← Ελλάδα

ΑΠ 960/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εξακολουθούν έγκλημα, Αναβολής αίτημα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 960 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εξακολουθούν έγκλημα, Αναβολής αίτημα. Περίληψη: Απάτη από κοινού κατ’ εξακολούθηση, κατά συνήθεια άνω των 15.000 ευρώ. Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Με το N. 2721/99 πέρα από την κατ’ επάγγελμα ή συνήθεια τέλεση της απάτης, απαιτείται το συνολικό όφελος να υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ. Ο N. 2721/99 είναι ευνοϊκότερος ως προς τη ρύθμιση αυτή του N. 2408/

  1. Στην κατ’ εξακολούθηση τέλεση της απάτης δεν απαιτείται κάθε μερικότερη πράξη να επέφερε οφέλη ή ζημία άνω των 15.000 ευρώ. Αίτημα αναβολή. Απορρίπτεται ως αόριστο, γιατί δεν αναφέρετο στο αίτημα αναβολής για να προσέλθουν απολειπόμενοι μάρτυρες κατηγορίας, επί ποίου θέματος θα συνεισέφερε η μαρτυρία τους στην εκδικαζόμενη κατηγορία. Απορρίπτει. Αριθμός 960/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή- Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαδογιαννάκη, περί αναιρέσεως της 2922-3046/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ
  2. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαρτίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 541/
  3. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.3 εδ.α' ΠΚ, όπως είχε πριν και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 11 παρ.1 Ν. 2408/96 "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια". Στη συνέχεια, με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν.2721/99 αντικαταστάθηκε ως εξής, "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 Ευρώ), ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (75.000 Ευρώ). Από τις ανωτέρω διατάξεις, σαφώς προκύπτει ότι μέχρι την 3-6-99, χρόνος έναρξης ισχύος του Ν.2721/99, αρκούσε για το χαρακτηρισμό του εγκλήματος της απάτης ως κακουργήματος η τέλεση αυτού κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια, χωρίς να απαιτείται και ορισμένο ποσό ζημίας ή οφέλους. Μετά την έναρξη ισχύος του Ν.2721/99, απαιτείται, εκτός από την κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση, να υπάρχει και συνολική όφελος η συνολική ζημία, που να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ. Επομένως, εάν υπάρχει κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση και συνολικό όφελος ή συνολική ζημία άνω των 15.000 Ευρώ, έστω και αν η πράξη, τελέστηκε πριν από την έναρξη ισχύος του Ν.2721/99, τότε η πράξη είναι κακούργημα, διότι, η τελευταία αυτή διάταξη, ως ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο (άρθ. 2 παρ.1 ΠΚ), εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέσθηκε προγενέστερα. Δεν απαιτείται δε, σε περίπτωση κατ'εξακολούθηση τέλεσης, να προκύπτει από κάθε μερικότερη πράξη όφελος ή ζημία άνω των 15.000 ευρώ, αφού, τέτοια προϋπόθεση, δεν τίθεται από το νόμο, ο οποίος απαιτεί το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το προαναφερόμενο ποσό. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα υπάρχει, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, όταν περιέχονται σ' αυτήν τα περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικώς για τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, εσφαλμένη είναι η ερμηνεία όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δι αστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής της διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού με διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το κατ' έφεση δίκασαν Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης υπ'αρ. 2922-3046/2006 απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και με την κατ' είδος μνεία των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το έτος 1984, ιδρύθηκε στη ...... καταναλωτικός συνεταιρισμός. με έδρα την πόλη της ..... και την επωνυμία "Καταναλωτικός Συνεταιρισμός Π.