Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 977 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή. Περίληψη: Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως για πλημμεληματική απάτη, με την επίκληση των λόγων της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στοιχεία του αδικήματος. Δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απάτης στο Δικαστήριο, ούτε σε μορφή απόπειρας, στην περίπτωση που υποβάλλονται ψευδείς ισχυρισμοί, χωρίς όμως να προσκομίζονται με επίκληση για την απόδειξη, εν γνώσει ψευδή ή πλαστά ή νοθευμένα έγγραφα, όταν ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να δεχθεί ως αληθινούς τους ισχυρισμούς με βάση μόνο το άρθρο 271 παρ. 3 ΚΠΔ (τεκμήριο ομολογίας). Αναιρεί και παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής (ΑΠ 1114/2005, 713/2004, 1533/1995, 483, 484/2002). Αριθμός 977/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, κατοίκων ......, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της 2083/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σουμελά. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12 Μαΐου 2008 και 9 Ιουνίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, ως και στο από 14 Ιανουαρίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 974/
- Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης, να γίνει δεκτός ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά των αναιρεσειόντων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 514 εδ. γ του Κ.Π.Δ, δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, κατά της ίδιας αποφάσεως δεν επιτρέπεται. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση για την απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτά ασκείται μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων Χ2, άσκησε εμπροθέσμως στις 10-6-2008, ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, τη με αριθμό πρωτοκόλλου 1692 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμό 2083/2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης και ακολούθως, στις 12 Μαΐου 2008, δια της πληρεξουσίου του δικηγόρου Χρυσούλας Γιαταγάνα, ενώπιον του γραμματέως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την υπ' αριθμό πρωτ. 31/12-5-2008 κοινή, μετά των συγκατηγορουμένων του Χ1 και Χ3 αίτηση αναιρέσεως, στρεφόμενη κατά της ιδίας πιο πάνω σε βάρος του εκδοθείσας καταδικαστικής αποφάσεως. Συνεπώς, εφόσον δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, η δεύτερη αίτηση, κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα Χ2, επιτρεπτώς ασκείται, προ της καταχωρήσεώς της στο τηρούμενο προς τούτο ειδικό βιβλίο και πρέπει οι αιτήσεις αυτές να συνεκδικασθούν, καθώς και οι επ' αυτών από 14-1-2009 πρόσθετοι λόγοι διότι έχουν πρόδηλη μεταξύ τους συνάφεια. Επειδή, έλλειψη της επιβαλλόμενης, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του απαλλακτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. ε' Κ.Π.Δ, συντρέχει, όταν δεν περιέχονται σ' αυτό οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, στους οποίους στήριξε το δικαστικό συμβούλιο την κρίση του, ότι, από τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν απ' όσα αποδεικτικά μέσα έλαβε υπόψη, δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου, ικανές να στηρίξουν κατηγορία και δικαιολογήσουν την παραπομπή του στο ακροατήριο, ως προς την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη και, πιο συγκεκριμένα, ως προς τη συγκρότηση όλων ή μερικών από τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους της πράξης αυτής. Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σε αυτήν από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ποινικής διάταξης που συνιστά λόγο αναίρεσης υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου από τα συλλεγέντα αποδεικτικά στοιχεία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μη είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Εξάλλου κατ' άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Το κατά την παραπάνω διάταξη έγκλημα της απάτης, μπορεί να τελεσθεί και στο Δικαστήριο. Όμως με την απλή προβολή ψευδούς ισχυρισμού στο Δικαστήριο, δεν υπάρχει ούτε απόπειρα απάτης. Για να τελεσθεί η απάτη αυτή, απαιτείται και η ταυτόχρονη προσκόμιση πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, εν γνώσει του διαδίκου περί του εν λόγω ελαττώματος. Ακόμη, δε μπορεί να τελεσθεί το αδίκημα αυτό (ούτε σε απόπειρα), σε διαδικασία όπου ο δικαστής δεν δικαιούται να ελέγξει την ουσιαστική αλήθεια των ισχυρισμών, όπως στην περίπτωση που αγωγή γίνεται δεκτή λόγω του τεκμηρίου ομολογίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών τόσο της πρωτοβάθμιας δίκης, όσον και των πρακτικών της αναιρεθείσας απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής και την απολογία των παρόντων κατηγορουμένων στο ακροατήριο, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι άσκησαν κατά του τρίτου που είναι πατέρας τους και κατόπιν κοινής αποφάσεως με αυτόν την από 29.3.2000 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 169/31.3.2000, αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους σε ένα οικόπεδο εκτάσεως 1.173 μ.τ. μετά της επ' αυτού ισόγειας οικίας εμβαδού 127 μ2 περίπου, που βρίσκεται στο υπ' αριθμ. ... Ο.Τ. της πόλης του ......, επί της οδού ......, λόγω έκτακτης χρησικτησίας, εκθέτοντας σ' αυτή (αγωγή) ειδικότερα ότι από το έτος 1970 η μητέρα και δικαιοπάροχος τους, Α, ήταν κάτοχος διάνοια κυρίου και νομέας καλής πίστεως του πιο πάνω ακινήτου, το οποίο κατά το έτος 1995 τους το είχε μεταβιβάσει, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα με άτυπη δωρεά και έτσι αυτοί συνυπολογιζομένου και του χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου μητέρας τους έγιναν κύριοι του εν λόγω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και ότι ο εναγόμενος πατέρα τους αμφισβητεί την κυριότητά τους. Η αγωγή συζητήθηκε ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 2.6.2000, κατά την οποία ο εναγόμενος τρίτος κατηγορούμενος παρέστη αυτοπροσώπως στο ακροατήριο και ομολόγησε τα πραγματικά περιστατικά της ιστορικής βάσεως της αγωγής. Προς απόδειξη της ως άνω ιστορικής βάσεως της αγωγής τους οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους που συνέταξαν την 1.6.2000 και κατέθεσαν επί της έδρας κατά τη συζήτηση την ως άνω ομολογία του ... εναγομένου πατέρα τους, τρίτου κατηγορουμένου. Η παραπάνω ιστορική βάση της αγωγής είναι ψευδής, αφού το αληθές είναι ότι το πιο πάνω ακίνητο ανήκε αρχικά στην ιδιοκτησία της Β και μετά το θάνατό της το 1988, χωρίς ν' αφήσει διαθήκη, στο σύζυγο της Γ, αποβιώσαντα επίσης το ίδιο έτος μετά τη σύζυγο του, κάτοικου ......, οι οποίοι όσο ζούσαν το εκμίσθωναν στην Α, μητέρα των δύο πρώτων και σύζυγο του τρίτου των κατηγορουμένων μετά δε το θάνατο τους κατά το έτος 1988 αυτό, βάσει της εξ αδιαθέτου διαδοχής, περιήλθε στην κυριότητα των εγκαλούντων, Δ, Ε και Ψ και άλλων οκτώ συγγενών του Γ, κατοίκων όλων ......, οι