Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 981 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αποχή αποφάσεως. Περίληψη: Αναίρεση κατά βουλεύματος, που απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση κατά του πρωτόδικου βουλεύματος. Προϋποθέσεις παραδεκτού της αναιρέσεως (484 ΚΠΔ). Ανυπαρξία λόγων αναιρέσεως, λόγω αοριστίας. Απέχει το Συμβούλιο, προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσείων και προσέλθει στο Συμβούλιο τούτο (476 ΚΠΔ). ΑΡΙΘΜΟΣ 981/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1913/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ...... . Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1948/
- Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 45/25.1.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ'άρθρ. 485 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 199/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ......, κατά του υπ'αριθμ. 1913/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ'ακόλουθα: Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ'ουσία η υπ'αριθμ. 230/14-5-08 έφεσή του κατά του υπ'αριθμ. 1095/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακ/των) για τις αξιόποινες πράξεις: α) Απάτη, τετελεσμένη και σε απόπειρα, κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ και β) χρήση πλαστού εγγράφου κατ'εξακολούθηση. Β) Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, από δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 473 § 1, 474 και 482 § § 1,3 Κ.Π.Δ., με τη δήλωση του αναιρεσείοντα στο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η προαναφερθείσα υπ'αριθμ. 199/4-12-2008 έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα είχε επιδοθεί στον κατηγορούμενο στις 24-11-
- Είναι, κατά συνέπεια, τυπικά δεκτή. Με την κρινόμενη αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη αιτιολογίας και την αρνητική υπέρβαση εξουσίας (άρθρ. 482 § ια, 484 § 1 στοιχ. δ'και στ' Κ.Π.Δ. σε συνδ. με άρθρ. 32 § 4 και 139 Κ.Π.Δ.), (βλ. αίτηση). Γ) 'Ελλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορούμενου στο ακροατήριο, για την πράξη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη. Δ) Αρνητική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν αποφανθεί για κάποια πράξη για την οποία έχει ασκηθεί δίωξη (ΑΠ 1680/87 Ποιν.Χρ. ΛΗ'273). Ε) Εξ άλλου, εφ'όσον τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναιρέσεως ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (ΑΠ 1457/2000, ΑΠ 591/2001). ΣΤ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα, ειδικά δε αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, η οποία μνημονεύει, κατ'είδος, όλα τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπ'όψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών Ψ είναι αδελφός του εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ και από το έτος 1975 είχε εγκατασταθεί μονίμως στην ...... . Την 8-11-1987 απεβίωσε ο πατέρας τους Α ο οποίος άφησε μεγάλη ακίνητη περιουσία. Μετά το θάνατο του οι λοιποί, πλην του εγκαλούντος, κληρονόμοι του εμφάνισαν την από 22-9-1972 ιδιόγραφη διαθήκη του η οποία δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 648/3-6-1988 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το έτος 2001 ο εγκαλών επέστρεψε στην Ελλάδα, πληροφορήθηκε την ύπαρξη της διαθήκης και αμφισβήτησε τη γνησιότητα της υπογραφής του πατέρα τους σ' αυτή. Για το λόγο αυτόν απευθύνθηκε στον γραφολόγο ...... ο οποίος, με την από 17-10-2001 έκθεση του, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επί της διαθήκης υπογραφή του Α είναι πλαστή και όχι γνήσια. Παράλληλα, ο εγκαλών διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος είχε εγείρει αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή για ακίνητα που ανήκαν στην κληρονομιά, κατά της ήδη αποβιωσάσης αδελφής τους και της επίσης αποβιωσάσης μητέρα τους, με προσυμφωνημένη την ερημοδικία των εναγομένων, ώστε να καταστεί κύριος των ακινήτων αυτών δήθεν λόγω εκτάκτου χρησικτησίας. Άρχισε έτσι μεταξύ τους σφοδρή αντιδικία και ο εγκαλών υπέβαλε εγκλήσεις κατά του κατηγορουμένου, μεταξύ άλλων και για την κατάρτιση της πλαστής διαθήκης η οποία όμως απερρίφθη, με την υπ' αριθμ. Γ26/2005 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, επειδή είχε επαλειφθεί το αξιόποινο με παραγραφή, ενώ επί άλλης έγκλησης του για άλλες συναφείς πράξεις εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 474/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και, κατόπιν εφέσεων που άσκησαν οι διάδικοι, το υπ' αριθμ. 