Ε. ".....", στις δραστηριότητες του οποίου, σύμφωνα με το καταστατικό του, οριζόταν: 1) η προστασία και προαγωγή του οικονομικού, κοινωνικού και πολιτιστικού επιπέδου των μελών του, 2) η προαγωγή της Γενικής και Συνεταιριστικής μόρφωσης, 3) η προμήθεια στα μέλη του καταναλωτικών αγαθών 4) η σύναψη δανείων, αλλά και η αποδοχή καταθέσεων από μέλη του συνεταιρισμού, το ύψος των οποίων και ο τόκος θα καθορίζεται από το Δ.Σ. Η αποδοχή καταθέσεων δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των δραστηριοτήτων που προβλέπονται στο ν. 1667/1986, ο οποίος διέπει τη λειτουργία των αστικών συνεταιρισμών και η τελευταία αυτή διάταξη του καταστατικού αντίκειται ευθέως στις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 2076/92, που ρητά απαγορεύει σε πρόσωπα ή σε επιχειρήσεις, που δεν αποτελούν πιστωτικά ιδρύματα, όπως ο Συνεταιρισμός "......", την κατ' επάγγελμα αποδοχή καταθέσεων χρημάτων ή άλλων αξιών, με απειλή ποινής φυλάκισης. Παρά ταύτα, ο Συνεταιρισμός αυτός, στα πλαίσια σχετικών αποφάσεων που έλαβαν οι κατηγορούμενοι, ως ιθύνοντα διοικητικά στελέχη, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην προσέλκυση καταθέσεων, από μέλη και από μη μέλη του, δημιουργώντας σχετική υποδομή και ιδρύοντας ειδική υπηρεσία, και με το σκοπό αυτό προχώρησαν σε συστηματική προσπάθεια παραπλάνησης του κοινού με τη χρήση απατηλών μέσων. Πιο συγκεκριμένα, οι κατηγορούμενοι, από κοινού, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1992 και μέχρι τις 15.5.1997, χωρίς να είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στην καταδικαστική απόφαση η διακεκριμένη συμμετοχική δράση του καθενός κατηγορουμένου συναυτουργού με ειδική αναφορά σε συγκεκριμένες υλικές ενέργειες, διαβεβαίωναν το κοινό, είτε προσωπικώς είτε δια μέσου υπαλλήλων του Συνεταιρισμού, κατ' εντολή τους, στη ..., στα ... και στην περιοχή των ...., ότι ο συνεταιρισμός τους είχε μεταβληθεί σε πανίσχυρο οικονομικό οργανισμό, η οικονομική του ισχύς του επέτρεπε να χορηγεί επιτόκιο κατά ποσοστό 2% ανώτερο, από εκείνο που χορηγούσαν τα υπόλοιπα πιστωτικά ιδρύματα και ασκούσε νόμιμη τραπεζική δραστηριότητα, ότι οι καταθέσεις σ' αυτόν είχαν τις συνακόλουθες εγγυήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, ενώ όλα αυτά ήταν ψευδή. Οι προφορικές αυτές διαβεβαιώσεις συνοδεύονταν και από παράλληλη διαφημιστική εκστρατεία, με δημόσιες ανακοινώσεις, με ρίψη Φέϊγ βολάν, με ανηρτημένες αφίσες και με δημόσιες ανακοινώσεις του τύπου "ΤΡΕΞΤΕ - ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ -ΡΩΤΗΣΤΕ ΜΑΣ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ". Από τις ψευδείς και παραπλανητικές παραστάσεις τους, πείσθηκαν οι παθόντες και ενήργησαν τις καταθέσεις, που, αλλιώς, δεν θα ενεργούσαν, αν είχαν γνώση της αλήθειας. Ο Συνεταιρισμός ήταν σε κακή οικονομική κατάσταση, βρισκόταν και σε αδυναμία να συνεχίσει την επιχειρηματική δραστηριότητα του και να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του, διότι δεν ήταν εύρωστος, ούτε διέθετε ίδια κεφάλαια, ούτε είχε πιστοληπτική ικανότητα (δεν μπορούσε