ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΙΘ. 657/2018 Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συνεδρίασε στην Αίθουσα Συνεδριάσεων του 1ου ορόφου του κτηρίου των γραφείων της, επί της οδού Κότσικα 1Α, Αθήνα, την 15η Φεβρουαρίου 2018, ημέρα Πέμπτη και ώρα 10:00, με την εξής σύνθεση: Πρόεδρος: Δημήτριος Κυριτσάκης Μέλη: Άννα Νάκου (Αντιπρόεδρος) Βικτωρία Μερτικοπούλου, Λευκοθέα Ντέκα, Νικόλαος Ζευγώλης (Εισηγητής), Παναγιώτης Φώτης, Ιωάννης Πετρόγλου και Μιχαήλ Πολέμης λόγω κωλύματος του τακτικού μέλους Σωτήριου Καρκαλάκου Γραμματέας: Ευγενία Ντόρντα Θέμα της συνεδρίασης: Λήψη απόφασης επί της αυτεπάγγελτης έρευνας της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού για την εξέταση τυχόν παραβάσεων των άρθρων 1 και 2 του ν. 703/1977-3959/2011, καθώς και των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από την εταιρία «ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ & ΤΡΟΦΙΜΩΝ», στο πλαίσιο συμφωνιών συνεργασίας της βιομηχανίας με το λιανεμπόριο και το χονδρεμπόριο για τα προϊόντα μαργαρίνης και βουτύρου. Πριν την έναρξη της συνεδρίασης, ο Πρόεδρος της Επιτροπής όρισε Γραμματέα της υπόθεσης την Ευγενία Ντόρντα, με αναπληρώτρια αυτής την Ηλιάνα Κούτρα. Η παρούσα απόφαση εκδίδεται σε δυο
(2)επιπλέον εκδόσεις με τα διακριτικά:
(1)«Προς Δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως»,
(2)«Έκδοση για την εταιρία ΜΙΝΕΡΒΑ Α.Ε. ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ». Από τις παραπάνω εκδόσεις έχουν αφαιρεθεί τα απόρρητα επιχειρηματικά στοιχεία (όπου η ένδειξη […]) τα οποία δεν θα πρέπει να περιέλθουν σε γνώση του αντίστοιχου αποδέκτη της έκδοσης, σύμφωνα με το άρθρο 41 του ν. 3959/2011 (ΦΕΚ 93 Α΄/20.4.2011), όπως ισχύει, και τον Κανονισμό Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΦΕΚ 54 Β΄/16.1.2013). 1 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Στη συνεδρίαση η νομίμως κλητευθείσα εταιρία «ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ & ΤΡΟΦΙΜΩΝ», παραστάθηκε με τον νόμιμο εκπρόσωπό της […], μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων Σταυρούλας Παλιού, Νικολάου Γκουζούλη, Κωνσταντίνου Πανάγου και Δημητρίου Καραγκούνη. Στην αρχή της συζήτησης, ο Πρόεδρος έδωσε τον λόγο στον Εισηγητή της υπόθεσης, Νικόλαο Ζευγώλη, ο οποίος ανέπτυξε συνοπτικά την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ.7347/12.12.2017 γραπτή εισήγηση και λαμβάνοντας υπόψη όσα αναφέρονται αναλυτικά στην εισήγηση, πρότεινε, για την εταιρία ΜΙΝΕΡΒΑ Α.Ε. ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ: 1 Να απορριφθεί η πρόταση από μέρους της εταιρίας για ανάληψη δεσμεύσεων. 2 Να διαπιστωθεί η παράβαση των άρθρων 1 του ν. 703/1977 (νυν 1 του ν. 3959/2011) και 101 ΣΛΕΕ. 3 . Να της επιβληθεί πρόστιμο, επειδή έχει υποπέσει σε παράβαση των άρθρων 1 του ν. 703/1977 (νυν 1 του ν. 3959/2011) και 101 ΣΛΕΕ, υπολογιζόμενο επί των ετησίων ακαθάριστων εσόδων της επιχείρησης για κάθε έτος της παράβασης αθροιστικά, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που παρατίθενται στην παρούσα εισήγηση αναφορικά με τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης. 4 . Να υποχρεωθεί να παραλείπει τη διαπιστωθείσα στο άνω σκεπτικό παράβαση του άρθρου 1 του Ν. 703/1977 (νυν 1 του ν. 3959/2011) και 101 ΣΛΕΕ όπως ισχύει, στο μέλλον και 5 . Να απειληθεί κατ΄αυτής πρόστιμο, αν με απόφαση της Επιτροπής βεβαιώνεται η συνέχιση ή η επανάληψη της διαπιστωθείσας παράβασης. Κατόπιν, το λόγο έλαβαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του ενδιαφερόμενου μέρους, οι οποίοι τοποθετήθηκαν επί της προαναφερόμενης εισήγησης, ανέπτυξαν τις απόψεις τους, έδωσαν διευκρινίσεις και απάντησαν σε ερωτήσεις που τους υπέβαλαν ο Πρόεδρος και τα μέλη της Επιτροπής. Για τη θεμελίωση των ισχυρισμών τους οι πληρεξούσιοι δικηγόροι ζήτησαν την εξέταση μαρτύρων. Η Επιτροπή, αποδεχόμενη το σχετικό αίτημα, εξέτασε τους μάρτυρες: 1) […] και 2) […]. Με την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας και την εξέταση των μαρτύρων οι πληρεξούσιοι δικηγόροι ζήτησαν και ο Πρόεδρος της Επιτροπής χορήγησε προθεσμία 2 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ τεσσάρων
(4)ημερών μετά την παραλαβή των πρακτικών από μέρους τους, προκειμένου να υποβάλουν συμπληρωματικό υπόμνημα. Η Επιτροπή συνήλθε σε διάσκεψη την 24η Απριλίου 2018 (ημέρα Τρίτη και ώρα 13:00) στην ως άνω αίθουσα συνεδριάσεων του 1ου ορόφου των Γραφείων της, με τη συμμετοχή του Εισηγητή Νικολάου Ζευγώλη, ο οποίος δεν έλαβε μέρος στην ψηφοφορία. Η Εισηγήτριαμέλος της ΕΑ Λευκοθέα Ντέκα δεν συμμετείχε στη διάσκεψη λόγω δικαιολογημένου κωλύματος. Η Επιτροπή αφού έλαβε υπόψη της τα στοιχεία του φακέλου της κρινόμενης υπόθεσης, την Εισήγηση, τις απόψεις που διατύπωσε προφορικώς το ενδιαφερόμενος μέρος κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και με τα υπομνήματα τα οποία υπέβαλε, καθώς και τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες κατά την ακροαματική διαδικασία αποφάσισε σε φανερή ψηφοφορία τα ακόλουθα: ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΩΣ ΕΞΗΣ : I ΙΣΤΟΡΙΚΟ
- Σε συνέχεια του υπ’ αριθ. πρωτ. 490/28.1.2008 εγγράφου του Προέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού (εφεξής και «ΕΑ»), η Υπηρεσία διενήργησε αυτεπάγγελτη έρευνα στον κλάδο παραγωγής και εμπορίας μαργαρίνης και βουτύρου, προκειμένου να διαπιστώσει τυχόν παραβάσεις των άρθρων 1 και 2 του ν.703/77, όπως ίσχυε και ήδη άρθρα 1 και 2 του ν. 3959/2011 και 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «ΣΛΕΕ»).
- Για τους σκοπούς της εν λόγω έρευνας, η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού (εφεξής και «ΓΔΑ») απέστειλε την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 5682/27.8.2008 επιστολή προς την εταιρία ΜΙΝΕΡΒΑ Α.Ε. ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ (εφεξής και «ΜΙΝΕΡΒΑ» ή «ερευνώμενη» ή «ελεγχόμενη»), η οποία απαντήθηκε με την υπ’ αριθ. πρωτ. 6657/30.9.2008 επιστολή της τελευταίας. Εν τω μεταξύ είχαν αποσταλεί επιστολές για την παροχή στοιχείων στις κυριότερες εταιρίες σούπερ μάρκετ1, καθώς και επιστολές 1 Τα σούπερ μάρκετ στα οποία στάλθηκαν επιστολές είναι τα ακόλουθα: ΑΤΛΑΝΤΙΚ SUPER MARKET A.E.E. (αριθ. πρωτ. 732/6.2.2008), ΜΕΤΡΟ ΑΕΒΕ (αριθ. πρωτ. 733/6.2.2008), ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ Ι. & Σ. Α.Ε.Ε. (αριθ. πρωτ. 734/6.2.2008), ΛΙΝΤΛ ΕΛΛΑΣ & ΣΙΑ Ο.Ε. (αριθ. πρωτ. 735/6.2.2008), ΑΛΦΑ-ΒΗΤΑ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε. (αριθ. πρωτ. 736/6.2.2008), ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΙ ΑΦΟΙ Α.Ε.Β.Ε. (αριθ. πρωτ. 737/6.2.2008), CARREFOUR-ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε. (αριθ. πρωτ. 738/6.2.2008), ΜΑΚΡΟ ΚΑΣ & ΚΑΡΥ ΧΟΝΔΡΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Ε. (αριθ. πρωτ. 739/6.2.2008), ΠΕΝΤΕ Α.Ε. (αριθ. πρωτ. 740/6.2.2008), ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΜΑΣΟΥΤΗΣ Α.Ε. ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ (αριθ. πρωτ. 741/6.2.2008). 3 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ παροχής στοιχείων και στις λοιπές εταιρίες παραγωγής και εμπορίας προϊόντων βουτύρου και μαργαρίνης2 που συνεργάζονταν με τις συγκεκριμένες εταιρίες σούπερ μάρκετ. Από την επεξεργασία των προσκομισθέντων στοιχείων προέκυψαν σαφείς ενδείξεις πιθανής παράβασης του άρθρου 1 του ν. 703/1977, όπως ίσχυε (πλέον άρθρο 1 του ν. 3959/2011), και του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ από την εταιρία ΜΙΝΕΡΒΑ και η ΓΔΑ απέστειλε συμπληρωματικά ερωτηματολόγια στην εν λόγω εταιρία (υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 8001/17.11.2008 και οικ. 2905/7.4.2009), στα οποία η ΜΙΝΕΡΒΑ απάντησε με τις υπ’ αριθ. πρωτ 8686/15.12.2008 και 3485/30.4.2009 επιστολές της αντίστοιχα. Την 14.10.2010, διενεργήθηκε επιτόπιος έλεγχος στην εταιρία ΜΙΝΕΡΒΑ, δυνάμει της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 6304/13.10.2010 εντολής ελέγχου (εφεξής και «επιτόπιος έλεγχος»). Σε συνέχεια της διενέργειας του ως άνω επιτόπιου ελέγχου και προς απάντηση σχετικών ερωτημάτων που είχαν τεθεί στην ελεγχόμενη εταιρία κατά τη διενέργεια αυτού, στάλθηκαν οι υπ’ αριθ. πρωτ. 6591/21.10.2010 και 7216/12.11.2010 επιστολές από μέρους της ΜΙΝΕΡΒΑ. Τέλος, προκειμένου να ολοκληρωθεί η έρευνα της Υπηρεσίας ζητήθηκαν από την ελεγχόμενη εταιρία πρόσθετα στοιχεία και πληροφορίες με τις υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 5113/13.8.2015, 4393/7.8.2017 και οικ. 6445/3.11.2017 επιστολές της ΓΔΑ, οι οποίες απαντήθηκαν με τις υπ’ αριθ. πρωτ. 5691/28.9.2015, 4928/8.9.2017 και 6715/16.11.2017 επιστολές της ΜΙΝΕΡΒΑ.
- Από την αξιολόγηση του συνόλου των συλλεχθέντων και προσκομισθέντων στοιχείων στο πλαίσιο της ως άνω έρευνας, ανευρέθηκαν στις συμβάσεις διανομής της εταιρίας ΜΙΝΕΡΒΑ με τους συνεργαζόμενους με αυτή χονδρεμπόρους/ διανομείς, συγκεκριμένοι συμβατικοί όροι, που γεννούσαν προβληματισμό ως προς τη συμβατότητά τους με το δίκαιο του ελεύθερου ανταγωνισμού. Εν όψει αυτού, στις 23.3.2017, 10.4.2017 και 3.5.2017, έλαβαν χώρα συναντήσεις με την ελεγχόμενη εταιρία με θέμα τις συμφωνίες συνεργασίας της ως άνω εταιρίας με τους διανομείς/ χονδρεμπόρους της. Όπως προαναφέρθηκε, ήδη κατά την προκαταρκτική εκτίμηση της ΓΔΑ, αξιολογήθηκε ότι ορισμένοι όροι των ανωτέρω συμφωνιών συνεργασίας ενδέχεται να εμπίπτουν στη διάταξη του άρθρου 4 του Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής 330/2010 περί κάθετων συμφωνιών οι οποίες περιορίζουν τον ανταγωνισμό στις επιμέρους σχετικές 2 Ειδικότερα απεστάλησαν επιστολές στις εξής εταιρίες: ΕΛΑΪΣ UNILEVER HELLAS Α.Ε. (αριθ. πρωτ. οικ. 5685/27.8.2008), KRAFT FOODS HELLAS SA (αριθ. πρωτ. οικ. 5683/27.8.2008), ARLA FOODS ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕΕ (αριθ. πρωτ. 5684/27.8.2008), ΠΑΣΣΑΛΗΣ Γ & Ι ΑΕΒΕ (αριθ. πρωτ. 5704/27.8.2008), ΒΟΥΛΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ (αριθ. πρωτ. οικ. 5705/27.8.2008). 4 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ αγορές. Στη συνέχεια, η εταιρία απέστειλε την αρχική πρότασή της για ανάληψη δεσμεύσεων34, τις οποίες οριστικοποίησε στις 2.8.
- Τέλος, στάλθηκαν 20 ερωτηματολόγια6 σε διανομείς/χονδρεμπόρους της ΜΙΝΕΡΒΑ, οι οποίοι είτε συνεργάζονταν παλαιότερα με την εταιρία και είχε πλέον διακόψει τη συνεργασία, είτε τη συνέχιζαν
- Από την εξέταση των στοιχείων του φακέλου πιθανολογήθηκε το ενδεχόμενο παραβάσεων του άρθρου 1 του ν. 703/77 όπως ίσχυε ( και ήδη ν. 3959/2011) και του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ, οι δε προσφερόμενες από την ΜΙΝΕΡΒΑ Δεσμεύσεις εξετάζονται εκτενώς στην Ενότητα VI.2 όπου αξιολογείται η προσφορότητα και η καταλληλότητά τους για την αποκατάσταση των συνθηκών αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις αγορές μαργαρίνης και βουτύρου. 3 Με το υπ’ αριθ. πρωτ. 2623/5.5.2017 έγγραφο. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας η πληρεξούσια δικηγόρος της ΜΙΝΕΡΒΑ, Παλιού [Βλ. Συνεδρίαση 26η ΠΡΑΚΤΙΚΑ της 15ης Φεβρουαρίου 2018 ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ, ιδίως σελ. 16, «αναγνωρίζοντας όμως ότι οι ανησυχίες της Επιτροπής είναι εύλογες, λαμβάνοντας υπόψη της εντύπωσης που δημιουργεί η εντύπωση που δημιουργούν σε τρίτους οι όροι αυτοί και η διατύπωσή τους, η ΜΙΝΕΡΒΑ επιμένει ότι οι δεσμεύσεις που έχει καταθέσει ήδη από τον Αύγουστο, σε συνεργασία με τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού, είναι κατάλληλες». Επίσης, η ΜΙΝΕΡΒΑ στο με αρ. πρωτ. 43/26.01.2018 Υπόμνημά της αναφέρει σχετικά (παρ. 6): «Στο πλαίσιο αυτό, στις 5.5.2017 υποβλήθηκε από την Εταιρεία ενώπιον της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού αρχικό κείμενο πρότασης ανάληψης δεσμεύσεων (υπ' αριθ. πρωτ. 2623/5.5.2017 έγγραφο), το οποίο έγινε πλήρως αποδεκτό ως σημείο αναφοράς για την οριστική διευθέτηση της υποθέσεως και την άρση κάθε αμφιβολίας για τη σύννομη και σύμφωνη με το δίκαιο του ελεύθερου ανταγωνισμού δραστηριοποίηση της Εταιρείας μας». 5 Με το υπ’ αριθ. πρωτ. 4343/2.8.2017 έγγραφο. Για το περιεχόμενο της Οριστικής Πρότασης Δεσμεύσεων, βλ. κατωτέρω Ενότητα VI. 6 Ειδικότερα εστάλησαν τα εξής ερωτηματολόγια: […] (αριθ. πρωτ. 4411/7.8.2017), […] (αριθ. πρωτ. 4412/7.8.2017), […] (αριθ. πρωτ. 4414/7.8.2017), […] (αριθ. πρωτ. 4415/7.8.2017), […] (αριθ. πρωτ. 4416/7.8.2017), […] (αριθ. πρωτ. 4417/7.8.2017), […] (αριθ. πρωτ. 4418/7.8.2017), […] (αριθ. πρωτ. 4419/7.8.2017), […] (αριθ. πρωτ. 4420/7.8.2017), […] (αριθ. πρωτ. 4421/7.8.2017), […] (αριθ. πρωτ. 4422/7.8.2017), […] (αριθ. πρωτ. 4423/7.8.2017), [....] (αριθ. πρωτ. 4424/7.8.2017), […] (αριθ. πρωτ. 4425/7.8.2017), […] (αριθ. πρωτ. 4426/7.8.2017), […] (αριθ. πρωτ. 4429/7.8.2017), […] (αριθ. πρωτ. 4430/7.8.2017), […] (αριθ. πρωτ. 4431/7.8.2017), […] (αριθ. πρωτ. 4432/7.8.2017), […] (αριθ. πρωτ. 4433/7.8.2017). Εν συνεχεία παρατίθενται αναλυτικά οι αριθ. πρωτ. των απαντητικών επιστολών (απάντησαν 14 διανομείς): […] (αριθ. πρωτ. 4927/8.9.2017, […] (αριθ. πρωτ. 4920/7.9.2017), […] (αριθ. πρωτ. 5091/15.9.2017), […] (αριθ. πρωτ. 5086/15.9.2017), […] (αριθ. πρωτ. 4909/7.9.2017), […] (αριθ. πρωτ. 5087/15.9.2017), [...] (αριθ. πρωτ. 5021/13.9.2017), […] (αριθ. πρωτ. 4953/8.9.2017), […] (αριθ. πρωτ. 4834/5.9.2017), […] (αριθ. πρωτ. 4954/8.9.2017), […] (αριθ. πρωτ. 4752/1.9.2017), […] (αριθ. πρωτ. 4922/7.9.2017), […] (αριθ. πρωτ. 5063/15.9.2017), […] (αριθ. πρωτ. 5323/26.9.2017). Εφεξής, η παραπομπή στις απαντητικές επιστολές των διανομέων θα γίνεται με απλή αναφορά στην επωνυμία του αποστολέα τους. 7 Ειδικότερα, ζητήθηκαν διευκρινίσεις αναφορικά με την ερμηνεία και εφαρμογή των όρων που αφορούν στην τιμολόγηση των προϊόντων ΜΙΝΕΡΒΑ, στο πελατολόγιο και στην περιοχή δραστηριοποίησης των διανομέων και στην παροχή στοιχείων και πληροφοριών που παρείχαν οι διανομείς στη ΜΙΝΕΡΒΑ. 4 5 II ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Η ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΙΝΕΡΒΑ Α.Ε. ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ
- Η εταιρία ΜΙΝΕΡΒΑ είναι μέλος του ομίλου PZ Cussons, ο οποίος δραστηριοποιείται σε προϊόντα προσωπικής φροντίδας, έχει έδρα στο Μάντσεστερ. Η PZ Cussons και είναι ο αποκλειστικός μέτοχος της εταιρίας. Άλλες εταιρίες του ομίλου είναι εγκατεστημένες στη Μ. Βρετανία, Πολωνία (Ευρώπη), Νιγηρία, Γκάνα, Κένυα, Καμερούν (Αφρική), Ινδονησία, Ταϊλάνδη, Αυστραλία, Ε. Α. Εμιράτα, Κίνα (Ασία). Οι εγκαταστάσεις παραγωγής της ΜΙΝΕΡΒΑ βρίσκονται στο Σχηματάρι Βοιωτίας
- Όπως δήλωσε στη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας η μάρτυρας Ουρανία Τσάκα, η ΜΙΝΕΡΒΑ «δραστηριοποιείται στην Ελλάδα 114 χρόνια, έχει εγκαταστάσεις στο Σχηματάρι, στα Γιάννενα. Έχει μια μικρή μονάδα στον Πειραιά που έχει το ΤΟΠ. Απασχολεί 186 υπαλλήλους. Είναι ελληνική γιατί και ο όμιλός μας έχει ελληνική διοίκηση»
- Η γκάμα των παραγόμενων από την εταιρία ΜΙΝΕΡΒΑ προϊόντων τροφίμων περιλαμβάνει λάδια, ελαιόλαδα, μαργαρίνες, τυρί φέτα και γραβιέρα, ενώ σχετικά πρόσφατα
(2014)απέκτησε και το ελληνικής προέλευσης ξύδι ΤΟΠ. Ειδικότερα, η ΜΙΝΕΡΒΑ εμπορεύεται προϊόντα βουτύρου από το Νοέμβριο του 2007 και εξής
- Τα βασικότερα σήματα σε μαργαρίνες που εμπορεύεται η εταιρία ΜΙΝΕΡΒΑ είναι η σειρά μαργαρινών ΦΑΣΤ (soft, soft light και ΦΑΣΤ με βούτυρο), η σειρά μαργαρινών ΧΩΡΙΟ (με ελαιόλαδο, και με ελληνικό γιαούρτι) και η σειρά BENECOL (με κλασική γεύση και με ελαιόλαδο και σε βούτυρο τα προϊόντα με το σήμα ΧΩΡΙΟ, ΣΑΒΟΪ ΚΕΡΚΥΡΑΣ, ΣΑΒΟΪ Λιωμένο και BURRINO ΚΕΡΚΥΡΑΣ. Η ΜΙΝΕΡΒΑ πέραν των προαναφερόμενων προϊόντων, διακινεί και εμπορεύεται , επίσης, μαγειρικά λίπη (με το σήμα ΜΙΝΕΡΒΙΝΗ), πυρηνέλαιο (με το σήμα ΜΙΝΕΡΒΑ ΝΙΚΗ και ΜΙΝΕΡΒΑ ΜΑΝΑ), σπορέλαια (με το σήμα ΜΙΝΕΡΒΑ ΝΙΚΗ, ΜΙΝΕΡΒΑ Αραβοσιτέλαιο και ΜΙΝΕΡΒΑ Ηλιέλαιο), ελαιόλαδο (με το σήμα ΜΙΝΕΡΒΑ,ΧΩΡΙΟ), τυριά (με το σήμα ΧΩΡΙΟ, BENECOL), ξίδι, βαλσάμικο ξίδι και κρέμα βαλσάμικο (με το σήμα ΤΟΠ)
- Η ΜΙΝΕΡΒΑ παράγει μαργαρίνη ιδιωτικής ετικέτας (Tesco Finest Olive Spread), η οποία διατίθεται στην αγορά της Μ. Βρετανίας για την αλυσίδα σούπερ μάρκετ TESCO UK. Εισάγει προϊόντα μαργαρίνης και βουτύρου από το Βέλγιο και την Ολλανδία και εξάγει 8 Βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. πρωτ. 6657/30.9.2008 απαντητική επιστολή της ΜΙΝΕΡΒΑ. Βλ. Συνεδρίαση 26η ΠΡΑΚΤΙΚΑ της 15ης Φεβρουαρίου 2018 ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ, σελ.
