ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΘΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΩΝ Μαρούσι, 25-11-2010 ΑΡΙΘ. ΑΠ. 585/012 ΑΠΟΦΑΣΗ Λήψη Απόφασης αναφορικά με την εξέταση της υποβληθείσας προς έγκριση στην ΕΕΤΤ κατηγορίας οικονομικών προγραμμάτων με την ονομασία «Conn-x for Employees» της εταιρείας ΟΤΕ Α.Ε. Η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), Έχοντας υπόψη: α. τις διατάξεις του Ν. 3431/2006 «Περί Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και άλλες διατάξεις», ιδίως το άρθρο 3, το άρθρο 12, στοιχ. β’, στ’, η’, και λε’, το άρθρο 63, 64 και το άρθρο 68, παρ. 1 αυτού, (ΦΕΚ 13/Α/2006), β. το Ν.703/77 «Περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού» (ΦΕΚ 278/Α/26.09.1997) όπως ισχύει τροποποιηθείς, γ. την Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τίτλο ‘Guidance on the Commission’s enforcement priorities in applying Article 82 of the EC Treaty to abusive exclusionary conduct by dominant undertakings’ (COM 2009, Brussels, 9 February 2009), δ. την Απόφαση ΑΠ ΕΕΤΤ 531/065/23.07.2009 (ΦΕΚ 1550/Β/28.07.2009) «Ορισμός Εθνικής Αγοράς Χονδρικής Αδεσμοποίητης Πρόσβασης (Πλήρους και Μεριζόμενης) σε Μεταλλικούς Βρόχους και Yποβρόχους, Καθορισμός Επιχειρήσεων με Σημαντική Ισχύ στην εν λόγω Αγορά και Υποχρεώσεις αυτών (2ος Γύρος Ανάλυσης)», ε. την Απόφαση ΕΕΤΤ ΑΠ 531/066/23.07.2009 (ΦΕΚ1549/Β/28.07.2009) «Ορισμός Eθνικής Αγοράς Χονδρικής Ευρυζωνικής Πρόσβασης, Καθορισμός Επιχειρήσεων με Σημαντική Ισχύ στην εν λόγω Αγορά και Υποχρεώσεις αυτών (2ος Γύρος Ανάλυσης)», στ. την Απόφαση ΕΕΤΤ ΑΠ 573/015/22.07.2010(ΦΕΚ 1338/Β/31.08.2010) «Έγκριση Προσφοράς Αναφοράς ΟΤΕ 2010 για Αδεσμοποίητη Πρόσβαση στον Τοπικό Βρόχο και Συναφείς ευκολίες, σε εφαρμογή της Απόφασης της ΕΕΤΤ ΑΠ 531/065/23.07.2009», ζ. την Απόφαση ΕΕΤΤ ΑΠ 411/017/22.11.2006 (ΦΕΚ 1873/Β/28.12.2006) «Ορισμός της Αγοράς Λιανικής Πρόσβασης στο Δημόσιο Τηλεφωνικό Δίκτυο σε Σταθερή 1 Θέση μέσω PSTN και BRA-ISDN Συνδέσεων για οικιακούς και μη-οικιακούς πελάτες, Καθορισμός Επιχειρήσεων με Σημαντική Ισχύ στην εν λόγω αγορά και Υποχρεώσεις αυτών», η. την Απόφαση ΕΕΤΤ ΑΠ. 562/029/22-04-2010 (ΦΕΚ 668/Β/18.05.2010 Αποτελέσματα Κοστολογικού Ελέγχου του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος Α.Ε. (ΟΤΕ Α.Ε.) Έτους 2010 (με απολογιστικά στοιχεία 2008) για τις υπό ρύθμιση αγορές χονδρικής και λιανικής στις οποίες έχει επιβληθεί υποχρέωση ελέγχου τιμών, κοστολόγησης και λογιστικού διαχωρισμού, και λοιπές ρυθμίσεις, θ. την υπ’ αρ. πρωτ. ΕΕΤΤ ΕΜΠ. ΥΠΗΡ. 3021/Φ.960/03.09.2010 (αρ. πρωτ. ΟΤΕ ΕΜΠ 804/133/03.09.2010) επιστολή της εταιρείας ΟΤΕ Α.Ε, με θέμα «Νέο οικονομικό πρόγραμμα ευρυζωνικών υπηρεσιών Conn-x for Employees» με την οποία η εταιρεία ΟΤΕ Α.Ε., υπέβαλε στην ΕΕΤΤ προς εξέταση το οικονομικό πρόγραμμα «Conn-x for Employees», ι. την υπ’ αρ. πρωτ. ΕΕΤΤ 3047/Φ.960/22.09.2010 επιστολή της ΕΕΤΤ με θέμα «Πρόσκληση σε άτυπη συνάντηση στα γραφεία της ΕΕΤΤ αναφορικά με τα οικονομικά προγράμματα «ΟΤΕ BUSINESS ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΑ (BDP 2/24 mbps @ work)» και «Conn-x for Employees», ια. την υπ’ αρ. πρωτ. ΕΕΤΤ 3079/Φ.610/06.10.2010 επιστολή της ΕΕΤΤ με θέμα «Παροχή στοιχείων-διευκρινίσεων αναφορικά με την υποβολή των οικονομικών προγραμμάτων «ΟΤΕ BUSINESS ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΑ (BDP 2/24 mbps @ work)» και «Conn-x for Employees», ιβ. την υπ’ αρ. πρωτ. ΕΕΤΤ ΕΜΠ. ΥΠΗΡ. 3102/Φ.960/20.10.2010 (αρ. πρωτ. ΟΤΕ ΕΜΠ 804.2/155/20.10.2010) επιστολή της εταιρείας ΟΤΕ Α.Ε. με θέμα «Παροχή συμπληρωματικών στοιχείων-διευκρινίσεων αναφορικά με τα νέα οικονομικά προγράμματα OTE Business Απεριόριστα (BDP 2/24 mbps @ work) & Conn-x for Employees», ιγ. την υπ’ αρ. 21293/23-11-2010 εισήγηση της αρμόδιας υπηρεσίας της ΕΕΤΤ ιδ. το γεγονός ότι η εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας δεν επιβαρύνει τον προϋπολογισμό της ΕΕΤΤ ούτε τον κρατικό προϋπολογισμό 1 ΙΣΤΟΡΙΚΟ-ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ Α. ΙΣΤΟΡΙΚΟ Η εταιρεία ΟΤΕ Α.Ε. με την υπ’ αρ.πρωτ. ΕΕΤΤ ΕΜΠ ΥΠΗΡ 3021/Φ.960/03.09.2010 (αρ. πρωτ. ΟΤΕ ΕΜΠ 804/133/03.09-2010) επιστολή της (σχετ.θ) υπέβαλε προς έγκριση στην ΕΕΤΤ κατηγορία οικονομικών προγραμμάτων με την ονομασία «Conn-x for Employees». 2 Στην συνέχεια η ΕΕΤΤ δια την υπ’ αρ. πρωτ. ΕΕΤΤ 3047/Φ.960/22.09.2010 επιστολή της (σχετ. ι) ζήτησε από την εταιρεία ΟΤΕ Α.Ε. άτυπη συνάντηση με σκοπό την παροχή διευκρινίσεων για την εν λόγω κατηγορία οικονομικών προγραμμάτων. Επιπλέον η ΕΕΤΤ δια την υπ’ αρ. πρωτ. ΕΕΤΤ 3079/Φ610/06.10.2010 επιστολή της (σχετ. ια) ζήτησε από την εταιρεία ΟΤΕ Α.Ε. την παροχή των συμπληρωματικών στοιχείων για τα οποία έγινε η συνάντηση. Σε απάντηση της επιστολής της ΕΕΤΤ, η εταιρεία ΟΤΕ Α.Ε. με την υπ’ αρ. πρωτ. ΕΕΤΤ ΕΜΠ. ΥΠΗΡ. 3102/Φ.960/20.10.2010 (αρ. πρωτ. ΟΤΕ ΕΜΠ 804.2/155/20-102010) επιστολή της (σχετ. ιβ) υπέβαλε τα στοιχεία που ζητήθηκαν.. Β. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΥΠΟΒΛΗΘΕΙΣΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΠΡΟΣ ΕΓΚΡΙΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ 1.1 Η υποβληθείσα προς εξέταση κατηγορία οικονομικών προγραμμάτων αφορά ειδικότερα οκτώ
(8)οικονομικά προγράμματα με τις κάτωθι ονομασίες: Conn-x 2 Mbps Conn-x 24 Mbps Conn-x@Work Start Up 2 Mbps Conn-x@Work Start Up 24 Mbps Conn-x@Work Static 2 Mbps Conn-x@Work Static 24 Mbps Conn-x@Work Office 2 Mbps Conn-x@Work Office 24 Mbps 1.2 Η κατηγορία οικονομικών προγραμμάτων με την προσωρινή εμπορική ονομασία «Conn-x for Employees» έχει τα εξής χαρακτηριστικά: • Απευθύνεται σε εταιρείες και οργανισμούς που επιθυμούν να προσφέρουν στους υπαλλήλους ή/και στο δίκτυο συνεργατών τους (franchisers) ευρυζωνικές συνδέσεις στο internet υπό τη μορφή εταιρικής παροχής. • Περιλαμβάνει μηνιαίο τέλος και εφάπαξ χρέωση ανάλογα με την ταχύτητα πρόσβασης που επιλέγεται. Όλες οι συνδέσεις Conn-x for Employees που αφορούν νέους πελάτες θα χρεώνονται στο πρώτο λογαριασμό με εφάπαξ τέλος ενεργοποίησης 34,99€ (χωρίς ΦΠΑ), ενώ οι υφιστάμενοι πελάτες Conn-x ή Conn-x@Work δεν θα χρεώνονται το τέλος ενεργοποίησης. • Το μηνιαίο τέλος υπολογίζεται επί της λιανικής τιμής του προϊόντος (προ ΦΠΑ) που επιλέγει ο πελάτης και επ’ αυτού εφαρμόζεται το εκάστοτε ποσοστό έκπτωσης ανάλογο με τον αριθμό συνδέσεων και τον τύπο της πρόσβασης (Conn-x Αορίστου, Conn-x@Work Αορίστου). Οι λιανικές τιμές (προ ΦΠΑ) επί των οποίων εφαρμόζονται οι εκπτώσεις είναι: Προϊόν Conn-x 2 Mbps Conn-x 24 Mbps Conn-x@Work Start Up 2 Mbps Conn-x@Work Start Up 24 Mbps Conn-x@Work Static 2 Mbps Conn-x@Work Static 24 Mbps Conn-x@Work Office 2 Mbps Μηνιαία Λιανική Τιμή προ ΦΠΑ 13,87€ 18,91€ 19,08€ 24,13€ 23,79€ 35,05€ 39,25€ 3 Conn-x@Work Office 24 Mbps 48,50€ • Οι εκπτώσεις επί των τιμών λιανικής είναι: Αριθμός Τελικών Χρηστών 10-50 51-100 101-500 >500 Conn-x 2 Mbps 2,00% 3,00% 5,00% 8,00% Conn-x 24 Mbps 2,00% 3,00% 5,00% 8,00% 10-50 51-100 101-500 >500 Conn-x@Work Static 2 Mbps 8,00% 12,00% 15,00% 20,00% Conn-x@Work Static 24 Mbps 10,00% 15,00% 20,00% 25,00% Αριθμός Τελικών Χρηστών 10-50 51-100 101-500 >500 Conn-x@Work Office 2 Mbps 12,00% 16,00% 20,00% 24,00% Conn-x@Work Office 24 Mbps 14,00% 20,00% 25,00% 30,00% Αριθμός Τελικών Χρηστών 10-50 51-100 101-500 >500 Conn-x@Work Start Up 2 Mbps 2,00% 3,00% 5,00% 8,00% Conn-x@Work Start Up 24 Mbps 2,00% 3,00% 5,00% 8,00% Αριθμός Τελικών Χρηστών 2 ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ – ΝΟΜΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ 3Νομικό πλαίσιο τηλεπικοινωνιών (ex-ante)
(1)Τα εδάφια (α), (β) και (στ) του άρθρου 12 του Ν.3431 «Περί Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και άλλες διατάξεις», (ΦΕΚ 13/Α/2006) προβλέπουν τα εξής αναφορικά με τις αρμοδιότητες της ΕΕΤΤ: Η ΕΕΤΤ έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες « (α) Ρυθμίζει κάθε θέμα το οποίο αφορά στον καθορισμό σχετικών αγορών προϊόντων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην Ελληνική Επικράτεια και προβαίνει στην ανάλυση της αποτελεσματικότητας του ανταγωνισμού. Ρυθμίζει κάθε θέμα, που αφορά στον ορισμό και τις υποχρεώσεις Παρόχων με σημαντική ισχύ στις ανωτέρω σχετικές αγορές, ενεργώντας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. (β) Εποπτεύει και ελέγχει τους παρόχους δικτύων ή/και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών 4 και επιβάλλει τις σχετικές κυρώσεις…..(στ) Μεριμνά για την τήρηση της νομοθεσίας περί ηλεκτρονικών επικοινωνιών και εφαρμόζει τις διατάξεις του ν.703/77, όπως ισχύει, σε σχέση με την άσκηση των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων ηλεκτρονικών επικοινωνιών….».
(2)Περαιτέρω, τα εδάφια (η) (λε) και (μα) ορίζουν τα κάτωθι «(η) (Η ΕΕΤΤ…) Διενεργεί ακροάσεις για τη διαπίστωση παραβάσεων διατάξεων του παρόντος, καθώς και κάθε άλλη περίπτωση όπου ρητά δίδεται σχετική αρμοδιότητα με τον παρόντα νόμο. (λε) Απευθύνει οδηγίες και συστάσεις, επιβάλλει πρόστιμα και διοικητικές κυρώσεις σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία συμπεριλαμβανομένων των ποινών και κυρώσεων, που προβλέπονται στο ν.703/77 όπως ισχύει, και παραπέμπει τους παραβάτες στις αρμόδιες δικαστικές αρχές. (μα) Εκδίδει κανονιστικές ή ατομικές πράξεις με τις οποίες ρυθμίζεται κάθε διαδικασία και λεπτομέρεια σε σχέση με τις ανωτέρω αρμοδιότητές της.
(3)Στο άρθρο 14 του ιδίου νόμου, προβλέπονται δε τα εξής: “Το προσωπικό της ΕΕΤΤ, πλην του βοηθητικού προσωπικού, μετά από έγγραφη εντολή του Προέδρου της ΕΕΤΤ ή του εξουσιοδοτημένου από αυτόν, έχει, προς διαπίστωση των παραβάσεων της νομοθεσίας περί ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των κανόνων του ανταγωνισμού στον τομέα αυτόν, τις εξουσίες και τα δικαιώματα, που προβλέπονται στο ν.703/77, όπως ισχύει, και δύναται να ελέγχει τα πάσης φύσεως βιβλία, στοιχεία και λοιπά έγγραφα των επιχειρήσεων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, να ενεργεί έρευνες στα γραφεία και στις λοιπές εγκαταστάσεις των τελευταίων, να λαμβάνει ένορκες ή ανωμοτί κατά την κρίση του καταθέσεις, με την επιφύλαξη του άρθρου 212 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο θεωρείται αναγκαίο για τον έλεγχο της εφαρμογής του παρόντος. Οι σχετικές διατάξεις, απαγορεύσεις, ποινές και κυρώσεις του ν.703/77, όπως ισχύει, εφαρμόζονται σε περιπτώσεις ελέγχου ύπαρξης παραβάσεων των άνω διατάξεων στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και για τον έλεγχο ύπαρξης παραβάσεων των λοιπών διατάξεων του παρόντος νόμου σε περίπτωση άρνησης παροχής στοιχείων ή παρεμπόδισης του έργου της ΕΕΤΤ.»
(4)Το άρθρο 64 του Ν.3431 (ΦΕΚ 13/Α/2006) με τίτλο ‘Παροχή Πληροφοριών’ ορίζει για τα εξής «
(1)Οι επιχειρήσεις που λειτουργούν υπό καθεστώς Γενικής Άδειας υποχρεούνται να παρέχουν όλες τις πληροφορίες στην ΕΕΤΤ, κατόπιν αιτήματός της, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοοικονομικών πληροφοριών που απαιτούνται, προκειμένου να διασφαλίζεται η συμμόρφωσή τους προς τις διατάξεις της νομοθεσίας για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και ιδίως για τον έλεγχο προς τους όρους της Γενικής Άδειας, τους όρους των δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ή/και αριθμών ή τις ειδικές υποχρεώσεις οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 24 παρ.5εδ β’, 13,14, στο άρθρο 25 παρ 1 εδ α’ και στ άρθρα 38,39,40,42 παρ 5,6,7 και στο άρθρο 68 παρ.1…..»
(5)Σύμφωνα με την ΑΠ ΕΕΤΤ 531/065/23.07.2009 (ΦΕΚ 1550/Β/28.07.2009) «Ορισμός Εθνικής Αγοράς Χονδρικής Αδεσμοποίητης Πρόσβασης (Πλήρως και Μεριζόμενης) σε Μεταλλικούς Βρόχους και Υποβρόχους, Καθορισμός Επιχειρήσεων με Σημαντική Ισχύ στην εν λόγω Αγορά και Υποχρεώσεις αυτών (2ος Γύρος Ανάλυσης)» ιδίως δε την ενότητα ΙΙΙ, σημεία 1 και 2 αυτής, η εταιρεία «Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος Α.Ε» (εφεξής ΟΤΕ), ως επιχείρηση κατέχουσα Σημαντική Ισχύ (ΣΙΑ) στην αγορά Χονδρικής Παροχής 5 Αδεσμοποίητης Πρόσβασης (συμπεριλαμβανομένης της μεριζόμενης πρόσβασης) σε μεταλλικούς βρόχους και υποβρόχους για το σκοπό της παροχής ευρυζωνικών και φωνητικών υπηρεσιών», υπόκειται στις ακόλουθες κανονιστικές υποχρεώσεις στην ως άνω σχετική αγορά: «
- Η EETT διατηρεί τις Κανονιστικές Υποχρεώσεις που ισχύουν δυνάμει της προηγούμενης ανάλυσης της σχετικής αγοράς και των επιβληθέντων μέτρων, επιβάλλοντας τροποποιήσεις όσον αφορά τις επιβαλλόμενες υποχρεώσεις πρόσβασης και διαφάνειας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή.
- Στα πλαίσια αυτά επιβάλλει στην εταιρεία ΟΤΕ ΑΕ η οποία κρίθηκε ότι κατέχει ΣΙΑ στην αγορά «χονδρικής παροχής Αδεσμοποίητης Πρόσβασης (πλήρως και μεριζόμενης) σε μεταλλικούς βρόχους και υποβρόχους για το σκοπό της παροχής ευρυζωνικών και φωνητικών υπηρεσιών», τις κάτωθι υποχρεώσεις: 2.1 Υποχρέωση Παροχής Πρόσβασης και Χρήσης Ειδικών Ευκολιών Δικτύου. 2.2 Υποχρέωση Αμεροληψίας (μη διακριτικής μεταχείρισης). 2.3 Υποχρέωση Διαφάνειας, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης δημοσίευσης Προσφοράς Αναφοράς Διασύνδεσης με ορισμένο ελάχιστο περιεχόμενο. 2.4 Υποχρέωση Λογιστικού Διαχωρισμού. 2.5 Υποχρέωση Ελέγχου Τιμών και κοστολόγησης.»
(6)Σύμφωνα με την ΑΠ ΕΕΤΤ 411/017/22.11.2006 (ΦΕΚ 1873/Β/28.12.2006) «Ορισμός της Αγοράς Λιανικής Πρόσβασης στο Δημόσιο Τηλεφωνικό Δίκτυο σε Σταθερή Θέση μέσω PSTN και BRA-ISDN Συνδέσεων για οικιακούς και μη-οικιακούς πελάτες, Καθορισμός Επιχειρήσεων με Σημαντική Ισχύ στην εν λόγω αγορά και Υποχρεώσεις αυτών», ιδίως δε την ενότητα 2, σημείο 2.5 αυτής, η εταιρεία «Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος Α.Ε» (εφεξής ΟΤΕ) ως επιχείρηση κατέχουσα Σημαντική Ισχύ (ΣΙΑ) στην αγορά Λιανικής Πρόσβασης στο Δημόσιο Τηλεφωνικό Δίκτυο σε Σταθερή Θέση μέσω PSTN και BRA-ISDN Συνδέσεων για οικιακούς και μη-οικιακούς πελάτες (αγορές υπ’αρ.1 και υπ’αρ. 2 της ‘Σύστασης’ αντίστοιχα), υπόκειται στις ακόλουθες κανονιστικές υποχρεώσεις στην ως άνω σχετική αγορά: «1. Υποχρέωση παροχής Χονδρικής Εκμίσθωσης Γραμμών («ΧΕΓ»), η οποία συμπεριλαμβάνει τις ακόλουθες επιμέρους κανονιστικές υποχρεώσεις : • Υποχρέωση παροχής πρόσβασης και χρήσης ειδικών δικτύου, • Υποχρέωση μη διακριτικής μεταχείρισης, • Υποχρέωση διαφάνειας • Υποχρέωση λογιστικού διαχωρισμού • Υποχρέωση ελέγχου τιμών βάσει μεθοδολογίας retail-minus και υποχρέωση κοστολόγησης καθώς και υποβολής στοιχείων κόστους ευκολιών του 2.Υποχρέωση ελέγχου τιμών, κοστολόγησης και υποβολής στοιχείων κόστους όσον αφορά τη λιανική αγορά πρόσβασης στο δημόσιo τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερή θέση μέσω PSTN και BRA-ISDN συνδέσεων για οικιακούς και μη οικιακούς πελάτες. 6 3.Υποχρέωση μη διακριτικής μεταχείρισης όσον αφορά τη λιανική αγορά πρόσβασης στο δημόσιo τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερή θέση μέσω PSTN και BRA-ISDN συνδέσεων για οικιακούς και μη οικιακούς πελάτες. 4.Υποχρέωση διαφάνειας όσον αφορά τη λιανική αγορά πρόσβασης στο δημόσιo τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερή θέση μέσω PSTN και BRA-ISDN συνδέσεων για οικιακούς και μη οικιακούς πελάτες. 5.Υποχρέωση αδεσμοποίησης προϊόντων / υπηρεσιών όσον αφορά τη λιανική αγορά πρόσβασης στο δημόσιo τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερή θέση μέσω PSTN και BRA-ISDN συνδέσεων για οικιακούς και μη οικιακούς πελάτες 6.Υποχρέωση λογιστικού διαχωρισμού όσον αφορά τη λιανική αγορά πρόσβασης στο δημόσιo τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερή θέση μέσω PSTN και BRA-ISDN συνδέσεων για οικιακούς και μη οικιακούς πελάτες.»
