Signature Not Verified Digitally signed by Theodoros Moumouris Date: 2009.07.20 10:17:58 EEST Reason: Signed PDF (embedded) Location: Athens, Ethniko Typografio 17595 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ Αρ. Φύλλου 1394 14 Ιουλίου 2009 ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ Αριθμ. 527/76 Λήψη απόφασης επί της από 18/03/2009 διεξαχθείσης Ακρόασης της εταιρείας «Οργανισμός Τηλεπικοινω− νιών της Ελλάδος Α.Ε. (ΟΤΕ Α.Ε.)» αναφορικά με την εξέταση του υποβληθέντος προς έγκριση στην ΕΕΤΤ οικονομικού προγράμματος «OTE talk 24x7 με 60 F2M, OTE talk 24x7 με απεριόριστες διεθνείς κλήσεις κα− θώς και OTE talk 24x7 με 60 F2M και απεριόριστες διεθνείς κλήσεις» της εν λόγω εταιρείας. Η ΕΘΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΩΝ (Ε.Ε.Τ.Τ.) Έχοντας υπόψη: α. Tις διατάξεις του ν. 3431/2006 «Περί Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και άλλες διατάξεις», ιδίως το άρθρο 3, το άρθρο 12, στοιχ. β΄, στ΄, η΄, και λε΄, το άρθρο 63, 64 και το άρθρο 68, παρ. 1 αυτού, (ΦΕΚ 13/Α/2006). β. Το ν. 703/1977 «Περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγο− πωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού» (ΦΕΚ 278/Α/26.09.1997) όπως ισχύει τροποποιηθείς. γ. Το Σχέδιο Ανακοίνωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τίτλο “Guidance on the Commission’s Enforcement Priorities in Applying Article 82 EC Treaty to Abusive Exclusionary Conduct by Dominant Undertakings’ (COM 2008, Brussels, 3 December 2008). δ. Την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 249/115 απόφαση «Κανονισμός Ακροάσεων για Θέματα Τηλεπικοινωνιών» (ΦΕΚ 642/ Β/23.5.2002). ε. Την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ ΑΠ 406/34/11.10.2006 απόφαση (ΦΕΚ 1669/Β/14.11.2006) «Ορισμός των Αγορών Χονδρικής Διασύνδεσης Δημόσιων Σταθερών Δικτύων, Καθορισμός Επιχειρήσεων με Σημαντική Ισχύ στις εν λόγω Αγορές και Υποχρεώσεις αυτών». στ. Την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 388/012/30.5.2006 απόφαση (ΦΕΚ 932/Β/18.7.2006) «Ορισμός Εθνικής Αγοράς Χονδρικής Παροχής Αδεσμοποίητης Πρόσβασης (Πλήρως και Μεριζόμενης) σε Μεταλλικούς Βρόχους και Υποβρόχους για το σκοπό της παροχής ευρυζωνικών και φωνητικών υπηρεσιών, Καθορισμός Επιχειρήσεων με Σημαντική Ισχύ στην εν λόγω Αγορά και Υποχρεώσεις αυτών». ζ. Την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 389/51/8.6.2006 απόφαση (ΦΕΚ 891/Β/12.7.2006) «Ορισμός της Αγοράς Χονδρικών Υπη− ρεσιών Ευρυζωνικής Πρόσβασης, Καθορισμός Επιχει− ρήσεων με Σημαντική Ισχύ στην εν λόγω Αγορά και Υποχρεώσεις αυτών». η. Την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 412/021/29.11.2006 απόφαση (ΦΕΚ 1900/Β/29.12.2006) «Ορισμός των Αγορών Λιανικής των Δημοσίως Διαθέσιμων Αστικών και Εθνικών τηλεφω− νικών Υπηρεσιών που παρέχονται σε Σταθερή Θέση, Καθορισμός Επιχειρήσεων με Σημαντική Ισχύ στις εν λόγω Αγορές και Υποχρεώσεις αυτών». θ. Την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 411/017/22.11.2006 απόφαση (ΦΕΚ 1873/Β/28.12.2006) «Ορισμός της Αγοράς Λιανικής Πρόσβασης στο Δημόσιο Τηλεφωνικό Δίκτυο σε Στα− θερή Θέση μέσω PSTN και BRA−ISDN Συνδέσεων για οικιακούς και μη−οικιακούς πελάτες, Καθορισμός Επι− χειρήσεων με Σημαντική Ισχύ στην εν λόγω αγορά και Υποχρεώσεις αυτών». ι. Την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 498/046/15.10.2008 απόφαση «Ορισμός Αγοράς Τερματισμού Φωνητικών Κλήσεων σε Μεμονωμένα Δίκτυα Κινητών Επικοινωνιών, καθορισμός Επιχειρήσεων με Σημαντική Ισχύ στην εν λόγω Αγορά και Υποχρεώσεις αυτών (ΦΕΚ 2260/ Β/5.11.2008). ια. Την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 429/015/2007 απόφαση «Έγκριση Προσφοράς Αναφοράς ΟΤΕ 2007 για την Αδεσμοποίητη Πρόσβαση στον Τοπικό Βρόχο και τις Συναφείς Ευκολί− ες σε εφαρμογή της υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 388/012/31.5.2006» (ΦΕΚ 620/Β/25.4.2007). ιβ. Την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 448/206/21.8.2007 απόφαση «Καθορισμός της μεθοδολογίας DCF (Discounted Cash Flow) για τον retail minus υπολογισμό των τιμών Χονδρι− κής Ευρυζωνικής Πρόσβασης τύπου Β, κατ’ εφαρμογή της υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 389/051/2006 (ΦΕΚ 891/Β΄/12.7.2006)» (ΦΕΚ 1731/Β/30.8.2007), όπως ισχύει τροποποιηθείσα με την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 462/176/14.12.2007 απόφαση «Αξι− ολόγηση της ανάγκης αναθεώρησης του συντελεστή retail−minus ΧΕΠ βάσει των νέων τιμών λιανικής του ΟΤΕ όπως αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ ΕΜΠ.ΥΠΗΡ. 1530/Φ.960/30.11.2007 επιστολή ΟΤΕ (Απ. Πρ. ΟΤΕ ΑΠ. 155/30.11.2007)» (ΦΕΚ 2437/Β/28.12.2007). ιγ. Την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 519/056/14.4.2009 απόφαση «Αποτελέσματα Κοστολογικού Ελέγχου του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος Α.Ε. (ΟΤΕ Α.Ε.) Έτους 2009 (με απολογιστικά στοιχεία 2007) για τις υπό ρύθμιση αγορές χονδρικής και λιανικής στις οποίες έχει επι− βληθεί υποχρέωση ελέγχου τιμών, κοστολόγησης και λογιστικού διαχωρισμού, και λοιπές ρυθμίσεις» (ΦΕΚ 837/Β/6.5.2009). 17596 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ) ιδ. Την υπ’ αριθμ. 61144/Φ.300/24.11.2008 επιστολή της ΕΕΤΤ προς τους εναλλακτικούς παρόχους με θέμα «Υπο− βολή Στοιχείων στα πλαίσια του Κοστολογικού Ελέγχου του ΟΤΕ έτους 2009 με βάση απολογιστικά στοιχεία έτους 2007». ιε. Την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ ΕΜΠ ΥΠΗΡ 1994/Φ.960/7.10.2008 επιστολή της εταιρείας ΟΤΕ Α.Ε. (αριθμ. πρωτ. ΟΤΕ 9/ΕΜΠ 147/29.9.2008) με θέμα «Υποβολή νέων οικονο− μικών προγραμμάτων Double−play, 60 λεπτά δωρεάν κλήσεων σταθερού ΟΤΕ προς κινητό και απεριορίστων διεθνών κλήσεων», με την οποία η εταιρεία ΟΤΕ ΑΕ υπέβαλε στην ΕΕΤΤ προς έγκριση το οικονομικό πρό− γραμμα «ConnX talk 24x7 με 60 F2M ή και απεριόριστες διεθνείς κλήσεις». ιστ. Την υπ’ αριθμ. 60017/Φ.300/18.11.2008 επιστολή της ΕΕΤΤ προς τον ΟΤΕ με θέμα «Υποβολή νέων οικονομικών προγραμμάτων Double−play, 60 λεπτά δωρεάν κλήσεων σταθερού ΟΤΕ προς κινητό και απεριορίστων διεθνών κλήσεων», με την οποία ζητήθηκαν διευκρινίσεις και συμπληρωματικά στοιχεία από τον ΟΤΕ σχετικά με το ως άνω οικονομικό πρόγραμμα. ιζ. Την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ ΕΜΠ ΥΠΗΡ 2085/Φ.960/27.11.2008 επιστολή της εταιρείας ΟΤΕ Α.Ε. (αριθμ. ΟΤΕ 9/ΕΜΠ 178/26.11.2008) με θέμα «Υποβολή νέων οικονομικών προγραμμάτων Double−play, 60 λεπτά δωρεάν κλήσεων σταθερού ΟΤΕ προς κινητό και απεριορίστων διεθνών κλήσεων». ιη. Την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ ΕΜΠ ΥΠΗΡ 2110/Φ.960/17.12.2008 επιστολή της εταιρείας ΟΤΕ Α.Ε. (αριθμ. ΟΤΕ 9/ΕΜΠ 182/17.12.2008) με θέμα «Μοντέλο ελέγχου συμπίεσης περιθωρίου τιμών». ιθ. Την υπ’ αριθμ. 13239/Φ.391/12.3.2009 πράξη Διεξα− γωγής Ακρόασης. κ. Την από 18.3.2009 διεξαχθείσα ακρόαση της εται− ρείας «Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος Α.Ε. (ΟΤΕ Α.Ε.)» ενώπιον της ΕΕΤΤ. κα. Την υπ’ αριθμ. 17006/Φ.391/1.4.2009 επιστολή της ΕΕΤΤ δια της οποίας κοινοποιήθηκαν στην εταιρεία ΟΤΕ ΑΕ τα πρακτικά της ως άνω ακρόασης. κβ. Την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 18393/8.4.2009 επιστολή της εταιρείας ΟΤΕ ΑΕ δια της οποίας η εταιρεία ΟΤΕ ΑΕ αιτήθηκε την παράταση της προθεσμίας υποβολής υπο− μνήματός της αναφορικά με την από 18.3.2009 διεξαχθεί− σα ακρόαση ενώπιον της ΕΕΤΤ που είχε ως αντικείμενο την εξέταση του οικονομικού προγράμματος «ConnX talk 24x7, 60 F2M ή/και απεριόριστες διεθνείς κλήσεις» έως τις 15.4.
- κγ. Το γεγονός ότι η ΕΕΤΤ έκανε δεκτή την παράταση της προθεσμίας υποβολής υπομνήματος που αιτήθηκε η εταιρεία ΟΤΕ ΑΕ. κδ. Το υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 20056/15.4.2009 υπόμνημα της εταιρείας ΟΤΕ ΑΕ. κε. Την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ ΕΜΠ. ΥΠΗΡ. 2268/Φ.960/7.4.2009 επιστολή της εταιρείας ΟΤΕ ΑΕ, δια της οποίας η ως άνω εταιρεία υπέβαλε στοιχεία κόστους για τα εν λόγω προγράμματα. κστ. Την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 2330/Φ.960/18.5.2009 επιστολή της ΕΕΤΤ δια της οποίας ζητήθηκαν αποσαφηνίσεις και συμπλήρωση των στοιχείων που υπέβαλε η εταιρεία ΟΤΕ ΑΕ. κζ. Την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ2339/Φ.960/26.5.2009 επιστολή της εταιρείας ΟΤΕ /ΕΜΠ. 100/22.5.2009 δια της οποί− ας η εταιρεία ΟΤΕ ΑΕ προέβη σε ορισμένες (άλλά όχι όλες) τις αποσαφηνίσεις και συμπληρώσεις τις οποίες αιτήθηκε η ΕΕΤΤ. κη. Την υπ’ αριθμ. 17133/12.6.2009 Εισήγηση της αρμό− διας υπηρεσίας της ΕΕΤΤ, επειδή:
- ΙΣΤΟΡΙΚΟ−ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ Α. ΙΣΤΟΡΙΚΟ 1.
- Ο ΟΤΕ με την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ ΕΜΠ ΥΠΗΡ 1994/ Φ.960/7.10.2008 επιστολή του (βλέπε ως άνω σχετικό (ιε), υπέβαλε προς έγκριση στην ΕΕΤΤ το οικονομικό πρόγραμμα «OTE talk 24x7 με 60 F2M ή και απεριόριστες διεθνείς κλήσεις». Ειδικότερα: Το εν λόγω πρόγραμμα προέβλεπε την παροχή 60 λεπτών δωρεάν κλήσεων σταθερού ΟΤΕ προς κινητό (60’ F2M) για πελάτες: ΟΤΕtalk 24/7 για κλήσεις αστικές και υπεραστικές εντός και εκτός δικτύου ΟΤΕ, για όσους υπογράψουν δέσμευση παραμονής 6 μηνών στο πρόγραμμα. Σε περίπτωση διακοπής της συμβατικής σχέσης του πελάτη με τον ΟΤΕ, πριν τη λήξη του εξαμήνου το τέλος απεγκατάστασης καθορίζεται σε 16€, συμπερι− λαμβανομένου ΦΠΑ. Επίσης, η εταιρεία «ΟΤΕ Α.Ε» με το ανωτέρω σχετικό υπέβαλε προς έγκριση στην ΕΕΤΤ την παροχή απε− ριόριστης χρήσης διεθνούς τηλεφωνίας, σε σταθερά τηλέφωνα 46 επιλεγμένων χωρών, με επιπλέον χρέωση 6€/μήνα, (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ), για του πελάτες του προγράμματος «ΟΤΕtalk 24/7» για κλήσεις αστικές και υπεραστικές εντός και εκτός δικτύου ΟΤΕ. 1.
- Η ΕΕΤΤ με την ως άνω σχετική επιστολή (ιστ) ζή− τησε διευκρινίσεις και συμπληρωματικά στοιχεία από τον ΟΤΕ τα οποία ήταν απαραίτητα για τον έλεγχο ληστρικής τιμολόγησης και συμπίεσης περιθωρίου τιμών που αφορά στο εν λόγω οικονομικό πρόγραμμα 1.
- Ο ΟΤΕ απέστειλε συμπληρωματικά στοιχεία με την σχετική επιστολή (ιζ). Επίσης στις 28.11.2008 πραγμα− τοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ των στελεχών του ΟΤΕ και της ΕΕΤΤ ώστε να διευκρινιστούν κάποια θέματα σχετικά με τα εν λόγω προγράμματα. Στην συνάντηση έγινε αναφορά από την ΕΕΤΤ στον τρόπο εξέτασης, ιδίως όσον αφορά τόσο το ενδεχόμενο διαπίστωσης πρακτικής «Ληστρικής Τιμολόγησης» όσο και τον έλεγ− χο που αφορά το ενδεχόμενο διαπίστωσης πρακτικής «Συμπίεσης Περιθωρίου», των εν λόγω οικονομικών προ− γραμμάτων τα οποία αποτελούν συνδυαστικά πακέτα όπου εμπλέκονται οι σχετικές αγορές της φωνητικής τηλεφωνίας (αστική – υπεραστική – κλήσεις από στα− θερό ΟΤΕ προς κινητά δίκτυα) καθώς και διεθνών κλή− σεων και σημειώθηκε ότι η ανάλυση δεν θα πρέπει να περιοριστεί μόνο στις υπηρεσίες αστικο−υπεραστικής που είχε υποβάλει ο ΟΤΕ. 1.4 Στις 3.12.2008 έλαβε χώρα στα γραφεία της ΕΕΤΤ παρουσίαση με θέμα «Μοντέλο ελέγχου συμπίεσης περι− θωρίου τιμών» σε συνέχεια της σχετικής επιστολής της ΕΕΤΤ (αριθμ. ΕΕΤΤ 60985/24.11.2008). Στην εν λόγω συ− νάντηση παρουσιάστηκε η μεθοδολογία για τον έλεγχο συμπίεσης περιθωρίου τιμών για προγράμματα φωνής, ευρυζωνικής πρόσβασης και συνδυαστικών οικονομικών προγραμμάτων. 1.5 Η εταιρεία «ΟΤΕ Α.Ε» απέστειλε με το ανωτέρω σχετικό (ιη) σχόλια σχετικά με το «Μοντέλο ελέγχου συμπίεσης περιθωρίου τιμών» σε συνέχεια της συνά− ντησης που έλαβε χώρα στα γραφεία της ΕΕΤΤ στις 3.12.
- ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ) Β. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΥΠΟΒΛΗΘΕΝΤΟΣ ΠΡΟΣ ΕΓΚΡΙΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ 1.6 Το υποβληθέν προς έγκριση οικονομικό πρόγραμ− μα της εταιρείας ΟΤΕ ΑΕ με την επωνυμία «ΟΤΕtalk 24x7 με 60 F2M ή και απεριόριστες διεθνείς κλήσεις» περιλαμβάνει απεριόριστες αστικές και υπεραστικές κλήσεις (εθνικές) κλήσεις εντός δικτύου ΟΤΕ, καθώς και προς όλα τα σταθερά δίκτυα τρίτων που πραγμα− τοποιούνται κάθε μέρα και ώρα της εβδομάδας με τιμή πώλησης 16,90€ ανά μήνα, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 19%. Η τροποποίηση του προγράμματος αφορά την παροχή 60 λεπτών δωρεάν κλήσεων σταθερού ΟΤΕ προς κινητό (60’ F2M). 1.7 Παρέχεται με 6μηνη δέσμευση. Σε περίπτωση κα− τάργησης του προγράμματος, πριν τη λήξη του 6μήνου θα εφαρμόζεται τέλος απεγκατάστασης ίσο με 16€, συ− μπεριλαμβανομένου ΦΠΑ. 1.8 Επίσης, η εταιρεία «ΟΤΕ Α.Ε» υπέβαλε προς έγκρι− ση στην ΕΕΤΤ για τους πελάτες του προγράμματος «ΟΤΕtalk 24/7» και πρόγραμμα παροχής απεριόριστης χρήσης διεθνούς τηλεφωνίας, σε σταθερά τηλέφωνα 46 επιλεγμένων χωρών, με επιπλέον χρέωση 6€/μήνα, (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ). Γ. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΚΡΟΑΣΗΣ 1.9 Την 18.3.2009, ημέρα Τετάρτη και ώρα 14.00 στα γρα− φεία της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυ− δρομείων (ΕΕΤΤ), Κηφισίας 60, Μαρούσι, συνήλθε Επιτροπή Ακροάσεων της ΕΕΤΤ, υπό την Προεδρεία του Προέδρου της ΕΕΤΤ Καθηγ. Ν. Αλεξανδρίδη, μέλη τον Αντιπρόεδρο για τον τομέα των Τηλεπικοινωνιών Ν. Κουλούρη και τον Ι. Παλαιολόγο, και εξέτασε τα αναφερόμενα στην υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 13238/Φ391/12.3.2009 πράξη διεξαγωγής ακρόασης. Παρούσα επίσης ήταν η Ε. Νικηφοράκη, δικηγόρος της ΕΕΤΤ, εκτελούσα χρέη γραμματέως. 1.
- Η υπ’ αριθμ. 13238/Φ391/12.3.2009 Πράξη Διεξα− γωγής Ακρόασης επιδόθηκε νομίμως στην εταιρεία με την επωνυμία «Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλά− δος Α.Ε. (ΟΤΕ Α.Ε.)» όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 2413/12.3.2009 Έκθεση Επίδοσης του Δικαστικού Επιμε− λητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Γ. Νικολάου − Χαϊρη. 1.
- Κατά την ακρόαση, που διεξήχθη σύμφωνα με το άρθρο 12 και 63 του ν. 3431/2006 και την υπ’ αριθμ. 249/115 ΕΕΤΤ «Κανονισμός Ακροάσεων για Θέματα Τη− λεπικοινωνιών» παρέστησαν εκ μέρους της εταιρείας «Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος Α.Ε. (ΟΤΕ Α.Ε.), ο Γ. Μουζουράκης, στέλεχος της εταιρείας, και η Αλευρίδου δικηγόρος. 1.
- Αντικείμενο της ακρόασης ήταν η εξέταση του κατά πόσον το υποβληθέν προς έγκριση στην ΕΕΤΤ οικονομικό πρόγραμμα «OTE talk 24x7 με 60 F2M ή/και απεριόριστες διεθνείς κλήσεις» της εταιρείας «Οργανι− σμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος (ΟΤΕ Α.Ε.)» συνάδει με τις διατάξεις της νομοθεσίας περί ηλεκτρονικών επι− κοινωνιών και τις διατάξεις του δικαίου του Ανταγωνι− σμού (ν. 703/1977). Προς το σκοπό αυτό η εταιρεία ΟΤΕ ΑΕ εκλήθη όπως εκφέρει τις απόψεις της αναφορικά με συγκεκριμένα ερωτήματα που ετέθησαν από την Επι− τροπή Ακροάσεων της ΕΕΤΤ σχετικά με το υποβληθέν προς έγκριση οικονομικό πρόγραμμα 1.
- Επί των ως άνω ζητημάτων, η εταιρεία ΟΤΕ ΑΕ δεν τοποθετήθηκε στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασί− ας, αλλά επιφυλάχθηκε όπως υποβάλει τις απαντήσεις της στην ΕΕΤΤ δια του σχετικού υπομνήματός της. 17597 1.
- Η ΕΕΤΤ, με την υπ’ αριθμ. 17006/Φ391/1.4.2009 επιστολή της απέστειλε στην εταιρεία ΟΤΕ Α.Ε. τα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά της ως άνω ακρόα− σης καλώντας ταυτόχρονα την ΟΤΕ Α.Ε. να καταθέσει έγγραφο υπόμνημα εντός της ταχθείσης προθεσμίας των πέντε
(5)εργασίμων ημερών από την κοινοποίηση της εν λόγω επιστολής. 1.
- Η εταιρεία ΟΤΕ ΑΕ, κατόπιν και της παρατάσεως που της χορηγήθηκε σε συνέχεια του υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 18393/8.4.2009 εγγράφου της, κατέθεσε το υπ’ αριθμ. ΕΜΠ79/15.4.2009 έγγραφο υπόμνημα που έλαβε αριθμό ΕΕΤΤ 20057/15.4.
- 1.
