηθέντος δάσους προσδιοριζόταν σε 17000 έως 20000 στρέμματα, ενώ μέσα στο κείμενο της ίδιας αγωγής (βλ. σελ. 3) αναφερόταν και ότι αυτή είχε εκτιμηθεί με την 23312/5863/1922 διαχειριστική έκθεση του Υπουργείου Γεωργίας σε 20000 στρέμματα περίπου και με τη 12971/220/1927 διαχειριστική έκθεση του ίδιου υπουργείου σε 18700 στρέμματα. Στα πλαίσια δε απαλλοτρίωσης εκτάσεων 1970 δεκαδικών στρεμμάτων που ανήκαν στο μετόχι της ενάγουσας, με την 28/1931 απόφαση της επιτροπής απαλλοτριώσεων νομού Χαλκιδικής, η εναπομένουσα στην ενάγουσα έκταση δάσους υπολογιζόταν σε 15000 στρέμματα (βλ. και την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, σελ. 20). Τα επίδικα, διεκδικούμενα από την ενάγουσα ακίνητα, έχουν έκταση 20730 και 38240, 53 τ.μ. και αποτυπώνονται με περιμετρικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Α και Λ-Μ-Ν-Ν1-Ν2-Ν3-Ν4-Ξ1-Π1-Π2-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω-Ω1-Κ-Λ αντιστοίχως στο συνημμένο στην αγωγή σχεδιάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ. Μ., η συνολική αξία τους ανερχόταν δε, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, σε 1.000.000 ευρώ. Αυτά βρίσκονται στην περιοχή Τριποτάμου, όπως συνομολογείται, μεταξύ των δύο από τα τρία ρέματα της περιοχής που απολήγουν στη θάλασσα (των δύο ρεμάτων που βρίσκονται μακρύτερα από το σύνορο της περιοχής με την κτηματική περιοχή Νικήτης) στις ειδικότερες τοποθεσίες Ασκαμνιές και Τσιμπέρι, και συνορεύουν δυτικώς με τον αιγιαλό του κόλπου Κασσάνδρας, δεν συνορεύουν δε μεταξύ τους, καθόσον ανάμεσά τους μεσολαβεί άλλη έκταση. Το πρώτο συνορεύει βορείως με Τριπόταμο και εν μέρει με απαλλοτριωθείσα υπέρ ΣΑΑΚ Παρθενώνος έκταση του ανήκοντος στην ενάγουσα δάσους Τριποτάμου, ανατολικώς δε και νοτίως με εκτάσεις που στην αγωγή φέρονται ότι ανήκουν στην ενάγουσα και καταπατήθηκαν από τρίτους. Το δεύτερο φέρεται στην αγωγή ότι συνορεύει από όλες τις υπόλοιπες πλευρές του (πλην της δυτικής), δηλαδή βορείως, ανατολικώς και νοτίως, με εκτάσεις που ανήκουν επίσης στην ενάγουσα και καταπατήθηκαν από τρίτους. Τα παραπάνω ακίνητα, ως μικρότερα ακίνητα ή ιδανικά μερίδια μικρότερων ακινήτων, αγοράσθηκαν από τον πρώτο εναγόμενο με σειρά είκοσι τεσσάρων νομίμως μεταγεγραμμένων συμβολαίων, κατά τα έτη 1973-1978 και κατά το έτος 1998 (όσον αφορά ιδανικό μερίδιο ενός τελευταίου ακινήτου) από ιδιώτες. Από αυτά δημιουργήθηκαν στη συνέχεια, μετά από συνενώσεις και κατατμήσεις, πέντε άρτια και οικοδομήσιμα ακίνητα, που αποτελούν το πρώτο επίδικο ακίνητο, και εννέα ακίνητα, που αποτελούν το δεύτερο, για το οποίο εκδόθηκαν άδειες ανοικοδόμησης 38 ισόγειων κατοικιών (με υπόγειο, ισόγειο και στέγη υπό μορφή μεζονέττας). Οι άδειες αυτές εκδόθηκαν όλες το 1996, εκτός μίας που εκδόθηκε το
- Από το πρώτο επίδικο ακίνητο ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε ποσοστό εξ αδιαιρέτου 1% στον καθένα από τους δεύτερο και τρίτους εναγομένους. Στο δεύτερο επίδικο ακίνητο ανήγειρε, μέχρι το χρόνο άσκησης της πρώτης ως άνω από 4-5-99 απορριφθείσας αγωγής της ενάγουσας, με δαπάνες του, που έφθασαν τα 70000000 δραχμές, χωρίς να συνυπολογίζεται ο χρόνος και ο κόπος που ο ίδιος κατανάλωσε, 38 κατοικίες, από τις οποίες πώλησε τις πέντε πλήρως αποπερατωμένες στους 3ο - 11ο των