← Ελλάδα

ΑΠ-954-003.ΦΕΚ

E ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α Signature Not Verified Digitally signed by KONSTANTINOS MOSCHONAS Date: 2021.01.14 19:09:03 EET Reason: Signed PDF (embedded) Location: Athens, Ethniko Typografio 69787 ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ∆ΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 31 Δεκεμβρίου 2020 ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ Αριθμ. 954/03 Λήψη απόφασης επί της υπό στοιχεία 6776/ Φ.960/02-11-2017 εμπιστευτικής και απόρρητης επιστολής γνωστοποίησης των εταιρειών «VODAFONE - ΠΑΝΑΦΟΝ Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Τηλεπικοινωνιών» και «WIND ΕΛΛΑΣ Τηλεπικοινωνίες Α.Ε.Β.Ε.» περί επέκτασης της συνεργασίας τους για κοινή χρήση του δικτύου πρόσβασης ραδιοεπικοινωνίας (RAN SHARING) στην τεχνολογία αιχμής Long Term Evolution (LTE) παρ. 1 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3959/2011, άρθρο 101 ΣΛΕΕ. Η ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΩΝ Έχοντας υπόψη: α) Τον ν. 4070/2012 «Ρυθμίσεις Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών, Μεταφορών, Δημοσίων Έργων και άλλες διατάξεις» (Α΄ 82), β) τον ν. 3959/2011 «Προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού» (Α΄ 93), όπως ισχύει τροποποιηθείς, γ) τον Κανονισμό 1/2003 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης, ΕΕ L 1/1/04-01-2003, δ) την υπ’ αρ. 472/171/2008 απόφαση της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) «Έκδοση του Κανονισμού Συνεγκατάστασης, κατ’ εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 30 του ν. 3431/2006» (Β΄ 885), όπως ισχύει τροποποιηθείς, ε) την απόφαση της ΕΕΤΤ υπ’ αρ. 661/2/2012 «Κανονισμός Αδειών Κατασκευών Κεραιών στην Ξηρά» (Β΄ 2529), στ) την υπ’ αρ. 919/26/16-12-2019 απόφαση της ΕΕΤΤ «Κανονισμός Αδειών Κατασκευών Κεραιών στην Ξηρά» (Β΄ 4872), ζ) την υπ’ αρ. 676/30/2012 απόφαση της ΕΕΤΤ «Κανονισμός Χρήσης και Χορήγησης Δικαιωμάτων Χρήσης Ραδιοσυχνοτήτων υπό καθεστώς Γενικής Άδειας για την Αρ. Φύλλου 6017 Παροχή Δικτύων ή/και Υπηρεσιών Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών» (Β΄ 110), η) την υπ’ αρ. 860/02/2018 απόφαση της ΕΕΤΤ «Κανονισμός Χρήσης και Χορήγησης Δικαιωμάτων Χρήσης Ραδιοσυχνοτήτων υπό καθεστώς Γενικής Άδειας για την Παροχή Δικτύων ή/και Υπηρεσιών Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών» (Β΄ 3919), θ) την Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 101 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας» (2011/C 11/01), ι) την Κωδικοποιημένη Ανακοίνωση της Επιτροπής για θέματα δικαιοδοσίας βάσει του Κανονισμού (ΕΚ) 139/2004 για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (2008/C 95/01), ια) το BEREC Report on Infrastructure Sharing, BoR

(18)116, 10 June 2019, ιβ) την υπό στοιχεία ΕΕΤΤ 4672/Φ.960/19-06-2013 γνωστοποίηση των εταιρειών «VODAFONE - ΠΑΝΑΦΟΝ Α.Ε.Ε.Τ.» και «WIND ΕΛΛΑΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α.Ε.Β.Ε.» για την από κοινού ανάπτυξη, εκμετάλλευση και συντήρηση των υποδομών δικτύων τους, ιγ) την υπό στοιχεία 29798/Φ800/9-7-2013 επιστολή της ΕΕΤΤ προς τις ως άνω εταιρείες για παροχή διευκρινίσεων επί της υποβληθείσης γνωστοποίησης, ιδ) την υπό στοιχεία ΕΕΤΤ 4723/Φ.960/11-07-2013 απαντητική επιστολή των εταιρειών «VODAFONE - ΠΑΝΑΦΟΝ Α.Ε.Ε.Τ.» και «WIND ΕΛΛΑΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α.Ε.Β.Ε.», ιε) την υπ’ αρ. 698/19/2013 απόφαση της ΕΕΤΤ «Λήψη απόφασης επί της γνωστοποίησης των εταιρειών VODAFONE ΕΛΛΑΣ και WIND ΕΛΛΑΣ για την από κοινού ανάπτυξη, εκμετάλλευση και συντήρηση υποδομών δικτύων», ιστ) την υπό στοιχεία 6776/Φ.960/02-11-2017 επιστολή των εταιρειών, με θέμα: «Γνωστοποίηση των εταιρειών “VODAFONE - ΠΑΝΑΦΟΝ Α.Ε.Ε.Τ.” και “WIND ΕΛΛΑΣ Τηλεπικοινωνίες Α.Ε.Β.Ε.” περί επέκτασης της συνεργασίας τους για κοινή χρήση του δικτύου πρόσβασης ραδιοεπικοινωνίας (Ran Sharing) στην τεχνολογία αιχμής Long Term Evolution (LTE)», 69788 ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ιζ) την υπό στοιχεία 25654/Φ.800/06-09-2018 επιστολή της ΕΕΤΤ, με θέμα: «Γνωστοποίηση επέκτασης συμφωνίας κοινής χρήσης δικτύου των εταιρειών “Vodafone PANAFON Α.Ε.Ε.Τ.” και “Wind HELLAS Α.Ε.Β.Ε.” - Παροχή πληροφοριών στην ΕΕΤΤ - ν. 4070/2012 (Α΄ 82) ν. 3959/2011 (Α΄ 93)», ιη) την υπό στοιχεία 7171/Φ.960/05-10-2018 επιστολή της ΕΕΤΤ, με θέμα: «Γνωστοποίηση επέκτασης συμφωνίας κοινής χρήσης δικτύου των εταιρειών “VODAFONE ΠΑΝΑΦΟΝ Α.Ε.Ε.Τ.” και “WIND ΕΛΛΑΣ Τηλεπικοινωνίες Α.Ε.Β.Ε.” - Παροχή πληροφοριών στην ΕΕΤΤ - ν. 4070/2012 (Α΄ 82) - ν. 3959/2011 (Α΄ 93)», ιθ) τις υπ’ αρ. 7300/16-01-2019 και 7299/16-01-2019 επιστολές της ΕΕΤΤ, ιι) την υπ’ αρ. 3827/31-01-2019 επιστολή του πληρεξουσίου δικηγορικού γραφείου Κουταλίδη, κ) την υπό στοιχεία 16343/Φ.800/14-05-2019 επιστολή της ΕΕΤΤ, κα) την υπό στοιχεία 7432/Φ.960/30-05-2019 επιστολή της εταιρείας «WIND ΕΛΛΑΣ Τηλεπικοινωνίες Α.Ε.Β.Ε.», κβ) την υπό στοιχεία 7426/Φ.960/28-05-2019 επιστολή της εταιρείας «VODAFONE - ΠΑΝΑΦΟΝ Α.Ε.Ε.Τ.», κγ) την υπό στοιχεία 23998/Φ.800/19-07-2019 επιστολή της ΕΕΤΤ, κδ) την υπ’ αρ. 38306/25-11-2019 επιστολή της ΕΕΤΤ προς τις εταιρείες «WIND ΕΛΛΑΣ Τηλεπικοινωνίες Α.Ε.Β.Ε.» και «VODAFONE - ΠΑΝΑΦΟΝ Α.Ε.Ε.Τ.», κε) την υπό στοιχεία 7645/Φ.960/24-12-2019 επιστολή της εταιρείας «WIND ΕΛΛΑΣ Τηλεπικοινωνίες Α.Ε.Β.Ε.», κστ) την υπ’ αρ. 7644/23-12-2019 επιστολή της εταιρείας «VODAFONE - ΠΑΝΑΦΟΝ Α.Ε.Ε.Τ.», κζ) την υπό στοιχεία 7851/Φ.960/29-06-2020 επιστολή της εταιρείας «VODAFONE - ΠΑΝΑΦΟΝ Α.Ε.Ε.Τ.», κη) την υπ’ αρ. 7848/26-06-2029 επιστολή της εταιρείας «WIND ΕΛΛΑΣ Τηλεπικοινωνίες Α.Ε.Β.Ε.», κθ) την υπό στοιχεία 7902/Φ.960/31-08-2020 επιστολή της εταιρείας «WIND ΕΛΛΑΣ Τηλεπικοινωνίες Α.Ε.Β.Ε.», Και επειδή: Ι. Ιστορικό 1. Πραγματικά περιστατικά 1) Στις 19 Ιουλίου 2013, κατόπιν προηγούμενης σχετικής γνωστοποίησης των εταιρειών «VODAFONE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Ε.Τ.» (εφεξής VODAFONE) και «WIND ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Β.Ε.» (εφεξής WIND), με την οποία οι δύο
(2)εταιρείες ενημέρωναν την ΕΕΤΤ για την πρόθεσή τους να συστήσουν από κοινού νομικό πρόσωπο που θ’ αναλάβει την παροχή υπηρεσιών από κοινού ανάπτυξης, εκμετάλλευσης και συντήρησης υποδομών των Δημόσιων Τηλεπικοινωνιακών Δικτύων Κινητής Τηλεφωνίας τους, η ΕΕΤΤ επέτρεψε με την έκδοση της υπ’ αρ. 698/19/2013 απόφασής της τη δημιουργία κοινής επιχείρησης από τα ως άνω μέρη, επιφυλασσόμενη να επανεξετάσει την εν λόγω συμφωνία, άμα τη θέση σε ισχύ της (και υπό τις εκεί περιγραφόμενες ρυθμιστικές προϋποθέσεις που δέσμευαν τα δύο μέρη). 2) Στις 2 Νοεμβρίου 2017, οι εταιρείες VODAFONE και WIND έχοντας θέση σε ισχύ τη λειτουργία της κοινής τους (μη αυτόνομης) εταιρείας VICTUS, υπέβαλλαν στην ΕΕΤΤ έτερη απόρρητη και εμπιστευτική τους επιστολή, Τεύχος B’ 6017/31.12.2020 με την οποία γνωστοποιούσαν την ΕΕΤΤ την πρόθεσή τους περί περαιτέρω επέκτασης της συνεργασίας τους για κοινή χρήση του δικτύου πρόσβασης ραδιοεπικοινωνίας (RAN SHARING), στην τεχνολογία αιχμής Long Term Evolution (LTE). 3) Στις 6 Σεπτεμβρίου 2018, η ΕΕΤΤ, με την υπό στοιχεία 25654/Φ.800/2018 επιστολή της, με θέμα: «Γνωστοποίηση επέκτασης συμφωνίας κοινής χρήσης δικτύου των εταιρειών “Vodafone - PANAFON Α.Ε.Ε.Τ.” και “Wind HELLAS Α.Ε.Β.Ε.” - Παροχή πληροφοριών στην ΕΕΤΤ ν. 4070/2012 (Α΄ 82) - ν. 3959/2011 (Α΄ 93)», στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της ως αρχή ανταγωνισμού, εκκίνησε σχετική διαδικασία διερεύνησης και αιτήθηκε επιμέρους στοιχεία-διευκρινίσεις στην ανωτέρω επιστολή των δυο εταιρειών, αναφορικά με τους όρους της συμφωνίας, το σχέδιο υλοποίησής της, τις λίστες των κατασκευών κεραιών, τη γεωγραφική κατάτμηση αυτής, τα ζητήματα ανταλλαγής των ευαίσθητων πληροφοριών, καθώς και τη δυνατότητα πρόσβασης και παροχής των σχετικών υπηρεσιών σε τρίτα μέρη. 4) Στις 5 Οκτωβρίου 2018, οι εταιρείες VODAFONE, και WIND απέστειλαν μέσω της πληρεξουσίας τους δικηγορικής εταιρείας «ΚΟΥΤΑΛΙΔΗ» απαντητική επιστολή στην ΕΕΤΤ, επισυνάπτοντας τα σχετικά στοιχεία.
  1. Η υπ’ αρ. 698/19/2013 απόφαση της ΕΕΤΤ Ως αναφέρθηκε, το έτος 2013, οι εταιρείες VODAFONE και WIND υπέβαλλαν στην ΕΕΤΤ το υπό στοιχεία ΕΕΤΤ 4672/Φ.960/19-06-2013 έγγραφό τους, γνωστοποιώντας στην ΕΕΤΤ την απόφασή τους για την από κοινού σύσταση νομικού προσώπου (Ανωνύμου Εταιρείας) που θα αναλάβει την παροχή υπηρεσιών από κοινού ανάπτυξης, εκμετάλλευσης και συντήρησης υποδομών των Δημόσιων Τηλεπικοινωνιακών Δικτύων Κινητής Τηλεφωνίας, αμφότερων των εταιρειών. Επεσήμαναν δε πως η εν λόγω κοινοποίηση αφορά μόνο σε κοινή χρήση δικτύων πρόσβασης (Radio Access Network Sharing RAN Sharing) και όχι σε από κοινού χρήση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων (no Spectrum Sharing) ή στοιχείων του δικτύου κορμού (no Core Sharing). Οι ανωτέρω εταιρείες αιτήθηκαν από την ΕΕΤΤ: α) να χορηγηθεί έγκριση για την από κοινού σύσταση νομικού προσώπου (Ανωνύμου Εταιρείας) που θα αναλάβει την παροχή υπηρεσιών από κοινού ανάπτυξης, εκμετάλλευσης και συντήρησης υποδομών των Δημόσιων Τηλεπικοινωνιακών Δικτύων Κινητής Τηλεφωνίας, αμφότερων των εταιρειών, β) την αντίστοιχη τροποποίηση των υφισταμένων αδειών-δικαιωμάτων χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων που έχουν απονεμηθεί στις ανωτέρω δύο αιτούσες εταιρείες, εφόσον αυτό απαιτείται και γ) τη χορήγηση εγκρίσεως για τη μεταβίβαση κεραιοσυστημάτων μεταξύ της Vodafone και της Wind, πράξη η οποία απαιτείτο για την καλή εκτέλεση της ως άνω σύμβασης (εφαρμογή κανόνα συμμετρίας), με την ανάληψη από πλευράς των εταιρειών της υποχρέωσης να κοινοποιήσει στην ΕΕΤΤ κάθε μία πράξη μεταβίβασης κατά το χρόνο που αυτές θα λάβουν χώρα στο μέλλον, στο πλαίσιο υλοποίησης της συμβάσεως. Τεύχος B’ 6017/31.12.2020 ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Σύμφωνα με το σώμα και το διατακτικό της ακολούθως εκδοθείσης υπ’ αρ. 698/2013 απόφασης της ΕΕΤΤ, η τελευταία κατέληξε πως: «…
  2. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, εφόσον διαπιστωθεί ο αντι-ανταγωνιστικός χαρακτήρας μίας σύμπραξης, υπό την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3959/2011 και της παρ. 1 του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, οι συμπράττουσες επιχειρήσεις φέρουν το βάρος απόδειξης ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3959/2011 και της παρ. 3 του άρθρου 101 ΣΛΕΕ. Συνεπώς, η κάθε επιχείρηση που τυχόν επικαλεστεί την ως άνω διάταξη πρέπει και να αποδείξει ότι πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις με πειστικά επιχειρήματα και αποδεικτικά στοιχεία. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3959/2011, κατά τη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού για την εφαρμογή των άρθρων 1 και 2 καθένας φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του. Στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κατ’ επέκταση και στο ελληνικό δίκαιο ανταγωνισμού, γίνεται δεκτό ότι η παρ. 3 του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και η παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3959/2011 δεν αποκλείουν a priori ορισμένα είδη συμφωνιών από το πεδίο εφαρμογής τους. Κάθε συμφωνία, απόφαση ένωσης επιχειρήσεων ή εναρμονισμένη πρακτική που περιορίζει τον ανταγωνισμό, είτε μέσω των αποτελεσμάτων είτε μέσω του αντικειμένου της, μπορεί κατ’ αρχήν να τύχει απαλλαγής. Όσο πιο σοβαρός όμως είναι ο περιορισμός του ανταγωνισμού, τόσο πιο απίθανο είναι μία πρακτική να εμπίπτει στην εξαίρεση των ανωτέρω άρθρων. Η εφαρμογή της ως άνω ατομικής εξαίρεσης υπόκειται σε τέσσερις (σωρευτικές) προϋποθέσεις, δύο θετικές και δύο αρνητικές: α) η συμφωνία πρέπει να συμβάλλει στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας ή της διανομής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής-οικονομικής προόδου, β) πρέπει να εξασφαλίζει δίκαιο τμήμα στους καταναλωτές από το όφελος που προκύπτει, γ) οι περιορισμοί πρέπει να είναι απαραίτητοι για την επίτευξη των στόχων αυτών και δ) η συμφωνία δεν πρέπει να παρέχει στα μέρη τη δυνατότητα κατάργησης του ανταγωνισμού. Οι τέσσερις προαναφερόμενες προϋποθέσεις είναι σωρευτικές, δηλαδή, πρέπει να πληρούνται όλες για να έχει εφαρμογή η ατομική εξαίρεση βάσει της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3959/2011 [βλπτ. ενδεικτικά ΔΕΕ απόφ. της 23-11-2006 C-238/05 Asnef/Equifax σκ.65 όπου και παραπομπές στην προηγούμενη σχετική νομολογία, επίσης παρ. 49 των κατευθυντήριων γραμμών ό.π. και παρ. 105-110 όπου και παραδείγματα ανταλλαγής πληροφοριών που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού και τα οποία αναλύονται υπό το πρίσμα της εφαρμογής ή μη της εξαίρεσης της παρ. 3 του άρθρου 101 ΣΛΕΕ]. Εφόσον έστω και μία από αυτές δεν πληρούται, η συμφωνία καθίσταται αυτοδικαίως άκυρη. Κατά πάγια νομολογία και πρακτική, οι σοβαροί περιορισμοί του ανταγωνισμού (hardcore restrictions), όπως ο άμεσος ή έμμεσος καθορισμός τιμών, δεν μπορεί να πληρούν τις προϋποθέσεις εξαίρεσης από τις απαγορευτικές διατάξεις του 69789 άρθρου 1 του ν. 3959/
  3. Ειδικότερα, οι συμφωνίες αυτές κατά κανόνα δεν πληρούν (τουλάχιστον) τις δύο πρώτες προϋποθέσεις της παρ. 3 του ίδιου άρθρου. Δεν δημιουργούν, δηλαδή, αντικειμενικά οικονομικά πλεονεκτήματα, ούτε και προσπορίζουν οφέλη στους καταναλωτές. Επιπλέον, αυτά τα είδη συμφωνιών δεν πληρούν κατά κανόνα το κριτήριο του απαραίτητου χαρακτήρα, βάσει της τρίτης προϋπόθεσης της παρ.
  4. Τέλος, ούτε και η τέταρτη προϋπόθεση της εξαίρεσης πληρούται, εάν η συμφωνία καταργεί τον ανταγωνισμό στη σημαντικότερη έκφρασή του, ήτοι σε επίπεδο τιμών. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι οι δυο εταιρείες VODAFONE WIND (προκειμένου προφανώς να τεκμηριώσουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3959/2011 και την παρ. 3 του άρθρου 101 ΣΛΕΕ), επικαλούνται μεγάλα οφέλη, τα οποία θα προκύψουν από την ως άνω συμφωνία/σύμπραξη, όπως μείωση του κόστους (cost savings), βέλτιστη κάλυψη, νέες επενδύσεις ύψους 150 εκ. ευρώ και 50 εκ. ευρώ, εισροή εσόδων στην ελληνική οικονομία μέσω κινητής ευρυζωνικότητας, ανάπτυξη προηγμένων ευρυζωνικών δικτύων και δημιουργία 650 νέων θέσεων εργασίας, κ.λπ.
  5. Με βάση τα παραπάνω, και ιδίως λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζεται παρόμοια συμφωνία κοινής χρήσης δικτύου (με τη μορφή του RAN Sharing agreement) μεταξύ ανταγωνιστών στην ελληνική αγορά των Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών, η ΕΕΤΤ επιφυλάσσεται να εξετάσει τα όποια πιθανά αντι-ανταγωνιστικά αποτελέσματα, μετά την έναρξη λειτουργίας της νέας εταιρείας και της θέσης σε ισχύ των συναφθεισών μεταξύ των μερών συμβάσεων [“Master Agreement for the Establishment of a Network Sharing Company”, “Shareholders Agreement”, και “Network Sharing Services Agreement”], ιδίως, μεταξύ άλλων, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ανταλλαγής “ευαίσθητων” πληροφοριών που θα λάβει χώρα μεταξύ των δυο συμμετεχουσών εταιρειών-ανταγωνιστών.
  6. Σε σχέση με τη μεταβίβαση των κεραιοσυστημάτων που ανήκουν στις δύο εταιρείες θα πρέπει να ακολουθηθούν οι διαδικασίες που ειδικώς προβλέπονται στην υπ’ αρ. 661/2/2012 απόφαση της ΕΕΤΤ “Κανονισμός Αδειών Κατασκευών Κεραιών στην Ξηρά”.
