Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 966 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Περίληψη: Διάδικος είναι μόνο η ένωση των συνιδιοκτητών πολυκατοικίας (παριστάμενη στο δικαστήριο με το διαχειριστή της) και όχι οι, κατ’ ιδίαν, συνιδιοκτήτες, οι οποίοι δεν έχουν την ιδιότητα του διαδίκου. Ένορκη βεβαίωση στο συμβολαιογράφο είναι νομικώς ανυπόστατη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη, εφόσον αυτή δόθηκε, από πρόσωπο, κατά το χρόνο που ήταν διάδικος. Έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από υπάλληλο της Επιθεώρησης Εργασίας, αποτελούν πλήρη απόδειξη, τόσο ως προς όσα βεβαιώνονται σ’ αυτά, ότι έγιναν από αυτόν ή ότι έγιναν ενώπιόν του, όσο και ως προς όσα βεβαιώνονται, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει. Αριθμός 966/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε. Β. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Ματθαίου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 13-3-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Του αναιρεσιβλήτου: Μεγάρου Γραφείων (πολυκατοικίας), που βρίσκεται στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα από τη διαχειρίστριά του Ε. Π., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Περιβολάρη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2925/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 95/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-1-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 24-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4 § 2, 5 και 13 του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 54 του ΕισΝΑΚ, και 1002 ΑΚ προκύπτει, ότι οι συνιδιοκτήτες κοινής οικοδομής, που υπάγεται στο καθεστώς του νόμου αυτού, μπορούν με συμφωνία τους να ρυθμίσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, τόσο στα κοινά μέρη που μπορούν να καθορίζουν οι ίδιοι, όσο και στις διηρημένες ιδιοκτησίες τους, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του νόμου αυτού, που είναι ενδοτικού δικαίου, καθορίζοντας συνελεύσεις και διορίζοντας διαχειριστή, που θα τους εκπροσωπεί ενώπιον των δικαστηρίων. Διαχειριστής μπορεί, με, απόφαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών, να διοριστεί συνιδιοκτήτης ή τρίτος. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 § β' και 64 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο, κατά το άρθρο 4 §§ 1 και 2 του πιο πάνω νόμου, διορισμένος διαχειριστής (σύμφωνα με τον κανονισμό ή με παμψηφία των συνιδιοκτητών) πολυώροφης οικοδομής, αν δεν ορίζεται διαφορετικά, εκπροσωπεί και ενώπιον των δικαστηρίων, το σύνολο των ιδιοκτητών της, ως ένωση προσώπων, η οποία στερείται νομικής προσωπικότητας, παριστάμενος ως ενάγων και εναγόμενος για τις υποθέσεις που σχετίζονται με τη διαχείριση αυτής, δυνάμενος να εναγάγει συνιδιοκτήτη ή να εναχθεί απ' αυτόν για κάθε διαφορά από τη σχέση της συνιδιοκτησίας. Διάδικος όμως στο δικαστήριο, δηλαδή υποκείμενο της δικονομικής έννομης σχέσης, είναι μόνο η ένωση των συνιδιοκτητών (παρισταμένη στο δικαστήριο με το διαχειριστή της) και όχι οι, κατ' ιδίαν, συνιδιοκτήτες, οι οποίοι δεν έχουν την ιδιότητα του διαδίκου, αλλά του τρίτου σε σχέση με την εκκρεμή δίκη, τα ονόματα των οποίων ούτε καν χρειάζεται να αναφέρονται στην αγωγή, αρκεί να γίνεται μνεία της συγκεκριμένης ένωσης των συνιδιοκτητών, κατά τρόπο που να μη δημιουργείται αμφισβήτηση για την ταυτότητά της και να αναφέρεται στην αγωγή ότι εκπροσωπείται νόμιμα. