← Ελλάδα

ΑΠ 949/2015 — Αοριστία λόγου αναιρέσεως

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 949 / 2015 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αοριστία λόγου αναιρέσεως. Περίληψη: Αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου καταδικαστικής για ανθρωποκτονία μη οικείου από αμέλεια. Απαράδεκτος λόγω αοριστίας ο λόγος αναίρεσης για πλημμελή αιτιολογία (και όχι για πλήρη έλλειψη αιτιολογίας) της προσβαλλόμενης απόφασης. Τι πρέπει να περιέχει ο λόγος αυτός, για να είναι ορισμένος. Δεν παραβιάστηκε η αρχή της μη αυτοενοχοποίησης του κατηγορουμένου και δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της ακροατήριακής διαδικασίας, επειδή λήφθηκε υπόψη και αξιοποιήθηκε αποδεικτικά το περιεχόμενο τηλεφωνικής συνομιλίας του κατηγορουμένου με υπηρεσιακά όργανα του Λιμενικού Σώματος αμέσως μετά το συμβάν κατά τη διενέργεια διάσωσης του θύματος. Η σχετική συνομιλία δεν ταυτίζεται, ούτε εξομοιώνεται με ανώμοτη κατάθεση υπόπτου σε ποινική ή πειθαρχική προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση πριν αυτός αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου. Αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναίρεσης. Αριθμός 949/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο - Εισηγητή, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Αρτεμισία Παναγιώτου (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Φ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Πυλιώτη, για αναίρεση της υπ’ αριθ.242/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1)Π. Κ. του Ν., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζήση Κωνσταντίνου, 2)Ε. Γ. του Κ. και 3)Τ. Κ., κάτοικοι ..., που δεν παρέστησαν. Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 956/

  1. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 1-2, 476 παρ. 1, 484, 509 παρ. 1-2, 510 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι, για να είναι παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης ή βουλεύματος, πρέπει στη δήλωση άσκησης της να περιέχονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι αναίρεσης. Διαφορετικά, αν δεν περιέχει έναν τουλάχιστον σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης από όσους αναφέρονται περιοριστικά στα άρθρα 484 και 510 ΚΠΔ, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Δεν αρκεί η απλή επανάληψη του κειμένου της διάταξης που προβλέπει τον λόγο αναίρεσης, χωρίς παράθεση των περιστατικών που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της επικαλούμενης νομικής πλημμέλειας. Ούτε επιτρέπεται η συμπλήρωση αόριστου λόγου αναίρεσης με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με άσκηση προσθέτουν λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν άσκηση παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τα άρθρα 484 παρ. 1 στοιχ. δ’ και 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, δηλαδή της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτείται α) αν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ή το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έχει καμία αιτιολογία, ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο ή τα κεφάλαια που πλήττει η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία που δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, (απαιτείται) να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι συνίσταται η προβαλλόμενη έλλειψη, ασάφεια ή αντίφαση αιτιολογίας ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο ή τα κεφάλαια της απόφασης ή του βουλεύματος που πλήττονται ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Όλ.ΑΠ 2/2002, 19/2001). Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, Φ. Γ. του Δ., σημειοφόρος του Λιμενικού Σώματος, ζητεί την αναίρεση της απόφασης 242/2013 του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών, με την οποία αυτός κηρύχτηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ενός έτους για την πράξη της ανθρωποκτονίας μη οικείου από αμέλεια, προβάλλοντας την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, στον σχετικό λόγο αναίρεσης περιέχονται, κατά λέξη, τα εξής : "Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει (α) ειδική και ανεπτυγμένη αιτιολογία, όπως επιβάλλουν τα άρθρα 93 του ισχύοντος Συντάγματος της Ελληνικής Δημοκρατίας και 139 του ΚΠΔ, (β) δεν εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία και τα οποία συνιστούν τα αντικειμενικά και τα υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, που προβλέπει και τιμωρεί το άρθρο 302 παρ. 1 ΠΚ, (γ) δεν περιέχει τις αποδείξεις, στις οποίες στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου, καθώς και τους νομικούς λόγους, οι οποίοι δικαιολογούν την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην ως άνω ποινική διάταξη. Οι ελλείψεις αυτές δεν επιτρέπουν τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του Νόμου και, για τον λόγο αυτό, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αριθμό 242/2013 καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (Α’ Τμήμα), σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1, στοιχείο Δ’ ΚΠΔ.". Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμελή αιτιολογία (και όχι πλήρη έλλειψη αιτιολογίας) της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης, αρκούμενος αποκλειστικά σε γενικές νομικές διατυπώσεις ως προς τις προβαλλόμενες ελλείψεις και χωρίς α) να παραθέτει την αιτιολογία που υπάρχει στην απόφαση, β) να προσδιορίζει σε τι συνίστανται οι νομικές πλημμέλειες (ελλείψεις, ασάφειες ή αντιφάσεις) της αιτιολογίας αυτής, γ) να αναφέρει πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν τις νομικές αιτιάσεις του και δ) να προσδιορίζει τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας κατά τη διαμόρφωση της καταδικαστικής κρίσης του. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Περαιτέρω, στο άρθρο 105 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 2 του ν. 2408/1996, ορίζεται ότι "όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 2, η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και
  2. Η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη καν δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα άλλα εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31". Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31 ΚΠΔ, που αναφέρεται στην προκαταρκτική εξέταση (όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3160/2003) οριζόταν ότι "αν όμως έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δε μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της εισαγγελίας". Με την αντικατάσταση του άρθρου 105 ΚΠΔ με τον ν. 2408/1996 επιδιώχτηκε, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του, να τερματισθεί το καθεστώς της παραβίασης των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της αυτεπάγγελτης (αστυνομικής) προανάκρισης, που συνίσταται κυρίως στην απαγόρευση της επικοινωνίας του, με συνήγορο πριν από την εξέταση του ως "μάρτυρα", γεγονός που υποθάλπει κατά την κοινή πείρα, την πρακτική αυθαίρετων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Έτσι, με την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού είναι πλέον υποχρεωτικό εκείνος που έχει συλληφθεί ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στην πράξη, για την οποία διεξάγεται προανάκριση χωρίς προηγούμενη εισαγγελική παραγγελία, να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για την εξέταση κάθε κατηγορουμένου, ώστε να αποκλείεται η "μαρτυροποίησή" του και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα. Ενώ στη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η, κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου, εξέταση του δράστη που έχει συλληφθεί ή του υπόπτου είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη, με εφαρμογή κατά τα λοιπά του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 31 ΚΠΔ. Η διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 εδ. β’ ΚΠΔ δεν απάγγελλε ακυρότητα της, κατά παράβαση αυτής, ανάγνωσης και αξιολόγησης μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν μετά την άσκηση ποινικής δίωξης για συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη, εφόσον μετά την λήψη τους κατά το ανακριτικό στάδιο προέκυπταν ενδείξεις ενοχής για την ίδια πράξη σε βάρος του προσώπου που είχε καταθέσει ήδη ως μάρτυρας. Όμως, η λήψη υπόψη και αποδεικτική αξιοποίηση από το δικαστήριο των μαρτυρικών καταθέσεων, που δόθηκαν πριν αυτός που εξετάστηκε αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 ΚΠΔ, προκαλούσε απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ’ ΚΠΔ, επειδή αφορούσε την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος του για "δίκαιη δίκη", που απορρέει από το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και το δικαίωμα του από το άρθρο 223 παρ. 4 ΚΠΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αρχή της μη αυτοενοχοποίησης διακηρύσσεται στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ’ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 Συντ.), κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα, μεταξύ των άλλων, και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το ίδιο δε αποτέλεσμα, με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του, επιφέρει και η αποδεικτική αξιοποίηση, χωρίς τη συναίνεση του κατηγορουμένου, όσων επιβαρυντικών για τον εαυτό του είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο πριν προσλάβει την ιδιότητα του κατηγορουμένου (Όλ.ΑΠ 1/2004). Όμως, με το άρθρο 2 του ν. 3160/2003 αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 31 ΚΠΔ και ορίστηκε ότι : "Η προκαταρκτική εξέταση ενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 240 και