εναγομένων. Η πώληση των υπολοίπων δεν κατέστη δυνατή, διότι, μετά την εγγραφή της πρώτης και στη συνέχεια της δεύτερης υπό κρίσης αγωγής στο Υποθ/κείο, το ακίνητο φαινόταν πλέον ως διεκδικούμενο, με συνέπεια να αποτρέπεται η αγορά των κατοικιών από τους υποψήφιους αγοραστές τους. Η ανέγερση των κατοικιών, που είχε αρχίσει μετά την έκδοση των πρώτων οικοδομικών αδειών, ήταν γνωστή στην ενάγουσα και στον ηγούμενό της, που είχε επισκεφθεί, κατά τη διάρκειά της, την περιοχή, αυτή όμως δεν άσκησε αμέσως αγωγή, ούτε υπέβαλε αίτηση για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Περαιτέρω, ενόψει της καταχώρισης των ακινήτων στο εθνικό κτηματολόγιο, αναπτύχθηκε αντιδικία, ενώπιον των αρμοδίων επιτροπών, μεταξύ της ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου που αξίωνε την κυριότητά τους. Με την 588/2001 απόφαση της πρωτοβάθμιας επιτροπής ενστάσεων (κατ' άρθρο 7 ν. 2308/1995) απορρίφθηκε η ασκηθείσα από την ενάγουσα ένσταση, διατηρήθηκε όμως επιφύλαξη ως προς την οριστική καταγραφή του Κ. Γ. ως δικαιούχου (ιδιοκτήτη) στους κτηματολογικούς πίνακες για την περίπτωση που θα γινόταν δεκτή από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια η διεκδικητική αγωγή της. Η προσφυγή που άσκησε η ενάγουσα, στη συνέχεια απορρίφθηκε επίσης με την 1/3/6973/20-3-2003 απόφαση της αρμόδιας επιτροπής του Κτηματολογίου υπό την ίδια επιφύλαξη, μετά την εξέταση μαρτύρων και των δύο πλευρών και την εξέταση των προσκομισθέντων ενώπιόν της εγγράφων, με το σκεπτικό ότι από όλα αυτά τα στοιχεία πιθανολογήθηκε πως τα ως άνω ακίνητα δεν ανήκουν στην ιδιοκτησία της ενάγουσας Ιεράς Μονής, αλλά στην έκταση των 110 τουρκικών στρεμμάτων που καταμετρήθηκε και οριοθετήθηκε το 1308 (τουρκικό έτος) και την οποία κατείχαν και ενέμοντο οι χωρικοί του Παρθενώνος, γεγονός που φαίνεται ότι είχε αποδεχθεί και η μονή εφόσον δεν υπήρξε οποιαδήποτε όχληση ή αντιδικία εκ μέρους της για τυχόν δικαιώματά της επ' αυτών. Η ενάγουσα μονή είχε καταθέσει και εκατοντάδες άλλες ενστάσεις επιδιώκοντας τη μη καταχώριση ως δικαιούχων άλλων ιδιωτών που έχουν ακίνητα στη συγκεκριμένη και στην ευρύτερη περιοχή, αλλά παραιτήθηκε απ' αυτές. Δεν αποδείχθηκε περαιτέρω ότι αυτή ήγειρε οποιαδήποτε δικαιώματα ακόμη και για το ακίνητο το ευρισκόμενο μεταξύ των δύο επιδίκων (αυτό που τα χωρίζει), το οποίο έχει και αυτό πρόσοψη στον αιγιαλό. Από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα εμπίπτουν ακόμη και στην έκταση που είχε παραχωρηθεί στην ενάγουσα με το ως άνω χρυσόβουλο, στο οποίο δεν καθορίζεται το συγκεκριμένο σημείο το συνορεύον με τη θάλασσα, από το οποίο αρχίζει αυτή περιοχή Τριποτάμου (βλ. σχετικώς και την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης σελ. 6) και το οποίο (χρυσόβουλο) δεν αποτελεί ισχύοντα σήμερα τίτλο κυριότητας (καθόσον η αναγνωρισθείσα κατάσταση είναι αυτή που ίσχυε κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, το δε χρυσόβουλο αποτελεί απλώς στοιχείο για τη διαμόρφωση της κρίσης επί της τελευταίας). Αυτά δεν εμπίπτουν περαιτέρω, γεγονός που ενδιαφέρει εν προκειμένω, στην έκταση, (ούτε σε αυτήν διαγράφονται τρείς λέξεις) που αναφέρεται ως καταχωρηθείσα στο τουρκικό κτηματολόγιο στα ως άνω φιρμάνια, τα οποία δεν περιλαμβάνουν οριοθετήσεις των αμφισβητηθεισών