  7. Τέλος, όσον αφορά την απαιτούμενη από τις αποφάσεις της ΕΕΤΤ 448/197/21-8-2007, 448/192/ 21-8-2007, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 633/ 144/15-12-2011, 448/194/21-8-2007, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 633/145/15-12-2011, 448/ 196/21-8-2007 έγκριση για σύναψη συμφωνίας συνεγκατάστασης και από κοινού χρήσης ευκολιών, η ΕΕΤΤ δύναται να επιτρέψει την από κοινού χρήση εξοπλισμού και υποδομών των αιτουσών εταιρειών με την επιφύλαξη των όσων αναλυτικά αναφέρθηκαν παραπάνω σε σχέση με την τήρηση των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας για την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού… Σε κάθε περίπτωση η ΕΕΤΤ θα ασκεί οποιαδήποτε στιγμή τις προβλεπόμενες από την παρ. στ’ του άρθρου 12 του ν. 4070/2012 αρμοδιότητές της για εποπτεία και έλεγχο των κανόνων ανταγωνισμού σε σχέση με την κρινόμενη συμφωνία των εταιρειών (βλ. και ανωτέρω υπό 18)». 69790 ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Η απόφαση κατέληγε στο διατακτικό της συγκεκριμένα ως εξής: «
  8. Επιτρέπει, κατά τα προβλεπόμενα στις αποφάσεις της ΕΕΤΤ 448/197/21-8-2007, 448/192/21-8-2007, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 633/144/15-12-2011, 448/194/21-8-2007, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 633/145/15-12-2011, και 448/196/21-8-2007, την από κοινού χρήση εξοπλισμού ή/και υποδομών των εταιρειών “VODAFONE - ΠΑΝΑΦΟΝ Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Τηλεπικοινωνιών” και “WIND ΕΛΛΑΣ Τηλεπικοινωνίες Α.Ε.Β.Ε.”, με την επιφύλαξη των όσων αναλυτικά αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας σε σχέση με την τήρηση των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας για την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού…». Συνεπώς, με βάση το λεκτικό της ανωτέρω απόφασης, η ΕΕΤΤ, προτιθέμενη να διευκολύνει στρατηγικά την «κοινή χρήση δικτύων» στην Ελληνική Επικράτεια και στην αγορά των Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών, σύμφωνα με το κείμενο ρυθμιστικό πλαίσιο και τις επιταγές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί ενθάρρυνσης των πρωτοβουλιών/συμφωνιών κοινής χρήσης δικτύων ανά την Ευρωπαϊκή αγορά, επέτρεψε σε αρχικό στάδιο την γνωστοποιηθείσα συμφωνία των δύο
(2)εταιρειών, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, επιφυλασσόμενη βέβαια να την επανεξετάσει μετά την έναρξη παροχής των σχετικών υπηρεσιών, λαμβάνοντας υπόψη τη δομή και τις εξελίξεις της αγοράς της κινητής τηλεφωνίας. 3) Η από 2017 γνωστοποίηση των εταιρειών «VODAFONE - ΠΑΝΑΦΟΝ Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Τηλεπικοινωνιών» και «WIND ΕΛΛΑΣ Τηλεπικοινωνίες Α.Ε.Β.Ε.» περί επέκτασης της συνεργασίας τους για κοινή χρήση του δικτύου πρόσβασης ραδιοεπικοινωνίας (RAN SHARING) στην τεχνολογία αιχμής Long Term Evolution (LTE) 4G Αφού ετέθη σε ισχύ η συμφωνία που υπεγράφη το 2013 και εκκίνησε τη λειτουργία της η κοινή εταιρεία των δύο
(2)μερών VICTUS1 κάνοντας κοινή χρήση του RAN δικτύου των δύο
(2)εταιρειών, τα μέρη γνωστοποίησαν στην ΕΕΤΤ την τροποποίηση της συμφωνίας τους, σύμφωνα με την οποία προχωρούσαν σε αναβάθμιση της κοινής χρήσης του ραδιοδικτύου τους στην τεχνολογία LTE (4G). Σύμφωνα με την υπό σχετικό ιστ΄ επιστολή και δήλωση των δύο εταιρειών: α) «Η επέκταση θ’ αφορά σε υπηρεσίες κοινής ανάπτυξης και διαχείρισης εξοπλισμού ή/και υποδομών δικτύου για λογαριασμό των Παρόχων και μετόχων της VICTUS, ως προς την τεχνολογία αιχμής Long Term Evolution (LTE) και αποκλειστικά για τους κοινούς σταθμούς των Παρόχων». 1 Προηγουμένως, με την εκδοθείσα απόφασή της, η ΕΕΤΤ διερεύνησε αρχικά κατά πόσο η κοινή επιχείρηση των δύο
(2)εταιρειών VICTUS πληρούσε το κριτήριο της αυτόνομης λειτουργικά οντότητας (προκειμένου να ερευνηθεί αν επρόκειτο περί συγκέντρωσης επιχειρήσεων), έχοντας αιτηθεί σειρά στοιχείων από τα δύο
(2)μέρη καταλήγοντας, αφού εξέτασε τις σχετικές προϋποθέσεις, πως η εταιρεία δεν είναι λειτουργικά αυτόνομη, παρά επιτελεί μια ειδική δραστηριότητα προσφέροντας τις υπηρεσίες της στους δύο
(2)μετόχους της, ήτοι την εταιρεία «VODAFONE ΕΛΛΑΣ» και την εταιρεία «WIND ΕΛΛΑΣ» (βλ. υπ’αρ. 698/2013 απόφαση). Τεύχος B’ 6017/31.12.2020 β) Η επέκταση δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα της (VICTUS) ως κοινής επιχείρησης που δεν πληρεί το κριτήριο της πραγματοποίησης σε διαρκή βάση όλων των λειτουργιών μιας αυτόνομης οικονομικής οντότητας (full function joint venture), σύμφωνα πάντα με τη σχετική δήλωση των δύο μερών στην αρχική τους γνωστοποίηση2, γεγονός που απήλαξε τα μέρη από την υποχρέωση γνωστοποίησης συγκέντρωσης, βάσει του άρθρου 6 του ν. 3959/
  1. γ) Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς (και πάλι) των δυο μερών, εξακολουθούν να ισχύουν οι όροι της αρχικής (υπ’αρ. 698/2013) απόφασης της ΕΕΤΤ και να εφαρμόζονται στο ακέραιο επιβεβαιώνοντας ότι: α. Οι δύο πάροχοι εξακολουθούν να παραμένουν ανταγωνιστές, και πλήρως ανεξάρτητοι, στις σχετικές αγορές κινητής τηλεφωνίας σε επίπεδο λιανικής. β. Οι δυο πάροχοι παραμένουν ανταγωνιστές και πλήρως ανεξάρτητοι, ως προς τα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων (φάσματος) και την απόκτηση αυτών (διευκρινίζοντας ότι δεν κάνουν spectrum sharing). γ. Ο κάθε ένας εκ των παρόχων διατηρεί πλήρως την ανεξαρτησία του για τη λήψη αποφάσεων ως προς τους λεγόμενους «αποκλειστικούς σταθμούς» του δικτύου πρόσβασης ραδιοεπικοινωνίας (διατηρούν τα exclusive sites) και δ. Οι πάροχοι περιορίζονται στην απολύτως αναγκαία και αναλογική ανταλλαγή ευαίσθητων εμπορικών πληροφοριών, και μόνο στον βαθμό που αυτό απαιτείται για την ορθή λειτουργία της VICTUS (σύμφωνα με τα σχετικά που προσκομίζουν). δ) Τέλος επιβεβαίωσαν ότι η επέκταση της συμφωνίας καλύπτεται από τις εγγυήσεις ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ανταλλαγής των ευαίσθητων πληροφοριών, έχοντας υιοθετήσει αυστηρές κατευθυντήριες γραμμές με κατηγοριοποίηση των πληροφοριών, ανάλογα με το περιεχόμενο και τον παραλήπτη τους, δεσμευόμενοι ότι θα εφαρμόσουν και στην επέκταση τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές. Ισχυρίστηκαν επίσης, ότι ως προς τα οφέλη που προκύπτουν και αναμένονται από την συγκεκριμένη συμφωνία, αυτά πραγματώθηκαν κατά την άποψή τους, αναφέροντας συγκεκριμένα πως: «…5 χρόνια μετά τη σύσταση της VICTUS, η λειτουργία της έχει ήδη πραγματώσει τα ως άνω οφέλη κατά το ότι η κοινή χρήση των δικτύων πρόσβασης συνεπάγεται οικονομίες κόστους και οδηγεί στην ταχύτερη ανάπτυξη υπηρεσιών, την καλύτερη δικτυακή κάλυψη και την αποφυγή ορισμένων από τα περιβαλλοντολογικά προβλήματα που προκαλούνται από τις υποδομές δικτύων…». ΙΙ. ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Ι. ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ 1) N. 4070/2012 «Ρυθμίσεις Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών, Μεταφορών, Δημοσίων Έργων και άλλες διατάξεις» Για τη διερεύνηση της παρούσας συμφωνίας επέκτασης, εφαρμοστέες είναι καταρχήν οι διατάξεις του ν. 4070/20123, όπου ειδικότερα: 2 3 Βλ. σχετικά και ιστορικό υπ’αρ. 698/2013 απόφασης. Α΄
  2. Τεύχος B’ 6017/31.12.2020 ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Στο άρθρο 3 του ν. 4070/2012 ορίζεται ότι για την επίτευξη των στόχων που αναφέρονται στην παρ. 1 του ως άνω άρθρου εφαρμόζονται αντικειμενικές, διαφανείς, αμερόληπτες και αναλογικές αρχές ρύθμισης, ιδίως μέσω: «α) […], δ) της προώθησης αποτελεσματικών επενδύσεων και καινοτομιών σε νέες και εξελιγμένες υποδομές, εξασφαλίζοντας ότι κάθε υποχρέωση πρόσβασης λαμβάνει υπόψη τους κινδύνους που αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις που πραγματοποιούν τις επενδύσεις και επιτρέποντας διαφορετικές μορφές συνεργασίας μεταξύ των επενδυτών και των φορέων που αιτούνται πρόσβαση, προκειμένου να επιμερίζεται ο επενδυτικός κίνδυνος ώστε να διασφαλίζεται ο ανταγωνισμός στην αγορά και η τήρηση της αρχής της μη διακριτικής μεταχείρισης». Σύμφωνα με την παρ. στ΄ του άρθρυ 12 του ως άνω νόμου, η ΕΕΤΤ μεριμνά για την τήρηση της νομοθεσίας περί ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ταχυδρομικών υπηρεσιών και εφαρμόζει τις διατάξεις του ν. 3959/2011, σε σχέση με την άσκηση των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και τον Κανονισμό 1/2003/ΕΚ (L 001), ενώ με το άρθρο 14 του Νόμου παρέχονται στην ΕΕΤΤ όλες οι εξουσίες έρευνας και τα δικαιώματα ελέγχου της Επιτροπή Ανταγωνισμού. Περαιτέρω, στο άρθρο 29 του ν. 4070/2012 ορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι γενικές αρχές για τη συνεγκατάσταση και την από κοινού χρήση ευκολιών, ιδίως δε προβλέπεται ότι ειδικά για τις περιπτώσεις συνεγκατάστασης κεραιοσυστημάτων για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος, οι επιχειρήσεις δικαιούνται να αιτούνται συνεγκατάσταση και υποχρεούνται να παρέχουν συνεγκατάσταση, κατόπιν αιτήματος άλλων επιχειρήσεων με εύλογους όρους, στο μέτρο όπου αυτό είναι τεχνικά εφικτό. Συγκεκριμένα, το άρθρο 29 του ν. 4070/2012, με τίτλο: «Συνεγκατάσταση και από κοινού χρήση ευκολιών», προβλέπει πως: «
  3. Όταν επιχείρηση παροχής δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχει το δικαίωμα, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, να εγκαθιστά ευκολίες επί, υπέρ ή υπό δημόσιου, ιδιωτικού ή κοινόχρηστου ακινήτου, ή δύναται να επωφελείται διαδικασίας για την απαλλοτρίωση ή τη χρήση ακινήτου, η Ε.Ε.Τ.Τ. είναι σε θέση να επιβάλει την από κοινού χρήση των ευκολιών ή του ακινήτου αυτού, περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, κτιρίων ή εισόδων σε κτήρια, καλωδιώσεων κτιρίων, ιστών, κεραιών, πύργων και άλλων φερουσών κατασκευών, αγωγών, σωληνώσεων, φρεατίων και κυτίων σύνδεσης, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη την αρχή της αναλογικότητας.
  4. Η Ε.Ε.Τ.Τ. δύναται να επιβάλλει στις επιχειρήσεις της παρ. 1 την από κοινού χρήση ευκολιών ή ακινήτων (περιλαμβανομένης της φυσικής συνεγκατάστασης) ή τη λήψη μέτρων διευκόλυνσης του συντονισμού δημόσιων έργων, λόγω ανάγκης προστασίας του περιβάλλοντος, της δημόσιας υγείας ή της δημόσιας ασφάλειας ή της επίτευξης πολεοδομικών ή χωροταξικών στόχων και μόνον έπειτα από δημόσια διαβούλευση σύμφωνα με το άρθρο 17 του παρόντος. Οι ρυθμίσεις αυτές για την 69791 από κοινού χρήση ή το συντονισμό μπορούν να περιλαμβάνουν κανόνες για την κατανομή των δαπανών της από κοινού χρήσης ευκολιών ή ακινήτου, ακόμα και σε περίπτωση ήδη υφιστάμενης εγκατάστασης…
  5. Επιπροσθέτως, η Ε.Ε.Τ.Τ. δύναται να λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για την επίλυση της διαφοράς σε σχέση με τα θέματα συνεγκατάστασης και από κοινού χρήσης ευκολιών, κατόπιν προσφυγής από οποιοδήποτε μέρος, εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 34 του παρόντος… Η παράγραφος δε 7 του εν λόγω άρθρου ορίζει πως: «
  6. Eιδικά για τις περιπτώσεις συνεγκατάστασης κεραιοσυστημάτων για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος, οι επιχειρήσεις δικαιούνται να αιτούνται συνεγκατάσταση και υποχρεούνται να παρέχουν συνεγκατάσταση, κατόπιν αιτήματος άλλων επιχειρήσεων με εύλογους όρους, στο μέτρο όπου αυτό είναι τεχνικά εφικτό.». 2) Ν. 4463/2017 (Α΄ 42) «Μέτρα μείωσης του κόστους εγκατάστασης υψίρρυθμων ηλεκτρονικών επικοινωνιών - Εναρμόνιση της νομοθεσίας στην Οδηγία 2014/61/ ΕΕ και άλλες διατάξεις» Στο αυτό πλαίσιο της ενθάρρυνσης των επενδύσεων και της κοινής χρήσης υποδομών, εφαρμοστέος είναι και ο ν. 4463/2017, με τίτλο: «Μέτρα μείωσης του κόστους εγκατάστασης υψίρρυθμων ηλεκτρονικών επικοινωνιών - Εναρμόνιση της νομοθεσίας στην Οδηγία 2014/61/ ΕΕ και άλλες διατάξεις», ο οποίος εναρμόνισε την Οδηγία 2014/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 (L 155), στην ελληνική νομοθεσία και προέβλεπε μέτρα μείωσης του κόστους εγκατάστασης υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών που θα διευκολύνουν τις εγκαταστάσεις αυτές στις χώρες κράτη-μέλη και θα προωθήσουν την κοινή χρήση της υπάρχουσας υλικής υποδομής, την κινητροδότηση και τη διευκόλυνση της αποτελεσματικότερης εγκατάστασης νέας υλικής υποδομής, προκειμένου η εγκατάσταση να πραγματοποιείται με χαμηλότερο κόστος. Ειδικότερα, το άρθρο 3 του ν. 4463/2017, με τίτλο: «Πρόσβαση στην υπάρχουσα υλική υποδομή», προβλέπει τις προϋποθέσεις, τους λόγους και τη διαδικασία παροχής πρόσβασης, προβλέποντας σαφή υποχρέωση για κάθε φορέα εκμετάλλευσης δικτύου να ικανοποιεί κάθε εύλογη γραπτή αίτηση πρόσβασης στην υλική του υποδομή, υπό δίκαιους και εύλογους όρους, συμπεριλαμβανομένης της τιμής, ενόψει της εγκατάστασης στοιχείων υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ως προβλέπει ο συγκεκριμένος νόμος, όλες οι σχετικές λεπτομέρειες για τα αιτήματα πρόσβασης των παρόχων Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών περιγράφονται στο εξειδικευμένο ρυθμιστικό κείμενο, ήτοι τον Κανονισμό Συνεγκατάστασης της ΕΕΤΤ (βλ. κάτωθι παρ. 3). Διευκρινίζεται ωστόσο, πως η ανωτέρω παροχή «πρόσβασης» (ήτοι τα αιτήματα και οι σχετικές διαδικασίες), 69792 ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ αφορά στην πρόσβαση στην παθητική υποδομή του φορέα-παρόχου, ήτοι στο τμήμα του δικτύου4 του κάθε φορέα που περιλαμβάνει τις ευκολίες, όπως π.χ. τους ιστούς, τους οικίσκους, κ.λπ., και είναι ανεξάρτητη από τα ενεργητικά στοιχεία του δικτύου, π.χ. τις κεραίες ή/και τον εξοπλισμό, τα οποία είναι απαραίτητα για την πλήρη παροχή των υπηρεσιών, μέσω του δικτύου. 3) Περαιτέρω, η υπ’ αρ. 472/171/2008 απόφαση της ΕΕΤΤ «Έκδοση του Κανονισμού Συνεγκατάστασης, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί με την υπ’ αρ. 859/3/20185 απόφαση, και το άρθρο 4 αυτής, ορίζει ότι: Κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 29 του ν. 4070/2012 (όπως και του προηγούμενου ν. 3431/2006), εξεδόθη από την ΕΕΤΤ ο εν ισχύ «Κανονισμός Συνεγκατάστασης6 και από κοινού χρήσης ευκολιών», όπως ισχύει τροποποιηθείς. Ο εν λόγω Κανονισμός7 καθορίζει τους όρους, τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες για τη συνεγκατάσταση εξοπλισμού ηλεκτρονικών επικοινωνιών και την από κοινού χρήση από τους παρόχους δημοσίων δικτύων επικοινωνιών. Ειδικότερα, το άρθρο 4 του ανωτέρω Κανονισμού, με τίτλο: «Σύναψη συμφωνιών συνεγκατάστασης και από κοινού χρήσης ευκολιών», προβλέπει ότι: «
  7. Οι δικαιούχοι έχουν δικαίωμα να συνάπτουν με τους υπόχρεους συμφωνίες συνεγκατάστασης και από κοινού χρήσης ευκολιών, κατόπιν σχετικού γραπτού αιτήματος, σύμφωνα με τα άρθρα 6 και
  8. Οι υπόχρεοι ικανοποιούν κάθε εύλογη αίτηση παροχής συνεγκατάστασης και από κοινού χρήσης ευκολιών για τις κατηγορίες υποδομών: α) των περ. (α) (β) και (γ) της παρ. 1 του άρθρου 3 εάν η εγκατάσταση αφορά υψίρρυθμο δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών, και 4 Αποτελούν τις «ευκολίες», όπου σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου, περιλαμβάνουν: κάθε εγκατάσταση, υποδομή (όπως ενδεικτικά υπαίθριες μονάδες δικτύου, οικίσκοι, σωληνώσεις, αγωγοί, καλωδιώσεις, στύλοι, φρεάτια, καμπίνες, κυτία σύνδεσης) και τεχνικό μέσο που σχετίζεται με δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών και καθιστά δυνατή ή υποστηρίζει την παροχή υπηρεσιών μέσω του δικτύου αυτού. 5 Σύμφωνα με το άρθρο 2 και την παρ. 2 αυτού «
  9. Οι διατάξεις του παρόντος ισχύουν δυνάμει των άρθρων 29 και 34 του ν. 4070/2012 και των άρθρων 3, 4 και 9 του ν. 4463/2017, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που έχουν επιβληθεί σε παρόχους δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι οποίοι έχουν ορισθεί ή πρόκειται να ορισθούν ως επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ (ΣΙΑ) σε μία ή περισσότερες σχετικές αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όσον αφορά στην παροχή πρόσβασης/συνεγκατάστασης στις εν λόγω αγορές. 6 Οι διατάξεις του παρόντος ισχύουν δυνάμει των άρθρων 29 και 34 του ν. 4070/2012 και των άρθρων 3, 4 και 9 του ν. 4463/2017, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που έχουν επιβληθεί σε παρόχους δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι οποίοι έχουν ορισθεί ή πρόκειται να ορισθούν ως επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ (ΣΙΑ). 7 Οι διατάξεις του παρόντος Κανονισμού ισχύουν δυνάμει των άρθρων 29 και 34 του ν. 4070/2012 και των άρθρων 3, 4 και 9 του ν. 4463/2017, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που έχουν επιβληθεί σε παρόχους δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι οποίοι έχουν ορισθεί ή πρόκειται να ορισθούν ως επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ (ΣΙΑ) σε μία ή περισσότερες σχετικές αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όσον αφορά στην παροχή πρόσβασης/συνεγκατάστασης στις εν λόγω αγορές. Τεύχος B’ 6017/31.12.2020 β) της περ. (δ) της παρ. 1 του άρθρου 3 για όλα τα δίκτυα εξαιρουμένων των περιπτώσεων που η ικανοποίηση του αιτήματος οδηγεί σε τροποποίηση της υποδομής με τρόπο ώστε να γεννάται η υποχρέωση λήψης άδειας κατασκευής κεραίας, ενώ πριν δεν υπήρχε ανάλογη υποχρέωση.
