Μαρούσι, 11-3-2010 ΑΠ. 556/035 ΑΠΟΦΑΣΗ «Έγκριση σύνοψης αποτελεσμάτων της διεξαχθείσας Δημόσιας Διαβούλευσης αναφορικά με τον Κανονισμό περί Καθορισμού Αρχών Κοστολόγησης της Καθολικής Υπηρεσίας» Η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), Έχοντας υπόψη : α. το Ν.3431/2006 «Περί Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και άλλες διατάξεις», και ιδίως το άρθρο 55 καθώς και το Παράρτημα VII αυτού (ΦΕΚ 13/Α/2006), β. την υπ’ αριθμ. 31923/1135/24-5-2007 απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών «Καθορισμός διαδικασίας επιμερισμού του Καθαρού Κόστους Καθολικής Υπηρεσίας και αποζημίωσης του Παρόχου της Καθολικής Υπηρεσίας (καθορισμένη επιχείρηση)» (ΦΕΚ 876/Β/5-6-2007), γ. την υπ’ αριθμ. 44035/1626/1-8-2007 απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών «Καθορισμός του περιεχομένου της Καθολικής Υπηρεσίας» (ΦΕΚ 1481/Β/16-8-2007), δ. την υπ’ αριθμ. 28120/974/11-5-2007 απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών «Προϋποθέσεις, κριτήρια επιλογής και διαδικασία για τον καθορισμό παρόχου καθολικής υπηρεσίας» (ΦΕΚ 824/Β/25-5-2007) και ειδικότερα το άρθρο 5 παρ. 7 αυτής, ε. την απόφαση ΕΕΤΤ Α.Π. 375/10/14-2-2006, «Κανονισμός Διαδικασίας Δημόσιας Διαβούλευσης» (ΦΕΚ 460/Β/17-4-2003), στ. την απόφαση της ΕΕΤΤ ΑΠ 531/62/23-07-2009, «Διεξαγωγή Δημόσιας Διαβούλευσης αναφορικά με τον Κανονισμό περί καθορισμού αρχών Κοστολόγησης της Καθολικής Υπηρεσίας» καθώς και τις απαντήσεις των ενδιαφερόμενων φορέων στην ως άνω δημόσια διαβούλευση που διεξήγαγε η ΕΕΤΤ κατά το διάστημα από 27 Ιουλίου έως 25 Σεπτεμβρίου 2009, όπως δημοσιεύτηκαν στην ιστοσελίδα της ΕΕΤΤ, ζ. το γεγονός ότι από τις διατάξεις αυτής της Απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη εις βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού, Αποφασίζουμε: Την έγκριση της σύνοψης των αποτελεσμάτων της διεξαχθείσας με την απόφαση της ΕΕΤΤ ΑΠ 531/62/23-07-2009 Δημόσιας Διαβούλευσης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο επισυναπτόμενο κείμενο και τη δημοσίευσή της στην ιστοσελίδα της ΕΕΤΤ Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Δρ. ΛΕΩΝΙΔΑΣ Ι. ΚΑΝΕΛΛΟΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΠΕΡΙ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΑΡΧΩΝ ΚΟΣΤΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ MAΡTΙΟΣ 2010 ΜΑΡΟΥΣΙ, ΑΘΗΝΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ……………………………………………..................................2 ΕΙΣΑΓΩΓΗ………………………………………………………………………....3 ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ……………………………………………4-10 ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η Δημόσια Διαβούλευση αναφορικά με τον Κανονισμό της ΕΕΤΤ περί «καθορισμού αρχών Κοστολόγησης της Καθολικής Υπηρεσίας» πραγματοποιήθηκε στο διάστημα 27-7-2009 έως 25-9-2009 και βασίστηκε στο σχετικό κείμενο της ΕΕΤΤ. Στη Δημόσια Διαβούλευση κατέθεσαν τις απόψεις τους σε ηλεκτρονική και έντυπη μορφή τρεις
