← Ελλάδα

ΑΠ 956/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 956 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια. Περίληψη: Σωματική βλάβη από αμέλεια ιατρού. Ο ιατρός ευθύνεται ποινικώς όταν ενήργησε παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους κανό-νες της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση. Απορρίπτει αίτηση. Αριθμός 956/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώτσα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 976/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Αποστολόπουλο. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, σύζυγο Ζ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 11/18 Μαρτίου 2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 373/10. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του αρθρ. 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών

(3)ετών. Κατά δε τη διάταξη του αρθρ. 28 του ιδίου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και αφ' ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Ειδικώς, προς θεμελίωση της ποινικής ευθύνης ιατρού για σωματική βλάβη από αμέλεια κατά την άσκηση του επαγγέλματος του απαιτείται η σωματική βλάβη να οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ.2 ΚΠΔ να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώριση της απόφασης στο υπό του άρθρου 473 παρ.3 του αυτού Κώδικα προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οιασδήποτε αθωωτικής ή καταδικαστικής αποφάσεως εκδιδομένης υπό οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αθωωτικής απόφασης, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης αυτής, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 976/2010 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι "το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την άδικη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, η οποία του αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Ειδικότερα, στη συγκεκριμένη υπόθεση, από την εκτίμηση του προαναφερόμενου αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκαν τα εξής; Στις 28-5-2002 η πολιτικώς ενάγουσα Ψ εισήχθη στην ιδιωτική γενική, μαιευτική-γυναικολογική και παιδιατρική κλινική "... Α.Ε." και υποβλήθηκε, μετά από τον απαραίτητο προεγχειρητικό έλεγχο, σε λαπαροσκοπική επέμβαση αφαίρεσης δύο
(2)ενδομητριοειδών κύστεων δεξιάς ωοθήκης. Η επέμβαση έγινε από τον κατηγορούμενο ιατρό, ο οποίος συνδεόταν, στην άσκηση του ιατρικού του καθήκοντος, με την οικογένεια της μηνύτριας - παθούσας, για αρκετά χρόνια, παρακολουθούσε δε ιδιαίτερα την ίδια, περίπου την τελευταία προ της επεμβάσεως διετία, έχοντας τύχει της αμέριστης εμπιστοσύνης τόσο αυτής, η οποία κατ' εκείνη την περίοδο ήταν νεαρά, ηλικίας 23 ετών, όσο και της μητέρας της .... Χαρακτηριστικό είναι ότι η καλή αυτή σχέση διατηρήθηκε, μεταξύ του άνω ιατρού και της οικογένειας της πολιτικώς ενάγουσας και μετά την παραπάνω επέμβαση και για αρκετό, ακόμη, χρονικό διάστημα. Η τελευταία προσήλθε στο