- 10 Βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. πρωτ. 4928/8.9.2017 απαντητική επιστολή της ΜΙΝΕΡΒΑ. 11 Βλ. ιστοσελίδα της εταιρίας http://www.minerva.com.gr/anaptixi/exagoges/, ημερομηνίας 26.10.
- 9 6 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ μαργαρίνη στην Αλβανία και στην Κύπρο12,
- Όπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα της «Από το 1950, η ΜΙΝΕΡΒΑ εξάγει τα προϊόντα της και στις 5 ηπείρους» και όπως η ίδια σημειώνει, τα προϊόντα της εξάγονται σε περισσότερες από σαράντα
(40)χώρες και έχει επιτύχει αξιοσημείωτη διείσδυση στην παγκόσμια αγορά
- Στον κατωτέρω Πίνακα, παρουσιάζονται ανά έτος οι πωλήσεις μαργαρίνης και βουτύρου της εταιρίας ΜΙΝΕΡΒΑ, τόσο προς τα σούπερ μάρκετ όσο και προς το δίκτυο των χονδρεμπόρων/ διανομέων της. Πίνακας 1: Πωλήσεις μαργαρίνης και βουτύρου από την εταιρία ΜΙΝΕΡΒΑ (σε αξία €) Πωλήσεις Μαργαρίνης Ιουν. 2003- Μάϊ 2004 Ιουν. 2004- Μάϊ 2005 Ιουν. 2005- Μάϊ 2006 Ιουν. 2006- Μάϊ 2007 Ιουν. 2007- Μάϊ 2008 Ιουν. 2008- Μάϊ 2009 Ιουν. 2009- Μάϊ 2010 Ιουν. 2010- Μάϊ 2011 Πωλήσεις Βουτύρου % πωλήσεων μαργαρίνης σε διανομείς % πωλήσεων βουτύρου σε διανομείς Σε Διανομείς Συνολικές πωλήσεις Σε Διανομείς Συνολικές πωλήσεις […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] 12 Βλ. απάντηση της ΜΙΝΕΡΒΑ στο ερωτηματολόγιο του από 14.10.2010 ελέγχου της Υπηρεσίας, όπου αναγράφεται: «… Βούτυρο …δεν πουλάμε σε χώρες της ΕΕ. Μόνο μαργαρίνη και μόνο στην Κύπρο. Εκεί υπάρχει ένας χονδρέμπορος, η εταιρία […], στην οποία πουλάμε με τιμές που θα προσκομιστούν και εκείνος διαμορφώνει δικούς του τιμοκαταλόγους προς τους πελάτες». 13 Το ποσοστό εξαγωγών μαργαρίνης επί του συνόλου των πωλήσεων μαργαρίνης της ΜΙΝΕΡΒΑ κυμαίνεται διαχρονικά κατά τα έτη 2004 – 2008 ως εξής: […]%,[…]%,[…]%,[…]% και […]%. Το ποσοστό εξαγωγών της ΜΙΝΕΡΒΑ επί του συνόλου των πωλήσεών της ανέρχεται κατά τα έτη 2004-2008 ως εξής: […]%,[…]%, […]%, […]% και […]% (Σχετ. η με αριθ. πρωτ. 6657/30.9.2008 επιστολή της ΜΙΝΕΡΒΑ). 14 Βλ. σχετ. απαντητική επιστολή της ΜΙΝΕΡΒΑ με αριθ. πρωτ. 6657/30.9.2008, Οριστική Πρόταση Δεσμεύσεων της ΜΙΝΕΡΒΑ με αριθ. πρωτ. 4343/2.8.2017, καθώς και την ιστοσελίδα της εταιρίας http://www.minerva.com.gr/anaptixi/exagoges/, ημερομηνίας 26.10.
- 7 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Πωλήσεις Μαργαρίνης Σε Διανομείς Συνολικές πωλήσεις Πωλήσεις Βουτύρου Σε Διανομείς Συνολικές πωλήσεις % πωλήσεων μαργαρίνης σε διανομείς % πωλήσεων βουτύρου σε διανομείς Ιουν. 2011- Μάϊ […] […] […] […] […] […] 2012 Ιουν. 2012- Μάϊ […] […] […] […] […] […] 2013 Ιουν. 2013- Μάϊ […] […] […] […] […] […] 2014 Πηγή: Προσκομισθέντα στοιχεία από ΜΙΝΕΡΒΑ (αριθ. πρωτ. 6657/30.9.2008, 3485/30.4.2009, 7216/12.11.2010 και 4928/8.9.2017) III ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ ΚΑΙ ΜΕΡΙΔΙΑ ΑΓΟΡΑΣ
- Η σχετική αγορά προϊόντων περιλαμβάνει το σύνολο των προϊόντων ή/και υπηρεσιών που θεωρούνται από τον καταναλωτή εναλλάξιμα ή δυνάμενα να υποκατασταθούν μεταξύ τους, λόγω των χαρακτηριστικών τους, των τιμών τους και της χρήσης για την οποία προορίζονται. Η δε σχετική γεωγραφική αγορά περιλαμβάνει την περιοχή στην οποία προσφέρουν ή ζητούν τα σχετικά προϊόντα ή παρέχουν τις σχετικές υπηρεσίες οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις υπό επαρκώς ομοιογενείς συνθήκες ανταγωνισμού και η οποία μπορεί να διακριθεί από άλλες γειτονικές γεωγραφικές περιοχές, ιδίως λόγω των αισθητά διαφορετικών συνθηκών ανταγωνισμού που επικρατούν σ’ αυτές
- Σε σχετικές αποφάσεις16 της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει θεωρήσει ως διακριτές σχετικές αγορές την παραγωγή και πώληση των προϊόντων τροφίμων που προορίζονται για τον τομέα λιανικής και την παραγωγή και πώληση των προϊόντων τροφίμων που προορίζονται για τον τομέα υπηρεσιών τροφοδοσίας. Αναφορικά με τον τομέα υπηρεσιών τροφοδοσίας γίνεται περαιτέρω διάκριση στον εμπορικό τομέα (ξενοδοχεία, εστιατόρια, catering, ήτοι horeca) και στον «κοινωνικό» τομέα (τροφοδοσία σε καντίνες, σχολεία, νοσοκομεία). Στην υπό κρίση υπόθεση, η ερευνώμενη πρακτική της εταιρίας ΜΙΝΕΡΒΑ λαμβάνει χώρα στην αγορά παραγωγής και πώλησης προϊόντων τροφίμων που προορίζονται για τον τομέα λιανικής. 15 Βλ. Ανακοίνωση, σχετικά με τον καθορισμό της σχετικής αγοράς για τους σκοπούς του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού [ΕΕ, C372/5, 09.12.1997, παρ. 28 έως 31]. 16 Βλ. σχετικά αποφάσεις ΕΕπ. M.6753 Orkla/Rieber & Son, παρ. 11-13, M.1990 Unilever/Bestfoods, παρ. 811, Μ.3658 Orkla/Chips παρ.
- 8 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ III.1 ΟΙ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ ΜΑΡΓΑΡΙΝΗΣ ΚΑΙ ΒΟΥΤΥΡΟΥ
- Η παρούσα υπόθεση αφορά στη μαργαρίνη και στο βούτυρο, προϊόντα ευρείας κατανάλωσης, καθώς χρησιμοποιούνται για επάλειψη, αλλά και στη μαγειρική και ζαχαροπλαστική. Ωστόσο, η παρόμοια χρήση του βουτύρου σε σχέση με τη μαργαρίνη δεν το κατατάσσει αυτομάτως στην ίδια σχετική αγορά. Η μαργαρίνη είναι τρόφιμο βιομηχανικής προελεύσεως που αποτελείται κυρίως από φυτικά λίπη (όπως αραβοσιτέλαιο, ηλιέλαιο, σογιέλαιο, κραμβέλαιο) και πολύ λιγότερο έως καθόλου από ζωικά λίπη, υπό μορφή γαλακτώματος. Η μαργαρίνη έχει ημιστέρεα μορφή που συνήθως επιτυγχάνεται με γαλακτοματοποίηση και λιγότερο συχνά με υδρογόνωση και μοιάζει στο βούτυρο στην εμφάνιση και στην υφή της, περιέχει νερό και σε ορισμένες παραλλαγές της και αλάτι ενώ συνήθως είναι εμπλουτισμένη με βιταμίνες.
- Το βούτυρο είναι λιπαρή ουσία που παρασκευάζεται από γάλα ή γάλα κορυφής (δηλαδή το περισσότερο λιπαρό μέρος του γάλακτος μετά τη διαδικασία διαχωρισμού που λέγεται αποκορύφωση) ή μείγμα αυτών με βουτυροποίηση (απόδαρση). Το γάλα που χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη μπορεί να είναι αγελαδινό, πρόβειο ή κατσικίσιο. Η θέση της Μινέρβα ΑΕ αναφορικά με τον ορισμό της σχετικής αγοράς μαργαρίνης και βουτύρου
- Αναφορικά με την οριοθέτηση της σχετικής αγοράς των προϊόντων μαργαρίνης και βουτύρου, σε σχετική ερώτηση της ΓΔΑ17, η εταιρία ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΕ παρέπεμψε σε στοιχεία της εταιρίας ερευνών AC Nielsen, στα οποία απεικονίζονται μερίδια αγοράς στην αγορά της μαργαρίνης, καθώς και του βουτύρου (ως διακριτές αγορές) και της μαργαρίνης και του βουτύρου (ως ενιαία αγορά), χωρίς περαιτέρω ανάλυση
- Επίσης, ως προς την ύπαρξη υποκατάστατων προϊόντων προς τα προϊόντα μαργαρίνης και βουτύρου που εμπορεύεται, η ΜΙΝΕΡΒΑ σημείωσε19 ότι «Υποκατάστατα προϊόντα είναι όλα τα λίπη (ελαιόλαδο, σπορέλαιο, μαγειρικά λίπη). Ιδιαίτερα στο κομμάτι της μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής μπορούν να υποκαταστήσουν την αγορά βουτύρων και μαργαρινών σε μεγάλο βαθμό».
- Αναφορικά με το ζήτημα εάν η μαργαρίνη, το βούτυρο και το ελαιόλαδο ανήκουν σε διακριτές σχετικές αγορές η ΜΙΝΕΡΒΑ, κατά τη διενέργεια του επιτόπιου ελέγχου και σε 17 Σχετ. η υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 5682/27.8.2008 επιστολή της ΓΔΑ. Στη με αριθ. πρωτ. 6657/30.9.2008 επιστολή της ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΕ. 19 Στη με αριθ. πρωτ. 6657/30.9.2008 επιστολή της ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΕ. 18 9 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ απάντηση σχετικών ερωτήσεων σημείωσε20 ότι το ελαιόλαδο διακρίνεται από τις μαργαρίνες και τα βούτυρα ως προς τις χρήσεις, τα χαρακτηριστικά και ως προς την τιμή. Η ερευνώμενη εκτιμά ότι υπάρχει κάποια υποκατάσταση στον τομέα της μαγειρικής και της ζαχαροπλαστικής ως προς τη χρήση, αλλά όχι ως προς τα χαρακτηριστικά και την τιμή. Περαιτέρω, θεωρεί ότι η μαργαρίνη και το βούτυρο είναι προϊόντα υποκατάστατα, με σημαντικές ωστόσο διαφορές, καθώς η μαργαρίνη παρασκευάζεται από φυτικά λίπη, ενώ το βούτυρο από λιπαρά γάλακτος. Αναφορικά με τη δυνατότητα μεταστροφής της παραγωγής από το ένα προϊόν στο άλλο (δηλ. με τον παραγωγικό εξοπλισμό), η ΜΙΝΕΡΒΑ υποστηρίζει ότι για την παραγωγή καθενός από τα προϊόντα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι εγκαταστάσεις του άλλου. Επίσης, αναφέρει ότι υπάρχουν και τύποι βουτύρου (όπως π.χ. το Κερκύρας), για τους οποίους δεν υπάρχουν υποκατάστατα προϊόντα στη μαργαρίνη. Η ελεγχόμενη επισημαίνει τη σημαντική διαφορά τιμής 21, καθώς το βούτυρο είναι κατά τις εκτιμήσεις της δύο με τρεις φορές ακριβότερο σε σχέση με τη μαργαρίνη. Η εταιρία αναφέρει περαιτέρω ότι δεν υπήρξαν μετακινήσεις καταναλωτών από το ελαιόλαδο, προς το βούτυρο ή τη μαργαρίνη. Εντούτοις, από το 2005 και μετά22 υπήρξε μετακίνηση από την αγορά της μαργαρίνης προς την αγορά του βουτύρου (20% αύξηση του βουτύρου και 4% μείωση της μαργαρίνης), η οποία οφείλεται σε νέα προϊόντα και διαφημιστικές επενδύσεις των εταιριών ARLA FOODS και ΜΙΝΕΡΒΑ που διαθέτουν προϊόντα βουτύρου. Τέλος, η ΜΙΝΕΡΒΑ επισημαίνει ότι σε περίπτωση αύξησης της τιμής της μαργαρίνης, του βουτύρου ή του ελαιολάδου κατά 5-10% οι καταναλωτές του ελαιολάδου δεν θα στραφούν στα άλλα προϊόντα, καθώς το ελαιόλαδο δεν έχει σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες. Ομοίως, σε περίπτωση αύξησης της τιμής της μαργαρίνης οι καταναλωτές δεν θα στραφούν στο βούτυρο, καθώς αυτό είναι σημαντικά ακριβότερο. Αντιστρόφως, εάν αυξηθεί το βούτυρο, η ΜΙΝΕΡΒΑ εκτιμά ότι ίσως υπάρξει στροφή καταναλωτών προς τη μαργαρίνη. Η θέση της ΕΑ 20 Το ερωτηματολόγιο ετέθη κατά τη διενέργεια του επιτόπιου ελέγχου την 14.10.2010 στην εταιρία ΜΙΝΕΡΒΑ, και μέρος αυτού απαντήθηκε από […], […] της εταιρίας κατά τον επιτόπιο έλεγχο. Οι λοιπές ερωτήσεις απαντήθηκαν με την υπ’ αριθ. πρωτ. 7216/12.11.2010 επιστολή της εταιρίας ΜΙΝΕΡΒΑ. 21 Η σημαντικά ακριβότερη τιμή του βουτύρου επιβεβαιώνεται και από τους τιμοκαταλόγους που προσκόμισε η ΜΙΝΕΡΒΑ. Ειδικότερα, η μέση τιμή της μαργαρίνης (για όλους τους κωδικούς μαργαρίνης, πλην των προωθητικών και λειτουργικών μαργαρινών τύπου Benecol), το 2008 κυμάνθηκε από […] ευρώ έως […] ευρώ. Το 2009 η μέση τιμή των μαργαρινών κυμάνθηκε από […] ευρώ έως […] ευρώ. Αντίστοιχα, η μέση τιμή του βουτύρου (για όλους τους κωδικούς, πλην των προωθητικών) κυμάνθηκε το 2008 από […] ευρώ έως […] ευρώ, ενώ το 2009 από […] ευρώ έως […] ευρώ. 22 Η απάντηση αφορά έως το 2010 που διενεργήθηκε ο επιτόπιος έλεγχος. 10 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Σύμφωνα με αποφάσεις, τόσο εθνικών αρχών ανταγωνισμού23 όσο και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής24, υπάρχει διάκριση μεταξύ των αγορών μαργαρίνης για οικιακή χρήση και μαργαρίνης για βιομηχανική χρήση. Οι εν λόγω αγορές θεωρούνται, όπου το θέμα δεν παραμένει ανοιχτό, διακριτές αγορές από αυτές του βουτύρου. Η διάκριση αυτή γίνεται εξαιτίας της διαφορετικής γεύσης της μαργαρίνης σε σχέση με το βούτυρο, των διαφορετικών χαρακτηριστικών των προϊόντων αυτών, της διαφορετικής τελικής χρήσης κάθε προϊόντος και της διαφορετικής τιμής τους. Ειδικότερα, υπάρχει σημαντική διαφορά στην τιμή μεταξύ του τυποποιημένου βουτύρου και των spreads και της μαργαρίνης και τελικά, τα προϊόντα δεν θεωρούνται ως άμεσα υποκατάστατα μεταξύ τους. Όσον αφορά την υποκατάσταση από την πλευρά της προσφοράς, σημειώνεται ότι η παραγωγική διαδικασία μεταξύ βουτύρου και μαργαρίνης είναι διαφορετική και δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι ίδιες παραγωγικές εγκαταστάσεις για την παραγωγή προϊόντων βουτύρου και μαργαρίνης
- Τέλος, σημαντικές διαφορές υφίστανται και ως προς τη διάρθρωση του κόστους παραγωγής των εν λόγω προϊόντων, καθώς η τιμή της 23 Η αρχή ανταγωνισμού της Ισπανίας στην απόφασή της με αριθ.28/97 (σελ.12-14, 16-17 και 28) κατά την εξέταση της συγκέντρωσης των εταιριών INDUSTRIAS GRASAS DE NAVARRA S.A./ AGRA S.A. έκρινε ότι οι σχετικές αγορές που αφορούσαν την υπό κρίση υπόθεση ήταν οι αγορές της μαργαρίνης για οικιακή χρήση και της μαργαρίνης για βιομηχανική χρήση, οι οποίες ήταν διακριτές αγορές από αυτή του βουτύρου. Η Ιταλική Επιτροπή Ανταγωνισμού στην απόφαση C3460E/ Parmalat – Eurolat, Provvedimento n.14452 (σκ. 133, δημοσιευμένη στο Bolletino N. 25/2005 και διαθέσιμη ηλεκτρονικά στο http://www.agcm.it/component/joomdoc/bollettini/25-05.pdf/download.html), κατά τον έλεγχο συγκέντρωσης μεταξύ των εταιριών Parmalat S.p.A. και Eurolat S.p.A., θεώρησε ότι το βούτυρο και οι μαργαρίνες ανήκουν σε διαφορετικές σχετικές αγορές, εξαιτίας της διαφορετικής γεύσης τους, των διαφορετικών διατροφικών χαρακτηριστικών και της διαφορετικής τιμής τους. H αρχή ανταγωνισμού της Νέας Ζηλανδίας στην υπόθεση 562/9.11.2005 – Fonterra/ New Zealand Dairy Foods, (σκ. 3, 96 και 97) κατέληξε ότι η αγορά του βουτύρου είναι διακριτή προϊοντική αγορά από αυτή των κίτρινων λιπών. Η αρχή ανταγωνισμού στη Ρουμανία σε σχετική απόφασή της (http:/ /www.consiliulconcurentei.ro/documente/decizii_2006_78_13551en.pdf, Οrkla Foods Romania SA – Royal Brinkers Romania SRL, σκ. 11, 15 και 16), λαμβάνοντας υπόψη (α) σχετική έρευνα αγοράς, η οποία έδειξε ότι υπάρχουν διακριτοί παράγοντες τόσο από πλευράς ζήτησης, όσο και από πλευράς προσφοράς, αναφορικά με το τυποποιημένο βούτυρο, τα μείγματα και τις μαργαρίνες, οι οποίοι διακρίνουν περαιτέρω την αγορά των τυποποιημένων κίτρινων λιπών και (β) το γεγονός ότι τα συμμετέχοντα μέρη στην υπόθεση παράγουν μόνο μαργαρίνη, έκρινε ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση η ανάλυση έπρεπε να γίνει στη στενότερη αγορά της τυποποιημένης μαργαρίνης. Ωστόσο, το θέμα της ακριβούς οριοθέτησης της αγοράς έμεινε ανοιχτό στη συγκεκριμένη υπόθεση καθώς, εν προκειμένω, δεν οδηγούσε σε διαφορετικά αποτελέσματα. Η αρχή ανταγωνισμού της Εσθονίας στην υπόθεση συγκέντρωσης μεταξύ των εταιριών AS Kalev Paide Tootmine και Põlva Piim Tootmine OÜ όρισε ως σχετική αγορά αυτή της παραγωγής και χονδρικής πώλησης του βουτύρου και των spreads βουτύρου που περιέχουν λιπαρά γάλακτος σε ποσοστό τουλάχιστον 10% (Βλ. σχετ. AS Kalev Paide Tootmine/ Põlva Piim Tootmine OÜ, αριθ. απόφ. 5.1-5/08-034ΚΟ της 26.9.2008 διαθέσιμη ηλεκτρονικά στο http://www.konkurentsiamet.ee/public/Koondumised/2008/ko2008_19.pdf). 24 Στην υπόθεση FRIESLAND FOODS/CAMPINA Comp.M5046/ Friesland- Campina κρίθηκε ότι το χύμα βούτυρο και τα χύμα φυτικά λίπη ανήκουν σε ξεχωριστή σχετική αγορά (σκ. 824-825). Στην ίδια υπόθεση αναφορικά με την σχετική αγορά του τυποποιημένου βουτύρου, γίνεται ομοίως αποδεκτό ότι τα φυτικά λίπη (κυρίως η μαργαρίνη) δεν ανήκουν στην ίδια σχετική αγορά με αυτή του τυποποιημένου βουτύρου. 25 Με αυτήν την προσέγγιση συντάσσεται και η ΜΙΝΕΡΒΑ, βλ. ανωτέρω παρ.