(3)συνολικά φορείς: ΟΤΕ, VODAFONE-ΠΑΝΑΦΟΝ και FORTHNET. Στόχος της Δημόσιας Διαβούλευσης ήταν να λάβει η ΕΕΤΤ απόψεις και σχόλια από όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς. ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ Η ΕΕΤΤ καταρχήν θα ήθελε να ευχαριστήσει όλους τους φορείς που συμμετείχαν στην Δημόσια Διαβούλευση οι οποίοι με τα σχόλια και τις παρατηρήσεις τους συνεισφέρουν στην διαμόρφωση του νέου Κανονισμού. Στην συνέχεια θα αναφερθούν εν συντομία, τα κυριότερα σημεία στα οποία αναφέρθηκαν οι συμμετέχοντες στην Διαβούλευση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα σημεία αυτά είναι κοινά αποδεκτά ή ότι αποτελούν θέση της πλειοψηφίας των συμμετεχόντων. Τέλος, σημειώνεται ότι οι απαντήσεις των συμμετεχόντων δημοσιεύονται αυτούσιες και επωνύμως. Τα κυριότερα σημεία στα οποία αναφέρθηκαν οι συμμετέχοντες στην Δημόσια Διαβούλευση, αναφορικά με τον κανονισμό περί «καθορισμού αρχών Κοστολόγησης της Καθολικής Υπηρεσίας», καθώς και η άποψη της ΕΕΤΤ επί αυτών αναλύονται στις παραγράφους που ακολουθούν:
- Ένας εκ των συμμετεχόντων, αναφέρει ότι θα πρέπει να προβλέπεται ο υπολογισμός του καθαρού κόστους είτε για όλα τα επιμέρους στοιχεία της Καθολικής Υπηρεσίας είτε για ορισμένα από αυτά. • Η προαναφερθείσα παρατήρηση αναφέρεται στα οριζόμενα στο κεφάλαιο Α, άρθρο 4, του υπό διαμόρφωση κανονισμού. Στα πλαίσια αυτής η ΕΕΤΤ αναφέρει ότι σύμφωνα με τον ν.3431/2006 και την Κοινοτική Οδηγία (2002/22/ΕΚ), το συνολικό καθαρό κόστος των υποχρεώσεων Καθολικής Υπηρεσίας για κάθε επιχείρηση υπολογίζεται ως το σύνολο του καθαρού κόστους που προκύπτει από τα επιμέρους στοιχεία των υποχρεώσεων Καθολικής Υπηρεσίας, λαμβανομένων υπόψη των τυχόν άυλων οφελών. Συγκεκριμένα, στο Παράρτημα VII, Μέρος Α’ του ν.3431/2006 («Υπολογισμός καθαρού κόστους») αναφέρεται: «Ο υπολογισμός του καθαρού κόστους των ειδικών πτυχών των υποχρεώσεων Καθολικής Υπηρεσίας διενεργείται χωριστά, προκειμένου να μην υπολογίζονται διπλά τα τυχόν άμεσα ή έμμεσα οφέλη ή δαπάνες. Το συνολικό καθαρό κόστος των υποχρεώσεων Καθολικής Υπηρεσίας για κάθε επιχείρηση υπολογίζεται ως το σύνολο του καθαρού κόστους που προκύπτει από τα επί μέρους στοιχεία των υποχρεώσεων Καθολικής Υπηρεσίας, λαμβανομένων υπόψη των τυχόν άυλων οφελών. Η ευθύνη για την επαλήθευση του καθαρού κόστους ανήκει στην Ε.Ε.Τ.Τ.». Με βάση τα ανωτέρω, η ΕΕΤΤ κρίνει ότι το καθαρό κόστος για την παροχή της Καθολικής Υπηρεσίας το οποίο και δύναται, εφόσον η καθορισμένη επιχείρηση υφίσταται αθέμιτη επιβάρυνση, να χρηματοδοτηθεί μέσω μηχανισμού επιμερισμού, θα πρέπει να προκύπτει ως αποτέλεσμα υπολογισμού ο οποίος λαμβάνει υπόψη του το σύνολο των επιμέρους στοιχείων Καθολικής Υπηρεσίας που παρέχει κάθε καθορισμένη επιχείρηση.