εκτάσεων, ή στην ανήκουσα στην ενάγουσα βάσει των προαναφερόμενων εκδοθεισών επί τουρκοκρατίας δικαστικών αποφάσεων. Επίσης τα επίδικα δεν εμπίπτουν στην έκταση του ιδιωτικού δάσους που αναγνωρίσθηκε ότι της ανήκει με την προδιαλαμβανόμενη απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, απόφαση στην οποία ουδόλως αναφέρονται όρια. Αυτά τα ακίνητα ήταν, κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, αγροτικά και αποτελούσαν δημόσιες γαίες εξουσιαζόμενες από τους αγρότες κατοίκους του Παρθενώνα, που τις καλλιεργούσαν ανέκαθεν και αδιαλείπτως μέχρι και τη δεκαετία του 1950, οπότε υποχώρησαν οι καλλιέργειες στην περιοχή λόγω της μετακίνησης μεγάλου μέρους του πληθυσμού προς τις μεγάλες πόλεις. Τα ως άνω ακίνητα εντάσσονται στην ευρύτερη έκταση της συγκεκριμένης περιοχής που εξαιρείτο κατά την εποχή της οθωμανικής κατοχής από τις εκτάσεις τις ανήκουσες στο μετόχι της ενάγουσας και ειδικότερα εντάσσονται στην αναφερόμενη και στις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις των τουρκικών δικαστηρίων, καθώς και στην έκθεση καταμέτρησης, έκταση των 110 τουρκικών στρεμμάτων, που καλλιεργείτο από τους αγρότες του χωρίου Παρθενώνος (βλ. και σαφή κατάθεση του μάρτυρος των εναγομένων, ο οποίος υπήρξε ένας από τους πωλητές έκτασης των επιδίκων προς τον πρώτο εναγόμενο, διετέλεσε πρόεδρος της κοινότητας Παρθενώνος, γεννήθηκε το 1930, καλλιέργησε ο ίδιος, ο πατέρας του και ο πάππος του το πωληθέν στον εναγόμενο κομμάτι και γνωρίζει από διηγήσεις του πατέρα του και παλαιότερων κατοίκων της περιοχής την κατάσταση από τα τέλη του προηγούμενου πριν τη γέννησή του αιώνα). Τα επίδικα, όπως και η ευρύτερη έκταση, καλλιεργούντο κυρίως ως άμπελοι, ενώ από τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα ένα τμήμα τους αποτέλεσε και ελαιώνες. Στις αεροφωτογραφίες του 1945, τις πρώτες ληφθείσες από αέρος φωτογραφίες της περιοχής, αυτά φαίνονται ως καλλιεργούμενα ενώ φαίνονται και τα ελαιόδενδρα σε ένα τμήμα τους, δεν εμφανίζονται δε ως καλυπτόμενα από υδροχαρή βλάστηση, ούτε ως βαλτώδες εκτάσεις. Τέτοιο χαρακτήρα δεν είχαν τα ανωτέρω ακίνητα ούτε προηγουμένως (κατά τους προηγούμενους αιώνες), σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, παρά τη γειτνίασή τους με τον αιγιαλό, η οποία τα καθιστούσε βεβαίως όχι ιδιαίτερα εύφορα, αλλά όχι και ακατάλληλα προς καλλιέργεια, ενόψει μάλιστα και του ότι στην περιοχή υπήρχαν πολύ περιορισμένες εκτάσεις που διετίθεντο στους αγρότες προς καλλιέργεια σε σχέση με το αριθμό των τελευταίων και των μελών των οικογενειών τους. Εκτάσεις οι οποίες κατακλύζονταν από ύδατα υπήρχαν βεβαίως στην περιοχή, όπως αποδεικνύεται από την προδιαλαμβανόμενη έκθεση καταμέτρησης, αυτές όμως δεν περιλαμβάνονταν στα επίδικα, αλλά βρίσκονταν αφενός μεν υψηλότερα, στο σημείο συνάντησης των δύο ρεμάτων που την οριοθετούν, αφετέρου δε στα όμορα απλώς με τα επίδικα σημεία απορροής των ρεμάτων στη θάλασσα. Επίσης εκτάσεις, ακατάλληλες προς καλλιέργεια, όπου συναθροίζοντο ύδατα αποτελούσαν και οι εκτάσεις του αιγιαλού, στις οποίες δεν εκτείνονται τα δύο ακίνητα. Το γεγονός ότι η ευρύτερη περιοχή, είναι, κατά τις σύγχρονες εμβαδομετρήσεις της, μεγαλύτερη των "110" στρεμμάτων, έκταση που καλλιεργείτο από τους κατοίκους του