  10. Οι όροι των συμφωνιών συνεγκατάστασης και από κοινού χρήσης ευκολιών αποτελούν αντικείμενο εμπορικής διαπραγμάτευσης με την επιφύλαξη της τήρησης των διατάξεων του παρόντος και της κείμενης νομοθεσίας, ιδίως αυτής περί ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
  11. Τα στοιχεία (συμβαλλόμενα μέρη, ημερομηνία υπογραφής, αντικείμενο και διάρκεια συμφωνίας) κάθε συμφωνίας συνεγκατάστασης και από κοινού χρήσης ευκολιών κοινοποιούνται εντός δέκα
(10)εργασίμων ημερών από την υπογραφή της συμφωνίας στην ΕΕΤΤ με ευθύνη του δικαιούχου…». Συνεπώς, με βάση τον ανωτέρω Κανονισμό και τις διατάξεις του ν. 4070/2012, όλοι οι αδειοδοτημένοι από την ΕΕΤΤ πάροχοι Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών υπέχουν και το δικαίωμα και την υποχρέωση να αιτούνται, να διαπραγματεύονται και να παρέχουν συνεγκατάσταση στις υποδομές τους, βάσει των ανωτέρω διαδικασιών, ενώ η άρνηση παροχής συνεγκατάστασης είναι περιορισμένη και δικαιολογείται μόνο από συγκεκριμένους λόγους. 4) Υπ’ αρ. 661/2/2012 «Κανονισμός Αδειών Κατασκευών Κεραιών στην Ξηρά» - Μεταβίβαση Κεραιοσυστημάτων Αναφορικά με τις ρυθμιστικό πλαίσιο που αφορά στα κεραιοσυστήματα και δη στη μεταβίβασή τους, το άρθρο 14 της υπ’ αρ. 661/2/2012 απόφασης της ΕΕΤΤ «Κανονισμός Αδειών Κατασκευών Κεραιών στην Ξηρά» όριζε τα εξής: «
  1. Οι κατασκευές κεραιών είναι δυνατόν να μεταβιβάζονται με απόφαση της ΕΕΤΤ εκτός αν ρητά προβλέπεται διαφορετικά στις σχετικές άδειες. Κατά τη μεταβίβαση της άδειας, οι όροι και οι υποχρεώσεις που συνοδεύουν ή/και απορρέουν από την εν λόγω άδεια μεταβιβάζονται εξ ολοκλήρου στον πάροχο που την αποκτά και καθίσταται δικαιούχος αυτής.
  2. Απαραίτητες προϋποθέσεις για την μεταβίβαση της κατασκευής κεραίας είναι η έγγραφη συναίνεση όλων των ιδιοκτητών του χώρου εγκατάστασης, η κατοχή ή η εκμίσθωση από τον νέο κάτοχο της άδειας τουλάχιστον ενός από τα δικαιώματα χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή κεραίας και η μη ύπαρξη οφειλών και των δύο εμπλεκόμενων παρόχων προς την ΕΕΤΤ. […]
  3. Πριν τη μεταβίβαση των κατασκευών κεραιών θα πρέπει να υπάρχει σχετική απόφαση της ΕΕΤΤ που εκδίδεται κατόπιν αίτησης που υποβάλλουν από κοινού οι ενδιαφερόμενοι πάροχοι.». Ακολούθως, το 2019 εξεδόθη η υπ’ αρ. 919/26/ 16-12-2019 απόφαση της ΕΕΤΤ «Κανονισμός Αδειών Κατασκευών Κεραιών στην Ξηρά» (Β΄ 4872), αντικαθιστώντας των ανωτέρω Κανονισμό, ο οποίος στο άρθρο 16 αυτού, ορίζει τα εξής: Τεύχος B’ 6017/31.12.2020 ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ «Άρθρο 16 Μεταβίβαση Αδειών Κατασκευών Κεραιών
  4. Οι άδειες κατασκευών κεραιών είναι δυνατόν να μεταβιβάζονται με απόφαση της ΕΕΤΤ. Κατά τη μεταβίβαση της άδειας οι όροι και οι υποχρεώσεις που συνοδεύουν ή/και απορρέουν από την εν λόγω άδεια μεταβιβάζονται εξ ολοκλήρου στον πάροχο που την αποκτά και καθίσταται δικαιούχος αυτής.
  5. Απαραίτητη προϋπόθεση για την μεταβίβαση της άδειας κατασκευής κεραίας είναι η κατοχή από τον νέο κάτοχο της άδειας τουλάχιστον ενός από τα δικαιώματα χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων, που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή κεραίας.
  6. Άδειες κατασκευών κεραιών που έχουν χορηγηθεί βάσει ειδικών όρων της νομοθεσίας, όπως, ενδεικτικά, οι ειδικές διατάξεις της νομοθεσίας για παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών προς το κοινό, δύνανται να μεταβιβαστούν μόνο σε φορείς που πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ειδικών όρων.
  7. Κατά την μεταβίβαση της άδειας δεν είναι δυνατόν να τροποποιούνται οι όροι αυτής. Επιτρέπεται μόνον η προσθήκη του προηγούμενου κατόχου της άδειας κατασκευής κεραίας ως φιλοξενούμενου παρόχου, εφόσον το επιθυμεί και συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις.
  8. Εφόσον για την κατασκευή κεραίας, στην οποία αφορά η μεταβίβαση, βρίσκεται σε ισχύ δήλωση υπαγωγής σε ΠΠΔ, πριν την μεταβίβαση της άδειας πρέπει ο νέος κάτοχος της άδειας να υποβάλει νέα δήλωση υπαγωγής σε ΠΠΔ, η οποία αποτελεί πλέον αναπόσπαστο μέρος της μεταβιβασθείσας άδειας. Η δήλωση του προηγούμενου κατόχου παύει αυτοδίκαια να ισχύει και δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα.
  9. Για την έκδοση της σχετικής απόφασης της ΕΕΤΤ απαιτείται η από κοινού υποβολή αίτησης από τον παλαιό και τον νέο κάτοχο της άδειας κατασκευής κεραίας. Για το σκοπό αυτό ο κάτοχος της προς μεταβίβασης άδειας κατασκευής κεραίας υποβάλλει στο ΣΗΛΥΑ σχετικό αίτημα, το οποίο είναι προσβάσιμο και από τον μελλοντικό κάτοχο της άδειας κατασκευής κεραίας μέσω του ΣΗΛΥΑ.
  10. Απαραίτητη προϋπόθεση για την ηλεκτρονική υποβολή και διαχείριση μέσω του ΣΗΛΥΑ αίτησης μεταβίβασης άδειας κατασκευής κεραίας είναι να μην εκκρεμούν αιτήσεις ή/και δηλώσεις για την κατασκευή κεραίας, στην οποία αφορά η αίτηση μεταβίβασης άδειας κατασκευής κεραίας και να έχει εγγραφεί στο ΣΗΛΥΑ ο μελλοντικός κάτοχος της άδειας κατασκευής κεραίας.
  11. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη τήρησης των λοιπών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας περί ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ιδίως αυτών περί ανταγωνισμού…». 69793 5) Επιπλέον, στα ζητήματα Δικαιωμάτων Χρήσης Ραδιοσυχνοτήτων, έχει πλέον εκδοθεί ο «Κανονισμός Χρήσης και Χορήγησης Δικαιωμάτων Χρήσης Ραδιοσυχνοτήτων υπό καθεστώς Γενικής Άδειας για την Παροχή Δικτύων ή/και Υπηρεσιών Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών» (Β΄ 3919/2018), ενώ έχουν επίσης εκδοθεί οι ακόλουθες αποφάσεις αδειοδότησης για τις δύο
(2)εταιρείες: α) υπ’ αρ. 448/197/21-8-2007 απόφαση περί χορήγησης δικαιώματος χρήσης ραδιοσυχνοτήτων στην WIND ΕΛΛΑΣ, η υπ’ αρ. 448/192/21-8-2007 απόφαση, όπως τροποποιήθηκε με την υπ’ αρ. 633/144/15-12-2011 απόφαση περί χορήγησης δικαιώματος χρήσης ραδιοσυχνοτήτων στην WIND ΕΛΛΑΣ, β) η υπ’ αρ. 448/194/21-8-2007 απόφαση, όπως τροποποιήθηκε με την υπ’ αρ. 633/145/15-12-2011 απόφαση περί χορήγησης δικαιώματος χρήσης ραδιοσυχνοτήτων στην WIND ΕΛΛΑΣ, γ) η υπ’ αρ. 448/196/21-8-2007 απόφαση περί χορήγησης δικαιώματος χρήσης ραδιοσυχνοτήτων στην VODAFONE ΕΛΛΑΣ, με τις οποίες έχουν χορηγηθεί στις εταιρείες «VODAFONE ΕΛΛΑΣ» και «WIND ΕΛΛΑΣ» δικαιώματα Χρήσης Ραδιοσυχνοτήτων για την Εγκατάσταση, Λειτουργία και Εκμετάλλευση Δημόσιου Δικτύου Κινητών Επικοινωνιών 3ης Γενιάς και την παροχή Διαθέσιμων στο κοινό Υπηρεσιών Κινητών Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών 3ης Γενιάς, ενώ στο άρθρο 7 της ανωτέρω απόφασης, προβλέπεται ειδικότερα ότι: «Συμφωνίες για την από κοινού χρήση εξοπλισμού ή και υποδομών επιτρέπονται υπό τους εξής σωρευτικά συντρέχοντες όρους: α) Δεν περιορίζουν τον ανταγωνισμό, και ιδιαίτερα δεν έχουν σαν συνέπεια την ύπαρξη μόνο ενός Δικτύου στην Ελληνική Επικράτεια ή σε σημαντικό πληθυσμιακό μέρος αυτής. β) Κοινοποιούνται στην ΕΕΤΤ ενενήντα
(90)ημέρες πριν τη θέση τους σε εφαρμογή μαζί με όλα τα στοιχεία τα οποία θα καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχει περιορισμός του ανταγωνισμού, και ιδιαίτερα τις συμβάσεις μεταξύ των μερών. γ) Έχουν εκπληρωθεί οι τυχόν υποχρεώσεις ανάπτυξης του Δικτύου του Κατόχου του Δικαιώματος Χρήσης Ραδιοσυχνοτήτων όπως περιγράφονται στην παρούσα. δ) Έκδοση απόφασης της ΕΕΤΤ με την οποία επιτρέπεται η από κοινού χρήση εξοπλισμού ή και υποδομών. Η απόφαση εκδίδεται εντός εκατό ογδόντα
(180)ημερών από την γνωστοποίηση της πρόθεσης των ενδιαφερομένων». 6) Τέλος, το 2014, χορηγήθηκαν στις δύο
(2)εταιρείες επιπλέον δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων για τα δίκτυα 4G (κατόπιν σχετικού διαγωνισμού-προκήρυξης) και συγκεκριμένα (βλ. κάτωθι Πίνακα): ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 69794 Κάτοχος Δικαιώματος Γεωγραφική Έκταση Δικαιώματος Έναρξη Δικαιώματος Λήξη Δικαιώματος VODAFONE Επικράτεια 1/11/2014 28/2/2030 VODAFONE Επικράτεια 30/9/2012 VODAFONE Επικράτεια VODAFONE Τεύχος B’ 6017/31.12.2020 Απόφαση Χορήγησης Συμπληρωματικά Αρχεία Απόφασης 29/9/2027 633/147/15-12-2011 Σύμβαση Παραχώρησης 15/11/2012 14/11/2027 658/4/28-06-2012 Επικράτεια 14/12/2017 28/2/2030 838/6/14-12-2017 VODAFONE Επικράτεια 6/2/2018 5/12/2035 838/2/14-12-2017 Σύμβαση Παραχώρησης Κάτοχος Δικαιώματος Γεωγραφική Έκταση Δικαιώματος Έναρξη Δικαιώματος Λήξη Δικαιώματος Απόφαση Χορήγησης Συμπληρωματικά Αρχεία Απόφασης WIND Επικράτεια 1/11/2014 28/2/2030 738/6/30-10-2014 WIND Επικράτεια 30/9/2012 29/9/2027 633/148/15-12-2011 WIND Επικράτεια 14/12/2017 28/2/2030 838/4/14-12-2017 WIND Επικράτεια 6/2/2018 5/12/2035 838/3/14-12-2017 ΙΙΙ. Το Ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο για την Κοινή χρήση Υποδομών Η κοινή χρήση υποδομών αποτελούσε Εξ αρχής έναν άξονα στην ατζέντα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του τότε εκδοθέντος ρυθμιστικού πλαισίου, ήδη από το έτος 2012 και την πρώτη εκδοθείσα Οδηγία. Συγκεκριμένα: 1) Η από 2012 εκδοθείσα Οδηγία Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Η δυνατότητα Συνεγκατάστασης και Κοινής χρήσης υποδομών προβλεπόταν στη σχετική Οδηγία Πλαίσιο 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου του και συγκεκριμένα στο άρθρο 12 αυτής. Ειδικότερα, το εν λόγο άρθρο, με τίτλο: «Συνεγκατάσταση και από κοινού χρήση ευκολιών», όριζε πως: «Όταν μια επιχείρηση παροχής δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχει το δικαίωμα, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, να εγκαθιστά ευκολίες επί, υπεράνω ή υποκάτω δημόσιου ή ιδιωτικού ακινήτου, ή δύναται να επωφελείται διαδικασίας για την απαλλοτρίωση ή τη χρήση ακινήτου, οι εθνικές κανονιστικές αρχές ενθαρρύνουν την από κοινού χρήση των ευκολιών ή του ακινήτου αυτού…
  1. Ειδικότερα, όταν οι επιχειρήσεις στερούνται πρόσβασης σε άλλες βιώσιμες δυνατότητες λόγω της ανάγκης προστασίας του περιβάλλοντος, της δημόσιας υγείας ή της δημόσιας ασφάλειας, ή της επίτευξης πολεοδομικών ή χωροταξικών στόχων της, τα κράτη-μέλη μπορούν να επιβάλλουν την από κοινού χρήση των ευκολιών ή ακινήτων (συμπεριλαμβανομένης της φυσικής συνεγκατάστασης), σε επιχείρηση που εκμεταλλεύεται δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή να λαμβάνουν μέτρα για να διευκολύνουν τον συντονισμό των δημόσιων έργων, μόνο έπειτα από κατάλληλη περίοδο δημόσιας διαβούλευσης, κατά τη διάρκεια της οποίας όλοι οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εκφράζουν τις απόψεις τους. Οι ρυθμίσεις αυτές για από Σύμβαση Παραχώρησης Σύμβαση Παραχώρησης κοινού χρήση ή συντονισμό μπορούν να περιλαμβάνουν κανόνες για την κατανομή των δαπανών της από κοινού χρήσης ευκολιών ή ακινήτου. 2) Ακολούθησε η Οδηγία 2014/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 (L 155), σχετικά με τα μέτρα μείωσης του κόστους εγκατάστασης υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Στην εν λόγω Οδηγία και στις εκεί διατάξεις της, προβλεπόταν πώς θα διευκολυνθούν οι εγκαταστάσεις αυτές και θα προωθηθεί η κοινή χρήση της υπάρχουσας υλικής υποδομής, η κινητροδότηση και η διευκόλυνση της αποτελεσματικότερης εγκατάστασης νέας υλικής υποδομής, προκειμένου η εγκατάσταση να πραγματοποιηθεί με το χαμηλότερο δυνατό κόστος. Ως προαναφέρθη, ο ν. 4463/2017 (Α΄ 42), με τίτλο: «Μέτρα μείωσης του κόστους εγκατάστασης υψίρρυθμων ηλεκτρονικών επικοινωνιών - Εναρμόνιση της νομοθεσίας στην Οδηγία 2014/61/ΕΕ και άλλες διατάξεις», εναρμόνισε στην Ελληνική νομοθεσία την ανωτέρω Οδηγία 2014/61/ΕΕ, προβλέποντας τις σχετικές διαδικασίες για τη διευκόλυνση της εγκατάστασης υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ενώ η ΕΕΤΤ, στο πλαίσιο τροποποίησης και έκδοσης του νέου της Κανονισμού Συνεγκατάστασης βάσει του άρθρου του ν. 4070/2012, και προκειμένου να εναρμονιστεί με τις διατάξεις του ως άνω ν. 4463/2017, εξέδωσε την τροποποιημένη υπ’ αρ. 859/3/2018 απόφασή της, με τίτλο: «Κανονισμός Συνεγκατάστασης και από κοινού χρήσης ευκολιών». 3) Η Οδηγία (ΕΕ) 2018/1972 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου - «Ο Ευρωπαϊκός Κώδικας των Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών» (EU ELECTRONIC COMMUNICATIONS CODE) Το 2018 εξεδόθη νέα Οδηγία, με την οποία τροποποιήθηκε σημαντικά το υφιστάμενο Ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο των Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών, και προβλέπονται νέες κατευθυντήριες πολιτικές για την Ευρωπαϊκή Τεύχος B’ 6017/31.12.2020 ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ αγορά των Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών. Η Οδηγία αναμένεται να ενσωματωθεί στην Ελλάδα (έχει ήδη κατατεθεί το σχετικό νομοσχέδιο)
  2. Σύμφωνα με τις επιταγές και τις αρχές της νέας Οδηγίας, τα κύρια αντικείμενα της ρύθμισης, κύριοι άξονες της εν λόγω οδηγίας είναι: α) η προαγωγή της συνδεσιμότητας και την πρόσβασης σε δίκτυα πολύ υψηλής χωρητικότητας, συμπεριλαμβανομένων των σταθερών, κινητών και ασύρματων δικτύων, καθώς και τη χρήση τους, από όλους τους πολίτες και τις επιχειρήσεις της Ένωσης, β) προαγωγή του ανταγωνισμού στην παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφών ευκολιών, συμπεριλαμβανομένου του αποδοτικού ανταγωνισμού όσον αφορά τις υποδομές, καθώς και στην παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφών υπηρεσιών, γ) στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς αίροντας εναπομένοντα εμπόδια και προωθώντας συνθήκες σύγκλισης για τις επενδύσεις και την παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συναφών ευκολιών και συναφών υπηρεσιών σε ολόκληρη την Ένωση, διαμορφώνοντας κοινούς κανόνες και προβλέψιμες ρυθμιστικές προσεγγίσεις, ευνοώντας την αποτελεσματική, αποδοτική και συντονισμένη χρήση του ραδιοφάσματος, την ανοικτή καινοτομία, τη δημιουργία και την ανάπτυξη διευρωπαϊκών δικτύων, την παροχή, διαθεσιμότητα και διαλειτουργικότητα των πανευρωπαϊκών υπηρεσιών και τη διατερματική συνδεσιμότητα. Στην παρ. 4 και στο εδάφιο δ΄ αυτού, επίσης ορίζεται πως: δ) προωθούνται αποτελεσματικές επενδύσεις και καινοτομίες όσον αφορά νέες και ενισχυμένες υποδομές, συνυπολογίζοντας τη μέριμνα ότι οποιαδήποτε υποχρέωση πρόσβασης λαμβάνει δεόντως υπόψη τους κινδύνους που αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις που πραγματοποιούν την επένδυση και επιτρέποντας διάφορες ρυθμίσεις συνεργασίας μεταξύ επενδυτών και φορέων που ζητούν πρόσβαση προκειμένου να επιμεριστεί ο επενδυτικός κίνδυνος με ταυτόχρονη διασφάλιση του ανταγωνισμού στην αγορά και της αρχής της μη εισαγωγής διακρίσεων…». Περαιτέρω, στο εδάφιο ε) ορίζεται πως: «…ε) συνυπολογίζουν δεόντως τις ποικίλες συνθήκες όσον αφορά τις υποδομές, τον ανταγωνισμό, την κατάσταση των τελικών χρηστών και ιδίως των καταναλωτών στις διάφορες γεω8 Ο «Κώδικας Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών» θα ενσωματώσει στο ελληνικό δίκαιο την «Οδηγία (ΕΕ) 2018/1972 της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη θέσπιση Ευρωπαϊκού Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών» και αντικαθιστά το μεγαλύτερο μέρος του ν. 4070/2012 «Ρυθμίσεις Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών Μεταφορών, Δημοσίων Έργων και άλλες διατάξεις» (Α΄ 82), διατηρώντας ή τροποποιώντας παράλληλα διατάξεις του νόμου αυτού που αφορούν σε εθνικές ρυθμίσεις και που δεν θίγονται από τις ρυθμίσεις της Οδηγίας. Μεταξύ άλλων ρυθμίσεων, επικαιροποιεί του ισχύοντες κανόνες για την πρόσβαση των φορέων εκμετάλλευσης στα δίκτυα, με σκοπό να ενθαρρύνεται ο ανταγωνισμός και να καταστούν για τις εταιρείες ευκολότερες οι επενδύσεις σε νέες υποδομές πολύ υψηλής χωρητικότητας (ικανές για ταχύτητες καταφόρτωσης τουλάχιστον 100 Mbps), συμπεριλαμβανομένων των πιο απομακρυσμένων περιοχών. 69795 γραφικές ζώνες του ίδιου κράτους-μέλους, συμπεριλαμβανομένων των τοπικών υποδομών υπό τη διαχείριση φυσικών προσώπων για μη κερδοσκοπικό σκοπό». Περαιτέρω, στο άρθρο 47 δε της ιδίας Οδηγίας, με τίτλο: «Όροι που συνοδεύουν τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος», και ειδικότερα στην παρ. 2 αυτού, προβλέπεται πως: «
  3. Όταν οι αρμόδιες αρχές θέτουν όρους για μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος, δύνανται, ιδίως με σκοπό να διασφαλίζεται η αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος ή να προωθείται η κάλυψη, να προβλέπουν τις ακόλουθες δυνατότητες: α) μερισμό παθητικών ή ενεργητικών υποδομών που στηρίζονται στο ραδιοφάσμα ή του ραδιοφάσματος, β) εμπορικές συμφωνίες πρόσβασης σε περιαγωγή γ) από κοινού ανάπτυξη υποδομών για την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών που στηρίζονται στη χρήση ραδιοφάσματος. Οι αρμόδιες αρχές δεν εμποδίζουν τον μερισμό ραδιοφάσματος στους όρους που συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος. Η εφαρμογή των συνοδευτικών όρων δυνάμει της παρούσας παραγράφου από τις επιχειρήσεις εξακολουθεί να υπόκειται στο δίκαιο περί ανταγωνισμού. Τέλος, το άρθρο 76 της εν λόγω Οδηγίας, αναφέρεται στους όρους για τις «Συνεπενδύσεις» (φορέων) στις εθνικές αγορές, περιγράφοντας συγκεκριμένα ότι: «