(7)Σύμφωνα με ΑΠ ΕΕΤΤ 573/015/22.07.2010 (ΦΕΚ 1338/Β/31.08.2010) ‘Έγκριση Προσφοράς Αναφοράς ΟΤΕ 2010 για την Αδεσμοποίητη Πρόσβαση στον Τοπικό Βρόχο και τις Συναφείς Ευκολίες, σε εφαρμογή της απόφασης της ΕΕΤΤ ΑΠ 531/065/23.07.2009»προβλέπονται συγκεκριμένοι χρόνοι παράδοσης και άρσης βλαβών για τον τοπικό βρόχο.
(8)Σύμφωνα με την ΑΠ ΕΕΤΤ 482/051/2008 (ΦΕΚ 1151/Β/2008) «Μεθοδολογίες/Αρχές Κοστολόγησης και Λογιστικού Διαχωρισμού για την υλοποίηση των επιβληθέντων στον ΟΤΕ ρυθμιστικών υποχρεώσεων ελέγχου τιμών, κοστολόγησης και λογιστικού διαχωρισμού στις επιμέρους ορισθείσες αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών και λοιπές ρυθμίσεις», εξειδικεύονται και ρυθμίζονται αναλυτικά οι λεπτομέρειες εφαρμογής των επιβληθεισών στην κατέχουσα ΣΙΑ εταιρεία ΟΤΕ Α.Ε., υποχρεώσεων κοστολόγησης και λογιστικού διαχωρισμού στις επιμέρους ορισθείσες αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών και των χρονοδιαγραμμάτων υποβολής στοιχείων και ελέγχου αυτών, με στόχο τη διασφάλιση της συμμόρφωσής της με τις ρυθμιστικές υποχρεώσεις ελέγχου τιμών, κοστολόγησης και λογιστικού διαχωρισμού καθώς και την αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής της διαφάνειας, στις εν λόγω αγορές σύμφωνα με τις αντίστοιχες αποφάσεις της ΕΕΤΤ. 2.2 Υπαγωγή Πραγματικών Περιστατικών – Αξιολόγηση της συμπεριφοράς της εταιρείας ΟΤΕ ΑΕ με βάση το Δίκαιο των Τηλεπικοινωνιών (ex-ante)
- Το ζήτημα της συμμόρφωσης της εταιρείας ΟΤΕ Α.Ε. με την ΑΠ ΕΕΤΤ 531/065/23.07.2009 (ΦΕΚ 1550/Β/28.07.2009) «Ορισμός Εθνικής Αγοράς Χονδρικής Αδεσμοποίητης Πρόσβασης (Πλήρους και Μεριζόμενης) σε Μεταλλικούς Βρόχους και Υποβρόχους, Καθορισμός Επιχειρήσεων με Σημαντική Ισχύ στην εν λόγω Αγορά και Υποχρεώσεις αυτών (2ος Γύρος Ανάλυσης)» όσον αφορά τις υποχρεώσεις: α) παροχής πρόσβασης και χρήσης ειδικών ευκολιών δικτύου, β) δημοσίευσης Προσφοράς Αναφοράς Διασύνδεσης με ορισμένο ελάχιστο περιεχόμενο και γ) ελέγχου τιμών και κοστολόγησης. Δια της Απόφασης ΕΕΤΤ ΑΠ ΕΕΤΤ 531/065/23.07.2009 (ΦΕΚ 1550/Β/28.07.2009) «Ορισμός Εθνικής Αγοράς Χονδρικής Αδεσμοποίητης Πρόσβασης (Πλήρους και Μεριζόμενης) σε Μεταλλικούς Βρόχους και Υποβρόχους, Καθορισμός Επιχειρήσεων με Σημαντική Ισχύ στην εν λόγω Αγορά και Υποχρεώσεις αυτών (2ος Γύρος Ανάλυσης)» εξειδικεύονται και 7 ρυθμίζονται αναλυτικά οι λεπτομέρειες εφαρμογής των επιβληθέντων υποχρεώσεων στην εταιρεία ΟΤΕ Α.Ε., κατέχουσα ΣΙΑ στην εν λόγω αγορά: α) παροχή πρόσβασης και χρήση ειδικών ευκολιών δικτύου, β) δημοσίευση Προσφοράς Αναφοράς με ορισμένο ελάχιστο περιεχόμενο και γ) έλεγχος τιμών και κοστολόγηση, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών και των χρονοδιαγραμμάτων υποβολής στοιχείων και ελέγχου αυτών, με στόχο τη διασφάλιση της συμμόρφωσής της με τις ανωτέρω ρυθμιστικές υποχρεώσεις. Η εταιρεία ΟΤΕ Α.Ε. υπέβαλε στις 15-10-2009 επιστολή (με αρ.πρωτ.ΕΕΤΤ 47436/15.10.2009) με τα στοιχεία που αφορούν στις ανωτέρω υποχρεώσεις σχετικά με την παροχή πρόσβασης και ειδικών ευκολιών καθώς και την δημοσίευση Προσφοράς Αναφοράς. Η ΕΕΤΤ με την ΑΠ 573/015/22-7-2010 «Έγκριση Προσφοράς Αναφοράς ΟΤΕ 2010 για την Αδεσμοποίητη Πρόσβαση στον Τοπικό Βρόχο και τις Συναφείς Ευκολίες, σε εφαρμογή της ΑΠ ΕΕΤΤ 531/065/23-07-2009 (ΦΕΚ 1550/Β/28.07.2009)», ενέκρινε με τροποποιήσεις την υποβληθείσα Προσφορά Αναφοράς του ΟΤΕ τάσσοντας παράλληλα προθεσμίες προς τον ΟΤΕ για την υποβολή συμπληρωματικών στοιχείων τα οποία κρίθηκαν αναγκαία στο πλαίσιο λειτουργίας της Προσφοράς Αναφοράς. Ως εκ τούτου η ΕΕΤΤ επιφυλάσσεται όπως αποφανθεί σχετικά με το θέμα συμμόρφωσης της εταιρείας ΟΤΕ Α.Ε.
- Το ζήτημα της συμμόρφωσης της εταιρείας ΟΤΕ Α.Ε. με την ΑΠ ΕΕΤΤ 573/015/22.07.2010 (ΦΕΚ 1338/Β/31.08.2010) «‘Έγκριση Προσφοράς Αναφοράς ΟΤΕ 2010 για την Αδεσμοποίητη Πρόσβαση στον Τοπικό Βρόχο και τις Συναφείς Ευκολίες» Δια των ΑΠ ΕΕΤΤ 455/75/05.10.2007 και 497/098/03.10.2008, η ΕΕΤΤ αποφάνθηκε ότι η εταιρεία ΟΤΕ Α.Ε. δεν συμμορφώνεται με τις ειδικές ρυθμιστικές υποχρεώσεις που της έχουν επιβληθεί δια της ΑΠ ΕΕΤΤ 429/015/2007 (RUO 2007) και ειδικότερα με τις διατάξεις του Παραρτήματος 14 αυτής με τίτλο «Βασική Συμφωνία Επιπέδου Υπηρεσιών _ Τοπικός Βρόχος & Σχετικές Υπηρεσίες», και ότι με τον τρόπο αυτό παραβιάζει την ειδική Τηλεπικοινωνιακή νομοθεσία που σκοπό έχει την εδραίωση συνθηκών ανταγωνισμού στις υπό ρύθμιση σχετικές αγορές (εν προκειμένω την Εθνική Αγορά Χονδρικής Παροχής Αδεσμοποίητης Πρόσβασης (Πλήρους και Μεριζόμενης) σε Μεταλλικούς Βρόχους και Υποβρόχους για το σκοπό της παροχής ευρυζωνικών και φωνητικών υπηρεσιών). Με βάση τα στοιχεία που έχει η ΕΕΤΤ στην διάθεσή της (έως και Ιούνιο 2010) προκύπτει ότι δύναται να παρατηρηθεί σημαντική βελτίωση όσον αφορά στους χρόνους παράδοσης βρόχων, καλωδίων και αποκατάστασης βλαβών του ΟΤΕ..
- Το ζήτημα της συμμόρφωσης της εταιρείας ΟΤΕ ΑΕ με την ΑΠ ΕΕΤΤ 482/051/27-5-2008 «Μεθοδολογίες/ Αρχές Κοστολόγησης και Λογιστικού Διαχωρισμού για την υλοποίηση των επιβληθέντων στον ΟΤΕ ρυθμιστικών υποχρεώσεων ελέγχου τιμών, κοστολόγησης και λογιστικού διαχωρισμού στις επιμέρους ορισθείσες αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών και λοιπές ρυθμίσεις» (ΦΕΚ 1151/Β/24.06.2008) 8 Δια της Απόφασης ΕΕΤΤ: ΑΠ ΕΕΤΤ 482/051/27-5-2008 «Μεθοδολογίες/ Αρχές Κοστολόγησης και Λογιστικού Διαχωρισμού για την υλοποίηση των επιβληθέντων στον ΟΤΕ ρυθμιστικών υποχρεώσεων ελέγχου τιμών, κοστολόγησης και λογιστικού διαχωρισμού στις επιμέρους ορισθείσες αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών και λοιπές ρυθμίσεις» (ΦΕΚ 1151/Β/24.06.2008), εξειδικεύονται και ρυθμίζονται αναλυτικά οι λεπτομέρειες εφαρμογής των επιβληθεισών στην κατέχουσα ΣΙΑ εταιρεία ΟΤΕ Α.Ε., υποχρεώσεων κοστολόγησης και λογιστικού διαχωρισμού στις επιμέρους ορισθείσες αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών και των χρονοδιαγραμμάτων υποβολής στοιχείων και ελέγχου αυτών, με στόχο τη διασφάλιση της συμμόρφωσής της με τις ρυθμιστικές υποχρεώσεις ελέγχου τιμών, κοστολόγησης και λογιστικού διαχωρισμού καθώς και την αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής της διαφάνειας, στις εν λόγω αγορές σύμφωνα με τις αντίστοιχες αποφάσεις της ΕΕΤΤ. Στο πλαίσιο του κοστολογικού ελέγχου 2008-2010, η εταιρεία ΟΤΕ Α.Ε. υπέβαλε τις καταστάσεις του λογιστικού διαχωρισμού στο σύνολό τους, καθώς και την ακολουθούμενη μεθοδολογία. Επίσης, με την 19-4-2010 ηλεκτρονική επιστολή του, ο ΟΤΕ παρείχε στην ΕΕΤΤ τα απαραίτητα συμπληρωματικά στοιχεία, κατόπιν σχετικού αιτήματός της. Κατά την εξέταση των τελών μεταφοράς, ο ελεγκτής διαπίστωσε ότι υπάρχουν ενδείξεις διακριτικής μεταχείρισης. Ο ΟΤΕ προέβη στην δημοσίευση των εν λόγω καταστάσεων στην ιστοσελίδα του. Αναφορικά με τις καταστάσεις του LRΑIC που υπέβαλε ο ΟΤΕ παρατηρήθηκε ότι δεν υλοποίησε το σύνολο των Υποδειγμάτων Αναφορών καθώς επίσης τροποποίησε κάποια υποδείγματα. Η ΕΕΤΤ με την ΑΠ 562/029/2010 κάλεσε τον ΟΤΕ να υποβάλει το σύνολο των υποδειγμάτων αναφοράς ή διαφορετικά να υποβάλει αιτιολογημένο αίτημα της τροποποίησης των εν λόγω υποδειγμάτων που κατά την κρίση του δεν δύναται να παράσχει με την προβλεπόμενη μορφή. Ο ΟΤΕ υπέβαλε, με την επιστολή του υπ’ αρ. πρωτ. ΕΕΤΤ 25047/16-6-2010, στην ΕΕΤΤ τους πίνακες LRAIC, οι οποίοι ωστόσο δεν ακολουθούν ως όφειλαν τα Υποδείγματα Αναφοράς Η ΕΕΤΤ με την Απόφασή της ΑΠ ΕΕΤΤ 571/09/15-7-2010 με θέμα «Τροποποίηση της Απόφασης της ΕΕΤΤ ΑΠ 482/051/24.06.08 «Μεθοδολογίες/ Αρχές Κοστολόγησης και Λογιστικού Διαχωρισμού για την υλοποίηση των επιβληθέντων στον ΟΤΕ ρυθμιστικών υποχρεώσεων ελέγχου τιμών, κοστολόγησης και λογιστικού διαχωρισμού στις επιμέρους ορισθείσες αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών και λοιπές ρυθμίσεις» (ΦΕΚ 1151/Β/24-608) και Κλήση του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος (ΟΤΕ) Α.Ε. προς Δημοσίευση των υποβληθέντων Υποδειγμάτων Αναφοράς LRAIC, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 2, παρ. ii της Απόφασης της ΕΕΤΤ 519/056/14-4-2009 (ΦΕΚ 837/Β/06-05-2009), ενέκρινε τελικώς τα υποβληθέντα από τον ΟΤΕ Υποδείγματα Αναφορών Μακροπρόθεσμου Μέσου Επαυξητικού Κόστους (ΜΜΕΚ-LRAIC),καλώντας όπως δημοσιεύσει τα υποβληθέντα Υποδείγματα αναφοράς σε εμφανές σημείο στην ιστοσελίδα του. Η εταιρεία ΟΤΕ Α.Ε. έχει συμμορφωθεί με την εν λόγω υποχρέωση. 2.3 Nομοθεσία περί ανταγωνισμού ( ex-post) 9
(1)Το άρθρο 2 του Ν. 703/1977 «Περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού» το οποίο επαναλαμβάνει κατ’ ουσία το άρθρο 82 Συνθ ΕΚ, προβλέπει τα εξής: «Απαγορεύεται η υπό μιας ή περισσοτέρων επιχειρήσεων καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσποζούσης θέσεως αυτών επί του συνόλου ή μέρους της αγοράς της χώρας. Η καταχρηστική αύτη εκμετάλλευση δύναται να συνίσταται ιδίως: α) στον άμεσο ή έμμεσο εξαναγκασμό προς καθορισμό είτε των τιμών αγοράς ή πωλήσεως είτε άλλων μη ευλόγων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό της παραγωγής, της καταναλώσεως ή της τεχνολογικής αναπτύξεως, επί ζημία των καταναλωτών, γ) στην εφαρμογή άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές, ιδίως στην αδικαιολόγητη άρνηση πωλήσεων, αγορών ή άλλων συναλλαγών, κατά τρόπον ώστε ορισμένες επιχειρήσεις να τίθενται σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, δ) στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων εκ της παρά των αντισυμβαλλομένων αποδοχής προσθέτων παροχών, ή συνάψεως προσθέτων συμβάσεων οι οποίες, κατά την φύση τους ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν συνδέονται μετά του αντικειμένου των συμβάσεων τούτων.» Προϋπόθεση συνεπώς για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 2 είναι να συντρέχουν σωρευτικά τα στοιχεία της «δεσπόζουσας θέσης» και «κατάχρησης» αυτής αναφορικά με τα οποία σημειώνονται τα εξής:
(2)Προσδιορισμός δεσπόζουσας θέσης Η νομολογία του ΔΕΚ και αναφορικά με το Άρθρο 82, (νυν άρθρο 102 της συνθήκης για την λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης), έχει θεωρήσει ότι η έννοια της ‘δεσπόζουσας θέσης ’ δεν είναι μια έννοια που δύναται να οριστεί στο κενό
- O έλεγχος του εάν μια εταιρεία βρίσκεται σε «δεσπόζουσα θέση» πρέπει να γίνεται αναφορικά με μια (σχετική) αγορά. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΔΕΚ, η ‘σχετική αγορά’ προϊόντων/υπηρεσιών περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που είναι επαρκώς εναλλάξιμα ή υποκατάστατα, όχι μόνο αναφορικά με τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά τους, βάσει των οποίων είναι ιδιαίτερα κατάλληλα για την ικανοποίηση των διαρκών αναγκών των καταναλωτών, τις τιμές τους ή την επιδιωκόμενη χρήση τους, αλλά και τις συνθήκες του ανταγωνισμού όπως και την ύπαρξη της προσφοράς και της ζήτησης στην εν λόγω αγορά.2 Προκειμένου να ελεγχθούν ποιά είναι αυτά τα προιόντα/υπηρεσίες που δύνανται να αποτελέσουν επαρκή ανταγωνιστικά υποκατάστατα των προιόντων/υπηρεσιών μιας εταιρείας και άρα να αποτελέσουν τη ‘σχετική αγορά’, η οικονομική θεωρία ορίζει ότι πρέπει να εξετάζονται οι εξής παράγοντες: 1 Case 6/72 Europemballage Corp. and Continental Can Co. Inc. v. Commission [1972] ECR 215 2 Βλέπε Υπόθεση αριθ. C-333/94 P Tetra Pak κατά Επιτροπής [1996] Συλλογή Ι-5951, παράγραφος 13, Υπόθεση αριθ. 31/80 L’Orial [1980] Συλλογή 3775, παράγραφος 25, Υπόθεση αριθ. 322/81 Michelin κατά Επιτροπής [1983] Συλλογή 3461, παράγραφος 37, Υπόθεση αριθ. C-62/86 AkzoChemie κατά Επιτροπής [1991] Συλλογή Ι-3359, Υπόθεση αριθ. T-504/93 Tierci Ladbroke κατά Επιτροπής [1997] Συλλογή ΙΙ-923, παράγραφος 81, T-65/96, Kish Glass κατά Επιτροπής [2000] Συλλογή ΙΙ-1885, παράγραφος 62, Υπόθεση αριθ. C-475/99, Firma Ambulanz Glφckner v Landkreis Sόdwestpfalz [2001] Συλλογή Ι-0003, παράγραφος
- 10 (α) η εναλλαξιμότητα της ζήτησης (β) η εναλλαξιμότητα της προσφοράς Ο παράγοντας της ‘Εναλλαξιμότητας της ζήτησης’ υφίσταται όταν σε κάθε περίπτωση αλλαγής της τιμής ενός προϊόντος/υπηρεσίας οι καταναλωτές ‘μεταπηδούν’ σε ένα άλλο προϊόν/υπηρεσία, και η εξέταση του είναι καθοριστική για τον ορισμό της ‘σχετικής αγοράς’ δεδομένου ότι μας δείχνει ποιές είναι σε κάθε περίπτωση οι ΄σημαντικές’ ανταγωνιστικές πιέσεις που υφίσταται τα προϊόντα/υπηρεσίες μιας εταιρείας από απόψεως ζήτησης. Ο παράγοντας της ‘Εναλλαξιμότητας της προσφοράς’ υφίσταται όταν σε κάθε περίπτωση αύξησης της τιμής ενός προϊόντος/υπηρεσίας οι παραγωγοί ‘μεταπηδούν’ σε άλλες μεθόδους παραγωγής προκειμένου να εισάγουν αντίστοιχο προϊόν/υπηρεσία, και η εξέταση του είναι εξίσου σημαντική για τον ορισμό της ‘σχετικής αγοράς’ δεδομένου ότι μας δείχνει τις κατά περίπτωση ανταγωνιστικές πιέσεις που υφίσταται τα προϊόντα/υπηρεσίες μιας εταιρείας από απόψεως προσφοράς. Σημειώνεται δε ότι σύμφωνα με την πάγια Νομολογία του ΔΕΚ, η σχετική γεωγραφική αγορά αντιστοιχεί στην περιοχή, όπου οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στην προσφορά και τη ζήτηση των σχετικών προϊόντων ή υπηρεσιών και όπου οι συνθήκες του ανταγωνισμού είναι επαρκώς ομογενείς, - με την έννοια, ότι υφίσταται μία ζώνη εντός της οποίας οι αντικειμενικοί όροι ανταγωνισμού των εν λόγω προϊόντων/υπηρεσιών και ιδίως η ζήτηση εκ μέρους των καταναλωτών, είναι παρόμοιοι για όλους τους δραστηριοποιούμενους επιχειρηματικούς φορείς, - και η οποία περιοχή μπορεί να διακριθεί από γειτονικές κυρίως περιοχές, διότι στις τελευταίες οι συνθήκες του ανταγωνισμού διαφέρουν σημαντικά. (Βλέπετε ΔΕΚ, απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1978, 27/76, United Brands κατά Επιτροπής, Συλλογή, τόμος 1978, σελ. 75, παρ. 44, Michelin,παρ. 26, Υπόθεση αριθμ. 247/86 Alsatel κατά Novasamm [1988], Συλλογή 5987,παρ. 15 Tierce Ladbroke κατά Επιτροπής, παρ.
- Βλέπετε επίσης της Access Notice, παρ. 54). To επόμενο σημαντικό στάδιο έρευνας στα πλαίσια της εφαρμογής του Άρθρου 2 του ν.703/77 [Άρθρου 82 της Συνθ.ΕΚ] έχει να κάνει με την εξέταση του εάν μια εταιρεία κατέχει ‘δεσπόζουσα θέση’ στην εν λόγω αγορά. Σε αυτά τα πλαίσια, πρέπει να επισημανθεί ότι η έννοια της ΄δεσπόζουσας θέσης’ έχει καταρχήν οριστεί από το ΔΕΚ ως εξής: «Η δεσπόζουσα θέση ορίζεται .... ως η θέση οικονομικής ισχύος την οποία κατέχει μία επιχείρηση η οποία της επιτρέπει να εμποδίζει την ύπαρξη (ή την διατήρηση) αποτελεσματικού ανταγωνισμού στη σχετική αγορά και της προσφέρει τη δυνατότητα να συμπεριφέρεται, σε σημαντικό βαθμό, ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές και πελάτες της και τελικά από τους καταναλωτές.3 Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΔΕΚ, μολονότι η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης κατά κανόνα δεν μπορεί να διαπιστωθεί λαμβάνοντας υπόψη αποκλειστικά και μόνο το μεγάλο μερίδιο στην αγορά, σημαντικά προβλήματα δεσπόζουσας θέσης προκύπτουν στην περίπτωση επιχειρήσεων με μερίδια αγοράς που υπερβαίνουν το 40%. Τα υπερβολικά μεγάλα μερίδια αγοράς – δηλαδή αυτά που υπερβαίνουν το 50% – αποτελούν, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων, ουσιώδη ένδειξη δεσπόζουσας θέσης.4 Πέραν του μεριδίου αγοράς η εξέταση της ύπαρξης 3 ΔΕΚ CBEM v. CLT και IPB, Υπόθεση 311/84 [1985] ECR 3261, παρ.