1754/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε για την υπό κρίση υπόθεση, διατάχθηκε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη για να διακριβωθεί η γνησιότητα ή μη της ως άνω διαθήκης και ο διενεργήσας αυτή γραφολόγος ......, με την από 25-1-2007 έκθεση του αποφάνθηκε ότι η υπογραφή που έχει τεθεί στο έγγραφο αυτό δεν είναι γνήσια αλλά ετέθη από τρίτον κατ' απομίμηση της υπογραφής του Α. Ας σημειωθεί ότι το ίδιο συμπέρασμα διατύπωσε στην από 6-2-2007 έκθεση της και η γραφολόγος ......, η οποία ορίσθηκε από τον εγκαλούντα. Επίσης κατά την κυρία ανάκριση διατάχθηκε και διενεργήθηκε πραγματογνωμοσύνη για τον καθορισμό της αξίας των επιδίκων ακινήτων. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε μεγάλο όφελος από το περιεχόμενο της ανωτέρω πλαστής διαθήκης, με αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος αδελφού του και εν γνώσει τελώντας του γεγονότος ότι αυτή δεν ήταν γνήσια, την χρησιμοποίησε και προέβη σε σειρά πωλήσεων ακινήτων, μεταξύ των οποίων και στις ακόλουθες οι οποίες διαλαμβάνονται στην παρούσα κατηγορία: Την 19-12-2003 την προσκόμισε στη συμβολαιογράφο Κρωπίας Ελένη Στεργίου ενώπιον της οποίας δήλωσε ότι αποδέχεται την κληρονομία του πατέρα του και έτσι συντάχθηκε η υπ' αριθμ. ...... πράξη αποδοχής κληρονομιάς για δύο αγρούς, έκτασης 518,67 τ.μ. και 215,92 τ.μ. αντιστοίχως, που ευρίσκονται στη θέση "......" της περιφέρειας ...... . Ακολούθως, την 22-12-2003 με τη χρήση και πάλι της πλαστής διαθήκης ενώπιον της ιδίας συμβολαιογράφου μεταβίβασε, με πώληση, για την οποία συντάχθηκε το υπ' αριθμ. 7235/...... συμβόλαιο, τους ανωτέρω δύο αγρούς στον τρίτο Β, αποκομίζοντας έτσι παράνομο όφελος τουλάχιστον 20.063 ευρώ με αντίστοιχη βλάβη του εγκαλούντος στον οποίο ανήκαν τα πωληθέντα ακίνητα κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου. Την 31-3-2005 ο κατηγορούμενος παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον Γ και στη συμβολαιογράφο Αθηνών Ευαγγελία Τάμπα ότι ο ίδιος είχε στην αποκλειστική του κυριότητα, νομή και κατοχή ένα οικόπεδο έκτασης 950,06 τ.μ. που ευρίσκεται στη θέση "......", το οποίο δήθεν είχε αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενος αυτό αδιαλείπτως από το έτος 1960 και έτσι έπεισε τον πρώτο να το αγοράσει και τη δεύτερη να καταρτίσει το υπ' αριθμ. ...... συμβόλαιο μεταβίβασης, ενώ η αλήθεια είναι ότι το ακίνητο αυτό περιλαμβανόταν στην κληρονομιά της μητέρας του Δ, η οποία μέχρι το θάνατο της, την 26-11-2004 ήταν αποκλειστικά κυρία αυτού και ασκούσε τη νομή αδιαλείπτως, μετά δε το θάνατο της περιήλθε κατ' ισομοιρία στους κληρονόμους της και, επομένως, κατά το ένα τρίτο εξ αδιαιρέτου στον εγκαλούντα, με αποτέλεσμα να ωφεληθεί παρανόμως κατά το ποσό των 81.004 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος. Τέλος, την 25-7-2005, ο κατηγορούμενος με την επίκληση της ανωτέρω πλαστής διαθήκης και με την ψευδή παράσταση ότι δήθεν ήταν αποκλειστικά κύριος, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου, έκτασης 2.000 τ.μ., το οποίο ευρίσκεται στα ......, στη θέση "......", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου, ενώ η αλήθεια είναι ότι το ακίνητο αυτό περιλαμβανόταν στην κληρονομιά του πατέρα του Α και, επομένως, είχε περιέλθει σ' αυτόν μόνον κατά το ένα τρίτο εξ αδιαιρέτου, επεχείρησε να το πωλήσει και προέβη σε διαπραγματεύσεις με διαφόρους ενδιαφερομένους, πλην όμως η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση του, καθ' όσον δεν επήλθε σχετική συμφωνία. Κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών ότι ορθώς παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο με το πρωτόδικο βούλευμα, το οποίο και επικύρωσε. Ζ) Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέος ο κατηγορούμενος, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13γ', στ', 14, 18, 26 § ια, 27, 42 § 1, 51, 52, 60, 94 § 1, 98, 216 § § 2-1, 386 § § 1, 3α Π.