- Περαιτέρω, η ΟΤΕ Α.Ε. με την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ ΕΜΠ. ΥΠΗΡ. 2268/Φ.960/7.4.2009 επιστολή υπέβαλε στοι− χεία κόστους για τα εν λόγω προγράμματα. Η ΕΕΤΤ αφού εξέτασε τα εν λόγω στοιχεία, με την υπ’ αριθμ. 2330/Φ.960/18.5.2009 επιστολή της ζήτησε διευκρινήσεις και συμπλήρωση των στοιχείων που υπέβαλε η ΟΤΕ Α.Ε. Σε απάντηση της ανωτέρω επιστολής της ΕΕΤΤ, η ΟΤΕ Α.Ε. επανήλθε με την υπ’ αριθμ. ΕΜΠ. 100/22.5.2009 (αριθμ. ΕΕΤΤ 2339/Φ.960/26.5.2009) επιστολή, δια της οποίας ανταποκρίθηκε μερικώς στα ως άνω αιτηθέντα από την ΕΕΤΤ. 1.17 Συγκεκριμένα, δια της υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 2330/ Φ.960/18.5.2009 επιστολής της, η ΕΕΤΤ ζήτησε από την εταιρεία ΟΤΕ ΑΕ όπως υποστηρίξει, αποσαφηνίσει και συ− μπληρώσει τα δεδομένα που υπέβαλε αποστέλοντας:
- Τη μέση μηνιαία κίνηση των συνδρομητών των εν λόγω προγραμμάτων βάσει των απολογιστικών στοι− χείων και όχι μόνο του τέταρτου διμήνου του έτους. Επιπρόσθετα, το υλικό − αρχείο υπολογισμού της μέσης μηνιαίας κίνησης για τις διεθνείς κλήσεις καθώς και των κλήσεων από σταθερό σε κινητό που να αποδεικνύουν τις εκτιμήσεις που υποβλήθηκαν.
- Την παροχή διευκρινήσεων σχετικά με τον υπολο− γισμό του κόστους των διεθνών κλήσεων και ιδιαίτερα για το μέσο κόστος τερματισμού διεθνών κλήσεων.
- Την παροχή διευκρινήσεων υποβάλλοντας και τα σχετικά υποστηρικτικά αρχεία υπολογισμού του κό− στους μέσω της μεθοδολογίας ΜΜΕΚ+/ΤΚ για τις υπη− ρεσίες που συνθέτουν τα προς εξέταση οικονομικά προγράμματα. 1.18 Δια της από 26.5.2009 υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 2339/ Φ.960/26.5.2009 επιστολής της, η εταιρεία ΟΤΕ ΑΕ υπέ− βαλε στην ΕΕΤΤ στοιχεία επί των ανωτέρω υπ’ αριθμ.
(1)και
(2)σημείων, τα οποία αξιολόγησε η ΕΕΤΤ στο πλαί− σιο ελέγχου του φακέλου της παρούσας υπόθεσης.
- ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ – ΝΟΜΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ 2.
- Νομικό πλαίσιο τηλεπικοινωνιών (ex−ante)
(1)Τα εδάφια (α), (β) και (στ) του άρθρου 12 του ν. 3431 «Περί Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και άλλες διατάξεις», (ΦΕΚ 13/Α/2006) προβλέπουν τα εξής αναφορικά με τις αρμοδιότητες της ΕΕΤΤ: Η ΕΕΤΤ έχει τις ακόλουθες αρ− μοδιότητες «(α) Ρυθμίζει κάθε θέμα το οποίο αφορά στον καθορισμό σχετικών αγορών προϊόντων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην Ελληνική Επικράτεια και προβαίνει στην ανάλυση της αποτελεσματικότητας του ανταγωνισμού. Ρυθμίζει κάθε θέμα, που αφορά στον ορισμό και τις υποχρεώσεις Παρόχων με σημαντική ισχύ στις ανωτέρω σχετικές αγορές, ενεργώντας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. (β) Εποπτεύει και ελέγχει τους παρόχους δικτύων ή/και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και επιβάλλει τις σχετικές κυρώσεις…..(στ) 17598 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ) Μεριμνά για την τήρηση της νομοθεσίας περί ηλεκτρο− νικών επικοινωνιών και εφαρμόζει τις διατάξεις του ν. 703/1977, όπως ισχύει, σε σχέση με την άσκηση των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων ηλεκτρονικών επι− κοινωνιών ….».
(2)Περαιτέρω, τα εδάφια (η) (λε) και (μα) ορίζουν τα κάτωθι «(η) (Η ΕΕΤΤ …) Διενεργεί ακροάσεις για τη δια− πίστωση παραβάσεων διατάξεων του παρόντος, καθώς και κάθε άλλη περίπτωση όπου ρητά δίδεται σχετική αρμοδιότητα με τον παρόντα νόμο. (λε) Απευθύνει οδη− γίες και συστάσεις, επιβάλλει πρόστιμα και διοικητικές κυρώσεις σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία συμπε− ριλαμβανομένων των ποινών και κυρώσεων, που προ− βλέπονται στο ν. 703/1977 όπως ισχύει, και παραπέμπει τους παραβάτες στις αρμόδιες δικαστικές αρχές. (μα) Εκδίδει κανονιστικές ή ατομικές πράξεις με τις οποίες ρυθμίζεται κάθε διαδικασία και λεπτομέρεια σε σχέση με τις ανωτέρω αρμοδιότητές της.
(3)Στο άρθρο 14 του ιδίου νόμου, προβλέπονται δε τα εξής: «Το προσωπικό της ΕΕΤΤ, πλην του βοηθητικού προσωπικού, μετά από έγγραφη εντολή του Προέδρου της ΕΕΤΤ ή του εξουσιοδοτημένου από αυτόν, έχει, προς διαπίστωση των παραβάσεων της νομοθεσίας περί ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των κανόνων του ανταγωνισμού στον τομέα αυτόν, τις εξουσίες και τα δικαιώματα, που προβλέπονται στο ν. 703/1977, όπως ισχύει, και δύναται να ελέγχει τα πάσης φύσεως βιβλία, στοιχεία και λοιπά έγγραφα των επιχειρήσεων ηλεκτρο− νικών επικοινωνιών, να ενεργεί έρευνες στα γραφεία και στις λοιπές εγκαταστάσεις των τελευταίων, να λαμβάνει ένορκες ή ανωμοτί κατά την κρίση του καταθέσεις, με την επιφύλαξη του άρθρου 212 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο θεωρείται αναγκαίο για τον έλεγχο της εφαρμογής του παρό− ντος. Οι σχετικές διατάξεις, απαγορεύσεις, ποινές και κυρώσεις του ν. 703/1977, όπως ισχύει, εφαρμόζονται σε περιπτώσεις ελέγχου ύπαρξης παραβάσεων των άνω διατάξεων στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και για τον έλεγχο ύπαρξης παραβάσεων των λοιπών διατάξεων του παρόντος νόμου σε περίπτωση άρνησης παροχής στοιχείων ή παρεμπόδισης του έργου της ΕΕΤΤ.»
(4)Το άρθρο 63 του ν. 3431 (ΦΕΚ 13/Α/2006) με τίτλο «Διοικητικές Κυρώσεις» ορίζει για εξής «
(1)Εάν η ΕΕΤΤ διαπιστώσει ότι πάροχος ηλεκτρονικών επικοινωνιών δεν τηρεί έναν ή περισσότερους όρους της Γενικής Άδειας, των δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ή/και αριθμών, των ειδικών υποχρεώσεων, που προ− βλέπονται στο άρθρο 24 παρ. 5 εδ.β΄, 13,14 στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ.α και στα άρθρα 38, 39, 40, 42 παρ. 5, 6, και 7 και στο άρθρο 68 παρ. 1 των υποχρεώσεών της ως καθορισμένη επιχείρηση, της νομοθεσίας περί ηλε− κτρονικών επικοινωνιών ή δεν παρέχει τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 64, κοινοποιεί σε αυτόν την εν λόγω διαπίστωση και του παρέχει τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του ή να αποκαταστήσει τη νομιμότητα εντός: − ενός μηνός από την κοινοποίηση, ή – συντομότερης προθεσμίας, ως προς την οποία συμφωνεί ο πάροχος ή την οποία ορίζει η ΕΕΤΤ σε περίπτωση επανειλλημένων παραβάσεων ή –μεγαλύτερης προθεσμίας, που αποφασίζεται από την ΕΕΤΤ.
(2)Αν ο υπόχρεος δε συμμορφωθεί εντός των προθεσμιών της προηγούμενης παραγράφου, η ΕΕΤΤ με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή της και ύστερα από προηγούμενη ακρόαση των ενδιαφερομένων, δύναται να επιβάλλει μία ή περισσότερες από τις παρακάτω κυρώσεις: α) σύσταση β) πρόστιμο από 7.000 ευρώ έως 2.000.000 ευρώ, το οποίο εισπράττεται σύμφωνα με τον Κώδικα Εισπράξεων Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ) γ) ανα− στολή ή ανάκληση των δικαιωμάτων παροχής δικτύων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών λειτουργίας υπό καθεστώς Γενικής Άδειας, καθώς και των δικαιωμάτων χρήσης, ειδικών υποχρεώσεων σε περίπτωση σοβα− ρών και επανειλημμένων παραβάσεων…….
(5)Τα ανω− τέρω πρόστιμα που προβλέπονται στο παρόν άρθρο εισπράττονται στο όνομα και για λογαριασμό της ΕΕΤΤ και αποδίδονται σε αυτήν.»
(5)Το άρθρο 64 του ν. 3431 (ΦΕΚ 13/Α/2006) με τίτλο «Παροχή Πληροφοριών» ορίζει τα εξής «
(1)Οι επιχειρή− σεις που λειτουργούν υπό καθεστώς Γενικής Άδειας υποχρεούνται να παρέχουν όλες τις πληροφορίες στην ΕΕΤΤ, κατόπιν αιτήματός της, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοοικονομικών πληροφοριών που απαιτού− νται, προκειμένου να διασφαλίζεται η συμμόρφωσή τους προς τις διατάξεις της νομοθεσίας για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και ιδίως για τον έλεγχο προς τους όρους της Γενικής Άδειας, τους όρους των δικαιωμάτων χρή− σης ραδιοσυχνοτήτων ή/και αριθμών ή τις ειδικές υπο− χρεώσεις οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 24 παρ. 5 εδ β΄, 13,14, στο άρθρο 25 παρ 1 εδ α΄ και στ΄ άρθρα 38,39,40,42 παρ 5,6,7 και στο άρθρο 68 παρ. 1…..»
(6)Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 406/34/11.10.2006 (ΦΕΚ 1669/Β/14.11.2006) «Ορισμός των Αγορών Χονδρικής Διασύνδεσης Δημόσιων Σταθερών Δικτύων, Καθορισμός Επιχειρήσεων με Σημαντική Ισχύ στις εν λόγω Αγορές και Υποχρεώσεις αυτών», ιδίως δε την ενότητα 2, σημείο 2.5.1 αυτής, η εταιρεία «Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος Α.Ε» (εφεξής ΟΤΕ) ως επιχείρηση κατέχουσα Σημαντική Ισχύ (ΣΙΑ) στις αγορές Διασύνδεσης Δημό− σιων Σταθερών Δικτύων, [ήτοι την αγορά προέλευσης (εκκίνησης) κλήσεων στο δημόσιο τηλεπικοινωνιακό δί− κτυο που παρέχεται σε σταθερή θέση (αγορά υπ’ αριθμ. 8 της «Σύστασης»), την αγορά Απόληξης (τερματισμού) κλήσεων σε μεμονωμένα δημόσια τηλεφωνικά δίκτυα που παρέχεται σε σταθερή θέση (αγορά υπ’ αριθμ. 9 της «Σύστασης») και την αγορά διαβιβαστικών υπηρε− σιών στο δημόσιο σταθερό τηλεφωνικό δίκτυο (αγορά υπ’ αριθμ. 10 της «Σύστασης»)] υπόκειται στις ακόλου− θες κανονιστικές υποχρεώσεις στις ως άνω σχετικές αγορές: «1. Υποχρέωση παροχής πρόσβασης και χρήσης συ− γκεκριμένων ευκολιών δικτύου για τις αγορές εκκίνησης, τερματισμού και διαβίβασης κλήσεων. 2. Υποχρέωση μη διακριτικής μεταχείρισης. 3. Σειρά υποχρεώσεων διαφάνειας υπό διάφορες μορ− φές, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης δημοσίευ− σης Προσφοράς Αναφοράς Διασύνδεσης. 4. Υποχρέωση λογιστικού διαχωρισμού για τις δρα− στηριότητες του ΟΤΕ που σχετίζονται με την διασύν− δεση δημοσίων σταθερών δικτύων. 5.Υποχρέωση ελέγχου τιμών και κοστολόγησης για τις υπηρεσίες εκκίνησης, τερματισμού, διαβίβασης και τις συναφείς ευκολίες.»
(7)Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 388/012/30.5.2006 (ΦΕΚ 932/Β/18.7.2006) «Ορισμός Εθνικής Αγοράς Χονδρικής Παροχής Αδεσμοποίητης Πρόσβασης (Πλήρως και ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ) Μεριζόμενης) σε Μεταλλικούς Βρόχους και Υποβρόχους για το σκοπό της παροχής ευρυζωνικών και φωνητικών υπηρεσιών, Καθορισμός Επιχειρήσεων με Σημαντική Ισχύ στην εν λόγω Αγορά και Υποχρεώσεις αυτών», ιδίως δε την ενότητα 2, σημείο 2.5 αυτής, η εταιρεία «Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος Α.Ε» (εφεξής ΟΤΕ), ως επιχείρηση κατέχουσα Σημαντική Ισχύ (ΣΙΑ) στην αγορά Χονδρικής Παροχής Αδεσμοποίητης Πρό− σβασης (συμπεριλαμβανομένης της μεριζόμενης πρό− σβασης) σε μεταλλικούς βρόχους και υποβρόχους για το σκοπό της παροχής ευρυζωνικών και φωνητικών υπη− ρεσιών» (αγορά υπ’αριθμ.11 της «Σύστασης»), υπόκειται στις ακόλουθες κανονιστικές υποχρεώσεις στην ως άνω σχετική αγορά: «
- Παροχή πρόσβασης και χρήσης συγκεκριμένων ευκολιών δικτύου, και συγκεκριμένα παροχή πλήρως αδεσμοποίητης και μεριζόμενης πρόσβασης στους το− πικούς βρόχους και υποβρόχους, καθώς και πρόσβαση σε συναφείς ευκολίες όπως η συνεγκατάσταση.
- Υποχρέωση Διαφάνειας, ιδίως Δημοσίευση Προ− σφοράς Αναφοράς Αδεσμοποίητης Πρόσβασης με το κατάλληλο περιεχόμενο (με ελάχιστο περιεχόμενο αυ− τού του Παραρτήματος Ι της παρούσας).
- Υποχρέωση μη διακριτικής μεταχείρισης, η οποία συμπληρώνεται και από υποχρεώσεις διαφάνειας.
- Υποχρέωση λογιστικού διαχωρισμού προπαρασκευ− ής και δημοσίευσης κρίσιμων οικονομικών πληροφοριών για όλους τους χωριστούς λογαριασμούς, και
- Υποχρέωση κοστοστρέφειας και ελέγχου τιμών.»
(8)Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 412/021/29.11.2006 (ΦΕΚ 1900/Β/29.12.2006) «Ορισμός των Αγορών Λιανικής των Δημοσίως Διαθέσιμων Αστικών και Εθνικών τηλε− φωνικών Υπηρεσιών που παρέχονται σε Σταθερή Θέση, Καθορισμός Επιχειρήσεων με Σημαντική Ισχύ στις εν λόγω Αγορές και Υποχρεώσεις αυτών», ιδίως δε την ενότητα 2, σημείο 2.5 αυτής, η εταιρεία «Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος Α.Ε» (εφεξής ΟΤΕ), ως επιχείρηση κατέχουσα Σημαντική Ισχύ (ΣΙΑ) (α) στην αγορά δημοσίως διαθέσιμων αστικών τηλεφωνικών υπη− ρεσιών που παρέχονται σε σταθερή θέση για οικιακούς και μη οικιακούς πελάτες (β) στην αγορά δημοσίως διαθέσιμων εθνικών τηλεφωνικών υπηρεσιών που παρέ− χονται σε σταθερή θέση για οικιακούς και μη οικιακούς πελάτες (στην οποία περιλαμβάνονται οι υπεραστικές κλήσεις, οι κλήσεις από σταθερό δίκτυο προς δίκτυο κινητής καθώς και οι κλήσεις σε παρόχους υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των κλήσεων dial up προς το δι− αδίκτυο μέσω της υπηρεσίας του ΕΠΑΚ/ΠΕΑΚ) (αγορές υπ’αριθμ.3 και υπ’αριθμ. 5 της «Σύστασης» αντίστοιχα), υπόκειται στις ακόλουθες κανονιστικές υποχρεώσεις στις ως άνω σχετικές αγορές: «1. Υποχρέωση μη − διακριτικής μεταχείρισης. 2. Υποχρέωση διαφάνειας. 3. Υποχρέωση αδεσμοποίησης προϊόντων/ υπηρεσιών (unbundling), όσον αφορά τις λιανικές αγορές αστικών και εθνικών τηλεφωνικών υπηρεσιών που παρέχονται σε σταθερή θέση για οικιακούς και μη οικιακούς πε− λάτες. 4. Υποχρέωση λογιστικού διαχωρισμού. 5. Υποχρέωση ελέγχου τιμών λιανικής, κοστολόγησης και υποβολής στοιχείων κόστους.»
(9)Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 411/017/22.11.2006 (ΦΕΚ 1873/Β/28.12.2006) «Ορισμός της Αγοράς Λιανικής 17599 Πρόσβασης στο Δημόσιο Τηλεφωνικό Δίκτυο σε Στα− θερή Θέση μέσω PSTN και BRA−ISDN Συνδέσεων για οικιακούς και μη−οικιακούς πελάτες, Καθορισμός Επι− χειρήσεων με Σημαντική Ισχύ στην εν λόγω αγορά και Υποχρεώσεις αυτών», ιδίως δε την ενότητα 2, σημείο 2.5 αυτής, η εταιρεία «Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος Α.Ε» (εφεξής ΟΤΕ) ως επιχείρηση κατέχουσα Σημαντική Ισχύ (ΣΙΑ) στην αγορά Λιανικής Πρόσβασης στο Δημόσιο Τηλεφωνικό Δίκτυο σε Σταθερή Θέση μέσω PSTN και BRA−ISDN Συνδέσεων για οικιακούς και μη−οικιακούς πελάτες (αγορές υπ’αριθμ.1 και υπ’αριθμ. 2 της «Σύστασης» αντίστοιχα), υπόκειται στις ακόλου− θες κανονιστικές υποχρεώσεις στην ως άνω σχετική αγορά: «
- Υποχρέωση παροχής Χονδρικής Εκμίσθωσης Γραμ− μών («ΧΕΓ»), η οποία συμπεριλαμβάνει τις ακόλουθες επιμέρους κανονιστικές υποχρεώσεις: • Υποχρέωση παροχής πρόσβασης και χρήσης ειδικών ευκολιών του δικτύου, • Υποχρέωση μη διακριτικής μεταχείρισης, • Υποχρέωση διαφάνειας • Υποχρέωση λογιστικού διαχωρισμού • Υποχρέωση ελέγχου τιμών βάσει μεθοδολογίας retail−minus και υποχρέωση κοστολόγησης καθώς και υποβολής στοιχείων κόστους
- Υποχρέωση ελέγχου τιμών, κοστολόγησης και υπο− βολής στοιχείων κόστους όσον αφορά τη λιανική αγορά πρόσβασης στο δημόσιo τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερή θέση μέσω PSTN και BRA−ISDN συνδέσεων για οικιακούς και μη οικιακούς πελάτες.
- Υποχρέωση μη διακριτικής μεταχείρισης όσον αφο− ρά τη λιανική αγορά πρόσβασης στο δημόσιo τηλεφω− νικό δίκτυο σε σταθερή θέση μέσω PSTN και BRA−ISDN συνδέσεων για οικιακούς και μη οικιακούς πελάτες.
- Υποχρέωση διαφάνειας όσον αφορά τη λιανική αγορά πρόσβασης στο δημόσιo τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερή θέση μέσω PSTN και BRA−ISDN συνδέσεων για οικιακούς και μη οικιακούς πελάτες.
- Υποχρέωση αδεσμοποίησης προϊόντων / υπηρεσιών όσον αφορά τη λιανική αγορά πρόσβασης στο δημόσιo τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερή θέση μέσω PSTN και BRA−ISDN συνδέσεων για οικιακούς και μη οικιακούς πελάτες 6.Υποχρέωση λογιστικού διαχωρισμού όσον αφορά τη λιανική αγορά πρόσβασης στο δημόσιo τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερή θέση μέσω PSTN και BRA−ISDN συν− δέσεων για οικιακούς και μη οικιακούς πελάτες.»
(10)Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 429/015/2007 (ΦΕΚ 620/Β/2007) «Έγκριση Προσφοράς Αναφοράς ΟΤΕ 2007 για την Αδεσμοποίητη Προσβαση στον Τοπικό Βρόχο και τις Συναφείς Ευκολίες, σε εφαρμογή της υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 388/012/2006» και ειδικότερα το Παράρτημα 14 αυτής προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «3.
- ΠΑΡΑΔΟΣΗ 3.1.1 Χρόνοι Παράδοσης Για την καλή εκτέλεση της συμφωνίας, ορίζονται οι πα− ρακάτω χρόνοι παράδοσης του πλήρως αδεσμοποίητου ή και του μεριζόμενου τοπικού βρόχου / υποβρόχου. Χρόνος παράδοσης ΤοΒ: Είναι το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την επόμενη ΕΗ αποστολής της αί− τησης στον ΟΤΕ, μέχρι την ημερομηνία υλοποίησής της, όπως αυτές (ημερομηνίες) εμφανίζονται στα σχετικά πεδία αναζήτησης της αίτησης στο Π.Σ. ΟΤΕ. ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ) 17600 Ανενεργός χρόνος ΤοΒ (parked time): Είναι το άθροι− σμα των χρόνων καθυστέρησης, που οφείλονται σε λόγους μη υπαιτιότητας ΟΤΕ όπως αυτοί αναφέρονται στην ενότητα 2 του παρόντος παραρτήματος. Πραγ− ματικός χρόνος παράδοσης ΤοΒ: Ο χρόνος παράδοσης του ΤοΒ μείον τον ανενεργό χρόνο ΤοΒ. Ο ΟΤΕ θα παραδίδει τους ΤοΒ στους πραγματικούς χρόνους που φαίνονται στον πιο κάτω Πίνακα 2: ΠΙΝΑΚΑΣ 2 ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΤοΒ ΣΕ ΕΗ Β Α/Α ΥΠΗΡΕΣΙΑ 1 Α Αίτηση παράδοσης ΤοΒ ή μετάβασης 2 Παράδοση ενεργού ΤοΒ (ΕΝΤοΒ) 13 3 Παράδοση ανενεργού ΤοΒ (ΑΝΤοΒ) 13 4 Παράδοση Μεριζόμενου ΤοΒ (ΜΤοΒ) 10 5 Παράδοση ΕΝΤοΒ με Φορητότητα 10 6 Μετάβαση ΜΤοΒ σε ΠτοΒ (χωρίς φο− ρητότητα) 10 7 Μετάβαση ΜΤοΒ σε ΠΤοΒ με Φορη− τότητα 10 8 9 Μετάβαση ΜΤοΒ σε ΠτοΒ (χωρίς φο− ρητότητα) Μετάβαση ΑΡΥΣ σε ΠτοΒ (χωρίς φο− ρητότητα) ΕΝΑΡΞΗ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ Γ Προς ΟΤΕ Από την επόμε− νη ΕΗ του 1 Από την επόμε− νη ΕΗ του 1 Από την επόμε− νη ΕΗ του 1 Από την επόμενη ΕΗ της αίτησης Φορητότητας Από την επόμε− νη ΕΗ του 1 Από την επόμενη ΕΗ της αίτησης Φορητότητας 13 13 10 Μετάβαση ΑΡΥΣ σε ΠΤοΒ με Φορη− τότητα 10 11 Μετάβαση ΑΡΥΣ σε MτοΒ 13 12 Μετάβαση MToB σε MTοΒ 13 13 Μετάβαση AΠToB σε AΠToB 13 Από την επόμε− νη ΕΗ του 1 Από την επόμενη ΕΗ της αίτησης Φορητότητας Από την επόμε− νη ΕΗ του 1 Από την επόμε− νη ΕΗ του 1 Από την επόμε− νη ΕΗ του 1 3.