- Βλέπε επίσης Michelin, 322/81 [1983] ECR
- Επίσης: Υπόθεση αριθ. 27/76 United Brands κατά Επιτροπής [1978], Συλλογή 207, παρ.
- 4 Υπόθεση αριθ. C-62/86 AKZO κατά Επιτροπής, [1991], Συλλογή Ι-3359, παρ.
- Υπόθεση αριθ. Τ-228/97, Irish Sugar κατά Επιτροπής, [1999] Συλλογή ΙΙ-2969, παρ.
- Υπόθεση αριθ. C-85/76, Hoffmann-La Roche κατά Επιτροπής (Vitamins), [1979] ECR 461, παρ.
- Υπόθεση αριθ. Τ-139/98, AAMS και λοιποί κατά Επιτροπής [2001] Συλλογή ΙΙ-3413, παρ.
- 11 δεσπόζουσας θέσης ή μη βασίζεται στον έλεγχο της ύπαρξης ή μη, υψηλών φραγμών εισόδου στην αγορά. Με την έννοια αυτή εννοούνται στοιχεία τα οποία αποτελούν για λόγους πραγματικούς ή νομικούς εμπόδια για την είσοδο ανταγωνιστών στην αγορά και άρα στοιχεία τα οποία συντελούν στην διατήρηση ή επέκταση της ήδη υπάρχουσας δεσπόζουσας θέσης. H συνολική δύναμη μίας επιχείρησης, η οικονομική της επάρκεια, η καθετοποιημένη της δομή και κυρίως η δυνατότητα της να έχει αποκλειστική ή και απλά εκτενή πρόσβαση σε πρώτες ύλες, υποδομές και τεχνογνωσία, ακόμα και η εκτενής εμπειρία, αποτελούν βασικά στοιχεία τα οποία λαμβάνονται υπ’όψιν ιδιαίτερα σε αγορές όπου απαιτείται εκτενής και μακροχρόνια επένδυση5.
(3)Kατάχρηση δεσπόζουσας θέσης Η έννοια της κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης έχει υποστεί εκτενή νομολογιακή επεξεργασία από το ΔΕΚ. Σύμφωνα με το ΔΕΚ η έννοια της καταχρηστικής εκμετάλλευσης είναι αντικειμενική και αφορά τη συμπεριφορά συγκεκριμένης επιχειρήσεως κατέχουσας δεσπόζουσα θέση, συμπεριφορά η οποία είναι σε θέση να επηρεάσει τη δομή μιας αγοράς όπου, λόγω ακριβώς της υπάρξεως της εν λόγω επιχειρήσεως, ο βαθμός ανταγωνισμού είναι ήδη μειωμένος, και η οποία έχει ως συνέπεια την παρεμπόδιση, με την προσφυγή σε μέσα διαφορετικά εκείνων που διέπουν τον φυσιολογικό ανταγωνισμό επί των προϊόντων ή υπηρεσιών βάσει των συναλλαγών των επιχειρήσεων, της διατήρησης του υφισταμένου ακόμα στην αγορά βαθμού ανταγωνισμού ή της ανάπτυξής του. 6 Άμεσο αποτέλεσμα των παραπάνω είναι ότι σε αντίθεση με όλες τις άλλες επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις με δεσπόζουσα θέση στην αγορά έχουν ιδιαίτερη υποχρέωση (“special responsibility”) να μην ενεργούν με τρόπο που περιορίζει τον ανταγωνισμό, αποφεύγοντας τις ενέργειες που σε μη δεσπόζουσες επιχειρήσεις επιτρέπονται.7 H έκταση της ιδιαίτερης ευθύνης των επιχειρήσεων με δεσπόζουσα θέση εξαρτάται και επεκτείνεται από τις γενικότερες συνθήκες κάθε υπόθεσης και την ιδιαίτερη δύναμη της επιχείρησης με δεσπόζουσα θέση
- Στην περίπτωση επιχειρήσεων οι οποίες κατέχουν δεσπόζουσα θέση σε αγορές που χαρακτηρίζονται από υψηλούς φραγμούς εισόδου για νεοεισερχόμενους, η ιδιαίτερη ευθύνη είναι μεγαλύτερη. Ιδιαίτερα όταν οι υψηλοί φραγμοί εισόδου αφορούν αγορές υψηλής τεχνολογίας που βασίζονται στην εκτενή και βαριά υποδομή σε συνδυασμό με την δυνατότητα τεχνικής ανάπτυξης μέσω και της εκμετάλλευσης δικαιωμάτων βιομηχανικής και πνευματικής ιδιοκτησίας, η επιχείρηση που βρίσκεται σε αυτή την θέση οφείλει αφ’ ενός μεν να μην περιορίζει τον ήδη δύσκολο ανταγωνισμό εξωθώντας άλλες επιχειρήσεις εκτός αγοράς, αφ΄ ετέρου αν της έχουν επιβληθεί για αυτό το λόγο συγκεκριμένες πρόσθετες υποχρεώσεις με σκοπό την μείωση ή άρση των φραγμών εισόδου, να μην αναιρεί με την συμπεριφορά της αυτές τις υποχρεώσεις. Αυτή είναι η περίπτωση των αγορών στις οποίες παραδοσιακά κυριαρχούσε ένα νομικό μονοπώλιο και οι οποίες βρίσκονται σε διαδικασία απελευθέρωσης ο δε φορέας του νομικού μονοπωλίου διατηρεί τη δεσπόζουσα θέση του. Αυτή ακριβώς η λειτουργία επιδιώκεται από την κοινοτική νομοθεσία περί τηλεπικοινωνιών που αντικείμενο 5 Eνδεικτικά Bellamy & Child, European Community Law of Competition, 5th edition, London 2002, σ.707 επ. 6 Hoffmann-La Roche κατά Επιτροπής (Vitamins), Υπόθεση 85/76, [1979] ECR 461, σκέψη
- Βλέπε επίσης Michelin κατά Επιτροπής, Υπόθεση 322/81, [1983] ECR 3461, σκέψη 70, όπως και την Akzo κατά Επιτροπής, σκέψη
- 7 Eνδεικτικά Yπόθεση T-111/96 ITT Promedia N.V. v. Commission, [1998] ECR II, 2937 8 Eνδεικτικά Yπόθεση C-395 Compagnie Moritime Belge Transports v. Commission [2000]ECR I
- 12 έχει την δυνατότητα παροχής πρόσβασης στο δίκτυο και τις υπηρεσίες του νομικού μονοπωλίου σε συνθήκες που να επιτρέπουν (α) την ανάπτυξη αντίστοιχων υποδομών όχι με την άμεση ή συνολική επένδυση για την δημιουργία τους αλλά τη σταδιακή δημιουργία τους και (β) τον ανταγωνισμό στην αγορά λιανικής. (’ Bellamy and Child, ο.π, σ. 710). Πέραν των ανωτέρω πρέπει να τονισθεί ότι η κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης δεν προϋποθέτει υπαιτιότητα και η ανυπαρξία της δεν ασκεί επιρροή στην εγκυρότητα της πράξης (Διοικ. Εφ. Αθ. 387/1992). H κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης είναι έννοια αντικειμενική.9 Συνεπώς, κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης υπάρχει κατ΄ αρχήν και χωρίς προϋπόθεση ή σκοπό της δεσπόζουσας επιχείρησης να προβεί σε κατάχρηση, ενώ το Πρωτοδικείο έχει αποφανθεί ότι «οσάκις μία ή περισσότερες επιχειρήσεις που κατέχουν δεσπόζουσα θέση θέτουν πράγματι σε εφαρμογή πρακτική με σκοπό τον εξοβελισμό ανταγωνιστή, το γεγονός ότι δεν επιτεύχθηκε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα δεν αρκεί για να απαλειφθεί ο χαρακτηρισμός της καταχρήσεως δεσπόζουσας θέσεως κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης, νυν άρθρο 102 της συνθήκης για την λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης»,.10 Eίναι επίσης νομολογιακά σαφές ότι η κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι στη συγκεκριμένη αγορά δεν πρέπει να υπάρχει κανένας ανταγωνισμός και ότι οι τυχόν υπάρχοντες ανταγωνιστές προϋποτίθεται ότι δεν μπορούν καθόλου να αντιδράσουν στην δύναμη της επιχείρησης με δεσπόζουσα θέση. Όπως αναφέρει το ΔEK η ύπαρξη ζωντανού ανταγωνισμού (“lively competition”) δεν περιορίζει σε τίποτα την δεσπόζουσα θέση, ιδιαίτερα αν προκύπτει ότι η επιχείρηση με δεσπόζουσα θέση μπορεί και περιορίζει τον ανταγωνισμό ακόμα και σε αυτές τις συνθήκες. Tούτο ισχύει και αν ακόμα οι ανταγωνιστές της επιχείρησης με δεσπόζουσα θέση μπορούν ακόμα και να ακολουθήσουν αντίστοιχες μεθόδους παραγωγής ή διάθεσης και προβολής των υπηρεσιών τους. 11 Τέλος είναι σαφές ότι τόσο το άρθρο 82 Συνθ. ΕΕ (νυν άρθρο 102 της συνθήκης για την λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης) όσο και το άρθρο 2 του ν. 703/77 αναφέρονται κατά τρόπο μη περιοριστικό σε ορισμένες περιπτώσεις κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης (Λιακόπουλος, Βιομηχανική Ιδιοκτησία, σ. 556).
(4)Μορφές κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης Συμπίεση Τιμών (“Margin Squeeze”) Συμπεριφορά που δύναται να συνιστά κατάχρηση στα πλαίσια του άρθρο 2 του Ν.703/1977 (άρθρο 82 της Συνθ.ΕΕ, (νυν άρθρο 102 της συνθήκης για την λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης)) είναι η πρακτική της «συμπίεσης τιμών/περιθωρίου». Όπως ορίζεται στις παραγράφους 117 και 118 της Access Notice «117…..τέτοια πρακτική προκύπτει ιδίως αν αποδειχθεί ότι μια επιχείρηση δεν θα μπορούσε να ασκήσει αποδοτικές δραστηριότητες επομένων σταδίων, 9 Hoffmann-La Roche κατά Επιτροπής (Vitamins), Υπόθεση 85/76, [1979] ECR 461, σκέψη
- Βλέπε επίσης Michelin κατά Επιτροπής, Υπόθεση 322/81, [1983] ECR 3461, σκέψη 70, όπως και την Akzo κατά Επιτροπής, σκέψη
- 10 Compagnie Maritime Belge Transports v. Commission, T-24/93 [1996] ECR II 1201 σκέψη
- 11 “thus, although, as UBC has pointed out, it is true that competitors are able to use the same methods of production and distribution as the applicant, they come up against almost insuperable practical and financial problems”. Βλέπε United Brands Company and United Brands Continental BV v. Commission, Yπόθεση 27/76 [1978] ECR 207, σημείο 123 και ανάλογα Hoffmann-La Roche κατά Επιτροπής (Vitamins), Υπόθεση 85/76, [1979] ECR 461, σκέψη 39 13 βασιζόμενη στην τιμή που το τμήμα της προηγούμενων σταδίων εφαρμόζει στους ανταγωνιστές της.» Πιο συγκεκριμένα, «ο φορέας πρόσβασης που κατέχει δεσπόζουσα θέση θα μπορούσε να αποκρύψει το γεγονός ότι ένα από τα τμήματα δραστηριοτήτων των επόμενων σταδίων σημειώνει ζημίες, καταλογίζοντας στις δραστηριότητες αυτές που συνδέονται με την πρόσβαση, το κόστος το οποίο υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να καταλογίζεται στις δραστηριότητες επόμενων σταδίων ή εμφανίζοντας ανακριβείς εσωτερικές τιμές μεταφοράς». «118….Σε ορισμένες περιπτώσεις, η πρακτική συμπίεσης των περιθωρίων κέρδους μπορεί να ελεγχθεί, αποδεικνύοντας ότι το περιθώριο μεταξύ της τιμής που επιβάλλεται για την πρόσβαση που χρεώνεται στους ανταγωνιστές στην αγορά επόμενων σταδίων, (περιλαμβανομένων ενδεχομένως των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων επόμενων σταδίων της δεσπόζουσας εταιρείας), και της τιμής που χρεώνει ο προμηθευτής φορέας εκμετάλλευσης του δικτύου στην αγορά υπηρεσιών επόμενων σταδίων είναι ανεπαρκές για να επιτρέπει σε παρέχοντα υπηρεσίες με εύλογη αποδοτικότητα στην αγορά επόμενων σταδίων να επιτυγχάνει φυσιολογικό επίπεδο κέρδους -εκτός εάν η δεσπόζουσα εταιρεία μπορεί να αποδείξει ότι οι δραστηριότητές της στον τομέα των επόμενων σταδίων είναι εξαιρετικά αποδοτικές-.». Σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στο από 9.2.2009 Σχέδιο Ανακοίνωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τίτλο “Communication from the Commission – Guidance on the Commission’s Enforcement Priorities in Applying Article 82 EC Treaty to Abusive Exclusionary Conduct by Dominant Undertakings’”, Brussels, 9 February 2009, COM
(2009): “80……In margin squeeze cases the benchmark which the Commission will generally rely on to determine the costs of an efficient competitor are the LRAIC of the downstream division of the integrated dominant firm.” “In some cases, however, the LRAIC of a non-integrated competitor downstream might be used as the benchmark, for example when it is not possible to clearly allocate the dominant firm’s costs to downstream and upstream operation.(ftn.55 p.24)”. Σε υποθέσεις συμπίεσης περιθωρίου συνεπώς, το σημείο αναφοράς της Κοινότητας για τον προσδιορισμό του κόστους ενός αποδοτικού ανταγωνιστή είναι το κόστος του λιανικού τμήματος της καθετοποιημένης δεσπόζουσας επιχείρησης. Ωστόσο, σε περιπτώσεις όπου δεν είναι δυνατό να προσδιορισθεί ξεκάθαρα το κόστος της δεσπόζουσας επιχείρησης (και ειδικότερα να προσδιορισθεί εάν ανήκει σε δραστηριότητες προηγούμενων ή επόμενων σταδίων), το σημείο αναφοράς που θα χρησιμοποιεί η Κοινότητα θα είναι το κόστος ενός μη-καθετοποιημένου ανταγωνιστή. Παράβαση της Ιδιαίτερης Ευθύνης μη Περιορισμού του Ανταγωνισμού. Συμπεριφορά που επίσης δύναται να συνιστά κατάχρηση στα πλαίσια του άρθρο 2 του Ν.703/1977 (άρθρο 82 της Συνθ.ΕΕ, (νυν άρθρο 102 της συνθήκης για την λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης)) είναι η παράβαση μιας επιχείρησης κατέχουσας δεσπόζουσα θέση στην αγορά, της ιδιαίτερης ευθύνης της για μη περιορισμό του ανταγωνισμού. Όπως τονίσθηκε ανωτέρω, η επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση σε μια αγορά, οφείλει αφενός μεν να μην περιορίζει τον ήδη δύσκολο ανταγωνισμό εξωθώντας άλλες επιχειρήσεις εκτός αγοράς, αφετέρου αν της έχουν επιβληθεί για αυτό το λόγο συγκεκριμένες πρόσθετες κανονιστικές υποχρεώσεις με σκοπό την μείωση ή άρση των φραγμών εισόδου σε συγκεκριμένες σχετικές αγορές, να μην αναιρεί με την συμπεριφορά της αυτές τις υποχρεώσεις. Η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσεως δεν αφαιρεί από μια επιχείρηση το δικαίωμα να διαφυλάττει τα εμπορικά της συμφέροντα, έχει δε την ευχέρεια να προβαίνει σε ενέργειες που κρίνει πρόσφορες για την προστασία των συμφερόντων της, πλην όμως δεν μπορούν να γίνουν δεκτές τέτοιες ενέργειες όταν η εν λόγω επιχείρηση περιορίζει δια των ενεργειών της τον ανταγωνισμό παραβαίνοντας τις επιβληθείσες 14 σε αυτήν ρύθμιση, ενισχύοντας ως εκ τούτου την δεσπόζουσα θέση της ή επεκτείνοντας την σε άλλες επηρεαζόμενες σχετικές αγορές. Αλληλένδετη Πώληση Προϊόντων/Υπηρεσιών (Tying and Bundling) Συμπεριφορά που δύναται επίσης να συνιστά κατάχρηση στα πλαίσια του άρθρου 2 του Ν.703/1977 (άρθρο 82 της Συνθ.ΕΕ, (νυν άρθρο 102 της συνθήκης για την λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης)) είναι η πρακτική της αλληλένδετης πώλησης προϊόντων/υπηρεσιών (πρακτικές tying /bundling). Η πρακτική ‘tying’ αναφέρεται συγκεκριμένα σε περιπτώσεις όπου οι πελάτες οι οποίοι αγοράζουν ένα προϊόν εξαναγκάζονται να προβούν στην αγορά και ενός άλλου προϊόντος από την έχουσα δεσπόζουσα θέση στην αγορά επιχείρηση. Η εν λόγω πρακτική δύναται να εκδηλώνεται είτε με τεχνικό τρόπο είτε επί συμβατικής βάσης. Η πρακτική ‘bundling’ από την άλλη, συνήθως αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο προϊόντα/υπηρεσίες παρέχονται και τιμολογούνται από την έχουσα δεσπόζουσα θέση στην αγορά επιχείρηση. Στην περίπτωση της πρακτικής του ‘pure bundllng’ τα προϊόντα/υπηρεσίες παρέχονται μόνο συνδυαστικά σε σταθερές αναλογίες. Στην περίπτωση της πρακτικής του ‘mixed bundling’ –το οποίο είθισται να αναφέρεται και ως ‘multiproduct rebates’ – «εκπτώσεις πακέτου»- τα προϊόντα/υπηρεσίες διατίθενται και χωριστά, αλλά το άθροισμα των τιμών τους όταν διατίθενται χωριστά είναι υψηλότερο από την τιμή του πακέτου (‘bundled price’). Δια της πρακτικής του ‘tying και bundling’ μια επιχείρηση η οποία κατέχει δεσπόζουσα θέση σε μια εκ των σχετικών αγορών προϊόντων /υπηρεσιών που αφορά το ‘πακέτο’ (ή άλλως η «αλληλένδετη παροχή») υπηρεσιών/προϊόντων, δύναται να ενισχύσει την αγοραστική της ισχύ σε αυτήν, ή/και να μεταφέρει την εν λόγω αγοραστική ισχύ (leverage of market power) σε μια άλλη σχετική αγορά (του ως άνω «πακέτου» προϊόντων/υπηρεσιών) παρεμποδίζοντας τον ανταγωνισμό και ζημιώνοντας ως εκ τούτου τον τελικό καταναλωτή12. Ειδικά όσον αφορά τις επιπτώσεις που δύναται να επιφέρει στον ανταγωνισμό η πρακτική του “mixed bundling” (ή άλλως “multiproduct rebates”) η Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής “Communication from the Commission – Guidance on the Commission’s Enforcement Priorities in Applying Article 82 EC Treaty to Abusive Exclusionary Conduct by Dominant Undertakings”, ορίζει τα κάτωθι : “59. A multi product rebate may be anticompetitive on the tied or the tying market if it is so large that as efficient competitors offering only some of the components cannot compete against the discounted bundle. 60. In theory, it would be ideal if the effect of the rebate could be assessed by examining whether the incremental revenue covers the incremental costs for each 12 Βλ. Παρ. 51 έως και 57 του από 2.12.2008 Σχεδίου Ανακοίνωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τίτλο “Communication from the Commission – Guidance on the Commission’s Enforcement Priorities in Applying Article 82 EC Treaty to Abusive Exclusionary Conduct by Dominant Undertakings’”, Brussels, 3 December 2008, COM
(2008): “
- Tying or bundling may lead to anticompetitive effects in the tied market, the tying market, or both at the same time. However, even when the aim of the tying or bundling is to protect the dominant undertaking’s position in the tying market, this is done indirectly through foreclosing the tied market…..”. “
- The risk of anticompetitive foreclosure is expected to be greater where the dominant undertaking makes the tying or bundling strategy a lasting one, for example through technical tying which is costly to reverse. Technical tying also reduces the opportunities for resale of individual components.” “
- In the case of bundling, the undertaking may have a dominant position for more than one products in the bundle. The greater the number of such products in the bundle, the stronger the likely anticompetitive foreclosure. This is particularly true if the bundle is difficult for a competitor to replicate, either on its own or in combination with others”. “
- The tying may lead to less competition for customers interested in buying the tied product, but not the tying product. If there is not a sufficient number of customers who will buy the tied product alone to sustain competitors of the dominant undertaking in the tied market, the tying can lead to these customers facing higher prices.” ’
- If the prices the dominant undertaking can charge in the tying market are regulated, tying may allow the dominant firm to raise prices in the tied market in order to compensate for the loss of revenue caused by the regulation in the tying market.” “
- If the tied product is an important complementary product for customers of the tying product, a reduction of alternative suppliers of the tied product and hence a reduced availability of this product can make entry to the tying market alone more difficult”. 15 product in the dominant undertaking’s bundle. However, in practice assessing the incremental revenue is complex. Therefore, in its enforcement practice the Commission will in most situations use the incremental price as a good proxy. If the incremental price that customers pay for each of the dominant undertaking’s products in the bundle remains above the LRAIC of the dominant firm from including this product in the bundle, the Commission will normally not intervene since an equally efficient competitor with only one product should in principle be able to compete profitably against the bundle. Enforcement action may however be warranted if the incremental price is below the LRAIC, because in such a case even an equally efficient competitor may be prevented from expanding or entering.
- If the evidence suggests that competitors to the dominant undertaking are selling identical bundles, or could do so in a timely way without being deterred by possible additional costs, the Commission will generally regard this as bundle competing against a bundle, in which case the relevant question is not whether the incremental revenue covers the incremental costs for each product in the bundle, but rather whether the price of the bundle as a whole is predatory.
- Provided that the conditions mentioned in Section III D above are fulfilled, the Commission will look into claims by dominant undertakings that they tying and bundling practices may lead to savings in production or distribution that would benefit customers.” 2.