Κ., ενώ δεν παρέλειψε να αποφανθεί για κάποια πράξη, για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη. Επομένως είναι αβάσιμες οι αιτιάσεις που προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα. ΕΙΔΙΚΩΤΕΡΑ Ι) Η αιτιολογία του βουλεύματος είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αν αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη (Ολ. Α.Π. 1227/79 Ποιν.Χρ.Λ'53, Α.Π. 1151/2006 Ποιν. Χρ. ΝΖ' 33). ΙΙ) Είναι απαράδεκτη η αιτίαση ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν εκτίμησε δεόντως ουσιαστικά, κατά την άποψη τοy αναιρεσείοντα, έγγραφα και συγκεκριμένα χειρόγραφα γράμματα του θανόντα και δεν αξιοποίησε τα υπ'αριθμ. 474/2005 και 1754/2005 βουλεύματα των Συμβουλίων Πλημμελειοδικών και Εφετών, αντιστοίχως, τα οποία οδηγούν ευθέως, κατά την κρίσην του αναιρεσείοντα και πάλι, σε αθωωτική πρόταση (βλ. αναιρετήριο), καθ'ότι άπτεται της ουσιαστικής και ανέλεγκτης κρίσης του συμβουλίου. ΙΙΙ) Με βάση τα παραπάνω είναι ουσιαστικά αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 199/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ......, κατά του υπ'αριθμ. 1913/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του παραπάνω αναιρεσείοντα. Αθήνα 30 Δεκεμβρίου 2008 Ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ε. Νικολούδης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά βασική δικονομική αρχή, που προκύπτει από το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ, προ πάσης έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας ή μη των λόγων ασκήσεως του ενδίκου μέσου, πρέπει να έχει ασκηθεί αυτό με τήρηση των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος, διότι άλλως τούτο είναι και πρέπει να κηρυχθεί χωρίς άλλο και αυτεπαγγέλτως απαράδεκτο, αφού η τήρηση των διατυπώσεων του νόμου εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον (ασφάλεια δικαίου κλπ) με συνέπεια, εάν δεν τηρηθούν και το αρμόδιο δικαστήριο ή συμβούλιο δεν κηρύξει το ένδικο μέσο απαράδεκτο, η σχετική απόφαση ή το βούλευμα υποπίπτουν σε υπέρβαση εξουσίας (484 παρ.1 περ. στ, 510 παρ. 1 περ. Η του Κ.Π.Δ). Μεταξύ δε των διατάξεων που καθιερώνουν τέτοια προϋπόθεση, είναι και η παρ. 2 του άρθρου 474 Κ.Π.Δ. κατά την οποία "Στην έκθεση (ασκήσεως του ενδίκου μέσου) πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Η διάταξη αυτή καθιερώνει επιτακτικό κανόνα που ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα, διότι συνάπτεται με τη φύση και το σκοπό κάθε ενδίκου μέσου και δη ποιό ή ποιά τα παράπονα του ασκούντος αυτό, πόσο μεταβιβάζεται η υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο-συμβούλιο, αφού η έκθεση αποτελεί το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης για το ένδικο μέσο. Έτσι, στην έκθεση αναίρεσης, πρέπει να περιέχονται κατά τρόπον σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται, έτσι, ώστε να μπορούν να καταστούν αντικείμενο δικαστικής εκτιμήσεως από τον Άρειο Πάγο, διαφορετικά η αναίρεση είναι χωρίς άλλη έρευνα απαράδεκτη. Μάλιστα δε, στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για αυτεπάγγελτη έρευνα των λόγων αναιρέσεως (άρθρο 484 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ), αφού η έρευνα αυτή προϋποθέτει ότι η έκθεση αναίρεσης έχει τουλάχιστον έναν λόγο σαφή και ορισμένο και παραδεκτό κατά νόμο. Όπως δε είναι γνωστό οι λόγοι αναιρέσεως κατά βουλευμάτων (αλλά και κατά αποφάσεων) ορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 484 Κ.Π.Δ. Μεταξύ αυτών δεν είναι η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, λαμβανομένου υπόψη, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του βουλεύματος, ως και την τήρηση ορισμένων δικονομικών διατάξεων, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών για τα οποία κρίνει κυριαρχικά το οικείο συμβούλιο. Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη με αριθμό 199/4-12-2008, έκθεση αναιρέσεως, πλήττεται το υπ' αριθμό 1913/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία, η από 14-5-2008 έφεσή του, κατά του υπ' αριθμό 1095/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο ο ήδη αναιρεσείων παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για τις πράξεις α) της κακουργηματικής απάτης, τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ και β) της χρήσεως πλαστού εγγράφου, κατ' εξακολούθηση. Προς θεμελίωση δε της κρινόμενης με αριθμό 199/4-12-2008 αιτήσεώς του, επικαλείται κατά λέξη και πιστή αντιγραφή από την έκθεση αναιρέσεως τα παρακάτω: "