να λάβει δάνεια από τα πιστωτικά ιδρύματα). Αντί να περιορίσει τη δραστηριότητα του και τα λειτουργικά του έξοδα, ώστε να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, συνέχισε να ιδρύει νέα πολυκαταστήματα, αντλώντας χρήματα από την κατ' επάγγελμα αποδοχή καταθέσεων των ανυποψίαστων θυμάτων, με υψηλά επιτόκια, που καθιστούσαν δεινή την οικονομική του κατάσταση και αδυναμία να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις του από τα κέρδη του, που οδήγησαν στην οικονομική του κατάρρευση. Τις υποχρεώσεις του τις αντιμετώπιζε με καταστροφικά μέσα, δανειζόμενος συνεχώς με μεγαλύτερα επιτόκια. Τη δεινή οικονομική του κατάστάση και τις άμεσες μεγάλες δανειακές ανάγκες οι κατηγορούμενοι, που τις γνώριζαν, έπρεπε να τις εκθέσουν στους ανυποψίαστους καταθέτες, παρόλο που είχαν νόμιμη υποχρέωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αλλά παρανόμως παρασιώπησαν τα γεγονότα αυτά, δολίως, για να τους παραπλανήσουν για να καταθέτουν τα χρήματα τους. Σημειώνεται ότι οι κατηγορούμενοι, για να πετύχουν το σκοπό τους, δεν δίστασαν να αποκρύψουν την οικονομική κατάσταση του Σ., συνέταξαν δε και εισηγήθηκαν στις ΓΣ του Σ. ψευδείς και εικονικούς ισολογισμούς, κατά παράβαση του ν. 1669/
  4. Με τον τρόπο αυτό έπεισαν εκατοντάδες πολίτες των πιο πάνω περιοχών, οι οποίοι ήταν μέλη αλλά και μη μέλη του Σ., να καταθέσουν σ' αυτόν τις οικονομίες τους. Χαρακτηριστικό της αθρόας προσέλκυσης καταθετών είναι, ότι στις 31.1.1997, το συνολικό ύψος των καταθέσεων ανέρχονταν στο ποσό των 1.404.286.204 δραχμών. Οι καταθέσεις ήταν, ή σε ανοικτό λογαριασμό, με εντοκισμό ανά εξάμηνο, ή σε συγκεκριμένη προθεσμία. Στην πρώτη περίπτωση χορηγείτο στον καταθέτη βιβλιάριο, το οποίο έφερε τον τίτλο "προσωπικό βιβλιάριο κοινωνικού δανείου μελών" και στη δεύτερη συνέτασσαν συμφωνητικό με τον τίτλο "Ιδιωτικό Συμφωνητικό Προθεσμιακής Κατάθεσης". Η παρατράπεζα λειτουργούσε στα κεντρικά γραφεία, στη Χαλκίδα, ενώ αναλήψεις και καταθέσεις χρηματικών ποσών γίνονταν και από τα πολυκαταστήματα, με ειδική οργάνωση. Η Τράπεζα της Ελλάδος, με μεγάλη καθυστέρηση, έστειλε στην ΠΕΚΑΣ (Πανελλήνια Ένωση Καταναλωτικών συνεταιρισμών), μέλος της οποίας ήταν και ο ..... και δι' αυτής (ΠΕΚΑΣ) σε όλα τα μέλη της, το υπ' αριθμ...... έγγραφο, με το οποίο υπενθύμιζε το παράνομο της ως άνω δραστηριότητας από τους συνεταιρισμούς και τους καλούσε να παύσουν να δραστηριοποιούνται σ' αυτόν τον τομέα, να επιστρέψουν τα χρήματα στους καταθέτες και να απαλείψουν από τα καταστατικά τους τη σχετική διάταξη. Κατόπιν του εγγράφου αυτού της Τράπεζας και άλλων συναφών εγγράφων προς τους Συνεταιρισμούς, που επακολούθησαν, συμμορφώθηκαν τελικά στις εντολές αυτές όλοι οι συνεταιρισμοί, εκτός από τον ......., ο οποίος συνέχισε τη δραστηριότητα του, μέχρι και την 15.5.1997, οπότε και κατέρρευσε οικονομικώς. Συνεπεία της πιο πάνω απατηλής συμπεριφοράς των κατηγορουμένων, οι καταθέτες που αναφέρονται στο διατακτικό της απόφασης, κατέθεσαν άπαξ ή διαδοχικώς διάφορα ποσά, τα οποία εν όλω ή εν μέρει απώλεσαν, λόγω μη επιστροφής τους στους δικαιούχους. Αντιθέτως ο συνεταιρισμός ωφελήθηκε με τα αντίστοιχα ποσά, που ειδικότερα εξειδικεύονται στο διατακτικό, κατά καταθέτη και ποσά, το συνολικό ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 5.000.000 δραχμές ή 15.000 €. Την εν λόγω πράξη οι κατηγορούμενοι τέλεσαν κατ' επανάληψη, διότι από την επανειλημμένη τέλεση αυτής, σε μεγάλο χρονικό διάστημα, προκύπτει σταθερή ροή διαπράξεως του αναφερομένου εγκλήματος, ως στοιχείου