Παρθενώνος σύμφωνα με την καταμέτρηση επί τουρκοκρατίας, δεν ασκεί επιρροή, αφού αποδείχθηκε ότι τα συγκεκριμένα ακίνητα εντάσσονται στα εξουσιαζόμενα νομίμως από τους αγρότες. Αναφέρεται απλώς επιπροσθέτως ότι αυτό το γεγονός εξηγείται πλήρως από τη διαφορετική μονάδα μέτρησης (διαφορά μεταξύ τουρκικών και δεκαδικών στρεμμάτων ιδίως όταν πρόκειται για εμβαδομέτρηση αμπέλων βάσει της πρώτης μονάδας: βλ. και έκθεση πραγματογνωμοσύνης), από την αδυναμία καταμέτρησης μεγάλων εκτάσεων με ακρίβεια με βάση τα μέσα που διέθετε τότε ο καταμετρητής (σφραγισμένο σχοινίο), αλλά και από τη σαφώς αναφερόμενη στην έκθεση καταμέτρησης αφαίρεση από το σύνολο της ευρύτερης έκτασης (και επομένως τη μη καταμέτρηση) των χώρων των καλυβών, των αλωνοτόπων και όσων ήταν ακατάλληλοι προς καλλιέργεια λόγω συναθροίσεως υδάτων. Η ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι, ενώ στο μετόχι ήταν εγκατεστημένος μέχρι το ήμισυ του περασμένου αιώνα ένας ή, κατά διαστήματα, και δύο μοναχοί, επιφορτισμένοι με τη φύλαξη της μοναστηριακής περιουσίας στην περιοχή, καθώς και δασοφύλακας-αγροφύλακας αμειβόμενος από την ενάγουσα για τον ίδιο σκοπό, οι οποίοι υπέβαλαν επανειλημμένως μηνύσεις κατά κατοίκων του Παρθενώνος που καταπατούσαν εδάφη του μετοχίου (του δάσους με τις υπαγόμενες σ' αυτό λοιπές εκτάσεις) αποπειρώμενοι να τα καλλιεργήσουν, ακόμη κι όταν τα εδάφη αυτά βρίσκονται σε πιο απομακρυσμένες τοποθεσίες (6-7 χιλιόμετρα μακριά από το χώρο όπου στεγάζονταν οι μοναχοί), αυτοί (μοναχοί και φύλακας) ουδέποτε προέβησαν σε ενέργειες, καταγγελίες ή μηνύσεις για την αποδειχθείσα καλλιέργεια των επιδίκων, τα οποία βρίσκονταν σε πολύ μικρή απόσταση από το χώρο όπου διέμεναν οι μοναχοί και ήσαν υπό την άμεση και καθημερινή εποπτεία τους, αποδεχόμενοι προδήλως, ενόψει και της ισχύουσας από τουρκοκρατίας ήδη κατάστασης, ότι αυτά ανήκαν στους αγρότες του Παρθενώνος (βλ. σχετικώς και κατάθεση μάρτυρος εναγομένων, αλλά και κατάθεση του μάρτυρος της ενάγουσας, ο οποίος προσπάθησε να εξηγήσει το γεγονός, αναφέροντας ότι οι μοναχοί ήταν γέροντες και βρίσκονταν σε αδυναμία να προστατεύσουν τα ακίνητα, χωρίς όμως να μπορεί να δικαιολογήσει γιατί αυτό δε συνέβαινε με άλλα ακίνητα ευρισκόμενα μάλιστα πιο μακριά). Στο συμπέρασμα ότι τα επίδικα ακίνητα δεν εμπίπτουν στα όρια του μετοχίου κατέληξαν με την πλήρως αιτιολογημένη έγγραφη γνωμοδότησή τους και οι ορισθέντες από το δικαστήριο πραγματογνώμονες, αφού προέβησαν σε ανάλυση όλων των εγγράφων (χρυσόβουλου, εγγράφων των τουρκικών αρχών, μεταγενέστερων εγγράφων ελληνικών δημοσίων αρχών, αεροφωτογραφιών), που τέθηκαν από τους διαδίκους στη διάθεσή τους, και σε σύγκριση των τυχόν αναφερομένων σε αυτά ορίων του μετοχίου και των δημοσίων γαιών που δεν εντάσσονταν σ' αυτό, επί των οποίων είχαν αποκτήσει δικαίωμα εξουσιάσεως αγρότες και τα καλλιεργούσαν, έτσι ώστε να μην απαιτείται η διενέργεια νέας (πραγματογνωμοσύνης), όπως, αβάσιμα, ζητεί η εκκαλούσα. Σύμφωνα με όλα αυτά δεν αποδείχθηκε δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας επί των επίδικων ακινήτων και η αγωγή της πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Σημειώνεται απλώς ότι στην ίδια κατ' αποτέλεσμα κρίση θα είχε οδηγηθεί το δικαστήριο, απορρίπτοντας την αγωγή κατ' ουσίαν, και