οποίοι λόγω των μεταξύ τους διαφορών αδιαφόρησαν αρχικά για την κληρονομιά και επέτρεπαν στην πιο πάνω μισθώτρια και την οικογένεια της, ήτοι στον τρίτο κατηγορούμενο που ήταν σύζυγος της και στους δύο πρώτους κατηγορούμενους που ήταν τέκνα της να το χρησιμοποιούν, για όσο διάστημα δεν είχαν δείξει συμπεριφορά οικειοποιήσεώς του, όπως το χρησιμοποιούσαν και πριν το θάνατο του ζεύγους Β-Γ. Την ως άνω αληθή κατάσταση του ακινήτου γνώριζαν οι κατηγορούμενοι, αφού μέχρι του θανάτου του ζεύγους Β-Γ το 1988 κατέβαλαν ως οικογένεια μίσθωμα για την οικία στην οποία διέμεναν και δεν κατείχε το ακίνητο κανένας από τα μέλη της οικογένειας, κατηγορούμενοι και η ως άνω μητέρα και σύζυγος αυτών διάνοια κυρίου. Ενώ όμως γνώριζαν την αληθή κατάσταση, προκειμένου να επιτύχουν την ενσωμάτωση του ακινήτου στην περιουσία των δύο πρώτων συμφώνησαν όλοι από κοινού και άσκησαν οι δύο πρώτοι την αγωγή και ο τρίτος την ομολόγησε με την μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια ως άνω ομολογία του ώστε να δημιουργηθεί με την μεταγραφή της αποφάσεως του δικαστηρίου τίτλος κυριότητας. Το Ειρηνοδικείο Λαγκαδά με την προαναφερομένη απόφασή του, αφού παραπλανήθηκε με την αναληθή ομολογία του τρίτου κατηγορουμένου η Ειρηνοδίκης που το συγκροτούσε, δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε τους δύο πρώτους κυρίους, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τον καθένα, του προαναφερομένου ακινήτου, το οποίο είχε αξία που υπερέβαινε τα 50.000.000 δρχ. ανερχόμενη περίπου στα 60.000.000 δρχ., αφού η αντικειμενική αξία του κατά την 12.2.2001 ανερχόταν σε 50.000.000 δρχ. (βλ. αναγνωσθείσα δήλωση φόρου κληρονομιάς των, των Ψ, ΣΤ και Ζ προς την Θ' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης). Με την απόφαση αυτή υπέστη βλάβη η περιουσία των κληρονόμων του Γ, πραγματικών ιδιοκτητών του ακινήτου, οι οποίοι πρέπει να υποβληθούν σε δικαστικούς αγώνες για την αναγνώριση της κυριότητάς τους έναντι των δύο πρώτων κατηγορουμένων και πρέπει μόνο για αμοιβή δικηγόρων για σύνταξη σχετικής αγωγής και προτάσεων κατά τη συζήτηση της μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενόψει της προαναφερομένης αξίας του ακινήτου, να δαπανήσουν 3% της αξίας του, δηλαδή το ποσό των 1.800.000 δρχ., που είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Εν όψει των περιστατικών αυτών πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι". Περαιτέρω, σύμφωνα με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι του ότι: "Στο ...... την 2-6-2000 ενεργώντας από κοινού με σκοπό να αποκομίσουν οι δύο πρώτοι εξ αυτών παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η δε ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Συγκεκριμένα με σκοπό να πετύχουν να ενσωματωθεί ένα οικόπεδο εκτάσεως 1.173 μ.τ. μετά της επ'αυτού ισόγειας οικίας εμβαδού 127 μ2 περίπου, που βρίσκεται στο υπ'αριθμ. ... Ο.Τ. της πόλης του ......, επί της οδού ......, στην περιουσία των δύο πρώτων κατηγορουμένων, Χ1 και Χ2 πράγμα το οποίο αυτοί δεν δικαιούνταν, παρέστησαν εν γνώσει τους, ψευδώς στον Ειρηνοδίκη Λαγκαδά, που δίκαζε την από 29-3-2000 με αριθμό κατάθεσης 169 αγωγή των δύο πρώτων κατηγορουμένων, Χ1 και Χ2 κατά του τρίτου κατηγορουμένου, Χ3, με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του πιο πάνω ακινήτου, λόγω έκτακτης χρησικτησίας, ότι από το έτος 1970 η μητέρα των δύο πρώτων κατηγορουμένων και δικαιοπάροχος τους, Α, ήταν κάτοχος και νομέας καλής πίστεως του πιο πάνω ακινήτου, το οποίο κατά το