  4. Οι επιχειρήσεις που έχουν οριστεί ως κατέχουσες σημαντική ισχύ στην αγορά σε μία ή περισσότερες σχετικές αγορές σύμφωνα με το άρθρο 67 μπορούν να προσφέρουν δεσμεύσεις σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 79 και με την επιφύλαξη του δεύτερου εδάφιου της παρούσας παραγράφου για το άνοιγμα της ανάπτυξης νέου δικτύου πολύ υψηλής χωρητικότητας που αποτελείται από στοιχεία οπτικών ινών έως τους χώρους του τελικού χρήστη ή τον σταθμό βάσης σε συνεπένδυση, για παράδειγμα προσφέροντας συνιδιοκτησία ή μακροχρόνιο επιμερισμό κινδύνων μέσω της συγχρηματοδότησης ή μέσω αγοραστικών συμφωνιών που δημιουργούν ειδικά δικαιώματα διαθρωτικού χαρακτήρα από άλλους παρόχους δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Κατά την αξιολόγηση αυτών των εν λόγω δεσμεύσεων, η εθνική ρυθμιστική αρχή καθορίζει ιδίως αν η προσφορά συνεπένδυσης συμμορφώνεται προς τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) είναι ανοικτή ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκειας ζωής του δικτύου σε κάθε πάροχο δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, β) θα επέτρεπε σε άλλους συνεπενδυτές που είναι πάροχοι δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών να ανταγωνίζονται αποτελεσματικά και βιώσιμα σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα στις αγορές επόμενου σταδίου όπου δραστηριοποιείται η επιχείρηση που έχει οριστεί ως κατέχουσα σημαντική ισχύ στην αγορά, υπό όρους που περιλαμβάνουν: i) δίκαιους, εύλογους και αμερόληπτους όρους οι οποίοι επιτρέπουν την πρόσβαση στην πλήρη χωρητικότητα του δικτύου στον βαθμό που αποτελεί αντικείμενο συνεπένδυσης, ii) ευελιξία όσον αφορά την αξία και το χρονοδιάγραμμα της συμμετοχής κάθε συνεπενδυτή, iii) τη δυνατότητα αύξησης της συμμετοχής στο μέλλον και iv) αμοιβαία δικαιώματα που χορηγούν οι συνεπενδυτές μετά την ανάπτυξη 69796 ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ της υποδομής που αποτελεί αντικείμενο της συνεπένδυσης, γ) δημοσιοποιείται από την επιχείρηση έγκαιρα και, εάν η επιχείρηση δεν διαθέτει τα χαρακτηριστικά που απαριθμούνται στην παρ. 1 του άρθρου 80, τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την έναρξη της ανάπτυξης του νέου δικτύου. Η εν λόγω περίοδος μπορεί να παραταθεί ανάλογα με τις εθνικές περιστάσεις, δ) οι αιτούντες πρόσβαση που δεν συμμετέχουν στη συνεπένδυση μπορούν να ωφελούνται εξαρχής από την ίδια ποιότητα, την ίδια ταχύτητα, τους ίδιους όρους και την ίδια εμβέλεια τελικών χρηστών με εκείνη που ήταν διαθέσιμα πριν από την ανάπτυξη, συνοδευόμενα από μηχανισμό προσαρμογής με την πάροδο του χρόνου ο οποίος επιβεβαιώνεται από την εθνική ρυθμιστική αρχή υπό το πρίσμα των εξελίξεων στις σχετικές αγορές λιανικής, που διατηρεί τα κίνητρα για τη συμμετοχή στη συνεπένδυση. Ο εν λόγω μηχανισμός διασφαλίζει ότι οι αιτούντες πρόσβαση έχουν πρόσβαση στα πολύ υψηλής χωρητικότητας στοιχεία του δικτύου σε χρόνο και με βάση διαφανείς και αμερόληπτους όρους που αντανακλούν καταλλήλως τους βαθμούς κινδύνου που αναλαμβάνουν οι αντίστοιχοι συνεπενδυτές στα διάφορα στάδια της ανάπτυξης και λαμβάνουν υπόψη την κατάσταση του ανταγωνισμού στις αγορές λιανικής…». Με λίγα λόγια, οι ανωτέρω περιγραφόμενες διατάξεις τόσο του πρότερου όσο και ιδίως του νέου Ευρωπαϊκού ρυθμιστικού πλαισίου για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες, σε συνδυασμό με την Ευρωπαϊκή πρακτική και την επίσημη θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποδεικνύουν ότι η Ευρωπαϊκή αγορά οδεύει πλέον, μεταξύ άλλων σημαντικών καινοτομιών, στην πολιτική των συνεπενδύσεων, της προώθησης και διευκόλυνσης της κοινής χρήσης των υποδομών, καθώς και της αποτελεσματικής χρήσης φάσματος. ΙV. Η Ευρωπαϊκή πρακτική στην Κοινή χρήση των υποδομών Στην Ευρωπαϊκή Επικράτεια, είναι πολλές οι χώρες που έχουν εξετάσει και ενθαρρύνει συμφωνίες κοινής χρήσης δικτύου σε εθνικό επίπεδο, υιοθετώντας τη δική τους προσέγγιση, προσαρμοσμένη πάντα στις «εθνικές ιδιαιτερότητες» και συνθήκες αγοράς του κάθε κράτουςμέλους. Ωστόσο, δεν υπάρχει συγκεκριμένο ευρωπαϊκό δεσμευτικό «ρυθμιστικό πλαίσιο», βάσει του οποίου να δίνονται κατευθύνσεις στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, όταν αντιμετωπίζουν συμφωνίες κοινής χρήσης δικτύου στην επικράτειά τους. Υπάρχουν βεβαίως μεμονωμένες περιπτώσεις κρατών-μελών που δημοσίευσαν εθνικές κατευθυντήριες γραμμές για την εξέταση των συμφωνιών κοινής χρήσης δικτύου, όπως ενδεικτικά η Γαλλία9 κατόπιν σχετικής εκ του νόμου εξουσιοδότησης, το Βέλγιο10 με όμοια ανακοίνωσή του το 2012, ενώ ακολούθησε και η Δανία με τη Φινλανδία, οι οποίες όμως 9 https://www.arcep.fr/uploads/tx_gspublication/2016-0525-partage-reseaux-mobiles-lignes-directrices.pdf 10 https://www.bipt.be/file/cc73d96153bbd5448a56f19 d925d05b1379c7f21/e46162a74b310463820f3cfcde4fc5e7 9a251887/3666_en_02_tech_infra_sharing_en g_final.pdf Τεύχος B’ 6017/31.12.2020 και πάλι αποτελούν έναν «οδηγό» σε εθνικό και μόνο επίπεδο. Βεβαίως, σε συνέχεια της έκδοσης (και ενσωμάτωσης) της Οδηγίας για τη μείωση του κόστους εγκατάστασης υψίρριθμων δικτύων11 υπάρχει υφιστάμενη υποχρέωση στα κράτη-μέλη να επιβάλλουν την υποχρέωση κοινής χρήσης παθητικών υποδομών, παρ’ ότι αυτό δε συνεπάγεται και συνακόλουθη απαίτηση δημοσίευσης πληροφοριών για την τοποθεσία των δικτύων ή πληροφορίες για την ανάπτυξη των δικτύων σε έναν αριθμό χωρών (Τσεχία, Φινλανδία, Γερμανία, Ουγγαρία, Μάλτα, Πολωνία, Σλοβενία, Ισπανία, Σουηδία, Ελβετία και Τουρκία). Σε διάφορες περιπτώσεις, αρκετές εθνικές αρχές «επέβαλλαν» και οι ίδιες την κοινή χρήση σε παρόχους στις περιπτώσεις της «παθητικής» κοινής χρήσης, με χαρακτηριστική την περίπτωση της Νορβηγίας, όπου οι εκεί υποχρεώσεις κοινής χρήσης υποδομών επεβλήθηκαν στον πάροχο με ΣΙΑ κατόπιν σχετικής ανάλυσης αγοράς, συμπεριλαμβανομένου και του roaming. Στις περιπτώσεις της «ενεργητικής» κοινής χρήσης δικτύου, η αξιολόγηση όμοιων συμφωνιών παρουσιάζει διαφοροποιήσεις από πλευράς εφαρμογής των διατάξεων του δικαίου του ανταγωνισμού και των επιβληθέντων όρων, στις περιπτώσεις όπου έλαβε χώρα, ήτοι στις περιπτώσεις κρατών, όπως η Αυστρία, η Τσεχία, η Δανία, η Φινλανδία, η Γαλλία, η Ουγγαρία, η Ισπανία, η Σουηδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Νορβηγία. Οι «ανησυχίες» σε επίπεδο ενδεχόμενης στρέβλωσης του ανταγωνισμού, αφορούσαν κυρίως στο ενδεχόμενο συμπαιγνίας μεταξύ των ανταγωνιστών, εναρμονισμένων πρακτικών, ανταλλαγής ευαίσθητων εμπορικών πληροφοριών μεταξύ ανταγωνιστών, κ.ά. Το Σώμα των Ευρωπαίων Ρυθμιστών (BEREC), στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του και μέσω διαφόρων ομάδων εργασίας, δημοσίευσε αρχικά τον Δεκέμβριο του 201812, σχετική έκθεση για την κοινή χρήση υποδομών, με την οποία επιχειρήθηκε μια πρώτη καταγραφή και ανάλυση των συμφωνιών κοινή χρήσης δικτύων κινητής, που έλαβαν χώρα σε διάφορες Ευρωπαϊκές αγορές, σκοπεύοντας να εντοπίσει τις βέλτιστες πρακτικές, να αναπτύξει μια «κοινή θέση» για την Ευρωπαϊκή αγορά και να διευκολύνει την κοινή χρήση δικτύων στην Ευρωπαϊκή αγορά, με το βλέμμα στραμμένο στην ανάπτυξη των δικτύων 5G. Εν συνεχεία, μετά την ενδελεχή μελέτη και καταγραφή όλων των εθνικών πρακτικών, και αφού ακολούθησε η δημοσίευση και άλλων εκθέσεων (και διαβουλεύσεων) του BEREC για την κοινή χρήση δικτύων, εξεδόθη τον Ιούνιο του 201913, η τελευταία, ήτοι το «BEREC COMMON POSITION ON MOBILE INFRASTRUCTURE SHARING», όπου περιγράφονται τα κριτήρια που μπορεί να λαμβάνουν υπόψη οι Εθνικές αρχές (ΕΡΑ) όταν αξιολογούν 11 The Broadband Cost Reduction Directive - Directive 2014/61/EU of the European Parliament and of the Council of 15 may 2014 on measures to reduce the cost of deploying high speed electronic communications networks http://eur-lex.europa. eu/legal-content/EN/TXT/PDF/?uri=CELEX:32014L0061&from=pl 12 BEREC REPORT ON IFRASTRUCTURE SHARING, BOR
(18), 116. 13 BEREC COMMON POSITION ON MOBILE INFRASTRUCTURE SHARING, BOR
(19)110 - 13 JUNE 2019. Τεύχος B’ 6017/31.12.2020 ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ διάφορους τύπους συμφωνιών κοινής χρήσης δικτύου. Το εν λόγω έγγραφο περιλαμβάνει την παρουσίαση των κοινών ορισμών των διαφορετικών μορφών κοινής χρήσης υποδομών, τους σημαντικούς στόχους (και τις γενικές αρχές) που πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους οι ΕΡΑ, όταν αξιολογούν συμφωνίες κοινής χρήσης δικτύου, καθώς και τους κοινούς παράγοντες που πρέπει να εξετάζονται σε τέτοιας μορφής συμφωνίες, αναφέροντας και τους ενδεχόμενους κινδύνους παρεμπόδισης του ανταγωνισμού που γεννώνται. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα κράτη-μέλη πρέπει να υιοθετήσουν την πολιτική της ενθάρρυνσης των συμφωνιών κοινής χρήσης υποδομών για λόγους οικονομιών κλίμακος/σκοπού, αλλά και κυρίως επειδή προσφέρουν ποικίλα οφέλη, που θα ήταν δύσκολο να πραγματωθούν στις περιπτώσεις ξεχωριστής και μονομερούς δραστηριοποίησης και επενδύσεων των παικτών - παρόχων της αγοράς των Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών, με την επιφύλαξη της προστασίας του ανταγωνισμού, και τις εθνικές συνθήκες αγοράς. V. Η εξέταση σχετικών υποθέσεων συμφωνιών κοινής χρήσης δικτύου από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή βάσει των διατάξεων του Δικαίου του Ανταγωνισμού - άρθρο 101 ΣΛΕΕ Ενδιαφέρον παρουσιάζει η Ευρωπαϊκή πρακτική στην εξέταση σχετικών συμφωνιών κοινής χρήσης δικτύων, με τις περιπτώσεις αυτών να διαφοροποιούνται ανάλογα με το αν πρόκειται για συμφωνία περιορισμένης εθνικής εμβέλειας, με την κατηγορία της συμφωνίας (ήτοι με τα στοιχεία που αποτελούν το αντικείμενο της κοινής χρήσης, π.χ. παθητικός ή ενεργητικός εξοπλισμός, κοινή χρήση φάσματος, δικτύου κορμού, κ.ά.), με τη γεωγραφική ταυτότητα της συμφωνίας, με τον βαθμό ανταγωνιστικότητας των εμπλεκόμενων τεχνολογιών (2G, 3G, 4G, 5G) με τη διάρθρωση και τις συνθήκες ανταγωνισμού της εθνικής αγοράς και των αριθμό των παικτών, με τις ενδεχόμενες συνέργειες που προκύπτουν, κ.ά. Η πρώτη υπόθεση κοινής χρήσης υποδομών που εκλήθη να εξετάσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εντοπίζεται στο έτος 200314, μεταξύ της Mobile Deutschland GmbH («T-Mobile») με την O2 Germany15 & Co OHG 14 Case number N.38369 «Network sharing Germany (T-Mobile Deutschland GmbH+Viag Interkom GmbH & Co)». 15 Η συμφωνία μεταξύ της T-Mobile και της O2 Germany συνεπαγόταν συνεργασία στην ανάπτυξη των δικτύων 3G των συμβαλλομένων, κυρίως μέσω i) της κοινής χρήσης θέσεων και ii) της εθνικής περιαγωγής. Ειδικότερα, οι συμβαλλόμενοι σχεδίαζαν να συνεργαστούν όσον αφορά το σχεδιασμό, την απόκτηση, την οικοδόμηση, την ανάπτυξη και την κοινή χρήση θέσεων 3G, καθώς και μέσω της παροχής υπηρεσιών περιαγωγής. Κατά συνέπεια, οι συμβαλλόμενοι συνεργάστηκαν εκτενώς στην ανάπτυξη των κινητών δικτύων τους 3G. Μια τόσο εκτεταμένη συνεργασία μεταξύ δύο επιχειρήσεων που επηρεάζει αγορές με περιορισμένο αριθμό ανταγωνιστών και αγορές με υψηλούς, αν όχι απόλυτους, φραγμού εισόδου, προκάλεσε κατ’ αρχήν ανησυχίες όσον αφορά τον ανταγωνισμό. Ειδικότερα, η συμφωνία ενήχε τον κίνδυνο i) μείωσης του ανταγωνισμού δικτύων στη Γερμανία και ii) επέκτασης των συνεπειών σε αγορές υπηρεσιών. Επιπλέον, εξετάστηκαν οι τυχόν περιοριστικές διατάξεις, όπως οι περιορισμοί της μεταπώλησης, κ.ά. 69797 («O2 Germany») (πρώην VIAG Interkom GmbH), οι οποίες κοινοποίησαν στην Επιτροπή τη συμφωνία πλαίσιο της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, σχετικά με την κοινή χρήση υποδομής και την εθνική περιαγωγή για την τρίτη γενιά κινητών τηλεπικοινωνιών GSM («3G») στη γερμανική αγορά. Στην τότε κοινοποίησή τους, η T-Mobile και η O2 Germany («οι συμβαλλόμενοι») ζήτησαν τη χορήγηση αρνητικής πιστοποίησης16 σύμφωνα με την εν ισχύ τότε παρ. 1 του άρθρου 81 της συνθήκης ΕΚ/την παρ. 1 του άρθρου 53 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, ή απαλλαγής σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 81 της συνθήκης ΕΚ/την παρ. 1 του άρθρου 53 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ
(5). Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέληξε πως δεν συνέτρεχαν λόγοι παρέμβασής της (δυνάμει της παρ. 1 του άρθρου 81 της συνθήκης ΕΚ ή της παρ. 1 του άρθρου 53 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ), όσον αφορά τις διατάξεις της συμφωνίας της 20ής Σεπτεμβρίου 2001 και των συμπληρωματικών συμφωνιών της 20ής Σεπτεμβρίου 2002, 22ας Ιανουαρίου 2003 και 21ης Μαΐου 2003 που αφορούσαν στην (εκτεταμένη) κοινή χρήση θέσεων μεταξύ της T-Mobile και της O2 Germany, όσον αφορά την ανταλλαγή των πληροφοριών που ήταν απαραίτητες για να καταστεί δυνατή η κοινή χρήση θέσεων και όσον αφορά στον περιορισμό που προβλεπόταν στη συμφωνία, σχετικά με τη μεταπώληση εθνικής περιαγωγής σε άλλους αδειοδοτημένους φορείς εκμετάλλευσης δικτύου. Συνεπώς, εδόθη το πράσινο φώς στη συμφωνία και επετράπη η εθνική 3G συμφωνία περιαγωγής. Όμοια ήταν η θέση της Ευρωπαϊκή Επιτροπής και για την αγγλική αγορά και την κοινοποίηση της συμφωνίας από τους ίδιους παρόχους στην εκεί εξέταση της συμφωνίας και των τιμών περιαγωγής τους, από τις Vodafone UK, O2 UK, Vodafone Germany και T-Mobile Germany, επιτρέποντας έτσι την εν λόγω συμφωνία, χωρίς να προβάλλει τις αντιρρήσεις της. Στο αυτό πλαίσιο εξετάστηκε και η συμφωνία που έλαβε χώρα στη Γαλλική αγορά μεταξύ των εταιρειών Free Mobile/Orange17, σύμφωνα με την οποία, οι δύο
(2)εταιρείες υπέγραψαν μια εθνική συμφωνία περιαγωγής για την τεχνολογία 2G και 3G, η οποία, ενώ είχε γίνει αρχικά αντικείμενο αντιρρήσεων, ενσωματώθηκαν εκ των υστέρων οι απαραίτητες τροποποιήσεις, βάσει των κατευθυντήρων γραμμών που εξέδωσε η ARCEP και έτσι έγινε δεκτή η συμφωνία. Ομοίως, αντιμετωπίστηκε και η έτερη συμφωνία στη Γαλλία μεταξύ των SFR/Boyges Telecom18, η οποία αφορούσε στην κοινή χρήση των ενεργητικών στοιχείων των δικτύων των δύο
(2)εταιρειών σε 2G, 3G και 4G τεχνολο16 Σύμφωνα με το πρότερο πλαίσιο, όλες οι συμφωνίες έπρεπε να κοινοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, προκειμένου να λάβουν αρνητική πιστοποίηση (ότι δεν παραβιάζουν τις περί ανταγωνισμού διατάξεις) ή να αιτηθούν τη χορήγηση εξαίρεσης, λόγω των οφελών που προκύπτουν. Πλέον, η πρότερη υποχρέωση γνωστοποίησης συμφωνίας έχει καταργηθεί και τα μέρη προβαίνουν στην αυτό-αξιολόγηση της συμφωνίας τους. 17 https://www.arcep.fr/actualites/les-communiques-depresse/detail/n/partage-de-reseaux-mobiles-2.html 18 https://www.arcep.fr/actualites/les-communiques-depresse/detail/n/larcep-accueille-favorablement-laccord-signepar-sfr-et-bouygues-telecom-en-matie re-de-mutualisati.html 69798 ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ γία για το ποσοστό 85% του εκεί πληθυσμού, στην οποία έγιναν επίσης τελικώς οι απαραίτητες τροποποιήσεις καθώς και η ανάληψη των κατάλληλων δεσμεύσεων από τα μέρη, ακυρώνοντας έτσι τις όποιες αντιανταγωνιστικούς ανησυχίες. Ενδιαφέρουσες αντίστοιχα περιπτώσεις εξέτασης συμφωνιών κοινής χρήσης δικτύου ήταν και οι περιπτώσεις της Δανίας και της Φινλανδίας. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση της Δανίας, η εκεί αρχή ανταγωνισμού κατά το έτος 2012, έκανε δεκτή τη συμφωνία μεταξύ των εταιρειών TELENOR A/S και TELIA DANEMARK19 με την ενσωμάτωση έξι
(6)διαφορετικών δεσμεύσεων, που περιελάμβαναν προβλέψεις για την κάλυψη του δικτύου στη δανέζικη αγορά, την υποχρέωση ανάπτυξης νέας τεχνολογίας, την απαγόρευση της κοινής χρήσης φάσματος, την μη ανταλλαγή ευαίσθητων εμπορικών πληροφοριών, κ.ά. Αντίστοιχα, και στην περίπτωση της Φινλανδίας, και στη συμφωνία των εταιρειών DNA OY και TELIA SONERA OYI20, η εκεί συμφωνία κοινής χρήσης δικτύου που προέβλεπε στη δημιουργία κοινής εταιρείας (joint venture) έλαβε το πράσινο φώς, αφού στην εκδοθείσα απόφαση επεβλήθησαν «ρυθμίσεις» που επέβαλλαν στις δύο