αν ακόμη δεχόταν ότι η ενάγουσα είχε δικαίωμα κυριότητας επί των ως άνω ακινήτων (πράγμα που δε συμβαίνει), διότι σε εκείνη την περίπτωση θα γινόταν δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η επικουρικώς προβαλλόμενη ένσταση των εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης των δικαιωμάτων της, η οποία θα υπερέβαινε προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό της. Η ένσταση αυτή θα γινόταν δεκτή ενόψει α) της προπεριγραφόμενης συμπεριφοράς των εκπροσώπων της ενάγουσας που επί σειρά δεκαετιών δεν είχαν προβάλει διεκδικήσεις επί της εκτάσεως των δύο ακινήτων (όπως και του όμορου αυτών ακινήτου του ευρισκομένου ανάμεσά τους), τα οποία, εν γνώσει των τοποτηρητών που είχε ορίσει στην περιοχή, καλλιεργούντο αρχικώς από ιδιώτες, στη συνέχεια δε άρχισαν να πωλούνται με νομίμως μεταγεγραμμένα συμβόλαια, ενώ οι εκπρόσωποί της συνέχισαν να μην προβάλουν οποιαδήποτε αντίρρηση ακόμη και όταν άρχισε η ανοικοδόμησή τους, την οποία εγνώριζαν, ανέμεναν δε την αποπεράτωση των κατασκευών για να ασκήσουν την πρώτη αγωγή τους, και β) της ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας που θα συνεπαγόταν αυτή η αδράνειά τους στους εναγόμενους, από τους οποίους ο πρώτος, δικαιοπάροχος και των υπολοίπως, ευλόγως πίστεψε ότι η ενάγουσα δεν θα ασκούσε τέτοια δικαιώματα (εάν είχε γίνε δεκτό ότι υφίσταντο) και αφέθηκε να επενδύσει και να δεσμεύσει σημαντικότατα χρηματικά ποσά, χρόνο και κόπους για την αγορά των ακινήτων και στη συνέχεια για τη μεγάλης έκτασης ανοικοδόμηση του ενός απ' αυτά, ενώ και οι εναγόμενοι αγοραστές των κατοικιών αφέθηκαν να δαπανήσουν και οι ίδιοι σημαντικά επίσης χρηματικά ποσά για την αγορά τους, προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες τους προς απόκτηση εξοχικής κατοικίας". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απόρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσείουσας Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Κωνσταμονίτου Αγίου Όρους. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεν παραβίασε με την εσφαλμένη εφαρμογή τους τις αναφερθείσες στη νομική σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" και των οδηγών "περί εγγράφων ταπίων" της 7 Σαμπάν 1276, αφού υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά συντρέχουν σε νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους, μη απαιτουμένης για την κτήση κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων εκδόσεως ταπίου εφόσον πρόκειται περί αγροτικών ακινήτων, τα οποία κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, αποτελούσαν δημόσιες γαίες εξουσιαζόμενες από τους αγρότες κατοίκους του χωρίου Παρθενώνος Χαλκιδικής. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο μέρος του με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα α) ότι τα επίδικα ακίνητα δεν εμπίπτουν στην έκταση που είχε παραχωρηθεί στην αναιρεσείουσα Ιερά Μονή με βασιλικό χρυσόβουλο του αυτοκράτορος Ιωάννη Παλαιολόγου του έτους 1351 β) ότι τα επίδικα ακίνητα δεν εμπίπτουν στην έκταση που αναφέρεται ως καταχωρηθείσα στο τουρκικό κτηματολόγιο στα φιρμάνια (διατάγματα) των Σουλτάνων Μαχμούτ Χαν Α' του έτους 1163, το 1277 φιρμάνι του Απδούλ-Μεδζίτ Χαν του έτους 1308 και το 1281 φιρμάνι του Απδούλ Αζίζ Χαν του ιδίου αμέσως παραπάνω έτους γ) ότι τα επίδικα ακίνητα δεν εμπίπτουν στην έκταση του ιδιωτικού δάσους που αναγνωρίσθηκε ότι ανήκει στην αναιρεσείουσα Ιερά Μονή με την προδιαλαμβανόμενη απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου του Υπουργείου Γεωργίας και δ) ότι τα επίδικα ακίνητα, ήσαν αγροτικά αποτελούσαν δημόσιες γαίες εξουσιαζόμενες από τους αγρότες κατοίκους του χωρίου Παρθενώνα Χαλκιδικής που τις καλλιεργούσαν ανέκαθεν και αδιαλείπτως μέχρι τη δεκαετία του έτους 1950 και εντάσσονται στην ευρύτερη έκταση της συγκεκριμένης περιοχής που εξαιρείτο κατά την εποχή της οθωμανικής κατοχής από τις εκτάσεις τις ανήκουσες στο μετόχι της αναιρεσείουσας και ειδικότερα εντάσσονται στις προαναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις των τουρκικών δικαστηρίων καθώς και στην αναφερόμενη στην έκθεση καταμέτρησης έκταση των 110 τουρκικών στρεμμάτων που εκαλλιεργείτο από τους αγρότες του χωρίου Παρθενώνος, περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" και των οδηγιών "περί εγγράφων ταπίων" της 7 Σαμπάν 1276, ως και των άρθρων 49 παρ. 1 ν. 2052/1920 και 101-114 του Δ/τος της 11/12-11-1929 που εκδόθηκε μετά από εξουσιοδότηση του άρθρου 2 ν. 4226/
- Συνεπώς, οι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συναφείς λόγοι του κυρίου δικογράφου αναίρεσης πρώτος κατά το δεύτερο μέρος του, δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του και ο δεύτερος λόγος κατά το πρώτο μέρος του του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι αβάσιμοι. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος "Πράγματα" υπό την έννοια αυτή αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς. Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και του απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ολΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι η έκταση των 110 οθωμανικών στρεμμάτων που είχε παραχωρηθεί προς γεωργική καλλιέργεια στους κατοίκους του χωρίου Παρθενώνα, κατείχετο βάσει τουρκικών τίτλων ιδιοκτησίας (ταπίων) όπως αναφέρεται ρητά στις αποφάσεις των τουρκικών δικαστηρίων (Πρωτοδικείου Κασσάνδρας, Εφετείου Θεσ/κης και Ακυρωτικού Κωνσταντινούπολης) ενώ για τα επίδικα ακίνητα δεν υπήρχαν και πάντως οι αναιρεσίβλητοι δεν επικαλέστηκαν ούτε προσκόμισαν τέτοια "ταπία" στο όνομα των δικαιοπαρόχων τους. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον ο επικαλούμενος ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα" υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια αλλά συνιστά επιχείρημα το οποίο έχει σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων. Με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης του κυρίου δικογράφου, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση επίσης την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι τα δύο επίδικα ακίνητα περιλαμβάνονται στο ιδιόκτητο αυτής "δάσος Τριποτάμου" και ειδικότερα τον ισχυρισμό της ότι μετά την απαλλοτριωθείσα το έτος 1931 έκταση των 1970 δεκαδικών στρεμμάτων που διανεμήθηκε στους κατοίκους της περιοχής προς καλλιέργεια, υπάρχει έκταση συνολικού εμβαδού 262 δεκαδικών στρεμμάτων που φθάνει μέχρι τον αιγιαλό του κόλπου της Κασσάνδρας και στην οποία περιλαμβάνεται ως τμήμα αυτής και η ανωτέρω έκταση των 110 οθωμανικών στρεμμάτων ή 142 δεκαδικών στρεμμάτων που αρχίζει μετά το όριο της απαλλοτριωθείσας έκτασης αλλά δεν φθάνει μέχρι τη θάλασσα αφού απομένει τμήμα 120 δεκαδικών στρεμμάτων που ανήκει στην κυριότητα της Μονής (αναιρεσείουσας) και στην οποία περιλαμβάνονται και τα δύο επίδικα ακίνητα που φθάνουν μέχρι τα όρια του αιγιαλού. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον τον επικαλούμενο ισχυρισμό έλαβε υπόψη το Εφετείο και τον απέρριψε ως εκ του πράγματος αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό δηλαδή ότι τα επίδικα ακίνητα ήσαν αγροτικά, αποτελούσαν δημόσιες γαίες εξουσιαζόμενες από τους αγρότες κατοίκους του χωρίου Παρθενώνα Χαλκιδικής που τα καλλιεργούσαν ανέκαθεν και αδιαλείπτως μέχρι τη δεκαετία του έτους 1950 και δεν ανήκαν στο μετόχι της αναιρεσείουσας, ότι τα επίδικα ακίνητα δεν εμπίπτουν στην έκταση του ιδιωτικού δάσους που αναγνωρίσθηκε ότι ανήκει στην αναιρεσείουσα, δεν εμπίπτει στην έκταση που είχε παραχωρηθεί στην αναιρεσείουσα με βασιλικό Χρυσόβουλο και δεν εμπίπτουν στην έκταση που αναφέρεται ως καταχωρηθείσα στο τουρκικό κτηματολόγιο στα φιρμάνια των Σουλτάνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά στην απόφαση, εκτός αν παρά τη βεβαίωση αυτή από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (ΑΠ 1204/2008). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, βεβαιώνει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτήν, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν νομίμως και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή και όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για να σχηματίσει το αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και 1ον) την από Ιουλίου 2009 τεχνική έκθεση του διορισθέντος τεχνικού συμβούλου των αναιρεσειόντων Β. Κ. συνταξιούχου δασολόγου, 2ον) την από 6-4-2011 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Ι. Κ., 3ον) την από 12-5-2000 προσθήκη των από 8-5-2000 προτάσεων του πρώτου αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής επί προηγούμενης αγωγής της αναιρεσείουσας για τα ίδια ακίνητα, 4ον) το προσκομισθέν σχετικό κτηματολογικό διάγραμμα της περιοχής, 5ον) το από 25-1-1322 (καθ' ημάς 1907) έγγραφο του αρχιμουφετήση των δασών Σαλήχ προς την επί της πράξεως υπαλληλία Κασσάνδρας, 6ον) το από 23-5-1996 πρωτόκολλο αποτερματισμού Δάσους Νικήτης και Τριποτάμου και την απόφαση υπ' αριθμ. 1/20-1-1997 της Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων Ν. Χαλκιδικής, 7ον) τις εννέα
(9)εκθέσεις διαχείρισης και εκμετάλλευσης του Δάσους Τριποτάμου με τους συνημμένους σ' αυτές δασοπονικούς χάρτες, 8ον) έγχρωμες φωτογραφίες της περιοχής όπου ευρίσκονται τα επίδικα ακίνητα, 9ον) τα δύο
(2)τοπογραφικά διαγράμματα του τοπογράφου-πολιτικού μηχανικού Μ. Μ., από 20-3-1999 και 12-4-2004 αντίστοιχα και τα τοπογραφικά διαγράμματα του αγρονόμου τοπογράφου Χ. Σ. από 12-4-2004 και 10ον) τα πέντε