έτος 1995 τους το είχε μεταβιβάσει, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα με άτυπη δωρεά, πράγμα το οποίο ο εναγόμενος πατέρας τους, τρίτος κατηγορούμενος, Χ3 συνομολόγησε στο Δικαστήριο, ενώ το αληθές ήταν ότι το πιο πάνω ακίνητο ανήκε στην ιδιοκτησία των Β αρχικά και μετά το θάνατό της το 1988 του Β, κατοίκων ......, οι οποίοι όσο ζούσαν το εκμίσθωναν στην Α, μητέρα των δύο πρώτων κατηγορουμένων και σύζυγο του τρίτου, μετά δε το θάνατο των ανωτέρω ιδιοκτητών κατά το έτος 1988 αυτό, βάσει της εξ αδιαθέτου διαδοχής, περιήλθε στην κυριότητα των εγκαλούντων, Δ, Ε και Ψ και άλλων συγγενών του Β, κατοίκων όλων ......, οι οποίοι λόγω των μεταξύ των διαφορών και ασυμφωνίας, επέτρεπαν σιωπηρά στην πιο πάνω μισθώτρια και την οικογένεια της, ήτοι στον τρίτο κατηγορούμενο που ήταν σύζυγος της και στους δύο πρώτους κατηγορούμενους που ήταν τέκνα της να το χρησιμοποιούν, πείθοντας έτσι τον Ειρηνοδίκη Λαγκαδά να εκδώσει την υπ' αριθμ. 239/2000 απόφαση του, με την οποία η πιο πάνω αγωγή των δύο πρώτων κατηγορουμένων έγινε δεκτή, από την έκδοση δε της απόφασης αυτής βλάφθηκε η περιουσία των εγκαλούντων και των λοιπών πραγματικών ιδιοκτητών του πιο πάνω ακινήτου, αξίας 60.000.000 δρχ., οι οποίοι για να αναγνωριστεί η κυριότητα τους έναντι των δύο πρώτων κατηγορουμένων, που αναγνωρίσθηκαν κύριοι με την προαναφερομένη απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, θα πρέπει να δαπανήσουν τουλάχιστον για αμοιβή δικηγόρου που θα συντάξει τη σχετική αγωγή και τις προτάσεις, σύμφωνα με τον κώδικα των δικηγόρων, 1.800.000 δραχμών, η ζημία δε αυτή που προξενήθηκε σ' αυτούς είναι ιδιαίτερα μεγάλη". Από την αντιπαραβολή, όμως, του αιτιολογικού με το διατακτικό, προκύπτει ότι αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί στη μείζονα σκέψη, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απάτης στο Δικαστήριο, ούτε και με τη μορφή της απόπειρας, αφού ελλείπει το στοιχείο της παραπλάνησης του δικαστή και η απόφαση που εξέδωσε αυτός, στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στο τεκμήριο της ομολογίας της αγωγής από μέρους του εναγομένου. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τα αντίθετα και υπήγαγε τα ως άνω περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ, δεν εφάρμοσε ορθώς τη διάταξη αυτή, την οποία ευθέως παραβίασε και ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, σχετικός λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσία βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, εφόσον, η χαρακτηριζόμενη στο νόμο ως πλημμέλημα πράξη της απάτης (άρθρα 18 και 386 παρ.1 του ΠΚ), φέρεται ότι τελέσθηκε την 2 Ιουνίου 2000, έκτοτε δε και μέχρι την, κατά την 11-2-2009, εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως, πολύ δε περισσότερο μέχρι την ημέρα διασκέψεως (4-3-2009), παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία, το αξιόποινο της πράξεως αυτής εξαλείφθηκε με παραγραφή (άρθρα 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 1, 2 και 3 Π.Κ.), και κατά συνέπεια πρέπει να παύσει οριστικά η ασκηθείσα σε βάρος του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 περ. β' του Κ.ΠΔ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 2083/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος των κατηγορουμένων- αναιρεσειόντων 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, για την πράξη της απάτης, που φέρεται να έχει τελεσθεί την 2 Ιουνίου
- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