← Ελλάδα

ΑΠ 976/2009 — Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή, Αναίρε

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 976 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή, Αναίρεση μερική. Περίληψη: Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως παράβαση του Ν. 2523/1997, μη καταβολή Φ.Π.Α., με την επίκληση των λόγων: α) της υπερβάσεως εξουσίας, γιατί με τη μηνυτήρια αναφορά, δεν συντάχθηκε κατ’ άρθρο 41 του ΚΠΔ, σχετική έκθεση, β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ και γ) της απόλυτης ακυρότητας, γιατί στη σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου συμμετείχε, ως τρίτο μέλος έμμισθος Πάρεδρος αντί Πρωτοδίκη. Αναιρεί μόνο ως προς την απόρριψη της ελαφρυντικής περιστάσεως, για την οποία δεν διέλαβε οποιαδήποτε αιτιολογία. Παραπέμπει ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού και ως προς την ποινή. Αριθμός 976/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο , Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ......, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κοσμάτο, για αναίρεση της 15905/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 448/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για την νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο διατάξεων προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης. Η έλλειψη δε της προϋπόθεσης αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή σε περίπτωση άσκησής της απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή δεν απαιτείται προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και συνεπώς, για την δίωξη αυτών δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης, αλλά ούτε σε περιπτώσεις άσκησης προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου απόφαση. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, πρέπει, να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση του Δικαστηρίου που την εξέδωσε, γιατί καθ' υπέρβαση της εξουσίας του, δέχθηκε ότι για τη μηνυτήρια αναφορά-αίτηση, που υποβλήθηκε στην αρμόδια εισαγγελική αρχή, προκειμένου να ασκηθεί η ποινική δίωξη, δεν συντάχθηκε η κατά το άρθρο 41 του Κ.Π.Δ, σχετική έκθεση. Ο σχετικός, όμως, ισχυρισμός, που αποτελεί και τον πρώτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη, η μη ύπαρξη της εκθέσεως εγχειρίσεως, στη μηνυτήρια αναφορά, η οποία λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη, δεν δημιουργεί απαράδεκτο στην άσκηση της ποινικής διώξεως. Επειδή, κατά τα άρθρα 171 παρ.1α και 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, λόγος για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθεί και η απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, τέτοια δε ακυρότητα προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις, όπως είναι αυτές των άρθρων 9 παρ.1, και 5 παρ. 1 και 2 του ν.1756/1988, οι οποίες πλην των άλλων ορίζουν, ότι στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο αν δεν υπάρχει ένας Πρωτοδίκης ή κωλύεται ή απουσιάζει, μπορεί να αναπληρωθεί με Πάρεδρο Πρωτοδικείου, Ειρηνοδίκη ή Πταισματοδίκη, οριζόμενο με πράξη του δικαστή, που διευθύνει το Πρωτοδικείο. Με το άρθρο, όμως, 77 παρ.8 του ίδιου νόμου 1756/88, όπως ισχύει, μετά την τροποποίησή του και την αντικατάστασή του με τα άρθρα 12 παρ.3 ν. 1968/1981 και 16α αρ. 9γ του ν. 2479/1997 αντιστοίχως, ενοποιήθηκαν οι οργανικές θέσεις των παρέδρων και πρωτοδικών και έτσι δεν είναι απαραίτητο η αναπλήρωση του πρωτοδίκη με πάρεδρο να γίνεται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το Πρωτοδικείο. Συνεπώς, σε περίπτωση τέτοιας αναπλήρωσης, η έλλειψη της πράξεως αυτής και πολύ περισσότερο η μη αναφορά της στην απόφαση, δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα για κακή σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και είναι, ως αβάσιμος, απορριπτέος ο περί του αντιθέτου τρίτος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ αναιρετικός λόγος, κατά τον οποίο πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση, διότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο που την εξέδωσε, συγκροτήθηκε με τη συμμετοχή μιας παρέδρου, που αναπλήρωσε κωλυόμενο πρωτοδίκη, χωρίς να μνημονεύεται στην απόφαση η πράξη της αναπλήρωσης. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, η έλλειψη της οποίας, ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει, επί καταδικαστικών αποφάσεων, να υπάρχει, όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Χαρακτήρα αυτοτελούς ισχυρισμού έχει και το αίτημα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, για επιβολή μειωμένης ποινής στην περίπτωση του άρθρου 84 παρ.2ε του ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο, η ποινή μειώνεται κατά το μέτρο που προβλέπει το προηγούμενο άρθρο και στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις, και ειδικότερα ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο συνήγορος των κατηγορουμένων προέβαλε το αίτημα να αναγνωρισθεί στους κατηγορουμένους, εκτός του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2β του Π.Κ, και η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2ε του ίδιου Κώδικα. Προς τούτο, ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: " ότι θα πρέπει να αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2ε του Π.Κ, ότι δηλαδή συμπεριφέρθηκαν καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη τους. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι μετά από σχετικό τους αίτημα και μόλις βεβαιώθηκε σε βάρος της εταιρείας η οφειλή ζήτησαν από τη ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, συμβιβαστική επίλυση της οφειλής, όπως άλλωστε προκύπτει και από το ...... πρακτικό επιτροπής, όπου ματαιώθηκε ο συμβιβασμός λόγω οικονομικής αδυναμίας της εταιρείας να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του Δημοσίου σε σχέση με το ύψος της προκαταβολής και των δόσεων". Το ως άνω Δικαστήριο απέρριψε το παραπάνω αίτημα των κατηγορουμένων, που είχε υποβληθεί παραδεκτώς και ήταν ορισμένο, χωρίς όμως, να διαλάβει στην απόφασή του οποιαδήποτε αιτιολογία. Έτσι κρίνοντας Δικαστήριο, δεν διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συνακόλουθα πρέπει, κατά παραδοχή, ως κατ' ουσία βάσιμου, του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, δεύτερου λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, θα πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο καθ' ό μέρος αφορά τις διατάξεις της, για την αναγνώριση του παραπάνω ελαφρυντικού και την επιβολή ποινής, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθμό 15905/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, μόνο ως προς τη διάταξή της για τη μη αναγνώριση του ελαφρυντικού της καλής συμπεριφοράς μετά την τέλεση της πράξεως, καθώς και ως προς εκείνη περί επιβολής της ποινής. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, ως προς το αναιρούμενο μέρος αυτής, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου
  2. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου
  3. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.