(2)εταιρείες την υποχρέωση παροχής πρόσβασης σε MVNOs, την υποχρέωση ενοικίασης των σταθμών βάσης και των κεραιών τους σε ανταγωνιστές, την απαγόρευση ανταλλαγής ευαίσθητων πληροφοριών κ.ά. Ακολούθησε η εξέταση και άλλων συμφωνιών κοινής χρήσης δικτύου, ενώ μεγάλη πολυπλοκότητα και αντίστοιχο ενδιαφέρον φέρει η τρέχουσα εξέταση της υπόθεση της συμφωνίας που υπέγραψαν οι O2 CZ/CETIN με την T-Mobile CZ21στην Τσέχικη αγορά, για την οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε ήδη αποστείλει τις αντιρρήσεις της22 και έτσι ξεκίνησε η προβλεπόμενη διαδικασία πλήρους διερεύνησης, σύμφωνα με το κείμενο πλαίσιο. Προσφάτως, η Βέλγικη αρχή ανταγωνισμού, είχε επιβάλλει αρχικά περιοριστικά μέτρα και εν συνεχεία επέτρεψε τη συμφωνία κοινής χρήσης δικτύου μεταξύ των εταιρειών ORANGE BELGIUM23 και PROXIMUS MOBILE, κατόπιν επιβολής δεσμεύσεων. Επιπροσθέτως, αποφασίστηκε η μη διαπίστωση παράβασης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στην περίπτωση της Ιταλικής αγοράς και της εκεί εξετασθείσης συμφωνίας κοινής χρήσης δικτύου μεταξύ των εταιρειών TIM και Vodafone24. Η εν λόγω συμφωνία που περιελάμβανε τις τεχνολογίες 2G, 3G και 4G, έλαβε το «πράσινο φως» από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ολοκληρώθηκε στη 19 h t t p s : / / w w w. e n . k fs t . d k / ny h e d e r / k fs t / e n g l i s h / decisions/20120229-radio-access-network-sharing-agreementbetween-telia-denmark-and-telenor/ 20 https://www.kkv.fi/globalassets/kkv-suomi/ratkaisutaloitteet-lausunnot/ratkaisut/kilpailuasiat/2015/kielto--sitoumus-ja-toimitusvelvoiteratkaisut/r-2014-00-0438.pdf 21 Case number 40305 Network sharing-Czech Republic. 22 https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/en/ IP_19_5110 23 https://www.belgiancompetition.be/sites/default/files/ content/download/files/bma-2020-vm-03-pub.pdf 24 https://ec.europa.eu/commission/presscorner/deta il/en/ IP_20_414 Τεύχος B’ 6017/31.12.2020 Φάση Ι της διερεύνησης, αφού τα μέρη δεσμεύτηκαν να εξαιρέσουν από το γεωγραφικό εύρος αυτής τους δήμους με περισσότερους από 100.000 κατοίκους και τις πυκνοκατοικημένες περιοχές της χώρας. Η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι οι δύο
(2)ανταγωνιστές θα συνεχίσουν ν’ ανταγωνίζονται στην αναβάθμιση της ποιότητας του δικτύου τους, τονίζοντας τα προφανή οφέλη από την παροχή των υπηρεσιών στις μικρές πόλεις και στις αγροτικές περιοχές της Ιταλικής Επικράτειας. Εξέταση όμοιων συμφωνιών έγινε σε εθνικό επίπεδο και στην περίπτωση της Ισπανίας, της Ουγγαρίας της Νορβηγίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, με τις εκδοθείσες αποφάσεις να επιτρέπουν τις συμφωνίες για τα προφανή οφέλη που προέκυπταν στις εθνικές αγορές και ταυτόχρονα τις απαραίτητες δεσμεύσεις που αποδυνάμωναν τους οποίους κινδύνους συμπαιγνιών και εναρμονισμένων πρακτικών μπορεί να στρέβλωναν τις συνθήκες ανταγωνισμού στις εκεί αγορές. Είναι συνεπώς σαφές πως σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή πρακτική, και η αρμόδια Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προσβλέπει και ενθαρρύνει τις συμφωνίες κοινής χρήσης δικτύου, οι οποίες σε κάθε περίπτωση αποδεικνύεται πως αποτελούν εδώ και χρόνια, μια εγκαθιδρυμένη πλέον τάση και πραγματικότητα σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή αγορά για τ’ αναμφισβήτητα οφέλη που προκύπτουν στο δρόμο για την εξέλιξη-ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών, λαμβάνοντας αντίστοιχα υπόψη και περιορίζοντας τους αντι-ανταγωνιστικούς κινδύνους, όπου αυτοί υποβόσκουν. Είναι σαφής εξάλλου η θέση25της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και διαμέσου του επίσημου δελτίου τύπου της Επιτρόπου της για τον Ανταγωνισμό, Margrete Vestager, η οποία αναγνωρίζει στις συμφωνίες κοινής χρήσης δικτύων τα οφέλη στην καινοτομία και στην γρήγορη ανάπτυξη δικτύων, με την επιφύλαξη της παρεμπόδισης του ανταγωνισμού. VI. ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ
  1. Ν. 3959/2011 Η κατάργηση της υποχρέωσης προηγούμενης γνωστοποίησης συμφωνιών/συμπράξεων με τη θέση σε ισχύ του ν. 3959/2011 (και λήψης έγκρισης από την αρχή ανταγωνισμού) Ο προηγούμενος και καταργηθείς πλέον ν. 703/1977, προέβλεπε στις διατάξεις του την υποχρέωση της προηγούμενης γνωστοποίησης της εκάστοτε συμφωνίας/ σύμπραξης που υπογραφόταν μεταξύ μερών, καθώς και τη λήψη της σχετικής έγκρισης, εάν και εφόσον πληρούντο τα σωρευτικά κριτήρια της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 703/
  2. Μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 3959/2011, το σύστημα της προηγούμενης γνωστοποίησης και έγκρισης των συμπράξεων αντικαταστάθηκε από το σύστημα εξαιρέσεων άμεσης εφαρμογής, στο πλαίσιο της εναρμόνισής του με την κείμενη Ευρωπαϊκή νομοθεσία (Κανονισμός 25 «Network sharing agreements can bring about efficiencies, such as reduced deployment costs and may allow for network expansion to previously unserved areas. … Τεύχος B’ 6017/31.12.2020 ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 69799 1/200326). Έτσι, η κατάργηση του συστήματος γνωστοποίησης, συνεπάγεται ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν «υποχρεούνται» πλέον να γνωστοποιήσουν στην αρχή ανταγωνισμού μια συμφωνία ή σύμπραξη και συνεπώς να λάβουν απόφαση «έγκρισης» αυτής. Αντιθέτως, οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να αυτοαξιολογήσουν το συμβατό ή μη της συμπεριφοράς τους προς τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3959/2011 ή/και του άρθρου 101 ΣΛΕΕ (σύστημα self-assessment) και επιπλέον ως προς την πλήρωση των προϋποθέσεων της παρ. 3 (του άρθρου 1), ήτοι ως προς τα ενδεχόμενα αντισταθμιστικά οφέλη που παρέχονται από την εφαρμογή της σχετικής συμφωνίας/ σύμπραξης σε διάφορα επίπεδα. α) Άρθρο 1 του ν. 3959/2011 Στην παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3959/2011, ορίζεται ότι: «Με την επιφύλαξη της παρ. 3, απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ επιχειρήσεων και όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού στην Ελληνική Επικράτεια, και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται: α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διάθεσης, της τεχνολογικής ανάπτυξης ή των επενδύσεων, γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού, δ) στην εφαρμογή στο εμπόριο άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές, ιδίως στην αδικαιολόγητη άρνηση πώλησης, αγοράς ή άλλης συναλλαγής, κατά τρόπο που δυσχεραίνει τη λειτουργία του ανταγωνισμού, ε) στην εξάρτηση της σύναψης συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσόμενων, πρόσθετων παροχών, οι οποίες από τη φύση τους ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν συνδέονται με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών». Περαιτέρω, στην παρ. 3 του ως άνω άρθρου 1, αναφέρεται ότι: «Συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές, που εμπίπτουν στην παρ. 1, δεν απαγορεύονται, εφόσον πληρούν αθροιστικά τις κατωτέρω προϋποθέσεις: α) συμβάλλουν στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου, β) εξασφαλίζουν συγχρόνως στους καταναλωτές εύλογο τμήμα από το όφελος που προκύπτει, γ) δεν επιβάλλουν στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις περιορισμούς μη απαραίτητους για την επίτευξη των στόχων αυτών και δ) δεν παρέχουν τη δυνατότητα κατάργησης του ανταγωνισμού ή κατάργησης αυτού σε σημαντικό τμήμα της σχετικής αγοράς». β) Άρθρο 3 του ν. 3959/2011 Το άρθρο 3 του αυτού νόμου προβλέπει ότι: «
  3. Συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές, οι οποίες εμπίπτουν στην παρ. 1 του άρθρου 1 και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 3 του άρθρου 1 απαγορεύονται, χωρίς να είναι αναγκαία η προηγούμενη έκδοση σχετικής απόφασης.
  4. Συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές, οι οποίες εμπίπτουν στην παρ. 1 του άρθρου 1 και πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 3 του άρθρου 1 δεν απαγορεύονται, χωρίς να είναι αναγκαία η προηγούμενη έκδοση σχετικής απόφασης…». Προϋποθέσεις, επομένως, εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων είναι: α) η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων και β) αντικείμενο ή αποτέλεσμα της ανωτέρω συμφωνίας να είναι ο περιορισμός, η παρακώλυση ή η νόθευση του ανταγωνισμού. Η παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3959/2011 και του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ προβλέπει την εξαίρεση τέτοιου είδους συμφωνιών από τη γενική απαγόρευση της παρ. 1 των αντίστοιχων άρθρων, εφόσον πληρούνται σωρευτικά και μόνο οι εξής προϋποθέσεις: α) συμβάλουν στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου, β) εξασφαλίζουν συγχρόνως στους καταναλωτές εύλογο τμήμα από το όφελος που προκύπτει, γ) δεν επιβάλλουν στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις περιορισμούς μη απαραίτητους για την επίτευξη των στόχων αυτών, και δ) δεν παρέχουν τη δυνατότητα κατάργησης του ανταγωνισμού ή κατάργησης αυτού σε σημαντικό τμήμα της σχετικής αγοράς. Όμοιες είναι και οι επιταγές του Ευρωπαϊκού νομοθέτη, όπως αποτυπώνονται στις παρ. 1 και 3 του άρθρου 101 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ουσιαστικά, μοναδική επιπλέον προϋπόθεση εφαρμογής της ενωσιακής διάταξης, σε σχέση με τη διάταξη του εθνικού δικαίου (άρθρο 1 του ν. 3959/2011), αποτελεί αυτή της δυνατότητας επίδρασης στο ενδοκοινοτικό εμπόριο. γ) Η έννοια της «συμφωνίας» ή/και «εναρμονισμένης πρακτικής», σύμφωνα με τo άρθρo 1 του ν. 3959/2011 και το άρθρο 101 ΣΛΕΕ Για τους σκοπούς εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, θεωρείται ότι υφίσταται «συμφωνία» όταν οι συμβαλλόμενοι, ρητά ή σιωπηρά, εγκρίνουν από κοινού σχέδιο που καθορίζει τις κατευθυντήριες γραμμές της αμοιβαίας δράσης τους (ή ακόμη και αποχής από τη δράση) στην αγορά. Για τους σκοπούς εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού, αρκεί οι επιχειρήσεις να έχουν εκφράσει την κοινή τους βούληση να συμπεριφερθούν στην αγορά κατά καθορισμένο τρόπο
  5. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, κάθε φορά που επιχειρήσεις εκφράζουν κοινή βούληση προς επίτευξη επιδιωκομένων τιμών ή επιδιωκομένου όγκου πωλήσεων ή κατανομής αγορών/πελατείας. Κατά πάγια νομολογία, η έννοια της «συμφωνίας» 26 Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) - Επίσημη Εφημερίδα L 001/04-01-2003, σ. 0001-0025 27 Βλ. ΔΕΕ απόφ. 22-10-2015, C-194/14 P, AC-Treuhand κατά Επιτροπής, ECLI eu c 2015 717, σκ. 28, ΔΕΚ απόφ. 13-7-2006, C-74/04 P, Επιτροπή κατά VOLKSWAGEN, ECR 2006 I-6585, ECLI EU C 2006 460, σκ.
  6. Επίσης βλ. R VAN DEN BERGH, COMPATATIVE COMPETITION LAW AND ECONOMICS, 2017,
  7. 69800 ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ καταλαμβάνει, όχι μόνον συμβάσεις με τη στενή έννοια του όρου, αλλά και συμφωνίες κυρίων, ανεξαρτήτως μάλιστα αν είναι υπογεγραμμένες ή ανυπόγραφες. Υπό το φως της ενωσιακής νομολογίας, «συμφωνία» συνιστά και ο καθορισμός από μέρους των συμμετεχουσών σε μία συνάντηση επιχειρήσεων των «κανόνων παιχνιδιού» για τη συμπεριφορά τους στην αγορά, δεδομένου ότι εκφράστηκε η επιθυμία ή η ευχή να ακολουθηθεί η συγκεκριμένη συμπεριφορά. Η ύπαρξη συμφωνίας μπορεί να προκύπτει άμεσα ή έμμεσα από τη συμπεριφορά των μερών, καταλαμβάνει δε και ατελείς συνεννοήσεις, καθώς και επιμέρους και υπό όρους συμφωνίες κατά τη διαδικασία διαπραγμάτευσης, η οποία οδηγεί σε συμφωνία. Επομένως, η έννοια της συμφωνίας στηρίζεται στην ύπαρξη συμπτώσεως των βουλήσεων δύο τουλάχιστον μερών, της οποίας η μορφή εκδήλωσης δεν είναι σημαντική, εφόσον συνιστά πιστή έκφραση των βουλήσεων αυτών. Με βάση τα προεκτεθέντα, για την έννοια της «συμφωνίας», είναι αδιάφορος ο γραπτός ή προφορικός χαρακτήρας της σύμβασης, καθώς και ο δεσμευτικός ή μη χαρακτήρας της, δηλαδή δεν απαιτούνται τυπικές διαδικασίες ούτε και κυρώσεις μη συμμόρφωσης ή μέτρα εφαρμογής
  8. Περαιτέρω, η εν λόγω έννοια καλύπτει τόσο τις συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ ανταγωνιστών που δρουν στο ίδιο επίπεδο (οριζόντιες) όσο και εκείνες που συνάπτονται μεταξύ επιχειρήσεων που δρουν σε διαφορετικό επίπεδο της αλυσίδας παραγωγής ή διανομής, οι οποίες αφορούν στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα μέρη δύνανται να προμηθεύονται, πωλούν ή μεταπωλούν αγαθά και υπηρεσίες (κάθετες). Η σύναψη σύμβασης, στην οποία εμπεριέχεται ρήτρα, η οποία ρητά και χωρίς επιφυλάξεις ή αιρέσεις προβλέπει την αντικείμενη στο άρθρο 1 του ν. 3959/2011 και στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ πρακτική, ακόμα και αν η εν λόγω σύμβαση συνιστά σύμβαση πρότυπο, που υπογράφεται με πλείονες αντισυμβαλλομένους, συνιστά σύναψη συμφωνίας μεταξύ των εμπλεκομένων επιχειρήσεων, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 3959/2011 και του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, καθώς με την υπογραφή της σύμβασης οι συμβαλλόμενες επιχειρήσεις εκφράζουν ρητά και ανεπιφύλακτα την κοινή τους βούληση να εφαρμόσουν την προβλεπόμενη αντιανταγωνιστική πρακτική. Συμφωνίες, κατά τις διατάξεις του ελεύθερου ανταγωνισμού, είναι κατεξοχήν οι συμβάσεις με την έννοια του αστικού δικαίου. Η έννοια της «εναρμονισμένης πρακτικής» αφορά μορφή συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων, η οποία, χωρίς να φθάνει μέχρι τη σύναψη συμφωνίας, αντικαθιστά ηθελημένα τους κινδύνους που ενέχει ο ανταγωνισμός με την έμπρακτη συνεργασία των επιχειρήσεων αυτών. Η απαίτηση αυτονομίας δράσης των επιχειρήσεων στην αγορά, που είναι συνυφασμένη με τις περί ανταγωνισμού διατάξεις, αντιτίθεται αυστηρώς σε κάθε άμεση ή έμμεση επαφή μεταξύ των επιχειρηματιών αυτών δυνάμενη, είτε να επηρεάσει τη συμπεριφορά ενός υφιστάμενου ή δυνητικού ανταγωνιστή στην αγορά, είτε να αποκαλύψει σε έναν ανταγωνιστή 28 Βλ. ΣτΕ 1677/2014, ν. ΣτΕ 1324/2013, ν. ΕΑ, υπ’αρ. 653/2017 και 622/2015 αποφάσεις. Τεύχος B’ 6017/31.12.2020 τη συμπεριφορά που ο επιχειρηματίας έχει αποφασίσει ή σκέπτεται να ακολουθήσει στην αγορά. Η προϋπόθεση δε της αμοιβαιότητας πληρούται οσάκις η από μέρους ενός ανταγωνιστή αποκάλυψη σε άλλον ανταγωνιστή των μελλοντικών του προθέσεων ή της μελλοντικής του συμπεριφοράς στην αγορά ζητήθηκε από τον δεύτερο ή ο επιχειρηματίας αυτός δεν εξέφρασε καμία επιφύλαξη ή αντίρρηση, όταν ο ανταγωνιστής του γνωστοποίησε τις προθέσεις του. Κρίσιμο, εν προκειμένω είναι ότι οι ανταγωνιστές εν γνώσει τους δέχονται ή προσχωρούν σε μηχανισμούς συμπαιγνίας που διευκολύνουν το συντονισμό της εμπορικής τους πολιτικής. Επιπλέον, ο συντονισμός δεν πρέπει κατ’ ανάγκην να είναι ρητά εκφρασμένος, αρκεί να είναι και σιωπηρός. Τέλος, κατά πάγια νομολογία, οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3959/2011 και του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, καταλαμβάνουν ουσιαστικά μορφές συμπαιγνίας που μετέχουν της ίδιας φύσης, διακρίνονται δε μόνο κατά την έντασή τους και τις επιμέρους μορφές υπό τις οποίες εκδηλώνονται. Στο ίδιο πλαίσιο, έχει κριθεί ότι οι αρχές ανταγωνισμού δεν είναι υποχρεωμένες να προσδιορίζουν επακριβώς μία παράβαση ως προς καθεμία επιχείρηση και σε κάθε δεδομένο χρονικό σημείο ως συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική, διότι οι σχετικές έννοιες μπορεί να αλληλοκαλύπτονται
  9. Μια σύμπραξη μπορεί να συνιστά ταυτόχρονα «συμφωνία» και «εναρμονισμένη πρακτική» κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων του νόμου και ο εν λόγω χαρακτηρισμός δεν είναι κρίσιμος για τη στοιχειοθέτηση τυχόν παράβασης
  10. δ) Παρεμπόδιση, περιορισμός ή νόθευση του ανταγωνισμού - Χαρακτήρας της παράβασης Η παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3959/2011 και, αντιστοίχως, η παρ. 1 του άρθρου 101 ΣΛΕΕ μνημονεύουν ρητά, ως περιοριστικές του ανταγωνισμού, συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές, οι οποίες κατανέμουν τις αγορές ή τις πηγές εφοδιασμού ή καθορίζουν τις τιμές αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής. Συμφωνίες/εναρμονισμένες πρακτικές που έχουν ως αντικείμενό τους τον περιορισμό του ανταγωνισμού θεωρούνται εκείνες οι οποίες είναι από τη φύση τους ικανές να περιορίσουν τον ανταγωνισμό. Πρόκειται για περιορισμούς οι οποίοι, ενόψει των στόχων που επιδιώκουν οι εθνικοί και ενωσιακοί κανόνες ανταγωνισμού, είναι τόσο πιθανό να επηρεάσουν δυσμενώς τον ανταγωνισμό, ώστε δεν είναι ανάγκη, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 1 του 29 Βλ. και αποφάσεις ΠΕΚ, Τ-7/89, Hercules Chemicals, ό.π, σκ. 232, Τ-310/94, Gruber και Weber, ό.π, T-329/01 Archer Midland κατά Επιτροπής, σκ. 247 και Τ-25/95 κ.λπ., Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλ. II-491, σκ. 2814, 3100, 3103,
  11. Βλ. και αποφάσεις ΔΕΕ C-68/12, απόφαση της 07-02-2013, Slovenska Sporitelna, αδημ. σκ. 27 και νομολογία στην οποία παραπέμπει, C-634/13, απόφαση της 17-09-2015, Total Marketing Services SA κατά Επιτροπής, αδημ., σκ. 18 επ., και C 74/14, Eturas UAB κ.λπ. κατά Επιτροπής, της 21ης Ιανουαρίου 2016, αδημ. σκ. 46 επ. 30 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-49/92 Ρ σκ. 112-114, 131, ΔΕΚ C-8/08, ό.π, σκ. 29 επ., καθώς και ΠΕΚ Τ-5- 6/00 Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elektrotechnisch Gebied κατά Επιτροπής, Συλλ. 2003, ΙΙ-5768, και ΠΕΚ Τ-7/89, ό.π, παρ.