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 339, 409, 410 και 415 - 420 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ως μάρτυρες, με τις καταθέσεις των οποίων παρέχονται στο δικαστή πληροφορίες για τα αμφισβητούμενα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα της επίδικης υπόθεσης, μπορούν να εξετασθούν μόνο τρίτα πρόσωπα και όχι οι διάδικοι, η εξέταση των οποίων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μαρτυρία, αλλά αποτελεί επικουρικό αποδεικτικό μέσο, επιτρεπόμενο μόνο αν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν ή αποδείχθηκαν ατελώς με τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Η ρύθμιση αυτή, για την ταυτότητα του λόγου, προσήκει και επί των προβλεπομένων στο άρθρο 270 παρ. 2 εδαφ. γ' ΚΠολΔ ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, με τις οποίες τρίτα πρόσωπα καταθέτουν ότι γνωρίζουν για τα αποδεικτέα γεγονότα. Έτσι, ένορκη βεβαίωση προσώπου στον Ειρηνοδίκη ή στο συμβολαιογράφο είναι νομικώς ανυπόστατη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη, εφόσον αυτή δόθηκε, κατά το χρόνο που ήταν διάδικος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 στην εργατική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνον αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες από αυτήν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μοναδική προϋπόθεση για το παραδεκτό της εκτίμησης τέτοιων βεβαιώσεων, αποτελεί η προηγούμενη, πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες, κλήτευση του αντιδίκου του προκαλέσαντος την εξέταση διαδίκου. Συνεπώς, είναι παραδεκτές ένορκες βεβαιώσεις, τρίτων, υπό την προϋπόθεση που αναφέρθηκε, έστω και αν λήφθηκαν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μέσα στην προθεσμία προσθήκης και αντίκρουσης. Στην περίπτωση αυτή, η εντός της προθεσμίας αντίκρουσης δοθείσα ένορκη βεβαίωση επιτρεπτώς προσκομίζεται στο Εφετείο και μάλιστα, κατά μείζονα λόγο, αφού ενώπιον αυτού επιτρέπονται και νέα αποδεικτικά μέσα, άρα και ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν ακόμη και μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης (άρθρ. 670 εδ. α', 671 παρ. 1δ, 674 παρ. 2, 529 παρ. 1α, 591 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ). Έτσι, στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, το οποίο δίκασε κατά την εργατική διαδικασία, με το να λάβει υπόψη του τις, με επίκληση, προσκομισθείσες από την εναγομένη ένορκες βεβαιώσεις α) 4346/30-3-2009 και 1708/30-3-2009 των συμβολαιογράφων Κυθήρων Στέλλας Καιδετσή και Πειραιώς Φωτεινής Σαρρή, αντίστοιχα, που δόθηκαν από τους Π. Γ. Λ. και Ι. Π. Λ., συνιδιοκτήτες της οικοδομής, και συνεπώς, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, μη έχοντες την ιδιότητα του διαδίκου στο δικαστήριο αλλά τρίτων, σε σχέση με την εκκρεμή δίκη και β) 1716/2-4-2009 ενώπιον της συµβολαιογράφου Πειραιώς Φωτεινής Σαρρή του µάρτυρα της εναγοµένης Π. Σ. Τ., του οποίου η εξέταση γνωστοποιήθηκε µε δήλωση της εναγοµένης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, που έλαβε χώρα ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου, μετά από τη διεξαχθείσα συζήτηση στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εντός όμως της ορισθείσης προθεσμίας για την κατάθεση προσθήκης και αντίκρουσης και ύστερα από νόμιμη κλήτευση της ενάγουσας να παραστεί στην ένορκη εξέτασή του, που έλαβε χώρα με σχετική προς τούτο δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου της εναγομένης, πριν από την έναρξη της συζήτησης επί της ουσίας της υπόθεσης ενώπιον του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασής του, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει. Η ειδικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι απαραδέκτως έλαβε υπόψη του τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν από τους Π. Γ. Λ. και Ι. Π. Λ., διότι αυτοί, ως συνιδιοκτήτες της οικοδομής, 1) με την άσκηση της από 23-7-2009 έφεσής των κατά της