- Υπαγωγή Πραγματικών Περιστατικών - Αξιολόγηση της συμπεριφοράς της εταιρείας «Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος Α.Ε. (ΟΤΕ Α.Ε.) με βάση τις διατάξεις του δικαίου του ανταγωνισμού Προσδιορισμός Αγορών Σχετικά με την αξιολόγηση του ορισμού μιας αγοράς, και σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΔΕΚ, η σχετική αγορά προϊόντων/υπηρεσιών περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που είναι επαρκώς εναλλάξιμα ή υποκατάστατα, όχι μόνο αναφορικά με τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά τους, βάσει των οποίων είναι ιδιαίτερα κατάλληλα για την ικανοποίηση των διαρκών αναγκών των καταναλωτών, τις τιμές τους ή την επιδιωκόμενη χρήση τους, αλλά και τις συνθήκες του ανταγωνισμού όπως και την ύπαρξη της προσφοράς και της ζήτησης στην εν λόγω αγορά.13 Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση παρατηρούνται τα εξής: O OTE υπέβαλε προς έγκριση στην ΕΕΤΤ κατηγορία οικονομικών προγραμμάτων με την ονομασία «Conn-x for Employees» η οποία περιέχει αναλυτικότερα τα κάτωθι οκτώ
(8)οικονομικά προγράμματα: Οικονομικό Πρόγραμμα Conn-x 2 Mbps Conn-x 24 Mbps Conn-x@Work Start Up 2 Mbps Conn-x@Work Start Up 24 Mbps Conn-x@Work Static 2 Mbps Μηνιαία Λιανική Τιμή προ ΦΠΑ 13,87€ 18,91€ 19,08€ 24,13€ 23,79€ 13 Βλέπε Υπόθεση αριθ. C-333/94 P Tetra Pak κατά Επιτροπής [1996] Συλλογή Ι-5951, παράγραφος 13, Υπόθεση αριθ. 31/80 L’Orial [1980] Συλλογή 3775, παράγραφος 25, Υπόθεση αριθ. 322/81 Michelin κατά Επιτροπής [1983] Συλλογή 3461, παράγραφος 37, Υπόθεση αριθ. C-62/86 AkzoChemie κατά Επιτροπής [1991] Συλλογή Ι-3359, Υπόθεση αριθ. T-504/93 Tierci Ladbroke κατά Επιτροπής [1997] Συλλογή ΙΙ-923, παράγραφος 81, T-65/96, Kish Glass κατά Επιτροπής [2000] Συλλογή ΙΙ-1885, παράγραφος 62, Υπόθεση αριθ. C-475/99, Firma Ambulanz Glφckner v Landkreis Sόdwestpfalz [2001] Συλλογή Ι-0003, παράγραφος 33. 16 Conn-x@Work Static 24 Mbps Conn-x@Work Office 2 Mbps Conn-x@Work Office 24 Mbps 35,05€ 39,25€ 48,50€ Όλα τα ως άνω οικονομικά προγράμματα αφορούν στις παρακάτω υπηρεσίες: 1. Λιανικής πρόσβασης στο δημόσιo τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερή θέση 2. Λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω τεχνολογίας xDSL. 3. Λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης στο διαδίκτυο μέσω τεχνολογίας xDSL. Όσον αφορά την εξέτασή τους σύμφωνα με τις διατάξεις του ανταγωνισμού συνεπώς, κρίσιμο είναι να εξετασθεί η ύπαρξη των κάτωθι σχετικών αγορών: i. Χονδρική αγορά Αδεσμοποίητης Πρόσβασης στον Τοπικό Βρόχο και Υποβρόχο (ΑΠΤΒ) και τις συναφείς ευκολίες ii. Αγορά λιανικής πρόσβασης στο δημόσιo τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερή θέση, μέσω PSTN και BRA−ISDN συνδέσεων, για οικιακούς και μη οικιακούς πελάτες iii. Αγορά χονδρικής ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω DSL, δικτύου του ΟΤΕ. iv. Αγορά λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω τεχνολογίας xDSL. v. Αγορά λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης στο διαδίκτυο μέσω τεχνολογίας xDSL (
- i)Ορισμός της σχετικής χονδρικής αγοράς Αδεσμοποίητης Πρόσβασης στον Τοπικό Βρόχο και Υποβρόχο (ΑΠΤΒ) και τις συναφείς ευκολίες Ο χάλκινος τοπικός βρόχος του ΟΤΕ αποτελεί την κύρια πλατφόρμα για την παροχή υπηρεσιών πρόσβασης στην Ελλάδα ενώ χρησιμοποιούνται σε περιορισμένη κλίμακα οι ασύρματες συνδέσεις και οι συνδέσεις οπτικών ινών. Εντούτοις, καμία από τις ανωτέρω εναλλακτικές λύσεις σε σχέση με τις υπηρεσίες αδεσμοποίητης πρόσβασης στο τοπικό βρόχο του εγκατεστημένου φορέα εκμετάλλευσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ισοδύναμη. Συγκεκριμένα όπως προκύπτει από την ανάλυση μεταξύ των επιμέρους τεχνολογιών δεν υφίσταται υποκαταστασιμότητα ούτε από πλευράς ζήτησης ούτε από πλευράς προσφοράς μεταξύ υπηρεσιών σταθερής ασύρματης πρόσβασης / πρόσβασης μέσω οπτικών ινών και του χάλκινου δικτύου τοπικής πρόσβασης του ΟΤΕ. Αυτό προκύπτει από τις τιμολογιακές διαφοροποιήσεις μεταξύ των υπηρεσιών πρόσβασης και την περιορισμένη δυνατότητα γεωγραφικής κάλυψης των δύο τελευταίων σε σχέση με το δίκτυο τοπικής πρόσβασης του ΟΤΕ. Οι υπηρεσίες σταθερής ασύρματης πρόσβασης και χονδρικής αδεσμοποίητης πρόσβασης παρέχουν σε όποιον προσφέρει πρόσβαση στον τελικό χρήστη τον έλεγχο επί της σύνδεσης πρόσβασης του τελικού χρήστη. Παρέχουν παρόμοια δυνατότητα ελέγχου επί των τεχνικών χαρακτηριστικών και της λειτουργικότητας των 17 λιανικών υπηρεσιών που δύνανται να παρασχεθούν μέσω των συνδέσεων πρόσβασης. Παρομοίως, οι συνδέσεις με οπτική ίνα παρέχουν σε όποιον προσφέρει πρόσβαση στο λιανικό τελικό χρήστη δυνατότητα ελέγχου επί της σύνδεσης του τελικού χρήστη. Δύνανται να παρέχουν τουλάχιστον την ίδια χωρητικότητα και λειτουργικότητα με τους χάλκινους βρόχους, συμπεριλαμβανομένων και των αδεσμοποίητων βρόχων. Εντούτοις εξαιτείας της χωρητικότητας την οποία παρέχουν τα καλώδια οπτικών ινών χρησιμοποιούνται σχεδόν αποκλειστικά για μη οικιακούς πελάτες. Επίσης η χονδρική παροχή οπτικών ινών είναι επί του παρόντος περιορισμένη και παρέχεται σε τιμές που ουσιαστικά είναι προϊόν συμφωνίας. Περαιτέρω οι υπηρεσίες σταθερής ασύρματης πρόσβασης και συνδέσεων οπτικών ινών χρησιμοποιούνται επί του παρόντος αποκλειστικά για εξ’ ιδίων μέσων παροχή υπηρεσιών λιανικής (ή παρέχεται σε συνδεδεμένους φορείς). Επομένως, δεν υφίστανται συναλλαγές που να αντανακλούν ζήτηση τρίτων μερών για χονδρική πρόσβαση μέσω συνδέσεων σταθερής ασύρματης πρόσβασης. Σε κάθε περίπτωση επί του παρόντος ούτε η σταθερή ασύρματη πρόσβαση ούτε η πρόσβαση μέσω οπτικής ίνας έχουν τη σχεδόν πλήρη εθνική κάλυψη του δικτύου πρόσβασης των μεταλλικών τοπικών βρόχων. Συγκεκριμένα, ο ΟΤΕ είναι ο μοναδικός πάροχος χάλκινων τοπικών βρόχων στην Ελλάδα. 14 Το δίκτυό του διαθέτει 4.865.790 ενεργές συνδέσεις τοπικής πρόσβασης15 με σχεδόν πλήρη κάλυψη. Οι εν λόγω τοπικές συνδέσεις του ΟΤΕ αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης περιόδου, σε μεγάλο βαθμό δε, κατά το διάστημα που ο ΟΤΕ απολάμβανε τα οφέλη των εκχωρηθέντων ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων. Αντίθετα ο αριθμός των συνδέσεων σταθερής ασύρματης πρόσβασης ο οποίος υφίσταται στην Ελλάδα είναι πολύ περιορισμένος. Πολύ περιορισμένος είναι στην Ελλάδα και ο παρεχόμενος αριθμός συνδέσεων οπτικών ινών προς τελικούς χρήστες Οι υπηρεσίες χονδρικής ευρυζωνικής πρόσβασης (π.χ. υπηρεσίες bitstream) και οι υπηρεσίες χονδρικής αδεσμοποίητης πρόσβασης διαφοροποιούνται ως προς τη λειτουργικότητα τους. Οι υπηρεσίες χονδρικής ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω του DSL δικτύου του ΟΤΕ παρέχουν σε αυτόν που τις προμηθεύεται ένα περιορισμένο πεδίο για δημιουργία λιανικών υπηρεσιών που διαφέρουν από τις προσφερόμενες από τον ΟΤΕ (ή που να είναι καινοτόμες), διότι ο ΟΤΕ ελέγχει τόσο τη χωρητικότητα όσο και τη γεωγραφική κάλυψη. Οι υπηρεσίες χονδρικής αδεσμοποίητης πρόσβασης παρέχουν σε αυτόν που τις προμηθεύεται τον έλεγχο της σύνδεσης του τοπικού βρόχου με τον τελικό χρήστη, παρέχοντάς του κατ’ αυτό τον τρόπο σχεδόν πλήρη διακριτική ευχέρεια σχετικά με τη χωρητικότητα των λιανικών υπηρεσιών που προσφέρει. Επιπλέον, εγκαθιστώντας το δικό του σχετικό εξοπλισμό (π.χ DSLAM), αυτός που προμηθεύεται την υπηρεσία αποκτά μεγαλύτερο έλεγχο επί της γεωγραφικής κάλυψης και την ανάπτυξη των λιανικών υπηρεσιών τις οποίες θα παρέχει. Ως εκ τούτου, η ΕΕΤΤ θεωρεί ότι υπάρχουν σαφείς λειτουργικές διαφορές ανάμεσα στις υπηρεσίες χονδρικής ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω του DSL δικτύου του ΟΤΕ και υπηρεσιών χονδρικής αδεσμοποίητης πρόσβασης, οι οποίες αποκλείουν την ένταξή τους σε μια ενιαία σχετική αγορά προϊόντων. Περαιτέρω υφίστανται σημαντικές τιμολογιακές διαφοροποιήσεις μεταξύ των δύο υπηρεσιών, (οι υπηρεσίες χονδρικής ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω του DSL δικτύου του ΟΤΕ τιμολογούνται ακριβότερα από τις υπηρεσίες χονδρικής αδεσμοποίητης πρόσβασης) που εμποδίζουν περαιτέρω την ένταξή τους σε μία ενιαία σχετική αγορά προϊόντων. 14 Στοιχεία από ΟΤΕ και Εναλλακτικούς Παρόχους 31/08/2008 15 Στοιχεία από ΟΤΕ 31/08/2008 18 Όπως περιγράφεται ανωτέρω, οι υπηρεσίες διαφοροποιούνται λειτουργικά. Ενώ όποιος αποκτά χονδρικές ευρυζωνικές υπηρεσίες μέσω του DSL δικτύου του ΟΤΕ πρέπει να προβεί σε κάποια επένδυση προκειμένου να είναι σε θέση να παρέχει λιανικές υπηρεσίες, η εν λόγω απαιτούμενη επένδυση είναι σημαντικά μικρότερη από την απαιτούμενη επένδυση για την παροχή λιανικών υπηρεσιών με τη χρήση υπηρεσιών χονδρικής αδεσμοποίητης πρόσβασης. Ο αποκτών αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο (ΑΠΤΒ) πρέπει να προβεί σε σημαντική επένδυση σε εξοπλισμό και πρέπει να διαχειριστεί τις υπηρεσίες του (συμπεριλαμβανομένης και της διαχείρισης σφαλμάτων – “fault management”). Περαιτέρω τα τιμολογιακά στοιχεία των εν λόγω υπηρεσιών υποδεικνύουν ότι είναι απίθανο οι αποκτώντες ΑΠΤΒ να ανταποκρίνονται σε μια αύξηση της τιμής των υπηρεσιών χονδρικής αδεσμοποίητης πρόσβασης της τάξης του 5% έως 10% μεταβαίνοντας σε χονδρικές ευρυζωνικές υπηρεσίες, ή αντιστρόφως. Αυτό επιβεβαιώνει το γεγονός ότι οι υπηρεσίες χονδρικής ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω του DSL δικτύου του ΟΤΕ και οι υπηρεσίες χονδρικής αδεσμοποίητης πρόσβασης δεν εμπίπτουν στην ίδια σχετική αγορά προϊόντων. Τέλος, η σχετική εθνική γεωγραφική αγορά για την αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο είναι η Ελληνική Επικράτεια. Η ως άνω θέση βασίζεται κυρίως στο γεγονός ότι ο ΟΤΕ παρέχει τις υπηρεσίες που συνιστούν τη σχετική αγορά σε εθνική βάση, σε τιμή που ορίζεται ενιαία σε εθνικό επίπεδο, και με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις. Συμπερασματικά υφίσταται μια σχετική αγορά Αδεσμοποίητης Πρόσβασης στον Τοπικό Βρόχο και Υποβρόχο (ΑΠΤΒ) και τις συναφείς ευκολίες το εύρος της οποίας είναι η Ελληνική Επικράτεια. (ii). Ορισμός της σχετικής αγοράς λιανικής πρόσβασης στο δημόσι o τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερή θέση, μέσω PSTN και BRA−ISDN συνδέσεων, για οικιακούς και μη οικιακούς πελάτες Οι υπηρεσίες τηλεφωνικών κλήσεων και οι υπηρεσίες λιανικής πρόσβασης διαφοροποιούνται από πλευράς λειτουργικότητας. Ουσιαστικά, οι πελάτες χρειάζονται υπηρεσίες πρόσβασης ώστε να μπορούν να έχουν υπηρεσίες τηλεφωνίας (δηλ. η πρόσβαση αποτελεί προϋπόθεση της απόκτησης υπηρεσιών τηλεφωνίας). Έως την εισαγωγή της επιλογής φορέα το έτος 2002, η πρόσβαση και οι υπηρεσίες τηλεφωνίας παρέχονταν ως ένα πακέτο (δηλ. πρόσβαση και κλήσεις). Η επιλογή και η προεπιλογή φορέα, δίνουν τη δυνατότητα στους πελάτες να αποκτούν κλήσεις από έναν εναλλακτικό πάροχο υπηρεσιών. Οι εν λόγω κλήσεις (που εκκινούν από το δίκτυο του παρέχοντος την πρόσβαση παρόχου) δρομολογούνται από το δίκτυο του παρέχοντος την πρόσβαση παρόχου στο σχετικό σημείο διασύνδεσης με τον πάροχο που παρέχει τις υπηρεσίες. 19 Δεδομένου ότι υπάρχουν ξεκάθαρες λειτουργικές διαφορές μεταξύ της πρόσβασης και των τηλεφωνικών υπηρεσιών, οι υπηρεσίες αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν αποτελεσματικό υποκατάστατο η μία της άλλης από την πλευρά της ζήτησης. Επίσης και από πλευράς προσφοράς οι υπηρεσίες λιανικής πρόσβασης και οι υπηρεσίες τηλεφωνικών κλήσεων δεν είναι λειτουργικά υποκατάστατα, δεδομένου ότι για την παροχή τους απαιτούνται ξεχωριστές και διαφορετικές υποδομές/υπηρεσίες. Οι υποδομές/υπηρεσίες χονδρικής τις οποίες αποκτούν, επί του παρόντος, οι εναλλακτικοί πάροχοι προκειμένου να είναι σε θέση να παρέχουν υπηρεσίες τηλεφωνικών κλήσεων (λχ εκκίνηση με προεπιλογή φορέα) δεν τους επιτρέπουν την παροχή υπηρεσιών λιανικής πρόσβασης. Με βάση τα ανωτέρω η ΕΕΤΤ θεωρεί ότι οι υπηρεσίες λιανικής πρόσβασης και οι υπηρεσίες τηλεφωνικών κλήσεων είναι συμπληρωματικές και όχι εναλλάξιμες υπηρεσίες. Ως εκ τούτου δεν εμπίπτουν στην ίδια σχετική αγορά. Σε σειρά αποφάσεών της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε ότι υπάρχει μια αγορά για υπηρεσίες κινητής, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών κινητής πρόσβασης, η οποία δεν δύναται να αντιμετωπίζεται ως λειτουργικά εναλλάξιμη των υπηρεσιών σταθερής16. Η βασική λειτουργική διαφορά της είναι το στοιχείο της κινητικότητας που ενυπάρχει σε όλες τις υπηρεσίες κινητής και απουσιάζει από τις σταθερές συνδέσεις . Ενώ επί τη βάσει των τεχνολογικών εξελίξεων δύνανται να παρέχονται παρόμοιες υπηρεσίες μέσω σταθερών και κινητών συνδέσεων, οι σταθερές συνδέσεις δεν διαθέτουν το χαρακτηριστικό της κινητικότητας. Είναι πιθανόν να υπάρχει μονόπλευρη υποκαταστασιμότητα, καθόσον η κινητή πρόσβαση δύναται να χρησιμοποιηθεί για την πραγματοποίηση (και λήψη) κλήσεων οι οποίες δεν θα εδύναντο να πραγματοποιηθούν μέσω μιας σύνδεσης σταθερής πρόσβασης. Η χρήση των GSM gateways αποτελεί μια εκ των μορφών χρήσης των GSM ραδιοδικτύων πρόσβασης ως υποκατάστατα των σταθερών ενσύρματων δικτύων πρόσβασης. Παρά ωστόσο την δυνατότητα μονόπλευρης υποκατάστασης που αναγνωρίστηκε ανωτέρω, παραμένουν λειτουργικές διαφορές όσον αφορά την ποιότητα υπηρεσιών και το εύρος ζώνης αναμετάδοσης. Έρευνες καταναλωτών που διενεργήθηκαν ανά την Ευρώπη επεσήμαναν ότι οι τελικοί καταναλωτές θεωρούν την ‘ποιότητα λήψης’ ως μια εκ των σημαντικότερων παραμέτρων στα πλαίσια της απόφασής τους να χρησιμοποιήσουν σταθερή ή κινητή πρόσβαση. 17 Αντίστοιχα, σύμφωνα με την έρευνα καταναλωτών της ΕΕΤΤ που διενεργήθηκε τον Ιούλιο του 2005 σχετικά με την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην ελληνική επικράτεια, 84% εκ των συμμετεχόντων που δήλωσαν κατοχή και σταθερού τηλεφώνου στο νοικοκυριό και προσωπικού κινητού τηλεφώνου (με την έννοια της συνδρομής συμβολαίου ή προπληρωμένης κάρτας), δήλωσαν επιπρόσθετα ότι η ποιότητα της κλήσης είναι είτε ‘πολύ σημαντική’ ή ‘σημαντική’ κατά την απόφασή τους να επιλέξουν αν θα πραγματοποιήσουν μία κλήση από κινητό ή από σταθερό τηλέφωνο. Η ποιότητα της κλήσης αποτέλεσε τον δεύτερο σημαντικότερο παράγοντα για τους καταναλωτές ύστερα από την τιμή.18 Όσον αφορά την τιμολόγηση υπηρεσιών σταθερής και κινητής πρόσβασης η σύγκρισή τους καθίσταται δύσκολο λόγο ενός αριθμού χαρακτηριστικών όσον αφορά τον τρόπο που παρέχονται οι υπηρεσίες κινητής πρόσβασης Η κινητή πρόσβαση πωλείται γενικώς είτε ως μέρος μιας ‘δέσμης’ υπηρεσιών πρόσβασης και κλήσεων (η οποία συνήθως περιλαμβάνει και ‘δωρεάν’ λεπτά) ή ως προπληρωμένη υπηρεσία η οποία δεν περιλαμβάνει ένα περιοδικό τέλος χρέωσης. Σε κάθε περίπτωση μία θεωρητική σύγκριση, μεταξύ των τιμολογίων σταθερή / κινητής, υποδεικνύει ότι με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι τιμές των κινητών κλήσεων είναι σημαντικά υψηλότερες από τις τιμές των σταθερών κλήσεων. Η ΕΕΤΤ θεωρεί ότι είναι απίθανο οι τελικοί καταναλωτές, πέραν ενός μικρού αριθμού 16 Βλέπε για παράδειγμα υποθέσεις, Telia/Telenor Case No COMP/M.1439; Vodafone/Mannesmann Case No COMP/M.1795; Telia/Sonera Case No COMP/M.2803. 17 Βλέπε για παράδειγμα, "SME Telecommunications Survey 2004 Report and Analysis", ComReg, 25 Ιανουαρίου 2005, σελ. 9 και "EU Telecoms Services Indicators", Ipsos, 2004, σελ 51. 18 Βάσει της ίδιας έρευνας, η ποιότητα της κλήσης αξιολογήθηκε ως σημαντικότερος παράγοντας από την ευκολία και την ασφάλεια επικοινωνίας. 