- 11 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ μαργαρίνης και των spreads εξαρτάται από την τιμή των ελαίων που χρησιμοποιούνται ως πρώτη ύλη, ενώ η τιμή του βουτύρου εξαρτάται από την τιμή του γάλακτος που χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη.
- Στη διακριτή αυτή θεώρηση των σχετικών αγορών μαργαρίνης και βουτύρου καταλήγει και σχετική έρευνα του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών26, στην οποία ερευνήθηκε κατά πόσο κάποια από τα αγαθά (α) ελαιόλαδο, (β) σπορέλαιοπυρηνέλαιο- φοινικέλαιο, (γ) βούτυρο, (δ) μαργαρίνη και (ε) μαγειρικά λίπη, παρά τις διαφοροποιήσεις, είναι σε σημαντικό βαθμό υποκατάστατα υπό ομοιογενείς συνθήκες ανταγωνισμού, ώστε να θεωρούνται ως ανήκοντα στην ίδια αγορά. Από τα αποτελέσματα της έρευνας προέκυψε η διάκριση των αγορών ως εξής (α) αγορά ελαιολάδου και σπορελαίων, (β) αγορά μαργαρινών και μαγειρικών λιπών και (γ) αγορά του βουτύρου.
- Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, η υπό κρίση υπόθεση αφορά τη σχετική αγορά της μαργαρίνης και τη σχετική αγορά του βουτύρου, οι οποίες είναι διακριτές αγορές. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνεται ότι τα αποτελέσματα της υπό κρίση υπόθεσης δεν θα μεταβάλλονταν υπό διαφορετική θεώρηση, ήτοι ακόμα και εάν η αγορά μαργαρίνης και βουτύρου θεωρούνταν ως μία ενιαία αγορά
- III.2 Η ΣΧΕΤΙΚΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΑΓΟΡΑ
- Αναφορικά με τα προϊόντα μαργαρίνης και βουτύρου, οι προμηθεύτριες εταιρίες προσφέρουν τα προϊόντα τους στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας. Το δίκτυο διανομής και η δραστηριότητα των εταιριών παραγωγής και εμπορίας μαργαρινών και βουτύρου28 αναπτύσσονται κυρίως στην ελληνική επικράτεια υπό επαρκώς ομοιογενείς συνθήκες ανταγωνισμού, ενώ δεν προέκυψαν στοιχεία διαφοροποίησης της εμπορικής πολιτικής των εταιριών με βάση γεωγραφικά κριτήρια, από τα οποία να προκύπτει ευρύτερη ή στενότερη οριοθέτηση της γεωγραφικής αγοράς. Ως εκ τούτου, η γεωγραφική 26 Βλ. σχετικά Έκθεση του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών: Συνθήκες Αγοράς και Ανταγωνισμός στην Ελληνική Οικονομία, Μέρος Α΄, Παραγωγή προϊόντων, Κεφ.5.2, Αθήνα
- 27 Στην υποθετική αυτή περίπτωση της ενιαίας οριοθέτησης της αγοράς μαργαρίνης και βουτύρου, το μερίδιο αγοράς της ΜΙΝΕΡΒΑ σε αξία κυμαίνεται για την περίοδο 2003-2010 από [0-5]% - [15-25]% (σχετ. η υπ’ αριθ. πρωτ. 5732/30.9.2015 επιστολή της ΕΛΑΪΣ- UNILEVER). 28 Οι εξαγωγές της εταιρίας ΕΛΑΪΣ- UNILEVER σε μαργαρίνες ανέρχονται σε ποσοστό κάτω του […] επί του συνόλου των πωλήσεων της εταιρίας σε μαργαρίνης για τα έτη 2003 – 2007 (βλ. σχετ. επιστολή της εταιρίας με αριθ. πρωτ. 6660/30.9.2008). Ομοίως, τόσο η ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΕ, όσο και η ARLA FOODS HELLAS AEBE από τα προσκομιζόμενα στοιχεία (αριθ. πρωτ. 6657/30.9.2008 και 6663/30.9.2008) δεν φαίνεται να προβαίνουν σε σημαντικές εξαγωγές προϊόντων μαργαρίνης ή/και βουτύρου (αναφορικά με την εξαγωγική δραστηριότητα της ΜΙΝΕΡΒΑ, βλ. ανωτέρω παρ. 8). 12 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ αγορά της μαργαρίνης και του βουτύρου στην υπό κρίση υπόθεση θεωρείται η ελληνική επικράτεια
- III.3 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΜΕΡΙΔΙΑ ΑΓΟΡΑΣ ΜΑΡΓΑΡΙΝΗΣ ΚΑΙ ΒΟΥΤΥΡΟΥ
- Από τα προσκομισθέντα στοιχεία προκύπτουν τα παρακάτω, αναφορικά με τα μερίδια αγοράς της εταιρίας ΜΙΝΕΡΒΑ στις αγορές της μαργαρίνης και του βουτύρου. Πίνακας 2: Μερίδια αγοράς μαργαρίνης – αξία 2003 2004 2005 2006 2007 2008 2009 2010 2011 2012 2013 2014 [85[85[85[85[85[85[75 – [75[75[75[75n/a 95]% 95]% 95]% 95]% 95]% 95]% 85] % 85]% 85]% 85]% 85]% Μινέρβα [5[5[10[10[10[10[10[10[15[15[15[1510]% 10]% 15]% 15]% 15]% 15]% 15]% 15] 25]% 25]% 25]% 25]% Πηγή: ΕΛΑΪΣ UNILEVER (αριθ. πρωτ. 5732/30.9.2015, IRI), ΜΙΝΕΡΒΑ (έλεγχος ΜΙΝΕΡΒΑ & αριθ. πρωτ. 5691/28.9.2015, Nielsen) Unilever Πίνακας 3: Μερίδια αγοράς μαργαρίνης – όγκο 2003 2004 2005 2006 2007 2008 2009 2010 2011 2012 2013 2014 [85[85[85[85[85[85[85μ/δ μ/δ μ/δ μ/δ μ/δ 95]% 95]% 95]% 95]% 95]% 95]% 95]% Μινέρβα [5[5[5[10[10[10[10[10[15[15[15[1510]% 10]% 10]% 15]% 15]% 15]% 15]% 15]% 25]% 25]% 25]% 25]% Πηγή: ΜΙΝΕΡΒΑ (αριθ. πρωτ. 8686/15.12.2008, έλεγχος ΜΙΝΕΡΒΑ & αριθ. πρωτ. 5691/28.9.2015, Nielsen ) Unilever
- Οι κυριότερες εταιρίες που δραστηριοποιούνται στην αγορά της μαργαρίνης είναι η εταιρία ΕΛΑΪΣ UNILEVER και η ΜΙΝΕΡΒΑ. Για όλη την εξεταζόμενη περίοδο, το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς στην αγορά μαργαρίνης κατέχει η εταιρία ΕΛΑΪΣUNILEVER, ενώ το μερίδιο της ΜΙΝΕΡΒΑ κυμαίνεται κατά τα έτη 2003 – 2013 από [510]% σε [15 -25]%. Οι δύο ανωτέρω εταιρίες (ΕΛΑΪΣ – UNILEVER και ΜΙΝΕΡΒΑ) κατέχουν αθροιστικά σχεδόν το σύνολο της αγοράς μαργαρίνης στην ελληνική επικράτεια, αφού το αθροιστικό μερίδιό τους στη συγκεκριμένη αγορά κυμαίνεται διαχρονικά περίπου στο [95-100]%. Πίνακας 4: Μερίδια αγοράς βουτύρου της εταιρίας ΜΙΝΕΡΒΑ (σε αξία) ΜΙΝΕΡΒΑ 2003 - 2004 - 2005 - 2006 [510]% 2007 [2535]% 2008 [2535]% 29 2009 [2535]% 2010 [2535]% 2011 [2535]% 2012 [2535]% 2013 [2535]% 2014 [2535]% Στην ίδια εκτίμηση περί εθνικής οριοθέτησης της γεωγραφικής αγοράς κατέληξε και η αρχή της Νέας Ζηλανδίας στην υπόθεση 562/9.11.2005 – Fonterra/ New Zealand Dairy Foods (σκ. 104-105), η Ιταλική αρχή Ανταγωνισμού στην υπόθεση C3460E/ Parmalat – Eurolat, Provvedimento n.14452 (σκ. 134), η Ρουμανική Αρχή Ανταγωνισμού στην υπόθεση Οrkla Foods Romania SA – Royal Brinkers Romania SRL, (σκ 33-36). Η ΕΕπ. στην υπόθεση M.3130 Arla/Express Dairies επισημαίνει ότι η αγορά προμήθειας κίτρινων λιπών (στα οποία περιλαμβάνεται η μαργαρίνη και το βούτυρο) μπορεί να οριοθετηθεί στενότερα ως εθνική, εφόσον τα προϊόντα κατηγοριοποιούνται σε επώνυμα και μη. Επίσης, στην υπόθεση M.5046 – Friesland Foods/Campina, παρ. 874 η ΕΕπ. όρισε τις γεωγραφικές αγορές τυποποιημένου βουτύρου σε εθνικό επίπεδο («The Commission considered a market including Belgium, Germany and the Netherlands»). 13 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 2009 2010 2011 2012 2013 2014 [25[35[35[35[35[3535]% 45]% 45]% 45]% 45]% 45]% ΔΩΔΩΝΗ μ/δ μ/δ μ/δ μ/δ [0[0[0[0[0[05]% 5]% 5]% 5]% 5]% 5]% ΗΠΕΙΡΟΣ μ/δ μ/δ μ/δ μ/δ [0[0[0[0[0[05]% 5]% 5]% 5]% 5]% 5]% OPTIMA μ/δ μ/δ μ/δ μ/δ [0[0[0[0[0[05]% 5]% 5]% 5]% 5]% 5]% ΟΛΥΜΠΟΣ μ/δ μ/δ μ/δ μ/δ [0[0[0[0[0[05]% 5]% 5]% 5]% 5]% 5]% Πηγή: ΜΙΝΕΡΒΑ (αριθ. πρωτ. 6715/16.11.2017,Nielsen- 2006: αριθ. πρωτ. 5691/28.9.2015 Νielsen) ARLA 2003 - 2004 - 2005 - 2006 μ/δ 2007 [2535]% [510]% [05]% [05]% - 2008 [2535]% [510]% [05]% [05]% - Πίνακας 5: Μερίδια αγοράς βουτύρου της εταιρίας ΜΙΝΕΡΒΑ (σε όγκο) 2009 2010 2011 2012 2013 2014 [25[25[25[25[25[2535]% 35]% 35]% 35]% 35]% 35]% ARLA [25[35[35[35[35[3535]% 45]% 45]% 45]% 45]% 45]% ΔΩΔΩΝΗ μ/δ μ/δ μ/δ μ/δ [0[0[0[0[0[05]% 5]% 5]% 5]% 5]% 5]% ΗΠΕΙΡΟΣ μ/δ μ/δ μ/δ μ/δ [0[0[0[0[0[05]% 5]% 5]% 5]% 5]% 5]% OPTIMA μ/δ μ/δ μ/δ μ/δ [0[0[0[0[0[05]% 5]% 5]% 5]% 5]% 5]% ΟΛΥΜΠΟΣ μ/δ μ/δ μ/δ μ/δ [0[0[0[0[0[05]% 5]% 5]% 5]% 5]% 5]% Πηγή: ΜΙΝΕΡΒΑ (αριθ. πρωτ. 6715/16.11.2017,Nielsen- 2006: αριθ. πρωτ. 5691/28.9.2015 Νielsen) ΜΙΝΕΡΒΑ 2003 - 2004 - 2005 - 2006 [510]% μ/δ 2007 [2535]% [2535]% [510]% [05]% [05]% - 2008 [2535]% [2535]% [510]% [05]% [05]% -
- Στην αγορά του βουτύρου δραστηριοποιούνται κυρίως οι ΜΙΝΕΡΒΑ, ΔΩΔΩΝΗ Α.Ε, ARLA FOODS HELLAS ΑΕΒΕΕ, ΗΠΕΙΡΟΣ, OPTIMA και ΟΛΥΜΠΟΣ. Η εταιρία ΜΙΝΕΡΒΑ ξεκίνησε να δραστηριοποιείται στην αγορά του βουτύρου κυρίως από το 2007 (Νοέμβριος). Στην εν λόγω αγορά η εταιρία ARLA FOODS HELLAS Α.Ε είναι ο βασικότερος ανταγωνιστής της ΜΙΝΕΡΒΑ, με μερίδιο αγοράς το 2007 που ανέρχεται σε [25-35]% σε αξία και [25-35]% σε όγκο, έναντι μεριδίου αγοράς της ΜΙΝΕΡΒΑ [2535]% σε αξία και [25-35]% σε όγκο το ίδιο έτος. Ακολούθως, το μερίδιο αγοράς της ΜΙΝΕΡΒΑ αυξάνεται το 2008 και 200930, ανερχόμενο σε [25-35]% σε αξία, έναντι [2535]% του βασικότερου ανταγωνιστή της, της ARLA FOODS HELLAS AEBEE και στη συνέχεια βαίνει μειούμενο κάτω του [25-35]% (τόσο σε όγκο όσο και σε αξία), ενώ την πρώτη θέση στην αγορά βουτύρου εφεξής καταλαμβάνει η ARLA FOODS HELLAS AEBEE. Τα μερίδια αγοράς των λοιπών εταιριών κυμαίνονται διαχρονικά κάτω του [510]% (τόσο σε όγκο, όσο και σε αξία). 30 Η εταιρία ΜΙΝΕΡΒΑ απέκτησε την 30.3.2009 το βούτυρο με το σήμα Burrino από την εταιρία ΒΟΥΛΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ. 14 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ IV ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΔΙΚΑΙΟ IV.1 ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Ν.703/1977 ΚΑΙ Ν. 3959/2011
- Με την έναρξη ισχύος του ν. 3959/2011 για την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού31 την 20.4.2011 καταργήθηκε ο ν. 703/1977 περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού32,
- Βάσει των αρχών που διέπουν τη διαχρονική εφαρμογή του δικαίου, καθώς και των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες ίσχυαν κατά τον χρόνο επελεύσεως των γεγονότων που συνιστούν την παράβαση, χωρίς να έχει σημασία ο χρόνος κατά τον οποίο εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις και επιβάλλονται οι σχετικές κυρώσεις
- Έτσι, κάθε συμπεριφορά η οποία έλαβε χώρα μέχρι την 20.4.2011 (ημερομηνία κατάργησης του ν. 703/1977 και θέσης σε ισχύ του ν. 3959/2011) και η οποία πιθανολογείται ότι πληροί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της προβλεπόμενης στο άρθρο 1 του ν. 703/1977 παράβασης, αξιολογείται βάσει του προαναφερόμενου άρθρου
- Συνεπώς, στα πραγματικά περιστατικά τα οποία εκτιμάται ότι εμπίπτουν στο ratione materiae και ratione temporis πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 του ν. 703/1977, εφαρμόζονται οι ουσιαστικού δικαίου κανόνες του εν λόγω άρθρου.
- Σε κάθε περίπτωση, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 1 του ν. 703/1977 είναι αντίστοιχο (και σχεδόν πανομοιότυπο) με το άρθρο 1 του ν. 3959/2011 και ότι η αξιολόγηση των ερευνώμενων συμπεριφορών δεν θα διέφερε με την εφαρμογή της παλαιότερης ή της νεότερης διάταξης. IV.2 ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΤΙΚΩΝ ΟΡΩΝ ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 1 ΠΑΡ. 1 Ν. 703/1977 (ΠΛΕΟΝ Ν. 3959/2011)
- Από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 703/1977 (νυν άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3959/2011), όπως ίσχυε: σαφώς προκύπτει ότι απαγορεύονται ιδίως εκείνες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων και αποφάσεις ενώσεις επιχειρήσεων οι οποίες συνίστανται στον 31 ΦΕΚ Α΄
- ΦΕΚ Α΄
- 33 Βλ. άρθρο 51 ν. 3959/
- 34 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΕ C-201/09 και C-216/09, ArcelorMittal Luxembourg SA κατά Επιτροπής, Συλλ.2011, σελ. Ι-2239, σκ. 67-
- 35 Για τη διαχρονική εφαρμογή του δικαίου βλ. αποφάσεις ΕΑ 571/VII/2013, σκ. 57-59, 547/VII/2012, σκ. 47, 536/VII/2013, σκ. 20, 533/VII/2012, σκ.
- Διάφορο ως ένα βαθμό είναι το ζήτημα της αρμοδιότητας έκδοσης απόφασης περί διαπίστωσης ή μη παράβασης και επιβολής των όποιων κυρώσεων καθώς και των εφαρμοστέων κανόνων για την επιμέτρηση του προστίμου που θα αναλυθεί στην οικεία Ενότητα. 32 15 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής, στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής και των αγορών, ή στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού.
- Επομένως, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της εν λόγω απαγορευτικής διάταξης είναι: α) η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων (ή εναρμονισμένης πρακτικής ή απόφασης ένωσης επιχειρήσεων) και β) αντικείμενο ή αποτέλεσμα της ανωτέρω συμφωνίας να είναι ο αισθητός περιορισμός, η παρακώλυση ή η νόθευση του ανταγωνισμού.
- Κατά συνέπεια, προκειμένου να θεμελιωθεί αν συντρέχει παράβαση του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 703/1977, πρέπει να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των ως άνω προϋποθέσεων στην υπό κρίση υπόθεση. IV.3 ΕΠΗΡΕΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 101 ΠΑΡ. 1 ΣΛΕΕ (ΠΡΩΗΝ 81 ΠΑΡ. 1 ΣΥΝΘΕΚ)
- Η διάταξη του άρθρου 1 ν. 703/1977 είναι σχεδόν πανομοιότυπη με τη διάταξη του άρθρου 81 ΣυνθΕΚ, εντεύθεν αντίστοιχες είναι οι βασικές προϋποθέσεις που τάσσονται για την εφαρμογή του άρθρου 101 παρ. 1 της Σύμβασης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής και «ΣΛΕΕ»)36 (πρώην 81 παρ. 1 ΣυνθΕΚ). Μοναδική επιπλέον προϋπόθεση εφαρμογής της κοινοτικής διάταξης, σε σχέση με τη διάταξη του εθνικού δικαίου, αποτελεί αυτή της «δυνατότητας σοβαρής επίδρασης στο ενδοκοινοτικό εμπόριο»
- Κατά συνέπεια, για την παράλληλη εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ πρέπει να εξεταστεί εάν στην κρινόμενη υπόθεση συντρέχει το κριτήριο του επηρεασμού του διακοινοτικού εμπορίου
- Το εν λόγω κριτήριο είναι αυτόνομο και πρέπει να εκτιμάται χωριστά σε κάθε περίπτωση38, προκειμένου δε να διαπιστωθεί αν εφαρμόζεται το ενωσιακό δίκαιο σε συγκεκριμένη υπόθεση δεν είναι αναγκαίο η συμφωνία ή η πρακτική να έχει ή να είχε 36 Κατόπιν της από 1.12.2009 θέσης σε ισχύ της Σύμβασης της Λισσαβόνας. Τα άρθρα 85 της ΣυνθΕΟΚ, 81 της ΣυνθΕΚ και 101 της ΣΛΕΕ είναι πανομοιότυπα ως προς τα ουσιαστικά ζητήματα που εξετάζονται από την παρούσα εισήγηση. Ως εκ τούτου, από εδώ και στο εξής η αναφορά στο άρθρο 101 της ΣΛΕΕ ισχύει και ως προς τα άρθρα 85 της ΣυνθΕΟΚ και 81 της ΣυνθΕΚ αντίστοιχα για την περίοδο ισχύος του κάθε άρθρου. 37 Βλ. ΣτΕ 1731/2001, Επισκ.Εμπ.Δικ., 2003, σελ.
- 38 Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ό.π., παρ.
- 16 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ επηρεάσει πραγματικά το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Αρκεί να «δύναται» να έχει αυτό το αποτέλεσμα
- Περαιτέρω για την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, οι συμφωνίες και πρακτικές πρέπει να δύνανται να έχουν ένα ελάχιστο επίπεδο διασυνοριακών επιπτώσεων στο εσωτερικό της Ένωσης και ως εκ τούτου να επηρεάσουν αισθητά το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών
- Η εκτίμηση του αισθητού χαρακτήρα του επηρεασμού εξαρτάται από τις περιστάσεις κάθε μεμονωμένης περίπτωσης, και ιδίως από τη φύση της συμφωνίας ή της πρακτικής, από τη φύση των καλυπτόμενων προϊόντων και από τη θέση των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων στην αγορά. Εάν από την ίδια τη φύση της η συμφωνία ή πρακτική δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, το όριο του αισθητού επηρεασμού είναι χαμηλότερο από ό,τι στην περίπτωση συμφωνιών ή πρακτικών που δεν δύνανται από τη φύση τους να επηρεάσουν το αντίστοιχο εμπόριο . Ομοίως, όσο σημαντικότερη είναι η θέση των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων στην αγορά, τόσο πιο πιθανό είναι ότι μία συμφωνία ή πρακτική δύναται να επηρεάσει αισθητά το εν λόγω εμπόριο
- Η απαίτηση να επηρεάζεται το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών συνεπάγεται την ύπαρξη συνεπειών στις διασυνοριακές οικονομικές δραστηριότητες μεταξύ δύο τουλάχιστον κρατών μελών, εντούτοις, το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών μπορεί να επηρεαστεί και στις περιπτώσεις στις οποίες η οικεία αγορά είναι η εθνική αγορά και η συμφωνία καλύπτει ένα μόνο κράτος μέλος
- Είναι δε πάγια η νομολογία ότι οι περιοριστικές του ανταγωνισμού πρακτικές, μεταξύ αυτών και οι κάθετες συμπράξεις, που καλύπτουν ολόκληρο το έδαφος ενός από τα κράτη μέλη, ζωτικό δηλαδή τμήμα της κοινής αγοράς, έχουν εξ ορισμού αποτέλεσμα την παρακώλυση της οικονομικής αλληλοδιεισδύσεως που επιδιώκεται με τη Συνθήκη
- 39 Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ό.π., παρ. 23 επ. και σχετική νομολογία στην οποία παραπέμπει. 40 Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ό.π., παρ. 12-13 και 44 επ., όπου και παραπομπές σε σχετική νομολογία . 41 Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ό.π., παρ.