  12. Βλ. επίσης ΔΕφΑθ1617/2009, σκ.
  13. Τεύχος B’ 6017/31.12.2020 ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ν. 3959/2011 και του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ, να αποδειχθούν οι συγκεκριμένες επιπτώσεις τους στην αγορά
  14. Ειδικότερα, στην περίπτωση που το αντικείμενο της απόφασης, συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής στοχεύει στον περιορισμό του ανταγωνισμού κατά τα προεκτεθέντα, αυτή εμπίπτει στην απαγόρευση της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3959/2011 και της παρ. 1 του άρθρου 101 ΣΛΕΕ άνευ ετέρου. Κατά πάγια εθνική και ενωσιακή νομολογία, η εκτίμηση των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων μιας σύμπραξης παρέλκει, όταν προκύπτει ότι αυτή έχει ως σκοπό την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού
  15. Συναφώς, στην περίπτωση σύμπραξης που συνιστά εξ αντικειμένου περιορισμό του ανταγωνισμού, «παρέλκει ως αλυσιτελής, η περαιτέρω έρευνα και απόδειξη κινδύνου βλάβης των καταναλωτών ή επεύλευσης άλλων, συγκεκριμένων αποτελεσμάτων, εν δυνάμει βλαπτικών για τον ανταγωνισμό». Ούτως, η διαπίστωση ότι η σύμπραξη έχει αντικείμενο περιοριστικό του ανταγωνισμού δεν μπορεί να ανατραπεί ούτε από ενδείξεις ότι δεν είχε κανένα αποτέλεσμα εντός της αγοράς, ή ότι δεν είχε άμεση επίδραση επί των τιμών, ούτε από τη διαπίστωση ότι οι συμπράττουσες εξασφάλισαν ταυτόχρονα, διά της πρακτικής αυτής, ορισμένα πλεονεκτήματα ως προς τον ανταγωνισμό
  16. Κατά τη σχετική αξιολόγηση του αντικειμένου της σύμπραξης, δεν εξετάζεται η υποκειμενική πρόθεση των μερών. Δεν απαιτείται αντι-ανταγωνιστική πρόθεση, αλλά αρκεί το αντικειμενικά ενδεχόμενο αντι-ανταγωνιστικό αποτέλεσμα. Εφόσον το αντι-ανταγωνιστικό αποτέλεσμα είναι αντικειμενικά ενδεχόμενο, η σύμπραξη είναι απαγορευμένη, έστω και αν οι συμπράττοντες δεν αποσκοπούν στο αποτέλεσμα αυτό
  17. Εξάλλου, εφόσον μία σύμπραξη που έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό 31 Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 2007/2013, σκ. 17, όπου και πάγια σχετική ενωσιακή νομολογία, καθώς και ΔΕφΑθ 502/2013, ΔΕφΑθ 1001/2006, σκ. 16, καθώς και ΔΕΚ 45/85 Verband der Sachversicherer κατά Επιτροπής, Συλλ. 1987, σ. 447, σκ. 39, ΔΕΚ C-209/07 Irish Beef, Συλλ. 2008, Ι-8637, σκ. 16-21, ΠΕΚ συνεκδ. υποθ. Τ-305/94 έως Τ-307/94, T-313/94 έως T-316/94, T-318/94, T-325/94, T-328/94 και T- 335/94 Limburgse Vinyl Maatschappij NV κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλ. 1999, ΙΙ-945, σκ. 741, ΠΕΚ T- 62/98 Volkswagen κατά Επιτροπής, Συλλ. 2000, ΙΙ-2713, σκ. 178 και ΠΕΚ Τ-49/02, Brasserie κατά Επιτροπής, Συλλ.2005, ΙΙ-3038, σκ. 97, 108 και
  18. Βλ. ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4 (όπου και παραπομπές σε ενωσιακή νομολογία). 32 Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 2007/2013, σκ. 17, όπου και πάγια σχετική ενωσιακή νομολογία, καθώς και ΔΕφΑθ 502/2013, ΔΕφΑθ 1001/2006, σκ. 16, καθώς και Αποφάσεις ΔΕΚ υπόθ. 45/85 Verband der Sachversicherer κατά Επιτροπής, Συλλ. 1987, σ. 405, σκ. 39, ΔΕΚ C-209/07 Irish Beef, σκ. 16-21, ΠΕΚ συνεκδ. υποθ. Τ-305/94 έως Τ-307/94, T-313/94 έως T-316/94, T-318/94, T-325/94, T-328/94 και T- 335/94 Limburgse Vinyl Maatschappij NV κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλ. 1999 σ.ΙΙ-931, σκ. 741 και ΠΕΚ υπόθ. T-62/98 Volkswagen κατά Επιτροπής, Συλλ. 2000, σ. ΙΙ-2707, σκ. 178 και ΠΕΚ Τ-49/02, Brasserie κατά Επιτροπής, Συλλ. ΙΙ-3033, σκ. 97, 108 και
  19. 319 Βλ. ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4 (όπου και παραπομπές σε ενωσιακή νομολογία). 33 Βλ. ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4 (όπου και παραπομπές σε ενωσιακή νομολογία). 34 Βλ. ενδεικτικά ΔΕφΑθ 559/2010, σκ. 17, ΔΕφΑθ 2891/2009, σκ. 18, και ΔΕφΑθ 1682/2009, σκ. 27, όπου και εκτενείς παραπομπές σε σχετική ενωσιακή νομολογία. Βλ. επίσης ΔΕΚ C-29/83 και 30/83, 69801 του ανταγωνισμού εμπίπτει στις απαγορευτικές διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3959/2011 και του άρθρου 101 ΣΛΕΕ κατά τα προεκτεθέντα, η εν τοις πράγμασι μη εφαρμογή της (εν όλω ή εν μέρει), όπως αντίστοιχα και η μη συμμόρφωση (εν όλω ή εν μέρει) προς τα συμφωνηθέντα, δεν ασκούν κατά νόμο επιρροή στη διαπίστωση της παράβασης, ούτε και συνιστούν λόγο απαλλαγής –ιδίως λαμβανομένου υπόψη ότι η εκάστοτε επιχείρηση μπορεί να επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τη σύμπραξη προς όφελός της
  20. Επομένως, η επίκληση αμυντικών επιχειρημάτων, όπως η αμελητέα επίπτωση στον ανταγωνισμό, το δυσχερές οικονομικό περιβάλλον, η τυχόν απόκλιση από τα συμφωνηθέντα, ή ακόμη και η άγνοια ότι πτυχές της συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής μπορούσαν να θεωρηθούν παράνομες, δεν απαλλάσσουν τους αυτουργούς της παράβασης από τη διάπραξή της. Ούτε, επίσης, απαλλάσσει από την ευθύνη τις συμπράττουσες εταιρίες η τυχόν πεποίθησή τους ότι ενεργούσαν σύμφωνα με τον νόμο. Περαιτέρω, ακόμα και αν αποδειχτεί ότι οι συμπράττουσες επιχειρήσεις ενήργησαν χωρίς να έχουν άμεση πρόθεση τον περιορισμό του ανταγωνισμού, τέτοιοι λόγοι δεν λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 3959/2011 και του άρθρου 101 ΣΛΕΕ. ε) Η έννοια της «Επιχείρησης» στο Δίκαιο του Ανταγωνισμού Για τους σκοπούς της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3959/ 2011, και αντιστοίχως της παρ. 1 του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, ως «επιχείρηση» νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο ή οικονομική ενότητα που ασκεί εμπορική ή άλλη οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς του και από τον τρόπο χρηματοδότησής του
  21. Ειδικότερα, η ύπαρξη επιχείρησης προϋποθέτει αυτονομία οικονομικής δράσης και συνακόλουθα πλήρη ανάληψη των οικονομικών κινδύνων που συνεπάγεται η εκάστοτε οικονομική δραστηριότητα. Ως οικονομική δραστηριότητα νοείται κάθε δραστηριότητα προσφοράς αγαθών ή υπηρεσιών σε δεδομένη αγορά. Η έννοια της «επιχείρησης» είναι περισσότερο οικονομική παρά νομική και το αποφασιστικό κριτήριο για την έννοια αυτή στο δίκαιο προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού είναι η οικονομική, και όχι η νομική της αυτοτέλεια. Εν προκειμένω, είναι σαφές πως τόσο η εταιρεία «Vodafone - PANAFON Α.Ε.Ε.Τ.» όσο και η εταιρεία «Wind HELLAS Α.Ε.Β.Ε.», διεξάγουν οικονομική δραστηριότητα και, ως εκ τούτου λογίζονται αδιαμφισβήτητα ως «επιχειρήσεις», κατά την έννοια των διατάξεων περί ελεύθερου ανταγωνισμού. Compagnie Royale Asturienne des Mines SA and Rheinzing GMBH κατά Επιτροπής, Συλλ. 1984, σ.
  22. 35 Βλ. ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4 (όπου και παραπομπές σε ενωσιακή νομολογία). 36 LUCAS DE LAYSSAC & g. Parleani, Droit du marche, Puf 2002, 379, N.Petit, Droit Europeen de la concurrence, 2eme, ed, 2018, 118, A Jones The boundaries of an undertaking in EU Competition Law, 8 Eur. Competition J 301
(2012)
  1. Βλ. και ΔΕΕ απόφ. 21-7-2016, C-542/14, VM Remonts κ.λπ., κατά Konkurences padome, ECLI EU C 2016 578, σκ.
  2. 69802 ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ στ) «Εξ αντικειμένου» περιορισμός του ανταγωνισμού σε συμφωνία Προκειμένου να εμπίπτει μια συμφωνία στην απαγόρευση του άρθρου 1 του ν. 3959/2011 και της παρ. 1 του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, πρέπει να έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της οικείας αγοράς. Κατά πάγια ενωσιακή νομολογία ο διαζευκτικός χαρακτήρας αυτής της προϋπόθεσης επιβάλλει, καταρχάς, να εξεταστεί το ίδιο το αντικείμενο της συμφωνίας, λαμβανομένου υπόψη του οικονομικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται. Υπό την έννοια αυτή, αν αποδειχθεί το επιζήμιο για τον ανταγωνισμό αντικείμενο μιας συμφωνίας, τότε παρέλκει η εξέταση των αποτελεσμάτων αυτής επί του ανταγωνισμού
  3. Για να έχει η συμφωνία στρεφόμενο κατά του ανταγωνισμού αντικείμενο, αρκεί να είναι ικανή να επαχθεί αρνητικά για τον ανταγωνισμό αποτελέσματα, ήτοι να είναι εν τοις πράγμασι ικανή να παρεμποδίσει, να περιορίσει ή να νοθεύσει τον ανταγωνισμό εντός της σχετικής αγοράς. Το ερώτημα αν και κατά πόσο παρόμοιο αποτέλεσμα παράγεται όντως, μπορεί να έχει σημασία μόνο για τον υπολογισμό του ύψους των προστίμων
  4. Συναφώς, στην περίπτωση σύμπραξης που συνιστά «εξ αντικειμένου» περιορισμό του ανταγωνισμού, δεν απαιτείται η περαιτέρω έρευνα και απόδειξη κινδύνου βλάβης των καταναλωτών ή επέλευσης άλλων, συγκεκριμένων αποτελεσμάτων, εν δυνάμει βλαπτικών για τον ανταγωνισμό. Ούτως, η διαπίστωση ότι η σύμπραξη έχει αντικείμενο περιοριστικό του ανταγωνισμού δεν μπορεί να ανατραπεί ούτε από ενδείξεις ότι δεν είχε αποτέλεσμα εντός της αγοράς, ή ότι δεν είχε άμεση επίδραση επί των τιμών, ούτε από τη διαπίστωση ότι οι ενδιαφερόμενοι εξασφάλισαν ταυτόχρονα, διά της πρακτικής αυτής, ορισμένα πλεονεκτήματα ως προς τον ανταγωνισμό
  5. Ειδικότερα ως προς τις κάθετες συμφωνίες, γίνεται δεκτό ότι παρά το γεγονός ότι συχνά είναι, ως εκ της φύσεώς τους, λιγότερο επιζήμιες για τον ανταγωνισμό σε σχέση με τις οριζόντιες συμφωνίες, μπορούν, υπό ορισμένες περιστάσεις, να εμπεριέχουν εν δυνάμει μία αυξημένη πιθανότητα περιορισμού του ανταγωνισμού. Υπό την έννοια αυτή, έχει κριθεί επανειλημμένα τόσο σε επίπεδο ενωσιακής όσο και σε επίπεδο εγχώριας νομολογίας, ότι μια κάθετη συμφωνία μπορεί να έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού
  6. Αντιστοίχως, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι περιορισμοί που χαρακτηρίζονται ως ιδιαίτερης σοβαρότητας (hard core) σε οποιουσδήποτε από τους 37 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΕ C-32/11, Allianz Hungária Biztosító κ.λπ., Συλλ. ψηφιακή(Γενική Συλλογή), σκ. 33-34 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και ΔΕΕ C-67/13 P, CB κατά Επιτροπής, απόφαση της 11 Σεπτεμβρίου 2014, αδημ., σκ. 48-49 και
  7. 38 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΕ C-32/11, ό.π., σκ. 38 και ΔΕΚ C-8/08, T-Mobile Netherlands κ.λπ., Συλλ. 2009, σ. Ι-4529, σκ.
  8. 39 Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 1677/2014, σκ. 4, ΣτΕ 1324/2013, σκ. 4 και ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4 (όπου και παραπομπές σε ενωσιακή νομολογία). 40 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΕ C-32/11, ό.π., σκ. 43, και την εκεί παρατιθέμενη ενωσιακή νομολογία. Βλ. επίσης ΕΑ622/2015, 580/VII/2013, 495/VI/2010, 373/V/
  9. Τεύχος B’ 6017/31.12.2020 ισχύοντες ή μελλοντικούς κανονισμούς απαλλαγής κατά κατηγορίες θεωρούνται ότι συνιστούν γενικά περιορισμούς λόγω αντικειμένου, οι οποίοι μάλιστα εκφεύγουν του «ασφαλούς λιμένα» που δημιουργείται από τα όρια μεριδίων αγοράς που προβλέπονται στην Ανακοίνωση deminimis, ενώ συγχρόνως είναι μάλλον απίθανο να πληρούν τις προϋποθέσεις χορήγησης ατομικής απαλλαγής, κατά την παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 703/1977 και την παρ. 3 του άρθρου 101 ΣΛΕΕ
  10. Στις περιπτώσεις αυτές παρέλκει η εξέταση τυχόν αποτελεσμάτων της στην αγορά, ενώ επίσης δεν εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του ελεύθερου ανταγωνισμού, ακόμα και στην περίπτωση που το μερίδιο αγοράς της ελεγχόμενης επιχείρησης δεν υπερβαίνει τα όρια του 15%, σύμφωνα με την Ανακοίνωση deminimis της Ευρωπαϊκής Επιτροπής42 ή του 10% κατά τα αντιστοίχως οριζόμενα στην Ανακοίνωση της Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού για τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας
  11. Με δεδομένο ότι, όπως προκύπτει από την ευρωπαϊκή νομολογία44, κύρια επιδίωξη της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 101 ΣΛΕΕ είναι η διασφάλιση ότι κάθε επιχείρηση θα προσδιορίζει ανεξάρτητα (αυτόνομα) την οικονομική πολιτική της στη σχετική αγορά, γίνεται καταρχήν δεκτό ότι δεν μπορεί να επιβληθεί δέσμευση ως προς τις τιμές μεταπώλησης. Όπως προκύπτει από την ευρωπαϊκή νομολογία, κύρια επιδίωξη της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 101 ΣΛΕΕ είναι η διασφάλιση ότι κάθε επιχείρηση θα προσδιορίζει ανεξάρτητα (αυτόνομα) την οικονομική πολιτική της στη σχετική αγορά, χωρίς να υφίσταται δυνατότητα επιβολής δεσμεύσεων (ως προς τις τιμές μεταπώλησης ή σε άλλους όρους). ζ) Το κριτήριο της διακοινοτικής διάστασης της συμφωνίας - Ενδεχόμενος επηρεασμός ενδοενωσιακού εμπορίου και εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ Το κριτήριο του επηρεασμού του ενδοενωσιακού εμπορίου προσδιορίζει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 του Κανονισμού 1/2003 του Συμβουλίου για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέ41 Βλ. Ανακοίνωση deminimis, ό.π., παρ. 13, όπου και ρητή αναφορά στους περιορισμούς λόγω αντικειμένου, καθώς και Commission staff working document, Guidance on restrictions of competition «by object» for the purpose of defining which agreements may benefit from the De Minimis Notice, 25-6-2014, σ. 3-4, υπόστοιχείο
  12. Βλ. επίσης και Κατευθυντήριες Γραμμές για την εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 81 της Συνθήκης, ό.π., παρ.
  13. 42 Βλ. Ανακοίνωση deminimis, ό.π., παρ.