- ΒΛΑΒΗ ΤΟΠΙΚΟΥ ΒΡΟΧΟΥ 3.2.1 Χρόνοι Άρσης Βλάβης Για την προσήκουσα εκτέλεση της συμφωνίας, ορί− ζονται οι παρακάτω χρόνοι άρσης βλάβης του πλήρως αδεσμοποίητου ή και του μεριζόμενου τοπικού βρόχου και υποβρόχου. Xρόνος άρσης βλάβης (repair fault): Το χρονικό διά− στημα που μεσολαβεί από τις 07.20 πμ της πρώτης ερ− γασίμου ημέρας μετά την αναγγελία της βλάβης μέσω του Π.Σ. ΟΤΕ, μέχρι την ώρα που θα εμφανιστεί στο Π.Σ. ΟΤΕ η άρση της βλάβης. Ανενεργός χρόνος βλάβης (οut of service): Το συνολικό χρονικό διάστημα καθυστερήσεων άρσης της βλάβης «μη υπαιτιότητας ΟΤΕ» σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ενότητα 2 του παρόντος παραρτήματος Πραγματικός χρόνος άρσης βλάβης: Ο χρόνος άρσης βλάβης μείον ο ανενεργός χρόνος βλάβης. Ο ΟΤΕ υποχρεούται να άρει τη αναγγελθείσα βλάβη των ΤοΒ το αργότερο στους πιο κάτω πραγματικούς χρόνους άρσης βλάβης: Πίνακας 4: ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΑΡΣΗΣ ΒΛΑΒΗΣ ΤοΒ Τοπικός Βρόχος Πραγματικοί Χρόνοι άρσης βλάβης στο 85% των αναγγελθεισών βλαβών του ΤοΒ Πλήρης τοπικός βρόχος 1 ΕΗ Μεριζόμενος τοπικός βρόχος 1 ΕΗ Στο ποσοστό 85%, περιλαμβάνονται και οι αναγγελ− θείσες βλάβες που διαπιστωμένα δεν οφείλονται σε «υπαιτιότητα ΟΤΕ» 3.2.2 ΡΗΤΡΕΣ Σε περίπτωση που ο ΟΤΕ υπερβεί τον πραγματικό χρόνο άρσης βλάβης (πίν. 4) του ΤοΒ, για κάθε ημέρα καθυστέρησης καταπίπτει αυτοδικαίως σε βάρος του και υπέρ του ΤΠ, ποινική ρήτρα, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα
- Οι ρήτρες υπο− λογίζονται για κάθε Τ.Π. Η υπέρβαση υπολογίζεται επί του πραγματικού χρό− νου άρσης των αναγγελθεισών βλαβών σε ΕΗ των το− πικών βρόχων, ως εξής: Πίνακας 5 – ΠΤοΒ / ΜΤοΒ (στο 85% των αναγγελθει− σών βλαβών, με την μικρότερη καθυστέρηση) Υπέρβαση πραγματικού ΡΗΤΡΑ χρόνου άρσης των αναγ− γελθεισών βλαβών σε ΕΗ ΠΤοΒ/ ΜΤοΒ για τις ΠΤοΒ/ ΜΤοΒ για τις περιοχές περιοχές Α&Β του Γ&Δ του πίνακα 1 πίνακα 1 η η Το 1/11 του μηνιαίου Το 1/22 του μηνιαίου μισθώ− 1 −4 μισθώματος ΠΤοΒ ματος ΠΤοΒ (εάν πρόκειται (εάν πρόκειται για για ΠτοΒ) ή ΜΤοΒ (εάν πρό− ΠτοΒ) ή ΜΤοΒ (εάν κειται για ΜτοΒ) για κάθε ΕΗ πρόκειται για ΜτοΒ) καθυστέρησης για κάθε ΕΗ καθυ− στέρησης Το 1/6 του μηνιαίου Το 1/11 του μηνιαίου μισθώμα− Για την 5η και μετά μισθώματος ΠΤοΒ/ τος ΠΤοΒ/ ΜΤοΒ για κάθε ΕΗ ΜΤοΒ για κάθε ΕΗ καθυστέρησης καθυστέρησης Στο ποσοστό 85%, περιλαμβάνονται και οι αναγγελ− θείσες βλάβες που διαπιστωμένα δεν οφείλονται σε «υπαιτιότητα ΟΤΕ». Οι ρήτρες θα υπολογίζονται σε ετήσια βάση. 4.2 Παράδοση / Επαυξήσεις Συνδετικών Καλωδίων 4.2.1 Χρόνοι Παράδοσης / Επαυξήσεων Για την καλή εκτέλεση της συμφωνίας, ορίζονται οι παρακάτω χρόνοι παράδοσης επαυξήσεων των συνδε− τικών καλωδίων. Χρόνος παράδοσης Συνδετικού Καλωδίου: Είναι το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την επόμενη ΕΗ αποστολής της αίτησης στον ΟΤΕ, μέχρι την ημερομη− νία κατασκευής της, όπως αυτές (ημερομηνίες) εμφα− νίζονται στα σχετικά πεδία αναζήτησης της αίτησης στο Π.Σ. ΟΤΕ. Ανενεργός χρόνος παράδοσης Συνδετικού Καλωδίου (parked time): Είναι το άθροισμα των χρόνων καθυστέ− ρησης, μη υπαιτιότητας ΟΤΕ, όπως αυτοί αναφέρονται στην ενότητα 2 του παρόντος παραρτήματος. ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ) Πραγματικός χρόνος παράδοσης Συνδετικού Καλωδίου: Ο χρόνος παράδοσης του Συνδετικού Καλωδίου μείον τον ανενεργό χρόνο παράδοσης του Συνδετικού Καλωδίου. Ο ΟΤΕ θα παραδίδει τα Συνδετικά Καλώδια στους πραγματικούς χρόνους που φαίνονται στον πιο κάτω Πίνακα 8: ΠΙΝΑΚΑΣ 8 Α/Α ΥΠΗΡΕΣΙΑ 1 Αίτηση παράδοσης Παράδοση Νέου ΕΣΚΤ−ΦΥΠ (για κέ− ντρα >5.000 ) Παράδοση Νέου ΕΣΚΤ σε Υφιστάμε− νο ΦΥΠ (για κέντρα >5.000 ) Σύνδεση ΕΞΣΚ−ΕΣΚΤ(για κέντρα > 5.000 ) Παράδοση Νέου ΕΣΚΤ (για κέντρα < 5.000 ) Σύνδεση ΕΞΣΚ−ΕΣΚΤ(για κέντρα <5.000 ) Παράδοση ζευγών καλωδίου από υφιστάμενο ΕΣΚ Παράδοση ζευγών καλωδίου στην περίπτωση όπου απαιτείται υλοποί− ηση νέου ΕΣΚ χωρίς επέκταση / σύ− μπτυξη ΓΚΟ Παράδοση ζευγών καλωδίου στην περίπτωση όπου απαιτείται υλοποί− ηση νέου ΕΣΚ και επέκταση ΓΚΟ Παράδοση ζευγών καλωδίου στην περίπτωση όπου απαιτείται υλοποί− ηση νέου ΕΣΚ και σύμπτυξη ΓΚΟ 2 3 4 5 6 7 8 9 10 ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΣΕ ΕΗ auto 45 25 10 25 10 10 ΕΝΑΡΞΗ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ Προς ΟΤΕ Από την επόμενη ΕΗ του 1 Από την επόμενη ΕΗ του 1 Από την επόμενη ΕΗ του 1 Από την επόμενη ΕΗ του 1 Από την επόμενη ΕΗ του 1 Από την επόμενη ΕΗ του 1 20 Από την επόμενη ΕΗ του 1 30 Από την επόμενη ΕΗ του 1 40 Από την επόμενη ΕΗ του 1 Από την επόμενη ΕΗ του 1 Από την επόμενη 12 Σύνδεση Ίνας σε υφιστάμενο ΚΟΙ 10 ΕΗ του 1 Παροχή εσωτερικού καλωδίου για Από την επόμενη 10 13 Backhaul ΕΗ του 1
(12)Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 443/028/9.7.2007 (ΦΕΚ 1555/Β/2007) «Τροποποίηση – Διόρθωση διατάξεων της υπ’ αριθμ. 429/015/2007 απόφασης ΕΕΤΤ» προβλέ− πονται τα εξής: «4) Στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 14, και στην Ενότητα 4.2, υπο−ενό− τητα 4.2.1 «Χρόνοι Παράδοσης/Επαυξήσεων Συνδετικών Καλωδίων», προστίθεται στον Πίνακα 8 το σημείο: 11 Παροχή ΚΟΙ και σύνδεση ίνας 5 15 Προσδιορισμός θέσης και απο− 10 ΕΗ Από την επόμενη ΕΗ του 1 στολή προδιαγραφών ΦΥΤΠ (για κέντρα <5.000) Για τις υπόλοιπες γραμμές του πίνακα θα γίνει ανα− ρίθμηση. Η εν λόγω προσθήκη προβλέπει συγκεκριμένη προθε− σμία εντός της οποίας ο ΟΤΕ οφείλει να ολοκληρώσει την πρώτη φάση για την υλοποίηση Απομακρυσμένης Συνεγκατάστασης αναφορικά με κέντρα αριθμού μικρό− τερου των 5.000 συνδρομητών. Η εν λόγω φάση είναι απαραίτητη για την έναρξη των εργασιών κατασκευής του ΦΥΤΠ από τον Τ.Π 17601 5) Στην ενότητα 3.1.1 (Χρόνοι Παράδοσης) του ΠΑΡΑΡ− ΤΗΜΑΤΟΣ 14, στον Πίνακα 2 διαγράφεται το σημείο 8 και τροποποιείται ο πραγματικός χρόνος παράδοσης του σημείου 6 σε 13 ΕΗ. Ο εν λόγω πίνακας διαμορφώ− νεται ως εξής: ΠΙΝΑΚΑΣ 2 Α/Α 1 2 3 4 ΥΠΗΡΕΣΙΑ Α Αίτηση παράδοσης ΤοΒ ή μετά− βασης Παράδοση ενεργού ΤοΒ (ΕΝΤοΒ) Παράδοση ανενεργού ΤοΒ (ΑΝΤοΒ) Παράδοση Μεριζόμενου ΤοΒ (ΜΤοΒ) ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΤοΒ ΣΕ ΕΗ Β ΕΝΑΡΞΗ ΠΡΟ− ΘΕΣΜΙΑΣ Γ Προς ΟΤΕ 13 13 10 5 Παράδοση ΕΝΤοΒ με Φορητότητα 10 6 Μετάβαση ΜΤοΒ σε ΠτοΒ (χωρίς φορητότητα) 13 7 Μετάβαση ΜΤοΒ σε ΠΤοΒ με Φο− ρητότητα 10 8 Μετάβαση ΑΡΥΣ σε ΠτοΒ (χωρίς φορητότητα) 13 Από την επόμενη ΕΗ του 1 Από την επόμενη ΕΗ του 1 Από την επόμενη ΕΗ του 1 Από την επόμενη ΕΗ της αίτησης Φορητότητας Από την επόμενη ΕΗ του 1 Από την επόμενη ΕΗ της αίτησης Φορητότητας Από την επόμενη ΕΗ του 1 Από την επόμενη ΕΗ της αίτησης Φορητότητας Από την επόμενη 10 Μετάβαση ΑΡΥΣ σε MτοΒ 13 ΕΗ του 1 Από την επόμενη 11 Μετάβαση MToB σε MTοΒ 13 ΕΗ του 1 Από την επόμενη 12 Μετάβαση AΠToB σε AΠToB 13 ΕΗ του 1 Οι εν λόγω τροποποιήσεις γίνονται για λόγους απο− σαφήνισης και κυρίως αποφυγής επαναλήψεων της πα− ρεχόμενης πληροφορίας του συγκεκριμένου πίνακα.»
(13)Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 482/051/2008 (ΦΕΚ 1151/Β/2008) «Μεθοδολογίες/Αρχές Κοστολόγησης και Λογιστικού Διαχωρισμού για την υλοποίηση των επιβληθέντων στον ΟΤΕ ρυθμιστικών υποχρεώσεων ελέγχου τιμών, κοστολόγησης και λογιστικού διαχωρι− σμού στις επιμέρους ορισθείσες αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών και λοιπές ρυθμίσεις», εξειδικεύονται και ρυθμίζονται αναλυτικά οι λεπτομέρειες εφαρμογής των επιβληθεισών στην κατέχουσα ΣΙΑ εταιρεία ΟΤΕ ΑΕ, υποχρεώσεων κοστολόγησης και λογιστικού διαχωρι− σμού στις επιμέρους ορισθείσες αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών και των χρονοδιαγραμμάτων υποβολής στοιχείων και ελέγχου αυτών, με στόχο τη διασφάλιση της συμμόρφω− σής της με τις ρυθμιστικές υποχρεώσεις ελέγχου τιμών, κοστολόγησης και λογιστικού διαχωρισμού καθώς και την αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής της διαφά− νειας, στις εν λόγω αγορές σύμφωνα με τις αντίστοιχες 9 Μετάβαση ΑΡΥΣ σε ΠΤοΒ με Φο− ρητότητα 10 17602 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ) αποφάσεις της ΕΕΤΤ. Ειδικότερα, το άρθρο 8 παρ. 1 και 2 της ως άνω απόφασης της ΕΕΤΤ υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 482/051/27.5.2008 (ΦΕΚ 1151/Β/24.06.2008) προβλέπει τα εξής: «1. Ο OTE οφείλει να υποβάλει στην ΕΕΤΤ σε ετήσια βάση, ένα
(1)μήνα μετά την έγκριση των ετήσιων οικο− νομικών του καταστάσεων από τη Γενική Συνέλευση: α) κοστολογικά στοιχεία τα οποία έχουν προκύψει από τις τελευταίες εγκεκριμένες οικονομικές καταστάσεις, για το προηγούμενο (οικονομικό) έτος και αντίστοιχα προϋπολογιστικά δεδομένα για τα επόμενα δύο
(2)οι− κονομικά έτη, συνοδευμένα από όλα τα στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται η συμμόρφωσή του με τις επι− βληθείσες υποχρεώσεις ελέγχου τιμών, κοστολόγησης και λογιστικού διαχωρισμού. β) καταστάσεις και πληροφορίες λογιστικού διαχω− ρισμού, τα οποία έχουν προκύψει από τις τελευταίες εγκεκριμένες οικονομικές καταστάσεις, για το προηγού− μενο έτος σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 6 της παρούσας απόφασης και γ) υποδείγματα αναφορών για τις πληροφορίες κο− στολόγησης μέσω του συστήματος ΜΜΕΚ (LRAIC), τα οποία έχουν προκύψει από τις τελευταίες εγκεκριμένες οικονομικές καταστάσεις, για το προηγούμενο (οικονο− μικό) έτος και από αντίστοιχα προϋπολογιστικά δεδο− μένα για τα επόμενα δύο οικονομικά έτη, σύμφωνα με το άρθρο 7 της παρούσας.
- Η ΕΕΤΤ δύναται εντός είκοσι ημερών από την υπο− βολή των στοιχείων / καταστάσεων/ υποδειγμάτων, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, να αιτείται από τον ΟΤΕ τη συμπλήρωση των υποβλη− θέντων στοιχείων καταστάσεων/ υποδειγμάτων, ή και διευκρινίσεις επί των υποβληθέντων στοιχείων. Οι πλη− ροφορίες παρέχονται υποχρεωτικά εντός της τασσό− μενης από την ΕΕΤΤ, κατά την υποβολή του αιτήματος, αποκλειστικής προθεσμίας. Η ΕΕΤΤ διατηρεί όλα τα δικαιώματά της από το άρθρο 45 παρ. 4 και 5 του ν. 3431/ 2006 (ΦΕΚ 13/Α/2006) και τις σχετικές Αποφάσεις της ΕΕΤΤ, όπως ισχύουν.» 2.2 Υπαγωγή Πραγματικών Περιστατικών – Αξιολόγηση της συμπεριφοράς της εταιρείας ΟΤΕ ΑΕ με βάση το Δίκαιο των Τηλεπικοινωνιών (ex−ante)
- Το ζήτημα της συμμόρφωσης της εταιρείας ΟΤΕ ΑΕ με την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 429/015/2007 «Έγκριση Προσφοράς Αναφοράς ΟΤΕ 2007 για την Αδεσμοποίητη Προσβαση στον Τοπικό Βρόχο και τις Συναφείς Ευκολίες» Δια των υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 455/75/5.10.2007 και 497/ 098/03.10.2008, η ΕΕΤΤ αποφάνθηκε ότι η εταιρεία ΟΤΕ ΑΕ δεν συμμορφώνεται με τις ειδικές ρυθμιστικές υπο− χρεώσεις που της έχουν επιβληθεί δια της υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 429/015/2007 (RUO 2007) και ειδικότερα με τις διατάξεις του Παραρτήματος 14 αυτής με τίτλο «Βασική Συμφωνία Επιπέδου Υπηρεσιών _ Τοπικός Βρόχος και Σχετικές Υπηρεσίες», και ότι με τον τρόπο αυτό παραβι− άζει την ειδική Τηλεπικοινωνιακή νομοθεσία που σκοπό έχει την εδραίωση συνθηκών ανταγωνισμού στις υπό ρύθμιση σχετικές αγορές (εν προκειμένω την Εθνική Αγορά Χονδρικής Παροχής Αδεσμοποίητης Πρόσβασης (Πλήρως και Μεριζόμενης) σε Μεταλλικούς Βρόχους και Υποβρόχους για το σκοπό της παροχής ευρυζωνικών και φωνητικών υπηρεσιών). Με βάση τα στοιχεία που έχει η ΕΕΤΤ στην διάθεσή της (έως και Δεκέμβριο 2008) προκύπτει ότι δύναται να παρατηρηθεί σημαντική βελτίωση όσον αφορά στους χρόνους παράδοσης βρόχων, καλωδίων και αποκατά− στασης βλαβών του ΟΤΕ χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουν επιτευχθεί πλήρως οι προβλεπόμενες στο Παράρ− τημα 14 της υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 429/015/2007 (RUO 2007) προθεσμίες.
- Το ζήτημα της συμμόρφωσης της εταιρείας ΟΤΕ ΑΕ με την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 482/051/27.5.2008 «Μεθοδολογίες/ Αρχές Κοστολόγησης και Λογιστικού Διαχωρισμού για την υλοποίηση των επιβληθέντων στον ΟΤΕ ρυθμιστικών υποχρεώσεων ελέγχου τιμών, κοστολόγησης και λογι− στικού διαχωρισμού στις επιμέρους ορισθείσες αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών και λοιπές ρυθμίσεις» (ΦΕΚ 1151/Β/24.6.2008) Δια της υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ. 482/051/27.5.2008 απόφασης ΕΕΤΤ «Μεθοδολογίες/ Αρχές Κοστολόγησης και Λογιστι− κού Διαχωρισμού για την υλοποίηση των επιβληθέντων στον ΟΤΕ ρυθμιστικών υποχρεώσεων ελέγχου τιμών, κοστολόγησης και λογιστικού διαχωρισμού στις επιμέ− ρους ορισθείσες αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών και λοιπές ρυθμίσεις» (ΦΕΚ 1151/Β/24.06.2008), εξειδικεύονται και ρυθμίζονται αναλυτικά οι λεπτομέρειες εφαρμογής των επιβληθεισών στην κατέχουσα ΣΙΑ εταιρεία ΟΤΕ ΑΕ, υποχρεώσεων κοστολόγησης και λογιστικού διαχωρι− σμού στις επιμέρους ορισθείσες αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών και των χρονοδιαγραμμάτων υποβολής στοιχείων και ελέγχου αυτών, με στόχο τη διασφάλιση της συμμόρφω− σής της με τις ρυθμιστικές υποχρεώσεις ελέγχου τιμών, κοστολόγησης και λογιστικού διαχωρισμού καθώς και την αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής της διαφά− νειας, στις εν λόγω αγορές σύμφωνα με τις αντίστοιχες αποφάσεις της ΕΕΤΤ. Η εταιρεία ΟΤΕ ΑΕ υπέβαλε τα στοιχεία που αφο− ρούσαν τον Λογιστικό Διαχωρισμό και τους πίνα− κες του LRIC στις 9.12.2008 (επιστολή ΟΤΕ υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 64311/9.12.2008) ήτοι με σημαντική καθυστέρηση όπως κρίθηκε και στα πλαίσια της υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 519/056/14.4.2009 (ΦΕΚ 837/Β/6.5.2009) Όσον αφορά την πληρότητα των στοιχείων που οφείλει να υποβάλει ο ΟΤΕ βάσει της υπ’ αριθμ. 482/ 051/27.5.2008 απόφασης της ΕΕΤΤ «Μεθοδολογίες/ Αρ− χές Κοστολόγησης και Λογιστικού Διαχωρισμού για την υλοποίηση των επιβληθέντων στον ΟΤΕ ρυθμιστι− κών υποχρεώσεων ελέγχου τιμών, κοστολόγησης και λογιστικού διαχωρισμού στις επιμέρους ορισθείσες αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών και λοιπές ρυθμί− σεις» (ΦΕΚ 1151/Β/24.6.2008), η ΕΕΤΤ απεφάνθη τα εξής στα πλαίσια της υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 519/056/14.4.2009 (ΦΕΚ 837/Β/6.5.2009) «ΜΕΡΟΣ VIII: ΛΟΓΙΣΤΙΚΟΣ ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΣ / Ευρήματα του Ελέγχου Σύμφωνα με την απόφαση 482/051/26.05.2008 της ΕΕΤΤ, ο ΟΤΕ καλείται να καταρτίζει καταστάσεις λογι− στικού διαχωρισμού με βάση το σύστημα ΠΚΚ−ΤΚ και ΜΜΕΚ−ΤΚ. Με την υπ’ αριθμ. ΕΕΤΤ 64311/9.12.2008 επιστολή του, ο ΟΤΕ υπέβαλε καταστάσεις λογιστικού διαχωρισμού, καθώς και την ακολουθούμενη μεθοδολογία. Ο ΟΤΕ παρουσίασε αναλυτικές καταστάσεις Λογι− στικού Διαχωρισμού για κάθε επιχειρησιακή λειτουρ− ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ) γία χωριστά καθώς ανά ρυθμιζόμενη αγορά και ανά υπηρεσία. Διαπιστώθηκαν τα εξής:
- Ορισμένες σχέσεις αντιστοίχησης μεταξύ λιανικών και χονδρικών αγορών δεν έχουν υλοποιηθεί ορθώς. Ενδεικτικά αναφέρεται, δεν υπάρχει απευθείας σχέση αντιστοίχησης μεταξύ υπηρεσιών μισθωμένων γραμμών λιανικής και υπηρεσιών τερματικών και ζευκτικών τμημά− των μισθωμένων γραμμών χονδρικής. (Βλέπε αναλυτικά Παραδοτέο 4) Σύσταση: Ο ΟΤΕ πρέπει να ενσωματώσει, από τον επόμενο κοστολογικό έλεγχο, τις αναγκαίες τροποποι− ήσεις στο κοστολογικό του σύστημα, προκειμένου να υλοποιούνται ορθά οι σχέσεις αντιστοίχησης μεταξύ χονδρικών και λιανικών υπηρεσιών.