- 42 Βλ. ΕΑ 580/2013 (επικυρωθείσα ως προς τα ζητήματα ουσίας από την ΔΕφΑθ 527/2016), σκ. 81 και EA 622/2015, σκ.127 με περαιτέρω παραπομπές. Βλ. επίσης Κατευθυντήριες Γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ό.π., παρ. 78επ. και ιδίως 86επ. αναφορικά με τις κάθετες συμφωνίες που καλύπτουν ένα μόνο κράτος μέλος. 43 Βλ. ΕΑ 612/2015, σκ. 82 με περαιτέρω παραπομπές σε εθνική και ενωσιακή νομολογία. 17 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Πρέπει, δηλαδή, να προκύπτει από ένα σύνολο αντικειμενικών νομικών ή πραγματικών στοιχείων σημαντική πιθανότητα καταστρατήγησης των στόχων της ενιαίας αγοράς μεταξύ των κρατών μελών, ιδίως με τη στεγανοποίηση στις εθνικές αγορές ή με τη μεταβολή της διαρθρωτικής δομής του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς. Η διαπίστωση τέτοιων επιπτώσεων προϋποθέτει τη συνδρομή πολλών παραγόντων, οι οποίοι εκτιμώμενοι μεμονωμένα δεν θα ήταν κατ’ ανάγκη καθοριστικοί. Το ότι μια σύμπραξη στοχεύει απλώς στη διάθεση προϊόντων στο εμπόριο ενός μόνο κράτους μέλους δεν αρκεί για να αποκλειστεί η ύπαρξη επιπτώσεων στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, υπό την έννοια ότι η σύμπραξη, η οποία εκτείνεται στο σύνολο του εδάφους κράτους μέλους συνεπάγεται, ως εκ της φύσεώς της, την εδραίωση στεγανοποιήσεων εθνικού χαρακτήρα, εμποδίζοντας με τον τρόπο αυτό την αλληλοδιείσδυση που επιδιώκει η Συνθήκη
- Εξάλλου, σε ορισμένες περιπτώσεις η ίδια η φύση των προϊόντων διευκολύνει τις διασυνοριακές συναλλαγές ή τα καθιστά ιδιαίτερα σημαντικά για επιχειρήσεις που επιθυμούν να εγκατασταθούν ή να αναπτύξουν τις δραστηριότητές τους σε άλλα κράτη μέλη, οπότε η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου προσδιορίζεται ευκολότερα από ό,τι σε περιπτώσεις στις οποίες η ζήτηση για προϊόντα προμηθευτών από άλλα κράτη μέλη είναι, λόγω της φύσης τους, πιο περιορισμένη, ή στις οποίες τα προϊόντα παρουσιάζουν μικρότερο ενδιαφέρον από την άποψη της διασυνοριακής εγκατάστασης ή της επέκτασης της οικονομικής δραστηριότητας που ασκείται μέσω παρόμοιας εγκατάστασης. Η εγκατάσταση περιλαμβάνει τη σύσταση, από επιχείρηση εγκατεστημένη σε ένα κράτος μέλος, γραφείων, υποκαταστημάτων ή θυγατρικών σε άλλο κράτος μέλος
- Σχετικά με την έννοια του «αισθητού» χαρακτήρα του επηρεασμού του εμπορίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (εφεξής και «ΕΕπ») καθιερώνει, ειδικά ως προς τις συμφωνίες που από την ίδια τους τη φύση δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών 46, ένα μαχητό θετικό τεκμήριο επηρεασμού του διακοινοτικού εμπορίου, υπό την προϋπόθεση της περαιτέρω πλήρωσης των ακόλουθων διαζευκτικώς τεθέντων κριτηρίων: 44 Βλ. ΣτΕ 1324/2013, σκ. 6 και την ενωσιακή νομολογία στην οποία παραπέμπει. Βλ. Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ό.π., παρ. 29-
- 46 Βλ. αμέσως κατωτέρω παρ.
- 45 18 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ α) στην περίπτωση των κάθετων συμφωνιών, ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών που πραγματοποιεί ο προμηθευτής στην Κοινότητα με τα προϊόντα που καλύπτει η συμφωνία να υπερβαίνει τα 40 εκατ. ευρώ ή β) το συνολικό μερίδιο αγοράς σε οποιαδήποτε σχετική αγορά της Κοινότητας που επηρεάζεται από τη συμφωνία να υπερβαίνει το 5%
- Ως συμφωνίες και πρακτικές χαρακτηριζόμενες από τη φύση τους ικανές να επηρεάζουν το διακοινοτικό εμπόριο νοούνται οι συμφωνίες που απαγορεύουν τις εξαγωγές48, οι συμφωνίες που αφορούν εισαγωγές ή εξαγωγές49, οι συμφωνίες που καλύπτουν περισσότερα του ενός κράτη μέλη50, οι συμφωνίες που επιβάλλουν περιορισμούς στις ενεργητικές και παθητικές πωλήσεις51, οι συμφωνίες μεταξύ προμηθευτών και διανομέων οι οποίες επιβάλλουν ορισμένη τιμή μεταπώλησης και καλύπτουν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη
- Εν προκειμένω, οι υπό εξέταση συμβατικοί όροι και πρακτικές της ΜΙΝΕΡΒΑ αφορούν στο σύνολο του δικτύου διανομής με τους ειδικούς συνεργάτες της σε επίπεδο χονδρεμπορίου, οπότε και καταλαμβάνουν το σύνολο της ελληνικής επικράτειας (εθνική αγορά). Τεκμαίρεται, εντεύθεν, ότι οι εξεταζόμενες κάθετες συμφωνίες δύναται να επηρεάσουν αισθητά το διακοινοτικό εμπόριο κατά την έννοια της κείμενης νομοθεσίας και νομολογίας των ευρωπαϊκών δικαστηρίων
- Εξάλλου, η ΜΙΝΕΡΒΑ παρουσιάζει ως επιχείρηση εξαγωγική δραστηριότητα στα προϊόντα της54, ειδικά δε ως προς τη μαργαρίνη προκύπτει ήδη από τα αρχικά στοιχεία του ελέγχου ότι αποτελεί αντικείμενο 47 Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ό.π., παρ. 53 καθώς και 56, όπου αναφέρεται ότι: «Σε περίπτωση δικτύου συμφωνιών του ίδιου προμηθευτή με διαφόρους διανομείς, λαμβάνονται υπόψη οι πωλήσεις που πραγματοποιούνται από το σύνολο του δικτύου». 48 Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ό.π., παρ.
- 49 Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ό.π., παρ.
- 50 Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ό.π., παρ. 48 και
- 51 Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ό.π., παρ.
- 52 Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ό.π., παρ.
- 53 Βλ. ΕΑ 580/2013 (επικυρωθείσα ως προς τα ζητήματα ουσίας από την ΔΕφΑθ 527/2016), σκ.
- 54 Βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. 4343/2.8.2017 οριστική πρόταση ανάληψης δεσμεύσεων της ΜΙΝΕΡΒΑ, όπου αναφέρει: « […] εξάγουμε τα προϊόντα μας σε περισσότερες από σαράντα
(40)χώρες, έχοντας επιτύχει αξιοσημείωτη διείσδυση στην παγκόσμια αγορά […]», ανωτέρω παρ.
- 19 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ εξαγωγών τουλάχιστον προς την Αλβανία55 αλλά και την Κύπρο
- Κατά συνέπεια, τα προϊόντα στην υπό κρίση υπόθεση είναι δεκτικά διασυνοριακών συναλλαγών
- Σε κάθε δε περίπτωση και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, οι συμβατικοί όροι για τους οποίους εγκαλείται η ΜΙΝΕΡΒΑ κατά την Εισήγηση, ήτοι καθορισμού τιμών μεταπώλησης και απαγόρευσης διενέργειας παθητικών πωλήσεων εκτός της αποκλειστικώς παραχωρηθείσας περιοχής ή πελατείας συνιστούν πρακτικές από τη φύση τους ικανές να επηρεάσουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο, δεδομένης της δραστηριοποίησης της ΜΙΝΕΡΒΑ και σε άλλα κράτη μέλη, γεγονός που σε συνδυασμό με το μερίδιο που κατέχει η ΜΙΝΕΡΒΑ στη σχετική αγορά58, το οποίο υπερβαίνει αρκετά το όριο του 5%, οδηγεί υπό τις παρούσες συνθήκες σε πλήρωση του θετικού τεκμηρίου αισθητού επηρεασμού του ενδοκοινοτικού εμπορίου.
- Υφίσταται, επομένως, αισθητός επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών κατά την έννοια των ενωσιακών διατάξεων και, κατά συνέπεια, το άρθρο 101 ΣΛΕΕ (πρώην 81 ΣυνθΕΚ) τυγχάνει εφαρμογής παράλληλα με την εθνική νομοθεσία στην υπό κρίση υπόθεση. IV.4 ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ (ΕΚ) 2790/199959 ΚΑΙ (ΕΕ) 330/201060
- Οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε διαφορετική οικονομική βαθμίδα (εφεξής και «κάθετες συμφωνίες» ή «κάθετες συμπράξεις») εμπίπτουν στην εμβέλεια του άρθρου 101 παράγραφος 1 και του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 703/
- Οι Κανονισμοί (ΕΚ) 2790/1999 και (ΕΕ) 330/2010, σε συνδυασμό με τις ερμηνευτικές κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τους κάθετους περιορισμούς61, 55 Βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. 5682/27.8.2008 απάντηση της ΜΙΝΕΡΒΑ, όπου αναφέρει: « […] στη μόνη χώρα που εξάγουμε μαργαρίνη είναι η Αλβανία», ανωτέρω παρ.
- 56 Βλ. σχετικά και παραπάνω παρ.
- 57 Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ό.π., παρ.
- 58 Βλ. ανωτέρω Ενότητα III.3, όπου αποτυπώνεται το μερίδιο της ΜΙΝΕΡΒΑ στις αγορές μαργαρίνης και βουτύρου από το έτος 2003 έως το έτος 2014, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία. 59 Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2790/1999 της Επιτροπής για την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της Συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών, ΕΕ L 336 της 29.12.1999, σελ. 21 (εφεξής και «Κανονισμός απαλλαγής κατά κατηγορίες» ή «Κανονισμός (ΕΚ) 2790/1999» ή «ΚΑΚ»). 60 Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 330/2010 της Επιτροπής για την εφαρμογή του άρθρου 101 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών, ΕΕ L 102 της 23.4.2010, σελ. 1 (εφεξής και «νέος Κανονισμός απαλλαγής κατά κατηγορίες» ή «Κανονισμός (ΕΕ) 330/2010» ή «νέος ΚΑΚ»). 61 Βλ. Κατευθυντήριες γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς, ΕΕ C 291 της 13.10.2000, σελ. 1, παρ. 1-7 (εφεξής και «Κατευθυντήριες Γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς») και τη σχετική νομολογία που 20 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ εισάγουν τεκμήριο νομιμότητας (ευεργέτημα απαλλαγής) από την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, υπό την προϋπόθεση αφενός ότι οι σχετικές συμφωνίες δεν περιέχουν μορφές ιδιαίτερα σοβαρών περιορισμών και αφετέρου ότι το μερίδιο αγοράς του προμηθευτή και του αγοραστή δεν υπερβαίνει έκαστο το 30% στην οικεία σχετική αγορά. Ειδικότερα, στο άρθρο 4 των ίδιων ως άνω Κανονισμών προβλέπονται περιοριστικά συγκεκριμένοι κάθετοι περιορισμοί, που αξιολογούνται ως «ιδιαιτέρως σοβαροί» (εξ αντικειμένου62) περιορισμοί του ανταγωνισμού και οι οποίοι δεν απαλλάσσονται, ακόμη κι όταν τα μερίδια αγοράς προμηθευτή ή/ και διανομέα υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, ενώ συγχρόνως συμπαρασύρουν εκτός πεδίου εφαρμογής της ομαδικής απαλλαγής τη συμφωνία στο σύνολό της. Οι εν λόγω περιορισμοί (όπως για παράδειγμα ο καθορισμός παγίου ή ελάχιστου επιπέδου τιμής μεταπώλησης και ο περιορισμός παθητικών πωλήσεων) δεν καλύπτονται ούτε από τον «ασφαλή λιμένα» που δημιουργείται για τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας με βάση τη σχετική Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενώ παράλληλα είναι μάλλον απίθανο να πληρούν τις προϋποθέσεις χορήγησης ατομικής απαλλαγής κατ’ άρθρο 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ
- Συνοπτικά, η ύπαρξη ενός περιορισμού ιδιαίτερης σοβαρότητας σε μια συμφωνία: (α) αποκλείει την εφαρμογή του ευεργετήματος της απαλλαγής, (β) οδηγεί στην παραδοχή ότι η συμφωνία συνεπάγεται αρνητικές επιπτώσεις για τον ανταγωνισμό και, συνεπώς, εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 101 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ, και (γ) οδηγεί στην επιπλέον παραδοχή ότι η συμφωνία είναι ελάχιστα πιθανό να πληροί τους όρους ατομικής απαλλαγής βάσει του άρθρου 101 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ.
- Στο πλαίσιο της ομοιόμορφης εφαρμογής του εθνικού και του ενωσιακού δικαίου για την προστασία του ανταγωνισμού, οι κάθετοι περιορισμοί του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 703/1977 ερμηνεύονται και εξετάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) 2790/1999 (ο οποίος σε κάθε περίπτωση έχει άμεση εφαρμογή στις περιπτώσεις παραπέμπει. Βλ. επίσης Κατευθυντήριες γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς, ΕΕ C 130 της 19.5.2010, σελ. 1 (εφεξής και «νέες Κατευθυντήριες Γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς»). 62 Βλ. και κατωτέρω Ενότητα IV.
- 63 Βλ. Ανακοίνωση σχετικά με τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας οι οποίες δεν περιορίζουν σημαντικά τον ανταγωνισμό σύμφωνα με το άρθρο 101 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ ( εφεξής και «Ανακοίνωση de minimis»), ΕΕ C 291 της 30.8.2014, παρ.
- Βλ. επίσης Κατευθυντήριες Γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης, ΕΕ C 101 της 27.4.2004, σελ. 97, παρ. 23 καθώς και Κατευθυντήριες Γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς, ό.π., παρ. 46 και νέες Κατευθυντήριες Γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς, ό.π., παρ.
- 21 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ εφαρμογής εκ μέρους της ΕΑ του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ) και σύμφωνα με τις σχετικές Κατευθυντήριες Γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς
- Τούτο προκύπτει ευθέως και από τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 περί ομοιόμορφης εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, αλλά και από τη σχετική από 17.12.2001 Ανακοίνωση ΕΑ
- Αντίστοιχα, το ίδιο ισχύει και για τον νέο Κανονισμό (ΕΕ) 330/
- Σημειώνεται, ότι σύμφωνα με το άρθρο 10 του Κανονισμού (ΕΕ) 330/2010, «Ο παρών Κανονισμός αρχίζει να ισχύει από την 1η Ιουνίου 2010», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 13 του Κανονισμού (ΕΚ) 2790/1999, «Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2000». Κατά συνέπεια, οι υπό κρίση συμβατικοί όροι εξετάζονται υπό το πρίσμα του Κανονισμού (ΕΚ) 2790/1999, δεδομένου ότι η ισχύς τους έπαυσε την 31.5.201067, οποιαδήποτε δε αναφορά στον Κανονισμό (ΕΕ) 330/2010 και τις ερμηνευτικές αυτού κατευθυντήριες γραμμές γίνεται για λόγους πληρότητας. Σε κάθε περίπτωση, τόσο ο νέος Κανονισμός όσο και οι νέες Κατευθυντήριες Γραμμές, δεν παρουσιάζουν ουσιαστικές διαφοροποιήσεις για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, σε σύγκριση με τον Κανονισμό (ΕΚ) 2790/1999 και τις αντίστοιχες Κατευθυντήριες Γραμμές. IV.5 Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ «ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ»
- Για τους σκοπούς του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 703/1977 και αντίστοιχα του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, ως «επιχείρηση» νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο ή οικονομική ενότητα που ασκεί εμπορική ή άλλη οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς 64 Βλ. και σχετική απόφαση ΣτΕ 4702/98 (αναφορικά με την ομοιόμορφη ερμηνεία του άρθρου 1 του ν. 703/1977 με βάση τα προβλεπόμενα στον προϊσχύοντα Κανονισμό (ΕΚ) 1984/83). 65 Στην εν λόγω Ανακοίνωση της ΕΑ της 17.12.2001 προβλέπονται τα ακόλουθα: «…η Επιτροπή Ανταγωνισμού εκτιμά ότι οι κάθετοι περιορισμοί που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ομαδικής απαλλαγής του Κανονισμού 2790/99, επειδή δεν συνιστούν τον απαιτούμενο για την εφαρμογή του άρθρου 81 παρ. 1 ΕΚ «αισθητό περιορισμό του ανταγωνισμού» εντός της κοινής αγοράς και «αισθητό επηρεασμό του εμπορίου μεταξύ κρατών-μελών», δεν είναι καταρχήν εύλογο να υπόκεινται σε διαφορετική και ενδεχομένως αυστηρότερη μεταχείριση από το εθνικό δίκαιο…». Με το σκεπτικό αυτό η ΕA εκδηλώνει την πρόθεσή της να αξιολογήσει τους κάθετους περιορισμούς που εμπίπτουν στο πεδίο του ν.703/1977 με βάση τα κριτήρια που προβλέπονται στον Κανονισμό (ΕΚ) 2790/1999 αναλόγως εφαρμοζόμενα. 66 Βλ. και άρθρο 1 παρ. 4 ν. 3959/2011: «Οι Κανονισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί εφαρμογής της παραγράφου 3 του άρθρου 101 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών, αποφάσεων ενώσεων επιχειρήσεων ή εναρμονισμένων πρακτικών (Κανονισμοί ομαδικής απαλλαγής) εφαρμόζονται αναλόγως για την υπαγωγή στην παράγραφο 3 συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών που δεν είναι πιθανόν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών - μελών κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 101 ΣΛΕΕ». 67 Ημερομηνία λήξης της ισχύος της τελευταίας υπό εξέταση σύμβασης. 22 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ του και από τον τρόπο χρηματοδότησής του
- Ως οικονομική δραστηριότητα νοείται κάθε δραστηριότητα προσφοράς αγαθών ή υπηρεσιών σε δεδομένη αγορά
- Εν προκειμένω, τα μέρη του υπό εξέταση δικτύου διανομής, δηλαδή η ΜΙΝΕΡΒΑ και οι χονδρέμποροι με τους οποίους αυτή έχει συμβληθεί, ασκούν οικονομική δραστηριότητα και ως εκ τούτου λογίζονται ως επιχειρήσεις70 κατά την έννοια των διατάξεων περί ελεύθερου ανταγωνισμού. IV.6 Η ΥΠΑΡΞΗ «ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ» ΜΕΤΑΞΥ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ
- Για την εφαρμογή των άρθρων 1 παρ. 1 ν. 703/1977 και 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ απαιτείται η ύπαρξη συμφωνίας που περιορίζει τον ανταγωνισμό, μεταξύ δύο τουλάχιστον ανεξάρτητων οικονομικά μεταξύ τους επιχειρήσεων
- Προκειμένου να υπάρχει συμφωνία, αρκεί οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ρητά ή σιωπηρά να εγκρίνουν από κοινού ένα σχέδιο που περιορίζει ή μπορεί να περιορίσει την κοινή ελευθερία τους, καθορίζοντας μεταξύ τους τις κατευθυντήριες γραμμές της αμοιβαίας δράσης τους (ή αποχής από τη δράση) στην αγορά. Αρκεί, δηλαδή, οι επιχειρήσεις να έχουν εκφράσει την κοινή τους βούληση να συμπεριφερθούν στην αγορά κατά καθορισμένο τρόπο
- Η ύπαρξη συμφωνίας μπορεί να προκύπτει άμεσα ή έμμεσα από τη συμπεριφορά των μερών. Είναι αδιάφορος ο γραπτός ή προφορικός χαρακτήρας της σύμβασης, καθώς και ο δεσμευτικός ή μη χαρακτήρας της, δηλαδή δεν απαιτούνται τυπικές διαδικασίες ούτε και κυρώσεις μη συμμόρφωσης ή μέτρα εφαρμογής
- Η ύπαρξη της «συμφωνίας», επομένως, στηρίζεται στην ύπαρξη συμπτώσεως των βουλήσεων δύο 68 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-244/94, Federation Francaise des Societes d’Assurance κ.ά. κατά Ministère de l'Agriculture et de la Pêche, Συλλ. 1995, σελ. I-4013, σκ. 14, ΔΕΚ C-55/96, Job Centre coop.arl, Συλλ. 1997, σελ. Ι-7119, σκ. 21, ΔΕΚ C-180-184/98, Pavel Pavlov κ.ά. κατά Stichting Pensioenfonds Medische Specialisten, Συλλ. 2000, σελ. Ι-6451, σκ.
- 69 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-118/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλ. 1987, σελ. 2599, σκ. 7, ΔΕΚ C-35/96, Επιτροπή κατά Ιταλίας (CNSD), Συλλ. 1998, σελ. 3851, σκ. 36, καθώς και EA 430/V/2009, σελ. 6, υπό ΙΙΙ Β και ΕΑ 317/V/2006, σελ. 16, 17, υπό VII Bα, η οποία επικυρώθηκε από την ΔΕφΑθ. 4291/
- 70 Βλ. και κατωτέρω παρ. 66επ., περί χαρακτηρισμού τους ως ανεξάρτητων επιχειρήσεων για τους σκοπούς της παρούσας εισήγησης. 71 Στην παρούσα Ενότητα εξετάζεται μόνο η ύπαρξη «συμφωνίας», ενώ η ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα του αντιπροσώπου διερευνάται κατωτέρω στην Ενότητα V.3.