ιατρείο του κατηγορουμένου, αρχικά, περί το τέλος του έτους 2000, έχοντας ενοχλήσεις και πόνους στο κάτω μέρος της κοιλίας, εκείνος δε διέγνωσε ενδομητρίωση, όσον αφορούσε το γυναικολογικό της πρόβλημα. Στο σημείο αυτό πρέπει ιδιαίτερα να τονιστεί ότι η Ψ, είχε υποβληθεί, το έτος 1999, σε χειρουργική επέμβαση για βαριά κακοήθη νόσο (οικογενή πολυποδίαση), με επακόλουθο την αφαίρεση όλου του παχέος εντέρου και τη δημιουργία ειλεορθικής αναστόμωσης πολύ χαμηλά στην πύελο. Η επέμβαση αυτή είχε επηρεάσει την αιμάτωση του εντέρου (μερική ισχαιμία) στην περιοχή της αναστόμωσης. Τόσο ο πραγματογνώμονας ιατρός -χειρουργός ..., ο οποίος διορίστηκε, με βάση την υπ' αριθ μ. 11943 Π/εγ 133-06/210 παραγγελία του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, όσο και ο καθηγητής ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων ..., αλλά και ο Γενικός Χειρουργός ..., στην πραγματογνωμοσύνη και τις ιατρικές εκθέσεις τους, που νόμιμα με επίκληση προσκομίζονται, ιδιαίτερα τονίζουν το γεγονός αυτό. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, η ενδεδειγμένη προσέγγιση ιατρικώς ήταν η χειρουργική αφαίρεση των κύστεων λαπαροσκοπικά για καλύτερη μετεγχειρητική πορεία της ασθενούς, τόσο δε ο κατηγορούμενος ιατρός, όσο και ο συνεργάτης του ειδικός λαπαροσκόπος γυναικολόγος ... είχαν ικανή εμπειρία και γνώση για να διενεργήσουν τέτοιου είδους επέμβαση. Εντούτοις, μετεγχειρητικά η υγεία της μηνύτριας ενεφάνισε δυσάρεστη εξέλιξη. Με βάση όμως τα αποδειχθέντα η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, σε πράξη ή παράλειψη του κατηγορούμενου ιατρού, κατά τη διάρκεια της λαπαροσκοπικής επέμβασης ή κατά το αμέσως, μετά τη διενέργεια της χρονικό διάστημα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο πραγματογνώμονας ιατρός, από το παραδοθέν σ' αυτόν, αλλά και προσκομιζόμενο "βίντεο", το οποίο ελήφθη κατά το χρόνο της λαπαροσκοπικής επέμβασης δεν επισημάνθηκε τίποτα, το οποίο να αποτελεί κακή χειρουργική τακτική - πράξη. Επίσης, κατά τη μετεγχειρητική πορεία της ασθενούς το ενδιαφέρον του ιατρού Χ φαίνεται από τη νοσηλεία, όπου υπάρχουν πολλές οδηγίες για την ανακούφιση της ασθενούς, πριν το εξιτήριο, που για μεγαλύτερη σιγουριά και ασφάλεια, λόγω του προηγούμενου ιδιαίτερα βεβαρυμένου της υγείας της, της χορηγήθηκε, όχι την ίδια ή την επόμενη ημέρα, όπως σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις συμβαίνει, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό, αλλά στις 30-5-
  1. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τα αποδειχθέντα, η άμεση μετεγχειρητική εικόνα της ασθενούς, μετά τη λαπαροσκοπική επέμβαση δεν ήταν, όπως αποδείχθηκε ανησυχητική και μάλιστα σε τέτοιο σημείο, όπως η ίδια η παθούσα ισχυρίζεται, ώστε να πρέπει να παραταθεί η παραμονή της στη συγκεκριμένη κλινική, έτι περαιτέρω, κάτι που δεν είχε λόγο να αρνηθεί να εισηγηθεί να γίνει ο κατηγορούμενος, εάν συνέτρεχε λόγος, όταν μάλιστα κάτι τέτοιο θα ήταν μόνο επωφελές οικονομικά για τη συγκεκριμένη ιδιωτική