  3. Αν αυτή γίνεται ύστερα από μήνυση ή έγκληση κατά ορισμένου προσώπου ή αν κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξης, το πρόσωπο αυτό καλείται πριν από σαράντα οκτώ ώρες για παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται ανωμοτί. Έχει δικαίωμα να παρίσταται με συνήγορο, να αρνηθεί εν όλω ή εν μέρει την παροχή εξηγήσεων και να λάβει προθεσμία μέχρι σαράντα οκτώ ώρες για την παροχή τους, η οποία μπορεί να παραταθεί από εκείνον που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση. Επίσης, μπορεί να ζητήσει να του χορηγηθεί αντίγραφο της μήνυσης ή της έγκλησης. Αυτός που ενεργεί την προκαταρκτική εξέταση πρέπει να ενημερώσει προηγουμένως τον εξεταζόμενο για την πράξη που αφορά η εξέταση και για τα παραπάνω δικαιώματα του. Προηγούμενη έγγραφη εξέταση του προσώπου αυτού που έγινε ενόρκως ή χωρίς τη δυνατότητα παράστασης με συνήγορο, δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας αλλά παραμένει στο αρχείο της εισαγγελίας. Εφόσον ο μηνυόμενος ή εγκαλούμενος ή εκείνος κατά του οποίου στρέφονται οι υποψίες κλητεύτηκε νόμιμα και δεν εμφανίστηκε, η προκαταρκτική εξέταση περατώνεται και χωρίς την εξέταση του". Από την τελευταία διάταξη αυτή προκύπτει ότι μετά τη θέσπιση του ν. 3160/2003 είναι επιτρεπτό να λαμβάνεται υπόψη και να αξιοποιείται αποδεικτικά κατάθεση που έδωσε ο εγκαλούμενος για τέλεση αξιόποινης πράξης κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης και πριν ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη, δηλαδή πριν αυτός αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, εφόσον πρόκειται για ανώμοτη (και όχι ένορκη) κατάθεση και ο εγκαλούμενος δεν στερήθηκε τα προβλεπόμενα δικαιώματα του, και ιδίως το δικαίωμά του να παρασταθεί με συνήγορο. Δεν επέρχεται, όμως, παραβίαση της αρχής της μη αυτοενοχοποίησης του κατηγορουμένου από την αποδεικτική αξιοποίηση όσων ο ίδιος με τη θέληση του αποκάλυψε κατά την προδικασία σε τρίτους με άλλον τρόπο, και όχι με την εξέταση του, οι οποίοι (τρίτοι) δεν εμποδίζονται να αναφέρουν ο,τιδήποτε πληροφορήθηκαν από αυτόν στις μαρτυρικές καταθέσεις τους, η αποδεικτική αξιοποίηση των οποίων είναι σύννομη και δεν προκαλεί καμία ακυρότητα. Επίσης δεν παραβιάζεται η προαναφερόμενη αρχή, όταν το δικαστήριο, με βάση την αρχή της ηθικής απόδειξης του άρθρου 177 ΚΠΔ, λαμβάνει υπόψη και συνεκτιμά κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του το περιεχόμενο προφορικής συνομιλίας του κατηγορουμένου με τρίτους πριν αυτός αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, η οποία (συνομιλία) δεν έγινε κατά τη διενέργεια ποινικής ή πειθαρχικής διαδικασίας σε βάρος του και έχει καταγραφεί νόμιμα σε υλικό φορέα. Στην προκείμενη περίπτωση, νόμιμα λήφθηκαν υπόψη και αγιοποιήθηκαν αποδεικτικά από το δικαστήριο της ουσίας τρεις

(3)απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες του αναιρεσείοντος με τους επιτελείς του Ενιαίου Κέντρου Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης (ΕΚΣΕΔ/Λ.Σ.) και το Κέντρο Επιχειρήσεων (ΚΕΠΙΧ/Λ.Σ.), οι οποίες έγιναν λίγα λεπτά της ώρας μετά το ένδικο συμβάν στις 3-7-2010, δηλαδή τη σύγκρουση του πλωτού λιμενικού σκάφους (ΠΛΣ) 186, κυβερνήτης του οποίου ήταν ο αναιρεσείων, με τη μηχανοκίνητη λέμβο, χειριστής της οποίας ήταν ο θανών Α. Κ., κατά τη διάρκεια της επιχείρησης έρευνας και διάσωσης του τελευταίου. Το περιεχόμενο των τηλεφωνικών αυτών συνομιλιών του αναιρεσείοντος, οι οποίες επισυνάφθηκαν στην από 11-4-2011 έκθεση σχετικά με τα αίτια και τις συνθήκες του συγκεκριμένου περιστατικού, για την ανάγνωση μάλιστα της οποίας δεν προβλήθηκαν αντιρρήσεις από τον ίδιο ή τον συνήγορο του, δεν ταυτίζεται ούτε εξομοιώνεται με κατάθεση υπόπτου σε ποινική ή πειθαρχική προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση πριν αποδοθεί σ’ αυτόν κατηγορία και αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, κατά το άρθρο 72 ΚΠΔ. Επομένως, η αποδεικτική αξιοποίηση των συνομιλιών αυτών από το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο κατά τη διαμόρφωση της καταδικαστικής κρίσης του δεν αντιβαίνει στις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΠΔ, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, δεν προκαλεί καμία ακυρότητα και δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ή Ε’ ΚΠΔ. Συνακολούθως, ο σχετικός, δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. Ι ΚΠΔ). Επίσης πρέπει να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα της πολιτικώς ενάγουσας, Π. Κ., κατά την αναιρετική δίκη (άρθρα 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος, σημειώνεται ότι οι πολιτικώς ενάγουσες, Ε. Γ. και Τ. Κ. (που είχαν παραστεί και αυτές για υποστήριξη της κατηγορίας στο δικαστήριο της ουσίας), δεν παραστάθηκαν κατά την αναιρετική δίκη, παρότι κλήθηκαν νόμιμα γι’ αυτό, όπως προκύπτει από τα από 6-11-2014 δύο αποδεικτικά επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Μυτιλήνης, Μ. Χ., που υπάρχουν στη δικογραφία. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18-9-2014 αίτηση του Φ. Γ. του Δ. για αναίρεση της απόφασης 242/2013 του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα
(250)ευρώ. Και Υποχρεώνει τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην πολιτικώς ενάγουσα, Π. Κ. του Ν., το ποσό των πεντακοσίων
(500)ευρώ για δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Οκτωβρίου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.