- 72 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-41/69, Chemiefarma κατά Επιτροπής, Συλλ. 1970, σελ. 661, σκ. 111-113 και ΠΕΚ Τ1/89, Rhone Poulenc κατά Επιτροπής, Συλλ. 1991, σελ. ΙΙ-867, σκ. 120, ΠΕΚ Τ-9/99, HFB Holding κατά Επιτροπής, Συλλ. 2002, σελ. ΙΙ 1487, σκ. 199, ΠΕΚ T-168/01, GlaxoSmithKline Services κατά Επιτροπής, Συλλ. 2006, σελ. ΙΙ-2969, σκ.
- 73 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-209/78 έως 215/78 και 218/78, Van Landewyck κατά Επιτροπής, Συλλ. 1980, σελ. ΙΙΙ 207, σκ. 85-86 και ΠΕΚ Τ- 1/89, ό.π., σκ. 43-44 και 97, ΠΕΚ Τ-9/99, ό.π., σκ. 200-201, ΠΕΚ T-56/99, Marlines κατά Επιτροπής, Συλλ. 2003, σελ. ΙΙ-5225, σκ.
- Βλ. επίσης ΔΕφΑθ 2560/2009, σκ.
- 23 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ τουλάχιστον μερών, της οποίας η μορφή εκδηλώσεως δεν είναι σημαντική, εφόσον συνιστά πιστή έκφραση των βουλήσεων αυτών
- Η εν λόγω έννοια καλύπτει, τόσο τις συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ ανταγωνιστών που δρουν στο ίδιο επίπεδο (οριζόντιες) όσο και εκείνες που συνάπτονται μεταξύ επιχειρήσεων που δρουν σε διαφορετικό επίπεδο της αλυσίδας παραγωγής ή διανομής, οι οποίες αφορούν στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα μέρη δύνανται να προμηθεύονται, πωλούν ή μεταπωλούν αγαθά και υπηρεσίες (κάθετες)
- Η σύναψη σύμβασης, στην οποία εμπεριέχεται ρήτρα, η οποία ρητά και χωρίς επιφυλάξεις ή αιρέσεις προβλέπει την αντικείμενη στο άρθρα 1 ν.703/77 και 101 ΣΛΕΕ πρακτική, ακόμα και αν η εν λόγω σύμβαση συνιστά σύμβαση πρότυπο, που υπογράφεται με πλείονες αντισυμβαλλομένους, συνιστά σύναψη συμφωνίας μεταξύ των εμπλεκομένων επιχειρήσεων κατά την έννοια των άρθρων 1 ν.703/77 και 101 ΣΛΕΕ76, καθώς με την υπογραφή της σύμβασης οι συμβαλλόμενες επιχειρήσεις εκφράζουν ρητά και ανεπιφύλακτα την κοινή τους βούληση να εφαρμόσουν την προβλεπόμενη αντιανταγωνιστική πρακτική. Συμφωνίες, κατά τις διατάξεις του ελεύθερου ανταγωνισμού, είναι κατεξοχήν οι συμβάσεις με την έννοια του αστικού δικαίου. Στην παρούσα υπόθεση, οι υπό εξέταση γραπτές συμβάσεις77 μεταξύ της ΜΙΝΕΡΒΑ και των ειδικών 74 Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 1677/2014, σκ. 5, ΣτΕ 2007/2013, σκ. 17 και ΣτΕ 2780/2012, σκ. 5-6, με περαιτέρω παραπομπές σε ενωσιακή νομολογία. 75 Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4 και ΔΕΚ C-56 & 58/64, Consten & Grundig κατά Επιτροπής, Συλλ. 1966, σελ. 429, σελ. απόφασης 370-
- Βλ. επίσης Κανονισμό (ΕΕ) 330/2010, ό.π., άρθρο 1α). 76 Βλ. ΕΑ 610/2015, σκ. 173 με περαιτέρω παραπομπές σε ενωσιακή νομολογία. 77 Σημειωτέον ότι μετά τη λήξη των γραπτών συμβάσεων, η συνεργασία της ΜΙΝΕΡΒΑ με τους χονδρεμπόρους της συνεχίστηκε χωρίς να υπάρχουν ειδικότερες γραπτές συμφωνίες. Για το διάστημα, δηλαδή, από 31.5.2010 (οπότε έληξε η τελευταία πρότυπη σύμβαση) εφεξής δεν υπάρχουν γραπτοί συμβατικοί όροι προς αξιολόγηση της τυχόν παραβατικότητάς τους. Αυτό επιβεβαιώθηκε και κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας [Βλ. Συνεδρίαση 26η ΠΡΑΚΤΙΚΑ της 15ης Φεβρουαρίου 2018 ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ, ιδίως σελ. 26] όπου, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά η συνήγορος της ΜΙΝΕΡΒΑ, Σ. Πάλιου: «Οι χονδρέμποροι δεν είναι ιδιαίτερα ευτυχείς με τη μη ύπαρξη πλέον συμβάσεων, διότι σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιούν, θα σας τα πουν ενδεχομένως και οι μάρτυρες, χρησιμοποιούσαν την ύπαρξη, το γεγονός της ύπαρξης σύμβασης μεταξύ του χονδρεμπόρου με την εταιρία προκειμένου να διευκολυνθεί και η δανειοδότησή τους. Μάλιστα υπήρξε και κάποια περίπτωση, μας την είχαν πει τώρα οι μάρτυρες καθώς είχαμε συζητήσει, ότι κάποιους, τους πήραν τηλέφωνο από μία τράπεζα και τους ρώτησαν, ζήτησαν απ’ τη ΜΙΝΕΡΒΑ την ίδια να επιβεβαιώσει ότι πράγματι υπάρχει συμβατική σχέση, διότι ελλείψει συμβάσεως είχαν πλέον κάποια ανησυχία για το αν είναι συνεχής η σχέση, η συνεργασία με την εταιρία». Επίσης, η μάρτυρας της ΜΙΝΕΡΒΑ […] [Βλ. Συνεδρίαση 26η, ό.π., ιδίως σελ. 32-33] απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Προέδρου της ΕΑ ανέφερε και τα εξής: «Γι’ αυτούς οι συμβάσεις ήταν πολλές φορές εγγύηση. Εγγύηση για νέους πελάτες ή εγγύηση ακόμα και για τραπεζικό τομέα. Πολλές εταιρίες όταν καταργήσαμε τις συμβάσεις μας παίρναν τηλέφωνο γιατί τις θεωρούσανε ως υπόδειγμα τις πήγαιναν στην τράπεζα και τους θεωρούσαν ότι ήτανε εγγύηση ότι θα συνεχίσει και πάνω σε αυτές παίρνανε δάνεια, χρηματοδοτήσεις με καλύτερους όρους και όλα αυτά. Οπότε θεωρώ ότι είναι». Βλ. επίσης Συνεδρίαση 26η, ό.π., σελ. 41], όπου, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά η ίδια μάρτυρας της ΜΙΝΕΡΒΑ απαντώντας σε σχετική ερώτηση μέλους της ΕΑ: «Ναι. Να σας πούμε την αλήθεια εμάς μας προβλημάτισε, είπα, ότι όταν ερχόταν ερωτηματολόγια συνέχεια επί 24 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ συνεργατών της σε επίπεδο χονδρεμπορίου και οι επιμέρους όροι που εμπεριέχονται σε αυτές εμπίπτουν ευθέως στην έννοια της «συμφωνίας» κατά τα προεκτεθέντα και δη στην έννοια της κάθετης συμφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε διαφορετικό επίπεδο στην αλυσίδα διανομής
- Συνεπώς, δεν τίθεται θέμα αμφισβήτησης της ύπαρξης συμφωνίας, υπό το πρίσμα του δικαίου του ελεύθερου ανταγωνισμού. IV.7 ΕΞ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ
- Προκειμένου να εμπίπτει μια συμφωνία στην απαγόρευση των άρθρων 1 παρ. 1 ν. 703/1977 και 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ πρέπει να έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της οικείας αγοράς. Κατά πάγια ενωσιακή νομολογία ο διαζευκτικός χαρακτήρας αυτής της προϋπόθεσης επιβάλλει, καταρχάς, να εξεταστεί το ίδιο το αντικείμενο της συμφωνίας, λαμβανομένου υπόψη του οικονομικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται. Υπό την έννοια αυτή, αν αποδειχθεί το επιζήμιο για τον ανταγωνισμό αντικείμενο μιας συμφωνίας, τότε παρέλκει η εξέταση των αποτελεσμάτων αυτής επί του ανταγωνισμού
- Για να έχει η συμφωνία στρεφόμενο κατά του ανταγωνισμού αντικείμενο, αρκεί να είναι ικανή να επαχθεί αρνητικά για τον ανταγωνισμό αποτελέσματα, ήτοι να είναι εν τοις πράγμασι ικανή να παρεμποδίσει, να περιορίσει ή να νοθεύσει τον ανταγωνισμό εντός των κατηγοριών αυτών του βουτύρου και της μαργαρίνης, ότι ερχόταν συνέχεια και μας λέγανε να καταθέσουμε ξανά και ξανά τις συμβάσεις των συνεργατών όντως μας προβληματίσανε. Είδαμε τους όρους, είδαμε ότι υπάρχει, συζητήσαμε και είδαμε ότι δεν έχει νόημα να υπάρχουνε αυτοί οι όροι αφού δεν ενεργοποιήθηκαν ποτέ, άρα είπαμε θα τους καταργήσουμε. Οπότε δεχτήκαμε να μην κάνουμε καθόλου συμβάσεις με τους συνεργάτες μας, παρόλο που σας είπα είχαμε αντιρρήσεις από αυτούς. Αρκετά τηλεφωνήματα μας είπαν ότι γι’ αυτούς ήταν εγγύηση εμάς, τη χρησιμοποιούσανε για διάφορους σκοπούς, όπως σας είπα χρηματοοικονομικούς και αυτά.». 78 Σημειώνεται ότι το από 11.3.1997 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της ΜΙΝΕΡΒΑ και του ειδικού συνεργάτη της […], προσκομισθέν από τον τελευταίο, που σηματοδοτεί μάλιστα και την έναρξη της διάρκειας της υπό κρίση παράβασης, όπως αναλυτικά εκτίθεται στην οικεία Ενότητα, είναι ανυπόγραφο. Εντούτοις, η έλλειψη των υπογραφών των συμβαλλόμενων μερών δεν ασκεί επιρροή στο χαρακτηρισμό του εν λόγω εγγράφου ως «συμφωνίας» για τους σκοπούς του δικαίου του ελεύθερου ανταγωνισμού, δεδομένου ότι ακόμη και ως σχέδιο σύμβασης υποδηλώνει τη σύμπτωση βούλησης των ενδιαφερόμενων μερών να συμπεριφερθούν στην αγορά με καθορισμένο τρόπο, χωρίς να ενδιαφέρει η μορφή εκδήλωσής της βούλησης αυτής. Με βάση, άλλωστε, το προεκτεθέν θεωρητικό πλαίσιο, η «συμφωνία» θα μπορούσε να είναι και προφορική ή και μη δεσμευτική. Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι η εν λόγω σύμβαση προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τις μεταγενέστερες υπό εξέταση υπογεγραμμένες συμβάσεις, γεγονός που καταδεικνύει ότι, σε κάθε περίπτωση, στους επίμαχους όρους αποτυπώνεται η συνήθης συμβατική πρακτική μεταξύ της ΜΙΝΕΡΒΑ και των συνεργατών της σε επίπεδο χονδρεμπορίου. 79 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΕ C-32/11, Allianz Hungária Biztosító κ.λπ., Συλλ. ψηφιακή (Γενική Συλλογή), σκ. 33-34 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και ΔΕΕ C-67/13 P, CB κατά Επιτροπής, απόφαση της 11 Σεπτεμβρίου 2014, αδημ., σκ. 48-49 και
- 25 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ της σχετικής αγοράς. Το ερώτημα αν και κατά πόσο παρόμοιο αποτέλεσμα παράγεται όντως, μπορεί να έχει σημασία μόνο για τον υπολογισμό του ύψους των προστίμων
- Συναφώς, στην περίπτωση σύμπραξης που συνιστά «εξ αντικειμένου» περιορισμό του ανταγωνισμού, δεν απαιτείται η περαιτέρω έρευνα και απόδειξη κινδύνου βλάβης των καταναλωτών ή επέλευσης άλλων, συγκεκριμένων αποτελεσμάτων, εν δυνάμει βλαπτικών για τον ανταγωνισμό. Ούτως, η διαπίστωση ότι η σύμπραξη έχει αντικείμενο περιοριστικό του ανταγωνισμού δεν μπορεί να ανατραπεί ούτε από ενδείξεις ότι δεν είχε αποτέλεσμα εντός της αγοράς, ή ότι δεν είχε άμεση επίδραση επί των τιμών, ούτε από τη διαπίστωση ότι οι ενδιαφερόμενοι εξασφάλισαν ταυτόχρονα, δια της πρακτικής αυτής, ορισμένα πλεονεκτήματα ως προς τον ανταγωνισμό
- Ειδικότερα ως προς τις κάθετες συμφωνίες, γίνεται δεκτό ότι παρά το γεγονός ότι συχνά είναι, ως εκ της φύσεώς τους, λιγότερο επιζήμιες για τον ανταγωνισμό σε σχέση με τις οριζόντιες συμφωνίες, μπορούν, υπό ορισμένες περιστάσεις, να εμπεριέχουν εν δυνάμει μία αυξημένη πιθανότητα περιορισμού του ανταγωνισμού. Υπό την έννοια αυτή, έχει κριθεί επανειλημμένα τόσο σε επίπεδο ενωσιακής όσο και σε επίπεδο εγχώριας νομολογίας ότι μια κάθετη συμφωνία μπορεί να έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού
- Αντιστοίχως, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι περιορισμοί που χαρακτηρίζονται ως ιδιαίτερης σοβαρότητας σε οποιουσδήποτε από τους ισχύοντες ή μελλοντικούς κανονισμούς απαλλαγής κατά κατηγορίες θεωρούνται ότι συνιστούν γενικά περιορισμούς λόγω αντικειμένου, οι οποίοι μάλιστα εκφεύγουν του ασφαλούς λιμένα που δημιουργείται από τα όρια μεριδίων αγοράς που προβλέπονται στην Ανακοίνωση de minimis ενώ συγχρόνως είναι μάλλον απίθανο να πληρούν τις προϋποθέσεις χορήγησης ατομικής απαλλαγής κατ’ άρθρο 1 παρ. 3 ν. 703/1977 και 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ
- Στην υπό κρίση υπόθεση εξετάζονται συμβατικοί όροι καθορισμού τιμών μεταπώλησης και κατανομής αγορών/ περιορισμού παθητικών πωλήσεων. Οι ελεγχόμενες πρακτικές 80 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΕ C-32/11, ό.π., σκ. 38 και ΔΕΚ C-8/08, T-Mobile Netherlands κ.λπ., Συλλ. 2009, σελ. Ι4529, σκ.
- 81 Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 1677/2014, σκ. 4, ΣτΕ 1324/2013, σκ. 4 και ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4 (όπου και παραπομπές σε ενωσιακή νομολογία). 82 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΕ C-32/11, ό.π., σκ. 43, και την εκεί παρατιθέμενη ενωσιακή νομολογία. Βλ. επίσης ΕΑ 622/2015, 580/VII/2013, 495/VI/2010, 373/V/
- 83 Βλ. Ανακοίνωση de minimis, ό.π., παρ. 13, όπου και ρητή αναφορά στους περιορισμούς λόγω αντικειμένου, καθώς και Commission staff working document, Guidance on restrictions of competition "by object" for the purpose of defining which agreements may benefit from the De Minimis Notice, 25.6.2014, σελ. 3-4, υπό στοιχείο
- Βλ. επίσης και Κατευθυντήριες Γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 81 παρ. 3 της Συνθήκης, ό.π., παρ.
- 26 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ αυτές προβλέπονται ρητά, ως ιδιαίτερης σοβαρότητας περιορισμοί, από τον Κανονισμό απαλλαγής κατά κατηγορίες και συνιστούν, κατά τα ανωτέρω, περιορισμούς του ανταγωνισμού λόγω αντικειμένου. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση διαπίστωσής τους, παρέλκει η εξέταση τυχόν αποτελεσμάτων τους την αγορά, ενώ επίσης δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του ελεύθερου ανταγωνισμού, ακόμα και στην περίπτωση που το μερίδιο αγοράς της ΜΙΝΕΡΒΑ δεν υπερβαίνει τα όρια του 15%, σύμφωνα με την Ανακοίνωση de minimis της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,84 ή του 10% κατά τα αντιστοίχως οριζόμενα στην Ανακοίνωση της Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού για τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας85,
- Με δεδομένο ότι, όπως προκύπτει από την ευρωπαϊκή νομολογία87, κύρια επιδίωξη της διάταξης του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ είναι η διασφάλιση ότι κάθε επιχείρηση θα προσδιορίζει ανεξάρτητα (αυτόνομα) την οικονομική πολιτική της στη σχετική αγορά, γίνεται καταρχήν δεκτό ότι δεν μπορεί να επιβληθεί από μία επιχείρηση σε μία άλλη επιχείρηση δέσμευση ως προς τις τιμές μεταπώλησης. Σε αυτό το πλαίσιο και με αυτό το πνεύμα, ο διανομέας πρέπει να έχει τη δυνατότητα να πωλεί ακόμη και με ζημία του, όπως επίσης να έχει και την ευχέρεια παραχώρησης διευκολύνσεων στους πελάτες του (π.χ. εκπτωτική πολιτική). Άλλωστε, κατά τη νομολογία, η οποία κάνει δεκτούς τους λόγους εκείνους που δικαιολογούν τα συστήματα διανομής, έχει κριθεί, μεταξύ άλλων, ότι «ορισμένος περιορισμός του ανταγωνισμού ως προς τις τιμές είναι σύμφυτος με κάθε σύστημα επιλεκτικής διανομής»88, παρέχοντας ορθώς με τρόπο συσταλτικό μία μορφή επιείκειας διακριτά για τα συστήματα επιλεκτικής διανομής μόνο, αλλά όχι και για τα συστήματα αποκλειστικής διανομής. Η εξεταζόμενη περίπτωση σαφώς δεν αποτελεί περίπτωση επιλεκτικής διανομής, αλλά προσιδιάζει περισσότερο ως προς τις κυριότερες εκφάνσεις της σε περίπτωση κυρίως 84 Βλ. Ανακοίνωση de minimis, ό.π., παρ.
- Βλ. και νέες Κατευθυντήριες γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς, ό.π., παρ. 9-
- 85 Βλ. Ανακοίνωση της ΕΑ με ημερομηνία 2.3.2006 σχετικά με τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας, οι οποίες δεν περιορίζουν σημαντικά τον ανταγωνισμό σύμφωνα με το άρ. 1 παρ. 1 ν. 703/1977 (de minimis), παρ. 7β) και 11
(2). 86 Βλ. ανωτέρω παρ. 20 (Πίνακας 2 και Πίνακας 3), αναφορικά με τα μερίδια της ΜΙΝΕΡΒΑ στην αγορά της μαργαρίνης. 87 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-40/73, Suiker Unie etc v. Commission, Συλλ. 1975, σελ. 1663, ΔΕΚ C-172/80, Ζüchner v. Bayerische Vereinsbank AG, Συλλ. 1981, σελ. 2021, ΔΕΚ 89/85, Ahlström etc v. Commission, Συλλ. 1993, σελ. Ι-1307, καθώς επίσης και ΔΕΚ C-7/95 P, John Deere v. Commission, Συλλ. 1998, σελ. Ι-
- 88 Βλ. ΠΕΚ T-67/01, JCB Service v. Commission, Συλλ. 2004, σελ. ΙΙ-49, σκ. 131 και ΔΕΚ 107/82, AEG v. Commission, Συλλογή 1983, σελ. 3151, σκ.
- 27 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ αποκλειστικής διανομής, όπως θα καταδειχθεί και στη συνέχεια. Γίνεται δεκτό γενικά ότι η αποκλειστική διανομή δημιουργεί ένα είδος τοπικού μονοπωλίου για το διανομέα
- V Η ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΧΟΝΔΡΕΜΠΟΡΩΝ – ΣΥΜΒΑΤΙΚΗ V.1 ΤΟ ΔΙΚΤYΟ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΜΙΝΕΡΒΑ ΣΧΕΣΗ ΜΙΝΕΡΒΑ –
- Η εταιρία διαθέτει τα προϊόντα της μέσα από το δικό της δίκτυο διανομής με δικούς της πωλητές ή μέσω Ειδικών Αντιπροσώπων/ χονδρεμπόρων/ διανομέων. Αναφορικά με την προμήθεια των προϊόντων της σε εταιρίες σούπερ μάρκετ, η ΜΙΝΕΡΒΑ χρησιμοποιεί, τόσο το δικό της δίκτυο όσο και το δίκτυο των διανομέων της
- Οι συνεργαζόμενοι με αυτή χονδρέμποροι, οι οποίοι στα Ιδιωτικά Συμφωνητικά με την εταιρία αναφέρονται και ως Ειδικοί Συνεργάτες Περιοχής ή ΕΣΥΠ, είναι έμποροι χονδρικής, ήτοι αγοράζουν με σκοπό τη μεταπώληση. Οι ΕΣΥΠ δεν εμπορεύονται μόνο προϊόντα της ελεγχόμενης, αλλά πωλούν στους πελάτες τους και άλλα προϊόντα, τα οποία μπορεί να είναι και παρεμφερή με εκείνα της ΜΙΝΕΡΒΑ
- Αρχικώς, η ΜΙΝΕΡΒΑ προσκόμισε92 Ιδιωτικό Συμφωνητικό με την εταιρία […] ημερομηνίας 27.11.2006 και έναρξης ισχύος την 1.6.2006 και αργότερα σε απάντηση σχετικού ερωτηματολογίου της ΓΔΑ93 απέστειλε94 τις λοιπές ισχύουσες συμβάσεις95, με συνολικά τριάντα τέσσερις
(34)συνεργαζόμενους με αυτήν χονδρεμπόρους, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι όλες οι συμβάσεις με τους συνεργαζόμενους χονδρεμπόρους/ διανομείς της είναι όμοιες96,
- Μετά τη διενέργεια του επιτόπιου ελέγχου, η ΜΙΝΕΡΒΑ δήλωσε ότι όλες οι συμβάσεις της που ήταν σε ισχύ κατά το έτος 2003 είχαν λήξει από την 31.5.2009 και ότι στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα καταρτίστηκε ένα ιδιωτικό συμφωνητικό 89 Είναι χαρακτηριστικό ότι στην παρ. 116 των παλιών Κατευθυντήριων Γραμμών για τους κάθετους περιορισμούς, ό.π., αναφερόταν ότι «[e]xclusivity clauses afford the distributor a local monopoly». 90 Βλ. σχετ. επιστολή της ΜΙΝΕΡΒΑ με αριθ. πρωτ. 3485/30.4.2009, σημ.