κλινική και κατ' επέκταση και εμμέσως και για τον ίδιο. Τόσο ο πραγματογνώμονας, όσο και οι εξετασθέντες ενώπιον του ακροατηρίου μάρτυρες ιατροί... (πλέον του εξετασθέντος ως μάρτυρος ... που συμμετείχε στην επέμβαση και αρχικά κατηγορήθηκε και εκείνος για αμέλεια, αλλά αθωώθηκε πρωτοδίκως), αναφέρουν αφενός ότι η λαπαροσκοπική μέθοδος είναι ο πλέον ενδεδειγμένος τρόπος επέμβασης για παθήσεις παρόμοιες με αυτήν της μηνύτριας και αφετέρου ότι η άμεση μετεγχειρητική της κατάσταση, κατά το διάστημα, που βρισκόταν στην κλινική ήταν τέτοια που δεν ενέπνεε ιδιαίτερη ανησυχία. Ο πραγματογνώμονας ιατρός, χαρακτηριστικά αναφέρει: "...Η ύπαρξη αέρα υποδιαφραγματικά δεν αποτελεί στοιχείο ανησυχίας μετεγχειρητικά στις λαπαροσκοπικές επεμβάσεις, αφού το CO2 παραμένει συχνά 2 έως 3 ημέρες. Η άνοδος του CRP στην τιμή 26 δεν είναι καθόλου ενδεικτικό στοιχείο φλεγμονής μετεγχειρητικά όταν είναι γνωστό ότι τιμές πάνω από 35 μπορεί να αποδοθούν σε φλεγμονή και μάλιστα την στιγμή που η ίδια η επέμβαση είναι ισχυρός παράγοντας ανόδου της πρωτεΐνης αυτής. (Αντιθέτως είναι πολύ σύνηθες τιμές 20-35 κατά την μετεγχειρητική πορεία με πτώση μετά από 72 ώρες). Το αιμοδιάγραμμα, στις 29-5-2002, κακώς αναφέρεται από την πλευρά της ενάγουσας (παθούσας), ως παθολογικό. Η τιμή 92% μπορεί να θεωρηθεί παθολογική σε άτομο που δεν έχει υποβληθεί σε επέμβαση. Είναι γνωστό ότι μετεγχειρητικά η αύξηση αυτή φαίνεται πολύ συχνά. Επίσης ο απόλυτος αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων όχι μόνο δεν ανεβαίνει, αλλά είναι και χαμηλότερος της τιμής στις 28-5-
  2. Τελικά, εφόσον τα εργαστηριακά ευρήματα της Ψ 5εν ήταν παθολογικά ή τέτοια που να αποτελούν μη συνήθη μετεγχειρητικά, ο ιατρός Χ έπραξε ως όφειλε, δηλαδή στηρίχτηκε στην κλινική εικόνα της ενάγουσας, την οποία αξιολόγησε σύμφωνα με την εμπειρία του και την γνωστή πορεία και άλλων ασθενών με παρόμοια ασθένεια. Επίσης στηρίχθηκε και στην γνώμη και εμπειρία του καρδιολόγου και παθολόγου, τους οποίους κάλεσε να συνεκτιμήσουν την ασθενή (Δεν υπήρχε οξεία κοιλία, η κοιλία είχε ήχους και δεν ήταν σανιδώδης, δεν υπήρχε ταχυσφυγμία, ταχύπνοια, ούτε πυρετός)". Εξάλλου, ο κατηγορούμενος, αμέσως μετά την επέμβαση, χορήγησε φαρμακευτικά αγωγή αντιβίωσης στη μηνύτρια και σε κάθε περίπτωση συνέστησε, μετά τετραήμερο από τη χορήγηση του εξιτηρίου, επανέλεγχο. Ακόμα, όπως, επίσης, αποδείχθηκε, όταν την 1-6-2002, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί του, η μητέρα της μηνύτριας του ανέφερε ότι τα κλινικά συμπτώματα της κόρης της εξακολουθούσαν πιο έντονα (ενεφάνισε και πυρετό), συνέστησε σ' αυτήν άμεση προσέλευση στο μαιευτήριο, προς έλεγχο από τον ίδιο, της ασθενούς, πλην όμως αυτό δεν έγινε, αλλά προτιμήθηκε να μεταφερθεί η ασθενής, στις 2-6-2002, στο "...", όπου διαπιστώθηκε, ύστερα από ερευνητική λαπαροτομία, ότι είχε παρουσιαστεί παραμελημένη περιτονίτιδα. Συγκεκριμένα ο ιατρός του ..., στην υπ' αριθμ. πρωτοκ. ... ιατρική βεβαίωση νοσηλείας, αναφέρει ότι η παθούσα "υποβλήθηκε σε