- Ένας εκ των συμμετεχόντων, αναφέρει ότι ο χρονικός ορίζοντας της τριετίας, ο οποίος ορίζεται σύμφωνα με την αρχή της προβλεψιμότητας για να παραχθεί προβλέψιμο Καθαρό Κόστος Καθολικής Υπηρεσίας από το κοστολογικό τιμολογιακό σύστημα της Καθολικής Υπηρεσίας, αναμένεται να δημιουργήσει ιδιαιτέρως σημαντικά τεχνικά προβλήματα. Σύμφωνα με την άποψή του, τα τεχνικά αυτά προβλήματα δεν υφίστανται μόνο αναφορικά με τις εκτιμήσεις για το λειτουργικό κόστος και τα έσοδα αλλά και για την πρόβλεψη παραμέτρων όπως το κόστος του κεφαλαίου και την κεφαλαιακή βάση. Αναφέρει δε, ότι η ρυθμιστική πολιτική που ακολουθείται μέχρι σήμερα, για υπηρεσίες των οποίων το κόστος βασίζεται σε ένα κοστολογικό υπόδειγμα τύπου top-down, αναφέρεται σε ένα με δύο έτη πρόβλεψης. • Η προαναφερθείσα παρατήρηση αναφέρεται στα οριζόμενα στο κεφάλαιο Α, άρθρο 4, παράγραφο 6, του υπό διαμόρφωση κανονισμού. Στα πλαίσια αυτής η ΕΕΤΤ αναφέρει ότι. αποδέχεται το γεγονός ότι το λεκτικό της παραγράφου δημιουργεί την εντύπωση ότι υπάρχει η απαίτηση για υποβολή προβλέψεων σε βάθος τριετίας, ενώ η πρόθεση του κανονισμού, από την άποψη της συλλογής των κοστολογικών δεδομένων, είναι η παροχή απολογιστικών στοιχείων για το προηγούμενο έτος με την ταυτόχρονη παροχή προβλέψεων για τα δύο επόμενα έτη (και επομένως η παροχή κοστολογικών στοιχείων συνολικά για μια τριετία). Δεδομένων των ανωτέρω, η ΕΕΤΤ τροποποιεί την σχετική παράγραφο του κανονισμού ως εξής: «Σύμφωνα με την αρχή αυτή, το κοστολογικό σύστημα της Καθολικής Υπηρεσίας θα πρέπει να είναι σε θέση να παράγει προβλέψιμο (με την στατιστική έννοια του όρου) ΚΚΚΥ, σε όρους των επιμέρους υπηρεσιών και προϊόντων που αποτελούν αντικείμενο της Καθολικής Υπηρεσίας, για μια διετία».
- Ένας εκ των συμμετεχόντων εκτιμά ότι ο υπολογισμός του κόστους Καθολικής Υπηρεσίας δεν θα πρέπει να υπολογίζεται βάση του αποτελεσματικού οικονομικού κόστους, αλλά βάση του πραγματικού. Ο ισχυρισμός του αυτός στηρίζεται στο γεγονός ότι το δίκτυο του υπόχρεου παρόχου έχει ήδη αναπτυχθεί και ότι το κόστος που υφίσταται δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί. Επιπλέον αναφέρει ότι, δεν γίνεται αντιληπτό γιατί προτείνεται ως μεθοδολογία υπολογισμού του Καθαρού Κόστους Καθολικής Υπηρεσίας το τεχνοοικονομικό μοντέλο bottom-up με τη χρήση της μεθοδολογίας του Μέσου Μακροπρόθεσμου Επαυξητικού Κόστους ΜΜΕΚ (LRAIC), ενώ παράλληλα η ΕΕΤΤ εφαρμόζει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο κεφάλαιο Β, άρθρο 5, παράγραφο 5, κοστολογικό πρότυπο Πλήρους Κατανεμημένου Κόστους (FDC) . • Η προαναφερθείσα παρατήρηση αναφέρεται στα οριζόμενα στο κεφάλαιο Α, άρθρο 4, παράγραφο 7, του υπό διαμόρφωση κανονισμού. Στα πλαίσια αυτής η ΕΕΤΤ αναφέρει ότι σύμφωνα με την υπουργική απόφαση υπ. αριθ. 28120/974 «Προϋποθέσεις, κριτήρια επιλογής και διαδικασία για τον καθορισμό παρόχου καθολικής υπηρεσίας» (ΦΕΚ 824/Β/25-05-2007) και ειδικότερα το άρθρο 3, παράγραφος 4, σημείο α αυτής, προκειμένου η ΕΕΤΤ να προβεί στην ανάθεση του