- διότι αυτό, στερείται ιδίας και αυτοτελούς ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που νόμω επιβάλλεται, πολλαπλής αιτιάσεως, 2) δι' αρνητικήν υπέρβασιν εξουσίας, ήτοι δια παράβασιν των άρθρων 482 παρ.1α, 484 παρ.1δ, και στ. του Κ.Π.Δ, εν συνδυασμό με 32 παρ.2 και 139 Κ.Π.Δ. Ειδικώτερα: Το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έχει ουδόλως, ουδεμίαν αιτιολογίαν. Αναφέρεται εξ' ολοκλήρου εις την Εισαγγελικήν πρότασιν, ήτις και αυτή, εξ' επόψεως αιτιολογίας είναι ελλειπεστάτη. Κυριότατα όμως παρορά ανεπιτρέπτως και μη συννόμως τα σοβαρά και σπουδαία, γνήσια έγγραφα, τα, κατά την κυρία ανάκρισιν, προσκομισθέντα, τα οποία θεμελιώνουν αρκούντως και ευπρεπώς και οδηγούν ευθέως εις αθωωτικήν πρότασιν. Ταύτα τα έγγραφα (ιδίως χειρόγραφα γράμματα του θανόντος πατρός προ του εγκαλούντα-μηνυτή) ουδόλως αξιοποιήθηκαν και κυρίως και ουδόλως αξιολογικώς εκτιμήθηκαν από τον προτείνοντα Εισαγγελέα προς συναγωγήν συμπερασμάτων περί υπάρξεως ή μη επαρκών ενδείξεων δια την κακουργηματικήν (και όχι μόνον) παραπομπήν μου. Ουδέ αξιοποίησε τα υπ' αριθμό 474/2005 και 1754/2005 βουλεύματα των Συμβουλίων Πλημμελειοδικών και Εφετών αντιστοίχως. Εξ' ετέρου το προσβαλλόμενο βούλευμα, υπερέβη αρνητικώς την εξουσίαν του, καθόσον (δια της εισαγγελικής προτάσεως, ελλειπούσης της ιδίας και αυτοτελούς αιτιολογίας) ανεζήτησε ανεπιτρέπτως πλήρεις αποδείξεις, θεωρώντας μάλιστα την πλαστογραφία της διαθήκης δεδομένη, και εντεύθεν την γνώσιν δια την χρήσιν πλαστού. Τούτου ένεκεν και υπέπεσεν εις την πλημμέλειαν της αρνητικής υπερβάσεως της εξουσίας κατ' άρθρον 484 παρ.1 στοιχ. ΣΤ. Επειδή κατά ταύτα το προσβαλλόμενον βούλευμα είναι πολλαπλώς αναιρετέο, δεκτής γενομένης της αναιρέσεώς μου". Από την παραδεκτή, όμως, επισκόπηση του δικογράφου της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, δεν προσδιορίζει συγκεκριμένα με σαφήνεια και πληρότητα τις πλημμέλειες του προσβαλλόμενου βουλεύματος, και ειδικότερα σε τι συνίστανται οι ελλείψεις, ως προς την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των παραδοχών του, καθώς και τις πλημμέλειες ως προς τη μη ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Ενόψει, όμως, των ανωτέρω, λόγω της πρόδηλης αοριστίας των προβαλλόμενων με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση, λόγων αναιρέσεως, α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, και γ) της υπερβάσεως εξουσίας, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως η οποία, ναι μεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα (473 παρ. 1 εδ. τελ. Κ.Π.Δ.) και κατά βουλεύματος που υπόκειται σ' αυτήν ( άρθρο 482 ΚΠΔ), πλην, όμως, δεν περιέχει κανένα λόγο αναιρέσεως, από αυτούς που ορίζει περιοριστικά το άρθρο 484 Κ.Ποιν.Δ, και εντεύθεν είναι απαράδεκτη. Μετά από αυτά, το Συμβούλιο τούτο, αποφαίνεται, ότι πρέπει να απόσχει από την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσείων, για να προσέλθει ενώπιον του ως άνω Συμβουλίου, και να εκθέσει τις απόψεις του, σύμφωνα με το άρθρο 476 Κ.Π.Δ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απέχει να αποφανθεί, επί της από 4 Δεκεμβρίου 2008 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ......, κατά του υπ' αριθ. 1913/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσείων, με επιμέλεια του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώπιον του Συμβουλίου αυτού και εκθέσει τις απόψεις του. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου
- Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