ερευνητική λαπαροτομία όπου βρέθηκε παραμελημένη περιτονίτιδα με παρουσία ελεύθερου εντερικού περιεχομένου ενδοπεριτοναϊκά σε έδαφος διάτρησης έλικας λεπτού εντέρου τελικού ειλεού. Αναφερόμενο ιστορικό υφολικής κολεκτομής προ ετών λόγω οικογενούς πολυποδίασης..". Όμως, η χειρουργική εξαίρεση του παχέος εντέρου (υφολική ή ολική) οδηγεί στην προσαρμογή της λειτουργίας του λεπτού εντέρου στις νέες συνθήκες και υπόκειται αναπόφευκτα σε μια σειρά μορφολογικών και λειτουργικών αλλοιώσεων. Πρόκειται για αλλοιώσεις που έχουν ως κοινό παρονομαστή την αναστόμωση του τελικού τμήματος του λεπτού εντέρου σε ένα φυσιολογικό περιβάλλον, γεγονός που αναγνωρίζεται εδώ κα δεκαετίες ως ξεχωριστή νοσολογική οντότητα με την ονομασία "ειλεϊτιδα μετά από κολεκτομή ή καλύτερα ως "μη ειδική ειλεϊτιδα". Πρόκειται για παθολογικές αλλοιώσεις, όπως φλεγμονή του βλεννογόνου, εξελκώσεις, πάχυνση τοιχώματος, στενώσεις του αυλού κλπ, που είναι δυνατό να εμφανιστούν είτε σε σύντομο χρονικό διάστημα (οξεία φάση) είτε μετά από μήνες ή χρόνια (χρόνια φάση), από τη διενέργεια της κολεκτομής. Η εντόπιση των αλλοιώσεων μπορεί να είναι εστιακή ή διάχυτη και αφορά τμήματα του λεπτού εντέρου σε διαφορετική απόσταση από την προηγηθείσα αναστόμωση (βλ. το από 4-1-2010 προσκομιζόμενο έγγραφο ...). Μετά την πρώτη επέμβαση, στο ...., έλαβε χώρα και δεύτερη στις 9-6-2002 και τελικά μετά από διάστημα έξι
(6)μηνών γίνεται και τρίτη διαφυγή και ακολουθεί τρίτη επέμβαση, ενώ το Μάρτιο του 2003 αφαιρέθηκε η χολή της μηνύτριας. Με βάση όλα τα πιο πάνω, καταδεικνύεται ένα ιατρικό πρόβλημα της παθούσας που προϋπήρχε της λαβούσας χώρα από τον κατηγορούμενο και όλως αναγκαίας για την υγεία της λαπαροσκοπικής επέμβασης. Σε κάθε περίπτωση οι πόνοι που παρουσίασε αυτή, μετά την επέμβαση, είναι πόνοι μη αξιολογούμενοι ιατρικώς και θεωρούνται φυσική συνέπεια του CO2, που παροχετεύθηκε στην κοιλία της ασθενούς και ανήλθε στο θωρακικό διάφραγμα. Οι πόνοι που θα παρέπεμπαν σε περιτονίτιδα, μετά τη λαπαροσκοπική επέμβαση και εξαιτίας διάτρησης του εντέρου, κατά το χρόνο εκείνο είναι διαξιφιστικοί πόνοι, πολύ έντονοι και ξεχωριστοί, που είναι αδύνατον να μην είχαν γίνει αντιληπτοί από τους ιατρούς, άμα τη εμφανίσει τους. Εξάλλου, όπως και η ίδια η παθούσα συνομολόγησε, μετά την έξοδο της από την κλινική είχε κένωση του εντέρου (ενεργήθηκε), γεγονός που υποδεικνύει, ότι η περιτονίτιδα εμφανίστηκε μεταγενέστερα και ανεξάρτητα της επεμβάσεως, λόγω της ευπάθειας που είχε εκ του προϋπάρχοντος προβλήματος της υγείας της, εξαιτίας του οποίου, όμως, δεν ήταν δυνατόν να μην προβεί ο ιατρός στη λαπαροσκοπική επέμβαση, μόνη ενδεδειγμένη, λόγω της ενδομητρίωσης που αυτή ενεφάνισε και η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία δύο κύστεων μεγέθους 3,5 και 3 επί και οι οποίες, όπως ιατρικώς ήταν ενδεδειγμένο να γίνει, αφαιρέθηκαν. Τα παραπάνω αποδεικνύονται από το συνδυασμό όλων των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, ενώ δεν πρέπει να περάσουν απαρατήρητα τα