έργου της παροχής ενός ή περισσοτέρων στοιχείων της Καθολικής Υπηρεσίας σε μία επιχείρηση, λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη της και την απαίτηση για ελαχιστοποίηση του Καθαρού Κόστους Καθολικής Υπηρεσίας, προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί το χρηματοδοτούμενο ποσό της επιβάρυνσης του για το Καθαρό Κόστος αυτής. Με βάση τα παραπάνω, η ΕΕΤΤ κρίνει ότι η προτεινόμενη μεθοδολογία υπολογισμού του κόστους με βάση την αρχή της αποτελεσματικότητας, είναι η μόνη που αποτυπώνει με σαφήνεια το πραγματικό κόστος, αφαιρώντας από τον υπολογισμό κάθε πρόσθετη επιβάρυνση που μπορεί να οφείλεται σε αναποτελεσματική λειτουργία του εκάστοτε υπόχρεου παρόχου. Η αρχή αυτή δε, συνάδει πλήρως με τα οριζόμενα στην προαναφερθείσα υπουργική απόφαση δεδομένου ότι, όπως αναφέρεται και στη σχετική παράγραφο του υπό διαμόρφωση κανονισμού: «Με τον όρο αποτελεσματικό οικονομικό κόστος εννοείται το κατά συνθήκη μικρότερο κόστος που είναι αναγκαίο για μια υπηρεσία/προϊόν με συγκεκριμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά». Επιπλέον, αναφορικά με το δεύτερο τμήμα της παρατήρησης, η ΕΕΤΤ αναφέρει ότι το κεφάλαιο Α, άρθρο 4, παράγραφος 7 του υπό διαμόρφωση κανονισμού, δεν ορίζει τη μεθοδολογία υπολογισμού του Καθαρού Κόστους Καθολικής Υπηρεσίας από τον πάροχο, απλά διευκρινίζει ότι η ΕΕΤΤ δύναται να χρησιμοποιεί το δικό της μοντέλο bottom-up προκειμένου να ελέγχει τα αποτελέσματα του κοστολογικού μοντέλου του υπόχρεου παρόχου. Η διάταξη αυτή εξάλλου δεν εισάγει μια νέα ρύθμιση αφού έχει μεταφερθεί στον υπό διαμόρφωση κανονισμό από την προαναφερθείσα υπουργική απόφαση, για λόγους πληρότητας. Συγκεκριμένα στο άρθρο 5, παράγραφο 11 της υπουργικής απόφασης αναφέρεται ότι: «Προκειμένου η ΕΕΤΤ να αποφανθεί για το ύψος του Καθαρού Κόστους Καθολικής Υπηρεσίας του παρόχου δύναται να χρησιμοποιήσει τεχνοοικονομικό μοντέλο (bottom up) μέσου μακροπρόθεσμου επαυξητικού κόστους (LRAIC).
- Ένας εκ των συμμετεχόντων, αναφέρει ότι το κείμενο του υπό διαβούλευση κανονισμού δεν παρέχει ορισμό των έμμεσων επιδοτήσεων ή περιγραφή της μεθοδολογίας εκτίμησης τους. • Αναφορικά με το κεφάλαιο Β, άρθρο 5, παράγραφο 3, σημείο ii, η ΕΕΤΤ αποδέχεται το ως άνω σχόλιο και τροποποιεί την σχετική παράγραφο του κανονισμού ως εξής: «Στην εκτίμηση των εσόδων, συμπεριλαμβανομένων των άμεσων και έμμεσων επιδοτήσεων, οι οποίες χορηγούνται στον πάροχο Καθολικής Υπηρεσίας ή χρησιμοποιούνται από αυτόν για λόγους παροχής Καθολικής Υπηρεσίας. Ως άμεσες επιδοτήσεις, ορίζονται οι επιδοτήσεις τις οποίες λαμβάνει ο πάροχος Καθολικής Υπηρεσίας για την ανάπτυξη ή λειτουργία υποδομής, η οποία σχετίζεται άμεσα με την παροχή υπηρεσιών Καθολικής Υπηρεσίας. Ως έμμεσες επιδοτήσεις, ορίζονται οι επιδοτήσεις τις οποίες λαμβάνει ο πάροχος Καθολικής Υπηρεσίας για την ανάπτυξη ή λειτουργία υποδομής, η οποία δεν σχετίζεται άμεσα με την παροχή υπηρεσιών Καθολικής Υπηρεσίας, αλλά δύναται να χρησιμοποιηθεί και για την παροχή των υπηρεσιών αυτών».