της προσωπικότητας τους. Όχι, όμως, και κατ' επάγγελμα. Γιατί ναι μεν, διέθεταν πλήρη οργάνωση, γραφεία, λογιστήριο, καταστήματα, υπαλληλικό προσωπικό κλπ., λειτουργούσαν ως "οιονεί Τράπεζα", στην οποία οι καταθέτες προέβαιναν σε καταθέσεις και αναλήψεις, χρησιμοποιώντας προς τούτο βιβλιάρια, με τα οποία αυτοί τους εφοδίαζαν, αλλά, η διαμόρφωση της υποδομής, δεν έγινε με σκοπό πορισμού δικού τους εισοδήματος, διότι η απάτη, σύμφωνα με την κατηγορία, αλλά και τις αποδείξεις, έγινε για να αποκτήσει παράνομο περιουσιακό όφελος ο Συνεταιρισμός "...." και όχι οι ίδιοι, που συνίσταται στην άντληση οικονομικών μέσων από τις καταθέσεις των παθόντων για τη λειτουργία των πολυκαταστημάτων, ίδρυση νέων και πληρωμή υποχρεώσεων του. Ο πρώτος κατηγορούμενος αντιτείνει στην κατηγορία ότι, αυτός, κατά το χρονικό διάστημα από 30.5.1994 και μέχρι την 15.5.1997, δεν συμμετείχε σε παράνομες δραστηριότητες του ......, διότι έπαψε να είναι Πρόεδρος αυτού, αλλά ο ισχυρισμός του δεν είναι βάσιμος, διότι, ναι μεν, κατά το διάστημα αυτό, δεν ήταν Πρόεδρος του ΔΣ, αλλά εξακολουθούσε να είναι μέλος του ΔΣ και διοικητικό στέλεχος του Συνεταιρισμού, ψήφιζε κατά τις Γενικές Συνελεύσεις, είχε ενεργό ανάπτυξη στη Διοίκηση του Συνεταιρισμού εκ του παρασκηνίου, συνέχιζε την ίδια απατηλή συμπεριφορά, από κοινού, με κοινή συναπόφαση, κατά την τέλεση των πράξεων, με το δεύτερο κατηγορούμενο (νέο Πρόεδρο του ΔΣ του Συνεταιρισμού);διαβεβαιώνοντας τους ανυποψίαστους ενδιαφερόμενους, για την ασφάλεια των καταθέσεων και παραπλανώντας, με τις ως άνω ψευδείς δηλώσεις τους υποψήφιους να προβούν σε καταθέσεις στο Συνεταιρισμό. Μάλιστα δε, παραβρέθηκε στη Γενική Συνέλευση του Συνεταιρισμού στις ....., στο Ξενοδοχείο ...... της Χαλκίδας, μετά το θόρυβο που ξέσπασε για την οικονομική χρεοκοπία του Συνεταιρισμού, με την ιδιότητα του ιθύνοντος στελέχους του Συνεταιρισμού. Οι μάρτυρες κατηγορίας, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο και το παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με παραστατικό τρόπο καταδεικνύουν την εμφάνιση των κατηγορουμένων στις παραπάνω παράνομες δραστηριότητες και την παραπλάνηση αυτών (εκ μέρους τους) με εξαιρετική μάλιστα πειθώ, να καταθέσουν τις αποταμιεύσεις του στον ήδη παραπαίοντα ...., καταστρέφοντάς τους οικονομικά και φέρνοντας αυτούς και τις οικογένειες τους σε απόγνωση και οι οποίοι μεταξύ άλλων επισημαίνουν και το γεγονός ότι, στις ....., στο ξενοδοχείο ..... της Χαλκίδας, που έλαβε χώρα Γενική Συνέλευση του Συνεταιρισμού, λόγω του θορύβου που είχε ξεσπάσει παρέστη και ο ανωτέρω, ο οποίος, μαζί με τον Χ2, διαβεβαίωσαν ψευδώς ότι ο Συνεταιρισμός δεν έχει κανένα πρόβλημα και τα χρήματα που κατατέθηκαν ή θα κατατεθούν είναι εξασφαλισμένα. Οι κατηγορούμενοι, προς αντίκρουση της κατηγορίας, πρόβαλαν αυτοτελείς και αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς. Ειδικότερα ισχυρίστηκαν ότι, δεν νοείται αδίκημα απάτης, χωρίς προσωπικό κίνητρο, αλλά η διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ, ρητά τιμωρεί και την απάτη, με σκοπό να αποκομίσει τρίτος παράνομο περιουσιακό όφελος και επί του προκειμένου ο Συνεταιρισμός "......" (ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής καταστάσεώς του), χωρίς να ενδιαφέρει το δικό τους προσωπικό κίνητρο. Επίσης ισχυρίστηκαν ότι, πρόκειται για κοινωνικά δάνεια συνεταιριστών, σε γνώση τους και κατά τη συμφωνία τους, άρα υπάρχει αστική διαφορά και όχι ποινικό αδίκημα απάτης. Προς θεμελίωση του ισχυρισμού τους, επικαλούνται ότι δεν