γεγονότα ότι και η μηνυτήρια αναφορά της παθούσας έγινε μετά παρέλευση τεσσάρων, περίπου ετών από του χρόνου της λαπαροσκοπικής επεμβάσεως, αρχικά δε είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών που την επεξεργάστηκε, ενώ, τελικώς, η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων ιατρών ασκήθηκε, αφού έγινε δεκτή σχετική προσφυγή της μηνύτριας από τον Εισαγγελέα Εφετών. Υπό τα ως άνω δεδομένα, το Δικαστήριο τούτο άγεται στην κρίση ότι, κατά τα αποδειχθέντα, ο κατηγορούμενος ιατρός προέβη στις ενδεδειγμένες ενέργειες που οι κανόνες της ιατρικής επιστήμης επέβαλαν, ενώ δεν αποδείχθηκε, αντιθέτως, ότι προέβη σε παραλείψεις που συνέβαλαν στη μετέπειτα δυσμενή εξέλιξη της υγείας της παθούσας, η οποία οφείλετο στο προϋπάρχον και προαναφερόμενο χρόνιο πρόβλημα της υγείας της. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται, απ' όσα κατέθεσε ο μάρτυρας ...., ιατροδικαστής που διορίστηκε από τη μητέρα της μηνύτριας για να μελετήσει την υπόθεση και να αποφανθεί σχετικά, ούτε και από τη βιβλιογραφία που επικαλέστηκε η πολιτική αγωγή, η οποία περιλαμβάνει ευρύτερο φάσμα περιπτώσεων, κάθε μία από τις οποίες έχει την ιδιαιτερότητα της, ενώ και η υπεράσπιση του κατηγορουμένου επικαλείται ανάλογη βιβλιογραφία που συμπορεύεται με τις δικές της απόψεις για τη συγκεκριμένη και υπό κρίση περίπτωση. Εξάλλου και ο άνω ιατροδικαστής δεν απέκλεισε το ενδεδειγμένο της λαπαροσκοπικής επέμβασης για τη συγκεκριμένη περίπτωση, η οποία κατ' αυτόν θα έπρεπε να γίνει με μεγάλη προσοχή, κάτι που δεν αποδείχθηκε ότι δεν έλαβε χώρα. Μετά ταύτα και αφού απορριφθούν, ως αβάσιμα τα λοιπά αιτήματα που, κατά τα άνω, υπέβαλε ο κατηγορούμενος δι' ιδίου εγγράφου, πρέπει αυτός να απαλλαγεί της εις βάρος του κατηγορίας, απορριπτόμενων, επίσης, πάντων των περί τ αντιθέτου ισχυρισμών της πολιτικώς ενάγουσας, ως αβασίμων". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε αθώο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια με το ακόλουθο διατακτικό "Στην Αθήνα, στις 30-5-2002 από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει και όντας υπόχρεοι λόγω του επαγγέλματος του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή προκάλεσε βλάβη της υγείας άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του και συγκεκριμένα, όντας ιατρός-γυναικολόγος υπέβαλε την 28-5-2002 την εγκαλούσα Ψ σε λαπαροσκοπική επέμβαση αφαίρεσης δύο κύστεων δεξιάς ωοθήκης, λόγω ενδομητρίωσης, στην ιδιωτική μαιευτική και χειρουργική κλινική "... ΑΕ" ενώ μετά την επέμβαση αυτή η εγκαλούσα παρουσίασε ανησυχητικά κλινικά συμπτώματα δηλ. έντονο θωρακικό άλγος και έντονο οίδημα στην περιοχή της κοιλίας, καθώς επίσης διεγνώσθη σε αυτήν ύστερα από ακτινολογικό έλεγχο, η ύπαρξη υποδιαφραγματικού αέρα και ύστερα από αιματολογικές εξετάσεις, ότι τα πολυμορφοπύρηνα ουδετερόφιλα είχαν ανέλθει στο ποσοστό του 92% (ενώ οι φυσιολογικές τους τιμές κυμαίνονται μεταξύ 40%-75%, η δε τιμή της αντιδρώσας πρωτεΐνης CRP είχε φθάσει σε ποσοστό της τάξης του 16,7 