πρωτόδικης απόφασης κατέστησαν διάδικοι, και 2) έχουν συμφέρον από την έκβαση της δίκης, είναι α) κατά το πρώτο μέρος της αβάσιμη, ενόψει του ότι, και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι με τον τρόπο αυτό κατέστησαν διάδικοι, την ιδιότητα αυτή, όπως συνομολογείται από την αναιρεσείουσα, απέκτησαν μεταγενέστερα δηλαδή μετά την ένορκη εξέτασή των σε συμβολαιογράφο, που έγινε την 30-3-2009 και β) κατά το δεύτερο, απαράδεκτη, ενόψει του ότι πρόκειται για εργατική διαφορά. Πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, η ενάγουσα στρέφεται κατά "του Μεγάρου Γραφείων (Πολυκατοικίας), που βρίσκεται στον …, οδός …αρ. …και εκπροσωπείται νόμιμα από την Π. Ε." και όχι κατά των συνιδιοκτητών της οικοδομής, η εκκαλούμενη δε απόφαση εκδόθηκε μεταξύ αυτών των διαδίκων. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος, στο σύνολό του, ανεξαρτήτως του ότι, κατά το μέρος που αναφέρεται στη λήψη υπόψη των επικαλούμενων ως ανυπόστατων, παραπάνω ένορκων βεβαιώσεων, είναι και απαράδεκτος, εφόσον δεν γίνεται επίκληση ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε, ενώπιον του Εφετείου, ισχυρισμό περί ανυπόστατου αυτών, ως προερχόμενων από διαδίκους. Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρ. 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που, κατά το νόμο, έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία. Περαιτέρω, έγγραφο, με την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται το αποδεικτικό έγγραφο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 442 ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ έγγραφα, που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό, ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση. Κατά δε το άρθρο 440 ΚΠολΔ, τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 438, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, όπως τέτοιος είναι και ο υπάλληλος της Επιθεώρησης Εργασίας, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσο ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά, ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, όσο και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, στη δεύτερη δε περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη, χωρίς τις διατυπώσεις αυτές. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλημμέλειες, αντίστοιχα, από τους αρ. 20 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο και δεν απέδωσε την αποδεικτική δύναμη του δημοσίου εγγράφου στο, από 2-10-2008, δελτίο εργατικής διαφοράς, που είχε προσκομίσει προς απόδειξη του ισχυρισμού της, ότι το αναιρεσίβλητο είχε λάβει γνώση της προσφυγής της, κατά το χρόνο της κοινοποίησης της απόλυσής της, με το να δεχθεί ότι το τελευταίο έλαβε γνώση αυτής την 23-10-2008 και όχι την 2-10-2008. Ο λόγος αυτός είναι 1) απαράδεκτος, κατά το πρώτο μέρος του, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του, συνεκτιμώντας το περιεχόμενό του με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από αυτό και 2) αβάσιμος, κατά το δεύτερο μέρος του, διότι το ανωτέρω έγγραφο αποτελεί μεν δημόσιο έγγραφο, γενικώς, παρέχει όμως πλήρη απόδειξη μόνον ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό ότι έγιναν από τον συντάξαντα αυτό υπάλληλο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, καθώς και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συγκεκριμένος υπάλληλος, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ο ίδιος λόγος, ως προς το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσέδωσε στο έγγραφο, μικρότερη και στα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη αποδεικτική αξία, εκείνης που τους προσδίδει ο νόμος, είναι αβάσιμος, διότι, το