προέβησαν σε δηλώσεις στο κοινό για διενέργεια τραπεζικών καταθέσεων, αλλά τις καταθέσεις τους, με όρο του καταστατικού, ενεργούσαν ως κοινωνικά δάνεια τα μέλη του Συνεταιρισμού, μετά την εγγραφή τους σε αυτόν, ούτε τους εξαπάτησαν, διότι τα προσωπικά βιβλιάρια, με τα οποία ο Συνεταιρισμός εφοδίαζε τους ενδιαφερομένους για τις καταθέσεις και τις αναλήψεις χρημάτων είχαν τον τίτλο "ΠΡΟΣΩΠΙΚΌ ΒΙΒΛΙΑΡΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΎ ΔΑΝΕΙΟΥ ΜΕΛΩΝ", που ελάμβαναν αμέσως γνώση, οι ισολογισμοί του Συνεταιρισμού εμφάνιζαν τους λογαριασμούς ως "ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ" και ότι οι καταθέτες γνώριζαν ότι πρόκειται για κοινωνικά δάνεια, διότι συμμετείχαν στις Γενικές Συνελεύσεις του Συνεταιρισμού και ψήφιζαν σε αυτές, μεταξύ άλλων, και για τα κοινωνικά δάνεια, που με τον τίτλο αυτό αναφέρονταν στα θέματα της ημερήσιας διάταξης, που εμφάνιζαν. Όμως, ο τίτλος "ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ", είναι παραπλανητικός και δεν αποδίδει την αλήθεια, διότι τους ενδιαφερόμενους καταθέτες τους έγραφαν ως μέλη και χρησιμοποιούσαν τον όρο αυτό, επίτηδες, για να καταστρατηγήσουν τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 2076/92, που απαγόρευε τις τραπεζικές καταθέσεις σε Συνεταιρισμούς. Η αλήθεια είναι ότι, στους παθόντες καταθέτες, με την απατηλή συμπεριφορά τους, είχαν δημιουργήσει την πλάνη ότι πρόκειται για τραπεζικές καταθέσεις, με τις δημόσιες και κατ' ιδία ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις ότι πρόκειται για τραπεζικές καταθέσεις με την εγγύηση της "Τράπεζας της Ελλάδος", αλλά και με τα μέσα που χρησιμοποίησαν Τα βιβλιάρια καταθέσεων, προς παραπλάνηση τους, είχαν το σχήμα, την εμφάνιση, λειτουργία και τα στοιχεία, όπως τα βιβλιάρια καταθέσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων. Η λειτουργία και κίνηση των λογαριασμών, ήταν όπως οι βραχυπρόθεσμοι ή προθεσμιακοί λογαριασμοί των πιστωτικών ιδρυμάτων. Τρανή απόδειξη του γεγονότος αυτού και είναι και το γεγονός ότι, εκτός από τα βιβλιάρια καταθέσεων, χρησιμοποιούσαν και έντυπο, με το λογότυπο του Συνεταιρισμού και τίτλο "ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΌ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΚΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ", που αναφέρει το όνομα του καταθέτη, το ποσό της κατάθεσης, το καθαρό επιτόκιο 17%, τη χρονική διάρκεια της κατάθεσης και το δικαίωμα του καταθέτη να ενεργήσει νωρίτερα την ανάληψη, μετά από προηγούμενη προειδοποίηση. Περαιτέρω, ισχυρίστηκαν ότι ενήργησαν από νομική συγγνωστή πλάνη. Βεβαίως είναι αλήθεια ότι, το Δικηγορικό Γραφείο ......, που ειδικεύεται σε φορολογικές και χρηματοοικονομικές υποθέσεις, γνωμοδότησε ότι ο Συνεταιρισμός μπορεί να συνάπτει κοινωνικά δάνεια και ότι σε ορισμένα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτρέπονται κοινωνικά δάνεια στους συνεταιρισμούς από τα μέλη της, με βιβλιάρια καταθέσεων, αλλά, ενόψει της γνωστής σε αυτούς ρητής απαγορευτικής διάταξης, και του ότι δεν υπήρξε θετική απάντηση από την Τράπεζα της Ελλάδος να αποδέχονται καταθέσεις χρημάτων από το κοινό, η γνωμοδότηση, η πρακτική των αλλοδαπών συνεταιρισμών και η διάταξη στο καταστατικό, που παρέχει δικαίωμα στο Συνεταιρισμό να συνάπτει κοινωνικά δάνεια, δεν δημιούργησε πλάνη σε αυτούς και μάλιστα συγγνωστή, ότι ο Συνεταιρισμός έχει δικαίωμα να αποδέχεται καταθέσεις από το κοινό. Ούτε δικαιολογείται πλάνη από τις προσωπικές του ιδιότητες (άτομα, με μεγάλη εμπειρία στις συναλλαγές, με