mg/dl (με φυσιολογικές τιμές 0,08-0,8 mg/dl) εντούτοις ο κατηγορούμενος την 30-5-2002 της χορήγησαν εξιτήριο από την κλινική, αντί να παρατείνουν την παραμονή και νοσηλεία της για τη στενή παρακολούθηση της και τη χορήγηση της ενδεδειγμένης φαρμακευτικής αγωγής με αποτέλεσμα να προκληθεί σε αυτήν παραμελημένη κοπρανώδης περιτονίτιδα από διάτρηση τμήματος του λεπτού εντέρου, για την οποία η εγκαλούσα εισήχθη και χειρουργήθηκε στο ... Νοσοκομείο την 2-6-2002, ενώ κατόπιν παρουσιάστηκαν σοβαρές επιπλοκές, όπως βαρύτατο σύνδρομο οξείας αναπνευστικής ανεπάρκειας και νέα ενδοπεριτοναϊκή διαφυγή περιεχομένου του λεπτού εντέρου, για την οποία και επαναχειρουργήθηκε στις 9-6-2002, παρέμεινε νοσηλευόμενη για τρεις μήνες, υπεβλήθη σε νέα χειρουργεία στις 15-12-2002 και το Φεβρουάριο του 2003 ύστερα από συνεχιζόμενες επιπλοκές και το Μάρτιο του 2003 σε αφαίρεση της χολής, ως αποτέλεσμα δε της μακρόχρονης περιπέτειας της υγείας της παρουσίασε κατάθλιψη με αγχώδη και φοβικά στοιχεία, επιπλέον δε, φέρει δύσμορφες μετεγχειριτικές ουλές". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ταυ, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Ο δια της αιτήσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση της έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, συνισταμένη στο ότι η αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης "...είχε παρουσιαστεί παραμελημένη περιτονίτιδα" έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή ότι "η περιτονίτιδα εμφανίστηκε μεταγενέστερα και ανεξάρτητα της επεμβάσεως λόγω της ευπάθειας που είχε εκ του προϋπάρχοντος προβλήματος υγείας...." διότι δεν εξηγεί σε τι οφείλετο η παραμελημένη περιτονίτιδα, δηλαδή ποιος ήταν αυτός που παραμέλησε και δεν εξηγεί με πληρότητα πώς αυτή η παραμελημένη περιτονίτιδα δεν συνδέεται αιτιωδώς είτε με τη χειρουργική είτε με την μετεγχειρητική συμπεριφορά του κατηγορουμένου, είναι αβάσιμη καθόσον, κατά τις παραδοχές αυτές, η παραμελημένη περιτονίτιδα που εμφάνισε η πολιτικώς ενάγουσα μετά τη χειρουργική επέμβαση, την οποία ενήργησε ο κατηγορούμενος ιατρός σε αυτήν, είναι ανεξάρτητη της επέμβασης αυτής αλλά οφείλεται στην ευπάθεια που αυτή εκ του προϋπάρχοντος προβλήματος υγείας της ήτοι, κατά τις παραδοχές, εκ της αφαιρέσεως όλου του παχέος εντέρου της και της δημιουργίας ειλεορθικής αναστόμωσης πολύ χαμηλά στην πύελο δια προηγουμένης χειρουργικής επέμβασης στην οποία αυτή είχε υποβληθεί το έτος 1999 διότι επρόκειτο για βαριά κακοήθη νόσο (οικογενή πολυποδίαση). Έτσι, υπό τις παραδοχές αυτές η παραμελημένη περιτονίτιδα δεν συνδέεται με τη χειρουργική επέμβαση, την οποία ενήργησε στην πολιτικώς ενάγουσα ο κατηγορούμενος ιατρός και έτσι δεν υφίσταται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς αυτού και του αποτελέσματος τούτου. Περαιτέρω, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υφίσταται τέτοιος σύνδεσμος ούτε κατά το μετά την επέμβαση αυτή χρονικό διάστημα αφού αυτή δέχτηκε ότι "η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου σε πράξη ή παράλειψη του κατηγορουμένου ιατρού κατά τη διάρκεια της λαπαροσκοπικής επέμβασης ή κατά το αμέσως μετά τη διενέργεια της χρονικό διάστημα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο πραγματογνώμονας ιατρός από το παραδοθέν σε αυτόν αλλά και προσκομιζόμενο βίντεο, το οποίο ελήφθη κατά το χρόνο της λαπαροσκοπικής επέμβασης, δεν επισημάνθηκε τίποτα, το οποίο να αποτελεί κακή χειρουργική τακτική- πράξη. Επίσης, κατά τη μετεγχειρητική πορεία της ασθενούς το ενδιαφέρον του ιατρού Χφαίνεται από τη νοσηλεία, όπου υπάρχουν πολλές οδηγίες για την ανακούφιση της ασθενούς πριν το εξιτήριο, που για μεγαλύτερη σιγουριά και ασφάλεια, λόγω του προηγουμένου ιδιαίτερα βεβαρημένου της υγείας της της χορηγήθηκε, όχι την ίδια ή την επόμενη μέρα όπως σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις συμβαίνει, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό, αλλά στις 30-052002". Έτσι η αιτιολογία αυτή για την κρίση της είχε προσβαλλόμενης περί αθωότητος του κατηγορουμένου είναι επαρκής ενώ εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη και την ένορκη κατάθεση του ..., ιατροδικαστή που διορίστηκε από τη μητέρα της μηνύτριας για να μελετήσει την υπόθεση, η οποία (απόφαση) ανέλεγκτα αξιολόγησε ως μη πειστική, δεχόμενη ότι όσα δέχτηκε ως αποδεδειγμένα δεν αναιρούνται από αυτήν. Τέλος πρέπει να λεχθεί ότι κατά τις παραδοχές της απόφασης αιτιολογημένα προκρίθηκε από τον κατηγορούμενο ιατρό η λαπαροσκοπική επέμβαση και όχι η ανοικτή αφού γίνεται αναφορά ότι "η ενδεδειγμένη προσέγγιση ιατρικώς ήταν η χειρουργική αφαίρεση των κόστεων λαπαροσκοπικά για καλύτερη μετεγχειρητική πορεία της ασθενούς, τόσο δε ο κατηγορούμενος ιατρός όσο και ο συνεργάτης του ειδικός λαπαροσκόπος γυναικολόγος ... είχαν ικανή, εμπειρία και γνώση για να διενεργήσουν τέτοιου είδους επεμβαση". Εξάλλου δε επαρκώς αιτιολογείται η απόφαση του κατηγορουμένου να χειρουργήσει την πολιτικώς ενάγουσα λαπαροσκοπικά κατά την κλινική της προ, της επεμβάσεως εικόνα αφού δέχτηκε ότι Εφόσον τα εργαστηριακά ευρήματα της Ψ δεν ήταν παθολογικά ή τέτοια που να αποτελούν μη συνήθη μετεγχειρητική ο ιατρος Χ έπραξε ως όφειλε δηλαδή στηρίχτηκε στην κλινική εικόνα της ενάγουσας, την οποία αξιολόγησε σύμφωνα με την εμπειρία του και τη γνωστή πορεία και άλλων ασθενών με παρόμοια ασθένεια. Επίσης στηρίχτηκε και στη γνώμη και εμπειρία του καρδιολόγου και παθολόγου, τους οποίους κάλεσε να συνεκτιμήσουν την ασθενή (δεν υπήρχε οξεία κοιλία, η κοιλία είχε ήχους και δεν ήταν σανιδώδης, δεν υπήρχε ταχυσφυγμία, ταχύπνοια, ούτε πυρετός)" και περαιτέρω "μετά την επέμβαση χορήγησε φαρμακευτική αγωγή αντιβίωσης στη μηνύτρια και σε κάθε περίπτωση συνέστησε μετά τετράμηνο από τη χορήγηση του εξιτηρίου επανέλεγχο". Επομένως, η αίτησης του Εισαγγελέα το Αρείου Πάγου για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 11/ 18-03-2010 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της 976/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.