20 αυτών, να εγκατέλειπαν τη δυνατότητα να πραγματοποιούν κλήσεις σταθερής τηλεφωνίας (το αποτέλεσμα του να τερματίσουν την συνδρομή τους σταθερής σύνδεσης) συνεπεία μιας αύξησης της τιμής των σταθερών συνδέσεων πρόσβασης έως και 10%. Η ΕΕΤΤ διακρίνει δύο τύπους υπηρεσιών πρόσβασης: PSTN γραμμές και ISDN γραμμές. Οι εν λόγω υπηρεσίες πρόσβασης δύνανται να παρέχονται μέσω διαφόρων τεχνολογιών, συμπεριλαμβανομένης της σταθερής ασύρματης πρόσβασης και της πρόσβασης μέσω οπτικών ινών. Ωστόσο, το τηλεφωνικό δίκτυο του ΟΤΕ αποτελεί επί της παρούσης τη μοναδική πλατφόρμα πρόσβασης πλήρους κάλυψης στενής ζώνης στην Ελλάδα. Ο αριθμός των πελατών που έχει υπηρεσίες πρόσβασης μέσω υποδομής οπτικών ινών και σταθερής ασύρματης πρόσβασης είναι πολύ περιορισμένος. Όλες οι γραμμές σταθερής πρόσβασης που παρέχονται επί του παρόντος στην Ελλάδα, δίνουν τη δυνατότητα σταθερής πρόσβασης σε δίκτυα που δύνανται να υποστηρίξουν υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας. Επιπροσθέτως, παρέχουν πρόσβαση σε άλλες υπηρεσίες στενής ζώνης όπως “dial-up” Internet. Οι τελικοί χρήστες δύναται να επιλέξουν να πάρουν την πρόσβαση στενής ζώνης ISDN εάν χρειάζονται περισσότερα από ένα κανάλια φωνής. Από λειτουργικής απόψεως, τα ως άνω ψηφιακά προϊόντα, δύναται να θεωρηθούν ως ‘πολλαπλάσια’ των γραμμών PSTN, χρησιμοποιώντας τερματικό εξοπλισμό ISDN για την παροχή διαφανούς μετάδοσης δεδομένων. Δομημένα κανάλια BRA ISDN δύνανται να παρέχουν ταχύτητες δεδομένων περίπου της τάξης των 128 Kbps. Μια συνήθης αδόμητη σύνδεση BRA ISDN παρέχει δύο κανάλια των 64 Kbps, τα οποία δύναται να χρησιμοποιηθούν για υπηρεσίες φωνής ή δεδομένων. Δομημένα κανάλια ISDN PRA δύνανται να παρέχουν ταχύτητες δεδομένων έως και 2 Mbps. Ενώ η πρόσβαση ISDN δύναται να υποστηρίζει ορισμένες ‘συμπληρωματικές’ υπηρεσίες τις οποίες δεν υποστηρίζει μια PSTN πρόσβαση, οι υπηρεσίες με πρόσβαση κυρίως ISDN PRA είναι σημαντικές μόνο σε τελικούς χρήστες με PBXs ή άλλο CPE μέσω των οποίων μπορούν να παρασχεθούν και άλλες υπηρεσίες όπως για παράδειγμα ιδεατά ιδιωτικά δίκτυα. Ως εκ τούτου, διαφαίνεται ότι η πρόσβαση PRA ISDN από τη μία πλευρά, και η BRA ISDN και PSTN πρόσβαση από την άλλη, δεν είναι λειτουργικά εναλλάξιμες και συνεπώς δεν εμπίπτουν στην ίδια σχετική αγορά προϊόντων. Τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η ΕΕΤΤ και άλλα σχετικά στοιχεία που έχουν συλλεχθεί στην Ευρώπη, υποδεικνύουν ότι υπάρχει ξεκάθαρη λειτουργική διαφοροποίηση μεταξύ των υπηρεσιών πρόσβασης dial-up (διαθέσιμων σε ταχύτητες έως και 128 Kbps) και των υπηρεσιών πρόσβασης εύρους ζώνης των 144 Kbps και άνω. Οι συνδέσεις υψηλότερων ταχυτήτων φαίνεται να διευκολύνουν την πιο γρήγορη πρόσβαση στο Internet (γρηγορότερη πρόσβαση σε υπηρεσίες Internet όπως email), την γρηγορότερη μετάδοση δεδομένων και την πρόσβαση σε επιπρόσθετες εφαρμογές (λχ video conferencing). Δύνανται επίσης να χρησιμοποιηθούν για την παροχή πρόσβασης σε υπηρεσίες φωνής (όπως VoDSL). Η πρόσβαση BRA ISDN υποστηρίζει εύρος ζώνης έως και 128 Kbps στην περίπτωση όπου χρησιμοποιηθούν και τα δυο κανάλια δεδομένων. Οι συνδέσεις xDSL παρουσιάζουν έναν αριθμό ειδικών λειτουργικών χαρακτηριστικών. Πρωτίστως, δεν είναι συνδέσεις πολλαπλών καναλιών. Επιπρόσθετα, αποτελούν συνδέσεις “always-on”, δηλαδή δεν είναι απαραίτητο να γίνει κλήση για να επιτευχθεί η σύνδεση. Συνεπώς η πρόσβαση PSTN/ BRA ISDN και η πρόσβαση DSL δεν αποτελούν λειτουργικά υποκατάστατα από την πλευρά της ζήτησης. Από την πλευρά της προσφοράς, μια επιχείρηση η οποία παρέχει επί του παρόντος συνδέσεις PSTN / ISDN (αλλά όχι DSL) θα έπρεπε να αποκτήσει DSLAM και άλλο εξοπλισμό DSL ώστε να είναι σε θέση να παρέχει συνδέσεις DSL, και για να γίνει αυτό, απαιτούνται σημαντικές επενδύσεις. Δεδομένου ότι τα κόστη δημιουργίας νέων ευκολιών 21 πρόσβασης σε εθνική κλίμακα είναι σημαντικά, η ΕΕΤΤ δεν θεωρεί ότι οι νεοεισερχόμενοι θα αντιδρούσαν σε μια αύξηση, της τάξεως του 10%, προβαίνοντας στη δημιουργία εναλλακτικών ευκολιών πρόσβασης. Συνεπώς οι συνδέσεις PSTN/ BRA ISDN και οι συνδέσεις DSL, δεν ανήκουν στην ίδια σχετική αγορά προϊόντων. Οι συνδέσεις PSTN και BRA ISDN που παρέχονται σε οικιακούς και μη-οικιακούς χρήστες είναι ουσιαστικά λειτουργικά εναλλάξιμες. Όσον αφορά την τιμολόγησή τους ο OTE επιβάλλει μια μηνιαία χρέωση πρόσβασης (ή «γραμμής») τόσο για τις συνδέσεις PSTN όσο και για τις συνδέσεις BRA ISDN, ανεξαρτήτως της ταυτότητας του αγοραστή. Σε γενικές γραμμές, οι δυναμικές από πλευράς ζήτησης που παρουσιάζονται στην αγορά, δεν υποδεικνύουν τον ορισμό μιας ξεχωριστής σχετικής αγοράς για υπηρεσίες σταθερής πρόσβασης στενής ζώνης ανάλογα με το εάν αυτές αποκτώνται από οικιακούς ή μη-οικιακούς χρήστες. Τέλος, η σχετική εθνική γεωγραφική αγορά για την παροχή λιανικής πρόσβασης στενής ζώνης είναι η Ελληνική Επικράτεια. Η ως άνω θέση βασίζεται κυρίως στο γεγονός ότι ο ΟΤΕ παρέχει τις υπηρεσίες που συνιστούν τη σχετική αγορά σε εθνική βάση, σε τιμή που ορίζεται ενιαία σε εθνικό επίπεδο, και με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις. Συμπερασματικά υφίσταται μια σχετική αγορά λιανικής πρόσβασης στο δημόσιo τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερή θέση, μέσω PSTN και BRA−ISDN συνδέσεων, για οικιακούς και μη οικιακούς πελάτες το εύρος της οποίας είναι η Ελληνική Επικράτεια. (iii) Ορισμός της σχετικής αγοράς Χονδρικής Ευρυζωνικής Πρόσβασης μέσω του DSL δικτύου του ΟΤΕ Για την παροχή ευρυζωνικής πρόσβασης, χρησιμοποιούνται στην Ελλάδα διάφοροι τύποι δικτύων (και τεχνολογιών). Η παροχή υπηρεσιών ευρυζωνικής πρόσβασης υλοποιείται με
- i)χάλκινους βρόχους (συμπεριλαμβανομένων αδεσμοποίητων τοπικών βρόχων ('ULLs')),
- ii)συνδέσεις σταθερής ασύρματης πρόσβασης iii) συνδέσεις κινητών δικτύων,
- iv)υπηρεσίες συμμετρικής ευρυζωνικής πρόσβασης στο διαδίκτυο (περιλαμβάνονται και οι μισθωμένες γραμμές) και
- v)οπτικές ίνες. Η δυνατότητα πρόσβασης μέσω καλωδιακής υποδομής (ομοαξονικό καλώδιο) δεν υφίσταται και δεν προβλέπεται στο εγγύς ή μακρινό μέλλον η ανάπτυξη καλωδιακής υποδομής στην Ελληνική επικράτεια. Η πρόσβαση στο διαδίκτυο μέσω δικτύων κινητών επικοινωνιών δεν μπορεί να θεωρηθεί αποτελεσματικό υποκατάστατο από την πλευρά της ζήτησης με την ευρυζωνική πρόσβαση στο διαδίκτυο μέσω DSL, ενόψει των διαφορετικών λειτουργικών δυνατοτήτων που προσφέρει (υπάρχουν πρακτικοί περιορισμοί, όπως η ευκρίνεια της οθόνης και η δυνατότητα αλληλεπίδρασης, ώστε ορισμένο περιεχόμενο να μην είναι προσβάσιμο μέσω δικτύου κινητών επικοινωνιών). Εναλλακτικά, ένας τελικός χρήστης θα μπορούσε να έχει πρόσβαση στο Διαδίκτυο χρησιμοποιώντας μια κάρτα δεδομένων για τον υπολογιστή από πάροχο κινητών επικοινωνιών. Εντούτοις, είναι πιθανό ότι η υποκατάσταση της ζήτησης θα είναι περιορισμένη επειδή υπάρχει σημαντική διαφορά στο κόστος της πρόσβασης μέσω δικτύου κινητών επικοινωνιών σε σχέση με το δίκτυο σταθερών επικοινωνιών. Από την πλευρά της προσφοράς, προκειμένου να δραστηριοποιηθούν στην αγορά της ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω DSL, οι προμηθευτές της πρόσβασης στο διαδίκτυο μέσω δικτύου κινητών επικοινωνιών θα πρέπει να αποκτήσουν πρόσβαση σε δίκτυο σταθερής τηλεφωνίας, δηλαδή να προμηθευτούν τις σχετικές υπηρεσίες χονδρικής. 22 Επομένως, είναι απίθανο ότι θα προκαλούσαν περιορισμό σε έναν υποθετικό προμηθευτή της ευρυζωνικής χονδρικής υπηρεσίας. Οι υπηρεσίες σταθερής ασύρματης πρόσβασης και οι υπηρεσίες πρόσβασης μέσω οπτικών ινών προσφέρουν στον πάροχο δυνατότητα ελέγχου όσον αφορά τη σύνδεση πρόσβασης που παρέχουν σε τελικούς χρήστες. Επίσης προσφέρουν τη δυνατότητα ελέγχου όσον αφορά τα τεχνικά χαρακτηριστικά και τη λειτουργικότητα των υπηρεσιών λιανικής που παρέχονται βάσει των εν λόγω συνδέσεων πρόσβασης. Αντίθετα, οι υπηρεσίες χονδρικής ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω του DSL δικτύου του ΟΤΕ δεν παρέχουν τέτοια δυνατότητα ελέγχου. Αν και επιτρέπουν στον αγοραστή να παρέχει λιανικές υπηρεσίες ευρυζωνικής πρόσβασης, δεν του δίνουν την δυνατότητα ελέγχου της σύνδεσης πρόσβασης. Ένας μικρός αριθμός υπηρεσιών πρόσβασης μέσω οπτικών ινών παρέχεται σε τρίτα μέρη σε τιμές που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ τους (bespoke). Ωστόσο, ενόψει της περιορισμένης κάλυψης των δικτύων που χρησιμοποιούν τις ως άνω τεχνολογίες, δεν υπάρχουν στα πλαίσια των ως άνω υπηρεσιών οικονομίες κλίμακας που θα επέτρεπαν να τιμολογηθούν ανταγωνιστικά, ήτοι σε επίπεδο που βρίσκεται εντός του 10% της ανταγωνιστικής τιμής των υπηρεσιών ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω DSL. Επομένως, οι υπηρεσίες σταθερής ασύρματης πρόσβασης και πρόσβασης μέσω οπτικών ινών δεν ανήκουν στην ίδια σχετική αγορά με την υπηρεσία ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω DSL. Οι υπηρεσίες συμμετρικής ευρυζωνικής πρόσβασης (μέσω τμηματικών κυκλωμάτων (PPCs), μισθωμένων γραμμών, ή SDSL) δεν μπορεί να θεωρηθεί αποτελεσματικό υποκατάστατο από την πλευρά της ζήτησης με την ευρυζωνική πρόσβαση μέσω του DSL δικτύου του ΟΤΕ, ενόψει του υψηλότερου κόστους και των διαφορετικών λειτουργικών χαρακτηριστικών που προσφέρουν. Η ασύμμετρη πρόσβαση μπορεί να προτιμηθεί της συμμετρικής όταν ο χρήστης έχει περιορισμένες απαιτήσεις για να «ανεβάσει» δεδομένα στο διαδίκτυο (upload bandwidth) και επομένως δεν θεωρεί ότι το υψηλότερο κόστος της συμμετρικής πρόσβασης δικαιολογείται μέσω της χρήσης της υπηρεσίας. Η υπηρεσία χονδρικής παροχής ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω αδεσμοποίητης πρόσβασης στον τοπικό βρόχο δεν μπορεί να θεωρεί από πλευράς ζήτησης αποτελεσματικό υποκατάστατο της υπηρεσίας χονδρικής παροχής ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω του DSL δικτύου του ΟΤΕ ενόψει του διαφορετικού βαθμού δυνατότητας τεχνικού ελέγχου (τον οποίο παρέχουν), τις δυνατότητες τις οποίες προσφέρουν για την παροχή καινοτόμων υπηρεσιών και της ικανότητας για προσδιορισμό κάλυψης και επέκτασης (Roll out) που παρέχει η κάθε μια από τις ως άνω υπηρεσίες. Αναφορικά με τα τιμολόγια των δύο υπηρεσιών, επισημαίνεται ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές καθότι οι τιμές των υπηρεσιών ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω του DSL είναι κατά πολύ υψηλότερες από τις τιμές των υπηρεσιών αδεσμοποίητης πρόσβασης στο τοπικό βρόχο. Το γεγονός αυτό αντανακλά ως επί το πλείστον τις λειτουργικές διαφορές μεταξύ των δύο υπηρεσιών (λχ., η τιμή της ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω DSL περιλαμβάνει το κόστος του ΟΤΕ που αφορά τα DSLAMs και τις συνδέσεις αναμετάδοσης ATM). Συμπερασματικά προκύπτει ότι η χονδρική παροχή ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω αδεσμοποίητης πρόσβασης στο τοπικό βρόχο δεν εμπίπτει στην ίδια σχετική αγορά με την χονδρική ευρυζωνική πρόσβαση μέσω του DSL δικτύου του ΟΤΕ. Διερευνώντας εάν υπάρχουν παράγοντες από πλευράς προσφοράς που επιβάλλουν ευρύτερο ορισμό της σχετικής αγοράς προϊόντων, προκύπτει ότι δεν υφίσταται υποκαταστασιμότητα από πλευράς προσφοράς. Ειδικότερα, σε περίπτωση αύξησης άνω της ανταγωνιστικής τιμής έως και 10% από έναν υποθετικό μονοπωλιακό προμηθευτή της υπηρεσίας χονδρικής ευρυζωνικής πρόσβασης, άλλες επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ελλάδα έχουν περιορισμένη δυνατότητα να μεταβάλλουν την παραγωγή τους προκειμένου να δραστηριοποιηθούν στην αγορά για την παροχή της 23 ως άνω υπηρεσίας σε σύντομο χρονικό διάστημα και χωρίς να υποστούν σημαντικά, μη-ανακτήσιμα κόστη (sunk costs). Τέλος, η σχετική εθνική γεωγραφική αγορά για την χονδρική παροχή υπηρεσιών ευρυζωνικής πρόσβασης είναι η Ελληνική Επικράτεια. Η ως άνω θέση βασίζεται κυρίως στο γεγονός ότι ο ΟΤΕ παρέχει τις υπηρεσίες που συνιστούν τη σχετική αγορά σε εθνική βάση, σε τιμή που ορίζεται ενιαία σε εθνικό επίπεδο, και με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις. Συμπερασματικά υφίσταται μια σχετική αγορά για χονδρική παροχή υπηρεσιών ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω του DSL δικτύου του ΟΤΕ το εύρος της οποίας είναι η Ελληνική Επικράτεια. (
- iv)Ορισμός της σχετικής αγοράς λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω τεχνολογίας xDSL Η διάκριση μεταξύ υπηρεσιών πρόσβασης στενής ζώνης και υπηρεσιών ευρυζωνικής πρόσβασης, γίνεται επί τη βάσει ενός αριθμού παραμέτρων διαφοροποίησης, συμπεριλαμβανομένου του εύρους ζώνης, τεχνικών χαρακτηριστικών που επηρεάζουν την βιωσιμότητα κάποιων εφαρμογών σε συνδέσεις στενής ζώνης, την διάκριση μεταξύ “dial up” και “μόνιμης σύνδεσης“ (“always on”) και διαφοροποιήσεων ως προς τις τιμές. Επί τη βάση των ανωτέρω, εξετάσθηκαν οι υπηρεσίες πρόσβασης λιανικής που διατίθενται στην Ελλάδα, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο η ανωτέρω διάκριση ανταποκρίνεται στις συνθήκες της Ελληνικής αγοράς. Τα στοιχεία που έχει στην διάθεση της η ΕΕΤΤ καθώς και σχετική Ευρωπαϊκή εμπειρία, υποδηλώνουν ότι υφίσταται μια ξεκάθαρη λειτουργική διαφοροποίηση μεταξύ υπηρεσιών πρόσβασης dial-up (οι οποίες προσφέρουν ταχύτητες μέχρι 128 Κbps) και ευρυζωνικών υπηρεσιών υψηλότερων ταχυτήτων. Οι συνδέσεις υψηλότερης ταχύτητας θεωρούνται ότι διευκολύνουν την ταχύτερη πρόσβαση στο διαδίκτυο, την ταχύτερη μεταφορά δεδομένων και την πρόσβαση σε επιπρόσθετες εφαρμογές (λχ. τηλεδιάσκεψη). Επίσης, σημειώνεται ότι οι γραμμές πρόσβασης ADSL (συμπεριλαμβανομένων αυτών που παρέχονται μέσω του δικτύου του ΟΤΕ και αυτών που παρέχονται μέσω Αδεσμοποίητης Πρόσβασης στον Τοπικό Βρόχο (ΑΠΤΒ)) είναι ‘μόνιμα συνδεδεμένες’, καθότι επιτρέπουν στο συνδρομητή να διατηρεί μια μόνιμη σύνδεση στο δίκτυο, η οποία με τη σειρά της διευκολύνει την παράδοση και πρόσβαση σε περιεχόμενο σε πραγματικό χρόνο. Αντιθέτως, οι υπηρεσίες dial-up είναι εκ της φύσεώς τους υπηρεσίες κατά παραγγελία (on demand). Σε επίπεδο λιανικής, η ζήτηση για τις υπηρεσίες πρόσβασης ευρείας ζώνης ADSL (συμπεριλαμβανομένων αυτών που παρέχονται μέσω του δικτύου του ΟΤΕ και αυτών που παρέχονται μέσω Αδεσμοποίητης Πρόσβασης στον Τοπικό Βρόχο (ΑΠΤΒ)) και dial-up είναι τέτοια ώστε οι υπηρεσίες να ανήκουν σε διαφορετικές σχετικές αγορές. Η τιμολόγηση των υπηρεσιών πρόσβασης ADSL και dial-up οδηγεί σε περαιτέρω διαφοροποίηση των ως άνω υπηρεσιών. Ειδικότερα, υπάρχει ένα διαφορετικό μοντέλο χρέωσης για υπηρεσίες μόνιμης σύνδεσης ADSL, το οποίο αντικατοπτρίζει μια σταθερή (flat rate) χρέωση για το τμήμα της υπηρεσίας που αφορά την παρεχόμενη πρόσβαση. 24 Αντιθέτως, οι υπηρεσίες dial-up χρεώνονται ανά μονάδα (metered service). Επιπλέον, υπάρχουν διαφορετικές χρεώσεις για σύνδεση/ εφάπαξ, περιοδική πρόσβαση (πάγιο τέλος) και με βάση τη χρήση της υπηρεσίας. Ενόψει των ως άνω διαφορών ως προς τα τιμολόγια, σε περίπτωση αύξησης της τιμής έως και 10% από έναν υποθετικό μονοπωλιακό πάροχο οι πελάτες δεν θα αντιδρούσαν ‘μεταπηδώντας’ μεταξύ υπηρεσιών πρόσβασης στενής ζώνης και ευρείας ζώνης. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι υπηρεσίες πρόσβασης dial up και οι ευρυζωνικές υπηρεσίες υψηλότερων ταχυτήτων δεν εμπίπτουν στην ίδια σχετική αγορά. Τέλος, η σχετική γεωγραφική αγορά για την παροχή υπηρεσιών λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης είναι εθνική και συνίσταται στην Ελληνική Επικράτεια. Η ως άνω θέση βασίζεται κυρίως στο γεγονός ότι ο ΟΤΕ παρέχει τις υπηρεσίες που συνιστούν τη σχετική αγορά σε εθνική βάση, σε τιμή που ορίζεται ενιαία σε εθνικό επίπεδο, και με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις. Τέλος, επισημαίνεται ότι οι πάροχοι υπηρεσιών διαδικτύου πωλούν συζευγμένα προϊόντα πρόσβασης και διαδικτύου μαζί. Ειδικά μετά την εισαγωγή και του συζευγμένου προϊόντος του ΟΤΕ (με την εμπορική ονομασία «Conn-X») παρατηρείται βαθμιαία μεταστροφή προς τα συζευγμένα προϊόντα και διαρκής μείωση του ποσοστού των πελατών της λιανικής αγοράς οι οποίοι προμηθεύονται ξεχωριστά πρόσβαση και διαδίκτυο. Λόγω της μεταστροφής των καταναλωτών προς συζευγμένα προϊόντα, πρέπει να εξετασθεί και η αγορά λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης στο διαδίκτυο μέσω τεχνολογίας χDSL. Συμπερασματικά υφίσταται μια σχετική αγορά λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω τεχνολογίας xDSL το εύρος της οποίας είναι η Ελληνική Επικράτεια. (v). Ορισμός της σχετικής αγοράς λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης στο διαδίκτυο μέσω τεχνολογίας xDSL Η αγορά λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης στο διαδίκτυο μέσω τεχνολογίας xDSL περιλαμβάνει την λιανική ευρυζωνική πρόσβαση καθώς και την υπηρεσία διαδικτύου. Η υπηρεσία ευρυζωνικής πρόσβασης στο διαδίκτυο δύναται να παρέχεται στον τελικό πελάτη με δυο τρόπους: • από έναν πάροχο, ο οποίος παρέχει πρόσβαση και υπηρεσία διαδικτύου και • από δύο παρόχους19: έναν πάροχο, ο οποίος παρέχει πρόσβαση (ο οποίος είναι μόνο ο ΟΤΕ), και έναν άλλο πάροχο ο οποίος παρέχει την υπηρεσία διαδικτύου. Για τον ορισμό της εν λόγω αγοράς, εξετάσθηκε κατά πόσο υφίσταται μια ξεκάθαρη λειτουργική διαφοροποίηση μεταξύ υπηρεσιών πρόσβασης dial-up (οι οποίες προσφέρουν ταχύτητες μέχρι 128 Κbps) και ευρυζωνικών υπηρεσιών υψηλότερων ταχυτήτων. H αγορά λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης στο διαδίκτυο, διαφοροποιείται από την αγορά στενής ζώνης λόγω των ακολούθων χαρακτηριστικών: • η υπηρεσία πρόσβασης είναι «μόνιμα συνδεδεμένη» και δεν απαιτείται ο χρήστης να κάνει dial up. Η μόνιμη αυτή σύνδεση επιτρέπει στον χρήστη να δέχεται σε χρόνο real time υπηρεσίες όπως email, • ο χρήστης μπορεί να χρησιμοποιεί ταυτόχρονα υπηρεσίες φωνής και δεδομένων 19 Επομένως ο τελικός πελάτης λαμβάνει δύο λογαριασμούς. 25 • ο ρυθμός καθόδου (download) είναι μεγαλύτερος από ότι στην περίπτωση μιας σύνδεσης dial up. Η εξέταση των τελών των χρεώσεων συνδρομής υπηρεσιών διαδικτύου μεταξύ στενής και ευρείας ζώνης, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα εν λόγω τέλη ακολουθούν την τιμολογιακή διαφοροποίηση που προκύπτει και στο επίπεδο λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης. Επιπλέον των χρεώσεων πρόσβασης, για την υπηρεσία Διαδικτύου (είτε στενής ζώνης ή ευρείας ζώνης), απαιτείται η καταβολή συνδρομής σε ένα πάροχο υπηρεσιών διαδικτύου. Λόγω των χαρακτηριστικών αυτών και σύμφωνα με την ανάλυση που πραγματοποιήθηκε στην προηγούμενη ενότητα, προκύπτει ότι η ζήτηση για τις υπηρεσίες λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης στο διαδίκτυο και dial up είναι τέτοια ώστε οι υπηρεσίες να ανήκουν σε διαφορετικές σχετικές αγορές. Τέλος, η σχετική γεωγραφική αγορά για την παροχή υπηρεσιών λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης στο διαδίκτυο είναι εθνική και συνίσταται στην Ελληνική Επικράτεια. Η ως άνω θέση βασίζεται κυρίως στο γεγονός ότι ο ΟΤΕ παρέχει τις υπηρεσίες που συνιστούν τη σχετική αγορά σε εθνική βάση, σε τιμή που ορίζεται ενιαία σε εθνικό επίπεδο, και με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις. Συμπερασματικά υφίσταται μια σχετική αγορά λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης στο Διαδίκτυο μέσω τεχνολογίας xDSL το εύρος της οποίας είναι η Ελληνική Επικράτεια. Δεσπόζουσα Θέση Ανάλυση χονδρικής αγοράς Αδεσμοποίητης Πρόσβασης στον Τοπικό Βρόχο και Υποβρόχο (ΑΠΤΒ) και τις συναφείς ευκολίες Σύμφωνα με στοιχεία που έχει στην κατοχή της η ΕΕΤΤ, ο ΟΤΕ είναι επί του παρόντος ο μοναδικός χονδρικός πάροχος μεταλλικών (χάλκινων) τοπικών βρόχων και υποβρόχων. Επομένως, ο ΟΤΕ κατέχει μερίδιο 100% στη σχετική αγορά. Όπως αναφέρθηκε στον ορισμό της αγοράς, υπάρχει μόνο ένας περιορισμένος αριθμός συνδέσεων τοπικής ασύρματης πρόσβασης και οπτικής ίνας που παρέχεται για πρόσβαση. Η ΕΕΤΤ θεωρεί ότι η επίδραση των συνδέσεων Χονδρικής (Φυσική) Πρόσβασης σε Υποδομή Δικτύου σε Σταθερή Θέση μέσω καλωδίων οπτικών ινών είναι, προς το παρόν, ελάχιστη. Ο παρακάτω Πίνακας παρουσιάζει την ιστορική εξέλιξη της παροχής πλήρους και μεριζόμενης αδεσμοποίητης πρόσβασης στον τοπικό βρόχο σε σύγκριση με τον αριθμό ενεργών γραμμών PSTN/ ISDN, κατά την περίοδο από 30 Ιουνίου 2002 έως 31 Δεκεμβρίου 2008: 30.6.2002 31.12.2002 30.6.2003 31.12.2003 30.6.2004 31.12.2004 Πλήρως Αποδεσμοποιημένες Γραμμές 93 171 359 650 932 1.787 Γραμμές Μεριζόμενης Πρόσβασης 0 0 0 5 160 928 PSTN+ISDN Ενεργές Γραμμές (OTE) 5.807.000 5.768.000 5.701.000 5.660.000 5.627.000 5.615.000 26 30.6.2005 31.12.2005 30.6.2006 31.12.2006 30.6.2007 31.12.2007 30.6.2008 31.12.2008 30.6.2009 31.12.2009 Πλήρως Αποδεσμοποιημένες Γραμμές 3.823 5.018 6.836 12.176 80.056 232.582 411.893 589.234 773.110 937.878 Γραμμές Μεριζόμενης Πρόσβασης 1.405 1.866 4.144 7.328 15.322 41.509 53.440 56.890 55.133 49.432 PSTN+ISDN Ενεργές Γραμμές (OTE) 5.562.000 5.513.000 5.421.000 5.382.000 5.305.500 5.095.000 4.873.000 4.664.461 4.481.582 4.310.178 Όπως καθίσταται σαφές από τον ανωτέρω πίνακα, ο αριθμός των γραμμών πλήρους και μεριζόμενης αδεσμοποίητης πρόσβασης παρουσιάζει αύξηση τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των ενεργών γραμμών PSTN και ISDN παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα (82% επί του συνόλου των ενεργών γραμμών). Ακόμη και για την περίπτωση όπου τα μερίδια αγοράς είναι 100%, δύναται να υφίστανται κάποιοι ανταγωνιστικοί περιορισμοί, εάν είναι εφικτό να πραγματοποιηθεί σημαντική είσοδος στην αγορά. Η απειλή εισόδου στην αγορά, είτε μακροπρόθεσμα είτε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, είναι ένας από τους βασικούς ανταγωνιστικούς περιορισμούς των κοινοποιημένων φορέων εκμετάλλευσης, τουλάχιστον όπου η είσοδος αυτή είναι πιθανή (και όχι υποθετική), έγκαιρη και ουσιαστική. Η απειλή εισόδου μειώνεται όταν υπάρχουν σημαντικοί φραγμοί εισόδου. H EETT θεωρεί ότι η είσοδος στη σχετική αγορά στην Ελλάδα για την Χονδρική ΑΠΤΒ θα απαιτούσε πολύ μεγάλες επένδυσεις, πρωτίστως με τη μορφή μη ανακτήσιμου κόστους. Αυτά τα σημαντικά μη ανακτήσιμα κόστη, όταν συνδυάζονται με οικονομίες κλίμακος και τη φυσική πυκνότητα που χαρακτηρίζουν τα νέα δίκτυα τοπικής πρόσβασης, αυξάνουν σημαντικά τους φραγμούς εισόδου για μια επιχείρηση που εξετάζει τη δυνατότητα κατασκευής νέου δικτύου τοπικής πρόσβασης. Επομένως, η ΕΕΤΤ υιοθετεί την άποψη ότι ρεαλιστικά υπάρχει μικρή πιθανότητα δημιουργίας νέου σταθερού δικτύου για την παροχή υπηρεσιών τοπικής πρόσβασης, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της παρούσας εξέτασης. Επιπλέον, η ΕΕΤΤ δεν αναμένει ότι μεσοπρόθεσμα η σχετική αγορά θα καταστεί υποκείμενο ανταγωνιστικών πιέσεων μέσω της χρήσης κάποιας εναλλακτικής πλατφόρμας (π.χ. δορυφόροι, καλωδιακή τηλεόραση, ασύρματες υπηρεσίες που χρησιμοποιούν μη αδειοδοτημένες συχνότητες, πλατφόρμες ασύρματων κινητών ή γραμμών ενέργειας), δεδομένης της ασυμμετρίας ανάμεσα στη θέση του ιστορικού φορέα εκμετάλλευσης και των νεοεισερχόμενων παρόχων. Ενώ είναι πιθανή κάποια εξέλιξη μεσοπρόθεσμα στην ανάπτυξη κάποιων από αυτές τις πλατφόρμες, ο βαθμός της εξέλιξης είναι πολύ αβέβαιος και στην παρούσα φάση δεν μπορεί να στηριχθεί σε αυτή η δημιουργία επαρκούς ανταγωνισμού στον τοπικό βρόχο. Επιπλέον, ο κοινοποιημένος φορέας εκμετάλλευσης ΟΤΕ είναι επίσης πιθανό να έχει πλεονεκτήματα αναφορικά με το κόστος σε σχέση με τους νεοεισερχόμενους (ακόμη και όταν πραγματοποιούνται οι ίδιες επενδύσεις), καθώς ο κοινοποιημένος φορέας εκμετάλλευσης είναι πιθανό λόγω της υφιστάμενης υποδομής και της μεγάλης πελατειακής βάσης να έχει μεγαλύτερες ευκαιρίες οικονομιών σκοπού προκειμένου 27 να αξιοποιήσει τις νέες επενδύσεις σε ευρυζωνικές υποδομές, οι οποίες δεν είναι απαραίτητο να υφίστανται για τους νεοεισερχόμενους. Επιπλέον, ο ΟΤΕ έχει ευκολότερη πρόσβαση σε πιθανούς πελάτες λιανικής για τις νέες υπηρεσίες κατωτέρων σταδίων βάσει της χρήσης μεταλλικών βρόχων. Αυτοί οι σημαντικοί παράγοντες και άλλες διαφορές όπως το επίπεδο κινδύνου που αναλαμβάνεται, από τους νεοεισερχόμενους παρόχους, σημαίνουν ότι θα απαιτείται μεγαλύτερη απόδοση της επένδυσης για αυτούς. Επομένως, οι παράγοντες αυτοί, καθένας χωριστά και κυρίως σωρευτικά, συνιστούν σημαντικό φραγμό εισόδου. Τα στοιχεία της εξέτασης της αγοράς οδηγούν στο συμπέρασμα ότι στη σχετική αγορά Χονδρικής ΑΠΤΒ ο ΟΤΕ έχει δεσπόζουσα θέση. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι στα ίδια συμπεράσματα κατέληξε η ΕΕΤΤ με την υπ’αριθ. 531/065/23.07.2009 Απόφασή της, (ΦΕΚ 1550/Β/28.07.2009), «Ορισμός Εθνικής Αγοράς Χονδρικής Αδεσμοποίητης Πρόσβασης (Πλήρους και Μεριζόμενης) σε Μεταλλικούς Βρόχους και Υποβρόχους, Καθορισμός Επιχειρήσεων με Σημαντική Ισχύ στην εν λόγω Αγορά και Υποχρεώσεις αυτών, (2 ος Γύρος Ανάλυσης)». Ανάλυση αγοράς λιανικής πρόσβασης στο δημόσιo τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερή θέση, μέσω PSTN και BRA−ISDN συνδέσεων, για οικιακούς και μη οικιακούς πελάτες Σύμφωνα με τον ορισμό αγοράς, στην Ελλάδα υπάρχει σήμερα μόνο ένας ουσιαστικός πάροχος λιανικής σταθερής πρόσβασης στενής ζώνης στο δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο, ο ΟΤΕ. Οι μόνοι τρόποι για να παρέχουν οι εναλλακτικοί πάροχοι λιανική πρόσβαση είναι μέσω δικής τους υποδομής ή μέσω αδεσμοποίητων γραμμών από τον τοπικό βρόχο του ΟΤΕ. Δεδομένου ότι ο ΟΤΕ είχε σε λειτουργία 4,310 εκατομμύρια συνδέσεις στο δίκτυο χαλκού του στο τέλος του 2009, ενώ την ίδια χρονική στιγμή υπήρχαν μόνο 937.878 πλήρως αδεσμοποίητοι βρόχοι, ο ΟΤΕ είναι στην εν λόγω αγορά ο κυρίαρχος πάροχος διατηρώντας μερίδιο υψηλότερο του 82%. Στον Παρακάτω Πίνακα παρουσιάζεται ο αριθμός ενεργών γραμμών ΟΤΕ και ο αριθμός πλήρως αδεσμοποίητων γραμμών. Πλήρως Αποδεσμοποιημένες Γραμμές PSTN+ISDN Ενεργές Γραμμές (OTE) Μερίδιο ΟΤΕ 30.6.2002 93 5.807.000 100,00% 31.12.2002 171 5.768.000 100,00% 30.6.2003 359 5.701.000 99,99% 31.12.2003 650 5.660.000 99,99% 30.6.2004 932 5.627.000 99,98% 31.12.2004 1.787 5.615.000 99,97% 30.6.2005 3.823 5.562.000 99,93% 31.12.2005 5.018 5.513.000 99,91% 30.6.2006 6.836 5.421.000 99,87% 31.12.2006 12.176 5.382.000 99,77% 30.6.2007 80.056 5.305.500 98,49% 28 31.12.2007 232.582 5.095.000 95,44% 30.6.2008 411.893 4.873.000 91.55% 31.12.2008 589.234 4.664.461 88.78% 30.6.2009 773.110 4.475.839 85.17% 31.12.2009 937.878 4.304.501 82.10% Η ΕΕΤΤ θεωρεί ότι η είσοδος στην αγορά λιανικής σταθερής στενής ζώνης στο δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο θα απαιτούσε σημαντικά επίπεδα επενδύσεων από τρίτα μέρη, τα οποία σε μεγάλο βαθμό θα ήταν μη ανακτήσιμα κόστη. Αυτά τα υψηλά μη ανακτήσιμα κόστη, όταν συνδυάζονται με τις οικονομίες κλίμακας και πυκνότητας που χαρακτηρίζει τα δίκτυα τοπικής πρόσβασης, ενισχύουν σημαντικά τους φραγμούς εισόδους για κάθε επιχείρηση που εξετάζει τη δυνατότητα κατασκευής ενός νέου δικτύου τοπικής πρόσβασης που να μπορεί να υποστηρίξει την παροχή λιανικής σταθερής πρόσβασης στενής ζώνης. Επιπλέον η πυκνότητα και η πληρότητα του δικτύου πρόσβασης του ΟΤΕ σημαίνει ότι ο ΟΤΕ τυπικά θα απολαμβάνει πλεονεκτήματα κόστους ανά γραμμή έναντι των ανταγωνιστών του παρόχων δικτύου, και συνεπώς θα μπορεί συνήθως να παρέχει υπηρεσία από άκρο σε άκρο σε χαμηλότερο κόστος από τους εναλλακτικούς παρόχους. Οι συνέπειες αυτών των οικονομιών κλίμακας είναι τέτοιες που ένας εναλλακτικός πάροχος είναι πιθανό να έχει υψηλότερο κόστος από τον ΟΤΕ, αλλά επίσης θα πρέπει να έχει τιμές χαμηλότερες από τον ΟΤΕ προκειμένου να κερδίζει μερίδιο αγοράς. Αυτό κάνει ακόμη πιο δύσκολο για έναν εναλλακτικό πάροχο να καλύψει τα μη ανακτήσιμα κόστη που έχουν επενδυθεί σε υποδομές δικτύου. Επίσης όσον αφορά την κατασκευή ενός νέου δικτύου πλήρους κάλυψης ή ακόμη και στην περίπτωση ενός δικτύου περιορισμένης κλίμακας υπάρχουν υψηλά μη ανακτήσιμα κόστη. Αυτά τα κόστη αυξάνουν σημαντικά τους φραγμούς εισόδου για τους πιθανούς νεοεισερχόμενους. Η ΕΕΤΤ δεν αναμένει μεσοπρόθεσμα την είσοδο από παρόχους εναλλακτικών πλατφόρμων που θα παρείχαν υπηρεσίες λιανικής πρόσβασης στενής ζώνης και θα είχαν την δυνατότητα να μειώσουν την δύναμη του ΟΤΕ στην σχετική αγορά. Οι εναλλακτικοί πάροχοι στην Ελλάδα που μπορούν σήμερα να υποστηρίξουν υπηρεσίες σταθερής πρόσβασης στενής ζώνης (π.χ. πάροχοι που βασίζονται σε αδεσμοποίητη πρόσβαση σε τοπικούς βρόχους) χρειάζεται να πραγματοποιήσουν σημαντικές επενδύσεις προκειμένου να εγκαταστήσουν πλήρη σταθερά δίκτυα ώστε να μπορούν να παρέχουν πρόσβαση σε εθνικό επίπεδο. Δεδομένων των οικονομιών κλίμακας που απολαμβάνει ο ΟΤΕ και τα υψηλά μη ανακτήσιμα κόστη, η είσοδος στην αγορά λιανικής πρόσβασης στενής ζώνης μέσω αδεσμοποιημένων τοπικών βρόχων είναι δύσκολο να προσφέρει επαρκή δυνητικό ανταγωνισμό σε βαθμό που να μπορεί να λειτουργήσει ως επαρκής ανταγωνιστικός περιορισμός για τον ΟΤΕ. Ο ΟΤΕ είναι επίσης πιθανό να συνεχίσει να έχει πλεονεκτήματα κόστους έναντι των νεοεισερχόμενων αναφορικά με οποιαδήποτε αγορά λιανικής πρόσβασης, σημαντικά πλεονεκτήματα αναγνωρισιμότητας σήματος στο επίπεδο λιανικών υπηρεσιών και ευκαιρίες οικονομιών σκοπού που προκύπτουν από τις επενδύσεις του σε εξοπλισμό δικτύου που δεν θα επιτευχθούν απαραίτητα από τους νεοεισερχόμενους. 20 Αυτές και άλλες διαφορές αναφορικά με τον επιχειρηματικό κίνδυνο και την απόδοση μπορούν να οδηγήσουν σε μεγαλύτερη απαιτούμενη απόδοση της επένδυσης για τους 20 Π.χ. η μεγάλη πελατειακή βάση του ΟΤΕ του επιτρέπει να αναπτύξει πολλές εφαρμογές που το κόστος ανάπτυξής τους δικαιολογείται με αναφορά σε αυτή τη μεγαλύτερη πελατειακή βάση. 29 νεοεισερχόμενους. Συνεπώς, μπορεί, συλλογικά (καθώς και ατομικά) να αποτελούν επιπλέον φραγμό εισόδου. Η ΕΕΤΤ δεν θεωρεί ότι κάποιος αγοραστής υπηρεσιών λιανικής πρόσβασης στενής ζώνης μπορεί να έχει κάποια αξιόπιστη εναλλακτική εκτός του ΟΤΕ. Κατά συνέπεια, τίποτα δεν υποδεικνύει ότι κάποιος αγοραστής ή μια ομάδα αγοραστών έχουν επαρκή αντισταθμιστική αγοραστική ισχύ ώστε να αντισταθμίσουν την υπερβολική ισχύ του ΟΤΕ στην εν λόγω σχετική αγορά. Τα στοιχεία της εξέτασης της αγοράς οδηγούν στο συμπέρασμα ότι στη σχετική αγορά λιανικής πρόσβασης στο δημόσιo τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερή θέση, μέσω PSTN και BRA−ISDN συνδέσεων, για οικιακούς και μη οικιακούς πελάτες ο ΟΤΕ έχει δεσπόζουσα θέση. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι στα ίδια συμπεράσματα κατέληξε η ΕΕΤΤ με την υπ’ αριθ. 411/017/22.11.2006 Απόφασή της, (ΦΕΚ 1873/Β/28.12.2006), «Ορισμός της αγοράς λιανικής πρόσβασης στο Δημόσιο Τηλεφωνικό Δίκτυο σε σταθερή θέση μέσω PSTN και BRA − ISDN συνδέσεων για οικιακούς και μη οικιακούς πελάτες, καθορισμός επιχειρήσεων με σημαντική ισχύ στην εν λόγω αγορά, και υποχρεώσεις αυτών». Ανάλυση αγοράς χονδρικής ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω του DSL δικτύου του ΟΤΕ Τα κριτήρια τα οποία θα πρέπει να ερευνηθεί εάν πληρούνται προκειμένου να εξεταστεί η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης σε σχέση με την παροχή χονδρικής ευρυζωνικής πρόσβασης αναλύονται κατωτέρω, και περιλαμβάνουν τα εξής: • τα μερίδια αγοράς του ΟΤΕ τόσο σε σχέση με άλλα μέρη που δραστηριοποιούνται στην αγορά όσο και εν όψει της εξέλιξης της αγοράς, • την πιθανότητα δυνητικού ανταγωνισμού, ικανού να ασκήσει πίεση στον ΟΤΕ, ιδίως εν όψει των φραγμών εισόδου και ανάπτυξης της αγοράς και • την ύπαρξη ή μη αντισταθμιστικής αγοραστικής δύναμης προερχόμενης από πελάτες χονδρικής Σύμφωνα με τον ορισμό της αγοράς της χονδρικής ευρυζωνικής πρόσβασης, υπάρχει στην Ελλάδα ουσιαστικά μόνο ένας πάροχος χονδρικής ευρυζωνικής πρόσβασης, ο OTE, που κατέχει μερίδιο που προσεγγίζει το 100% στη σχετική αγορά προϊόντων. Σε αντίθεση με πολλές άλλες αγορές στην Ε.