Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 979 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρεμπορία. Περίληψη: Αγορά, κατοχή και πώληση λαθρεμπορευμάτων (εισαγωγή χωρίς άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής και καταβολή δασμών και φόρων πετρελαίου θέρμανσης). Στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Απόρριψη των λόγων αυτών ως αβασίμων. ΑΡΙΘΜΟΣ 979/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παϊπέτη περί αναιρέσεως της 1252,1252α/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 4/10. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 100 παρ.1 του ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κωδικός", όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Α.Ν. 2081/1939, λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα τελωνεία, τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, ή σε άλλον, παρά τον ορισμένο απ' αυτήν τόπο ή χρόνο και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τους δασμούς, τέλη και δικαιώματα που εισπράττονται από αυτό, επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή, ή εξαγομένων εμπορευμάτων και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο διαφορετικό από εκείνο που ορίζεται από το νόμο. Ως λαθρεμπορία, κατά την παρ.2 περ.θ του ίδιου άρθρου, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 2096/1952, θεωρείται και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που εισήχθησαν ή τέθηκαν σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Κατά τη διατύπωση του άρθρου 155 παρ. 1α και β, του ν.2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας), λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, ή σε άλλον από τον ορισμένο παρ' αυτής τόπο ή χρόνο και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή τα εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο από εκείνο που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία, θεωρείται και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή μορφή καθιδρύεται, τόσο κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Τελωνειακού Κώδικα, όσο και κατά τις διατάξεις του ισχύοντος Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής, υποκειμενικώς δε, για τη στοιχειοθέτηση στην περίπτωση αυτή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο, του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την πιο πάνω έννοια, καθώς και τη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα. Επομένως, έγκλημα λαθρεμπορίας υφίσταται και μόνο επί κατοχής ορισμένου λαθρεμπορεύματος, εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει την λαθρεμπορική του προέλευση, χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο. Εξάλλου, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 53 του νόμου 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου κατά το άρθρο 185 αυτού, άρχισε από 1-1-2002 "Επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης" στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και τα αλκοολούχα ποτά και βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής και κυκλοφορίας των προϊόντων αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 118 παρ. 5 αυτού, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντα Κώδικα, με σκοπόν την μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επ. του παρόντα Κώδικα και επισύρουν το υπ' αυτών προβλεπόμενο ειδικό τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνη του αναφερομένου άνω άρθρου 155 του ίδιου νόμου, που καθορίζει την έννοιαν της λαθρεμπορίας προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του ως άνω νέου τελωνειακού κώδικα ή καθοιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλομένου για τα πετρελαιοειδή προϊόντα ειδικού φόρου καταναλώσεως είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη χαρακτηριζόμενη ως λαθρεμπορία και τιμωρουμένη με τις προβλεπόμενες γι' αυτήν από τον ως άνω νόμο σχετικές ποινές. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ή έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα απ' αυτά ούτε να απαιτείται η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Ε του ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία συντακτικώς ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια που εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως σύντρεχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό των αιτιολογιών με το διατακτικό και που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 1252, 1252α/2009 αποφάσεως, που επιτρεπτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, την οποία στήριξε ότι ειδικώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά, αναφορικά με τα αποδιδόμενα στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα εγκλήματα της λαθρεμπορίας (αγοράς, κατοχής, πώλησης λαθρεμπορευμάτων). "Στις 12-3-2003, μετά από νομότυπο έλεγχο των φορολογικών περιστατικών αγορών και πωλήσεων πετρελαίου θέρμανσης, που διενεργήθηκε από υπαλλήλους του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος στην εταιρεία, που εδρεύει στη ..., με την επωνυμία "Χ κ ΣΙΑ ΟΕ", νόμιμος εκπρόσωπος και ομόρρυθμος εταίρος της οποίας είναι ο κατηγορούμενος και η οποία εμπορεύεται υγρά καύσιμα και διατηρεί πρατήριο υγρών καυσίμων επί της Λεωφόρου ..., για τη χρονική περίοδο από 15-10-2002 (ημερομηνία έναρξης διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης μέχρι και 31-12-2002, παρουσία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκε ότι η ως άνω επιχείρηση κατά το ως άνω χρονικό διάστημα αγόρασε 366.293 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης, ενώ είχε προβεί κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα σε πωλήσεις 503.635 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης. Κατόπιν αυτών συντάχθηκε το από 12-3-2003 πρωτόκολλο ποσοτικής καταμέτρησης - κλειστή Αποθήκη, το οποίο συνυπέγραψε και παρέλαβε ο κατηγορούμενος υπό την ως άνω ιδιότητα του. Έτσι, αποδείχθηκε ότι η εν λόγω εταιρία αγόρασε, από άτομο τα στοιχεία του οποίου δεν εξακριβώθηκαν, 137.342 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης (503.635 - 366.293), τα οποία είχαν εισαχθεί στη χώρα χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής και χωρίς να έχουν καταβληθεί στο Ελληνικό Δημόσιο οι αναλογούντες δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις, και στη συνέχεια κατείχε την ποσότητα αυτή και ακολούθως την πώληση σε καταναλωτές. Για την ποσότητα αυτή των 137.342 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης η ως άνω επιχείρηση δεν διαθέτει νόμιμα παραστατικά αγοράς κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 2960/2001 και από τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν, δεν αποδείχθηκε η νόμιμη προέλευση και κατοχή αυτής (ποσότητας) καθώς και η προηγούμενη καταβολή των αναλογούντων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι η ως άνω ποσότητα των 137.342 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης αποτελούσε υπόλοιπο παλαιάς νομίμως αγορασθείσας ποσότητας, εναπομείνασας στις αποθήκες της εν λόγω εταιρίας και υπάρχουσας εκεί κατά την 15-10-2002, δηλαδή κατά την έναρξη του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, λαμβανομένου υπόψη αφενός ότι οι αποθήκες αυτής είχαν συνολική χωρητικότητα 29.000 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης, ήτοι κατά πολύ μικρότερη, και αφετέρου ότι η ποσότητα αυτή δεν δηλώθηκε στο αρμόδιο Τελωνείο ως υπόλοιπο αποθήκης από τον κατηγορούμενο, όπως αυτός όφειλε να πράξει, εάν πράγματι ήταν αληθής ο ισχυρισμός του αυτός, ο οποίος κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι όψιμος και αναληθής, καθόσον στον κατηγορούμενο επιδόθηκε η υπ' αριθ. 34627/24-6-2003 πρόσκληση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης του Δ'Τελωνείου Επίβλεψης Συγκροτημάτων προκειμένου να παράσχει εξηγήσεις για την πώληση των ως άνω λαθρεμπορευμάτων κατά την επίμαχη χρονική περίοδο, και αυτός δεν ανταποκρίθηκε, ούτε μετέβη στην ως άνω Υπηρεσία, όταν κλήθηκε νόμιμα για να δώσει εξηγήσεις για το διοικητικό σκέλος της προκειμένης υπόθεσης (βλ. τις με αριθ. πρωτ. 20175 και 20176/ΠΤΠ.312/04/2-6-2006 κλήσεις του ως άνω Δ' Τελωνείου), προκειμένου να προβάλει τους ισχυρισμούς του. Εξάλλου, όταν με βάση την υπ' αριθ. 13093/28-7-2009 εντολή ελέγχου μετέβησαν υπάλληλοι