Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 971 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Περίληψη: Το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του, σαφείς, επαρκείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, διότι, τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, στο σύνολό τους, θεμελιώνουν, πράγματι, τη διάταξη αυτή και καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας καταχρηστική, στηρίζουν δε επαρκώς το αποδεικτικό πόρισμά του. Εξάλλου, εφόσον η αντίθετη αίτηση αναίρεσης του εναγομένου ασκήθηκε επικουρικά, είναι απορριπτέα, αφού απορρίφθηκε η αίτηση της ενάγουσας. Αριθμός 971/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Ιδρύματος με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΜΠΟΔΟΣΑΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βάγια, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 17-3-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας: Μ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κούλα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1405/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 361/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον - αναιρεσίβλητο με την από 16-10-2013 αίτησή του και η αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα με την από 26-3-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε τις από 6-3-2014 και 9-1-2014 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη και των δύο αιτήσεων αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή των αντιστοίχων αιτήσεών τους, την απόρριψη των αντιθέτων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 246 και 573 ΚΠολΔ πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν οι, από 26-3-2013 και 16-10-2013, αντίθετες αιτήσεις, για την αναίρεση της 361/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθόσον διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται µείωση των εξόδων. ΙΙ. Επί της από 26-3-2013 αίτησης της Μ. Τ. κατά του Ιδρύματος Μποδοσάκη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ., το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησής του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε, δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί, αλλ' απαιτείται επιπρόσθετα να συντρέχουν περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννιέται στον τελευταίο η πεποίθηση, ότι το δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η, με τη μεταγενέστερη άσκηση, επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: Η αναιρεσείουσα, από το έτος 1970 έως το έτος 2000, εργαζόταν µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως διοικητική υπάλληλος και από 1-6-1999 έως 30-6-2000 τοποθετήθηκε στην εταιρία του Ιδρύµατος "Λαϊκή Ανώνυµη Εταιρία Οργάνωσης Επιχειρήσεων". Τέλος, από 3-7-2000 έως 31-1-2009 παρείχε τις υπηρεσίες της ως διοικητική υπάλληλος - γραµµατέας στο Ίδρυµα Μποδοσάκη, αποκλειστικά, µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου, από Δευτέρα έως Παρασκευή, επί επτάωρο ηµερησίως, 08.30' έως 15.30' και μηνιαίες αποδοχές, κατά το έτος 2008 ύψους 1.520 ευρώ. Είναι απόφοιτος Λυκείου και κάτοχος πτυχίων αγγλικής γλώσσας Lower Certificate ίn English του Cambridge University
(1974)και Diplomat d' Etudes Superieures, option Traduction, de l' Institute Francais d' Athenes