- Ένας εκ των συμμετεχόντων, αναφέρει ότι δεν έχει συμπεριληφθεί στις κατηγορίες του κόστους, κατά τον υπολογισμό του Καθαρού Κόστους Καθολικής Υπηρεσίας, το κόστος των εκπτώσεων που παρέχει ο πάροχος Καθολικής Υπηρεσίας στα πλαίσια των ειδικών μέτρων για άτομα με ειδικές ανάγκες. • Στα πλαίσια της ανωτέρω παρατήρησης η ΕΕΤΤ διευκρινίζει ότι η αξία των εκπτώσεων, για την χρήση του σταθερού δημόσιου τηλεφωνικού δικτύου και των σταθερών δημόσιων τηλεφωνικών υπηρεσιών, οι οποίες προβλέπονται στα πλαίσια παροχής Καθολικής Υπηρεσίας, έχουν περιληφθεί στον υπολογισμό των διαφυγόντων εσόδων (κεφάλαιο Γ, άρθρο 6, παράγραφος 1, σημείο α.ii, του υπό διαμόρφωση κανονισμού).
- Ένας εκ των συμμετεχόντων, επισημαίνει ότι η προτεινόμενη μεθοδολογία για τον υπολογισμό του μέσου σταθμικού κόστους κεφαλαίου (WACC) του παρόχου Καθολικής Υπηρεσίας, σύμφωνα με την οποία ο πάροχος θα πρέπει να υπολογίσει το σταθμικό μέσο όρο του κόστους του κεφαλαίου των διαφόρων μορφών δανειακού κεφαλαίου που χρησιμοποιεί μόνο για την παροχή της Καθολικής Υπηρεσίας, εμπεριέχει σημαντικές τεχνικές δυσκολίες. Η αναλυτική καταγραφή του τρόπου χρηματοδότησης των επιμέρους στοιχείων του Ενεργητικού και άρα στοιχείων που αφορούν την Καθολική Υπηρεσία σε ίδια και ξένα κεφάλαια, είναι τεχνικά ιδιαιτέρως δυσχερής και μπορεί να υλοποιηθεί μόνο μέσω της χρήσης πολλών και ποικίλων υποκειμενικών υποθέσεων. Εναλλακτικά προτείνεται:
- Να χρησιμοποιηθεί το WACC που έχει ο πάροχος Καθολικής Υπηρεσίας για το σύνολο των υπηρεσιών του.
- Να χρησιμοποιηθεί το κόστος των ιδίων και ξένων κεφαλαίων που έχει ο πάροχος Καθολικής Υπηρεσίας για το σύνολο των υπηρεσιών του και η στάθμιση των ποσοστών αυτών νε γίνεται με βάση προδιαγεγραμμένες σχέσεις στόχους, από την ΕΕΤΤ. • Η ΕΕΤΤ κατ’ αρχήν, αναγνωρίζει ότι οι τεχνικές δυσκολίες για την υλοποίηση της προτεινόμενης μεθοδολογίας, καθιστούν πρακτικά ανέφικτο τον υπολογισμό του κόστους που αφορά μόνο και αποκλειστικά τα κεφάλαια που αφορούν την παροχή της Καθολικής Υπηρεσίας. Κατά συνέπεια, αποδέχεται ότι για τις ανάγκες υπολογισμού θα πρέπει να ακολουθηθεί μια μεθοδολογία, η οποία θα στηρίζεται στην πρώτη πρόταση (υπ’ αριθ. 1 ανωτέρω) του συμμετέχοντος στη διαβούλευση. Βάσει των παραπάνω η ΕΕΤΤ θα διαμορφώσει κατάλληλα το κείμενο του κανονισμού.