(5)αυτοκρατορικά-τουρκικά φιρμάνια των ετών 1907, 1278, 1281, 1277 και 1163. Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα εκ του άρθρου 559 παρ. 11γ είναι αβάσιμος. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, ο δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του όπως απ' αυτή προκύπτει για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα καθώς και το χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγου του έτους 1351 ως και τις προαναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις του Πρωτοδικείου Κασσάνδρας και του Εφετείο Θεσσαλονίκης που επικαλέσθηκε και προσεκόμισε η αναιρεσείουσα και δεν στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση της στα έγγραφα αυτά. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου κατά το τρίτο μέρος του και ο δεύτερος λόγος εκ του δικογράφου των προσθέτων λόγων κατά το δεύτερο μέρος του με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων προσάπτεται αιτίαση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου "έκθεση επίσημης καταμέτρησης και ειδικότερου προσδιορισμού της έκτασης των 110 στρεμμάτων" του έτους 1842, συντεταγμένο στην τουρκική γλώσσα, ως εκ του ότι περιέχει περιστατικά διαφορετικά από εκείνα που περιλαμβάνονται στην συνοδεύουσα τούτο επίσημη μετάφρασή του όπως προκύπτει από την προσκομιζομένη από την αναιρεσείουσα από 28-1-2013 μετάφραση του εγγράφου αυτού από την καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στον Τομέα Ιστορίας Φιλοσοφίας και Κοινωνιολογίας του Δικαίου Σ. Τ.-Τ.. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος εφόσον δεν αποδίδεται, κατά τον παραπάνω τρόπο, σφάλμα στην ανάγνωση του εγγράφου αυτού από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο το οποίο ώφειλε, προκειμένου ξενόγλωσσου εγγράφου, να λάβει υπόψη την επίσημη μετάφραση αυτού επικυρωμένη από το Υπουργείο Εξωτερικών ή άλλο αρμόδιο κατά νόμο πρόσωπο ή από την πρεσβεία ή το προξενείο της Ελλάδας στη χώρα στην περιοχή της οποίας έχει συνταχθεί το έγγραφο ή από την πρεσβεία στην Ελλάδα ή το προξενείο της ίδιας χώρας (άρθρο 454 ΚΠολΔ). Ο τέταρτος λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου και κατά τα πέντε
(5)μέρη του με τον οποίον πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης ότι σε περίπτωση κατά την οποία εγένετο δεκτό ότι η αναιρεσείουσα είχε δικαίωμα κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων και πάλι η αγωγή θα απορριπτόταν κατ' ουσίαν διότι τότε θα γινόταν δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η προβαλλομένη ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί καταχρηστικής άσκησης των δικαιωμάτων της η οποία θα υπερέβαινε προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό τους, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, καθόσον η κύρια αιτιολογία της απόφασης ότι δεν αποδείχθηκε δικαίωμα κυριότητας της αναιρεσείουσας επί των επιδίκων ακινήτων, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης και δεν πλήττεται με κάποιο λόγο αναίρεσης επιτυχώς, αφού οι προαναφερόμενοι λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικασθεί η ηττωμένη αναιρεσείουσα κατά το νόμιμο (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) αίτημα των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική τους δαπάνη όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Απορρίπτει την από 27-10-2011 αίτηση της Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Κωνσταμονίτου Αγίου Όρους και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 1371/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