Εφετείο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, με το να μη δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στο παραπάνω έγγραφο από εκείνη των ίδιας αποδεικτικής δύναμης υπολοίπων αποδεικτικών μέσων (μαρτύρων, εγγράφων) δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ. Για να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν προέβη στην ερμηνεία του περιεχομένου του ή το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, έγγραφο, με την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται το αποδεικτικό έγγραφο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 442 ΚΠολΔ. Τέτοιο είναι και το διαδικαστικό έγγραφο της αγωγής, επί άλλης δίκης, κατά το μέτρο που προσκομίζεται, προς απόδειξη γεγονότων, περί των οποίων έχει κατά το νόμο, δεσμευτική αποδεικτική δύναμη, όχι όμως και το δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο (κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του) λόγο της αναίρεσής της, προβάλλει, αντίστοιχα, πλημμέλειες από τους αρ. 20 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην παραδοχή, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας δεν είναι καταχρηστική, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής και δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό που περιέχεται σ' αυτήν, ότι η καταγγελία έγινε, εξ αιτίας της μη αποδοχής από αυτήν της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας. Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μέρος του είναι απαράδεκτος, εφόσον πρόκειται για το δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής και κατά το δεύτερο αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την απόφαση και τα πραγματικά περιστατικά που το Εφετείο δέχθηκε ως αληθή, έλαβε υπόψη του τον παραπάνω ισχυρισμό και τον απέρριψε. Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4 § 2, 5 και 13 του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 54 του ΕισΝΑΚ, και 1002 ΑΚ προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, ότι οι συνιδιοκτήτες κοινής οικοδομής που υπάγεται στο καθεστώς του νόμου αυτού μπορούν με συμφωνία τους να ρυθμίσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, τόσο στα κοινά μέρη που μπορούν να καθορίζουν οι ίδιοι, όσο και στις διηρημένες ιδιοκτησίες τους, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του νόμου αυτού που είναι ενδοτικού δικαίου, καθορίζοντας συνελεύσεις και διορίζοντας διαχειριστή, που θα τους εκπροσωπεί ενώπιον των δικαστηρίων. Διαχειριστής μπορεί, με, απόφαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών, να διοριστεί συνιδιοκτήτης ή τρίτος. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 5 του παραπάνω νόμου, προκύπτει ότι κάθε συνιδιοκτήτης οικοδομής που υπάγεται στις διατάξεις για την οριζόντια ιδιοκτησία συμμετέχει υποχρεωτικά στη συντήρηση και επισκευή των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής και ευθύνεται ατομικά ή και παράλληλα με τους λοιπούς συνιδιοκτήτες για την επισκευή τους, κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας του. Για κάθε δε υπαίτια ζημιογόνο παράλειψη των άνω συνιδιοκτητών ή του διαχειριστή εντολοδόχου τους, σε σχέση με τις ανατεθείσες κατ' άρθρα 4 και 13 του ως άνω νόμου από τον Κανονισμό υποχρεώσεις του, για συντήρηση και επισκευή των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, ο βλαπτόμενος ιδιοκτήτης έχει αξίωση αποζημίωσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μεταξύ των άλλων και τα εξής, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: Την 2-1-2002 η εναγομένη Ένωση Συνιδιοκτητών Μεγάρου Γραφείων, επί της οδού … - …, προσέλαβε την ενάγουσα Ε. Β., ως θυρωρό, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και την 12-2-2002 ο διαχειριστής της Β. Λ. ανήγγειλε την πρόσληψή της στον Ο.