- Ένας εκ των συμμετεχόντων εκφράζει την άποψη ότι η επιλογή του υπόχρεου παρόχου της Καθολικής Υπηρεσίας, στα πλαίσια των ειδικών μέτρων για άτομα με ειδικές ανάγκες, θα πρέπει να προκύπτει ύστερα από ξεχωριστή διαγωνιστική διαδικασία. Επιπλέον το κόστος παροχής της υπηρεσίας αυτής είναι διακριτό και δεν μπορεί να συνεκτιμάται κατά περίπτωση. Κατά συνέπεια προτείνει στο κεφάλαιο Γ, άρθρο 6, παράγραφο 1, σημείο α.i να τροποποιηθεί και να επαναδιατυπωθεί ως εξής: «Κατά τον υπολογισμό του κόστους συμπεριλαμβάνονται οι παροχές για άτομα με ειδικές ανάγκες». • Αναφορικά με την ως άνω άποψη, η ΕΕΤΤ θεωρεί ότι οι ρυθμίσεις που αφορούν τα άτομα με ειδικές ανάγκες δεν αποτελούν αυτόνομες συνιστώσες της Καθολικής Υπηρεσίας οι οποίες και δύναται να παρέχονται από ξεχωριστό πάροχο αλλά αποτελούν μέτρα τα οποία συμπεριλαμβάνονται στα επιμέρους στοιχεία της Καθολικής Υπηρεσίας με τα οποία αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο. Επομένως η παροχή της Καθολικής Υπηρεσίας κρίνεται ως σύνολο ανεξαρτήτως από τον αποδέκτη της παροχής. Η ΕΕΤΤ κρίνει ότι πρέπει συνολικά να υπολογίζεται και να χρηματοδοτείται το τυχόν Καθαρό Κόστος του παρόχου Καθολικής Υπηρεσίας ο οποίος στα πλαίσια παροχής της συγκεκριμένης υπηρεσίας, για την οποία έχει οριστεί, υποχρεούται να παρέχει και τις ανάλογες διευκολύνσεις σε χρήστες με ειδικές ανάγκες.
- Ένας εκ των συμμετεχόντων εκτιμά ότι ο βαθμός επιτυχίας του παρόχου Καθολικής Υπηρεσίας, σχετικά με τους στόχους ποιότητας των υπηρεσιών που προσφέρει, δεν θα πρέπει να σχετίζεται με την αποζημίωση που λαμβάνει. Κατά την άποψή του η μη ικανοποίηση των ορισθέντων στόχων μπορεί να σχετίζεται με την επιβολή ρητρών ή με την αλλαγή παρόχου Καθολικής Υπηρεσίας. • Αναφορικά με την προαναφερθείσα άποψη, η ΕΕΤΤ αναφέρει ότι σύμφωνα με την υπουργική απόφαση 28120/974 (ΦΕΚ 824/Β/25-5-2007) «Προϋποθέσεις, κριτήρια επιλογής και διαδικασία για τον καθορισμό παρόχου καθολικής υπηρεσίας», και συγκεκριμένα το άρθρο 6 παράγραφοι 4 και 5 αυτού: «Σε περίπτωση που η καθορισμένη επιχείρηση εκπληρώνει πλημμελώς τις υποχρεώσεις της, όπως αυτές απορρέουν από τον ορισμό της ως παρόχου Καθολικής Υπηρεσίας, η ΕΕΤΤ επιβάλλει τις προβλεπόμενες από το άρθρο 63 του ν. 3431/2006 διοικητικές κυρώσεις, μεριμνώντας για την διασφάλιση συνεχούς και αδιάλειπτης παροχής της Καθολικής Υπηρεσίας προς τους χρήστες. Αν οι πλημμέλειες στην παροχή της Καθολικής Υπηρεσίας οφείλονται σε θέματα τεχνο-οικονομικής βιωσιμότητας της καθορισμένης επιχείρησης, τότε η ΕΕΤΤ ξεκινά την διαδικασία επανακαθορισμού παρόχου Καθολικής Υπηρεσίας. Στην περίπτωση αυτή η καθορισμένη επιχείρηση δεν δικαιούται αποζημίωσης για το τρέχον έτος. Η καθορισμένη επιχείρηση που εκπληρώνει πλημμελώς τις υποχρεώσεις της δύναται να αποκλειστεί από την διαδικασία επανακαθορισμού παρόχου Καθολικής Υπηρεσίας.». Βάσει των ανωτέρω, η ΕΕΤΤ κρίνει ότι πράγματι θα πρέπει να απαλειφθεί από το κείμενο του υπό διαμόρφωση κανονισμού, όποια αναφορά συσχετίζει τους ορισθέντες στόχους ποιότητας με τη μεθοδολογία υπολογισμού του κόστους. Κατά συνέπεια, στο κεφάλαιο Γ, άρθρο 6, παράγραφο 1, αφαιρείται το σύνολο του κειμένου στο σημείο ζ. αυτής.