ώριμη ηλικία και μεγάλη μόρφωση). Μάλιστα ο Συνεταιρισμός τους συνέχισε να αποδέχεται καταθέσεις από το κοινό παρόλο που οι άλλοι συνεταιρισμοί συμμορφώθηκαν στις υποδείξεις της Τράπεζας της Ελλάδος. Οι κατηγορούμενοι αντελήφθησαν αρχήθεν το άδικο της πράξεως του, αλλά, αδιαφορώντας, συνέχισαν την εγκληματική δραστηριότητα τους. Συνεπώς δεν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός τους, περί δήθεν συγγνωστής νομικής πλάνης (άρθρο 31 § 2 ΠΚ). Επίσης, ο δεύτερος κατηγορούμενος πρόβαλε τον ισχυρισμό έλλειψης δόλου, αλλιώς συγγνωστής νομικής πλάνης, επικαλούμενος το γεγονός ότι, και ο ίδιος, κατά μήνα 1996 Δεκέμβριο 1996, κατέθεσε στο Συνεταιρισμό 10.000.000 δραχμών, αλλά η κατάθεση αυτή δεν δείχνει έλλειψη δόλου, διότι έγινε, επίτηδες, εκ των υστέρων, όταν συνειδητοποίησε τις τεράστιες ευθύνες του από την οικονομική κατάρρευση του Συνεταιρισμού, θέλοντας να εμφανίσει τον εαυτό του σαν θύμα της κακής οικονομικής πορείας του Συνεταιρισμού και αμέτοχο της απάτης. Ούτε τους απαλλάσσει το γεγονός ότι, εκ των υστέρων, μετά την τέλεση της απάτης, έγινε, επιλεκτικά, απόδοση των καταθέσεων σε ορισμένους καταθέτες, διότι, επί κακουργήματος, δεν εφαρμόζεται η γενική διάταξη του άρθρου 393 § 2 ΠΚ, που προβλέπει απαλλαγή από κάθε ποινή σε περίπτωση πλήρους ικανοποίησης του ζημιωθέντος. Οι κατηγορούμενοι τέλεσαν, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση την πράξη της απάτης. Σημειωτέον δε ότι, η δόλια παραπλάνηση στην απάτη πραγματώθηκε με θετική απατηλή συμπεριφορά, που επαρκώς στηρίζει το διατακτικό της καταδικαστικής απόφασης, αλλά, απλώς για να τονιστεί το αποτέλεσμα της δόλιας ενέργειας τους και προς εξειδίκευσή της, πρέπει να αναφερθεί ότι υπήρξε και απατηλή συμπεριφορά με την αθέμιτη παρασιώπηση των αληθινών περιστατικών που συντελέστηκε με παράλειψη ανακοινώσεως στους παθόντες των αληθινών γεγονότων, τα οποία είχαν υποχρέωση να ανακοινώσουν σε αυτούς από τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη. Καθώς και ότι, δεν ωφελεί τους κατηγορουμένους, ο ισχυρισμός τους, ακόμη και αν ήταν αληθινός, που δεν είναι, ότι οι παθόντες προέβησαν σε δανειοδότηση του Συνεταιρισμού "......", διότι, η πλάνη τους επιτεύχθηκε με τα ως άνω απατηλά μέσα (ψευδείς παραστάσεις ότι ο Συνεταιρισμός ήταν φερέγγυος, με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και με την εγγύηση της Τράπεζας της Ελλάδος, που εξασφάλιζε την απόδοση των καταθέσεών τους). Με την τρόπο αυτό, οι παθόντες και πάλι ζημιώθηκαν, διότι, στη θέση των υπαρκτών χρημάτων τους, υπεισήλθε η αβέβαιη και επισφαλής απαίτηση τους, ως προς την οποία δεν υπάρχει βάσιμη πιθανότητα να ικανοποιηθεί και εντεύθεν υπέστη μείωση η περιουσία τους (ΑΠ 236/86 ΠΧρ 36 565, βλ. Μυλωνόπουλο Ποινικό Δίκαιο, Ειδικό μέρος § 939 σε. 491). Η δε πράξη τους έχει χαρακτήρα κακουργήματος, διότι διέπραξαν, όπως ειπώθηκε, την απάτη κατά συνήθεια και το συνολικό παράνομο όφελος του Συνεταιρισμού, όπως και η συνολική ζημία των παθόντων υπερβαίνει το ποσό των 15.000 €. Πρέπει, λοιπόν, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, να κηρυχθούν ένοχοι, για την πράξη της απάτης, κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία, κατά το διατακτικό, ενώ θα απορριφθούν ο αυτοτελής ισχυρισμός τους περί συγγνωστής νομικής πλάνης και οι λοιποί ως άνω ισχυρισμοί τους", στη συνέχεια δε τους κήρυξε ενόχους (τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του) της πράξης της απάτης από κοινού κατ'εξακολούθηση, κατά συνήθεια, με συνολική ζημία άνω των 15.000 ευρώ και επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών

(3)ετών στον καθένα, η οποία ανεστάλει επί 3ετίαν. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 στ', 26 παρ.1 α, 27, 45,98 και 386 παρ.1 και 3 εδ.α ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις, ορθώς χαρακτηρίστηκε, με ειδική αιτιολογία, η τελεσθείσα πράξη ως κακούργημα και όχι ως πλημμέλημα, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται, κατ'εφαρμογή της παρ. 3 εδ.α' του αρ.386 του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την δια του άρθρου 14 παρ.4 του Ν.2721/99 επελθούσα τροποποίησή της, ούτε, άλλωστε, για τον φερόμενο χαρακτηρισμό της ως κακουργήματος, ήταν αναγκαίο όπως, από κάθε μερικότερη πράξη, ενόψει της κατ'εξακολούθηση τέλεσης της απάτης σε βάρος των καταθετών, το όφελος που επιδιώχθηκε ή η ζημία που προξενήθηκε, να είναι ανώτερο των 15.000 ευρώ, αφού κάτι τέτοιο δεν απαιτεί ο νόμος, σύμφωνα με την παραπάνω νομική σκέψη. Η αναφορά από την πλευρά του αναιρεσείοντος στο τελευταίο εδάφιο της παρ.3 του άρθρου 386 ΠΚ, με το συναφή ισχυρισμό, ότι, για το χαρακτηρισμό της απάτης, κατ'εξακολούθηση, ως κακουργήματος, θα έπρεπε το επιδιωχθέν όφελος ή η επελθούσα ζημία από κάθε μερικότερη πράξη να υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ) έχει εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν στήριξε το χαρακτήρα του εγκλήματος στις προϋποθέσεις του εδαφίου αυτού, αλλά μόνο στο γεγονός ότι η πράξη τελέσθηκε κατά συνήθεια και στο ότι το συνολικό όφελος του Συνεταιρισμού και η συνολική ζημία των καταθετών, υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ και όχι τα 73.000 ευρώ, οπότε δεν θα χρειάζονταν η επιβαρυντική περίπτωση της κατά συνήθεια τέλεσης της απάτης. Παρά δε τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, καθορίζεται σαφώς το ποσό της ζημίας που υπέστη κάθε καταθέτης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται πότε και ποια ποσά κατατέθηκαν από τον κάθε παθόντα και αν τα ποσά αυτά αφορούν κεφάλαιο, τόκους κλπ. Συνεπώς, οι, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. ΙΙ. Η απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ.Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, αφορά όλες τις δικαστικές αποφάσεις, ακόμη και τις παρεμπίπτουσες ή προπαρασκευαστικές και εκείνες των οποίων η έκδοση αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή, όπως είναι και η παρεμπίπτουσα αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης κατ'άρθρον 352 παρ.2 του ΚΠΔ, προκειμένου να προσέλθουν και να εξετασθούν στο ακροατήριο του δικαστηρίου απόντες μάρτυρες. Το αίτημα, όμως, αυτό, για αναβολή της δίκης, πρέπει να υποβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ήτοι να αναφέρεται τι ήταν εκείνο που θα βεβαιωνόταν από την εξέταση των μαρτύρων στο ακροατήριο, σε σχέση με την αποδιδόμενη σε βάρος του κατηγορουμένου αξιόποινη πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη, μετά την εκφώνηση των μαρτύρων κατηγορίας, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων (ήτοι του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του), ζήτησαν την αναβολή της δίκης "με το σκοπό όπως προσέλθουν οι απόντες μάρτυρες κατηγορίας .... και ....., των οποίων η παρουσία είναι απαραίτητη για το δεύτερο σκέλος της κατηγορίας". Το δε Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να απαντήσει επί του αιτήματος, διαρκούσης της διαδικασίας, μετά το πέρας της οποίας, όμως, εκδόθηκε η προσβαλλομένη, χωρίς να εκδοθεί απόφαση