- Στις καταστάσεις που υποβλήθηκαν από τον ΟΤΕ προς δημοσίευση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 9 της απόφασης της ΕΕΤΤ υπ’ αριθμ. 482/051/2008, δεν έχουν συμπεριληφθεί στοιχεία όγκων προς πελάτες και στοιχεία όγκων ιδιοπαροχής. Σύσταση: Ο ΟΤΕ οφείλει να συμπεριλάβει τα στοιχεία όγκων προς πελάτες και τα στοιχεία όγκων ιδιοπαροχής.
- Σε επίπεδο παροχής υπηρεσιών λιανικής, δεν υπάρ− χουν στοιχεία ανά μονάδα υπηρεσίας. Σύσταση: Ο ΟΤΕ πρέπει να παρέχει σε επίπεδο πα− ροχής υπηρεσιών λιανικής στοιχεία ανά μονάδα υπη− ρεσίας.
- Κατά τη διαδικασία ελέγχου ύπαρξης συμφιλίω− σης, διαπιστώθηκαν κάποιες αποκλίσεις μεταξύ των δεδομένων εισόδου του κοστολογικού μοντέλου του ΟΤΕ (με προϋπολογιστικά στοιχεία έτους 2007) και των καταστάσεων λογιστικού διαχωρισμού (με απολογιστικά στοιχεία έτους 2007). (Βλέπε αναλυτικά Παραδοτέο 4). Ωστόσο, σύμφωνα με την απόφαση της ΕΕΤΤ, πρέπει να επιτυγχάνεται πλήρης συμφιλίωση μεταξύ του κο− στολογικού μοντέλου και των καταστάσεων λογιστικού διαχωρισμού. Σύσταση: Ο ΟΤΕ πρέπει να προβαίνει σε πλήρη συμ− φιλίωση μεταξύ του κοστολογικού μοντέλου και των καταστάσεων λογιστικού διαχωρισμού. ……………………………………………………………………………………………. v. να υποβάλει προς έγκριση στην ΕΕΤΤ τις καταστά− σεις λογιστικού διαχωρισμού προκειμένου να επιτευχθεί πλήρης συμφιλίωση μεταξύ αυτών και του κοστολογικού του μοντέλου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 8, παρ. 4, στοιχ. vi, της απόφασης της ΕΕΤΤ υπ’ αριθμ. 482/051/24.6.2008, και εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα
(30)ημερών από την κοινοποίηση στον ΟΤΕ της παρούσας.». Στα πλαίσια των ως άνω συστάσεων της ΕΕΤΤ, ο ΟΤΕ υπέβαλε σχετικά στοιχεία δια της υπ’ αριθμ. ΕΜΠ.ΥΠΗΡ. 2313/Φ.960/11.5.2009 επιστολής του, την πληρότητα και την επάρκεια των οποίων ήλεγξε η ΕΕΤΤ. 2.3 Nομοθεσία περί ανταγωνισμού (ex−post)
(1)Το άρθρο 2 του ν. 703/1977 «Περί ελέγχου μονοπω− λίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού» το οποίο επαναλαμβάνει κατ’ ουσία το άρθρο 82 ΣυνθΕΚ, προβλέπει τα εξής: «Απαγορεύεται η υπό μιας ή περισσοτέρων επιχειρή− σεων καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσποζούσης θέσεως αυτών επί του συνόλου ή μέρους της αγοράς της χώρας. Η καταχρηστική αύτη εκμετάλλευση δύναται να συνίσταται ιδίως: 17603 α) στον άμεσο ή έμμεσο εξαναγκασμό προς καθορι− σμό είτε των τιμών αγοράς ή πωλήσεως είτε άλλων μη ευλόγων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό της παραγωγής, της καταναλώ− σεως ή της τεχνολογικής αναπτύξεως, επί ζημία των καταναλωτών, γ) στην εφαρμογή άνισων όρων για ισοδύναμες πα− ροχές, ιδίως στην αδικαιολόγητη άρνηση πωλήσεων, αγορών ή άλλων συναλλαγών, κατά τρόπον ώστε ορι− σμένες επιχειρήσεις να τίθενται σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, δ) στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων εκ της παρά των αντισυμβαλλομένων αποδοχής προσθέτων παροχών, ή συνάψεως προσθέτων συμβάσεων οι οποί− ες, κατά την φύση τους ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν συνδέονται μετά του αντικειμένου των συμβάσεων τούτων.» Προϋπόθεση συνεπώς για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 2 είναι να συντρέχουν σωρευτικά τα στοι− χεία της «δεσπόζουσας θέσης» και «κατάχρησης» αυτής αναφορικά με τα οποία σημειώνονται τα εξής:
(2)Προσδιορισμός δεσπόζουσας θέσης Η νομολογία του ΔΕΚ και αναφορικά με το Άρθρο 82, έχει θεωρήσει ότι η έννοια της «δεσπόζουσας θέ− σης» δεν είναι μια έννοια που δύναται να οριστεί στο κενό
- O έλεγχος του εάν μια εταιρεία βρίσκεται σε «δεσπόζουσα θέση» πρέπει να γίνεται αναφορικά με μια (σχετική) αγορά. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΔΕΚ, η «σχετική αγορά» προϊόντων/υπηρεσιών περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που είναι επαρκώς εναλλάξιμα ή υποκατά− στατα, όχι μόνο αναφορικά με τα αντικειμενικά χαρακτηρι− στικά τους, βάσει των οποίων είναι ιδιαίτερα κατάλληλα για την ικανοποίηση των διαρκών αναγκών των καταναλωτών, τις τιμές τους ή την επιδιωκόμενη χρήση τους, αλλά και τις συνθήκες του ανταγωνισμού όπως και την ύπαρξη της προσφοράς και της ζήτησης στην εν λόγω αγορά.2 Προκειμένου να ελεγχθούν ποιά είναι αυτά τα προι− όντα/υπηρεσίες που δύνανται να αποτελέσουν επαρκή ανταγωνιστικά υποκατάστατα των προιόντων/υπηρε− σιών μιας εταιρείας και άρα να αποτελέσουν τη «σχε− τική αγορά», η οικονομική θεωρία ορίζει ότι πρέπει να εξετάζονται οι εξής παράγοντες: (α) η εναλλαξιμότητα της ζήτησης (β) η εναλλαξιμότητα της προσφοράς Ο παράγοντας της «Εναλλαξιμότητας της ζήτησης» υφίσταται όταν σε κάθε περίπτωση αλλαγής της τιμής ενός προϊόντος/υπηρεσίας οι καταναλωτές «μεταπη− δούν» σε ένα άλλο προϊόν/υπηρεσία, και η εξέτασή του είναι καθοριστική για τον ορισμό της «σχετικής αγο− ράς» δεδομένου ότι μας δείχνει ποιές είναι σε κάθε περίπτωση οι «σημαντικές» ανταγωνιστικές πιέσεις που υφίσταται τα προϊόντα/υπηρεσίες μιας εταιρείας από απόψεως ζήτησης. 1 Υπόθεση 6/72 Europemballage Corp. and Continental Can Co. Inc. v. Commission [1972] ECR 215, 2 Bλέπε Υπόθεση αριθμ. C−333/94 P Tetra Pak κατά Επιτροπής [1996] Συλλογή Ι−5951, παράγραφος 13, Υπόθεση αριθμ. 31/80 L’ Orial [1980] Συλλογή 3775, παράγραφος 25, Υπόθεση αριθμ. 322/81 Michelin κατά Επιτροπής [1983] Συλλογή 3461, παράγραφος 37, Υπόθεση αριθμ. C− 62/86 AkzoChemie κατά Επιτροπής [1991] Συλλογή Ι−3359, Υπόθεση αριθμ. Τ−504/93 Tierci Ladbroke κατά Επιτροπής [1997] Συλλογή ΙΙ−923, παράγραφος 81, Τ−65/96, Kish Glass κατά Επιτροπής [2000] Συλλογή ΙΙ−1885, παράγραφος 62, Υπόθεση αριθμ. C−475/99, Firma Ambulanz v Landkreis Sodwestpfalz [2001] Συλλογή Ι−0003, παράγραφος
- 17604 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ) Ο παράγοντας της «Εναλλαξιμότητας της προσφο− ράς» υφίσταται όταν σε κάθε περίπτωση αύξησης της τιμής ενός προϊόντος/υπηρεσίας οι παραγωγοί «μετα− πηδούν» σε άλλες μεθόδους παραγωγής προκειμένου να εισάγουν αντίστοιχο προϊόν/υπηρεσία, και η εξέταση του είναι εξίσου σημαντική για τον ορισμό της «σχετικής αγοράς» δεδομένου ότι μας δείχνει τις κατά περίπτωση ανταγωνιστικές πιέσεις που υφίσταται τα προϊόντα/υπη− ρεσίες μιας εταιρείας από απόψεως προσφοράς. Σημειώνεται δε ότι σύμφωνα με την πάγια Νομολογία του ΔΕΚ, η σχετική γεωγραφική αγορά αντιστοιχεί στην περιοχή, όπου οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις δραστηρι− οποιούνται στην προσφορά και τη ζήτηση των σχετικών προϊόντων ή υπηρεσιών και όπου οι συνθήκες του αντα− γωνισμού είναι επαρκώς ομογενείς, − με την έννοια, ότι υφίσταται μία ζώνη εντός της οποίας οι αντικειμενικοί όροι ανταγωνισμού των εν λόγω προϊόντων/υπηρεσιών και ιδί− ως η ζήτηση εκ μέρους των καταναλωτών, είναι παρόμοιοι για όλους τους δραστηριοποιούμενους επιχειρηματικούς φορείς, − και η οποία περιοχή μπορεί να διακριθεί από γειτονικές κυρίως περιοχές, διότι στις τελευταίες οι συν− θήκες του ανταγωνισμού διαφέρουν σημαντικά. (Βλ. ΔΕΚ, απόφαση της 14.2.1978, 27/1976, United Brands κατά Επιτρο− πής, Συλλογή, τόμος 1978, σελ. 75, παρ. 44, Michelin,παρ. 26, Υπόθεση αριθμ. 247/1986 Alsatel κατά Novasamm [1988], Συλλογή 5987, παρ. 15 Tierce Ladbroke κατά Επιτροπής, παρ.
- Βλέπετε επίσης της Access Notice, παρ. 54). To επόμενο σημαντικό στάδιο έρευνας στα πλαίσια της εφαρμογής του Άρθρου 2 του ν. 703/1977 [Άρθρου 82 της Συνθ.ΕΚ] έχει να κάνει με την εξέταση του εάν μια εταιρεία κατέχει “δεσπόζουσα θέση’ στην εν λόγω αγορά. Σε αυτά τα πλαίσια, πρέπει να επισημανθεί ότι η έν− νοια της «δεσπόζουσας θέσης» έχει καταρχήν οριστεί από το ΔΕΚ ως εξής: «Η δεσπόζουσα θέση ορίζεται.... ως η θέση οικονομικής ισχύος την οποία κατέχει μία επιχείρηση η οποία της επιτρέπει να εμποδίζει την ύπαρξη (ή την διατήρηση) αποτελεσματικού ανταγωνισμού στη σχετική αγορά και της προσφέρει τη δυνατότητα να συμπεριφέρεται, σε σημαντικό βαθμό, ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές και πελάτες της και τελικά από τους καταναλωτές
- Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΔΕΚ, μολονότι η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης κατά κανόνα δεν μπορεί να διαπιστωθεί λαμβάνοντας υπόψη αποκλειστικά και μόνο το μεγάλο μερίδιο στην αγορά, σημαντικά προβλήματα δεσπόζουσας θέσης προκύπτουν στην περίπτωση επιχει− ρήσεων με μερίδια αγοράς που υπερβαίνουν το 40%. Τα υπερβολικά μεγάλα μερίδια αγοράς – δηλαδή αυτά που υπερβαίνουν το 50% – αποτελούν, εκτός εξαιρετικών πε− ριπτώσεων, ουσιώδη ένδειξη δεσπόζουσας θέσης.4 Πέραν του μεριδίου αγοράς η εξέταση της ύπαρξης δεσπόζου− σας θέσης ή μη βασίζεται στον έλεγχο της ύπαρξης ή μη, υψηλών φραγμών εισόδου στην αγορά. Με την έννοια αυτή εννοούνται στοιχεία τα οποία αποτελούν για λόγους πραγ− ματικούς ή νομικούς εμπόδια για την είσοδο ανταγωνιστών στην αγορά και άρα στοιχεία τα οποία συντελούν στην 3 ΔΕΚ CBEM v. CLT και IPB, Υπόθεση 311/84 [1985] ECR 3261, παρ.
- Βλέπε επίσης Michelin, 322/81 [1983] ECR
- Επίσης: Υπόθεση αριθμ. 27/76 United Brands κατά Επιτροπής [1978], Συλλογή 207, παρ.
- 4 Υπόθεση αριθμ. C−62/86 AKZO κατά Επιτροπής, [1991], Συλλογή Ι−3359, παρ.
- Υπόθεση αριθμ. Τ−228/97, Irish Sugar κατά Επιτροπής, [1999] Συλ− λογή ΙΙ−2969, παρ.
- Υπόθεση αριθμ. C−85/76, Hoffmann−La Roche κατά Επιτροπής (Vitamins), [1979] ECR 461, παρ.
- Υπόθεση αριθμ. Τ−139/98, AAMS και λοιποί κατά Επιτροπής [2001] Συλλογή ΙΙ−3413, παρ.
- διατήρηση ή επέκταση της ήδη υπάρχουσας δεσπόζουσας θέσης. H συνολική δύναμη μίας επιχείρησης, η οικονομική της επάρκεια, η καθετοποιημένη της δομή και κυρίως η δυνατότητα της να έχει αποκλειστική ή και απλά εκτενή πρόσβαση σε πρώτες ύλες, υποδομές και τεχνογνωσία, ακόμα και η εκτενής εμπειρία, αποτελούν βασικά στοιχεία τα οποία λαμβάνονται υπ’όψιν ιδιαίτερα σε αγορές όπου απαιτείται εκτενής και μακροχρόνια επένδυση5.
(3)Kατάχρηση δεσπόζουσας θέσης Η έννοια της κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης έχει υποστεί εκτενή νομολογιακή επεξεργασία από το ΔΕΚ. Σύμφωνα με το ΔΕΚ η έννοια της καταχρηστικής εκμε− τάλλευσης είναι αντικειμενική και αφορά τη συμπεριφορά συγκεκριμένης επιχειρήσεως κατέχουσας δεσπόζουσα θέση, συμπεριφορά η οποία είναι σε θέση να επηρεάσει τη δομή μιας αγοράς όπου, λόγω ακριβώς της υπάρξεως της εν λόγω επιχειρήσεως, ο βαθμός ανταγωνισμού είναι ήδη μειωμένος, και η οποία έχει ως συνέπεια την παρεμπόδιση, με την προσφυγή σε μέσα διαφορετικά εκείνων που διέ− πουν τον φυσιολογικό ανταγωνισμό επί των προϊόντων ή υπηρεσιών βάσει των συναλλαγών των επιχειρήσεων, της διατήρησης του υφισταμένου ακόμα στην αγορά βαθμού ανταγωνισμού ή της ανάπτυξής του.6 Άμεσο αποτέλεσμα των παραπάνω είναι ότι σε αντί− θεση με όλες τις άλλες επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις με δεσπόζουσα θέση στην αγορά έχουν ιδιαίτερη υποχρέωση (“special responsibility”) να μην ενεργούν με τρόπο που περι− ορίζει τον ανταγωνισμό, αποφεύγοντας τις ενέργειες που σε μη δεσπόζουσες επιχειρήσεις επιτρέπονται.7 H έκταση της ιδιαίτερης ευθύνης των επιχειρήσεων με δεσπόζουσα θέση εξαρτάται και επεκτείνεται από γενικότερες συνθήκες κάθε υπόθεσης και την ιδιαίτερη δύναμη της επιχείρησης με δεσπόζουσα θέση
- Στην περίπτωση επιχειρήσεων οι οποίες κατέχουν δεσπόζουσα θέση σε αγορές που χαρα− κτηρίζονται από υψηλούς φραγμούς εισόδου για νεοεισερ− χόμενους, η ιδιαίτερη ευθύνη είναι μεγαλύτερη. Ιδιαίτερα όταν οι υψηλοί φραγμοί εισόδου αφορούν αγορές υψηλής τεχνολογίας που βασίζονται στην εκτενή και βαριά υποδο− μή σε συνδυασμό με την δυνατότητα τεχνικής ανάπτυξης μέσω και της εκμετάλλευσης δικαιωμάτων βιομηχανικής και πνευματικής ιδιοκτησίας, η επιχείρηση που βρίσκεται σε αυτή την θέση οφείλει αφ’ ενός μεν να μην περιορίζει τον ήδη δύσκολο ανταγωνισμό εξωθώντας άλλες επιχειρήσεις εκτός αγοράς, αφ’ ετέρου αν της έχουν επιβληθεί για αυτό το λόγο συγκεκριμένες πρόσθετες υποχρεώσεις με σκοπό την μείωση ή άρση των φραγμών εισόδου, να μην αναιρεί με την συμπεριφορά της αυτές τις υποχρεώσεις. Αυτή είναι η περίπτωση των αγορών στις οποίες παραδοσιακά κυρι− αρχούσε ένα νομικό μονοπώλιο και οι οποίες βρίσκονται σε διαδικασία απελευθέρωσης ο δε φορέας του νομικού μονοπωλίου διατηρεί τη δεσπόζουσα θέση του. Αυτή ακρι− βώς η λειτουργία επιδιώκεται από την κοινοτική νομοθεσία περί τηλεπικοινωνιών που αντικείμενο έχει την δυνατότητα παροχής πρόσβασης στο δίκτυο και τις υπηρεσίες του νομικού μονοπωλίου σε συνθήκες που να επιτρέπουν (α)
- Eνδεικτικά Bellamy & Child, European Community Law of Competition, 5th edition, London 2002, σ.707 επ. 6 Hoffmann−La Roche κατά Επιτροπής (Vitamins), Υπόθεση 85/76, [1979] ECR 461, σκέψη
- Βλέπε επίσης Michelin κατά Επιτροπής, Υπόθεση 322/81, [1983] ECR 3461, σκέψη 70, όπως και την Akzo κατά Επιτροπής, σκέψη
- 7 Eνδεικτικά Yπόθεση T−111/96 ITT Promedia N.V. v. Commission, [1998] ECR II, 2937 8 Eνδεικτικά Yπόθεση C−395 Compagnie Moritime Belge Transports v. Commission [2000]ECR I
- ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ) την ανάπτυξη αντίστοιχων υποδομών όχι με την άμεση ή συνολική επένδυση για την δημιουργία τους αλλά τη σταδιακή δημιουργία τους και (β) τον ανταγωνισμό στην αγορά λιανικής. (Bellamy and Child, ο.π, σ. 710). Πέραν των ανωτέρω πρέπει να τονισθεί ότι η κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης δεν προϋποθέτει υπαιτιότητα και η ανυπαρξία της δεν ασκεί επιρροή στην εγκυρότητα της πράξης (Διοικ. Εφ. Αθ. 387/1992). H κατάχρηση δεσπόζου− σας θέσης είναι έννοια αντικειμενική.9 Συνεπώς, κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης υπάρχει κατ΄ αρχήν και χωρίς προϋπό− θεση ή σκοπό της δεσπόζουσας επιχείρησης να προβεί σε κατάχρηση, ενώ το Πρωτοδικείο έχει αποφανθεί ότι «οσάκις μία ή περισσότερες επιχειρήσεις που κατέχουν δεσπόζουσα θέση θέτουν πράγματι σε εφαρμογή πρακτική με σκοπό τον εξοβελισμό ανταγωνιστή», το γεγονός ότι δεν επιτεύχθηκε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα δεν αρκεί για να απαλειφθεί ο χαρακτηρισμός της καταχρήσεως δεσπόζουσας θέσεως κατά την έννοια του άρθρου [86] της Συνθήκης».10 Eίναι επίσης νομολογιακά σαφές ότι η κατάχρηση δε− σπόζουσας θέσης δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι στη συγκεκριμένη αγορά δεν πρέπει να υπάρχει κανένας ανταγωνισμός και ότι οι τυχόν υπάρχοντες ανταγωνιστές προϋποτίθεται ότι δεν μπορούν καθόλου να αντιδράσουν στην δύναμη της επιχείρησης με δεσπόζουσα θέση. Όπως αναφέρει το ΔEK η ύπαρξη ζωντανού ανταγωνισμού (“lively competition”) δεν περιορίζει σε τίποτα την δεσπόζουσα θέση, ιδιαίτερα αν προκύπτει ότι η επιχείρηση με δεσπόζουσα θέση μπορεί και περιορίζει τον ανταγωνισμό ακόμα και σε αυτές τις συνθήκες. Tούτο ισχύει και αν ακόμα οι ανταγωνι− στές της επιχείρησης με δεσπόζουσα θέση μπορούν ακόμα και να ακολουθήσουν αντίστοιχες μεθόδους παραγωγής ή διάθεσης και προβολής των υπηρεσιών τους.11 Τέλος είναι σαφές ότι τόσο το άρθρο 82 Συνθ. ΕΚ όσο και το άρθρο 2 του ν. 703/1977 αναφέρονται κατά τρόπο μη περι− οριστικό σε ορισμένες περιπτώσεις κατάχρησης δεσπόζου− σας θέσης (Λιακόπουλος, Βιομηχανική Ιδιοκτησία, σ. 556).