- Αναφορικά με το κεφάλαιο Γ, άρθρο 6, παράγραφο 3, ένας εκ των συμμετεχόντων αναφέρει ότι δεν είναι σαφείς οι επιπτώσεις, στη διαδικασία υπολογισμού του κόστους της Καθολικής Υπηρεσίας, εάν ο υπόχρεος πάροχος δεν χρησιμοποιεί πελατοκεντρικό σύστημα χρέωσης. • Σε σχέση με το ανωτέρω ερώτημα, η ΕΕΤΤ κρίνει ότι ο υπόχρεος πάροχος δεν θα μπορεί να υπολογίσει το Καθαρό Κόστος της υπηρεσίας σύνδεσης στο σταθερό δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερή θέση καθώς και της πρόσβασης σε υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας ανά σύνολο χρηστών. Κατά συνέπεια, απαιτείται η χρήση πελατοκεντρικού συστήματος χρέωσης.
- Είναι ιδιαιτέρως δύσκολο να αναπτυχθούν πληροφοριακά συστήματα που επιτρέπουν τη συστηματική συγκέντρωση στοιχείων και την μέτρηση των άυλων οφελών. • Σύμφωνα με τον ν3431/2006 το συνολικό Καθαρό Κόστος των υποχρεώσεων Καθολικής Υπηρεσίας για κάθε επιχείρηση υπολογίζεται ως το σύνολο του Καθαρού Κόστους που προκύπτει από τα επιμέρους στοιχεία των υποχρεώσεων Καθολικής Υπηρεσίας λαμβανομένων υπόψη των τυχόν άυλων οφελών. Επιπλέον σύμφωνα με την Υπουργική Απόφαση 28120/974 ΦΕΚ 824/25-5-2007 η καταβολή αποζημίωσης για το Καθαρό Κόστος Καθολικής Υπηρεσίας γίνεται ύστερα από την υποβολή μελέτης προσδιορισμού του Καθαρού Κόστους παροχής καθολικής Υπηρεσίας η οποία μελέτη πρέπει να περιλαμβάνει τον υπολογισμό των άυλων οφελών. Η υποχρέωση που εισάγει ο Κανονισμός για ανάπτυξη πληροφοριακών συστημάτων αφορά γενικά τον υπολογισμό του Καθαρού Κόστους και όχι ειδικά τον υπολογισμό των άυλων οφελών. Η ΕΕΤΤ συμφωνεί ότι η χρήση πληροφοριακών συστημάτων για τον υπολογισμό των άυλων οφελών περιορίζεται όπου αυτό είναι τεχνικά εφικτό.