επ'αυτού. Το αίτημα αυτό, έτσι όπως υποβλήθηκε, ήταν εντελώς αόριστο, αφού δεν καθίστατο σαφές, επί ποίου θέματος θα εξετάζονταν οι αναφερόμενοι μάρτυρες, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι, οι αναφερόμενοι μάρτυρες είχαν εξετασθεί ενόρκως στην πρωτοβάθμια δίκη, τα πρακτικά της οποίας και αναγνώσθηκαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και, ως εκ τούτου, δεν προκύπτει τι επί πλέον θα κατέθεταν αυτοί, για να κριθεί αναγκαία η παρουσία τους και, συνεπώς, δεν ανέκυπτε και θέμα υποχρέωσης του Δικαστηρίου να απαντήσει στον ασαφή αυτόν ισχυρισμό. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, ήτοι έλλειψη αιτιολογίας και απόλυτη ακυρότητα για έλλειψη ακροάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙΙ. Επειδή, τέλος, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται όσοι τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, της ικανότητας προς καταλογισμό, τη μείωση της ικανότητας αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για τη συνδρομή στο πρόσωπο του ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθ. 84 παρ.2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το μέτρο του άρθρου 85 του ίδιου Κώδικα, ποινής. 'Όταν, δε, συντρέχουν, περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μία φορά, το Δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση αυτής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστατικών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων ζήτησε, δε του συνηγόρου του, να τον αναγνωρισθεί, πέραν της ήδη αναγνωρισθείσας με τη πρωτόδικη απόφαση ελαφρυντικής περίπτωσης του άρθρου 84 παρ.2 περ.α' του ΠΚ και της ελαφρυντικής περίπτωσης του άρθρου 84 παρ.2 περ.ε του ίδιου Κώδικα, καθόσον, η μετά την αποχώρησή του, από Πρόεδρος του Συνεταιρισμού, διαδρομή του μέχρι σήμερα, δηλαδή επί 12 ολόκληρα χρόνια, είναι ανεπίληπτος, διατελέσας υψηλόβαθμο στέλεχος πολύ μεγάλων ανωνύμων εταιρειών... στοιχεία που επιτρέπουν, αν όχι επιβάλουν, την αναγνώριση και αυτής της ελαφρυντικής περίπτωσης. Το Δικαστήριο απέρριψε το ως άνω αίτημα με την εξής αιτιολογία "Επειδή, πρέπει να αναγνωριστούν στους κατηγορουμένους τα ίδια ελαφρυντικά, που αναγνώρισε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και όχι άλλα, διότι οι κατηγορούμενοι δεν επικαλέστηκαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ούτε προέκυψαν τέτοια, που να δικαιολογούν την αναγνώριση και των ως άνω ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ.2 εδ.δ' και ε' για τον πρώτο κατηγορούμενο (αφορά τον αναιρεσείοντα, με την επισημείωση ότι το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 εδ.δ' για τον αναιρεσείοντα το πρότεινε ο Εισαγγελέας) και άρθρου 84 παρ.2 εδ.α', δ' ΠΚ για το δεύτερο κατηγορούμενο". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα, για ποιόν λόγο δεν χορηγούνται επί πλέον ελαφρυντικά στον αναιρεσείοντα και αυτός είναι η ανυπαρξία τέτοιων πραγματικών περιστατικών, που να δικαιολογούν τη χορήγησή τους. Οι περαιτέρω αιτιάσεις, ότι τα περιστατικά που προέβαλαν οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος, αποδείκνυαν τα θετικά στοιχεία που επέβαλαν τη χορήγηση των ως άνω ελαφρυντικών, είναι απαράδεκτες, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. Συνεπώς, ο τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-3-2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ'αρ.2922-3046/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Απριλίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.