(1970). Κατέχει επάρκεια διδασκαλίας της Γαλλικής σε Φροντιστήρια από το Υπουργείο Παιδείας, έχει παρακολουθήσει σεµινάριο επιμόρφωσης γραμματέων από το ΕΛΚΕΠΑ, το έτος 1973 και χειρίζεται ηλεκτρονικό υπολογιστή. Στο αναιρεσίβλητο Ίδρυμα και στα ίδια γραφεία του εργάζεται και η συνάδελφός της Ι. Α., η οποία προσελήφθη το έτος 1974, και από το έτος 1991 παρέχει τις υπηρεσίες της στο εκκαλούν Ίδρυµα ως διοικητική υπάλληλος - γραμματέας. Η Ι. Α. έχει τα ίδια τυπικά προσόντα µε την ενάγουσα, χωρίς να κατέχει πτυχία ξένων γλωσσών και παρέχει τις υπηρεσίες της, κάτω από τις ίδιες συνθήκες εργασίας µε αυτήν, στη γραμματειακή υποστήριξη του Ιδρύµατος, µε το ίδιο αντικείμενο εργασίας. Περαιτέρω και η οικογενειακή κατάσταση της ενάγουσας είναι παρόµοια µε αυτή της Ι. Α., καθ' όσον η τελευταία είναι έγγαμη και μητέρα δύο ενηλίκων τέκνων, ενώ η εφεσίβλητη διαζευγµένη µε δύο ενήλικα τέκνα. Κατά το έτος 2008 οι μηνιαίες αποδοχές που ελάµβανε η ενάγουσα ανέρχονταν σε 1.520 ευρώ, ανώτερες των καθοριζομένων από την Κ.Υ.Α. 12191/25-07-2006, που αφορούσε τους όρους αµοιβής και εργασίας των εργαζοµένων σε Ιδρύµατα και ανέρχονταν σε 1.373,55 ευρώ. Το ίδιο διάστηµα, η Ι. Α. ελάµβανε μηνιαίες αποδοχές ύψους 2.550 ευρώ. Η διαφοροποίηση ως προς τις αποδοχές των άνω υπαλλήλων, δεν οφείλεται στη συνδρομή ειδικού και σοβαρού λόγου, διότι το γεγονός ότι οι άνω υπάλληλοι προσελήφθησαν από το εκκαλούν Ίδρυµα σε διαφορετικό χρόνο και µε διαφορετικό µηνιαίο µισθό, η κάθε µία, δεν επηρεάζει τις προϋποθέσεις εφαρµογής της αρχής της ίσης µεταχείρισης, ειδικά δε, ως προς τον συµφωνηθέντα µισθό, αρκεί η παροχή να γίνεται χωρίς νοµική υποχρέωση, όπως στην περίπτωση που η εκούσια παροχή είναι αποτέλεσµα κατάρτισης σύµβασης εργασίας του εργοδότη µε τον ευνοηθέντα µισθωτό. Δέχθηκε ακόμη ότι η ενάγουσα, µε την από 10-12-2001 επιστολή της προς το Ίδρυµα, ζήτησε να αναπροσαρμοστούν οι αποδοχές της, στις οριζόμενες από τις κοινές υπουργικές αποφάσεις, που αφορούσαν τους εργαζοµένους σε Ιδρύµατα και να ληφθεί υπόψη η προϋπηρεσία της σε άλλους εργοδότες. Το αίτηµά της αυτό ικανοποιήθηκε από το εναγόµενο, ενώ στην άνω επιστολή της δεν έθεσε θέµα εξίσωσης των αποδοχών της µε αυτές άλλων συναδέλφων της. Για πρώτη φορά έθεσε το ζήτηµα αυτό µε την από 18-7-2007, επιστολή της προς τον Πρόεδρο του Ιδρύµατος, µε την οποία ζητούσε "να εξισωθεί για το έτος 2007, ο µισθός της µε το µισθό των άλλων Γραµµατέων και να της καταβληθούν οι διαφορές από 1-1-2007, να γίνει καταγγελία της σύµβασής της µε ηµεροµηνία αµέσως µετά την 1-1-2008, ούτως ώστε να επωφεληθεί της ανωτέρω αύξησης του 2007, για τον υπολογισµό της σύνταξης και τον καθορισµό της σε µεγαλύτερη ασφαλιστική κλάση του Ι.Κ.Α., και να της δοθεί πρόσθετο χρηµατικό βοήθηµα της τάξεως των 50.000 ευρώ, ούτως ώστε να καλύψει τις δαπάνες αυτασφάλισής της µέχρι συμπληρώσεως προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδότησής της στα τέλη του 2008, καθώς και τις ανάγκες διαβίωσης της ιδίας και της θυγατέρας της, που σπουδάζει, µέχρι να πάρει τη σύνταξη". Με την από 12-9-2001 αίτησή της προς το Ίδρυµα ζήτησε την οικονοµική συνδροµή του, για τις µεταπτυχιακές σπουδές του υιού της, διάρκειας περίπου δύο ετών στο Πανεπιστήμιο του Southampton, στην Αγγλία, στο Εµπορικό και Ναυτικό Δίκαιο, µε ετήσιο κόστος περίπου 5.400.000 δραχµές. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Ιδρύµατος, µε την από 19-9-2001 οµόφωνη απόφασή του, ενέκρινε την καταβολή στην εφεσίβλητη, εφ' άπαξ, ποσού 2.500.000 δραχµών (7.336,75 ευρώ), για την αντιµετώπιση των δαπανών σπουδών του γιού της στο εξωτερικό. Με τα δεδοµένα αυτά, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα, µε την προαναφερθείσα συµπεριφορά, δημιούργησε ευλόγως στο αναιρεσίβλητο την πεποίθηση ότι ουδόλως διατηρεί αξίωση κατ' αυτού από την άνω αιτία, λαµβάνοντας δε υπόψη του και τις λοιπές περιστάσεις και ότι το σχετικό αίτηµα υποβλήθηκε τον Ιούλιο του 2007, ενόψει επικείμενης συνταξιοδότησής της, προκειµένου η µισθολογική αύξηση να υπολογισθεί στη σύνταξη, ενώ ουδέποτε στο παρελθόν είχε διαµαρτυρηθεί ή είχε ζητήσει να εξισωθούν οι αποδοχές της µε αυτές της Ι. Α., το δε Ίδρυµα την είχε συνδράµει οικονοµικά µε το ποσόν των 7.336,75 ευρώ, στις µεταπτυχιακές σπουδές του υιού της, δέχθηκε ότι η άσκηση της αγωγής υπερβαίνει τα όρια τα καθοριζόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., ήτοι της καλής πίστης, των χρηστών ηθών, του κοινωνικού και οικονοµικού σκοπού του δικαιώµατος. Στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει, κατά ένα μέρος, δεκτή η αγωγή, δέχθηκε ως βάσιµο κατ' ουσίαν τον παραδεκτά, από το αναιρεσίβλητο προβληθέντα ισχυρισμό, από το άρθρο 281 Α.Κ, ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας που αναφέρονται σε μισθολογικές διαφορές, που προκύπτουν από τη σύγκρισή της με την παραπάνω συνάδελφό της, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 30-6-2008, ασκούνται κατά κατάχρηση δικαιώµατος και απέρριψε, στο σύνολό της, την ένδικη αγωγή. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, διέλαβε δε στην απόφασή του, σαφείς, επαρκείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της, ως προς την ορθή εφαρμογή της διάταξης αυτής, διότι, τα δεκτά γενόμενα, ως άνω, πραγματικά περιστατικά, στο σύνολό τους, 1) θεμελιώνουν, πράγματι, τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας και 2) στηρίζουν επαρκώς το αποδεικτικό πόρισμά του, ως προς την παραπάνω κρίση του. Επομένως, είναι αβάσιμος, ο, περί του αντιθέτου, μοναδικός λόγος αναίρεσης, από τους αρ. 1 και 19 του ίδιου άρθρου, κατ' ακολουθίαν δε είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί η, από 26-3-2013, αίτηση της αναιρεσείουσας -ενάγουσας, για την αναίρεση της 361/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. ΙΙΙ. Επί της από 16-10-2013 αίτησης του Ιδρύματος Μποδοσάκη κατά της Μ. Τ.. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, η, από 16-10-2013, αντίθετη αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος -αναιρεσίβλητου - εναγόμενου, που νίκησε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ασκήθηκε, επικουρικά, δηλαδή για την περίπτωση που γίνει δεκτή η παραπάνω από 26-3-2013, αίτηση για την αναίρεση της ίδιας (361/2013) απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού απορρίφθηκε η ένσταση του ίδιου περί παραγραφής, έγινε δεκτή η έφεσή του κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κατά παραδοχή, ως βάσιμης, της ένστασης του, περί καταχρηστικής άσκησής του δικαιώματος, ακολούθως δε απορρίφθηκε η αγωγή της αναιρεσείουσας. Συνεπώς, η αίτηση αυτή, ασκούμενη επικουρικά, πρέπει, να απορριφθεί, αφού απορρίπτεται η αίτηση της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης - ενάγουσας. Τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν, στο σύνολό τους, μετά από ανάλογη προς την εκατέρωθεν έκταση της νίκης και ήττας κατανομή τους (άρθρο 178 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις αναφερόμενες στο σκεπτικό αιτήσεις, για την αναίρεση της 361/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Απορρίπτει αυτές. Και Συμψηφίζει, στο σύνολό τους, τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2014. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2014. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