(4)Μορφές κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης Συμπίεση Τιμών (“Margin Squeeze”) Συμπεριφορά που δύναται να συνιστά κατάχρηση στα πλαίσια του άρθρο 2 του ν. 703/1977 (άρθρο 82 της Συνθ. ΕΕ) είναι η πρακτική της «συμπίεσης τιμών/περιθωρί− ου». Όπως ορίζεται στις παραγράφους 117 και 118 της Access Notice «117…..τέτοια πρακτική προκύπτει ιδίως αν αποδειχθεί ότι μια επιχείρηση δεν θα μπορούσε να ασκήσει αποδοτικές δραστηριότητες επομένων σταδί− ων, βασιζόμενη στην τιμή που το τμήμα της προηγού− μενων σταδίων εφαρμόζει στους ανταγωνιστές της.» Πιο συγκεκριμένα, «ο φορέας πρόσβασης που κατέχει δεσπόζουσα θέση θα μπορούσε να αποκρύψει το γε− γονός ότι ένα από τα τμήματα δραστηριοτήτων των επόμενων σταδίων σημειώνει ζημίες, καταλογίζοντας στις δραστηριότητες αυτές που συνδέονται με την πρόσβαση, το κόστος το οποίο υπό κανονικές συνθή− κες θα έπρεπε να καταλογίζεται στις δραστηριότητες 9 Hoffmann−La Roche κατά Επιτροπής (Vitamins), Υπόθεση 85/76, [1979] ECR 461, σκέψη
- Βλέπε επίσης Michelin κατά Επιτροπής, Υπόθεση 322/81, [1983] ECR 3461, σκέψη 70, όπως και την Akzo κατά Επιτροπής, σκέψη 69 10 Compagnie Maritime Belge Transports v. Commission, T−24/93 [1996] ECR II 1201 σκέψη
- 11 “thus, although, as UBC has pointed out, it is true that competitors are able to use the same methods of production and distribution as the applicant, they come up against almost insuperable practical and financial problems”. Βλέπε United Brands Company and United Brands Continental BV v. Commission, Yπόθεση 27/76 [1978] ECR 207, σημείο 123 και ανάλογα Hoffmann−La Roche κατά Επιτροπής (Vitamins), Υπόθεση 85/76, [1979] ECR 461, σκέψη
- 17605 επόμενων σταδίων ή εμφανίζοντας ανακριβείς εσωτε− ρικές τιμές μεταφοράς». «118….Σε ορισμένες περιπτώ− σεις, η πρακτική συμπίεσης των περιθωρίων κέρδους μπορεί να ελεγχθεί, αποδεικνύοντας ότι το περιθώριο μεταξύ της τιμής που επιβάλλεται για την πρόσβαση που χρεώνεται στους ανταγωνιστές στην αγορά επό− μενων σταδίων, (περιλαμβανομένων ενδεχομένως των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων επόμενων σταδίων της δεσπόζουσας εταιρείας), και της τιμής που χρεώνει ο προμηθευτής φορέας εκμετάλλευσης του δικτύου στην αγορά υπηρεσιών επόμενων σταδίων είναι ανε− παρκές για να επιτρέπει σε παρέχοντα υπηρεσίες με εύλογη αποδοτικότητα στην αγορά επόμενων σταδίων να επιτυγχάνει φυσιολογικό επίπεδο κέρδους −εκτός εάν η δεσπόζουσα εταιρεία μπορεί να αποδείξει ότι οι δραστηριότητές της στον τομέα των επόμενων σταδίων είναι εξαιρετικά αποδοτικές−.». Σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στο από 2.12.2008 Σχέδιο Ανακοίνωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τίτλο “Communication from the Commission – Guidance on the Commission’s Enforcement Priorities in Applying Article 82 EC Treaty to Abusive Exclusionary Conduct by Dominant Undertakings’”, Brussels, 3 December 2008, COM
(2008): “79……In margin squeeze cases the benchmark which the Commission will generally rely on to determine the costs of an efficient competitor are the LRAIC of the downstream division of the integrated dominant firm.” “In some cases, however, the LRAIC of a non−integrated competitor downstream might be used as the benchmark, for example when it is not possible to clearly allocate the dominant firm’s costs to downstream and upstream operations.(ftn.55 p.24)”. Σε υποθέσεις συμπίεσης περιθωρίου συνεπώς, το σημείο αναφοράς της Κοινότη− τας για τον προσδιορισμό του κόστους ενός αποδοτικού ανταγωνιστή είναι το κόστος του λιανικού τμήματος της καθετοποιημένης δεσπόζουσας επιχείρησης. Ωστόσο, σε περιπτώσεις όπου δεν είναι δυνατό να προσδιορισθεί ξε− κάθαρα το κόστος της δεσπόζουσας επιχείρησης (και ει− δικότερα να προσδιορισθεί εάν ανήκει σε δραστηριότητες προηγούμενων ή επόμενων σταδίων), το σημείο αναφοράς που θα χρησιμοποιεί η Κοινότητα θα είναι το κόστος ενός μη−καθετοποιημένου ανταγωνιστή. Παράβαση της Ιδιαίτερης Ευθύνης μη Περιορισμού του Ανταγωνισμού. Συμπεριφορά που επίσης δύναται να συνιστά κατάχρηση στα πλαίσια του άρθρο 2 του ν. 703/1977 (άρθρο 82 της Συνθ.ΕΕ) είναι «η παράβαση μιας επιχείρησης κατέχουσας δεσπόζουσα θέση στην αγορά, της ιδιαίτερης ευθύνης της για μη περιορισμό του ανταγωνισμού». Όπως τονίσθηκε ανωτέρω, η επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση σε μια αγορά, οφείλει αφ’ ενός μεν να μην περιορίζει τον ήδη δύσκολο ανταγωνισμό εξωθώντας άλλες επιχειρή− σεις εκτός αγοράς, αφ’ ετέρου αν της έχουν επιβληθεί για αυτό το λόγο συγκεκριμένες πρόσθετες κανονιστικές υποχρεώσεις με σκοπό την μείωση ή άρση των φραγμών εισόδου σε συγκεκριμένες σχετικές αγορές, να μην αναιρεί με την συμπεριφορά της αυτές τις υποχρεώσεις. Η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσεως δεν αφαιρεί από μια επιχείρηση το δικαίωμα να διαφυλάττει τα εμπορικά της συμφέροντα, έχει δε την ευχέρεια να προβαίνει σε ενέργειες που κρίνει πρόσφορες για την προστασία των συμφερόντων της, πλην όμως δεν μπορούν να γίνουν δεκτές τέτοιες ενέργειες όταν η εν λόγω επιχείρηση περιορίζει δια των ενεργειών της τον ανταγωνισμό παραβαίνοντας τις επιβληθείσες σε 17606 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ) αυτήν ρυθμίσεις, ενισχύοντας ως εκ τούτου την δεσπόζου− σα θέση της ή επεκτείνοντάς την σε άλλες επηρεαζόμενες σχετικές αγορές. Αλληλένδετη Πώληση Προϊόντων/Υπηρεσιών (Tying and Bundling) Συμπεριφορά που δύναται επίσης να συνιστά κατά− χρηση στα πλαίσια του άρθρου 2 του ν. 703/1977 (άρ− θρο 82 της Συνθ.ΕΕ) είναι η πρακτική της αλληλένδε− της πώλησης προϊόντων/υπηρεσιών (πρακτικές tying / bundling). Η πρακτική “tying” αναφέρεται συγκεκριμένα σε περιπτώσεις όπου οι πελάτες οι οποίοι αγοράζουν ένα προϊόν εξαναγκάζονται να προβούν στην αγορά και ενός άλλου προϊόντος από την έχουσα δεσπόζουσα θέση στην αγορά επιχείρηση. Η εν λόγω πρακτική δύναται να εκδηλώνεται είτε με τεχνικό τρόπο είτε επί συμβατικής βάσης. Η πρακτική “bundling” από την άλλη, συνήθως ανα− φέρεται στον τρόπο με τον οποίο προϊόντα/υπηρεσίες παρέχονται και τιμολογούνται από την έχουσα δεσπό− ζουσα θέση στην αγορά επιχείρηση. Στην περίπτωση της πρακτικής του “pure bundllng” τα προϊόντα/υπηρεσίες παρέχονται μόνο συνδυαστικά σε σταθερές αναλογί− ες. Στην περίπτωση της πρακτικής του “mixed bundling” –το οποίο είθισται να αναφέρεται και ως “multiproduct rebates” – «εκπτώσεις πακέτου»− τα προϊόντα/υπηρεσίες διατίθενται και χωριστά, αλλά το άθροισμα των τιμών τους όταν διατίθενται χωριστά είναι υψηλότερο από την τιμή του πακέτου (“bundled price”). Δια της πρακτικής του “tying και bundling” μια επιχεί− ρηση η οποία κατέχει δεσπόζουσα θέση σε μια εκ των σχετικών αγορών προϊόντων / υπηρεσιών που αφορά το «πακέτο» (ή άλλως η «αλληλένδετη παροχή») υπηρε− σιών/προϊόντων, δύναται να ενισχύσει την αγοραστική της ισχύ σε αυτήν, ή/και να μεταφέρει την εν λόγω αγοραστική ισχύ (leverage of market power) σε μια άλλη σχετική αγορά (του ως άνω «πακέτου» προϊόντων/υπη− ρεσιών) παρεμποδίζοντας τον ανταγωνισμό και ζημιώ− νοντας ως εκ τούτου τον τελικό καταναλωτή12 Ειδικά όσον αφορά τις επιπτώσεις που δύναται να επι− φέρει στον ανταγωνισμό η πρακτική του “mixed bundling” 12 Βλ. Παριθμ. 51 έως και 57 του από 2.12.2008 Σχεδίου Ανακοίνωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τίτλο “Communication from the Commission – Guidance on the Commission”s Enforcement Priorities in Applying Article 82 EC Treaty to Abusive Exclusionary Conduct by Dominant Undertakings””, Brussels, 3 December 2008, COM
(2008): “51. Tying or bundling may lead to anticompetitive effects in the tied market, the tying market, or both at the same time. However, even when the aim of the tying or bundling is to protect the dominant undertaking”s position in the tying market, this is done indirectly through foreclosing the tied market…..”. “52. The risk of anticompetitive foreclosure is expected to be greater where the dominant undertaking makes the tying or bundling strategy a lasting one, for example through technical tying which is costly to reverse. Technical tying also reduces the opportunities for resale of individual components.” “53. In the case of bundling, the undertaking may have a dominant position for more than one products in the bundle. The greater the number of such products in the bundle, the stronger the likely anticompetitive foreclosure. This is particularly true if the bundle is difficult for a competitor to replicate, either on its own or in combination with others”. “54. The tying may lead to less competition for customers interested in buying the tied product, but not the tying product. If there is not a sufficient number of customers who will buy the tied product alone to sustain competitors of the dominant undertaking in the tied market, the tying can lead to these customers facing higher prices.” ”56. If the prices the dominant undertaking can charge in the tying market are regulated, tying may allow the dominant firm to raise prices in the tied market in order to compensate for the loss of revenue caused by the regulation in the tying market.” “57. If the tied product is an important complementary product for customers of the tying product, a reduction of alternative suppliers of the tied product and hence a reduced availability of this product can make entry to the tying market alone more difficult” (ή άλλως “multiproduct rebates”) η Ανακοίνωση της Ευρω− παϊκής Επιτροπής “Communication from the Commission – Guidance on the Commission’s Enforcement Priorities in Applying Article 82 EC Treaty to Abusive Exclusionary Conduct by Dominant Undertakings”, ορίζει τα κάτωθι: “58. A multi product rebate may be anticompetitive on the tied or the tying market if it is so large that as efficient competitors offering only some of the components cannot compete against the discounted bundle. 59. In theory, it would be ideal if the effect of the rebate could be assessed by examining whether the incremental revenue covers the incremental costs for each product in the dominant undertaking”s bundle. However, in practice assessing the incremental revenue is complex. Therefore, in its enforcement practice the Commission will in most situations use the incremental price as a good proxy. If the incremental price that customers pay for each of the dominant undertaking”s products in the bundle remains above the LRAIC of the dominant firm from including this product in the bundle, the Commission will normally not intervene since an equally efficient competitor with only one product should in principle be able to compete profitably against the bundle. Enforcement action may however be warranted if the incremental price is below the LRAIC, because in such a case even an equally efficient competitor may be prevented from expanding or entering. 60. If the evidence suggests that competitors to the dominant undertaking are selling identical bundles, or could do so in a timely way without being deterred by possible additional costs, the Commission will generally regard this as bundle competing against a bundle, in which case the relevant question is not whether the incremental revenue covers the incremental costs for each product in the bundle, bur rather whether the price of the bundle as a whole is predatory. 61. Provided that the conditions mentioned in Section III D above are fulfilled, the Commission will look into claims by dominant undertakings that they tying and bundling practices may lead to savings in production or distribution that would benefit customers. 2.4. Υπαγωγή Πραγματικών Περιστατικών − Αξιολό− γηση της συμπεριφοράς της εταιρείας «Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος Α.Ε. (ΟΤΕ Α.Ε.) με βάση τις διατάξεις του δικαίου του ανταγωνισμού Προσδιορισμός Αγορών Σχετικά με την αξιολόγηση του ορισμού μιας αγοράς, και σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΔΕΚ, η σχετική αγορά προϊόντων/υπηρεσιών περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που είναι επαρκώς εναλλάξιμα ή υποκατάστατα, όχι μόνο αναφορικά με τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά τους, βάσει των οποίων είναι ιδιαίτερα κατάλληλα για την ικανοποίηση των διαρκών αναγκών των καταναλωτών, τις τιμές τους ή την επιδιωκόμενη χρήση τους, αλλά και τις συνθήκες του ανταγωνισμού όπως και την ύπαρξη της προ− σφοράς και της ζήτησης στην εν λόγω αγορά.13. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση παρατηρούνται τα εξής: 13 Βλέπε Υπόθεση αριθμ. C−333/94 P Tetra Pak κατά Επιτροπής [1996] Συλλογή Ι−5951, παράγραφος 13, Υπόθεση αριθμ. 31/80 L”Orial [1980] Συλ− λογή 3775, παράγραφος 25, Υπόθεση αριθμ. 322/81 Michelin κατά Επι− τροπής [1983] Συλλογή 3461, παράγραφος 37, Υπόθεση αριθμ. C−62/86 AkzoChemie κατά Επιτροπής [1991] Συλλογή Ι−3359, Υπόθεση αριθμ. T−504/93 Tierci Ladbroke κατά Επιτροπής [1997] Συλλογή ΙΙ−923, παρά− γραφος 81, T−65/96, Kish Glass κατά Επιτροπής [2000] Συλλογή ΙΙ−1885, παράγραφος 62, Υπόθεση αριθμ. C−475/99, Firma Ambulanz Glφckner v Landkreis Sόdwestpfalz [2001] Συλλογή Ι−0003, παράγραφος 33. ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ) O OTE υπέβαλε προς έγκριση στην ΕΕΤΤ το οικονομι− κό πρόγραμμα OTE talk 24x7με 60 F2M ή και απεριόρι− στες διεθνείς κλήσεις έχει τα εξής χαρακτηριστικά: • Το πρόγραμμα συνδυάζεται υποχρεωτικά με πρό− σβαση στο δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο του ΟΤΕ. • Περιλαμβάνει απεριόριστες αστικές και υπεραστικές κλήσεις (εθνικές) κλήσεις εντός δικτύου ΟΤΕ, καθώς και προς όλα τα σταθερά δίκτυα τρίτων που πραγματο− ποιούνται κάθε μέρα και ώρα της εβδομάδας με τιμή πώλησης 16,90€ ανά μήνα, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 19%. Η τροποποίηση του υφιστάμενου προγράμματος αφορά την παροχή 60 λεπτών δωρεάν κλήσεων στα− θερού ΟΤΕ προς κινητό (60’ F2M). • Παρέχεται με 6μηνη δέσμευση. Σε περίπτωση κα− τάργησης του προγράμματος, πριν τη λήξη του 6μήνου θα εφαρμόζεται τέλος απεγκατάστασης ίσο με 16€, συ− μπεριλαμβανομένου ΦΠΑ. Επίσης, η εταιρεία «ΟΤΕ Α.Ε» υπέβαλε προς έγκριση στην ΕΕΤΤ για πελάτες«ΟΤΕtalk 24/7» και πρόγραμμα παροχής απεριόριστης χρήσης διεθνούς τηλεφωνίας, σε σταθερά τηλέφωνα 46 επιλεγμένων χωρών, με επιπλέ− ον χρέωση 6€/μήνα, (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ). Το υποβληθέν προς έγκριση οικονομικό πακέτο αφορά συνεπώς στις παρακάτω υπηρεσίες: 1. Λιανικής πρόσβασης στο δημόσιo τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερή θέση. 2. Αστικών τηλεφωνικών υπηρεσιών που παρέχονται σε σταθερή θέση. 3. Εθνικών τηλεφωνικών υπηρεσιών που παρέχονται σε σταθερή θέση. 4. Διεθνών κλήσεων που παρέχονται σε σταθερή θέση. Όσον αφορά την εξέτασή του σύμφωνα με τις δι− ατάξεις του ανταγωνισμού συνεπώς, κρίσιμο είναι να εξετασθεί η ύπαρξη των κάτωθι σχετικών αγορών: i. Χονδρική αγορά Αδεσμοποίητης Πρόσβασης στον Τοπικό Βρόχο και Υποβρόχο (ΑΠΤΒ) και τις συναφείς ευκολίες. ii. Αγορά εκκίνησης κλήσεων. iii. Αγορά τερματισμού κλήσεων σε τελικούς χρήστες ανά μεμονωμένο σταθερό δίκτυο. iv. Αγορά διαβίβασης κλήσεων. v. Αγορά λιανικής πρόσβασης στο δημόσιo τηλεφωνι− κό δίκτυο σε σταθερή θέση, μέσω PSTN και BRA−ISDN συνδέσεων, για οικιακούς και μη οικιακούς πελάτες. vi. Αγορά αστικών τηλεφωνικών υπηρεσιών που παρέχονται σε σταθερή θέση για οικιακούς και μη οικιακούς πελάτες. vii. Αγορά εθνικών τηλεφωνικών υπηρεσιών (συμπεριλαμ− βανομένων των κλήσεων από σταθερό σε κινητό και των κλήσεων σε μη γεωγραφικούς αριθμούς) που παρέχονται σε σταθερή θέση για οικιακούς και μη οικιακούς πελάτες. viii. Εθνική αγορά διεθνών κλήσεων που παρέχονται σε σταθερή θέση για οικιακούς και μη οικιακούς πελάτες. (