  14. Βλ. και νέες Κατευθυντήριες γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς, ό.π., παρ. 9-
  15. 43 Βλ. Ανακοίνωση της ΕΑ με ημερομηνία 2-3-2006 σχετικά με τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας, οι οποίες δεν περιορίζουν σημαντικά τον ανταγωνισμό σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 703/1977 (de minimis), παρ. 7β) και 11
(2). 44 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-40/73, Suiker Unieetc v. Commission, Συλλ. 1975, σ. 1663, ΔΕΚ C-172/80, Ζüchner v. Bayerische Vereinsbank AG, Συλλ. 1981, σ. 2021, ΔΕΚ 89/85, Ahlström etcv. Commission, Συλλ. 1993, σ. Ι-1307, καθώς επίσης και ΔΕΚ C-7/95 P, John Deere v. Commission, Συλλ. 1998, σ. Ι-
  1. Τεύχος B’ 6017/31.12.2020 ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ πονται στα άρθρα 101 (πρώην 81) και 102 (πρώην 82) της Συνθήκης
  2. Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 3 του ως άνω Κανονισμού, οσάκις οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών-μελών ή τα εθνικά δικαστήρια εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού σε συμφωνίες, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων ή εναρμονισμένες πρακτικές, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, οι οποίες είναι πιθανόν να επηρεάσουν το εμπόριο, μεταξύ κρατών-μελών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφαρμόζουν, επίσης, το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, στις συγκεκριμένες συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές. Το κριτήριο του επηρεασμού του ενδοενωσιακού εμπορίου είναι αυτόνομο κριτήριο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, το οποίο εκτιμάται ad hoc, και οριοθετεί το πεδίο εφαρμογής του ευρωπαϊκού δικαίου του ανταγωνισμού. Η έννοια της επίδρασης στα εμπορικά ρεύματα, δεν προϋποθέτει μόνον τον περιορισμό ή τη μείωση του εμπορίου, αλλά οποιαδήποτε διαφοροποίηση των εμπορικών ρευμάτων, αρκεί αυτή να είναι αισθητή. Το κριτήριο αυτό πληρούται, επομένως, όταν, η υπό εξέταση κάθε φορά συμπεριφορά, δύναται να έχει ένα ελάχιστο επίπεδο διασυνοριακών επιπτώσεων στο εσωτερικό της Ένωσης
  3. Συναφώς, για να είναι σε θέση μια συμφωνία (σύμπραξη) ή κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης να επηρεάσει το εμπόριο, μεταξύ κρατών-μελών, θα πρέπει, βάσει ενός συνόλου νομικών και πραγματικών στοιχείων, να δύναται να πιθανολογηθεί, επαρκώς, ότι είναι σε θέση να ασκήσει47, άμεση ή έμμεση, πραγματική ή δυνητική, επίδραση στα εμπορικά ρεύματα, μεταξύ κρατών-μελών, τούτο δε κατά τρόπο που να προκαλείται φόβος ότι θα ήταν ικανή να εμποδίσει την πραγματοποίηση της ενιαίας αγοράς, μεταξύ κρατών-μελών
  4. Στην περίπτωση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, εάν μία συμφωνία μπορεί στο σύνολό της να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών-μελών, το ενωσιακό δίκαιο εφαρμόζεται στο σύνολο της συμφωνίας, περιλαμβανομένων και των τμημάτων της, που μεμονωμένα δεν επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών-μελών
  5. Είναι επίσης αδιάφορο, εάν η συμμετοχή δεδομένης επιχείρησης επηρεάζει ή όχι αισθητά το εμπόριο μεταξύ των κρα45 Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης, ΕΕ L 1/1/04-01-
  6. 46 Βλ. Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ΕΕ C101/81/27-04-2004, σημ. 8 επ., 34,
  7. 47 Βλ. ΕΑ 277/IV/2005 με παραπομπή στις αποφάσεις ΔΕΚ C-8/72, Vereniging van Cementhandelaren, Συλλ. 1972-1973, σ. 221, σκ. 29 και C-42/84, Remia κ.λπ., Συλλ. 2545, σκ. 22 και στην απόφαση ΠΕΚ Τ-29/92, SPO κ.λπ., Συλλ.ΙΙ-289, σκ.
  8. Βλ. και Ανακοίνωση για την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου, παρ. 33 και
  9. 48 Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις ΔΕΕ C-209/78, Van Landewyck κατά Επιτροπής, Συλλογή 1980, σ. 3125, σκ. 170, και ΔΕΕ C-219/95P, Ferriere Nord κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. Ι-4411, σκ.
  10. 49 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-193/83, Windsurfing, Συλλ. 611, σκ. 96, ΠΕΚ Τ-77/94 Vereniging van Groothandelarenin Bloemkwekerijprodukten, Συλλ. ΙΙ-759, σκ. 126, και παρ. 14 Ανακοίνωση για την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου. 69803 τών-μελών
  11. Ο αισθητός χαρακτήρας του επηρεασμού μπορεί ιδίως να εκτιμηθεί κατ’ αναφορά προς τη θέση και τη σημασία των μερών51 στην αγορά των σχετικών προϊόντων, τη φύση της συμφωνίας ή της πρακτικής και τη φύση των καλυπτόμενων προϊόντων/υπηρεσιών
  12. Ωστόσο, έχει γίνει δεκτό ότι συμφωνίες, οι οποίες αφορούν σε υπηρεσίες οι οποίες δεν αποτελούν αντικείμενο διασυνοριακής δραστηριότητας και οι οποίες δύσκολα θα χρησιμοποιηθούν από αλλοδαπή πελατεία, δεν επηρεάζουν, κατά κανόνα, το ενδοενωσιακό εμπόριο, έστω και εάν καλύπτουν ολόκληρο το έδαφος κράτους-μέλους
  13. Επίσης, γίνεται δεκτό ότι συμφωνίες οι οποίες έχουν τοπικό χαρακτήρα δεν δύνανται, αυτές καθ’ εαυτές, να επηρεάσουν αισθητά το εμπόριο, μεταξύ κρατών-μελών. Αυτό συμβαίνει, ακόμη και εάν η τοπική αγορά βρίσκεται σε συνοριακή περιοχή
  14. η) Οι Κατευθυντήριες Γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ στις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας [ΕΕ 2011, C 11/1] Σύμφωνα με τις ανωτέρω Κατευθυντήριες Γραμμές της Επιτροπής, μια συνεργασία είναι «οριζόντιας φύσεως» εάν αποτελεί αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ πραγματικών ή δυνητικών ανταγωνιστών. Ειδικότερα, περιγράφεται πως: «…
  15. Οι συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας μπορούν να αποφέρουν σημαντικά οικονομικά οφέλη, ιδίως εάν συνδυάζουν συμπληρωματικές δραστηριότητες, δεξιότητες ή περιουσιακά στοιχεία. Η οριζόντια συνεργασία μπορεί να αποτελέσει ένα μέσο για την κατανομή των κινδύνων, την εξοικονόμηση δαπανών, την αύξηση των επενδύσεων, την από κοινού εκμετάλλευση τεχνογνωσίας, τη βελτίωση της ποιότητας και της ποικιλίας των προϊόντων και την ταχύτερη προώθηση της καινοτομίας.
  16. Από την άλλη πλευρά, οι συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας μπορεί να δημιουργήσουν προβλήματα ανταγωνισμού, όπως, για παράδειγμα, σε περίπτωση που οι συνεργαζόμενες επιχειρήσεις συμφωνούν τον καθορισμό των τιμών ή της παραγωγής ή την κατανομή των αγορών, ή εάν η συνεργασία τους επιτρέπει να διατηρούν, να αποκτούν ή να αυξάνουν την ισχύ τους στην αγορά, με αρνητικές επιπτώσεις όσον αφορά τις τιμές, την παραγωγή, την ποικιλία και την ποιότητα των προϊόντων ή την καινοτομία.
  17. Η Επιτροπή, παρόλο που αναγνωρίζει τα οικονομικά οφέλη που μπορεί να προκύψουν από τις συμφωνίες 50 Βλ. ενδεικτικά ΠΕΚ Τ-2/89, Petrofina, Συλλ. ΙΙ-1087, σκ. 226, καθώς και παρ. 15 Ανακοίνωση για την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου. 51 Βλ. ΔΕΚ C-306/96, Javico, Συλλ. Ι-1983, σκ. 17 και ΠΕΚ Τ-65/89, BPB Industries και British Gypsum, Συλλ. ΙΙ-389, σκ. 138 και Ανακοίνωση για την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου, παρ.
  18. 52 Βλ. ΠΕΚ Τ-65/89, BPB Industries και British Gypsum, Συλλ. ΙΙ-389, σκ. 138 και Ανακοίνωση για την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου, παρ.
  19. 53 Βλ. απόφαση ΔΕΕ υπόθ. C-215/96, 216/96, Carlo Bagnasco κ.λπ. κατά Banca Popolare di Novara και Casa di Risparmio di Genova e Imperia, Συλλογή 1999, σ. Ι-135, σκ. 51-
  20. 54 Βλ. Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ΕΕ 2004 C101/81, παρ.
  21. 69804 ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ οριζόντιας συνεργασίας, οφείλει να εξασφαλίσει τη διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού. Το άρθρο 101 αποτελεί το νομικό πλαίσιο για την ισόρροπη αξιολόγηση των διαφόρων μορφών συνεργασίας σταθμίζοντας τόσο τα αποτελέσματα περιορισμού του ανταγωνισμού όσο και τα ευνοϊκά για τον ανταγωνισμό αποτελέσματα. Στις Κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ στις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας γίνεται εκτενής αναφορά στο κύριο πρόβλημα ανταγωνισμού, το οποίο αποτελεί το ευαίσθητο ζήτημα της ανταλλαγής πληροφοριών. 22.
  22. Κύρια προβλήματα ανταγωνισμού Αφ’ ης στιγμής διαπιστωθεί συμφωνία, εναρμονισμένη πρακτική ή απόφαση ένωσης επιχειρήσεων, πρέπει να εξετάζονται τα κύρια προβλήματα ανταγωνισμού σχετικά με τις «ανταλλαγές πληροφοριών», στο Κεφάλαιο 2 αυτών, προβλέπεται πως:
  23. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ ΕΞ ΑΠΟΨΕΩΣ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ Η ανταλλαγή πληροφοριών μπορεί να λάβει διάφορες μορφές. Πρώτον, μπορεί να γίνεται άμεσα μεταξύ ανταγωνιστών. Δεύτερον, μπορεί να γίνεται έμμεσα με την παρεμβολή ενός κοινού φορέα (π.χ. εμπορική ένωση) ή κάποιου τρίτου όπως ενός οργανισμού έρευνας αγοράς ή των προμηθευτών ή λιανοπωλητών των επιχειρήσεων. Η ανταλλαγή πληροφοριών αποτελεί χαρακτηριστικό πολλών ανταγωνιστικών αγορών το οποίο παράγει διάφορα οφέλη από άποψη αποδοτικότητας. Λύνει προβλήματα ασύμμετρης πληροφόρησης
(1)και με τον τρόπο αυτόν κάνει τις αγορές αποδοτικότερες. Επίσης, οι επιχειρήσεις συχνά βελτιώνουν την εσωτερική τους αποδοτικότητα λαμβάνοντας ως μέτρο σύγκρισης η μια τις βέλτιστες πρακτικές της άλλης. Η ανταλλαγή πληροφοριών μπορεί επίσης να βοηθήσει τις επιχειρήσεις να εξοικονομήσουν κόστος μειώνοντας τα αποθέματά τους, επιτρέποντας την ταχύτερη παράδοση αλλοιώσιμων αγαθών στους καταναλωτές ή αντιμετωπίζοντας τις διακυμάνσεις της ζήτησης κ.λπ. Εκτός αυτού, η ανταλλαγή πληροφοριών μπορεί να ωφελήσει άμεσα τους καταναλωτές μειώνοντας το κόστος αναζήτησης και βελτιώνοντας τα περιθώρια επιλογών. 58. Ωστόσο, η ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την αγορά μπορεί να έχει αποτελέσματα που περιορίζουν τον ανταγωνισμό εφόσον επιτρέπει στις επιχειρήσεις να γνωρίζουν τις στρατηγικές των ανταγωνιστών τους στην αγορά
(2). Το ανταγωνιστικό αποτέλεσμα της ανταλλαγής πληροφοριών εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά της αγοράς στην οποία λαμβάνει χώρα (όπως συγκέντρωση, διαφάνεια, σταθερότητα, συμμετρία, πολυπλοκότητα κ.λπ.) καθώς και από το είδος των πληροφοριών που ανταλλάσσονται, οι οποίες ενδέχεται να μεταβάλλουν το περιβάλλον της σχετικής αγοράς ώστε να είναι εφικτός ο συντονισμός… Η Ανταλλαγή πληροφοριών Υποτίθεται ότι η ανταλλαγή εμπορικώς ευαίσθητων πληροφοριών μεταξύ ανταγωνιστών είναι επιζήμια στον αποτελεσματικό ανταγωνισμό, αφού μπορεί να μειώσει την αβεβαιότητα της αγοράς και να διευκολύνει αθέμιτες συμπράξεις. Ένα σημαντικό μερίδιο των πληροφοριών που αντηλλάγησαν μεταξύ των συμβαλλομένων μπορεί Τεύχος B’ 6017/31.12.2020 να θεωρείται ως επιχειρηματικό μυστικό. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ανταλλαγή πληροφοριών είναι κυρίως τεχνικής φύσης και δεν μπορεί να επιτρέψει σε ένα συμβαλλόμενο να κατανοήσει τη συνολική ανταγωνιστική στρατηγική του άλλου μέρους. Ωστόσο, η θεώρηση θα πρέπει να γίνεται στα πλαίσια της συνολικής συμφωνίας και της ευρύτερης αγοράς και κατά συνέπεια τα ζητήματα, συμπεριλαμβανομένης της ύπαρξης διατάξεων ελέγχου, πρέπει να αναλυθούν λεπτομερέστερα. Με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές της 14-1-2011 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ στις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας [ΕΕ C 11/14-1-2011, σ. 1 επ., όπως συμπληρώθηκε με το διορθωτικό της 2-2-2011, ΕΕ C 33/2-2-2011, σ. 20], τα κύρια προβλήματα ανταγωνισμού σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών είναι τα ακόλουθα: α) συμπαιγνιακό αποτέλεσμα μεταξύ των συμμετεχόντων στην ανταλλαγή πληροφοριών (coordinated effect), [παρ. 65-67 των κατευθυντήριων γραμμών ό.π.], β) αντιανταγωνιστικός αποκλεισμός τρίτων (non coordinated effect) [παρ. 69-71 των κατευθυντήριων γραμμών ό.π.]. Ο περιορισμός του ανταγωνισμού μπορεί να αποτελεί είτε αντικείμενο (σκοπό) (restriction by object) είτε αποτέλεσμα (restriction by effect) της ανταλλαγής πληροφοριών, ως ειδικότερης μορφής σύμπραξης. Περαιτέρω, σύμφωνα με το Κεφάλαιο 1.2.2. των Κατευθυντήριων Γραμμών - παρ. 3 του άρθρου 101 προβλέπεται ότι: 48. Η αξιολόγηση των περιορισμών που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού, βάσει της παρ. 1 του άρθρου 101 αποτελεί μια μόνο πτυχή της ανάλυσης. Η άλλη πτυχή, που διατυπώνεται στην παρ. 3 του άρθρου 101, είναι η αξιολόγηση των ευνοϊκών για τον ανταγωνισμό αποτελεσμάτων που έχουν οι περιοριστικές συμφωνίες. Η γενική προσέγγιση κατά την εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 101 παρουσιάζεται στις γενικές κατευθυντήριες γραμμές. Εφόσον αποδεικνύεται η ύπαρξη περιορισμού του ανταγωνισμού κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 101, μπορεί να γίνει επίκληση της παρ. 3 του άρθρου 101. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2002 σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων περί ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης
(4), το βάρος της αποδείξεως ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της παρ. 3 του άρθρου 101 φέρει(ουν) η(οι) επιχείρηση(επιχειρήσεις) που επικαλείται(ούνται) την εν λόγω διάταξη. Επομένως, τα πραγματικά επιχειρήματα και οι αποδείξεις που επικαλούνται οι επιχειρήσεις πρέπει να επιτρέπουν στην Επιτροπή να διαπιστώσει με βεβαιότητα κατά πόσον είναι, ή δεν είναι, αρκετά πιθανό η υπό εξέταση συμφωνία να έχει αποτελέσματα ευνοϊκά για τον ανταγωνισμό
(5). Με βάση τ’ ανωτέρω, διαπιστώνεται για τη συμφωνία των εταιρειών VODAFONE και WIND πως: Η εν προκειμένω κοινοποιηθείσα συμφωνία επέκτασης της κοινής χρήσης των δικτύων των δύο
(2)μερών σε τεχνολογία LTE, είναι αναμφισβήτητα μια οριζόντια συμφωνία συνεργασίας μεταξύ των δύο εκ των τριών κύριων ανταγωνιστών της Ελληνικής ολιγοπωλιακής αγοράς της Τεύχος B’ 6017/31.12.2020 ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ κινητής τηλεφωνίας και ειδικότερα του δεύτερου και τρίτου παρόχου της αγοράς της κινητής τηλεφωνίας. Αποτελεί συνεπώς μια συμφωνία που εμπίπτει καταρχήν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 του ν. 3959/2011 (και του άρθρου 101 ΣΛΕΕ). Η συμφωνία, χωρίς την ανάλυση των επιμέρους χαρακτηριστικών της, θα μπορούσε δυνητικά και αόριστα να είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού στην σχετική αγορά της κινητής τηλεφωνίας, δεδομένου ότι η Vodafone και η Wind είναι δύο ανταγωνίστριες εταιρείες (εκ των τριών), όσον αφορά στα ψηφιακά κινητά δίκτυα και τις παρεχόμενες υπηρεσίες 2G και 3G. Εντούτοις, προκειμένου για την προσήκουσα εξέτασή της χρειάζεται η πλήρης παράθεση και αξιολόγηση των επιμέρους χαρακτηριστικών της. θ) Σχετικές επηρεαζόμενες αγορές - Ορισμός αγορών/ προϊόντων και υπηρεσιών Με τον ορισμό της σχετικής αγοράς προσδιορίζονται τα όρια, εντός των οποίων ασκείται ο ανταγωνισμός μεταξύ επιχειρήσεων. Ο ορισμός αυτός επιτρέπει τον καθορισμό του πλαισίου, εντός του οποίου εφαρμόζεται η εθνική και ενωσιακή πολιτική του ανταγωνισμού. Βασικός στόχος είναι ο συστηματικός εντοπισμός των περιορισμών εκείνων που υφίσταται ο ανταγωνισμός, στον οποίο υπόκεινται οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις. Ο ορισμός μίας αγοράς, τόσο όσον αφορά στα προϊόντα (υπηρεσίες), όσο και τη γεωγραφική διάστασή της, έχει, ως στόχο, τον προσδιορισμό των πραγματικών ανταγωνιστών, οι οποίοι είναι σε θέση να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των εμπλεκομένων επιχειρήσεων και να τις εμποδίσουν να ενεργούν ανεξάρτητα από τις πιέσεις που επιβάλλει ο πραγματικός ανταγωνισμός. Κατά πάγια πρακτική και νομολογία, η σχετική αγορά προϊόντων περιλαμβάνει το σύνολο των προϊόντων ή υπηρεσιών που θεωρούνται από τον καταναλωτή εναλλάξιμα ή δυνάμενα να υποκατασταθούν μεταξύ τους, λόγω των χαρακτηριστικών τους, της τιμής τους ή της σκοπούμενης χρήσης τους
  1. Από οικονομική άποψη, για τον καθορισμό της αγοράς του σχετικού προϊόντος (υπηρεσίας), η υποκατάσταση, από την πλευρά της ζήτησης, αποτελεί το πλέον άμεσο και αποτελεσματικό μέσο ελέγχου των προμηθευτών ενός δεδομένου προϊόντος (υπηρεσίας), ιδίως, όσον αφορά στις αποφάσεις τους για τον καθορισμό των τιμών. Από την άλλη πλευρά, οι περιορισμοί που προκύπτουν, αναφορικά με τη δυνατότητα υποκατάστασης, από την πλευρά της προσφοράς, είναι, κατά κανόνα, λιγότερο άμεσοι και απαιτούν την ανάλυση και άλλων παραγόντων και, ως εκ τούτου, λαμβάνονται πρωτίστως υπόψη σε μεταγενέστερο στάδιο (δηλαδή, στο στάδιο της ουσιαστικής αξιολόγησης, από την άποψη του ανταγωνισμού)
  2. 55 Βλ. ενδεικτικά Ανακοίνωση της Επιτροπής για τον ορισμό της σχετικής αγοράς (97/C 372/03), σημ. 7 και σχετική νομοθεσία στην οποία παραπέμπει. 56 Βλ. ενδεικτικά Ανακοίνωση της Επιτροπής για τον ορισμό της σχετικής αγοράς (97/C 372/03), σημ. 13-14, καθώς και ΓενΔΕΕ Τ-177/04, EasyJet κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. ΙΙ-1931, σκ.