Ε., στις οποίες παρατηρείται πτώση των μεριδίων αγοράς των σταθερών κοινοποιημένων φορέων εκμετάλλευσης, ο ΟΤΕ παρουσίασε μία μικρή πτώση του μεριδίου του μόλις το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του 2008. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι το μερίδιο του ΟΤΕ διατηρείται παρόλη την ανάπτυξη που απαντάται τα τελευταία χρόνια στην αγορά ΑΠΤΒ, η οποία αποτελεί συσχετιζόμενη αγορά ανωτέρου επιπέδου. Στον παρακάτω πίνακα, παρουσιάζεται η ιστορική εξέλιξη του συνολικού αριθμού γραμμών ADSL που παρέχονται από τον ΟΤΕ. Σύνολο Γραμμών ΑΠΤΒ Σύνολο Γραμμών ΧΕΠ Γραμμές ΧΕΠ ΟΤΕ (ΟΤΕ Λιανική & ΟΤΕΝΕΤ) Γραμμές ΧΕΠ από ΟΤΕ σε Άλλους Παρόχους Γραμμές από Άλλους Παρόχους Μερίδιο ΟΤΕ στη ΧΕΠ 30 2005 Β 6.884 151.109 110.670 40.439 - 100% 2006 Α 10.980 283.046 179.829 103.217 - 100% 2006 Β 19.504 464.817 306.402 158.415 - 100% 2007 Α 95.378 661.634 447.394 214.240 - 100% 2007 Β 274.091 809.430 586.308 223.122 - 100% 2008 Α 465.333 900.731 722.693 161.098 16.940 97,13% 2008 Β 646.124 988.534 864.021 94.413 30.100 96,96% 2009 Α 773.110 1.067.472 970.153 65.621 31.698 97,03% 2009 Β 937.878 1.113.446 1.060.821 52.625 - - Ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία τα μερίδια αγοράς είναι 100%, όπως είναι αυτό του ΟΤΕ που προσεγγίζει το 100%, δύναται να υφίστανται κάποιοι ανταγωνιστικοί περιορισμοί, και να πραγματοποιηθεί σημαντική είσοδος στην αγορά. Επομένως, η απειλή εισόδου στην αγορά, είτε μακροπρόθεσμα είτε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, είναι ένας από τους βασικούς ανταγωνιστικούς περιορισμούς των κοινοποιημένων φορέων εκμετάλλευσης, τουλάχιστον όπου η είσοδος αυτή είναι πιθανή (και όχι υποθετική), έγκαιρη και ουσιαστική. Η απειλή εισόδου μειώνεται όταν υπάρχουν σημαντικοί φραγμοί εισόδου. Η είσοδος στην αγορά χονδρικής ευρυζωνικής πρόσβασης θα απαιτούσε πολύ μεγάλες επενδύσεις, οι οποίες δημιουργούν μη ανακτήσιμα κόστη. Αυτά τα σημαντικά μη ανακτήσιμα κόστη, όταν συνδυάζονται με οικονομίες κλίμακας και τη φυσική πυκνότητα που χαρακτηρίζουν τα δίκτυα τοπικής πρόσβασης, αυξάνουν σημαντικά τους φραγμούς εισόδου για μια επιχείρηση που εξετάζει τη δυνατότητα κατασκευής νέου δικτύου τοπικής πρόσβασης που θα μπορεί να υποστηρίξει την παροχή ευρυζωνικής πρόσβασης. Οι πάροχοι των υφιστάμενων δικτύων στην Ελλάδα που μπορούν να υποστηρίξουν υπηρεσίες στενής ζώνης, όπως φωνητική τηλεφωνία μέσω επιλογής και προεπιλογής φορέα θα χρειαστεί να κάνουν σημαντικές επενδύσεις για να αναβαθμίσουν τα δίκτυά τους σε επίπεδο που να μπορούν να υποστηρίξουν ευρυζωνικές υπηρεσίες. Η ΕΕΤΤ δεν γνωρίζει κάποιους παρόχους εναλλακτικών δικτύων που προτίθενται ή είναι σε θέση να κάνουν τέτοιου είδους επενδύσεις, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της παρούσας εξέτασης. Επιπλέον, κανένα από τα υπάρχοντα δίκτυα δεν έχει πλήρη γεωγραφική κάλυψη προκειμένου να είναι σε θέση να εισέλθει στην αγορά και να ανταγωνιστεί τον ΟΤΕ, ή το οποίο να είναι ικανό να πετύχει επαρκείς οικονομίες κλίμακας προκειμένου να υλοποιήσει τις επενδύσεις που απαιτούνται για την παροχή υπηρεσιών ευρυζωνικής πρόσβασης. Επιπλέον, υπάρχουν υψηλά μη ανακτήσιμα κόστη που συνδέονται με την κατασκευή ενός νέου ευρυζωνικού δικτύου, ακόμη και εάν δεν ήταν σε εθνικό επίπεδο. Τα κόστη αυτά αυξάνουν σημαντικά τους φραγμούς εισόδου για πιθανούς νεοεισερχόμενους. Πιθανή είσοδος στην αγορά ΧΕΠ θα μπορούσε να υπάρξει από πάροχο που δραστηριοποιείται στην αγορά ΑΠΤΒ, η οποία αποτελεί αγορά ανωτέρου επιπέδου της αγοράς ΧΕΠ. Η ΑΠΤΒ δίνει στους Παρόχους τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν το υφιστάμενο δίκτυο πρόσβασης πλήρους κάλυψης του ΟΤΕ, ώστε να προσφέρουν είτε τις σχετικές λιανικές ευρυζωνικές υπηρεσίες ή/και χονδρικές υπηρεσίες σε άλλους Παρόχους. Ακόμα όμως και σ’ αυτή την περίπτωση, παρότι το απαιτούμενο κόστος επένδυσης για την κάλυψη σε Πανελλαδικό επίπεδο είναι σημαντικά μικρότερο από το κόστος ανάπτυξης/επέκτασης δικτύου, παραμένει υπερβολικά μεγάλο. Επιπρόσθετα, πέραν της «δημιουργίας» δικτύου πρόσβασης, απαιτούνται και πρόσθετες σημαντικές επενδύσεις για την παροχή των απαιτούμενων συναφών 31 υπηρεσιών (λ.χ. backhaul). Τα μη ανακτήσιμα κόστη καθιστούν τη συγκεκριμένη προσέγγιση σχεδόν απαγορευτική. Το ως άνω συμπέρασμα επιβεβαιώνεται και από την έλλειψη σημαντικής προσφοράς υπηρεσιών ΧΕΠ μεταξύ των παρόχων, παρά την μεγάλη ανάπτυξη σε αριθμό αδεσμοποίητων τοπικών βρόχων. Επιπλέον, ο ΟΤΕ ως κοινοποιημένος φορέας εκμετάλλευσης στη συγκεκριμένη αγορά, είναι πιθανό να έχει πλεονεκτήματα κόστους σε σχέση με τους νεοεισερχόμενους παρόχους στην αγορά χονδρικής ευρυζωνικής πρόσβασης ακόμη και όταν πραγματοποιούνται οι ίδιες επενδύσεις. Αυτό συμβαίνει διότι ο κοινοποιημένος φορέας εκμετάλλευσης είναι πιθανό λόγω της υφιστάμενης υποδομής και της μεγάλης πελατειακής βάσης να έχει μεγαλύτερες δυνατότητες οικονομιών σκοπού προκειμένου να αξιοποιήσει τις νέες επενδύσεις σε ευρυζωνικές υποδομές, οι οποίες δεν είναι απαραίτητο να υφίστανται για τους νεοεισερχόμενους. Επιπλέον, ο κοινοποιημένος φορέας εκμετάλλευσης έχει ευκολότερη πρόσβαση σε πιθανούς πελάτες λιανικής για τις νέες υπηρεσίες κατωτέρων σταδίων. Αυτοί οι σημαντικοί παράγοντες και άλλες διαφορές όπως το επίπεδο κινδύνου που αναλαμβάνεται από τους νεοεισερχόμενους παρόχους καθώς και το πιθανό επίπεδο απόδοσης, σημαίνουν ότι πιθανόν να απαιτείται μεγαλύτερη απόδοση της επένδυσης για αυτούς. Επομένως, οι παράγοντες αυτοί, καθένας χωριστά και κυρίως σωρευτικά, συνιστούν σημαντικό φραγμό εισόδου. Συνοψίζοντας, η ΕΕΤΤ δεν θεωρεί ότι κάποιος νεοεισερχόμενος σκοπεύει ή θα μπορούσε να κατασκευάσει με επιτυχία ένα νέο δίκτυο πρόσβασης (ικανό να παρέχει τις υπηρεσίες αυτές) το οποίο θα υποκαθιστά το σύνολο ή τμήμα του δικτύου του ΟΤΕ. Τέλος δεν θεωρεί ότι θα πραγματοποιηθούν επαρκείς επενδύσεις στην υπάρχουσα υποδομή προκειμένου να αναβαθμιστεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπορεί να υποστηρίξει την παροχή ευρυζωνικής πρόσβασης σε όλη την επικράτεια. Εάν ένας πάροχος ακολουθεί στην αγορά πρακτικές οι οποίες είναι πιθανόν καταχρηστικές, οι πελάτες δύνανται θεωρητικά να ασκήσουν αντισταθμιστική αγοραστική ισχύ. Όταν οι αγοραστές είναι μεγάλοι και ισχυροί, μπορούν να αντιδράσουν αποτελεσματικά σε μια απόπειρα αύξησης των τιμών από τους προμηθευτές. Η ΕΕΤΤ εξέτασε την πιθανότητα και/ ή την ύπαρξη τέτοιας αντισταθμιστικής αγοραστικής ισχύος στην αγορά, καθώς η ύπαρξη αντισταθμιστικής αγοραστικής ισχύος συνιστά συχνά έναν σημαντικό σχετικό παράγοντα στις αγορές χονδρικής. Σημειώνεται ωστόσο, ότι η αντισταθμιστική αγοραστική ισχύς δύναται να υφίσταται μόνο όταν μεγάλοι πελάτες χονδρικής (στην περίπτωση αυτή, πελάτες χονδρικής όπως οι εναλλακτικοί πάροχοι) έχουν τη δυνατότητα (εντός εύλογου χρονικού πλαισίου) να στραφούν σε άλλες εναλλακτικές (π.χ. να μην αγοράσουν ή να αλλάξουν πάροχο) συνεπεία μιας αύξησης των τιμών ή μιας επαπειλούμενης αύξησης τιμών. Η ΕΕΤΤ δεν θεωρεί ότι ένας αγοραστής χονδρικής ευρυζωνικής πρόσβασης έχει άλλες εναλλακτικές όσον αφορά τις υπηρεσίες που παρέχονται από τον ΟΤΕ. Επομένως, δεν υφίσταται αγοραστής που να μπορεί να ασκήσει αντισταθμιστική αγοραστική ισχύ η οποία θα μπορούσε να αντισταθμίσει την τεράστια ισχύ του ΟΤΕ στη σχετική αγορά. Πράγματι, η ύπαρξη από τον ΟΤΕ ενός πολύ υψηλού μεριδίου αγοράς (περίπου 97%) που πλησιάζει το 100%, χωρίς πιθανότητα σημαντικής νέας εισόδου στην αγορά, υποδεικνύει ότι η αντισταθμιστική αγοραστική ισχύς είναι απίθανο να λειτουργήσει ως πειθαρχικός μηχανισμός για τον ΟΤΕ. Η εξέταση των στοιχείων της αγοράς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στην σχετική αγορά για την παροχή χονδρικής ευρυζωνικής πρόσβασης στην Ελληνική Επικράτεια, ο ΟΤΕ έχει δεσπόζουσα θέση. 32 Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι στα ίδια συμπεράσματα κατέληξε η ΕΕΤΤ με την υπ’αριθ. 531/066/23.07.2009 (ΦΕΚ1549/Β/28.07.2009) «Ορισμός Eθνικής Αγοράς Χονδρικής Ευρυζωνικής Πρόσβασης, Καθορισμός Επιχειρήσεων με Σημαντική Ισχύ στην εν λόγω Αγορά και Υποχρεώσεις αυτών (2ος Γύρος Ανάλυσης)». Ανάλυση αγοράς λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω τεχνολογίας xDSL Τα κριτήρια τα οποία θα πρέπει να ερευνηθεί εάν πληρούνται προκειμένου να εξεταστεί η ύπαρξη δεσπόζουσα θέση σε σχέση με την παροχή λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης αναλύονται κατωτέρω, και περιλαμβάνουν τα εξής: • τα μερίδια αγοράς του ΟΤΕ τόσο σε σχέση με άλλα μέρη που δραστηριοποιούνται στην αγορά όσο και εν όψει της εξέλιξης της αγοράς και • την πιθανότητα δυνητικού ανταγωνισμού, ικανού να ασκήσει πίεση στον ΟΤΕ, ιδίως εν όψει των φραγμών εισόδου και ανάπτυξης της αγοράς τόσο σε επίπεδο λιανικής όσο και σε επίπεδο χονδρικής. Τον Δεκέμβριο 2004, στην αγορά λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω τεχνολογίας ADSL το μερίδιο του ΟΤΕ βάσει γραμμών ADSL συμπεριλαμβανομένου των γραμμών ΑΠΤΒ, ανερχόταν σε 81,76% ενώ τον Δεκέμβριο του 2009 σε 50.50 %. Μερίδια Αγοράς βάσει γραμμών ADSL (με ΑΠΤΒ) Δεκ 2009 Ιουν 2009 Δεκ 2008 Ιουν 2008 Δεκ 2007 Ιουν 2007 Δεκ 2006 Μαρ 2006 Δεκ 2005 Ιουν 2005 Μαρ 2005 Δεκ 2004 OTE 50,50 52,05 53,84 53,37 54,11 59,10 63,26 63,65 70,05 73,25 77,85 81,76 ΛΟΙΠΟΙ 49,50 47,95 46,15 46,43 45,89 40,90 36,74 36,35 29,95 24,75 22,15 18,24 Από τα στοιχεία που έχει στη διάθεση της η ΕΕΤΤ για την υπό εξέταση περίοδο, φαίνεται ότι υπάρχει αρχικά μια μείωση του μεριδίου του ΟΤΕ στην αγορά λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω τεχνολογίας xDSL και στην συνέχεια μία σταθεροποίηση του μεριδίου το 2009. Παρόλη όμως την μείωση του μεριδίου σε απόλυτα νούμερα ο αριθμός γραμμών λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης του ΟΤΕ έχει παρουσιάσει σημαντική αύξηση. Στον παρακάτω Πίνακα παρουσιάζεται η εξέλιξη των συνολικών γραμμών λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης. Δεκ 2009 2.100.756 Ιουν 2009 1.864.017 Δεκ 2008 1.604.558 Ιουν 2008 1.349.124 Δεκ 2007 1.083.521 Ιουν 2007 757.012 Αναφορικά με την εξέταση ύπαρξης δυνητικού ανταγωνισμού, ικανού να ασκήσει πίεση στον ΟΤΕ, ιδίως εν όψει των φραγμών εισόδου και ανάπτυξης της αγοράς, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η απειλή εισόδου μειώνεται όταν υπάρχουν σημαντικοί φραγμοί εισόδου. Στο επίπεδο λιανικής, οι φραγμοί εισόδου δεν είναι υψηλοί λόγω της δυνατότητας των παρόχων να μεταπωλούν την λιανική ευρυζωνική πρόσβαση σε τελικούς χρήστες. Δεδομένου όμως του γεγονότος ότι πολλά από τα πλεονεκτήματα που απολαμβάνει το λιανικό άκρο του ΟΤΕ προέρχονται από τις οικονομίες κλίμακας και σκοπού του εκτεταμένου δικτύου του σε επίπεδο χονδρικής (σχετική αγορά), κρίνεται αναγκαίο να ληφθούν υπόψη οι φραγμοί εισόδου που υπάρχουν και σε επίπεδο χονδρικής. 33 Η ανάλυση της αγοράς χονδρικής ευρυζωνικής πρόσβασης, οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η σχετική αγορά δεν είναι επαρκώς ανταγωνιστική. Συγκεκριμένα, η ΕΕΤΤ δεν θεωρεί ότι κάποιος νεοεισερχόμενος πάροχος σκοπεύει ή θα μπορούσε να κατασκευάσει με επιτυχία ένα νέο δίκτυο πρόσβασης (ικανό να παρέχει τις υπηρεσίες αυτές) το οποίο θα υποκαθιστά το σύνολο ή τμήμα του δικτύου του ΟΤΕ. Τέλος, η ΕΕΤΤ δεν θεωρεί ότι θα πραγματοποιηθούν επαρκείς επενδύσεις στην υπάρχουσα υποδομή προκειμένου να αναβαθμιστεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπορεί να υποστηρίξει την παροχή πρόσβασης σε όλη την επικράτεια. Δεδομένου του υψηλού μεριδίου της αγοράς που κατέχει ο OTE και των σημαντικών φραγμών εισόδου σε επίπεδο χονδρικής, προκύπτει ότι ο ΟΤΕ κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω τεχνολογίας xDSL. Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα προϊόντα λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης διατίθενται στην αγορά δεσμοποιημένα με προϊόντα πρόσβασης στο Διαδίκτυο. Λιαν. Ευρυζ. Προσβ. ADSL Δεσμοπ Προιόν Σύνολο Μεμον. Προϊόν. Σύνολο Ευρυζ. Προσβ. στο Internet ΟΤΕ Προσβ. Εναλλ. Παροχ. Προσβ. ΟΤΕ Internet Εναλλ. Παροχ. Internet Εναλλ. Πάροχ. Προσβ. ΟΤΕ Προσβ. ISPs Internet ISPs Internet Δεκ 2009 Ιουν 2009 Δεκ 2008 Ιουν 2008 Δεκ 2007 Ιουν 2007 Δεκ 2006 Ιουν 2006 50.50 52.5 53.84 52.06 48.78 53.09 53.16 45.82 49.50 100,00 47.95 100,00 46.15 100,00 46.43 98,50 45.89 94,67 40.90 93,99 36.74 89,89 38.84 84,66 - - - - - - - - 0 0 0 0 0 0 1,50 1,50 5,33 5,33 6,01 6,01 10,11 10,11 15,34 15,34 Όπως φαίνεται και στον ανωτέρω Πίνακα από το τέλος του 2008 έχει σταματήσει η διάθεση προϊόντων λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης τα οποία πωλούνται ξεχωριστά από προϊόντα πρόσβασης στο Διαδίκτυο. Συνεπώς οι συνδρομητές έχουν εγκαταλείψει την αγορά μεμονωμένων υπηρεσιών και έχουν οδηγηθεί στην ενιαία αγορά προϊόντων πρόσβασης και διαδικτύου. Επομένως, από τις αγορές λιανικής, θα πρέπει να εξεταστεί κυρίως η αγορά λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης στο διαδίκτυο μέσω τεχνολογίας xDSL, που περιλαμβάνει τόσο την ευρυζωνική πρόσβαση όσο και την πρόσβαση στο Internet. Ανάλυση αγοράς λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης στο διαδίκτυο μέσω τεχνολογίας xDSL Τα κριτήρια τα οποία θα πρέπει να ερευνηθεί εάν πληρούνται προκειμένου να εξεταστεί η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης σε σχέση με την παροχή λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης στο διαδίκτυο μέσω τεχνολογίας xDSL αναλύονται κατωτέρω, και περιλαμβάνουν τα εξής: • τα μερίδια αγοράς του ΟΤΕ και του Ομίλου ΟΤΕ τόσο σε σχέση με άλλα μέρη που δραστηριοποιούνται στην αγορά όσο και εν όψει της εξέλιξης της αγοράς και 34 • την πιθανότητα δυνητικού ανταγωνισμού, ικανού να ασκήσει πίεση στον ΟΤΕ, ιδίως εν όψει των φραγμών εισόδου και ανάπτυξης της αγοράς τόσο σε επίπεδο λιανικής όσο και σε επίπεδο χονδρικής και Σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΚ, πολύ μεγάλα μερίδια αγοράς, άνω του 50%, πρέπει να θεωρηθούν ως απόδειξη της ύπαρξης δεσπόζουσας θέσης, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις21. Εξάλλου, το ΔΕΚ έχει αποφανθεί22 ότι μία επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση σε μία αγορά και υπερέχουσα θέση σε ξεχωριστές, αλλά στενά συνδεόμενες αγορές, βρίσκεται σε κατάσταση δυνάμενη να συγκριθεί με την κατοχή δεσπόζουσας θέσης σε όλες τις οικείες αγορές, Επομένως, μια φερομένη ως καταχρηστική συμπεριφορά μιας τέτοιας επιχείρησης στις εν λόγω ξεχωριστές αγορές, χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί ότι αυτή κατέχει εκεί δεσπόζουσα θέση, μπορεί να εμπίπτει στο άρθρο 86 της Συνθήκης. Όπως φαίνεται από τον πίνακα που ακολουθεί, από τον Δεκέμβριο του 2004 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2008, ο ΟΤΕ κατείχε συνεχώς μερίδια αγοράς άνω του 50% στην αγορά λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης στο Διαδίκτυο μέσω τεχνολογίας xDSL. Συγκεκριμένα, στην αγορά λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης στο διαδίκτυο μέσω τεχνολογίας ADSL το συνολικό μερίδιο του ΟΤΕ ανερχόταν σε 70,17% το Δεκέμβριο του 2004, στην συνέχεια παρατηρήθηκε μία πτώση και από τον Δεκέμβριο του 2007 παρατηρείται μία μικρή άνοδος με αποτέλεσμα το μερίδιο του ΟΤΕ τον Δεκέμβριο του 2008 να ανέρχεται σε 53,84%. Μερίδια Αγοράς στην αγορά λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης στο διαδίκτυο μέσω τεχνολογίας xDSL(παροχή πρόσβασης & υπηρεσιών διαδικτύου από τον ίδιο πάροχο) Λιαν. Ευρυζ. Προσβ. ADSL Δεσμοπ. Προϊον. ΟΤΕ Προσβ. Εναλλ. Παροχ. Προσβ. Ευρυζ. Προσβ. στο Internet ΟΤΕ Internet Εναλλ. Παροχ. Internet Δεκ 2009 Ιουν 2009 Δεκ 2008 Ιουν 2008 Δεκ 2007 Ιουν 2007 Δεκ 2006 Ιουν 2006 Δεκ 2005 50.50 52.05 53.84 52.86 51.53 56.49 59.13 54.12 60.22 49.50 47.95 46.15 47.14 48.47 43.51 40.87 45.88 39.78 Αναφορικά με την εξέταση ύπαρξης δυνητικού ανταγωνισμού, ικανού να ασκήσει πίεση στον ΟΤΕ, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η απειλή εισόδου μειώνεται όταν υπάρχουν σημαντικοί φραγμοί εισόδου. Στο επίπεδο λιανικής, οι φραγμοί εισόδου δεν είναι υψηλοί λόγω της δυνατότητας των παρόχων να μεταπωλούν την λιανική ευρυζωνική πρόσβαση και να την παρέχουν στους τελικούς χρήστες μαζί με τις υπηρεσίες διαδικτύου. Θα πρέπει όμως να ληφθούν υπόψη τόσο η μονοπωλιακή θέση που κατέχει ο ΟΤΕ στην αγορά χονδρικής ευρυζωνικής πρόσβασης όσο και οι φραγμοί εισόδου που υπάρχουν στην εν λόγω αγορά χονδρικής, δεδομένου των πλεονεκτημάτων που απολαμβάνει το λιανικό άκρο του ΟΤΕ που προέρχονται από τις οικονομίες κλίμακας και σκοπού στο επίπεδο χονδρικής. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, στο επίπεδο χονδρικής, προέκυψε ότι η σχετική αγορά δεν είναι επαρκώς ανταγωνιστική. Συγκεκριμένα, η ΕΕΤΤ δεν θεωρεί ότι 21 Αποφάσεις του ΔΕΚ: Υπόθεση C-62/86 Azco vs. Commission [1991], ECR I-3359, παρ. 60, Υπόθεση T-228/97, Irish Sugar vs Commission [1999], ECR II-2969, παρ.70, Υπόθεση Hoffmann – La Roche vs Commission [1979], ECR 461, παρ. 41, Αποφάσεις ΠΕΚ: Υπόθεση T-30/89 Hilti vs Commission [1991], ECR II 1439, παρ. 91, Υπόθεση T83/91 Tetra Pak vs Commission [1994], ECR II-755, παρ. 109. 22 Υπόθεση αριθ. C-333/94 P, Tetra Pak κατά Επιτροπής [1996], Συλλογή Ι-5951. 35 κάποιος νεοεισερχόμενος πάροχος σκοπεύει ή θα μπορούσε να κατασκευάσει με επιτυχία ένα νέο δίκτυο πρόσβασης (ικανό να παρέχει τις υπηρεσίες αυτές) το οποίο θα υποκαθιστά το σύνολο ή τμήμα του δικτύου του ΟΤΕ (το οποίο είναι στρατηγικό και ουσιώδες για να οδηγήσει στη δημιουργία νέων υπηρεσιών της συγκεκριμένης αγοράς). Η είσοδος στην αγορά χονδρικής ευρυζωνικής πρόσβασης θα απαιτούσε πολύ μεγάλες επενδύσεις, οι οποίες δημιουργούν μη ανακτήσιμα κόστη. Αυτά τα σημαντικά μη ανακτήσιμα κόστη, όταν συνδυάζονται με οικονομίες κλίμακας και τη φυσική πυκνότητα που χαρακτηρίζουν τα δίκτυα τοπικής πρόσβασης, αυξάνουν σημαντικά τους φραγμούς εισόδου για μια επιχείρηση που εξετάζει τη δυνατότητα κατασκευής νέου δικτύου τοπικής πρόσβασης που θα μπορεί να υποστηρίξει την παροχή ευρυζωνικής πρόσβασης. Τέλος, η ΕΕΤΤ δεν θεωρεί ότι θα πραγματοποιηθούν επαρκείς επενδύσεις στην υπάρχουσα υποδομή προκειμένου να αναβαθμιστεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπορεί να υποστηρίξει την παροχή υπηρεσιών της συγκεκριμένης αγοράς σε όλη την επικράτεια. Εξάλλου και με βάση τη νομολογία του ΔΕΚ μια επιχείρηση δύναται να βρίσκεται σε δεσπόζουσα θέση παρά την ύπαρξη εναλλακτικών ανταγωνιστικών δικτύων, υπό την προϋπόθεση ότι το μέγεθος ή η σημασία του δικτύου του παρέχει σε αυτόν τη δυνατότητα να συμπεριφέρεται ανεξάρτητα από άλλους φορείς εκμετάλλευσης δικτύου23. Με βάση τα ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη α) τα υψηλά μερίδια άνω του 50% που κατείχε συνεχώς ο ΟΤΕ από τον Δεκέμβριο του 2004 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2008 στην αγορά λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης στο Διαδίκτυο μέσω τεχνολογίας xDSL, β) την δεσπόζουσα θέση που κατέχει ο ΟΤΕ στην αγορά της χονδρικής ευρυζωνικής πρόσβασης η οποία συνδέεται στενά με την υπό κρίση αγορά γ) τα υφιστάμενα σημαντικά οικονομικά και εμπορικά εμπόδια για την είσοδο των νέων επιχειρήσεων (υψηλοί φραγμοί εισόδου) σε επίπεδο χονδρικής, καθώς επίσης και δ) τις σημαντικές οικονομίες κλίμακας και σκοπού όπως και το προβάδισμα λόγω συνολικού μεγέθους της επιχείρησης και τα πλεονεκτήματα σε τεχνολογικό επίπεδο που απολαμβάνει ο ΟΤΕ, προκύπτει ότι ο ΟΤΕ κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης στο διαδίκτυο μέσω τεχνολογίας xDSL Kατάχρηση δεσπόζουσας θέσης Η Ειδική Ευθύνη της εταιρείας ΟΤΕ ΑΕ για μη περιορισμό του ανταγωνισμού Επίδραση της εν λόγω πρακτικής στην βιωσιμότητα των εναλλακτικών παρόχων Επί τη βάσει της δεσπόζουσας θέσης της εταιρείας ΟΤΕ ΑΕ στις ως άνω ορισθείσες σχετικές αγορές και ενόψει των παρατηρήσεων που σημειώθηκαν ανωτέρω αναφορικά: α) με τη συμμόρφωση της εταιρείας ΟΤΕ Α.Ε. με την Απόφαση 531/065/23.07.2009 (ΦΕΚ 1550/Β/28.07.2009) «Ορισμός Εθνικής Αγοράς Χονδρικής Αδεσμοποίητης Πρόσβασης (Πλήρους και Μεριζόμενης) σε Μεταλλικούς Βρόχους και Υποβρόχους, Καθορισμός Επιχειρήσεων με Σημαντική Ισχύ στην εν λόγω Αγορά και Υποχρεώσεις αυτών (2ος Γύρος Ανάλυσης)» και ιδίως τις υποχρεώσεις
- i)παροχής πρόσβασης και χρήσης ειδικών ευκολιών δικτύου και
- ii)δημοσίευσης Προσφοράς Αναφοράς με ορισμένο ελάχιστο περιεχόμενο η ΕΕΤΤ επιφυλάσσεται όπως αποφανθεί σχετικά με 23 Υπόθεση αριθ. COMP/M. 1741 – MCI WorldCom/Sprint, παρ. 196 36 το θέμα της συμμόρφωσης της εταιρείας ΟΤΕ Α.Ε. με τις συγκεκριμένες ρυθμιστικές της υποχρεώσεις. Αντίστοιχα συνεπώς με το θέμα της συμμόρφωσης της εταιρείας ΟΤΕ ΑΕ με τις ως άνω ρυθμιστικές της υποχρεώσεις, η ΕΕΤΤ επιφυλάσσεται όπως αποφανθεί και σχετικά με το θέμα της ειδικής ευθύνης της εταιρείας ΟΤΕ Α.Ε. για μη περιορισμό του ανταγωνισμού. β) με τη συμμόρφωση της εταιρείας ΟΤΕ Α.Ε. με τις Αποφάσεις ΕΕΤΤ ΑΠ ΕΕΤΤ 482/051/27.5.2008 «Μεθοδολογίες/ Αρχές Κοστολόγησης και Λογιστικού Διαχωρισμού για την υλοποίηση των επιβληθέντων στον ΟΤΕ ρυθμιστικών υποχρεώσεων ελέγχου τιμών, κοστολόγησης και λογιστικού διαχωρισμού στις επιμέρους ορισθείσες αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών και λοιπές ρυθμίσεις» (ΦΕΚ 1151/Β/24.06.2008), δεν έχουν εξαλειφθεί πλήρως τα ερωτηματικά ως προς τον εάν η εταιρεία ΟΤΕ Α.Ε. σέβεται την ιδιαίτερη ευθύνη της για μη περιορισμό του ανταγωνισμού στις ως άνω αγορές στις οποίες κατέχει δεσπόζουσα θέση, ή εάν προβαίνει σε κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της σε αυτές δια της συμπεριφοράς της μη εκπλήρωσης/ή μερικής εκπλήρωσης των ρυθμιστικών υποχρεώσεων που της έχουν επιβληθεί. Αντίστοιχα συνεπώς με το θέμα της συμμόρφωσης της εταιρείας ΟΤΕ Α.Ε. με τις ως άνω ρυθμιστικές της υποχρεώσεις, η ΕΕΤΤ επιφυλάσσεται όπως αποφανθεί και σχετικά με το θέμα της ειδικής ευθύνης της εταιρείας ΟΤΕ Α.Ε. για μη περιορισμό του ανταγωνισμού. Γίνεται ιδιαίτερη μνεία εν προκειμένω ότι η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσεως στις ως άνω ορισθείσες σχετικές αγορές δεν αφαιρεί από την εταιρεία ΟΤΕ Α.Ε. το δικαίωμα να διαφυλάττει τα εμπορικά της συμφέροντα, έχει δε την ευχέρεια να προβαίνει σε ενέργειες που κρίνει πρόσφορες για την προστασία και προώθηση των συμφερόντων της, πλην όμως δεν μπορούν να γίνουν δεκτές τέτοιες ενέργειες όταν η εν λόγω επιχείρηση περιορίζει δια των ενεργειών της τον ανταγωνισμό παραβαίνοντας τις επιβληθείσες σε αυτήν ρύθμιση, ενισχύοντας ως εκ τούτου την δεσπόζουσα θέση της ή επεκτείνοντας την σε άλλες επηρεαζόμενες σχετικές αγορές. Αλληλένδετη πώληση προϊόντων Η κατηγορία των υποβληθέντων προς εξέταση οικονομικών προγραμμάτων της εταιρείας ΟΤΕ Α.Ε. (Conn-x@Work Start Up 2, Mbps,Conn-x@Work Start Up 24 Mbps,Conn-x@Work Static 2 Mbps,Conn-x@Work Static 24 Mbps,Conn-x@Work Office 2 Mbps, Conn-x@Work Office 24 Mbps) αφορά πακέτα «συνδυαστικών υπηρεσιών» (bundling – multi product rebate scheme), καθότι περιλαμβάνει τις κάτωθι υπηρεσίες α) Πρόσβασης στο PSTN και ISDN BRA δίκτυο καθότι η εν λόγω υπηρεσία είναι προαπαιτούμενη για την παροχή του οικονομικού προγράμματος και (β) ευρυζωνικής πρόσβασης στο διαδίκτυο ταχύτητας 2 και 24 mbps . Επιθετική Τιμολόγηση Προκειμένου η ΕΕΤΤ να εκτιμήσει κατά πόσον έκαστο των ως άνω οικονομικών προγραμμάτων, δύναται να επιφέρει αποτελέσματα περιοριστικά του ανταγωνισμού στις ως άνω ορισθείσες σχετικές αγορές, κρίσιμη είναι –σύμφωνα και με τα όσα προβλέπονται και από την Ανακοίνωση της ΕΕ (βλ. ανωτέρω)- η εξέταση των κάτωθι παραμέτρων: α) εάν τα επαυξητικά έσοδα για κάθε προϊόν καλύπτουν το LRAIC κόστος της εταιρείας ΟΤΕ Α.Ε. για την εισαγωγή του προϊόντος στο πακέτο και β) εάν τα συνολικά έσοδα είναι υψηλότερα από το LRAIC κόστος της εταιρείας ΟΤΕ Α.Ε., εάν δηλαδή η τιμή στην οποία προσφέρονται τα προγράμματα συνιστά περίπτωση επιθετικής τιμολόγησης. 37 Με βάση τα υποστηρικτικά στοιχεία που υπέβαλε η εταιρεία ΟΤΕ Α.Ε. στις (η) και (ια) ανωτέρω σχετικές επιστολές της, η ΕΕΤΤ προέβη σε έλεγχο για την ύπαρξη ή μη επιθετικής τιμολόγησης (predatory pricing) λαμβάνοντας υπόψη τα συμπληρωματικά έσοδα και κόστη των προαπαιτούμενων υπηρεσιών διαπιστώθηκε ότι υπάρχει ένα θετικό περιθώριο μεταξύ των εσόδων και του μακροπρόθεσμου μεσοσταθμικού επαυξητικού κόστους (LRAIC) για έκαστο των ως άνω οικονομικών προγραμμάτων. Συνεπώς η ΕΕΤΤ κρίνει ότι δεν υπάρχει πρόθεση εκ μέρους της εταιρείας πρακτικής «επιθετικής» τιμολόγησης. Συμπίεση Περιθωρίου Προκειμένου να εκτιμηθεί κατά πόσο έκαστο των ως άνω οικονομικών προγραμμάτων δύναται να οδηγεί σε «συμπίεση περιθωρίου», η ΕΕΤΤ εξέτασε εάν ένας εύλογα αποδοτικός πάροχος (REO- Reasonably Efficient Operator) θα ήταν σε θέση να ανταγωνιστεί επικερδώς τις δεσμοποιημένες προσφορές, χρησιμοποιώντας τις σχετικές χονδρικές υπηρεσίες που παρέχονται από τον κυρίαρχο πάροχο (SMP), στη λιανική πρόσβαση στο διαδίκτυο μέσω τεχνολογίας xDSL.. Για τον έλεγχο συμπίεσης τιμών η EETT εξέτασε εάν το έσοδο ενός εύλογα αποδοτικού παρόχου (REO- Reasonably Efficient Operator) είναι χαμηλότερο από το μέσο συνολικό κόστος. Κατά την διεξαγωγή της εξέτασης η ΕΕΤΤ διέκρινε δύο περιπτώσεις εύλογα αποδοτικού παρόχου: α) τον εναλλακτικό πάροχο ο οποίος παρέχει ένα παρόμοιο προϊόν μέσω χρήσης της έμμεσης πρόσβασης, αγοράζοντας υπηρεσίες Χονδρικής Εκμίσθωσης Γραμμών και Χονδρικής Ευρυζωνικής Πρόσβασης β) τον εναλλακτικό πάροχο ο οποίος παρέχει ένα παρόμοιο προϊόν μέσω χρήσης της άμεσης πρόσβασης, αγοράζοντας υπηρεσίες Αδεσμοποίητης Πρόσβασης στον Τοπικό Βρόχο από τον ΟΤΕ Ο στόχος του εν λόγω ελέγχου είναι να καθοριστεί εάν οι εναλλακτικοί πάροχοι και πιο συγκεκριμένα εάν ένας εύλογα αποδοτικός πάροχος (REO-Reasonably Efficient Operator) μπορεί να ανταγωνιστεί τα συγκεκριμένα οικονομικά προγράμματα του ΟΤΕ στην λιανική αγορά (downstream) χρησιμοποιώντας τις χονδρικές (upstream) εισροές για τις συνδυαστικές υπηρεσίες (bundled). Ειδικότερα κατά τον έλεγχο των προτεινόμενων από τον ΟΤΕ τιμολογίων η ΕΕΤΤ έλαβε υπόψη της τα ακόλουθα: α) τα αποτελέσματα του Κοστολογικού Ελέγχου (σχετ.η), ο οποίος αφορά στα τιμολόγια του έτους 2010, προκειμένου να καθορίσει τα στοιχεία του κόστους των σχετικών υπηρεσιών για τα υπό εξέταση οικονομικά προγράμματα. β) τα ποσοστά retail minus των υπηρεσιών Χονδρικής Εκμίσθωσης Γραμμών (ΧΕΓ) σε εφαρμογή της Απόφασης της ΕΕΤΤ σχετ (ζ) γ) τις προβλέψεις του ΟΤΕ (κίνηση, συνδρομητές, αναμενόμενα έσοδα) που προκύπτουν από την εισαγωγή των εν λόγω προγραμμάτων στην αγορά. Από τον έλεγχο προκύπτει ότι για έναν εύλογα αποδοτικό πάροχο ο οποίος δραστηριοποιείται με άμεση πρόσβαση (ΑΠΤΒ), το περιθώριο για έκαστο εκ των εξεταζόμενων οικονομικών προγραμμάτων είναι ως εξής: 38 • • • • • • • • Conn-x 2 Mbps: θετικό και ανέρχεται σε (…) Conn-x 24 Mbps: αρνητικό και ανέρχεται σε (…) Conn-x@Work Start Up 2 Mbps: θετικό και ανέρχεται σε (…) Conn-x@Work Start Up 24 Mbps: θετικό και ανέρχεται σε (…) Conn-x@Work Static 2 Mbps: θετικό και ανέρχεται σε (…) Conn-x@Work Static 24 Mbps: θετικό και ανέρχεται σε (…) Conn-x@Work Office 2 Mbps: θετικό και ανέρχεται σε (…) Conn-x@Work Office 24 Mbps: θετικό και ανέρχεται σε (…) Για ένα εύλογα αποδοτικό πάροχο ο οποίος δραστηριοποιείται με έμμεση πρόσβαση (ΧΕΓ ή συλλογή κλήσεων), τα περιθώριο για έκαστο εκ των εξεταζόμενων οικονομικών προγραμμάτων είναι ως εξής: • • • • • • • • Conn-x 2 Mbps: αρνητικό και ανέρχεται σε (…) Conn-x 24 Mbps: θετικό και ανέρχεται σε (…) Conn-x@Work Start Up 2 Mbps: θετικό και ανέρχεται σε (…) Conn-x@Work Start Up 24 Mbps: θετικό και ανέρχεται σε (…) Conn-x@Work Static 2 Mbps: θετικό και ανέρχεται σε (…) Conn-x@Work Static 24 Mbps: θετικό και ανέρχεται σε (…) Conn-x@Work Office 2 Mbps: θετικό και ανέρχεται σε (…) Conn-x@Work Office 24 Mbps: θετικό και ανέρχεται σε (…) Τα ανωτέρω ποσοστά δεν δημοσιεύονται σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 5 του Ν.3431/06 (ΦΕΚ 13/3-2-2006) διότι περιέχουν εμπιστευτικά οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης. ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι, • εφόσον σύμφωνα με την ΑΠ ΕΕΤΤ 531/065/23.07.2009 (ΦΕΚ 1550/Β/28.07.2009) «Ορισμός Εθνικής Αγοράς Χονδρικής Αδεσμοποίητης Πρόσβασης (Πλήρους και Μεριζόμενης) σε Μεταλλικούς Βρόχους και Υποβρόχους, Καθορισμός Επιχειρήσεων με Σημαντική Ισχύ στην εν λόγω Αγορά και Υποχρεώσεις αυτών (2ος Γύρος Ανάλυσης)», η εταιρεία ΟΤΕ Α.Ε. ορίσθηκε ως επιχείρηση κατέχουσα Σημαντική Ισχύ (ΣΙΑ) στην αγορά Χονδρικής Παροχής Αδεσμοποίητης Πρόσβασης (συμπεριλαμβανομένης της μεριζόμενης πρόσβασης) σε μεταλλικούς βρόχους και υποβρόχους για το σκοπό της παροχής ευρυζωνικών και φωνητικών υπηρεσιών και ως εκ τούτου υπόκειται σε σειρά κανονιστικών υποχρεώσεων στις ως άνω σχετικές αγορές, • εφόσον σύμφωνα με την ΑΠ ΕΕΤΤ 531/066/23.07.2009 (ΦΕΚ1549/Β/28.07.2009) «Ορισμός Eθνικής Αγοράς Χονδρικής Ευρυζωνικής Πρόσβασης, Καθορισμός Επιχειρήσεων με Σημαντική Ισχύ στην εν λόγω Αγορά και Υποχρεώσεις αυτών (2ος Γύρος Ανάλυσης)», η εταιρεία «Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος Α.Ε» ορίσθηκε ως επιχείρηση κατέχουσα Σημαντική Ισχύ (ΣΙΑ) στην αγορά Παροχής Χονδρικών Υπηρεσιών Ευρυζωνικής Πρόσβασης και ως εκ τούτου υπόκειται σε σειρά κανονιστικών υποχρεώσεων στην ως άνω σχετική αγορά. 39 • εφόσον σύμφωνα με την ΑΠ ΕΕΤΤ 411/017/22.11.2006 (ΦΕΚ 1873/Β/28.12.2006) «Ορισμός της Αγοράς Λιανικής Πρόσβασης στο Δημόσιο Τηλεφωνικό Δίκτυο σε Σταθερή Θέση μέσω PSTN και BRA-ISDN Συνδέσεων για οικιακούς και μη-οικιακούς πελάτες, Καθορισμός Επιχειρήσεων με Σημαντική Ισχύ στην εν λόγω αγορά και Υποχρεώσεις αυτών», η εταιρεία ΟΤΕ Α.Ε. ορίσθηκε ως επιχείρηση κατέχουσα Σημαντική Ισχύ (ΣΙΑ) στην αγορά Λιανικής Πρόσβασης στο Δημόσιο Τηλεφωνικό Δίκτυο σε Σταθερή Θέση μέσω PSTN και BRA-ISDN Συνδέσεων για οικιακούς και μη-οικιακούς πελάτες (αγορές υπ’αρ.1 και υπ’αρ. 2 της «Σύστασης» αντίστοιχα) και ως εκ τούτου υπόκειται σε σειρά κανονιστικών υποχρεώσεων στην ως άνω σχετική αγορά. • εφόσον σύμφωνα με τα όσο διαπιστώθηκαν ανωτέρω, η εταιρεία ΟΤΕ ΑΕ κατέχει δεσπόζουσα θέση στις ακόλουθες αγορές i. Χονδρική αγορά Αδεσμοποίητης Πρόσβασης στον Τοπικό Βρόχο και Υποβρόχο (ΑΠΤΒ) και τις συναφείς ευκολίες ii. Αγορά λιανικής πρόσβασης στο δημόσιo τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερή θέση, μέσω PSTN και BRA−ISDN συνδέσεων, για οικιακούς και μη οικιακούς πελάτες iii. Αγορά χονδρικής ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω του DSL δικτύου του ΟΤΕ. iv. Αγορά λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω τεχνολογίας xDSL. v. Αγορά λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης στο διαδίκτυο μέσω τεχνολογίας xDSL • εφόσον η εξετασθείσα συμπεριφορά της εταιρείας ΟΤΕ Α.Ε. αποτελεί πρακτική «συμπίεσης περιθωρίου» για τους εναλλακτικούς παρόχους που δραστηριοποιούνται με άμεση πρόσβαση στο υποβληθέν προς εξέταση Conn-x 24 Mbps και με έμμεση πρόσβαση στο υποβληθέν προς εξέταση Conn-x 2 Mbps • εφόσον η εξετασθείσα συμπεριφορά της εταιρείας ΟΤΕ Α.Ε. δεν αποτελεί πρακτική «συμπίεσης περιθωρίου» για τους εναλλακτικούς παρόχους που δραστηριοποιούνται είτε με άμεση είτε με έμμεση πρόσβαση στα υποβληθέντα προς εξέταση: Conn-x@Work Start Up 2 Mbps Conn-x@Work Start Up 24 Mbps o Conn-x@Work Static 2 Mbps o Conn-x@Work Static 24 Mbps