- 91 Σχετ. η με αριθ. πρωτ. 5691/28.9.2015 επιστολή της ΜΙΝΕΡΒΑ. 92 Με το με αριθ. πρωτ. 6657/30.9.2008 93 Σχετ. το με αριθ. πρωτ. οικ.2905/7.4.2009 ερωτηματολόγιο. 94 Σχετ. η με αρ. πρωτ. 3485/30.4.2009 απαντητική επιστολή της ΜΙΝΕΡΒΑ.. 95 Με έναρξη ισχύος ομοίως την 1.6.2006, πλην των εταιριών […] με έναρξη ισχύος την 6.11.2006 και λήξη την 31.5.2009 και […] με έναρξη ισχύος την 1.9.2008 και λήξη την 31.5.
- 96 Πλην μίας με την εταιρία […], η οποία διαφοροποιείται στις παρασχεθείσες εκπτώσεις, λόγω δραστηριοποίησης της εταιρίας στην περιοχή της Αττικής, που θεωρείται ακριβότερη. 97 Στην διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ο μάρτυρας […] [Βλ. Συνεδρίαση 26η ΠΡΑΚΤΙΚΑ της 15ης Φεβρουαρίου 2018 ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ, ιδίως σελ. 48] ανέφερε χαρακτηριστικά ότι: «Διαχρονικά δουλεύουμε με περίπου 30 χονδρεμπόρους, διαχρονικά. Κάποια στιγμή ήταν λιγότεροι, κάποια στιγμή είναι περισσότεροι, αλλά διαχρονικά 30». 28 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Ελεύθερης Εμπορικής Συνεργασίας (εννοώντας προφανώς την από 1.12.2009 σύμβαση)98, το οποίο ίσχυσε για όλους τους πελάτες/χονδρεμπόρους, το οποίο επίσης έληξε την 31.5.2010 χωρίς να ανανεωθεί ή να υπογραφούν νέες συμβάσεις συνεργασίας
- Από προσκομισθείσες συμβάσεις100, από το δίκτυο των συνεργαζόμενων χονδρεμπόρων της ΜΙΝΕΡΒΑ προκύπτει ότι η τελευταία κατά τα έτη 1983-1996 συνεργαζόταν με τους χονδρεμπόρους, δυνάμει συμφωνιών ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΩΣ ή παραγγελιοληψίας. Ακολούθως, την 11.3.1997, η ΜΙΝΕΡΒΑ σύναψε ΙΔΙΩΤΙΚΟΝ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟΝ για την εμπορία των προϊόντων της, ενώ την 1.6.2003, υπογράφηκε ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΕΙΔΙΚΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ ΠΕΡΙΟΧΗΣ, ετήσιας διάρκειας. Εν συνεχεία, υπογράφηκαν τα από 1.6.2006 Ιδιωτικά Συμφωνητικά τριετούς διάρκειας και 1.12.2009 Ιδιωτικά Συμφωνητικά Εμπορικής Συνεργασίας λήξεως 31.5.2010, τα οποία έχει ήδη προσκομίσει και η ελεγχόμενη. Έκτοτε, η ΜΙΝΕΡΒΑ, κατά δήλωσή της, συνεχίζει να πωλεί τα προϊόντα της στους συνεργαζόμενους χονδρεμπόρους χωρίς την ύπαρξη κάποιας ειδικότερης γραπτής συμφωνίας
- Σχετικά σημειώνεται ότι οι χονδρέμποροι […], […] και […] προσκόμισαν όμοιες επιστολές της εταιρίας 98 Με την υπ’ αριθ. 7216/12.11.2010 επιστολή της ΜΙΝΕΡΒΑ, προσκομίστηκε το από 1.12.2009 Ιδιωτικό Συμφωνητικό με την εταιρία ΑΡΙΣΤΑ Α.Ε. 99 Σχετική η υπ’ αριθ. 7216/12.11.2010 επιστολή της ΜΙΝΕΡΒΑ, στην οποία αναφέρει ότι: «Έχουν προσκομισθεί όλες οι υπάρχουσες συμβάσεις που ίσχυαν κατά το 2003, οι οποίες ωστόσο έχουν λήξει από 31/5/
- Στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα καταρτίστηκε ένα ιδιωτικό συμφωνητικό Ελεύθερης Εμπορικής Συνεργασίας που ίσχυσε για όλους τους πελάτες της παραπάνω κατηγορίας… το οποίο επίσης έχει ήδη λήξει για όλους από 31/5/2010, χωρίς να ανανεωθεί ή να υπογραφεί άλλο αντίστοιχο. Η εταιρία μας συνεχίζει να πωλεί τα προϊόντα της στους παραπάνω πελάτες της κανονικά χωρίς την ύπαρξη κάποιας ειδικότερης γραπτής συμφωνίας…». Επίσης, στη με υπ’ αριθ. πρωτ. 5691/28.09.2015 επιστολή της η ΜΙΝΕΡΒΑ, αναφέρει ότι «η εταιρεία μας επιθυμεί να καταστήσει σαφές ότι κατά το 2003 η πολιτική της ήταν να τηρεί γραπτές συμφωνίες με τους χονδρέμπορους πελάτες της και όλες οι υπάρχουσες συμβάσεις που ίσχυαν κατά το 2003, σας έχουν ήδη προσκομισθεί, αλλά σας ξανά προσκομίζουμε όσες ήταν εφικτό να ανακτηθούν από το αρχείο μας. Ωστόσο, οι συμβάσεις αυτές έχουν ήδη λήξει (και καταστεί ανενεργές) από τις 31/5/
- Στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα καταρτίστηκαν ιδιωτικά συμφωνητικά Ελεύθερης Εμπορικής Συνεργασίας για τους πελάτες της παραπάνω κατηγορίας (χονδρεμπόρους). Τα συμφωνητικά αυτά, για όλους τους πελάτες της κατηγορίας αυτής, επίσης έχουν ήδη λήξει για όλους από τις 31/5/2010 και κανένα από αυτά δεν έχει ανανεωθεί, ούτε έχει υπογραφεί κάποιο άλλο αντίστοιχο». 100 Ειδικότερα, προσκομίστηκε από την εταιρία [….]: (α) ΣΥΜΒΑΣΙΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΩΣ ημερομηνίας 18.4.1983, ετήσιας διάρκειας και με δυνατότητα ανανέωσης για ένα έτος. Σημειώνεται ότι η εν λόγω Σύμβαση είναι ανυπόγραφη, (β) ΙΔΙΩΤΙΚΟΝ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟΝ ημερομηνίας 1.1.1991 αορίστου χρόνου, το οποίο αφορά σε συμφωνία παραγγελιοληψίας, (γ) ΙΔΙΩΤΙΚΟΝ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟΝ ημερομηνίας 27.10.1995 αορίστου χρόνου, το οποίο αφορά σε συμφωνία παραγγελιοληψίας, (δ) ΙΔΙΩΤΙΚΟΝ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟΝ ημερομηνίας 11.3.1997, (ε) ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΕΙΔΙΚΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ ΠΕΡΙΟΧΗΣ, διάρκειας από 1.6.2003 – 31.5.2004 και (στ) ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ ημερομηνίας 1.6.2006, τριετούς διάρκειας. Το εν λόγω συμφωνητικό είναι όμοιο με τα προσκομισθέντα από την ΜΙΝΕΡΒΑ συμφωνητικά. 101 Βλ. παράγραφο
- 29 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΜΙΝΕΡΒΑ με τίτλο «Όροι πώλησης προϊόντων της εταιρείας μας» ημερομηνίας 31.5.2010 και διάρκειας μέχρι την 31.5.
- Η εταιρία […] προσκόμισε, επίσης, την από 15.1.2015 επιστολή της ΜΙΝΕΡΒΑ με τίτλο «Όροι πώλησης προϊόντων της εταιρείας μας». Στις εν λόγω επιστολές περιγράφεται η εμπορική πολιτική της ΜΙΝΕΡΒΑ έναντι των πελατών της χονδρεμπόρων .
- Το 2008, το δίκτυο των χονδρεμπόρων της ΜΙΝΕΡΒΑ αριθμούσε 41 διανομείς σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος102, ενώ μετά τη διενέργεια του επιτόπιου ελέγχου η ΜΙΝΕΡΒΑ σε επικαιροποιημένο κατάλογο, τους προσδιόρισε σε τριάντα
(30)στον αριθμό103 και το 2015, αυτοί αυξήθηκαν σε εξήντα ένα
(61)- V.2 ΒΑΣΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΜΙΝΕΡΒΑ
- Αναφορικά με το εφαρμοζόμενο από τη ΜΙΝΕΡΒΑ σύστημα διανομής των προϊόντων της, η Επιτροπή αξιολόγησε τα ακόλουθα στοιχεία: α) την από 18.4.1983 Σύμβαση Αντιπροσωπείας και Εγγυήσεως διάρκειας ενός έτους, ήτοι έως την 18.4.1984, η οποία μπορούσε να παραταθεί για ένα ακόμη έτος105, β) τα από 1.1.1991 και 27.10.1995 Ιδιωτικά Συμφωνητικά αορίστου χρόνου106 (το πρώτο μεταξύ […] και της ΜΙΝΕΡΒΑ και το δεύτερο μεταξύ […] και της ΜΙΝΕΡΒΑ). Τα εν λόγω συμφωνητικά είναι όμοια ως προς τους επιμέρους όρους τους, πλην των ορίων της γεωγραφικής περιοχής και των ποσοστών προμήθειας που λαμβάνουν οι εταιρίες από τη ΜΙΝΕΡΒΑ, γ) το από 11.3.1997 ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟΝ107, στο οποίο δεν περιλαμβάνεται ρητός όρος περί διάρκειας108, δ) το «ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΕΙΔΙΚΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ ΠΕΡΙΟΧΗΣ», με διάρκεια από 1.6.2003 έως 31.5.2004109, ε) συμβάσεις με τους Ειδικούς 102 Σχετ. η με αριθ. πρωτ. 6657/30.9.2008 επιστολή της ΜΙΝΕΡΒΑ (παράρτημα 8). Σχετ. η με αριθ. πρωτ. 7216/12.11.2010 επιστολή της ΜΙΝΕΡΒΑ, σημ.
- 104 Σχετ. η με αριθ. πρωτ. 5691/28.9.2015 επιστολή της ΜΙΝΕΡΒΑ, παράρτημα 8α. 105 Βλ. άρθρο 10 της εν λόγω σύμβασης όπου ορίζεται «Διάρκεια της παρούσης συμβάσεως συμφωνείται ετήσια αρχόμενη σήμερον και λήγουσα την 18ην Απριλίου 1984 παρατεινόμενη όμως αυτοδικαίως επί εν έτος εφ’ όσον δεν κατηγγέλθη παρά τινός των συμβαλλομένων εγγράφως δύο τουλάχιστον μήνες προ της λήξεως αυτής». 106 Βλ. πανομοιότυπο άρθρο 11 των σχετικών συμβάσεων σύμφωνα με το οποίο: «Η διάρκεια της παρούσης συμβάσεως συμφωνείται αορίστου χρόνου. Έκαστος συμβαλλόμενος δικαιούται ελευθέρως και αζημίως να καταγγείλη οποτεδήποτε την παρούσαν σύμβασιν». 107 Το εν λόγω Ιδιωτικό Συμφωνητικό είναι ανυπόγραφο. 108 Στο άρθρο 3ιγ αναγράφεται «Έκαστος των συμβαλλομένων δικαιούται ελευθέρως να καταγγείλει οποτεδήποτε και αζημίως την παρούσα σύμβασιν …» χωρίς καμία περαιτέρω αναφορά σε διάρκεια ισχύος. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι στον όρο 3ια αναφέρεται ως προς την παροχή εκπτώσεων επί του τιμοκαταλόγου χονδρικής διάρκεια από 1.3.1997 – 31.3.
- 109 Βλ. προοίμιο εν λόγω σύμβασης: «Η ΜΙΝΕΡΒΑ Α.Ε. ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ (ΕΤΑΙΡΕΙΑ) …και […] (Ε.ΣΥ.Π.) συμφώνησαν τους παρακάτω όρους συνεργασίας για το έτος 01/06/2003 – 31/05/2004 …». 103 30 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Συνεργάτες Περιοχής110 (3ετούς διάρκειας, με έναρξη ισχύος την 1.6.2006 και λήξη την 31.5.2009111). Τα εν λόγω συμφωνητικά, όπως προκύπτει, τόσο από τις απαντήσεις112 της ΜΙΝΕΡΒΑ όσο και από σχετική διαβιβαστική στα από 1.6.2006 ιδιωτικά συμφωνητικά επιστολή που απέστειλε η ΜΙΝΕΡΒΑ την 20.6.2006 προς τους συνεργάτες της και προσκομίστηκε από συνεργαζόμενο με την εταιρία διανομέα113, είναι όμοια, στ) το από 1.12.2009 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Ελεύθερης Εμπορικής Συνεργασίας, το οποίο ίσχυε για όλους τους πελάτες της κατηγορίας αυτής και έληξε την 31.5.
- Τα Ιδιωτικά Συμφωνητικά της ΜΙΝΕΡΒΑ κατά την περίοδο 2003 - 2010, όπως προαναφέρθηκε, ήταν όμοια για όλο το δίκτυο των χονδρεμπόρων της114, ενώ εκτιμάται ότι και οι προσκομισθείσες από το δίκτυο των διανομέων της ΜΙΝΕΡΒΑ όμοιες επιστολές ημερομηνίας 31.5.2010 και 15.1.2015 αφορούσαν στο σύνολο των συνεργαζόμενων με αυτή χονδρεμπόρων
- V.2.1 Η άποψη της ΜΙΝΕΡΒΑ για τη φύση της συνεργασίας
- Ως προς τη φύση της συνεργασίας της ΜΙΝΕΡΒΑ με τους χονδρεμπόρους/διανομείς, η εταιρία υποστηρίζει κατ’ αρχάς ότι μεταξύ της ιδίας και των ΕΣΥΠ δεν υφίσταται καμία έννομη σχέση ειδικής αντιπροσωπείας ή διανομής, καθώς οι τελευταίοι είναι έμποροι χονδρικής, οι οποίοι απλά αγοράζουν από τη ΜΙΝΕΡΒΑ τα προϊόντα της και τα μεταπωλούν με σκοπό το κέρδος στους πελάτες τους. Περαιτέρω αναφέρει ότι η εν λόγω 110 Βλ. σχετ. παράγραφο 58 για τα στοιχεία / τις συμβάσεις που προσκόμισε η ΜΙΝΕΡΒΑ. Πλην των εταιριών DRY FOODS ΕΠΕ με έναρξη ισχύος την 6.11.2006 και λήξη την 31.5.2009, ΣΠΕΤΣΕΡΗΣ ΕΥΤΥΧΙΟΣ με έναρξη ισχύος την 1.9.2008 και λήξη την 31.5.
- 112 Βλ. παράγραφο 58 και υποσημείωση
- 113 Προσκομίστηκε από την εταιρία […]. Στην εν λόγω διαβιβαστική επιστολή ημερομηνίας 20.6.2006 αναφέρονται τα εξής: «Σε συνέχεια των προφορικών συζητήσεων που είχα με πολλούς από εσάς, έρχομαι να σας ανακοινώσω τη Νέα Εμπορική Πολιτική Ειδικών Συνεργατών ΜΙΝΕΡΒΑ, η ισχύς της οποίας ήδη έχει αρχίσει από την 1η Ιουνίου 2006… Οι βασικότερες αλλαγές που εμπεριέχονται και μέσα στο νέο Συμφωνητικό Συνεργασίας που σας αποστέλλω είναι: - η ισχύς του, που από ετήσιο γίνεται τριετές… Επίσης για την καλύτερη πληροφόρηση, θα θέλαμε: - αναγνώριση των σημείων πώλησης/ πελατών σας (Μέλη Ομίλων και Ανεξάρτητοι) με αντίστοιχες λίστες ως ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ του μεταξύ μας Συμφωνητικού Συνεργασίας και ενημέρωσή τους σε εξαμηνιαία βάση - ανάλυση διανομής ανά συσκευασία προϊόντος στα σημεία πώλησης με, κατά προτίμηση, ηλεκτρονικό αρχείο και εξαμηναία ενημέρωση - παρακολούθηση παροχών και απόδοσης στα μέλη ομίλων σε μηνιαία βάση». 114 Βλ. ανωτέρω υπό παρ. 58 και υποσημείωση
- 115 Η από 31.5.2010 επιστολή της ΜΙΝΕΡΒΑ προσκομίστηκε με τις απαντητικές επιστολές των εταιριών […], […] και [...], ενώ η από 15.1.2015 επιστολή της ΜΙΝΕΡΒΑ προσκομίστηκε από την εταιρία […]. Στις εν λόγω επιστολές αναφέρονται οι βασικές εκπτώσεις (τόσο του «Καταναλωτικού» όσο και του «Επαγγελματικού» καναλιού πωλήσεων, οι εκπτώσεις των Ομίλων αγοράς, με τους οποίους η ΜΙΝΕΡΒΑ έχει συνάψει συμφωνίες, εκπτώσεις των ανεξαρτήτων), καθώς και οι όροι πίστωσης και επιστροφών. Οι προαναφερόμενες επιστολές είναι όμοιες μεταξύ τους με κάποιες διαφοροποιήσεις ως προς την «Ρύθμιση Επιστροφών» και τα προϊόντα που εξαιρούνται από αυτές, καθώς επίσης και στις εκπτώσεις ανεξάρτητων και ορισμένων μελών Ομίλων Αγορών. 111 31 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ έννομη σχέση (ενν. μεταξύ ΜΙΝΕΡΒΑ και ΕΣΥΠ), δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως σύμβαση ειδικής αντιπροσωπείας ή διανομής, για τους παρακάτω λόγους: η επιλογή των ΕΣΥΠ για τη χονδρική πώληση των προϊόντων της, πραγματοποιήθηκε με κριτήριο το ότι ο ΕΣΥΠ δραστηριοποιείτο ήδη σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή με παρεμφερή ή άλλα προϊόντα και δική του πελατεία, επομένως ο ΕΣΥΠ δεν ξεκίνησε τη δραστηριότητά του με εντολή της ΜΙΝΕΡΒΑ
- ο ΕΣΥΠ δεν λειτουργεί ως τμήμα της ΜΙΝΕΡΒΑ ούτε εξαρτάται (σημαντικά) από αυτή ή από την ένταξή του στο δίκτυό της
- Ειδικότερα: α) η ΜΙΝΕΡΒΑ δεν διαθέτει δίκτυο διανομής, αλλά ο τρόπος διακίνησης των προϊόντων της πραγματοποιείται μέσω πώλησης στη χονδρική αγορά, είτε απευθείας προς τις αλυσίδες των μεγάλων καταστημάτων, είτε προς τους ΕΣΥΠ, οι οποίοι είναι ανεξάρτητες επιχειρήσεις και δεν φέρουν καμία υποχρέωση έναντι της ΜΙΝΕΡΒΑ ως προς την οργάνωση της επιχείρησής 116 Συγκεκριμένα στην υπ’ αριθ. πρωτ. 3485/30.4.2009 επιστολή της, η ΜΙΝΕΡΒΑ αναφέρει: «Ειδικότερα, η συγκεκριμένη έννομη σχέση δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως σύμβαση ειδικής αντιπροσωπείας ή διανομής, για τους παρακάτω λόγους. Η σύμβαση διανομής συνιστά ιδιόρρυθμη, εμπορικού χαρακτήρα, σύμβαση συνεργασίας, αναγόμενη τελικά στη ρύθμιση των διατάξεων περί εντολής του ΑΚ (ΑΠ 139/2006). Με την έννοια αυτή, η ανωτέρω έννομη σχέση θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι προσέγγιζε τυπολογικά τη σύμβαση ΕΣΥΠ, αν υπεκρύπτετο η βασική σχέση εντολής, το περιεχόμενο της οποίας θα ήταν η ανάθεση διεκπεραίωσης συγκεκριμένων εργασιών. Συγκεκριμένα, η έννομη σχέση ΕΣΥΠ θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι προσομοιάζει με διανομή ή εμπορική αντιπροσωπεία, αν η εταιρεία μας ανέθετε με κύριο βάρος την εντολή, τη διακίνηση των προϊόντων της μέσω του ΕΣΥΠ σε μια περιοχή, στην οποία ο ΕΣΥΠ δεν διακινούσε προηγουμένως άλλα προϊόντα ή γενικά δεν δραστηριοποιείτο. Δηλ., αν η δραστηριοποίηση του λάμβανε χώρα εξ αιτίας της μεταξύ μας συνεργασίας. Αυτό, όμως, δεν συμβαίνει. Η επιλογή της χονδρικής πώλησης των προϊόντων μας στον ΕΣΥΠ έγινε, επειδή ακριβώς ο τελευταίος δραστηριοποιείτο ήδη σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή με παρεμφερή ή άλλα προϊόντα και δική του πελατεία». 117 Συγκεκριμένα στην υπ’ αριθ. πρωτ. 3485/30.4.2009 επιστολή της, η ΜΙΝΕΡΒΑ αναφέρει: «… Πρώτον ότι, η εταιρεία μας δεν διαθέτει δίκτυο διανομής, με την έννοια της οργάνωσης, ως προέκταση της εμπορικής οργάνωσης μας και της εξάρτησης του υποτιθέμενου μέλους του δικτύου από εμάς. Ο τρόπος διακίνησης των προϊόντων μας γίνεται μέσω πώλησης στη χονδρική αγορά, είτε απευθείας προς τις αλυσίδες των μεγάλων καταστημάτων, είτε προς τους εμπόρους χονδρικής (ΕΣΥΠ). Δεύτερον, κανένας ΕΣΥΠ δεν δραστηριοποιείται μόνο με τα προϊόντα μας. Καθένας από τους ΕΣΥΠ πωλεί στους πελάτες του ποικιλία άλλων προϊόντων είτε παρεμφερών με τα δικά μας, είτε άλλα. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει έντονη εξάρτηση από μας, δεδομένου ότι, αυτό που συμβαίνει συνήθως είναι ότι τα προϊόντα μας αποτελούν ένα τμήμα, συνήθως, των συνολικών πωλήσεων του. Τέλος, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, σε καμιά περίπτωση ο ΕΣΥΠ έχει την ίδια ασθενή θέση στην αγορά με μας, επειδή η μη πώληση των προϊόντων μας, δεν συνεπάγεται και δική του αδυναμία πώλησης, διότι πωλεί και άλλα προϊόντα. Στοιχεία που χαρακτηρίζουν μια σύμβαση, ως σύμβαση διανομής, αλλά που δεν συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι τα ακόλουθα (Βλ. Γ. Τριανταφυλλάκη, ΕφαρμΕμπΔ, 2007, σ. 187 επ): α) Η πλήρης τήρηση των εντολών και οδηγιών του παραγωγού και μάλιστα χωρίς δικαίωμα απόκλισης. Στην περίπτωση μας τίποτε από αυτά δεν ισχύει, αφού ο ΕΣΥΠ δεν υπόκειται σε καμιά εντολή ή οδηγία από την εταιρεία μας και δρά ανεξάρτητα, επειδή είναι έμπορος, β) η οργάνωση της επιχείρησης του διανομέα, κατά τον τρόπο που ορίζει ο παραγωγός και όχι με βάση τις επιχειρηματικές επιλογές του διανομέα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προελέχθη, το σύνολο των επιχειρηματικών επιλογών ανήκει στον ΕΣΥΠ, γ) το εμπορικό όφελος από την δραστηριότητα του διανομέα και η πελατεία παραμένουν στον παραγωγό, δ) ο διανομέας υποχρεούται να τηρεί αριθμό εμπορευμάτων στην αποθήκη του, αλλά και συγκεκριμένο και ικανό αριθμό προσωπικού. Ο ΕΣΥΠ δεν υποχρεώνεται για καμιά από τις δύο ανωτέρω υποχρεώσεις». Βλ. και τη σχετική απάντηση στην υπ’ αριθ. πρωτ. 5691/28.9.