- i)Ορισμός της σχετικής χονδρικής αγοράς Αδεσμο− ποίητης Πρόσβασης στον Τοπικό Βρόχο και Υποβρόχο (ΑΠΤΒ) και τις συναφείς ευκολίες. Ο χάλκινος τοπικός βρόχος του ΟΤΕ αποτελεί την κύ− ρια πλατφόρμα για την παροχή υπηρεσιών πρόσβασης στην Ελλάδα ενώ χρησιμοποιούνται σε περιορισμένη κλίμακα οι ασύρματες συνδέσεις και οι συνδέσεις οπτι− κών ινών. Εντούτοις, καμία από τις ανωτέρω εναλλακτι− κές λύσεις σε σχέση με τις υπηρεσίες αδεσμοποίητης πρόσβασης στο τοπικό βρόχο του εγκατεστημένου φο− ρέα εκμετάλλευσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ισο− δύναμη. Συγκεκριμένα όπως προκύπτει από την ανάλυ− 17607 ση μεταξύ των επιμέρους τεχνολογιών δεν υφίσταται υποκαταστασιμότητα ούτε από πλευράς ζήτησης ούτε από πλευράς προσφοράς μεταξύ υπηρεσιών σταθερής ασύρματης πρόσβασης / πρόσβασης μέσω οπτικών ινών και του χάλκινου δικτύου τοπικής πρόσβασης του ΟΤΕ. Αυτό προκύπτει από τις τιμολογιακές διαφοροποιήσεις μεταξύ των υπηρεσιών πρόσβασης και την περιορισμένη δυνατότητα γεωγραφικής κάλυψης των δύο τελευταίων σε σχέση με το δίκτυο τοπικής πρόσβασης του ΟΤΕ. Οι υπηρεσίες σταθερής ασύρματης πρόσβασης και χονδρικής αδεσμοποίητης πρόσβασης παρέχουν σε όποιον προσφέρει πρόσβαση στον τελικό χρήστη τον έλεγχο επί της σύνδεσης πρόσβασης του τελικού χρή− στη. Παρέχουν παρόμοια δυνατότητα ελέγχου επί των τεχνικών χαρακτηριστικών και της λειτουργικότητας των λιανικών υπηρεσιών που δύνανται να παρασχεθούν μέσω των συνδέσεων πρόσβασης. Παρομοίως, οι συνδέσεις με οπτική ίνα παρέχουν σε όποιον προσφέρει πρόσβαση στο λιανικό τελικό χρή− στη δυνατότητα ελέγχου επί της σύνδεσης του τελικού χρήστη. Δύνανται να παρέχουν τουλάχιστον την ίδια χωρητικότητα και λειτουργικότητα με τους χάλκινους βρόχους, συμπεριλαμβανομένων και των αδεσμοποίη− των βρόχων. Εντούτοις εξαιτείας της χωρητικότητας την οποία παρέχουν τα καλώδια οπτικών ινών χρη− σιμοποιούνται σχεδόν αποκλειστικά για μη οικιακούς πελάτες. Επίσης η χονδρική παροχή οπτικών ινών είναι επί του παρόντος περιορισμένη και παρέχεται σε τιμές που ουσιαστικά είναι προϊόν συμφωνίας. Περαιτέρω οι υπηρεσίες σταθερής ασύρματης πρόσβα− σης και συνδέσεων οπτικών ινών χρησιμοποιούνται επί του παρόντος αποκλειστικά για εξ’ ιδίων μέσων παρο− χή υπηρεσιών λιανικής (ή παρέχεται σε συνδεδενένους φορείς). Επομένως, δεν υφίστανται συναλλαγές που να αντανακλούν ζήτηση τρίτων μερών για χονδρική πρόσβα− ση μέσω συνδέσεων σταθερής ασύρματης πρόσβασης. Σε κάθε περίπτωση επί του παρόντος ούτε η σταθερή ασύρματη πρόσβαση ούτε η πρόσβαση μέσω οπτικής ίνας έχουν τη σχεδόν πλήρη εθνική κάλυψη του δικτύου πρόσβα− σης των μεταλλικών τοπικών βρόχων. Συγκεκριμένα, ο ΟΤΕ είναι ο μοναδικός πάροχος χάλκινων τοπικών βρόχων στην Ελλάδα.14 Το δίκτυό του διαθέτει 4.865.790 ενεργές συνδέσεις τοπικής πρόσβασης15 με σχεδόν πλήρη κάλυψη. Οι εν λόγω τοπικές συνδέσεις του ΟΤΕ αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης περιόδου, σε μεγάλο βαθμό δε, κατά το διά− στημα που ο ΟΤΕ απολάμβανε τα οφέλη των εκχωρηθέντων ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων. Αντίθετα ο αριθμός των συνδέσεων σταθερής ασύρματης πρόσβασης ο οποίος υφίσταται στην Ελλάδα είναι πολύ περιορισμένος. Πολύ πε− ριορισμένος είναι στην Ελλάδα και ο παρεχόμενος αριθμός συνδέσεων οπτικών ινών προς τελικούς χρήστες. Οι υπηρεσίες χονδρικής ευρυζωνικής πρόσβασης (π.χ. υπηρεσίες bitstream) και οι υπηρεσίες χονδρικής αδε− σμοποίητης πρόσβασης διαφοροποιούνται ως προς τη λειτουργικότητα τους. Οι υπηρεσίες χονδρικής ευρυ− ζωνικής πρόσβασης μέσω του DSL δικτύου του ΟΤΕ παρέχουν σε αυτόν που τις προμηθεύεται ένα περιο− ρισμένο πεδίο για δημιουργία λιανικών υπηρεσιών που διαφέρουν από τις προσφερόμενες από τον ΟΤΕ (ή που να είναι καινοτόμες), διότι ο ΟΤΕ ελέγχει τόσο τη χωρητικότητα όσο και τη γεωγραφική κάλυψη. 14 Στοιχεία από ΟΤΕ και Εναλλακτικούς Παρόχου 31.8.2008. 15 Στοιχεία από ΟΤΕ 31.8.2008. 17608 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ) Οι υπηρεσίες χονδρικής αδεσμοποίητης πρόσβασης παρέχουν σε αυτόν που τις προμηθεύεται τον έλεγ− χο της σύνδεσης του τοπικού βρόχου με τον τελικό χρήστη, παρέχοντάς του κατ’ αυτό τον τρόπο σχεδόν πλήρη διακριτική ευχέρεια σχετικά με τη χωρητικότη− τα των λιανικών υπηρεσιών που προσφέρει. Επιπλέον, εγκαθιστώντας το δικό του σχετικό εξοπλισμό (π.χ. DSLAM), αυτός που προμηθεύεται την υπηρεσία απο− κτά μεγαλύτερο έλεγχο επί της γεωγραφικής κάλυψης και την ανάπτυξη των λιανικών υπηρεσιών τις οποίες θα παρέχει. Ως εκ τούτου, η ΕΕΤΤ θεωρεί ότι υπάρχουν σαφείς λειτουργικές διαφορές ανάμεσα στις υπηρεσίες χονδρικής ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω του DSL δικτύ− ου του ΟΤΕ και υπηρεσιών χονδρικής αδεσμοποίητης πρόσβασης, οι οποίες αποκλείουν την ένταξή τους σε μια ενιαία σχετική αγορά προϊόντων. Περαιτέρω υφίστανται σημαντικές τιμολογιακές δια− φοροποιήσεις μεταξύ των δύο υπηρεσιών, (οι υπηρεσί− ες χονδρικής ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω του DSL δικτύου του ΟΤΕ τιμολογούνται ακριβότερα από τις υπηρεσίες χονδρικής αδεσμοποίητης πρόσβασης) που εμποδίζουν περαιτέρω την ένταξή τους σε μία ενιαία σχετική αγορά προϊόντων. Όπως περιγράφεται ανωτέρω, οι υπηρεσίες διαφο− ροποιούνται λειτουργικά. Ενώ όποιος αποκτά χονδρι− κές ευρυζωνικές υπηρεσίες μέσω του DSL δικτύου του ΟΤΕ πρέπει να προβεί σε κάποια επένδυση προκειμένου να είναι σε θέση να παρέχει λιανικές υπηρεσίες, η εν λόγω απαιτούμενη επένδυση είναι σημαντικά μικρό− τερη από την απαιτούμενη επένδυση για την παροχή λιανικών υπηρεσιών με τη χρήση υπηρεσιών χονδρικής αδεσμοποίητης πρόσβασης. Ο αποκτών αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο (ΑΠΤΒ) πρέπει να προβεί σε σημαντική επένδυση σε εξοπλισμό και πρέπει να διαχειριστεί τις υπηρεσίες του (συμπεριλαμβανομένης και της διαχείρισης σφαλμάτων – «fault management»). Περαιτέρω τα τιμολογιακά στοιχεία των εν λόγω υπη− ρεσιών υποδεικνύουν ότι είναι απίθανο οι αποκτώντες ΑΠΤΒ να ανταποκρίνονται σε μια αύξηση της τιμής των υπηρεσιών χονδρικής αδεσμοποίητης πρόσβασης της τάξης του 5% έως 10% μεταβαίνοντας σε χονδρικές ευρυζωνικές υπηρεσίες, ή αντιστρόφως. Αυτό επιβεβαι− ώνει το γεγονός ότι οι υπηρεσίες χονδρικής ευρυζωνι− κής πρόσβασης μέσω του DSL δικτύου του ΟΤΕ και οι υπηρεσίες χονδρικής αδεσμοποίητης πρόσβασης δεν εμπίπτουν στην ίδια σχετική αγορά προϊόντων. Τέλος, η σχετική εθνική γεωγραφική αγορά για την αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο είναι η Ελληνική Επικράτεια. Η ως άνω θέση βασίζεται κυρίως στο γεγονός ότι ο ΟΤΕ παρέχει τις υπηρεσίες που συ− νιστούν τη σχετική αγορά σε εθνική βάση, σε τιμή που ορίζεται ενιαία σε εθνικό επίπεδο, και με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις. Συμπερασματικά υφίσταται μια σχετική αγορά για Αδεσμοποίητης Πρόσβασης στον Τοπικό Βρόχο και Υποβρόχο (ΑΠΤΒ) και τις συναφείς ευκολίες το εύρος της οποίας είναι η Ελληνική Επικράτεια. (
- ii)Ορισμός της σχετικής αγοράς Εκκίνησης Κλήσεων Η εκκίνηση κλήσεων περιλαμβάνει τη μεταφορά μιας μεταγόμενης κλήσης από το τερματικό σημείο του τε− λικού χρήστη έως το αρχικό κέντρο μεταγωγής (primary switching exchange) (δηλαδή, του κέντρου που παρέχει τη λειτουργία τοπικής μεταγωγής για τη σχετική κίνηση). Για την εξυπηρέτηση εξερχόμενων κλήσεων εναλλα− κτικά των υπηρεσιών εκκίνησης κλήσεων ένας νεοεισερ− χόμενος πάροχος υπηρεσιών θα μπορούσε να εξετάσει τη δυνατότητα κατασκευής εναλλακτικών συνδέσεων με τους τελικούς χρήστες (με τις απαραίτητες ευκολίες το− πικής πρόσβασης) προκειμένου να αποφύγει την ανάγκη προμήθειας υπηρεσιών εκκίνησης. Η σύνδεση των τελι− κών χρηστών με το δίκτυο των παρόχων θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μέσω δικτύων σταθερής ασύρματης πρόσβασης ή δικτύων πρόσβασης οπτικών ινών. Όμως η κάλυψη των ασύρματων δικτύων πρόσβασης παραμένει περιορισμένη ενώ οι συνδέσεις πρόσβασης με οπτική ίνα χρησιμοποιούνται κυρίως για την παροχή υπηρεσιών υψηλής χωρητικότητας, συχνά μη μεταγόμενων, σε με− γάλους πελάτες και ο αριθμός τους είναι περιορισμένος. Συνεπώς δεν υπάρχουν επαρκώς πλήρη δίκτυα για να παρέχουν μια λειτουργική εναλλακτική στο εθνικό δίκτυο τοπικής πρόσβασης του ΟΤΕ και στις υπηρεσίες εκκίνη− σης κλήσεων που παρέχονται από τον ΟΤΕ. Αδυνατώντας να κατασκευάσει ένα εναλλακτικό δί− κτυο, ένας πάροχος υπηρεσιών δύναται να αγοράσει ή να μισθώσει τη σύνδεση του δικτύου με τον τελικό χρήστη από τον πάροχο του δικτύου (π.χ., να αποκτή− σει έναν αδεσμοποίητο τοπικό βρόχο ή μια μισθωμένη γραμμή). Ωστόσο, η ΕΕΤΤ θεωρεί ότι η αγορά ή μίσθωση της σύνδεσης του δικτύου με τον τελικό χρήστη δεν αποτελεί υποκατάστατο της εκκίνησης κλήσεων. Ένας πάροχος υπηρεσιών που αποκτά μια μισθωμένη γραμ− μή, ή ένα αδεσμοποίητο τοπικό βρόχο δεν αποκτά μια υπηρεσία που είναι λειτουργικά ισότιμη με τις χονδρικές υπηρεσίες εκκίνησης. Η μισθωμένη γραμμή παρέχει στον αγοραστή τον έλεγχο του σημείου πρόσβασης δικτύ− ου του τελικού χρήστη, και όχι της μεταφοράς μεταξύ αυτού του σημείου πρόσβασης και του κύριου κέντρου μεταγωγής (primary switching switch). Έτσι, προσφέρει πλήρη και όχι μεταγόμενη χωρητικότητα και επιτρέπει στον αγοραστή να παρέχει ένα ευρύ φάσμα λιανικών υπηρεσιών στον τελικό χρήστη. Οι αδεσμοποίητοι το− πικοί βρόχοι επιτρέπουν στους νεοεισερχόμενους να αναλάβουν τον έλεγχο του τοπικού βρόχου. Οι αδεσμο− ποίητοι τοπικοί βρόχοι παρέχουν στον αγοραστή τον έλεγχο του τερματικού σημείου δικτύου του τελικού χρήστη και καθιστούν δυνατή την παροχή ενός ευρέως φάσματος υπηρεσιών και έτσι εκτείνονται σημαντικά πέρα από τη λειτουργικότητα των χονδρικών μεταγό− μενων υπηρεσιών εκκίνησης. Σε αντίθεση με τις υπηρεσίες εκκίνησης κλήσεων, η κατασκευή ευκολιών δικτύου συνεπάγεται σημαντικό κόστος επένδυσης. Ενώ η εν λόγω κατασκευή κατά κα− νόνα υλοποιείται σε φάσεις, περιλαμβάνει απαραιτήτως και ευρεία κατασκευή των πιο δαπανηρών στοιχείων ενός δικτύου (καθώς το σημείο πρόσβασης καθορίζεται ειδικά όσον αφορά τόσο την τοποθεσία όσο και, συχνά, τον φορέα). Επομένως, υπάρχουν περιορισμένες οικο− νομίες κλίμακος στην επένδυση. Λόγω του τεράστιου κόστους κατασκευής εναλλακτικών δικτύων τοπικής πρόσβασης, η ΕΕΤΤ δε θεωρεί ότι η κατασκευή των εν λόγω εναλλακτικών συνδέσεων τελικών χρηστών σε επαρκώς μεγάλη κλίμακα αποτελεί βιώσιμο υποκατά− στατο των υπηρεσιών εκκίνησης για τους παρόχους που επιδιώκουν να παρέχουν λιανικές υπηρεσίες κλήσεων (τόσο κλήσεις σε τελικούς χρήστες όσο και σε παρό− χους υπηρεσιών). ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ) Περαιτέρω υφίστανται σημαντικές τιμολογιακές δια− φοροποιήσεις μεταξύ των υπηρεσιών εκκίνησης κλήσε− ων και των υπηρεσιών μισθωμένων γραμμών και αδε− σμοποίητων τοπικών βρόχων που εμποδίζουν περαιτέρω την ένταξή τους σε μία ενιαία σχετική αγορά προϊόντων. Η τιμολόγηση των υπηρεσιών μισθωμένων γραμμών και αδεσμοποίητων τοπικών βρόχων είναι τέτοια που δεν είναι πιθανό οι πάροχοι υπηρεσιών να μεταβαίνουν άμε− σα από χονδρικές υπηρεσίες εκκίνησης σε μισθωμένες γραμμές ή αδεσμοποίητους τοπικούς βρόχους και αντι− στρόφως, συνεπεία μιας αύξησης των τιμών της τάξης του 5 έως 10%. Είναι σαφές ότι οι πάροχοι χονδρικών υπηρεσιών εκκίνησης αφενός παρέχουν εκκίνηση για ιδία χρήση, αφετέρου παρέχουν χονδρικές υπηρεσίες εκκίνησης σε τρίτα μέρη (επιπλέον της υποκείμενης υπηρεσίας τοπικής πρόσβασης). Συνεπώς πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο η παροχή για ιδία χρήση υπηρεσιών εκκίνησης κλήσεων εντάσσεται στην ίδια σχετική αγορά. Ουσιαστι− κά, το ζήτημα είναι εάν ένας υποθετικός μονοπωλιακός πάροχος (X) ο οποίος παρέχει χονδρικές υπηρεσίες εκκίνησης κλήσεων σε παρόχους έμμεσης πρόσβασης (Y) θα αντιμετώπιζε ανταγωνιστικές πιέσεις από συνδε− δεμένους παρόχους σταθερών δικτύων (Z) σε επίπεδο λιανικής. Στην περίπτωση αυτή, μια αύξηση στην τιμή της χονδρικής εκκίνησης κλήσεων θα μεταφραζόταν σε αύξηση στη λιανική τιμή των λιανικών σταθερών υπηρε− σιών οι οποίες ενσωματώνουν την υπηρεσία χονδρικής, εάν υποτεθεί ότι η αύξηση στο επίπεδο χονδρικής με− ταφέρεται στο επίπεδο λιανικής. Συνεπώς, οι πάροχοι έμμεσης πρόσβασης (Y) θα ήταν πιθανό να χάσουν πε− λάτες από τον καθετοποιημένο μονοπωλιακό πάροχο χονδρικών υπηρεσιών εκκίνησης κλήσεων (Z). Αντίστοι− χα, ένας υποθετικός μονοπωλιακός πάροχος χονδρικών υπηρεσιών εκκίνησης κλήσεων (X) θα έχανε πωλήσεις, ενώ η λειτουργικότητα της παροχής εκκίνησης κλήσε− ων για ιδία χρήση της καθετοποιημένης εταιρείας θα αύξανε τις πωλήσεις. Αυτός ο έμμεσος ανταγωνιστικός περιορισμός στον υποθετικό μονοπωλιακό πάροχο θα προερχόταν από την πλευρά της ζήτησης. Συνεπώς, οι υπηρεσίες εκκίνησης που παρέχονται για ιδία χρήση θα πρέπει να συμπεριληφθούν στη σχετική αγορά υπηρε− σιών, μαζί με τις υπηρεσίες χονδρικής που παρέχονται σε τρίτους παρόχους λιανικών υπηρεσιών. Το μέρος που προμηθεύεται χονδρικές υπηρεσίες εκ− κίνησης κλήσεων επιδιώκει να αποκτήσει εκκίνηση από ένα φορέα που μπορεί να του παράσχει τη δυνατότητα να έχει πρόσβαση σε όλους σχεδόν τους τελικούς χρή− στες. Επομένως, τα δίκτυα μη πλήρους κάλυψης, (όπως τα υφιστάμενα εναλλακτικά δίκτυα στην Ελλάδα) δεν αποτελούν υποκατάστατα από πλευράς ζήτησης για ένα δίκτυο πλήρους κάλυψης σε εθνικό επίπεδο (όπως το δίκτυο του ΟΤΕ). Συνεπώς η αγορά εκκίνησης κλήσεων είναι μία πολυδικτυακή αγορά υπηρεσιών. Τέλος, η σχετική εθνική γεωγραφική αγορά για την εκκίνηση κλήσεων είναι η Ελληνική Επικράτεια. Η ως άνω θέση βασίζεται κυρίως στο γεγονός ότι ο ΟΤΕ παρέχει τις υπηρεσίες που συνιστούν τη σχετική αγορά σε εθνική βάση, σε τιμή που ορίζεται ενιαία σε εθνικό επίπεδο, και με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις. Συμπερασματικά υφίσταται μια σχετική αγορά για την εκκίνηση κλήσεων το εύρος της οποίας είναι η Ελληνική Επικράτεια. 17609 (iii) Ορισμός της σχετικής αγοράς Τερματισμού Κλή− σεων σε τελικούς χρήστες ανά μεμονωμένο σταθερό δίκτυο. Οι κλήσεις σε τελικούς χρήστες περιλαμβάνουν συ− νήθως κλήσεις σε γεωγραφικούς και κινητούς αριθμούς και τερματίζονται από τον πάροχο ο οποίος ελέγχει το τερματικό σημείο με το οποίο συνδέεται ο καλούμενος αριθμός. Οι ως άνω κλήσεις, τιμολογούνται επί τη βάσει της αρχής «ο καλών πληρώνει». Από την άλλη πλευρά, οι κλήσεις σε παρόχους υπηρε− σιών τιμολογούνται επί τη βάσει διαφορετικών μοντέλων χρέωσης (οι υπηρεσίες ατελούς χρέωσης (freephone) επιβαρύνουν τον καλούμενο, οι υπηρεσίες premium rate και οι υπηρεσίες σύντομου κωδικού (short code) χρε− ώνονται στον καλώντα, ενώ οι υπηρεσίες μεριζόμενης χρέωσης χρεώνονται τόσο στο καλώντα όσο και στον καλούμενο). Ως εκ τούτου, η ΕΕΤΤ δεν θεωρεί ότι οι λιανικές κλήσεις σε τελικούς χρήστες και οι κλήσεις σε παρόχους υπηρεσιών είναι λειτουργικά υποκατάστατα ή ότι ασκούν μεταξύ τους τιμολογιακές πιέσεις. Οι λιανικές χρεώσεις για κλήσεις σε τελικούς χρήστες, καθορίζονται και συλλέγονται από τον πάροχο εκκί− νησης (ή τον πάροχο επιλογής / προεπιλογής φορέα). Ωστόσο, η δομή της λιανικής τιμολόγησης για κλήσεις σε τελικούς χρήστες ασκεί περιορισμένη έμμεση πίεση στα τέλη τερματισμού. Αντιθέτως οι λιανικές χρεώσεις για κλήσεις σε έναν πάροχο υπηρεσιών καθορίζονται από τον πάροχο υπηρεσιών (μέσω της επιλογής του αναφορικά με το είδος του αριθμού υπηρεσίας – λ.χ. αριθμό ατελούς χρέωσης, ή αριθμό premium rate)16 και συλλέγονται από τον ίδιο τον πάροχο υπηρεσιών ή από τον πάροχο τερματισμού, ή από τον πάροχο εκ− κίνησης. Η ανταγωνιστική πίεση των υπηρεσιών τερματισμού για κλήσεις σε παρόχους υπηρεσιών που χρεώνονται επί τη βάσει της αρχής ο «καλών πληρώνει» ασκείται από τις διαπραγματεύσεις του παρόχου εκκίνησης και του παρόχου τερματισμού. Η πίεση για υπηρεσίες τερματι− σμού που παρέχονται για κλήσεις μεριζόμενης χρέωσης αντανακλούν τόσο την διαπραγμάτευση μεταξύ του παρόχου εκκίνησης και του παρόχου τερματισμού όσο και την «λιανική» διαπραγμάτευση μεταξύ του παρόχου τερματισμού και του παρόχου υπηρεσιών. Η πίεση για τις υπηρεσίες τερματισμού που παρέχονται για κλήσεις που χρεώνονται επί τη βάσει της αρχής ο «καλούμενος πληρώνει» (λ.χ. κλήσεις ατελούς χρέωσης − freephone calls) δημιουργείται από το κίνητρο που έχει ο πάροχος υπηρεσιών για να ελαχιστοποιήσει τις χρεώσεις που πληρώνει (ή για να μεγιστοποιήσει αυτές που λαμβάνει) στον πάροχο τερματισμού. Το ως άνω κίνητρο αντα− νακλάται άμεσα στους εμπορικούς όρους της λιανικής του σχέσης με το δίκτυο υποδοχής (τερματισμού), αλλά μόνο έμμεσα στις χρεώσεις διασύνδεσης. Η παροχή τερματισμού για κλήσεις σε τελικούς χρή− στες απαιτεί την ύπαρξη ενός εθνικού δικτύου τοπικής πρόσβασης. Αντιθέτως, η παροχή τερματισμού για κλή− σεις σε παρόχους υπηρεσιών απαιτεί μη−γεωγραφικό τερματισμό και δύναται να παρέχεται ακόμα και εάν δεν υπάρχει πλήρης κάλυψη (λ.