της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων στην επιχείρηση του κατ/νου για επανέλεγχο της υπόθεσης, με υπαιτιότητα του τελευταίου, δεν κατέστη δυνατό να διενεργηθεί ο έλεγχος, καθόσον ο κατ/νος δήλωσε σ' αυτούς ότι ήταν δύσκολο να βρεθούν τα φορολογικά παραστατικά. Ως εκ τούτου, όσα αντίθετα υποστηρίζει ο κατ/νος είναι αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και το αίτημα περί αναβολής της δίκης, προκειμένου η τελωνειακή Αρχή να καταλογίσει σε βάρος του κατ/νου το σχετικό πρόστιμο. Τέλος, ο ίδιος στην από 12-3-2003 υπεύθυνη δήλωση του (άρθ.8 ν. 1599/86) προς το ΣΔΟΕ Περιφ. Δ/νης Αττικής δηλώνει ότι στις 31-12-2002 είχε στις δεξαμενές του περίπου 15.000 λίτρα πετρέλαιο θέρμανσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από την ως άνω διάθεση στην κατανάλωση από τον κατηγορούμενο της προαναφερόμενης ποσότητας πετρελαίου θέρμανσης κατά τρόπο που συνιστά λαθρεμπορία, ήτοι αν και γνώριζε ότι απαγορεύεται εντός των συνόρων του κράτους εισαγωγή εμπορευμάτων υποκείμενων σε δασμό εισαγωγικό άνευ γραπτής άδειας της τελωνειακής Αρχής και σε κάθε άλλη ενέργεια αποσκοπούσα να στερήσει το Δημόσιο των εισπρακτέων δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων, καθώς και η αγορά, κατοχή και πώληση εμπορευμάτων με τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας και οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Δημόσιο των ανωτέρω δικαιωμάτων του, οι μη καταβληθέντες δασμοί και λοιποί φόροι της διαφυγούσας την κατάσχεση ποσότητας των 137.342 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης ανέρχονται στο ποσό των 12.630,80 ευρώ. Οι εν λόγω δασμοί κλπ προσδιορίζονται ως εξής: ΑΞΙΑΣ χιλ/τρα 137.342 Χ 295,22 = 40546,10 € ΡΑΕ 137.342 Χ 0,15= 20,60 € ΧΡΕΩΣΗ Εισαγωγικός 40546,10X3,5% = 1419,11€ Φόρος καταν. χιλ/τρα 137.342 Χ 18 = 2472,15€ Λ. Ταμείο χιλ/τρα 137.342 X 0,03 = 4,12€ Ειδικό Τέλος € 43018,25 X 0,5%= 215,09€ Εισφορά προβλ. Περ. € 40546,10 Χ 1% = 405,46€ ΦΠΑ € 45082,63X18% = 8114,87€,όπως προκύπτει από την από 3-2-2004 οικεία έκθεση του ΣΔΟΕ, που αναγνώσθηκε. Επίσης, στον κατηγορούμενο για την πράξη αυτή επιβλήθηκε πολλαπλό τέλος ίσο με το πενταπλάσιο των δασμών και φόρων, ήτοι 63.154 ευρώ, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 312/04/8-5-2009 καταλογιστική πράξη του Προϊσταμένου της Δ/νσης του Δ' Τελωνείου Επίβλεψης, Συγκροτημάτων Πειραιά, η οποία κοινοποιήθηκε νόμιμα σ' αυτόν στις 11-5-2009, όπως προκύπτει από το οικείο αποδεικτικό επίδοσης του ..., ΤΕ-Α Τελωνειακού, που αναγνώσθηκε, και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο κατ/νος είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος υπό την ως άνω ιδιότητα του γνώριζε, όταν κατείχε και πωλούσε σε διάφορους πελάτες την προαναφερόμενη ποσότητα πετρελαίου θέρμανσης, ότι ήταν από εκείνες για τις οποίες δεν καταβλήθηκαν οι νόμιμοι δασμοί, τέλη, φόροι κλπ υπέρ του Δημοσίου, γιατί προορίζετο για συγκεκριμένη χρήση και εισήχθη ατελώς και ότι έγινε παράνομη αλλαγή της χρήσεως της και διατέθηκε στην αγορά χωρίς να καταβληθούν οι νόμιμοι δασμοί, φόροι κλπ και χωρίς την άδεια της αρμόδιας τελωνειακής Αρχής. Προέβη δε στην ως άνω αξιόποινη πράξη με σκοπό να αποστερήσει το Δημόσιο από τους οφειλόμενους και στην ως άνω ποσότητα πετρελαίου θέρμανσης αντιστοιχούντες, ως άνω, φόρους κλπ εκ 12.630,80 ευρώ (αξία CIF, χωρίς την προσαύξηση με τις δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στο αντικείμενο της λαθρεμπορίας), προσπορίζοντας στον εαυτό του ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος. Τα παραπάνω αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι κατέθεσαν για την ανωτέρω εγκληματική δραστηριότητα του κατ/νου, και επιβεβαιώνονται από όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Κατά συνέπεια όλων των ανωτέρω, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις, που ασκήθηκε σε βάρος του η προκειμένη ποινική δίωξη της αγοράς, κατοχής και πώλησης λαθρεμπορευμάτων, όπως στο διατακτικό". Ακολούθως το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο του αναιρεσείοντα της αγοράς, κατοχής και πώλησης λαθρεμπορευμάτων και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.