Α.Ε.Δ. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής η ενάγουσα εργάστηκε με την πιο πάνω ειδικότητα μέχρι την 17-10-2008, οπότε απολύθηκε. Ειδικότερα, από την αρχή της εργασιακής της σχέσης μέχρι και τον Ιανουάριο 2008 εργαζόταν καθημερινά, ως θυρωρός, από Δευτέρα έως Παρασκευή από 7.30' π.μ. έως 2.30' μ.μ. και από το Φεβρουάριο 2008 έως και το Mάιο 2008 εργαζόταν επιπλέον από 2.30' μ.μ. έως 5.00' μ.μ., λαμβάνοντας πρόσθετη αμοιβή 298 ευρώ, μηνιαίως, στη συνέχεια δε εργαζόταν επιπλέον έως και τον Αύγουστο 2008 μέχρι την 7.00' μ.μ. λαμβάνοντας πρόσθετη αμοιβή 100 ευρώ, δηλαδή, συνολικά, για την απασχόλησή της αυτή, πέραν του ωραρίου της, λάμβανε 398 ευρώ. Από το Νοέμβριο 2007 έως και τον Αύγουστο 2008 εκτελούσε καθήκοντα βοηθού διαχειριστή, λαμβάνοντας ως αμοιβή το ποσό των 100 ευρώ μηνιαίως. Η Έκτακτη Γενική Συνέλευση της εναγομένης, κατά τη συνεδρίασή της 24-6-2008, απάλλαξε το διαχειριστή Β. Λ. από τα καθήκοντά του και εξέλεξε νέα διαχειρίστρια την Ε. Π., ορίζοντας ότι μαζί με την Α. Λ. και Ν. Μ. θα αποτελούν εφεξής το συμβούλιο της διαχείρισης του Μεγάρου Γραφείων. Ακόμη, η Γ.Σ. της εναγομένης Ένωσης Συνιδιοκτητών αποφάσισε "ομόφωνα την ανάθεση της διαχείρισης σε εξωτερικό "εξειδικευμένο" συνεργάτη, ο οποίος θα παρέχει στην πολυκατοικία υπηρεσίες επ' αμοιβή. Ο ανεξάρτητος αυτός επιτηδευματίας, ο οποίος θα εκτελεί τα καθήκοντα του διαχειριστή, ως βοηθός του εκλεγμένου διαχειριστή, όπως προβλέπεται και από το καταστατικό του κτηρίου, θα λογοδοτεί και θα ελέγχεται από το συμβούλιο της πολυκατοικίας και τη Γενική Συνέλευση". Σχετικά η Γ.Σ. της Ένωσης Συνιδιοκτητών αποφάσισε, ομόφωνα, τη σύναψη σύμβασης με τον Α. Κ., για ένα χρόνο. Ακολούθως, την 30-9-2008, το ως άνω τριμελές συμβούλιο κάλεσε την ενάγουσα και της ζήτησε εξηγήσεις, αναφορικά με τη διαχείριση. Η ενάγουσα αρνήθηκε τις αιτιάσεις του τριμελούς συμβουλίου και προσέφυγε την 1-10-2008 στην Επιθεώρηση Εργασίας, παραπονούμενη για βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της (μείωση μισθού). Σχετικά συντάχθηκε το 297/2-10-2008 Δελτίο Εργατικής Διαφοράς, από το οποίο προκύπτει ότι προσκλήθηκε, αυθημερόν, η εναγομένη σε συζήτηση την 17-11-2008 και μετά από αναβολή με αίτηση αυτής ορίσθηκε για συζήτηση της διαφοράς η 17-12-2008, οπότε αυτή αρνήθηκε τις αιτιάσεις της ενάγουσας. Κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα συνήλθε, την 12-10-2008, κατόπιν της από 6-10-2008 πρόσκλησης του τριμελούς συμβουλίου διαχείρισης, η Γενική Συνέλευση της εναγομένης Ένωσης Συνιδιοκτητών, με θέμα, μεταξύ άλλων, "Ενημέρωση και συζήτηση για την ανάληψη της διαχείρισης από τη νέα διαχείριση. Αποφάσεις που αφορούν σε αλλαγές της θέσης θυρωρού". Ειδικότερα, στο σχετικό πρακτικό της απόφασης της Γ.Σ. αναφέρονται τα ακόλουθα: "Κατόπιν της λογοδοσίας της νέας διαχειρίστριας Ε. Π. αναλύθηκε και συζητήθηκε ο τρόπος άσκησης διαχείρισης των υπηρεσιών θυρωρού/βοηθού διαχειριστή της κ. Ε. Β. συμπεριλαμβανομένου του τρόπου τήρησης βιβλίων εσόδων - εξόδων και χρεώσεων των Koινoχρήστων δαπανών του κτηρίου (έλλειψη παραστατικών, δικαιολογητικών, αποδείξεων). Οι συνιδιοκτήτες ομόφωνα, έκριναν πλημμελή και ανεπαρκή τη δραστηριότητα των προαναφερθεισών υπηρεσιών. Ως εκ τούτου τίθεται θέμα παραμονής ή αντικατάστασης της θυρωρού" και "Λόγω της σοβαρότητας του θέματος πιθανότητας αντικατάστασης της θέσης θυρωρού και για λόγους ετοιμότητας που αφορούν στην ασφάλεια και την ομαλή λειτουργία του κτηρίου το τριμελές συμβούλιο της διαχείρισης είχε απευθυνθεί στο Σύλλογο Θυρωρών Αθηνών - Πειραιώς από όπου υπήρξαν συστάσεις για επικοινωνία και συνεντεύξεις με τέσσερις
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.