χ. σε περιοχές μεγάλης συ− 16 Η αναλογία των λιανικών εσόδων που καταβάλλεται στον πάροχο υπηρεσιών (ή για την περίπτωση των κλήσεων freephone, που παρακρατείται από τον πάροχο υπηρεσιών κατόπιν πληρωμής του τερματίζοντα παρόχου) καθορίζεται κατόπιν διαπραγμάτευσης μεταξύ του παρόχου υπηρεσιών και του παρόχου τερματισμού. 17610 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ) γκέντρωσης όπως κεντρικές περιοχές όπου βρίσκονται επιχειρήσεις και επιχειρησιακά πάρκα). Ως εκ τούτου, είναι ευκολότερο για νεοεισερχόμενους παρόχους να παρέχουν κλήσεις σε παρόχους υπηρεσιών από ότι υπη− ρεσίες τερματισμού για κλήσεις σε τελικούς χρήστες. Δεδομένης της διαφορετικής ροής πληρωμών που υπάρχει στην αγορά, των διαφορετικών φραγμών εισό− δου και των διαφορετικών οικονομιών κλίμακος, η ΕΕΤΤ θεωρεί ότι υφίστανται χωριστές σχετικές αγορές για τον τερματισμό κλήσεων σε τελικούς χρήστες, και τον τερματισμό κλήσεων σε παρόχους υπηρεσιών. Κατόπιν της διαπίστωσης ότι ο τερματισμός για κλή− σεις σε τελικούς χρήστες και ο τερματισμός για κλήσεις σε παρόχους δικτύων δεν εμπίπτουν στην ίδια σχετι− κή αγορά, στην συνέχεια θα εξετασθεί εάν υπάρχουν πολλαπλές αγορές τερματισμού κλήσεων σε τελικούς χρήστες ανά δίκτυο. Ένας σταθερός πάροχος υπηρε− σιών που επιθυμεί να τερματίσει μια κλήση σε έναν τελικό χρήστη, δύναται μόνο να την τερματίσει στο δίκτυο εκείνο στο οποίο αντιστοιχεί ο αριθμός (είτε η κλήση δρομολογείται από τον πάροχο τερματισμού άμεσα από τον πάροχο εκκίνησης ή από τον πάροχο διαβίβασης). Συνεπώς η αγορά τερματισμού κλήσεων ορίζεται ανά δίκτυο. Προκειμένου να υπάρξει υποκαταστασιμότητα από πλευράς προσφοράς, είναι φανερό, ότι ένας νεοεισερχό− μενος θα έπρεπε να λειτουργεί ένα τοπικό δίκτυο πρό− σβασης πλήρους εθνικής κάλυψης που θα του επέτρεπε να τερματίζει κλήσεις και να «κερδίσει» τον καλούμε− νο πελάτη από τον υποθετικό μονοπωλιακό πάροχο σε επίπεδο λιανικής (και να μεταφέρει τον καλούμενο αριθμό). Οι φραγμοί εισόδου ωστόσο, προκειμένου να μπορέσει κανείς να προσφέρει τερματισμό με πλήρη κάλυψη είναι ανυπέρβλητοι και ουσιαστικά καθιστούν την είσοδο στην αγορά τερματισμού απαγορευτική. Ως εκ τούτου, χωρίς την ύπαρξη ενός υπάρχοντος δικτύ− ου πρόσβασης, ένας πιθανός νεοεισερχόμενος δεν θα αντιδρούσε σε μια μικρή αλλά σημαντική μη−παροδική αύξηση τιμής. Είναι σαφές ότι οι πάροχοι χονδρικών υπηρεσιών τερματισμού κλήσεων αφενός παρέχουν τερματισμό κλήσεων για ιδία χρήση, αφετέρου παρέχουν χονδρικές υπηρεσίες τερματισμού σε τρίτα μέρη (επιπλέον της υποκείμενης υπηρεσίας τοπικής πρόσβασης). Συνεπώς πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο η παροχή υπηρεσιών για ιδία χρήση εντάσσεται στην ίδια σχετική αγορά. Ουσιαστικά, το βασικό ζήτημα είναι εάν ένας υποθετικός μονοπωλιακός προμηθευτής υπηρεσιών τερματισμού σε επίπεδο χονδρικής, θα υπόκειτο σε κάποια ανταγωνι− στική πίεση από καθετοποιημένους παρόχους σταθε− ρών δικτύων, στο επίπεδο της λιανικής. Κάτι τέτοιο θα συνέβαινε εάν μια αύξηση της τιμής του τερματισμού χονδρικής από τον υποθετικό μονοπωλιακό προμηθευτή υπηρεσιών τερματισμού σε επίπεδο χονδρικής, θα με− ταφραζόταν, με τη σειρά της σε μια αύξηση της τιμής των λιανικών υπηρεσιών για την παροχή των οποίων απαιτείται το χονδρικό προϊόν. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι πάροχοι υπηρεσιών θα έχαναν πιθανόν πελάτες από τον καθετοποιημένο μονοπωλιακό προμηθευτή υπηρε− σιών τερματισμού σε επίπεδο χονδρικής. Αντίστοιχα, ο υποθετικός μονοπωλιακός πάροχος υπηρεσιών τερ− ματισμού σε επίπεδο χονδρικής θα έχανε πωλήσεις, ενώ ο καθετοποιημένος πάροχος, τμήμα του οποίου *02013941407090032* θα παρείχε υπηρεσίες τερματισμού εξ ιδίων μέσων θα αύξανε τις πωλήσεις του. Συνεπώς, οι υπηρεσίες τερ− ματισμού που παρέχονται για ιδία χρήση θα πρέπει να συμπεριληφθούν στη σχετική αγορά υπηρεσιών, μαζί με τις υπηρεσίες χονδρικής που παρέχονται σε τρίτους παρόχους λιανικών υπηρεσιών. Τέλος, η σχετική εθνική γεωγραφική αγορά για τον τερματισμό κλήσεων σε τελικούς χρήστες είναι η Ελλη− νική Επικράτεια. Η ως άνω θέση βασίζεται κυρίως στο γεγονός ότι ο κάθε πάροχος προσφέρει τις υπηρεσίες του στη σχετική αγορά με τους ίδιους όρους και προϋ− ποθέσεις, οπουδήποτε και εάν παρέχονται αυτές (εντός της Ελληνικής Επικράτειας). Συνεπώς με βάση τα ανωτέρω υπάρχει μια χωριστή σχετική εθνική γεωγραφική αγορά στην Ελλάδα για την παροχή υπηρεσιών τερματισμού κλήσεων σε τελικούς χρήστες ανά μεμονωμένο σταθερό δίκτυο. Συμπερασματικά υφίσταται μια σχετική αγορά για την παροχή υπηρεσιών τερματισμού κλήσεων σε τελικούς χρήστες ανά μεμονωμένο σταθερό δίκτυο το εύρος της οποίας είναι η Ελληνική Επικράτεια. (
- iv)Ορισμός της σχετικής αγοράς Διαβίβασης Κλήσεων H έννοια της Διαβίβασης περιλαμβάνει όλα εκείνα τα στοιχεία της δρομολόγησης μιας κλήσης σε εθνι− κό επίπεδο που δεν συνιστούν εκκίνηση ή τερματι− σμό. Συνεπώς, η διαβίβαση περιλαμβάνει τη μεταγωγή (switched conveyance) μεταξύ των διαβιβαστικών κέ− ντρων (switches) κλήσεων οι οποίες εκκινούν από ένα σταθερό δίκτυο στην Ελλάδα (συμπεριλαμβανομένων κλήσεων που τερματίζουν σε ένα δίκτυο κινητής στην Ελλάδα) καθώς και κλήσεων οι οποίες τερματίζουν σε ένα σταθερό δίκτυο στην Ελλάδα (συμπεριλαμβανομέ− νων κλήσεων που εκκινούν από ένα κινητό δίκτυο στην Ελλάδα). Επιπροσθέτως, περιλαμβάνει το μέρος της εθνικής διαβίβασης μιας διεθνούς κλήσης μεταξύ υψη− λών ιεραρχικών κέντρων (tandem και double tandem). Ένας πάροχος ο οποίος λαμβάνει υπηρεσίες διαβίβα− σης κλήσεων εναλλακτικά θα μπορούσε να προχωρήσει στην άμεση διασύνδεση των κόμβων του δικτύου του. Παρόλο που η επένδυση που απαιτείται για άμεση δι− ασύνδεση δεν είναι του μεγέθους που θα απαιτείτο προκειμένου να αναπαράγει κανείς το τοπικό δίκτυο πρόσβασης, είναι οικονομικά συμφέρουσα μόνο όσον αφορά οδούς δρομολόγησης υψηλής κίνησης. Επιπλέον ένα μισθωμένο κύκλωμα διασύνδεσης είναι μια μόνιμη σύνδεση επικοινωνίας μεταξύ δυο σημείων, αντίθετα από την παροχή χωρητικότητας μεταγωγής. Οι διαβι− βαστικές υπηρεσίες διασύνδεσης παρέχουν μεταφορά, δρομολόγηση και διαβίβαση για τις κλήσεις που μετα− φέρονται και που εκκινούν από το σταθερό δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο, οπουδήποτε και αν βρίσκεται το τοπικό διαβιβαστικό κέντρο από το οποίο εκκινούν ή στο οποίο τερματίζουν. Η τιμολόγηση των υπηρεσιών διαβίβασης και των μισθωμένων κυκλωμάτων διασύν− δεσης αντίστοιχα, αντανακλά αυτές τις λειτουργικές διαφορές. Ως εκ τούτου, υπάρχει μικρή πιθανότητα οι πάροχοι υπηρεσιών να μεταστραφούν από τις χονδρικές υπηρεσίες διαβίβασης στη χρήση μισθωμένων γραμμών και αντίστροφα, συνεπεία μια αύξησης της τιμής της τάξης του 5 έως 10%, εκτός και εάν ήδη υπάρχει υψη− λός όγκος κίνησης στην συγκεκριμένη οδό. Συνεπώς η άμεση διασύνδεση δεν ανήκει στην ίδια αγορά με τις χονδρικές υπηρεσίες διαβίβασης. ΦΕΚ 1394 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ) Ένας τρίτος πάροχος λιανικών υπηρεσιών μεταγωγής σε τελικούς χρήστες δεν χρειάζεται πρόσβαση σε κάθε δίκτυο στην Ελλάδα το οποίο να είναι ικανό να παρέ− χει υπηρεσίες διαβίβασης. Ο εν λόγω τρίτος πάροχος δύναται να παρέχει τις λιανικές του υπηρεσίες εάν έχει πρόσβαση σε υπηρεσίες διαβίβασης που του επιτρέπουν να διασφαλίζει σύνδεση μεταξύ των διαβιβαστικών κέ− ντρων που αποτελούν το όριο της χονδρικής υπηρεσίας εκκίνησης η οποία απαιτείται για την εκκίνηση κλήσεων σε λιανικό επίπεδο και της χονδρικής υπηρεσίας τερ− ματισμού που απαιτείται για την παροχή του τερμα− τικού στοιχείου που είναι αναγκαίο για την από άκρο σε άκρο σύνδεση. Τις εν λόγω υπηρεσίες διαβίβασης, δύναται να τις αποκτήσει από έναν ή περισσότερους παρόχους υπηρεσιών διαβίβασης. Ένας πάροχος δύ− ναται να παρέχει (και αποκτά) διαβίβαση μεταξύ ενός περιορισμένου αριθμού προορισμών, εάν οι σχετικές ευκολίες δεν παρέχουν πλήρη κάλυψη. Ως εκ τούτου, είναι δυνατόν να εισέλθει στην αγορά με τμηματική κάλυψη και είναι δυνατόν να μεταφέρει σταδιακά κίνη− ση εκτός αγοράς, καθώς η χωρητικότητα κίνησης σε συγκεκριμένες οδούς φτάνει στο όριό της. Συνεπώς η ΕΕΤΤ θεωρεί ότι υπάρχει μια ενιαία πολυδικτυακή αγορά για σταθερές υπηρεσίες διαβίβασης. Η ΕΕΤΤ εξέτασε κατά πόσο πρέπει να συμπεριληφθούν στη σχετική αγορά προϊόντος και οι υπηρεσίες διαβίβασης σε επίπεδο χονδρικής οι οποίες αυτό−παρέχονται. Οι υπη− ρεσίες διαβίβασης μπορούν να παρέχονται για ιδία χρήση από το χονδρικό άκρο ενός παρόχου δικτύων στο λιανικό του άκρο παροχής υπηρεσιών. Το βασικό ζήτημα είναι εάν ένας υποθετικός μονοπωλιακός προμηθευτής υπηρεσιών διαβίβασης σε επίπεδο χονδρικής, θα υπόκειτο σε κάποια ανταγωνιστική πίεση από καθετοποιημένους παρόχους σταθερών δικτύων, στο επίπεδο της λιανικής. Κάτι τέτοιο θα συνέβαινε εάν μια αύξηση της τιμής της χονδρικής υπηρεσίας διαβίβασης από τον υποθετικό μονοπωλιακό προμηθευτή υπηρεσιών διαβίβασης, θα οδηγούσε, με τη σειρά της, σε μια αύξηση της τιμής των λιανικών υπηρε− σιών για την παροχή των οποίων απαιτείται το χονδρικό προϊόν. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι πάροχοι υπηρεσιών θα έχαναν πιθανόν πελάτες από τον καθετοποιημένο μονο− πωλιακό προμηθευτή υπηρεσιών διαβίβασης σε επίπεδο χονδρικής. Αντίστοιχα, ο υποθετικός μονοπωλιακός πά− ροχος υπηρεσιών διαβίβασης σε επίπεδο χονδρικής θα έχανε πωλήσεις, ενώ ο καθετοποιημένος πάροχος τμήμα του οποίου θα παρείχε υπηρεσίες διαβίβασης εξ’ ιδίων μέσων θα αύξανε τις πωλήσεις του. Η ΕΕΤΤ επισημαίνει ότι το κόστος διαβίβασης ανέρχεται σε ένα μικρό μέρος των χρεώσεων υπηρεσιών λιανικής. Η ΕΕΤΤ θεωρεί ότι δεν είναι πιθανό, μια αύξηση των τιμών της τάξης του 10% στις υπηρεσίες διαβίβασης, να οδηγούσε σε μια σημαντική αύξηση των χρεώσεων λιανικής στην κατωτέρου σταδίου αγορά. Ως εκ τούτου, δεν θεωρεί ότι ένας καθετοποιημέ− νος πάροχος σταθερού δικτύου ασκεί τιμολογιακή πίεση σε έναν υποθετικό μονοπωλιακό προμηθευτή. Συνεπώς η ΕΕΤΤ θεωρεί ότι η αυτό−παροχή υπηρεσιών διαβίβασης εξαιρείται από τον ορισμό της αγοράς. Τέλος, η σχετική εθνική γεωγραφική αγορά για την διαβίβαση είναι η Ελληνική Επικράτεια. Η ως άνω θέση βασίζεται κυρίως στο γεγονός ότι ο κάθε πάροχος προ− σφέρει τις υπηρεσίες του στη σχετική αγορά με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις, οπουδήποτε και εάν παρέχονται αυτές (εντός της Ελληνικής Επικράτειας). 17611 Συνεπώς με βάση τα ανωτέρω υπάρχει μια ενιαία πολυ− δικτυακή αγορά για σταθερές υπηρεσίες διαβίβασης. Συμπερασματικά υφίσταται μια σχετική αγορά για την παροχή υπηρεσιών διαβίβασης κλήσεων το εύρος της οποίας είναι η Ελληνική Επικράτεια. (v). Ορισμός της σχετικής αγοράς λιανικής πρόσβασης στο δημόσιo τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερή θέση, μέσω PSTN και BRA−ISDN συνδέσεων, για οικιακούς και μη οικιακούς πελάτες Οι υπηρεσίες τηλεφωνικών κλήσεων και οι υπηρεσίες λιανικής πρόσβασης διαφοροποιούνται από πλευράς λει− τουργικότητας. Ουσιαστικά, οι πελάτες χρειάζονται υπη− ρεσίες πρόσβασης ώστε να μπορούν να έχουν υπηρεσίες τηλεφωνίας (δηλ. η πρόσβαση αποτελεί προϋπόθεση της απόκτησης υπηρεσιών τηλεφωνίας). Έως την εισαγωγή της επιλογής φορέα το έτος 2002, η πρόσβαση και οι υπηρεσίες τηλεφωνίας παρέχονταν ως ένα πακέτο (δηλ. πρόσβαση και κλήσεις). Η επιλογή και η προεπιλογή φο− ρέα, δίνουν τη δυνατότητα στους πελάτες να αποκτούν κλήσεις από έναν εναλλακτικό πάροχο υπηρεσιών. Οι εν λόγω κλήσεις (που εκκινούν από το δίκτυο του παρέ− χοντος την πρόσβαση παρόχου) δρομολογούνται από το δίκτυο του παρέχοντος την πρόσβαση παρόχου στο σχετικό σημείο διασύνδεσης με τον πάροχο που παρέ− χει τις υπηρεσίες. Δεδομένου ότι υπάρχουν ξεκάθαρες λειτουργικές διαφορές μεταξύ της πρόσβασης και των τηλεφωνικών υπηρεσιών, οι υπηρεσίες αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν αποτελεσματικό υποκατάστατο η μία της άλλης από την πλευρά της ζήτησης. Επίσης και από πλευ− ράς προσφοράς οι υπηρεσίες λιανικής πρόσβασης και οι υπηρεσίες τηλεφωνικών κλήσεων δεν είναι λειτουργικά υποκατάστατα, δεδομένου ότι για την παροχή τους απαι− τούνται ξεχωριστές και διαφορετικές υποδομές/υπηρεσίες. Οι υποδομές/υπηρεσίες χονδρικής τις οποίες αποκτούν, επί του παρόντος, οι εναλλακτικοί πάροχοι προκειμένου να είναι σε θέση να παρέχουν υπηρεσίες τηλεφωνικών κλήσεων (λχ εκκίνηση με προεπιλογή φορέα) δεν τους επιτρέπουν την παροχή υπηρεσιών λιανικής πρόσβασης. Με βάση τα ανωτέρω η ΕΕΤΤ θεωρεί ότι οι υπηρεσίες λια− νικής πρόσβασης και οι υπηρεσίες τηλεφωνικών κλήσεων είναι συμπληρωματικές και όχι εναλλάξιμες υπηρεσίες. Ως εκ τούτου δεν εμπίπτουν στην ίδια σχετική αγορά. Σε σειρά αποφάσεών της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρι− νε ότι υπάρχει μια αγορά για υπηρεσίες κινητής, συμπε− ριλαμβανομένων των υπηρεσιών κινητής πρόσβασης, η οποία δεν δύναται να αντιμετωπίζεται ως λειτουργικά εναλλάξιμη των υπηρεσιών σταθερής.17 Η βασική λει− τουργική διαφορά της είναι το στοιχείο της κινητικό− τητας που ενυπάρχει σε όλες τις υπηρεσίες κινητής και απουσιάζει από τις σταθερές συνδέσεις. Ενώ επί τη βάσει των τεχνολογικών εξελίξεων δύνανται να παρέχο− νται παρόμοιες υπηρεσίες μέσω σταθερών και κινητών συνδέσεων, οι σταθερές συνδέσεις δεν διαθέτουν το χαρακτηριστικό της κινητικότητας. Είναι πιθανόν να υπάρχει μονόπλευρη υποκαταστασιμότητα, καθόσον η κινητή πρόσβαση δύναται να χρησιμοποιηθεί για την πραγματοποίηση (και λήψη) κλήσεων οι οποίες δεν θα εδύναντο να πραγματοποιηθούν μέσω μιας σύνδεσης σταθερής πρόσβασης. Η χρήση των GSM gateways απο− τελεί μια εκ των μορφών χρήσης των GSM ραδιοδικτύων πρόσβασης ως υποκατάστατα των σταθερών ενσύρμα− 17 Βλέπε για παράδειγμα υποθέσεις, Telia/Telenor Case No COMP/ M.1439; Vodafone/Mannesmann Case No COMP/M.1795; Telia/Sonera Case No COMP/M.2803. 17612 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ) των δικτύων πρόσβασης. Παρά ωστόσο την δυνατότητα μονόπλευρης υποκατάστασης που αναγνωρίστηκε ανω− τέρω, παραμένουν λειτουργικές διαφορές όσον αφορά την ποιότητα υπηρεσιών και το εύρος ζώνης αναμετά− δοσης. Έρευνες καταναλωτών που διενεργήθηκαν ανά την Ευρώπη επεσήμαναν ότι οι τελικοί καταναλωτές θεωρούν την «ποιότητα λήψης» ως μια εκ των σημα− ντικότερων παραμέτρων στα πλαίσια της απόφασής τους να χρησιμοποιήσουν σταθερή ή κινητή πρόσβαση.18 Αντίστοιχα, σύμφωνα με την έρευνα καταναλωτών της ΕΕΤΤ που διενεργήθηκε τον Ιούλιο του 2005 σχετικά με την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην ελληνική επικράτεια, 84% εκ των συμμετεχόντων που δήλωσαν κατοχή και σταθερού τηλεφώνου στο νοικοκυ− ριό και προσωπικού κινητού τηλεφώνου (με την έννοια της συνδρομής συμβολαίου ή προπληρωμένης κάρτας), δήλωσαν επιπρόσθετα ότι η ποιότητα της κλήσης είναι είτε «πολύ σημαντική» ή «σημαντική» κατά την απόφασή τους να επιλέξουν αν θα πραγματοποιήσουν μία κλήση από κινητό ή από σταθερό τηλέφωνο. Η ποιότητα της κλήσης αποτέλεσε τον δεύτερο σημαντικότερο παράγο− ντα για τους καταναλωτές ύστερα από την τιμή.19 Όσον αφορά την τιμολόγηση υπηρεσιών σταθερής και κινητής πρόσβασης η σύγκρισή τους καθίσταται δύσκολο λόγο ενός αριθμού χαρακτηριστικών όσον αφορά τον τρό− πο που παρέχονται οι υπηρεσίες κινητής πρόσβασης. Η κινητή πρόσβαση πωλείται γενικώς είτε ως μέρος μιας «δέσμης» υπηρεσιών πρόσβασης και κλήσεων (η οποία συνήθως περιλαμβάνει και «δωρεάν» λεπτά) ή ως προπληρωμένη υπηρεσία η οποία δεν περιλαμβάνει ένα περιοδικό τέλος χρέωσης. Σε κάθε περίπτωση μία θεωρητική σύγκριση, μεταξύ των τιμολογίων σταθερής/ κινητής, υποδεικνύει ότι με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι τι− μές των κινητών κλήσεων είναι σημαντικά υψηλότερες από τις τιμές των σταθερών κλήσεων. Η ΕΕΤΤ θεωρεί ότι είναι απίθανο οι τελικοί καταναλωτές, πέραν ενός μικρού αριθμού αυτών, να εγκατέλειπαν τη δυνατότητα να πραγματοποιούν κλήσεις σταθερής τηλεφωνίας (το αποτέλεσμα του να τερματίσουν την συνδρομή τους σταθερής σύνδεσης) συνεπεία μιας αύξησης της τιμής των σταθερών συνδέσεων πρόσβασης έως και 10%. Η ΕΕΤΤ διακρίνει δύο τύπους υπηρεσιών πρόσβασης: PSTN γραμμές και ISDN γραμμές. Οι εν λόγω υπηρεσίες πρόσβασης δύνανται να παρέχονται μέσω διαφόρων τε− χνολογιών, συμπεριλαμβανομένης της σταθερής ασύρ− ματης πρόσβασης και της πρόσβασης μέσω οπτικών ινών. Ωστόσο, το τηλεφωνικό δίκτυο του ΟΤΕ αποτελεί επί της παρούσης τη μοναδική πλατφόρμα πρόσβα− σης πλήρους κάλυψης στενής ζώνης στην Ελλάδα. Ο αριθμός των πελατών που έχει υπηρεσίες πρόσβασης μέσω υποδομής οπτικών ινών και σταθερής ασύρματης πρόσβασης είναι πολύ περιορισμένος. Όλες οι γραμμές σταθερής πρόσβασης που παρέχο− νται επί του παρόντος στην Ελλάδα, δίνουν τη δυνα− τότητα σταθερής πρόσβασης σε δίκτυα που δύνανται να υποστηρίξουν υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας. Επιπροσθέτως, παρέχουν πρόσβαση σε άλλες υπηρε− σίες στενής ζώνης όπως “dial−up” Internet. Οι τελικοί 18 Βλέπε για παράδειγμα, “SME Telecommunications Survey 2004 Report and Analysis”, ComReg, 25 Ιανουαρίου 2005, σελ. 9 και “EU Telecoms Services Indicators”, Ipsos, 2004, σελ 51. 