- 32 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ τους (π.χ. εμπορική πολιτική, επιλογή πελατείας, τήρηση αποθεμάτων, αριθμό προσωπικού) και β) ο ΕΣΥΠ δεν διακινεί αποκλειστικά τα προϊόντα της ΜΙΝΕΡΒΑ
- Τέλος, η ΜΙΝΕΡΒΑ αναφέρει, ότι σε κάθε περίπτωση, ο χαρακτηρισμός μιας σύμβασης δεν γίνεται από τα συμβαλλόμενα μέρη. Αναφέρει, επίσης, ότι σε μία σύμβαση υπερισχύει η πραγματική εμπορική λειτουργία της σύμβασης και όχι οι έγγραφες προβλέψεις, οι οποίες ενδέχεται να μη λειτουργούν και να είναι αδρανείς και επομένως δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη.
- Ακολούθως η ΜΙΝΕΡΒΑ σημειώνει ότι οι ΕΣΥΠ (όπως αναφέρονται στις συμβάσεις της οι συνεργαζόμενοι χονδρέμποροι), αποκτούν την κυριότητα του συνόλου των προϊόντων που αγοράζουν από την εταιρία, βάσει τιμολογίου. Η παράδοση των εμπορευμάτων γίνεται από την ΜΙΝΕΡΒΑ στις αποθήκες του ΕΣΥΠ, με μέσα της εταιρίας ΜΙΝΕΡΒΑ. Το κόστος μεταφοράς και διακίνησης των προϊόντων της εταιρίας από τις αποθήκες του ΕΣΥΠ στα τελικά σημεία πώλησης αναλαμβάνεται από τον ΕΣΥΠ. Οι ΕΣΥΠ δεν μετέχουν οικονομικά στη διαφημιστική δαπάνη των προϊόντων της ΜΙΝΕΡΒΑ. Σύμφωνα με τη ΜΙΝΕΡΒΑ, οι κτιριακές υποδομές και επενδύσεις των ΕΣΥΠ δεν συνιστούν κριτήριο για τη σύναψη συμφωνίας με τη ΜΙΝΕΡΒΑ, αλλά η οργάνωσή τους αποτελεί ευθύνη των ΕΣΥΠ, προκειμένου να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις της μεταπώλησης. 118 Επισημαίνεται ότι η απάντηση της εταιρίας […] στο σχετικό ερώτημα προσομοιάζει με αυτή της ΜΙΝΕΡΒΑ. Συγκεκριμένα, η […] αναφέρει «…η έννομη σχέση που δημιουργήθηκε μέσω της υπογραφής του τριετούς αυτού ιδιωτικού συμφωνητικού, δεν μπορεί επουδενί να χαρακτηριστεί ως σύμβαση ειδικής αντιπροσωπείας ή διανομής, καθώς βάσει των διατάξεων περί εντολής του ΑΚ, η σύμβαση διανομής συνιστά ιδιόρρυθμη, εμπορικού χαρακτήρα, σύμβαση συνεργασίας. Μπορεί να θεωρηθεί ότι η ανωτέρω σύμβαση και οι όροι αυτής τυπολογικά και μόνον προσεγγίζουν τη σύμβαση διανομής. Ωστόσο λείπει ένα μείζον στοιχείο, που αυτομάτως δεν την καθιστά επουδενί λόγω σύμβαση διανομής ή ειδικής αντιπροσωπείας. Το στοιχείο αυτό, είναι το στοιχείο της ανάθεσης και της εντολής, με σκοπό τη διεκπεραίωση ορισμένων εργασιών, κάτι το οποίο ουδέποτε έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της συνεργασίας μου με την εταιρεία ΜΙΝΕΡΒΑ. Περαιτέρω πρέπει να ληφθεί υπόψιν, ότι για τη συνδρομή των προϋποθέσεων της ύπαρξης έννομης σχέσης διανομής, απαραίτητο στοιχείο είναι ο χαρακτηριζόμενος ως διανομέας, να ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της επιχείρησης, τα προϊόντα της οποίας διανέμει, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και την ένταξη στο δίκτυο διανομής της εταιρείας, Στοιχεία που χαρακτηρίζουν μία σύμβαση, ως σύμβαση διανομής αλλά δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση είναι τα εξής: α) Η πλήρης τήρηση των εντολών και οδηγιών του παραγωγού και μάλιστα χωρίς δικαίωμα απόκλισης, β) η οργάνωση της επιχείρησης του διανομέα, κατά τον τρόπο που ορίζει ο παραγωγός και όχι με βάση της επιχειρηματικές του επιλογές διανομέα, ενώ αντιθέτως στην υπό κρίση σας περίπτωση, το σύνολο των επιχειρηματικών επιλογών ανήκε σε εμένα. γ) το εμπορικό όφελος από τη δραστηριότητα του διανομέα και η πελατεία παραμένουν στον παραγωγό δ) ο διανομέας υποχρεούται να διατηρεί στην αποθήκη του συγκεκριμένο αριθμό εμπορευμάτων, αλλά και συγκεκριμένο και ικανό αριθμό προσωπικού, κάτι το οποίο τονίζω πως ουδέποτε συνέβη, καθώς η εταιρεία ΜΙΝΕΡΒΑ ουδέποτε παρενέβη σε τέτοιου είδους ζητήματα, τα οποία άπτονταν και άπτονται στη διακριτική ευχέρεια της δικής μου εταιρείας, που δρούσε και δρα ανεξάρτητη». 33 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Τέλος, η ΜΙΝΕΡΒΑ αναλαμβάνει το κόστος των αλλοιωμένων ή ληγμένων προϊόντων της
- V.3 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΜΙΝΕΡΒΑ ΚΑΙ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΤΗΣ V.3.1 Η ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα του αντιπροσώπου - διάκριση μεταξύ γνήσιων και μη γνήσιων εμπορικών αντιπροσώπων
- Η εφαρμογή των άρθρων 1 παρ. 1 ν. 703/1977 και 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ προϋποθέτει ότι μια συμφωνία συνάπτεται μεταξύ δύο τουλάχιστον ανεξάρτητων οικονομικά μεταξύ τους επιχειρήσεων. Κατά πάγια δε νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής και «ΔΕΕ», πρώην «ΔΕΚ»), όταν οι αντιπρόσωποι δεν φέρουν κανέναν κίνδυνο που απορρέει από τις συμβάσεις τις οποίες διαπραγματεύονται, αυτοί παύουν να έχουν την ιδιότητα του ανεξάρτητου επιχειρηματία
- Στις περιπτώσεις αυτές γίνεται λόγος για «γνήσιες συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας» και οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται στον αντιπρόσωπο όσον αφορά στις συμβάσεις που διαπραγματεύεται ή και συνάπτει για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 1 ν. 703/1977 και 101 ΣΛΕΕ
- Γίνεται δεκτό ότι εμπορικός αντιπρόσωπος ονομάζεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο έχει εξουσιοδοτηθεί να διαπραγματεύεται ή/και να συνάπτει συμβάσεις για λογαριασμό άλλου προσώπου (το οποίο καλείται αντιπροσωπευόμενος) είτε στο όνομα του ίδιου του αντιπροσώπου είτε στο όνομα του αντιπροσωπευόμενου122 α) για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών από τον αντιπροσωπευόμενο, ή β) για την πώληση αγαθών ή υπηρεσιών που προμηθεύει ο αντιπροσωπευόμενος
- Είναι σαφές ότι ο συγκεκριμένος ορισμός, από πλευράς ελληνικής έννομης τάξης, καλύπτει, τόσο τη γνήσια όσο και τη μη γνήσια σύμβαση 119 Βλ. τις υπ’ αριθ. πρωτ. 3485/30.4.2009 και υπ’ αριθ. πρωτ. 5691/28.9.2015 επιστολές της ΜΙΝΕΡΒΑ, όπου αναφέρει: «Το κόστος μεταφοράς και διακίνησης των προϊόντων της εταιρείας μας από τις αποθήκες του ΕΣΥΠ στα τελικά σημεία πώλησης, αναλαμβάνεται από τον ΕΣΥΠ. Οι ΕΣΥΠ δεν μετέχουν επ’ ουδενί και με οποιοδήποτε τρόπο, οικονομικά στην εν γένει διαφημιστική προώθηση των προϊόντων της εταιρείας, επειδή δεν είναι ούτε διανομείς ούτε εμπορικοί αντιπρόσωποι. Ο ΕΣΥΠ δεν απαιτείται να έχει συγκεκριμένα κτίρια ή λοιπές επενδύσεις για να συναλλαγεί με την εταιρεία μας. Η εταιρεία μας δεν ελέγχει την υποδομή του, ούτε συνιστά κριτήριο σύναψης συμφωνίας μαζί του, η κτιριακή ή άλλη υποδομή του, αφού η μόνη έννομη σχέση που μας συνδέει είναι αυτή της αγοράς από μας προϊόντων. … Οι ΕΣΥΠ αποκτούν την κυριότητα του συνόλου των προϊόντων που αγοράζουν από την εταιρεία μας, βάσει τιμολογίου». 120 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-266/93, Bundeskartellamt κατά Volkswagen AG και VAG Leasing GmbH, Συλλ. 1995, σελ. Ι-3477, σκ. 19 με περαιτέρω παραπομπές. 121 Βλ. και Κατευθυντήριες Γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς, ό.π., παρ. 13-
- 122 Αναλυτικά για την εμπορική αντιπροσωπεία, βλ. Ν. Ζευγώλη, Κάθετες συμφωνίες & ανταγωνισμός, εκδ. Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσ/κη, 2012, σελ. 29επ. 123 Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς, όπ., παρ.
- 34 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ εμπορικής αντιπροσωπείας
- Ωστόσο, στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη η συγκεκριμένη διάκριση πλέον δεν υφίσταται και είναι χαρακτηριστικό ότι από τις νέες Κατευθυντήριες Γραμμές για τις κάθετες συμφωνίες απουσιάζει η αναφορά ή διάκριση σε γνήσιες ή μη γνήσιες συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας125, μολονότι υφίσταται διάκριση μεταξύ συμφωνίας αντιπροσώπου και συμφωνίας διανομέα (βλ. παρ. 12 έως 21 των Κατευθυντήριων Γραμμών). Σε κάθε περίπτωση, και στις νέες Κατευθυντήριες Γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς126 είναι χαρακτηριστική η ευρύτητα με την οποία αντιλαμβάνεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή την έννοια του εμπορικού αντιπροσώπου. Αυτή η ευρύτητα αντανακλά την πάγια βούληση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να επιχειρεί κάθε φορά να ερευνήσει το ουσιαστικό οικονομικό περιεχόμενο των εμπορικών συναλλαγών, ανεξαρτήτως από τα στεγανά που συνήθως επιβάλλουν επιχειρούμενες αυστηρά (και αμιγώς) νομικές οριοθετήσεις
- 124 Για την εμπορική αντιπροσωπεία στην ελληνική έννομη τάξη, βλ. π.δ. 219/91 (ΦΕΚ Α’ 81 της 18/30.5.1991). 125 Αντίθετα, παρατηρείται ότι στις προηγούμενες Κατευθυντήριες Γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς, ό.π., γινόταν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σαφής διάκριση ανάμεσα σε γνήσια και μη γνήσια σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας. Βλ. λόγου χάριν παρ. 13 εδ. α, όπου αναφερόταν χαρακτηριστικά ότι «Εφόσον πρόκειται για γνήσιες συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας, οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται στον αντιπρόσωπο όσον αφορά στις συμβάσεις που διαπραγματεύεται ή και συνάπτει για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 81 παράγραφος 1». 126 Όπως και στις προηγούμενες. 127 Χαρακτηριστική είναι η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, στην υπόθεση Τ-325/01, Daimler Chrysler κατά Επιτροπής, Συλλ. 2005, σελ. ΙΙ-3319, το οποίο στις σκ. 85-86 παρατηρεί χαρακτηριστικά τα εξής: «Όπως προκύπτει επίσης από πάγια νομολογία, η έννοια της επιχειρήσεως, από απόψεως του δικαίου περί ανταγωνισμού, εκλαμβάνεται ως υποδηλώνουσα οικονομική ενότητα από απόψεως αντικειμένου της επίδικης συμφωνίας, έστω και αν, από νομικής απόψεως, η οικονομική αυτή ενότητα απαρτίζεται από πλείονα φυσικά ή νομικά πρόσωπα (απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 1984, 170/83, Hydrotherm, Συλλογή 1984, σ. 2999, σκέψη 11, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 29ης Ιουνίου 2000, Τ-234/95, DSG κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II-2603, σκέψη 124). Το Δικαστήριο υπογράμμιζε ότι, για τους σκοπούς της εφαρμογής των κανόνων περί ανταγωνισμού, ο τυπικός διαχωρισμός μεταξύ δύο εταιριών, απόρροια της διακεκριμένης νομικής προσωπικότητάς τους, δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στοιχείο, ενώ εκείνο που προέχει είναι το ενιαίο ή μη της συμπεριφοράς τους στην αγορά. Επομένως, μπορεί να καθίσταται αναγκαίος ο προσδιορισμός του αν δύο εταιρίες με διακεκριμένες νομικές προσωπικότητες αποτελούν ή ανήκουν σε μία και την αυτή επιχείρηση ή οικονομική ενότητα συμπεριφερόμενη κατά τρόπο ενιαίο στην αγορά (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1972, 48/69, ICI κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1972-73, σ. 99, σκέψη 140). Η νομολογία καταδεικνύει ότι παρόμοια κατάσταση δεν περιορίζεται σε περιπτώσεις όπου οι εταιρίες διατηρούν σχέσεις μητρικής προς θυγατρική, αλλά περιλαμβάνει επίσης, υπό ορισμένες περιστάσεις, τις σχέσεις μεταξύ μιας εταιρίας και του εμπορικού αντιπροσώπου της ή μεταξύ ενός εντολέα και του εντολοδόχου του. Πράγματι, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 81 ΕΚ, το ζήτημα αν ο εντολέας και ο μεσάζων ή ο «εμπορικός αντιπρόσωπος» του αποτελούν οικονομική ενότητα, οπότε ο δεύτερος είναι ως βοηθητικό όργανο ενταγμένος στην επιχείρηση του πρώτου, είναι σημαντικό για τους σκοπούς του καθορισμού αν συγκεκριμένη συμπεριφορά εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του οικείου άρθρου. Έτσι, έγινε δεκτό ότι, «όταν ένας […] μεσάζων ασκεί δραστηριότητα υπέρ του εντολέα του, μπορεί καταρχήν να θεωρηθεί ως βοηθητικό όργανο ενσωματωμένο στην επιχείρησή του, υποχρεωμένο δε να ακολουθεί τις οδηγίες του εντολέα, αποτελώντας έτσι με την επιχείρηση αυτή μια οικονομική μονάδα, όπως και ο εμπορικός υπάλληλος» (προαναφερθείσα στη σκέψη 41 απόφαση Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 480)». 35 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Οι διατάξεις των άρθρων 1 ν. 703/1977 και 101 ΣΛΕΕ, καταλαμβάνουν τις μη γνήσιες συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας, όπου ο αντιπρόσωπος διατηρεί την ιδιότητά του ως ανεξάρτητη οικονομικά επιχείρηση. Σε ό,τι αφορά τη διάκριση μεταξύ γνήσιας και μη γνήσιας σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, γίνεται, καταρχάς, δεκτό ότι ο αντιπρόσωπος διατηρεί την ιδιότητα του ανεξάρτητου επιχειρηματία, εφόσον αυτός αποκτά την κυριότητα επί των συμβατικών προϊόντων που αγοράζονται ή πωλούνται. Αντίθετα, στην περίπτωση της μη μεταβίβασης της κυριότητας κάποιου εκ των συμβατικών προϊόντων, εξετάζεται in concreto και συνεκτιμάται η κρισιμότητα και σπουδαιότητα των κινδύνων που έχουν αναληφθεί από τον αντιπρόσωπο, ο βαθμός ενσωμάτωσης αυτού στο δίκτυο του αντιπροσωπευόμενου και η παροχή από αυτόν υπηρεσιών σχετικών με τη σύμβαση στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσώπου. Ειδικότερα, έχει κριθεί ότι τα άρθρα 1 ν. 703/1977 και 101 ΣΛΕΕ τυγχάνουν εφαρμογής εφόσον ο αντιπρόσωπος αναλαμβάνει έστω έναν από τους κατωτέρω κινδύνους ή δαπάνες: δαπάνες μεταφοράς των προϊόντων, συμμετοχή στις διαφημιστικές δαπάνες για την προώθηση των προϊόντων του αντιπροσωπευόμενου, κόστος χρηματοδότησης και διατήρησης των αποθεμάτων, ειδικές επενδύσεις σε εξοπλισμό, εγκαταστάσεις ή εκπαίδευση προσωπικού, ευθύνη έναντι τρίτων για ζημίες που προκαλούνται από πωλούμενο προϊόν (ενδεικτική απαρίθμηση)
- A contrario, γίνεται δεκτό ότι για τους σκοπούς της εφαρμογής ή μη του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, η συμφωνία χαρακτηρίζεται ως (γνήσια) συμφωνία εμπορικής αντιπροσωπείας, εφόσον ο εμπορικός αντιπρόσωπος δεν φέρει κανέναν ή ασήμαντο μόνο κίνδυνο ως προς τις συμβάσεις που συνάπτει ή/και διαπραγματεύεται για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ως προς τις επενδύσεις που απαιτούνται στη συγκεκριμένη αγορά για το συγκεκριμένο είδος δραστηριότητας και ως προς άλλες δραστηριότητες που απαιτεί ο αντιπροσωπευόμενος να αναληφθούν στην ίδια αγορά προϊόντος
- Υπό αυτή την έννοια γίνεται δεκτό ότι τυχόν κίνδυνοι που 128 Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς, ό.π., παρ. 16-17 και αντίστοιχα νέες Κατευθυντήριες Γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς, ό.π., παρ. 16 -17 και
- 129 Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς, ο.π., παρ.
- Για παράδειγμα, στην υπόθεση Daimler Chrysler κατά Επιτροπής [T-325/01, ό.π.] το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι δαπάνες για μεταφορά οχήματος στις οποίες ενδέχεται να προβεί ο αντιπρόσωπος, στην περίπτωση που ο αγοραστής δεν παραλάβει το όχημα από το εργοστάσιο αλλά από το κατάστημά του [σκ. 106], καθώς και οι δαπάνες για αγορά οχημάτων επίδειξης [σκ. 109], με δεδομένο ότι η αγορά τους έχει γίνει σε «προτιμησιακή τιμή» και ότι αυτά μπορούν να μεταπωληθούν τρεις έως έξι μήνες αργότερα εφόσον έχουν διανύσει κατ’ ελάχιστον 3.000 km, συνιστούν ασήμαντο κίνδυνο και σε κάθε περίπτωση η έκταση του επίμαχου κινδύνου στις συγκεκριμένες περιπτώσεις σχετικοποιείται [σκ. 111]. Υπό αυτή την έννοια γίνεται δεκτό ότι τυχόν κίνδυνοι που απορρέουν από τη δραστηριότητα της παροχής υπηρεσιών εμπορικής αντιπροσωπείας γενικά, όπως, λόγου χάριν ο κίνδυνος να 36 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ απορρέουν από τη δραστηριότητα της παροχής υπηρεσιών εμπορικής αντιπροσωπείας γενικά, όπως, λόγου χάριν ο κίνδυνος να εξαρτάται το εισόδημα του αντιπροσώπου από την επιτυχία του, από τις ικανότητές του δηλαδή, ως αντιπροσώπου 130 ή από γενικές επενδύσεις, σε εγκαταστάσεις ή προσωπικό για παράδειγμα, δεν θεωρούνται ουσιώδεις για την εκτίμηση αυτή.