- Δύο εκ των συμμετεχόντων αναφέρουν ότι ο κανονισμός θα πρέπει να περιγράφει με μεγαλύτερη λεπτομέρεια τον τρόπο υπολογισμού των άυλων οφελών. Επιπρόσθετα, ένας εξ αυτών αναφέρει ότι τα άυλα οφέλη θα πρέπει να αφαιρούνται από το κόστος της Καθολικής Υπηρεσίας. • Αναφορικά με τις παραπάνω παρατηρήσεις η ΕΕΤΤ κατ’ αρχήν εκτιμά ότι τα άυλα οφέλη θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στα έσοδα του παρόχου Καθολικής Υπηρεσίας. Επιπρόσθετα θεωρεί ότι μόνο ενδεικτικά και όχι περιοριστικά μπορούν να προσδιοριστούν τα άυλα οφέλη στα πλαίσια του υπό διαμόρφωση κανονισμού, δεδομένου ότι κάθε περίπτωση είναι διαφορετική και πρέπει να κρίνεται υπό το πρίσμα της ιδιαιτερότητας της και των ειδικών συνθηκών κατά περίπτωση.
- Ένας εκ των συμμετεχόντων στη διαβούλευση αναφέρει ότι στην περίπτωση που η λειτουργικότητα και η δυναμικότητα του σύγχρονου ισοδύναμου παγίου είναι ανώτερες από εκείνες του παγίου για το οποίο υπολογίζεται το κόστος αντικατάστασης, θα πρέπει να αναπροσαρμόζεται το κόστος του σύγχρονου ισοδύναμου παγίου ώστε να μην ενσωματώνεται το κόστος της επιπλέον λειτουργικότητας και δυναμικότητας. • Αναφορικά με την ως άνω παρατήρηση η ΕΕΤΤ αναφέρει ότι σύμφωνα με την αρχή της αποτελεσματικότητας το κοστολογικό σύστημα θα πρέπει να προσμετρά το αποτελεσματικό οικονομικό κόστος. Με τον όρο αποτελεσματικό οικονομικό κόστος εννοείται το κατά συνθήκη μικρότερο κόστος που είναι αναγκαίο για μία υπηρεσία/προϊόν με συγκεκριμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Η ανωτέρω αρχή διασφαλίζει ότι κατά την αποτίμηση του κόστους αντικατάστασης μέσω χρήσης ισοδυνάμου νέου παγίου, δεν λαμβάνονται υπόψη λειτουργικά στοιχεία που δεν σχετίζονται με την παροχή της υπό εξέταση υπηρεσίας. Κατά συνέπεια, η ΕΕΤΤ κρίνει ότι δεν απαιτείται επιπλέον διευκρίνιση στο κείμενο του υπό διαμόρφωση κανονισμού.
- Ένας εκ των συμμετεχόντων στη διαβούλευση θεωρεί ότι θα πρέπει να προσδιοριστούν αυστηρά κι όχι ενδεικτικά τα επιμέρους στοιχεία τα οποία συνεισφέρουν στον υπολογισμό του Καθαρού Κόστους Καθολικής Υπηρεσίας συμπεριλαμβανομένων και των άυλων οφελών. Επιπλέον, προτείνεται η κατηγοριοποίηση των μη αποδοτικών ομάδων χρηστών, ο ορισμός του κατώτατου ορίου κάτω από το οποίο ο χρήστης θεωρείται μη αποδοτικός και ο ορισμός των κριτηρίων που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την εξέταση των μη αποδοτικών γεωγραφικών περιοχών. • Αναφορικά με τις ανωτέρω παρατηρήσεις, η ΕΕΤΤ καταρχήν εκτιμά ότι ο ν. 3431/2006 (Παράρτημα VII) εισάγει τις κύριες κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό του Καθαρού Κόστους των υποχρεώσεων της Καθολικής Υπηρεσίας και της χρηματοδότησης αυτού. Στο πλαίσιο αυτό κινείται και ο υπό διαμόρφωση κανονισμός. Επιπρόσθετα, θεωρεί ότι μόνο ενδεικτικά και όχι περιοριστικά μπορούν να προσδιοριστούν οι μη αποδοτικοί χρήστες, περιοχές, κοινόχρηστα τηλέφωνα, καθώς επίσης και τα άυλα οφέλη, δεδομένου ότι κάθε περίπτωση είναι διαφορετική και πρέπει να κρίνεται υπό το πρίσμα της ιδιαιτερότητάς της και των ειδικών συνθηκών κατά περίπτωση.