  3. 69805 Είναι προφανές λοιπόν ότι οι καταναλωτές είναι πιο πιθανό να στραφούν, ως εναλλακτική επιλογή, σε εκείνα τα προϊόντα που εμφανίζουν τις περισσότερες ομοιότητες με την αρχική τους επιλογή. Ως εκ τούτου, τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά, έχουν βαρύνουσα σημασία κατά την εξέταση του βαθμού υποκατάστασης από την πλευρά της ζήτησης, αλλά και της πραγματικής οικονομικής δύναμης της οικείας επιχείρησης στην αγορά. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, συνιστούν βασικό παράγοντα στο πλαίσιο οριοθέτησης της σχετικής αγοράς, κατά πάγια πρακτική και νομολογία (βλ. ενδεικτικά ΔΕΕ C-333/94 P, Tetra Pak κατά Επιτροπής, Συλλ. [1996], σ. I-5951, σκ. 10, καθώς και Ανακοίνωση της Επιτροπής για τον ορισμό της σχετικής αγοράς (97/C 372/03), σημ. 7 και σχετική νομοθεσία στην οποία παραπέμπει). Κατά πάγια πρακτική και νομολογία, η οριοθέτηση της σχετικής αγοράς κάθε υπόθεσης βασίζεται σε μια πολύπλευρη προσέγγιση, λαμβανομένων υπόψη όλων των διαθέσιμων στοιχείων και αποδεικτικών μέσων που μπορεί να είναι χρήσιμα για την εκτίμηση της συγκεκριμένης περίπτωσης. Το ευρύ αυτό φάσμα στοιχείων δεν είναι ούτε προκαθορισμένο, ούτε εξαντλητικό, ούτε και δεσμευτικό. Σε κάποιες περιπτώσεις, ορισμένα στοιχεία μπορεί να έχουν καθοριστική σημασία για τον προσδιορισμό του βαθμού υποκατάστασης από την πλευρά της ζήτησης και της προσφοράς, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των χαρακτηριστικών και των ιδιομορφιών του υπό εξέταση τομέα και προϊόντων ή υπηρεσιών · ωστόσο, σε άλλες περιπτώσεις, τα ίδια αυτά στοιχεία μπορεί να μην αξιολογούνται ως σημαντικά. Επομένως, η εκάστοτε αρχή ανταγωνισμού δεν χρησιμοποιεί, ούτε και δεσμεύεται να χρησιμοποιεί, αυστηρά μια σειρά πηγών πληροφοριών ή αποδεικτικών στοιχείων, προκειμένου να προσδιορίσει τη σχετική αγορά [βλ. ενδεικτικά Ανακοίνωση της Επιτροπής για τον ορισμό της σχετικής αγοράς (97/C 372/03), σημ. 25]. Συναφώς, η εκάστοτε αρχή ανταγωνισμού δεν oφείλει να ακολουθεί προκαθορισμένη ή/και πάγια ιεράρχηση, ούτε και να διεξάγει κάθε φορά συγκεκριμένη ποιοτική, ποσοτική, τεχνική ή μη τεχνική ανάλυση, αλλά εκτιμά στο σύνολό τους τις διαπιστώσεις που προκύπτουν από το φάσμα των στοιχείων που έχει στη διάθεσή της, λαμβανομένου υπόψη του όλου οικονομικού πλαισίου
  4. Εν τέλει, η σχετική εκτίμηση της Επιτροπής και η παρατιθέμενη αιτιολόγησή της αποτελούν αντικείμενο του ασκούμενου από τα διοικητικά δικαστήρια ελέγχου των αποφάσεών της. Εν προκειμένω, ο ορισμός της σχετικής αγοράς βασίζεται σε πληθώρα ποιοτικών και ποσοτικών στοιχείων που εκτιμώνται από την αρχή ανταγωνισμού στο σύνολό τους. Στην υπό εξέταση περίπτωση, καθώς και σύμφωνα με το ελληνικό, καθώς και το ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο των Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών58, την πρακτική της 57 Βλ. Ενδεικτικά ΔΕΕ C- 333/94 P, Tetra Pak κατά Επιτροπής, Συλλ. [1996], σ. I-5951, σκ. 10, ΓενΔΕΕ Τ-342/99 Airtours κατά Επιτροπής, Συλλ. [2002], σ. ΙΙ-2585, σκ. 20, καθώς και Εφετειακό Δικαστήριο Ανταγωνισμού Ηνωμένου Βασιλείου 1005/1/1/01, Aberdeen Journals κατά OFT [2002], σκ. 96-
  5. 58 Η εφαρμογή των ανωτέρω κανόνων στον ορισμό των αγορών έχει αναπτυχθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας ex ante ανάλυσης 69806 ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε προηγούμενες αποφάσεις της καθώς και την νομολογία του ΔΕΚ και ΠΕΚ, έχει αναφερθεί ότι: η αξιολόγηση της ΣΙΑ θα πραγματοποιούνται με τις ίδιες μεθόδους που ισχύουν στο δίκαιο περί ανταγωνισμού. Κατά συνέπεια, ο ορισμός του γεωγραφικού φάσματος των αγορών που έχουν διαπιστωθεί στη Σύσταση, ο ορισμός, όπου είναι αναγκαίο, των σχετικών αγορών προϊόντων/υπηρεσιών εκτός της σύστασης και η εκτίμηση της ύπαρξης αποτελεσματικού ανταγωνισμού εκ μέρους των EPA πρέπει να συνάδουν με την νομολογία και πρακτική περί ανταγωνισμού. Προκειμένου να διασφαλιστεί μία συνεκτική προσέγγιση, οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές βασίζονται
(1)στην υπάρχουσα νομολογία του Πρωτοδικείου και του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον ορισμό της αγοράς και την έννοια της δεσπόζουσας θέσης βάσει του άρθρου 82 της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 2 του Κανονισμού για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων
(11)
(2)στις κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού στον τομέα των τηλεπικοινωνιών
(12)
(3)στην ανακοίνωση της Επιτροπής όσον αφορά τον ορισμό της σχετικής αγοράς για τους σκοπούς του κοινοτικού δικαίου περί ανταγωνισμού
(13), εφεξής η ανακοίνωση για τον ορισμό της σχετικής αγοράς και
(4)στην ανακοίνωση για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού σε συμφωνίες πρόσβασης στον τομέα των τηλεπικοινωνιών
(14), εφεξής η ανακοίνωση για την πρόσβαση.». «Ο ορισμός των αγορών βάσει των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης ΕΚ πραγματοποιείται γενικά σε εκ των υστέρων βάση. Στις περιπτώσεις αυτές, η ανάλυση εξετάζει γεγονότα τα οποία έχουν ήδη λάβει χώρα στην αγορά και δεν θα επηρεάζεται από πιθανές μελλοντικές εξελίξεις. Το σημείο εκκίνησης αποτελεί η εικαζόμενη κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης βάσει του άρθρου 82 της συνθήκης ΕΚ (άρθρο 2 του ν. 3959/2011)». Και ναι μεν, σύμφωνα με την Επιτροπή (παρ. 25) «Ορισμένες φορές, και για τους λόγους που αναφέρονται στο τμήμα 2 των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών, οι αγορές που ορίζονται από την Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές ανταγωνισμού σε υποθέσεις ανταγωνισμού είναι δυνατόν να διαφέρουν από εκείνες που έχουν οριστεί στη σύσταση και την απόφαση, ή/και από τις αγορές που ορίστηκαν από τις EPA σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 15 της οδηγίας πλαίσιο, εντούτοις:«η χρήση της ίδιας μεθοδολογίας εξασφαλίζει ότι η σχετική αγορά που ορίζεται για τους σκοπούς της ειδικής τομεακής ρύθμισης θα αντιστοιχεί στις περισσότερες περιπτώσεις στους ορισμούς της αγοράς οι οποίοι ισχύουν σύμφωνα με το δίκαιο του ανταγωνισμού.». Ενώ η Επιτροπή τονίζει επίσης ότι: «οι EPA και οι αρχές ανταγωνισμού, κατά την εξέταση ίδιων θεμάτων κάτω από τις ίδιες περιστάσεις και με τους ίδιους στόχους, πρέπει καταρχήν να καταλήγουν στα αγορών και εκτίμησης Σημαντικής Ισχύος βάσει του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Κανονιστικού πλαισίου για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών - Αναλυτικά βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ανάλυση αγοράς και την εκτίμηση της σημαντικής ισχύος στην αγορά βάσει του κοινοτικού πλαισίου κανονιστικών ρυθμίσεων για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ΕΕ της 11-7-2002 αριθμ. C165/6. Τεύχος B’ 6017/31.12.2020 ίδια συμπεράσματα» (παρ. 27). Σύμφωνα με την πρακτική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αλλά και την Επιτροπής Ανταγωνισμού, κατά τον ορισμό σχετικών αγορών για την ex post εφαρμογή των διατάξεων περί ελεύθερου ανταγωνισμού, ο προσδιορισμός της σχετικής αγοράς για την εκτίμηση ενός περιορισμού του ανταγωνισμού, βασίζεται σε όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες, καθώς και εμπειρικά στοιχεία, βάσει των οποίων προσδιορίζονται σε γενικές γραμμές οι πιθανές αγορές (αρχική υπόθεση εργασίας), η οποία υπόθεση εργασίας επιβεβαιώνεται εν συνεχεία με την ανάλυση των χαρακτηριστικών της ζήτησης και της προσφοράς. Με βάση τ’ ανωτέρω προβλεπόμενα, για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης και την εξέταση της συμφωνίας επέκτασης της κοινής χρήσης του ραδιοδικτύου των δύο
(2)εταιρειών κινητής στην τεχνολογία LTE, αποδεικνύεται ότι αναμφισβήτητα οι καταρχήν σχετικές αγορές, αφορούν τόσο αυτήν της χονδρικής αγοράς της κινητής, όσο και αντίστοιχα της λιανικής τηλεφωνίας. Συγκεκριμένα, σύμφωνα και με τον τελευταίο γύρο ανάλυσης αγορών που έχει ολοκληρώσει η ΕΕΤΤ για τις αγορές της κινητής, στο πλαίσιο των ρυθμιστικών της υποχρεώσεων59 , σύμφωνα με τη Σύσταση της ΕΕ για τις αγορές της (Σύσταση 5406/2007), η χονδρική αγορά της κινητής ορίζεται ως η αγορά τερματισμού φωνητικών κλήσεων σε μεμονωμένα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας σε επίπεδο χονδρικής. Η έτερη αγορά είναι αυτή των κινητών τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών που απευθύνονται σε τελικούς χρήστες, ήτοι η λιανική αγορά των κινητών τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών. Ο ορισμός αυτός συνάδει και με τις θέσεις που έχει λάβει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε προηγούμενες αποφάσεις της60 (κυρίως αναφορικά με γνωστοποιηθείσες συγκεντρώσεις στον τομέα ηλεκτρονικών επικοινωνιών), όπου έχει αποφανθεί για τον ορισμό των αγορών κινητών υπηρεσιών/προϊόντων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ως εξής, ορίζοντας: α) κινητές τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες που απευθύνονται σε τελικούς χρήστες (αγορά λιανικών κινητών τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, β) την αγορά χονδρικής πρόσβαση και εκκίνησης κλήσεων από δημόσια κινητά δίκτυα, γ) τη χονδρική αγορά διεθνούς περιαγωγής και δ) τη χονδρική αγορά τερματισμού κλήσεων κινητής. Περαιτέρω, για την αγορά της λιανικής υπάρχει και η δυνατότητα ορισμού χωριστής διακριτής αγοράς για τους πελάτες καρτοκινητής61και συμβολαίου, ή διαφο59 Βλ. υπ’ αρ. 815/002/2017 απόφαση ΕΕΤΤ. 60 Βλ. αποφάσεις Ευρωπαϊκής Επιτροπής, υποθέσεις COMP/ M.5650 - T-Mobile/Orange, COMP/M.4947 - Vodafone/Tele2 Italy/ Tele2 Spain, COMP/M.3916 - TMobile Austria/Tele.ring, OJ L 88, 29-3-2007, σ. 44, COMP/M.3530 - TeliaSonera/Orange, OJ C 263, 26-10-2004, σ. 7, COMP/M.3245 - Vodafone/Singlepoint, OJ C 242, 9-10-2003, σ. 5. 61 Υπάρχει η άποψη ότι οι προπληρωμένες υπηρεσίες κινητής και οι υπηρεσίες συμβολαίου εντάσσονται σε χωριστή αγορά, εντούτοις οι ως άνω υπηρεσίες με βάση τη διαπίστωση της ύπαρξης υποκαταστασιμότητας από πλευράς προσφοράς πρέπει να θεωρηθεί ότι εμπίπτουν στην ίδια αγορά, ενώ οι ιδιαιτερότητες των δύο κατηγοριών λαμβάνονται υπόψη στην αξιολόγηση του ανταγωνισμού - βλ. αποφάσεις Ευρωπαϊκής Επιτροπής, υπόθεση COMP/M.6497 - HUTCHISON 3G AUSTRIA/ORANGE AUSTRIA, ενότητα 5.2.1.2 παρ. 36-41, ιδίως 38 επ., υπόθεση COMP/M.5650 - Τεύχος B’ 6017/31.12.2020 ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ρετικά δύναται αυτοί να θεωρηθούν μέρος της ενιαίας αγοράς. Υπάρχει επίσης το ερώτημα του κατά πόσο η αγορά των υπηρεσιών λιανικής κινητής τηλεφωνίας θα πρέπει να διακριθεί περαιτέρω με βάση την κατηγορία πελάτη (ιδιώτες ή επιχειρήσεις, συνδρομητές συμβολαίου ή προπληρωμένων υπηρεσιών) ή με βάση το είδος της τεχνολογίας δικτύου (2G/GSM ή 3G/UMTS). Εντούτοις, με βάση τεστ της αγοράς καθώς και τη διαπίστωση της ύπαρξης υποκαταστασιμότητας από πλευράς προσφοράς, θεωρείται ότι στην περίπτωση των λιανικών υπηρεσιών κινητής, υφίσταται μια ενιαία αγορά προϊόντος, η οποία περιλαμβάνει τόσο ιδιώτες, όσο και επιχειρηματικούς πελάτες. Για την εξέταση της παρούσας υπόθεσης, η ΕΕΤΤ δε θεωρεί ότι υπάρχει κανένας λόγος διαφοροποίησης από την ανωτέρω «θέση» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και συνεπώς καταλήγει ότι για την εξέταση της εν λόγω συμφωνίας επέκτασης της κοινής χρήσης δικτύου των δύο
(2)εταιρειών σε LTE, αναγκαίο είναι καθοριστεί η χονδρική αγορά τερματισμού κλήσεων κινητής και η αγορά της λιανικής τηλεφωνίας σε τελικούς χρήστες. (Δεν υφίσταται λόγος περαιτέρω διαχωρισμού της λιανικής αγοράς της κινητής τηλεφωνίας για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης). Στην ελληνική αγορά των Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών, με βάση την ανωτέρω κατηγοριοποίηση, διαπιστώθηκε (σε συνέχεια της διαδικασίας ανάλυσης αγορών από την ΕΕΤΤ και με τη σύμφωνη θέση της Ευρωπαϊκής. Επιτροπής), η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης62μόνο στην χονδρική αγορά του τερματισμού κλήσεων σε κινητά δίκτυα και συγκεκριμένα ορίστηκαν ως πάροχοι με Σημαντική Ισχύ (ΣΙΑ) στην χονδρική αγορά του τερματισμού κλήσεων κινητής και οι τρεις
(3)εταιρείες-πάροχοι κινητής (ήτοι οι εταιρείες COSMOTE, VODAFONE και WIND), στις οποίες εν συνεχεία επεβλήθησαν και οι αντίστοιχες προβλεπόμενες ρυθμιστικές υποχρεώσεις εκ του ρυθμιστικού πλαισίου63 , μεταξύ των οποίων η υποχρέωση υποβολής στοιχείων στην ΕΕΤΤ (υποχρέωση διαφάνειας), η υποχρέωση ελέγχου τιμών και κοστολόγησης, η υποχρέωση λογιστικού διαχωρισμού, κ.ά. Αντιθέτως, στην αγορά της λιανικής παροχής κινητών υπηρεσιών, δεν διαπιστώθηκε δεσπόζουσα θέση κάποιου παρόχου, με τα τελευταία στοιχεία που διέθετε η ΕΕΤΤ. Το γεγονός αυτό βεβαίως δεν είναι δεσμευτικό, αφού η ΕΕΤΤ ως αρχή ανταγωνισμού δύναται σε άλλη ex post ανάλυσή της (στον πλαίσιο σχετικής υπόθεσής συγκέντρωσης ή καταγγελίας ή αυτεπάγγελτης έρευνας βάσει των διατάξεων της ελληνικής και ευρωπαϊκής νομοθεσίας ανταγωνισμού), να ορίσει διαφορετικά T-Mobile/Orange, υπόθεση COMP/M.3916 - T-Mobile Austria/ Tele.ring]. 62 Ο ορισμός και η ύπαρξη της δεσπόζουσας θέσης έχει μεγάλη σημασία για την εφαρμογή του άρθρου 2 του ν. 3959/2011 και του άρθρου 102 ΣΛΕΕ και όχι για την εφαρμογή του άρθρου 1 του ν. 3959/2011, δεδομένου ότι χωρίς την κατοχή δεσπόζουσας θέσης δεν μπορεί να εξεταστεί ή να στοιχειοθετηθεί περαιτέρω η ενδεχόμενη παράβαση της κατάχρησης της δεσπόζουσας θέσης. 63 Βλ. υπ’ αρ. 815/002/2017 απόφαση ΕΕΤΤ. 69807 την αγορά και να καταλήξει στην ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης του α΄ ή β΄ παρόχου. Εν προκειμένω όμως, δεδομένης της φύσης της εξεταζόμενης συμφωνίας, η οποία εστιάζει σε «κοινή χρήση υποδομής» βασικά σε αγροτικές περιοχές και άρα σχετίζεται με τα ενεργητικά περιουσιακά στοιχεία του δικτύου των δύο
(2)συμβαλλομένων μερών, και ουχί με καθορισμό τιμολογιακών όρων ή όρων προσφερόμενης υπηρεσίας, παρά αφορά κυρίως στην πρόσβαση τρίτων μερών στο ραδιοδίκτυο (RAN) των δύο
(2)εταιρειών, δεν κρίνεται σκόπιμη η διαφορετική ανάλυση και ορισμός της λιανικής αγοράς παροχής υπηρεσιών κινητών τηλεπικοινωνιών με τις παρούσες συνθήκες. Βεβαίως, όπως αναλύεται εκτενώς κατωτέρω, εξετάζονται σε κάθε περίπτωση όλες οι επακόλουθες συνέπειες και πτυχές της συμφωνίας. ι. Η Σχετική Γεωγραφική αγορά της εξεταζόμενης συμφωνίας επέκτασης σε LTE Η σχετική γεωγραφική αγορά περιλαμβάνει την περιοχή στην οποία οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις παρέχουν τις σχετικές υπηρεσίες υπό επαρκώς ομοιογενείς συνθήκες ανταγωνισμού και η οποία μπορεί να διακριθεί από άλλες γειτονικές γεωγραφικές περιοχές, ιδίως, λόγω των αισθητά διαφορετικών συνθηκών ανταγωνισμού που επικρατούν σε αυτές. Η σχετική γεωγραφική αγορά ταυτίζεται με την περιοχή, εντός των ορίων της οποίας δραστηριοποιούνται και ανταγωνίζονται (ή τουλάχιστον έχουν τη δυνατότητα αυτή) οι επιχειρήσεις, ως πωλητές, των σχετικών υπηρεσιών. Τα ποσοστικά τεστ μπορεί να χρησιμεύσουν για τον ορισμό της γεωγραφικής αγοράς64, η οποία σε κάθε περίπτωση πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις περιοχές τις οποίες οι καταναλωτές θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για να υποκαταστήσουν τα προϊόντα/υπηρεσίες προς εξέταση και στις οποίες δραστηριοποιούνται άλλοι ανταγωνιστές, οι οποίοι μπορούν εύκολα και γρήγορα ν’ αυξήσουν την προσφορά τους στην εν λόγω αγορά. Ειδικότερα στον τομέα των Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών, η γεωγραφική εμβέλεια της σχετικής αγοράς ορίζεται παραδοσιακά με αναφορά σε δύο κριτήρια65: 64 Ενδεικτικά το SSNIP test προσφέρει ένα μεθοδολογικό πλαίσιο για τον ορισμό, Κατσουλάκος, Δίκαιο του Ελεύθερου Ανταγωνισμού. 65 Σύμφωνα με σχετικό κείμενο κοινής θέσης των Ευρωπαίων Ρυθμιστών, για τον ορισμό και τις ρυθμιστικές υποχρεώσεις της σχετικής γεωγραφικής αγοράς [ERG 08
(20)final CP Geog Aspects 081016 ERG Common Position on Geographic Aspects of Market Analysis (definition and remedies)], οι ΕΡΑ θα πρέπει να εξετάσουν συγκεκριμένα κριτήρια προκειμένου να κρίνουν εάν οι συνθήκες ανταγωνισμού της αγοράς είναι επαρκώς ομοιογενείς ώστε να δικαιολογούν τον ορισμό της αγοράς σε εθνικό επίπεδο. Τα βασικά κριτήρια που συστήνεται να ληφθούν υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί η ύπαρξη ουσιωδών διαφορών στις συνθήκες του ανταγωνισμού μεταξύ γεωγραφικών περιοχών είναι τα ακόλουθα: α) διαφορές στους φραγμούς εισόδου, β) διαφορές στον αριθμό προμηθευτών, γ) διαφορές στην κατανομή των μεριδίων αγοράς, δ) τιμολόγηση και διαφορές επί των τιμών. Στην περίπτωση της χονδρικής αδεσμοποίητης πρόσβασης στον τοπικό βρόχο και υποβρόχο, οι φραγμοί εισόδου για την ανάπτυξη μίας νέας δικτυακής υποδομής είναι διαρθρωτικοί και σχετίζονται με υψηλά μη ανακτήσιμα κόστη και μεγάλα χρονικά διαστήματα για την ανάπτυξη του 69808 ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ - την περιοχή που καλύπτει ένα δίκτυο, - την ύπαρξη νομικών και άλλων κανονιστικών μέτρων. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι σχετική γεωγραφική αγορά είναι η περιοχή στην οποία οι αντικειμενικοί όροι ανταγωνισμού που ισχύουν για τους φορείς παροχής υπηρεσιών (παρόχους) είναι παρόμοιοι, και οι ανταγωνιστές είναι σε θέση να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Κατά συνέπεια, σε κάθε περίπτωση είναι απαραίτητο να εξεταστεί η δυνατότητα των φορέων αυτών να παρέχουν πρόσβαση προς τελικό χρήστη σ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.