- Από την επιμέρους θεώρηση των συλλεχθεισών συμβάσεων, διαπιστώνονται τα παρακάτω:
- Με βάση την από 18.4.1983 σύμβαση αντιπροσωπείας και εγγυήσεως προσκομισθείσα από την εταιρία […], ο αντισυμβαλλόμενος της ΜΙΝΕΡΒΑ […] αναλαμβάνει την υποχρέωση να πωλεί τα συμβατικά προϊόντα και να εκδίδει προς τους πελάτες τιμολόγια, ως εμπορικός αντιπρόσωπος, για λογαριασμό της αντιπροσωπευόμενης ΜΙΝΕΡΒΑ, με δυνατότητα μάλιστα η αποστολή των εμπορευμάτων να γίνεται απευθείας στον πελάτη από τη ΜΙΝΕΡΒΑ. Συγκεκριμένα στο άρθρο 6 της εν λόγω σύμβασης, αναφέρεται ότι «
- Ο αντιπρόσωπος θα πωλεί τα ως άνω προϊόντα παραδίδων εις τους πελάτας τιμολόγια εκδιδόμενα παρ’ αυτού ως εμπορικού αντιπροσώπου δια λογαριασμόν της αντιπροσωπευομένης…»., ενώ στο άρθρο 9 αναφέρεται ότι «
- Ο αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθειας … Εφ’ όσον όμως κατόπιν τηλεγραφικής ή εγγράφου εντολής του αντιπροσώπου η αποστολή των εμπορευμάτων γίνη απ’ ευθείας εις τον πελάτην υπό της αντιπροσωπευομένης η προμήθεια του αντιπροσώπου μειούται…». Στο άρθρο 6 εξαρτάται το εισόδημα του αντιπροσώπου από την επιτυχία του, από τις ικανότητές του δηλαδή, ως αντιπροσώπου ή από γενικές επενδύσεις, σε εγκαταστάσεις ή προσωπικό για παράδειγμα, δεν θεωρούνται ουσιώδεις για την εκτίμηση αυτή. Συνάγεται, επίσης, η ιδιαίτερα μεγάλη σημασία που έχει ο ακριβής προσδιορισμός της κύριας (βασικής) σχετικής αγοράς. Κατά την άποψη του Γενικού Δικαστηρίου στην ίδια υπόθεση [βλ. σκ. 111], δεν υφίσταται κανένα τεκμήριο ότι οι βαρύνουσες τον εμπορικό αντιπρόσωπο υποχρεώσεις εγκατάστασης συνεργείου επισκευών (πρόκειται για άλλη αγορά σε σχέση με τη βασική αγορά που είναι αυτή της πώλησης αυτοκινήτων), και αγοράς και αποθηκεύσεως ανταλλακτικών (πρόκειται επίσης για άλλη αγορά) εμπεριέχουν σημαντικούς οικονομικούς κινδύνους, αλλά αντίθετα αποτελεί ζήτημα προς απόδειξη. Βλέπε σχετικά και Έφη Κινινή, (σημ. σχετικά με την υπ’ αριθ. 288/IV/2005 απόφαση της Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού), ΔΕΕ 10/2005, σελ. 1062, υποσημείωση
- 130 Βλ. χαρακτηριστικά ΠΕΚ T-325/01, ό.π., σκ. 111, όπου το Γενικό Δικαστήριο αναφερόμενο στην υποχρέωση πραγματοποιήσεως επισκευών στο πλαίσιο της εγγύησης και στην αποζημίωση εγγυήσεως (που ο αντιπρόσωπος λαμβάνει από τη Mercedes-Benz) εκτιμά «ότι από την επίδικη απόφαση δεν προκύπτει ότι η εν λόγω συνδεόμενη με την πώληση αυτοκινήτων Mercedes-Benz δραστηριότητα εμπεριέχει στην πραγματικότητα εξαιρετικούς κινδύνους, καίτοι αληθεύει ότι, αν η δραστηριότητα αυτή δεν αποτελεί αντικείμενο ορθής και αποτελεσματικής διαχειρίσεως, μπορεί να είναι ελλειμματική και να οδηγήσει στη συρρίκνωση ή ακόμη και στην εκμηδένιση των συνδεομένων με την πώληση αυτοκινήτων κερδών του αντιπροσώπου». Παρατηρείται, δηλαδή, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ενδεχόμενη αναποτελεσματική ή ελλειμματική διαχείριση στο ζήτημα της πραγματοποίησης επισκευών στο πλαίσιο της εγγύησης θα οφείλεται κατά βάση σε ανικανότητα ή αποτυχία του ίδιου του εμπορικού αντιπροσώπου, εκτός αν αποδειχθεί «ότι η αποζημίωση εγγυήσεως είναι εμπορικώς απρόσφορη και ότι συντρέχει ως εκ τούτου πραγματικός οικονομικός κίνδυνος για τον αντιπρόσωπο, συνδεόμενος με την υποχρέωση πραγματοποιήσεως επισκευών στο πλαίσιο της εγγυήσεως». 37 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ προβλέπεται, επίσης, ότι ο αντιπρόσωπος είναι υπόλογος έναντι των αρμόδιων οικονομικών αρχών για λογαριασμό της αντιπροσωπευόμενης, για την εκπλήρωση κάθε νόμιμης σχετικής υποχρέωσης και την καταβολή κάθε σχετικής οφειλής που βαρύνει την αντιπροσωπευόμενη, απορρέουσα από τις συναλλαγές του αντιπροσώπου με τους πελάτες, στο πλαίσιο της εν λόγω σύμβασης
- Είναι, συνεπώς, σαφές ότι ο αντισυμβαλλόμενος δεν αποκτά κυριότητα επί των συμβατικών προϊόντων132, ενώ συγχρόνως από τη συνολική αξιολόγηση των όρων της εν λόγω σύμβασης δεν προκύπτει η ανάληψη κάποιου ειδικού ή επενδυτικού κινδύνου από μέρος του αντιπροσώπου. Ως εκ τούτου, προκύπτει ότι η ως άνω σύμβαση δεν αφορά ανεξάρτητους μεταξύ τους επιχειρηματίες, αλλά αποτυπώνει σχέση γνήσιας εμπορικής αντιπροσωπείας και άρα εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής των άρθρων 1 ν. 703/1977 και 101 ΣΛΕΕ.
- Το ίδιο ισχύει και για τα πανομοιότυπα ως προς τους βασικούς όρους από 1.1.1991 και 27.10.1995 ιδιωτικά συμφωνητικά που προσκομίστηκαν από την εταιρία […]. Κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα Β. και Γ. των εν λόγω συμφωνητικών: «…Β. Ο δεύτερος των συμβαλλομένων καλούμενος εφεξής εν τω παρόντι “Ο ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΟΔΟΧΟΣ”, δηλοί ότι έχει τας γνώσεις και την εν γένει δυνατότητα όπως επί 131 Βλ. άρθρο 6 της εν λόγω σύμβασης «
- … Ο αντιπρόσωπος έχει την επιμέλειαν και ευθύνην της τηρήσεως των κατά νόμον βιβλίων και στοιχείων, και εμπροθέσμου υποβολής εις την αρμοδίαν οικονομικήν Εφορίαν παντός στοιχείου και πάσης δηλώσεως δια λογαριασμόν της εταιρείας και διά την εμπρόθεσμον καταβολήν παντός οφειλομένου υπό της αντιπροσωπευομένης ποσού εις το αρμόδιον ταμείον εκ των εν γένει συναλλαγών αυτού ως αντιπροσώπου μετά των πελατών εκ της παρούσης συμβάσεως». 132 Όπως ήδη επισημάνθηκε, για τους σκοπούς της εφαρμογής ή μη του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, η πρώτη βασική προϋπόθεση (αλλά όχι η μόνη) προκειμένου μια συμφωνία να χαρακτηρίζεται κατά κανόνα ως συμφωνία εμπορικής αντιπροσωπείας, είναι κατ’ ουσίαν ο αντιπρόσωπος να μην αποκτά κυριότητα επί των συμβατικών προϊόντων που αγοράζονται ή πωλούνται ή να μην παρέχει ο ίδιος τις υπηρεσίες που αφορά η σύμβαση [Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς, ό.π., παρ. 16]. Επομένως, αν για παράδειγμα μία Σύμβαση Ειδικού Συνεργάτη, περιέχει όρο σύμφωνα με τον οποίο «ο ειδικός συνεργάτης είναι πελάτης της εταιρίας και προμηθεύεται από αυτήν προϊόντα για εμπορία ιδίω ονόματι», αυτό δεν είναι από μόνο του επαρκές ώστε να απομακρύνει την υπό εξέταση σύμβαση από το εννοιολογικό περιεχόμενο της εμπορικής αντιπροσωπείας και να εντάξει αυτήν στις συμβάσεις διανομής. Ταυτόχρονα, θα πρέπει κι από το λοιπό περιεχόμενο, τους λοιπούς όρους δηλαδή, της εν λόγω σύμβασης να προκύπτει σαφώς ότι αυτός ο Ειδικός Συνεργάτης πράγματι αγοράζει τα προϊόντα από την προμηθεύτρια εταιρία και άρα αποκτά κυριότητα επί αυτών [ό.π.], επομένως αναλαμβάνει και τον χρηματοοικονομικό ή τον εμπορικό κίνδυνο της μη (μετα)πώλησής τους. A contrario, στην περίπτωση που ο Ειδικός Συνεργάτης, αν και προμηθεύεται τα προϊόντα για εμπορία ιδίω ονόματι, ωστόσο δεν προκύπτει από το λοιπό περιεχόμενο της σύμβασης ότι αυτός αγοράζει τα Προϊόντα από την εταιρία και άρα αποκτά κυριότητα επί αυτών [ό.π.], ώστε να αναλαμβάνει και τον χρηματοοικονομικό ή τον εμπορικό κίνδυνο της μη (μετά)πώλησής τους, είναι επισφαλές να σπεύσει κανείς να πει ότι πρόκειται για σύμβαση διανομής. Επομένως, η αναζήτηση απόκτησης ή μη κυριότητας αποτελεί ζήτημα ουσίας και όχι τύπου κι ως εκ τούτου η ορθή διαπίστωσή της απαιτεί συχνά εξέταση της επίμαχης σύμβασης στο σύνολό της (το οποίο εκτιμάται ότι συμβαίνει και στην εξεταζόμενη περίπτωση). 38 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ προμηθεία του, αναλάβη ως παραγγελιοδόχος της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ την εξεύρεσιν πελατών προς διάθεσιν εμπορευμάτων της και προϊόντων της εκ των ανωτέρω. Γ. Εν όψει τούτων συνεφωνήθησαν μεταξύ των ώδε συμβαλλομένων και εγένοντο αποδεκτά τα εξής:
- Η “ΕΤΑΙΡΕΙΑΝ” αναθέτει εις τον ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΟΔΟΧΟΝ και ούτως αναλαμβάνει όπως ως ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΣ της παραγελιοδόχος της περιοχής [Κυκλάδες (εκτός Άνδρου)] δέχεται παραγγελίες από ενδιαφερομένους αγοραστάς, βιομηχανικών προϊόντων και εμπορευμάτων της εκ των ανωτέρω και διαβιβάζει ταύτας προς αυτήν προς εκτέλεσιν των.
- Αι τιμαί πωλήσεως θα καθορίζονται υπό της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ και θα γνωστοποιούνται εκάστοτε από αυτήν εγγράφως εις τον ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΟΔΟΧΟΝ.
- Η ΕΤΑΙΡΕΙΑ δικαιούται αναιτιολογήτως να αρνηθή την εκτέλεσιν παραγγελίας, γνωστοποιούσα την άρνησίν της εις τον ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΟΔΟΧΟΝ εγγράφως εντός επτά
(7)ημερών από λήψεως υπ’ αυτής της παραγγελίας…
- Τα εμπορεύματα θα παραδίδωνται εις τον αγοραστήν εις τας αποθήκας της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ εν Αθήναις, οδός Πειραιώς 41 ή θα αποστέλωνται εις αυτόν με έξοδα της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ.
- Τα τιμολόγια θα εκδίδονται υπό της εταιρείας δια τον αγοραστήν.
- Η εξόφλησις του τιμήματος θα γίνεται υπό του αγοραστού εις τον ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΟΔΟΧΟΝ τοις μετρητοίς, εντός δέκα πέντε
(15)ημερών από της εις αυτόν παραδόσεως του εμπορεύματος. Ο ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΟΔΟΧΟΣ ευθύνεται έναντι της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ δια την φερεγγυότητα του αγοραστού…
- Εις το τέλος κάθε ημερολογιακού μηνός ο ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΟΔΟΧΟΣ υποχρεούται να αποστέλλη κατάστασιν εις την εταιρείας δια τας εντός του μηνός αυτού ΕΚΤΕΛΕΣΘΕΙΣΑΣ παραγγελίας, επί του ύψους των οποίων θα υπολογίζη και την ως άνω προμήθειά του, ως επίσης να αποστέλλη και το τίμημα το οποίον εισέπραξεν εκ των υπό της εταιρείας εκτελεσθεισών εντός του μηνός αυτού παραγγελιών μετά την αφαίρεσιν της προμηθείας του, λαμβανομένης υπόψη και της προθεσμίας του όρου 6 του παρόντος.
- Η δια του παρόντος σύμβασις είναι σύμβασις μισθώσεως έργου. Ο ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΟΔΟΧΟΣ δικαιούται να ασκή οιοδήποτε άλλο επάγγελμα, να αντιπροσωπεύη 39 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ή να είναι παραγγελιοδόχος και άλλων προσώπων φυσικών ή νομικών προσώπων για οιοδήποτε εμπόρευμα….».
- Επομένως, στο πλαίσιο των εν λόγω συμφωνητικών, τα οποία ουσιαστικά συνιστούν συμβάσεις παραγγελιοληψίας, ο παραγγελιοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να δέχεται παραγγελίες από ενδιαφερόμενους αγοραστές συμβατικών προϊόντων και να τις διαβιβάζει προς εκτέλεση στη ΜΙΝΕΡΒΑ133, η οποία παραδίδει τα εμπορεύματα στον αγοραστή ιδίοις εξόδοις και εκδίδει και τα σχετικά τιμολόγια προς τον αγοραστή 134, ενώ επίσης έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί αναιτιολόγητα να εκτελέσει την παραγγελία
- Περαιτέρω, παρά το γεγονός ότι ο Παραγγελιοδόχος ευθύνεται έναντι της ΜΙΝΕΡΒΑ για την φερεγγυότητα των αγοραστών136, δεδομένου ότι βασική του συμβατική υποχρέωση είναι η εξεύρεση πελατών προς διάθεση, μέσω της λήψεως παραγγελιών, των προϊόντων της ΜΙΝΕΡΒΑ στην περιοχή δραστηριοποίησής του137, εντούτοις η εξόφληση των προϊόντων από τον αγοραστή στον Παραγγελιοδόχο γίνεται τοις μετρητοίς και εντός 15 ημερών από την παράδοση των προϊόντων, ενώ ο Παραγγελιοδόχος αποστέλλει το τίμημα στη ΜΙΝΕΡΒΑ στο τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα. Ως εκ τούτου, η ευθύνη του Παραγγελιοδόχου για τη μη εκπλήρωση εκ μέρους των αγοραστών, των υποχρεώσεών τους δεν κρίνεται σημαντική εν προκειμένω
- Πρόκειται, συνεπώς, και στην περίπτωση αυτή για σχέση γνήσια εμπορικής αντιπροσωπείας, όπου δεν τυγχάνουν εφαρμογής τα άρθρα 1 ν. 703/1977 και 101 ΣΛΕΕ.
- Αντιθέτως, στις από 11.3.1997, 1.6.2003, 1.6.2006 και 1.12.2009 συμβάσεις περιλαμβάνονται όροι, από τους οποίους προκύπτει ότι οι συνεργάτες/διανομείς της ΜΙΝΕΡΒΑ σε επίπεδο χονδρεμπορίου είναι ανεξάρτητοι έμποροι που αγοράζουν τα 133 Βλ. άρθρο Γ.1 των εν λόγω συμβάσεων. Βλ. αντιστοίχως άρθρα Γ.4 και Γ.5 των εν λόγω συμβάσεων. 135 Βλ. άρθρο Γ.3 των εν λόγω συμβάσεων. 136 Βλ. άρθρο Γ.6 των εν λόγω συμβάσεων. 137 Βλ. άρθρο Β. 138 Βλ. αντίστοιχο παράδειγμα, στην υπόθεση Daimler Chrysler κατά Επιτροπής [T-325/01, ό.π.] το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι δαπάνες για μεταφορά οχήματος στις οποίες ενδέχεται να προβεί ο αντιπρόσωπος, στην περίπτωση που ο αγοραστής δεν παραλάβει το όχημα από το εργοστάσιο αλλά από το κατάστημά του [σκ. 106], καθώς και οι δαπάνες για αγορά οχημάτων επίδειξης [σκ. 109], με δεδομένο ότι η αγορά τους έχει γίνει σε «προτιμησιακή τιμή» και ότι αυτά μπορούν να μεταπωληθούν τρεις έως έξι μήνες αργότερα εφόσον έχουν διανύσει κατ’ ελάχιστον 3.000 km, συνιστούν ασήμαντο κίνδυνο και σε κάθε περίπτωση η έκταση του επίμαχου κινδύνου στις συγκεκριμένες περιπτώσεις σχετικοποιείται. Υπό αυτή την έννοια γίνεται δεκτό ότι τυχόν κίνδυνοι που απορρέουν από τη δραστηριότητα της παροχής υπηρεσιών εμπορικής αντιπροσωπείας γενικά, όπως, λόγου χάριν ο κίνδυνος να εξαρτάται το εισόδημα του αντιπροσώπου από την επιτυχία του, από τις ικανότητές του δηλαδή, ως αντιπροσώπου [βλ. σκ. 111] ή από γενικές επενδύσεις, σε εγκαταστάσεις ή προσωπικό για παράδειγμα, δεν θεωρούνται ουσιώδεις για την εκτίμηση αυτή. 134 40 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ προϊόντα της ΜΙΝΕΡΒΑ προκειμένου να τα μεταπωλήσουν στους πελάτες τους και άρα αποκτούν κυριότητα επί των συμβατικών προϊόντων139, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την ίδια την προμηθεύτρια εταιρία
- Συγκεκριμένα, τα προαναφερόμενα προκύπτουν από:
- Το άρθρο 3.γ του από 11.3.1997 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ της ΜΙΝΕΡΒΑ και του ειδικού συνεργάτη της […], όπου αναφέρεται: «ο ΕΜΠΟΡΟΣ υποχρεούται να αγοράζη αποκλειστικώς και μόνο από την ΠΩΛΗΤΡΙΑ είδη τα οποία διαθέτει αυτή και τα οποία επιθυμεί να πωλήση προς αυτόν, δηλοί δε και συμφωνείται ότι θα μεταπωλή τα εμπορεύματα αυτά εις τρίτους, χονδρικώς […]».
- Τους όρους Α.4 και Γ. και του από 1.6.2003 προγράμματος συνεργασίας ειδικού συνεργάτη περιοχής μεταξύ της ΜΙΝΕΡΒΑ και του […]: «Α.
- Ο Ε.Σ.Υ.Π. πωλεί στις τιμές τιμολογίου της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ και μόνο […] Γ. Ο Ε.Σ.Υ.Π. αγοράζει από την εταιρεία σε τιμές τιμοκαταλόγου[…]».
- Το άρθρο 2 του από 1.6.2006 ιδιωτικού συμφωνητικού της ΜΙΝΕΡΒΑ με τους ειδικούς συνεργάτες/διανομείς της, σύμφωνα με το οποίο «Η διακίνηση των προϊόντων στα σημεία πώλησης θα πραγματοποιείται από τον Ε.ΣΥ.Π., με την αγορά αυτών από την ΜΙΝΕΡΒΑ και την μεταπώλησή τους στα σημεία πώλησης […]».
- Το προοίμιο, καθώς και άρθρα 1 και 2 του από 1.12.2009 ιδιωτικού συμφωνητικού ελεύθερης εμπορικής συνεργασίας της ΜΙΝΕΡΒΑ με τους διανομείς της: «[…] ο Έμπορος δηλώνει ότι ενδιαφέρεται να αγοράζει από την Εταιρεία τα προϊόντα, όπως αυτά θα συμφωνηθούν κατωτέρω στο παρόν, προκειμένου να τα μεταπωλεί σε θέσεις λιανικής πώλησης στην περιοχή […]
- Η εδώ συνομολογούμενη έννομη σχέση είναι σχέση αγοράς και πώλησης μόνο. Ρητά δηλώνεται από αμφότερα τα εδώ συμβαλλόμενα μέρη ότι, καμιά 139 Πέραν τούτου, σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαίο το ζήτημα του κινδύνου να αξιολογείται κατά περίπτωση (case by case analysis) και με βάση πρωτίστως τα οικονομικά δεδομένα της υπό εξέταση υπόθεσης (σύμβασης) και δευτερευόντως με βάση τη νομική της μορφή. Άλλωστε, για το λόγο τούτο εκτιμάται ότι στην ελληνική έννομη τάξη η ίδια η νομολογία έχει δεχτεί ότι «κατά την απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ, αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, τα μέρη είναι ελεύθερα να διαπλάσσουν τις έννομες σχέσεις τους σε μεγάλο μέτρο και δεν είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τα πρότυπα που θέτει ο νόμος» [βλ. ΑΠ 2103/2009 (Α1 Τμ.), ΔΕΕ 8-9/2010, σελ. 938]. Επομένως, από πλευράς μεθοδολογίας, για πρακτικούς λόγους, θα ήταν χρήσιμο αφετηρία ανάλυσης κινδύνου να αποτελέσει η εκτίμηση των