19 Βάσει της ίδιας έρευνας, η ποιότητα της κλήσης αξιολογήθηκε ως σημαντικότερος παράγοντας από την ευκολία και την ασφάλεια επικοινωνίας.. χρήστες δύναται να επιλέξουν να πάρουν την πρόσβα− ση στενής ζώνης ISDN εάν χρειάζονται περισσότερα από ένα κανάλια φωνής. Από λειτουργικής απόψεως, τα ως άνω ψηφιακά προϊόντα, δύναται να θεωρηθούν ως «πολλαπλάσια» των γραμμών PSTN, χρησιμοποιώντας τερματικό εξοπλισμό ISDN για την παροχή διαφανούς μετάδοσης δεδομένων. Δομημένα κανάλια BRA ISDN δύνανται να παρέχουν ταχύτητες δεδομένων περίπου της τάξης των 128 Kbps. Μια συνήθης αδόμητη σύνδεση BRA ISDN παρέχει δύο κανάλια των 64 Kbps, τα οποία δύναται να χρησιμο− ποιηθούν για υπηρεσίες φωνής ή δεδομένων. Δομημένα κανάλια ISDN PRA δύνανται να παρέχουν ταχύτητες δε− δομένων έως και 2 Mbps. Ενώ η πρόσβαση ISDN δύναται να υποστηρίζει ορισμένες «συμπληρωματικές» υπηρεσίες τις οποίες δεν υποστηρίζει μια PSTN πρόσβαση, οι υπη− ρεσίες με πρόσβαση κυρίως ISDN PRA είναι σημαντικές μόνο σε τελικούς χρήστες με PBXs ή άλλο CPE μέσω των οποίων μπορούν να παρασχεθούν και άλλες υπηρε− σίες όπως για παράδειγμα ιδεατά ιδιωτικά δίκτυα. Ως εκ τούτου, διαφαίνεται ότι η πρόσβαση PRA ISDN από τη μία πλευρά, και η BRA ISDN και PSTN πρόσβαση από την άλλη, δεν είναι λειτουργικά εναλλάξιμες και συνεπώς δεν εμπίπτουν στην ίδια σχετική αγορά προϊόντων. Τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η ΕΕΤΤ και άλλα σχετικά στοιχεία που έχουν συλλεχθεί στην Ευ− ρώπη, υποδεικνύουν ότι υπάρχει ξεκάθαρη λειτουργι− κή διαφοροποίηση μεταξύ των υπηρεσιών πρόσβασης dial−up (διαθέσιμων σε ταχύτητες έως και 128 Kbps) και των υπηρεσιών πρόσβασης εύρους ζώνης των 144 Kbps και άνω. Οι συνδέσεις υψηλότερων ταχυτήτων φαίνε− ται να διευκολύνουν την πιο γρήγορη πρόσβαση στο Internet (γρηγορότερη πρόσβαση σε υπηρεσίες Internet όπως email), την γρηγορότερη μετάδοση δεδομένων και την πρόσβαση σε επιπρόσθετες εφαρμογές (λχ video conferencing). Δύνανται επίσης να χρησιμοποιηθούν για την παροχή πρόσβασης σε υπηρεσίες φωνής (όπως VoDSL). Η πρόσβαση BRA ISDN υποστηρίζει εύρος ζώ− νης έως και 128 Kbps στην περίπτωση όπου χρησιμο− ποιηθούν και τα δυο κανάλια δεδομένων. Οι συνδέσεις xDSL παρουσιάζουν έναν αριθμό ειδικών λειτουργικών χαρακτηριστικών. Πρωτίστως, δεν είναι συνδέσεις πολ− λαπλών καναλιών. Επιπρόσθετα, αποτελούν συνδέσεις “always−on”, δηλαδή δεν είναι απαραίτητο να γίνει κλή− ση για να επιτευχθεί η σύνδεση. Συνεπώς η πρόσβαση PSTN/ BRA ISDN και η πρόσβαση DSL δεν αποτελούν λειτουργικά υποκατάστατα από την πλευρά της ζήτη− σης. Από την πλευρά της προσφοράς, μια επιχείρηση η οποία παρέχει επί του παρόντος συνδέσεις PSTN / ISDN (αλλά όχι DSL) θα έπρεπε να αποκτήσει DSLAM και άλλο εξοπλισμό DSL ώστε να είναι σε θέση να παρέχει συνδέσεις DSL, και για να γίνει αυτό, απαιτούνται ση− μαντικές επενδύσεις. Δεδομένου ότι τα κόστη δημιουρ− γίας νέων ευκολιών πρόσβασης σε εθνική κλίμακα είναι σημαντικά, η ΕΕΤΤ δεν θεωρεί ότι οι νεοεισερχόμενοι θα αντιδρούσαν σε μια αύξηση, της τάξεως του 10%, προβαίνοντας στη δημιουργία εναλλακτικών ευκολιών πρόσβασης. Συνεπώς οι συνδέσεις PSTN/ BRA ISDN και οι συνδέσεις DSL, δεν ανήκουν στην ίδια σχετική αγορά προϊόντων. Οι συνδέσεις PSTN και BRA ISDN που παρέχονται σε οικιακούς και μη−οικιακούς χρήστες είναι ουσιαστικά λειτουργικά εναλλάξιμες. Όσον αφορά την τιμολόγησή ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ) τους ο OTE επιβάλλει μια μηνιαία χρέωση πρόσβασης (ή «γραμμής») τόσο για τις συνδέσεις PSTN όσο και για τις συνδέσεις BRA ISDN, ανεξαρτήτως της ταυτότη− τας του αγοραστή. Σε γενικές γραμμές, οι δυναμικές από πλευράς ζήτησης που παρουσιάζονται στην αγορά, δεν υποδεικνύουν τον ορισμό μιας ξεχωριστής σχετικής αγοράς για υπηρεσίες σταθερής πρόσβασης στενής ζώνης ανάλογα με το εάν αυτές αποκτώνται από οικι− ακούς ή μη−οικιακούς χρήστες. Τέλος, η σχετική εθνική γεωγραφική αγορά για την παροχή λιναικής πρόσβασης στενής ζώνης είναι η Ελ− ληνική Επικράτεια. Η ως άνω θέση βασίζεται κυρίως στο γεγονός ότι ο ΟΤΕ παρέχει τις υπηρεσίες που συνιστούν τη σχετική αγορά σε εθνική βάση, σε τιμή που ορίζεται ενιαία σε εθνικό επίπεδο, και με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις. Συμπερασματικά υφίσταται μια σχετική αγορά λια− νικής πρόσβασης στο δημόσιo τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερή θέση, μέσω PSTN και BRA−ISDN συνδέσεων, για οικιακούς και μη οικιακούς πελάτες το εύρος της οποίας είναι η Ελληνική Επικράτεια. (vi). Υπηρεσίες τηλεφωνικών Κλήσεων Τηλεφωνικές Κλήσεις και Υπηρεσίες λιανικής πρό− σβασης Οι υπηρεσίες τηλεφωνικών κλήσεων και οι υπηρεσί− ες λιανικής πρόσβασης διαφοροποιούνται από πλευράς λειτουργικότητας. Ουσιαστικά, οι πελάτες χρειάζονται υπηρεσίες πρόσβασης ώστε να μπορούν να έχουν υπη− ρεσίες τηλεφωνίας (δηλ. η πρόσβαση αποτελεί προϋπό− θεση της απόκτησης υπηρεσιών τηλεφωνίας). Έως την εισαγωγή της επιλογής φορέα το έτος 2002, η πρόσβαση και οι υπηρεσίες τηλεφωνίας παρέχονταν ως ένα πακέτο (δηλ. πρόσβαση και κλήσεις). Η επιλογή και η προεπιλογή φορέα, δίνουν τη δυνατότητα στους πελάτες να απο− κτούν κλήσεις από έναν εναλλακτικό πάροχο υπηρεσιών. Οι εν λόγω κλήσεις (που εκκινούν από το δίκτυο του παρέχοντος την πρόσβαση παρόχου) δρομολογούνται από το δίκτυο του παρέχοντος την πρόσβαση παρόχου στο σχετικό σημείο διασύνδεσης με τον πάροχο που παρέχει τις υπηρεσίες. Δεδομένου ότι υπάρχουν ξεκά− θαρες λειτουργικές διαφορές μεταξύ της πρόσβασης και των τηλεφωνικών υπηρεσιών, οι υπηρεσίες αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν αποτελεσματικό υποκατά− στατο η μία της άλλης από την πλευρά της ζήτησης. Επίσης και από πλευράς προσφοράς οι υπηρεσίες λιανι− κής πρόσβασης και οι υπηρεσίες τηλεφωνικών κλήσεων δεν είναι λειτουργικά υποκατάστατα, δεδομένου ότι για την παροχή τους απαιτούνται ξεχωριστές και διαφο− ρετικές υποδομές/υπηρεσίες. Οι υποδομές/υπηρεσίες χονδρικής τις οποίες αποκτούν, επί του παρόντος, οι εναλλακτικοί πάροχοι προκειμένου να είναι σε θέση να παρέχουν υπηρεσίες τηλεφωνικών κλήσεων (λ.χ. εκκίνηση με προεπιλογή φορέα) δεν τους επιτρέπουν την παροχή υπηρεσιών λιανικής πρόσβασης. Με βάση τα ανωτέρω η ΕΕΤΤ θεωρεί ότι οι υπηρεσίες λιανικής πρόσβασης και οι υπηρεσίες τηλεφωνικών κλήσεων είναι συμπληρωμα− τικές και όχι εναλλάξιμες υπηρεσίες. Ως εκ τούτου δεν εμπίπτουν στην ίδια σχετική αγορά. Τηλεφωνικές Κλήσεις από σταθερή θέση και κινητές τηλεφωνικές κλήσεις Σε σειρά αποφάσεών της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρι− 17613 νε ότι υπάρχει μια αγορά για υπηρεσίες κινητής, συμπε− ριλαμβανομένων των υπηρεσιών κινητής πρόσβασης, οι οποίες δεν δύναται να αντιμετωπίζονται ως λειτουργι− κά εναλλάξιμες με τις υπηρεσίες σταθερής.20 Η βασική λειτουργική διαφορά της είναι το στοιχείο της κινητι− κότητας που ενυπάρχει σε όλες τις υπηρεσίες κινητής. Ενώ επί τη βάσει των τεχνολογικών εξελίξεων δύνανται να παρέχονται παρόμοιες υπηρεσίες μέσω σταθερών και κινητών συνδέσεων, οι σταθερές συνδέσεις δεν δι− αθέτουν το χαρακτηριστικό της κινητικότητας. Είναι πιθανόν να υπάρχει μονόπλευρη υποκαταστασιμότητα, καθόσον οι υπηρεσίες κινητής δεν μπορούν να υποκα− τασταθούν από υπηρεσίες σταθερές. Παρά την πιθανή μονομερή υποκατάσταση, υφίστανται λειτουργικές δια− φορές σχετικά με την ποιότητα υπηρεσίας και το εύρος ζώνης αναμετάδοσης. Για παράδειγμα, σύμφωνα με την Έρευνα Καταναλωτών Ιουλίου 2005 της ΕΕΤΤ, 29% των ερωτηθέντων που δήλωσαν κάτοχοι και σταθερού και κινητού τηλεφώνου, ισχυρίστηκαν ότι θα εξακολουθού− σαν την χρήση του σταθερού τους τηλεφώνου στο σπίτι, ακόμα και αν οι χρεώσεις για κλήσεις από σταθερό και κινητό τηλέφωνο ήταν στο ίδιο επίπεδο. Επίσης, 56% των ερωτηθέντων με σταθερό και κινητό, συμφώνησαν απόλυτα ή απλώς συμφώνησαν ότι δεν πιστεύουν ότι το κινητό τους τηλέφωνο μπορεί να αντικαταστήσει το σταθερό τους τηλέφωνο. Κατά συνέπεια, οι κατα− ναλωτές εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται την ύπαρξη λειτουργικών διαφορών ανάμεσα στις σταθερές και κι− νητές συνδέσεις και κλήσεις. Έρευνες καταναλωτών που διενεργήθηκαν ανά την Ευρώπη επεσήμαναν ότι οι τελι− κοί καταναλωτές θεωρούν την «ποιότητα λήψης» ως μια εκ των σημαντικότερων παραμέτρων στα πλαίσια της απόφασής τους να χρησιμοποιήσουν σταθερή ή κινητή πρόσβαση.21 Αντίστοιχα, σύμφωνα με την Έρευνα Κατα− ναλωτών Ιουλίου 2005 της ΕΕΤΤ, 84% εκ των συμμετε− χόντων που δήλωσαν κατοχή και σταθερού τηλεφώνου στο νοικοκυριό και προσωπικού κινητού τηλεφώνου, δήλωσαν επιπρόσθετα ότι η ποιότητα της κλήσης είναι είτε «πολύ σημαντική» ή «σημαντική» κατά την απόφασή τους να επιλέξουν αν θα πραγματοποιήσουν μία κλήση από κινητό ή από σταθερό τηλέφωνο. Η ποιότητα της κλήσης αποτέλεσε τον δεύτερο σημαντικότερο παρά− γοντα για τους καταναλωτές μετά την τιμή.22 Επίσης, 53% εκ των συμμετεχόντων που διαθέτουν και σταθερό και κινητό τηλέφωνο, συμφώνησαν απόλυτα ή απλώς συμφώνησαν με την πρόταση ότι «όσον αφορά στην ποιότητα τηλεφωνικών κλήσεων και το λόγο χρήσης σταθερού τηλεφώνου δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση πέρα από τη σταθερή τηλεφωνία». Οι πάροχοι κινητής τηλεφωνίας έχουν εισάγει στην αγορά μεγάλο αριθμό πακέτων κινητής τηλεφωνίας έτσι ώστε να κάνουν οικονομικά πιο ελκυστική τη δυνατό− τητα του καταναλωτή να μοιράζει τις κλήσεις του από το γραφείο ή το σπίτι ανάμεσα στο σταθερό και κινητό του τηλέφωνο. Εφαρμόζοντας το τεστ του υποθετικού μονοπωλίου (SSNIP) για τις κλήσεις σταθερής τηλεφω− 20 Βλέπε για παράδειγμα υποθέσεις, Telia/Telenor Case No COMP/ M.1439; Vodafone/Mannesmann Case No COMP/M.1795; Telia/Sonera Case No COMP/M.2803. 21 Βλέπε για παράδειγμα, “SME Telecommunications Survey 2004 Report and Analysis”, ComReg, 25 Ιανουαρίου 2005, σελ. 9 και “EU Telecoms Services Indicators”, Ipsos, 2004, σελ 51. 22 Βάσει της ίδιας έρευνας, η ποιότητα της κλήσης αξιολογήθηκε ως σημαντικότερος παράγοντας από την ευκολία και την ασφάλεια επι− κοινωνίας. 17614 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ) νίας στενής ζώνης είναι απίθανο να βρεθεί μία αρκετά μεγάλη απώλεια κίνησης σε μία υποθετική αύξηση της τιμής της κλήσης από σταθερό της τάξης του 5−10%, τέτοια ώστε να κάνει την αύξηση αυτή μη κερδοφό− ρα. Επίσης η ποιότητα λήψης θα εμποδίσει πολλούς μεγάλους πελάτες να στραφούν στη χρήση κινητού ενώ βρίσκονται στο σπίτι ή στο γραφείο. Επιπλέον, οι πάροχοι σταθερής είναι σε θέση να εντοπίσουν ομάδες πελατών περισσότερο επιρρεπείς στην υποκατάσταση σταθερού από κινητό και να προσφέρουν ειδικά σε αυ− τούς πακέτα τιμών με εκπτώσεις όγκου. Επομένως, η ΕΕΤΤ, δεν θεωρεί ότι το ποσοστό των πελατών που θα έκαναν κλήσεις από κινητό αντί από σταθερό κατόπιν μίας αύξησης της τιμής των κλήσεων από σταθερό κατά 5−10% θα ήταν αρκετοί ώστε να κάνει μία αύξηση τιμής μη κερδοφόρα. Συνεπώς, οι υπηρεσίες τηλεφωνικών κλήσεων από σταθερή θέση και οι υπηρεσίες κινητών τηλεφωνικών κλήσεων δεν δεν εμπίπτουν στην ίδια σχετική αγορά προϊόντων. Τοπικές και Υπεραστικές κλήσεις Η ΕΕΤΤ υιοθετεί την αρχική άποψη ότι οι τοπικές και υπεραστικές κλήσεις δεν είναι λειτουργικά υποκατάστα− τα για τους πελάτες. Η λειτουργική υποκατάσταση με− ταξύ των δύο υπηρεσιών είναι ανεπαρκής για να μπορεί ένας πελάτης να μεταστραφεί κάνοντας υπεραστικές κλήσεις, ως ανταπόκριση σε μια αύξηση τιμών έως και 10% από έναν υποθετικό μονοπωλιακό πάροχο τοπικών κλήσεων (ή αντιστρόφως). Επίσης και οι τιμολογιακές διαφοροποιήσεις μεταξύ αστικών και υπεραστικών κλή− σεων δεν επιτρέπουν, επί του παρόντος την ένταξη των αστικών και των υπεραστικών κλήσεων σε μια ενιαία σχετική αγορά προϊόντων. Οι εναλλακτικοί πάροχοι μπορούν να ξεκινήσουν την παροχή φωνητικών κλήσεων με δύο τρόπους:
(1)μπο− ρούν να χρησιμοποιήσουν τη δική τους υποδομή ή
(2)μπορούν να μεταπωλούν χωρητικότητα. Δεν υπάρχουν τεχνικοί λόγοι που να αποτρέπουν έναν πάροχο που παρέχει εθνικές κλήσεις να παρέχει και τοπικές κλήσεις (ή αντιστρόφως). Ωστόσο, τα περιθώρια κέρδους μεταξύ αστικών και υπεραστικών κλήσεων μπορεί να διαφέρουν. Η ΕΕΤΤ πιστεύει ότι ένας πάροχος τοπικών φωνητικών κλήσεων θα ήταν σε θέση να μεταστραφεί στην παροχή υπεραστικών κλήσεων, ως ανταπόκριση σε μια αύξηση τιμών κατά 10% από έναν υποθετικό μονοπωλιακό πά− ροχο. Ωστόσο το αντίστροφο ενώ από τεχνικής άποψης δύναται να είναι εφικτό η ΕΕΤΤ εκτιμά ότι απαιτούνται σημαντικές επενδύσεις σε δικτυακή υποδομή προκειμέ− νου τα επίπεδα κέρδους να κυμανθούν σε ικανοποιητικά επίπεδα. Συνεπώς η ΕΕΤΤ θεωρεί ότι οι τοπικές και υπεραστικές σταθερές κλήσεις ανήκουν σε χωριστές σχετικές αγορές προϊόντων. Σταθερές Κλήσεις προς κινητά Η ΕΕΤΤ θεωρεί ότι οι σταθερές κλήσεις προς κινητά και οι σταθερές κλήσεις προς τοπικούς ή υπεραστικούς αριθμούς γίνονται όλο και περισσότερο λειτουργικά υποκαταστάσιμες για τους πελάτες. Τα στοιχεία του όγκου της κίνησης και η σημαντική διείσδυση της κινη− τής τηλεφωνίας υποδεικνύουν ότι οι πελάτες είναι όλο και περισσότερο πρόθυμοι να κάνουν σταθερές κλήσεις προς κινητά αντί για τοπικές ή υπεραστικές κλήσεις προς σταθερούς αριθμούς (για να επικοινωνήσουν με το ίδιο καλούμενο μέρος). Η ΕΕΤΤ πιστεύει ότι ο αριθμός των κλήσεων αυτών δεν είναι πλέον de minimis και θα συνεχίσει να αυξάνεται. Η ΕΕΤΤ εξέτασε εάν ένας υπο− θετικός μονοπωλιακός πάροχος σταθερών μη τοπικών εθνικών κλήσεων σε γεωγραφικούς αριθμούς θα ήταν σε θέση να αυξήσει επικερδώς τις τιμές σε γεωγραφι− κούς αριθμούς κατά 10% πάνω από το ανταγωνιστικό επίπεδο, χωρίς να εισέλθουν στην αγορά οι πάροχοι κλήσεων σε αριθμούς κινητών (και αντιστρόφως). Τέ− τοιοι πιθανοί νεοεισερχόμενοι ήδη θα λαμβάνουν τα αναγκαία προϊόντα χονδρικής (μέσω της υφιστάμενης πρόσβασης και των συμφωνιών διασύνδεσης) για να ξεκινήσουν την παροχή τέτοιων υπηρεσιών. Συνεπώς, το κόστος της εισόδου θα είναι περιορισμένο και πιθανόν θα είναι εφικτό βραχυπρόθεσμα. Ωστόσο, η ΕΕΤΤ θεωρεί ότι για τις υπεραστικές κλήσεις το κίνητρο εισόδου είναι στενά συνδεδεμένο με τα αντίστοιχα τιμολογιακά περι− θώρια. Και πάλι, οι αποφάσεις τακτικής σχετικά με την τοποθεσία και τη σύνθεση της πελατειακής βάσης στην οποία στοχεύει ο πάροχος, και με τη δομή τιμολόγησης της χονδρικής και τις τεχνικές αποφάσεις παίζουν ση− μαντικό ρόλο. Η ΕΕΤΤ πιστεύει ότι ένας πάροχος υπε− ραστικών κλήσεων σε γεωγραφικούς αριθμούς θα ήταν σε θέση να ξεκινήσει την παροχή κλήσεων σε αριθμούς κινητής. Επίσης, φαίνεται ότι το ίδιο ισχύει και για τη μεταστροφή από κλήσεις σε κινητά σε υπεραστικές κλήσεις προς γεωγραφικούς αριθμούς. Ωστόσο, η ΕΕΤΤ δεν θεωρεί ότι αυτή η μεταστροφή είναι εξίσου βιώσιμη ανάμεσα σε αστικές κλήσεις προς γεωγραφικούς αριθμούς και κλήσεις από σταθερό σε κινητό. Η ΕΕΤΤ υιοθετεί την άποψη ότι οι κλήσεις από σταθερό προς κινητό και οι κλήσεις από σταθερό προς υπεραστικούς γεωγραφικούς αριθμούς ανήκουν στην ίδια σχετική αγορά προϊόντων. Σταθερές Κλήσεις προς μη γεωγραφικούς αριθμούς Οι σταθερές κλήσεις προς σταθερούς μη γεωγραφι− κούς αριθμούς μπορεί να μ