← Ελλάδα

1108-decision-675-2018

ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΙΘ. 675/2018 Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συνεδρίασε στην Αίθουσα Συνεδριάσεων του 1ου ορόφου του κτηρίου των γραφείων της, επί της οδού Κότσικα 1Α, Αθήνα, την 10η Δεκεμβρίου 2018, ημέρα Δευτέρα και ώρα 10:00, με την εξής σύνθεση: Πρόεδρος: Δημήτριος Κυριτσάκης Μέλη: Άννα Νάκου (Αντιπρόεδρος) Βικτωρία Μερτικοπούλου (Εισηγήτρια) Νικόλαος Ζευγώλης Παναγιώτης Φώτης Σωτήριος Καρκαλάκος και Ιωάννης Πετρόγλου Γραμματέας: Ευαγγελία Ρουμπή Η Εισηγήτρια Λευκοθέα Ντέκα δεν συμμετείχε λόγω δικαιολογημένου κωλύματος. Θέμα της συνεδρίασης: Λήψη απόφασης επί της Αυτεπάγγελτης έρευνας της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού για διαπίστωση τυχόν παράβασης των άρθρων 1 του Ν. 3959/2011 (πρώην άρθρου 1 του Ν. 703/1977), ως ισχύει, και 101 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής ΣΛΕΕ) στον κλάδο Παροχής Υπηρεσιών Ηλεκτρολογικών Εγκαταστάσεων/Έργων ως προς το ΣΥΝΔΕΣΜΟ ΕΡΓΟΛΑΒΩΝ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΑΤΤΙΚΗΣ που δεν συμμετείχε στη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών Πριν την έναρξη της συζητήσεως, ο Πρόεδρος της Επιτροπής όρισε Γραμματέα της υπόθεσης την Ευαγγελία Ρουμπή με αναπληρώτρια αυτής την Ηλιάνα Κούτρα. Η αρχικώς ορισθείσα συζήτηση της υπόθεσης για την 8η Φεβρουαρίου 2018, αναβλήθηκε για την 6η Μαρτίου 2018 κατόπιν αιτημάτων ορισμένων εκ των μερών. Η προγραμματισθείσα για την 6η Μαρτίου 2018 συνεδρίαση της ΕΑ αναβλήθηκε λόγω του ότι βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη  Η παρούσα απόφαση εκδίδεται σε δύο

(2)επιπλέον εκδόσεις με τα διακριτικά:
(1)Προς Δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως,
(2)Έκδοση για το σωματείο «Σύνδεσμος Εργολάβων Ηλεκτρικών Έργων Αττικής» (ΣΕΗΕΑ). Από τις παραπάνω εκδόσεις έχουν αφαιρεθεί τα απόρρητα επιχειρηματικά στοιχεία (όπου η ένδειξη […]) τα οποία δεν θα πρέπει να περιέλθουν σε γνώση του αντίστοιχου αποδέκτη της έκδοσης, σύμφωνα με το άρθρο 41 του Ν. 3959/2011 (ΦΕΚ 93 Α΄/20.04.2011), όπως ισχύει, και τον Κανονισμό Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΦΕΚ 54 Β΄/16.01.2013) και την από 13.1.2015 Ανακοίνωση της Επιτροπής Ανταγωνισμού σχετικά με το χαρακτηρισμό των απορρήτων στοιχείων και τον τρόπο υποβολής μη εμπιστευτικής εκδοχής εγγράφων. 1 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών για την υπόθεση, μετά από αιτήματα ενδιαφερομένων μερών. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας διευθέτησης ορίστηκε ως ημερομηνία συνεδρίασης η 10η Δεκεμβρίου 2018, για την εξέταση της υπ’ αριθ. πρωτ. 6854/22.11.2017 Εισήγησης, ως προς το ΣΥΝΔΕΣΜΟ ΕΡΓΟΛΑΒΩΝ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΑΤΤΙΚΗΣ, ο οποίος δεν είχε υποβάλει αίτημα υπαγωγής και συνεπώς δεν συμμετείχε στη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών. Στη συνεδρίαση ο νομίμως κλητευθείς ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΡΓΟΛΑΒΩΝ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΑΤΤΙΚΗΣ («ΣΕΗΕΑ»), παραστάθηκε με το νόμιμο εκπρόσωπό του […], […], με τον […], και μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Αγγελικής Μούκα. Κατά την συνεδρίαση της 10.12.2018, ο Πρόεδρος έδωσε το λόγο στην Εισηγήτρια, Βικτωρία Μερτικοπούλου, η οποία ανέπτυξε συνοπτικά την κατά τα ανωτέρω υπ’ αριθ. πρωτ. 6854/22.11.2017 γραπτή Εισήγησή της και πρότεινε, ως προς τον ΣΥΝΔΕΣΜΟ ΕΡΓΟΛΑΒΩΝ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΈΡΓΩΝ ΑΤΤΙΚΗΣ (ΣΕΗΕΑ): 1. Να διαπιστωθεί η παράβαση του άρθρου 1 του Ν. 703/1977 – 3959/2011 από το ΣΕΗΕΑ, κατά το σκεπτικό, για το χρονικό διάστημα από το 1978, οπότε και ετέθη σε ισχύ ο Ν. 703/1977 (καθώς οι καταστατικές διατάξεις είναι προγενέστερες, υιοθετήθηκαν το 1973), έως το 2018 οπότε τροποποιήθηκε το Καταστατικό και απαλείφθηκαν οι παραβατικές καταστατικές διατάξεις. 2. Να υποχρεωθεί ο ΣΕΗΕΑ να ανακαλέσει όλες τις τυχόν αποφάσεις/ ανακοινώσεις/ τιμοκαταλόγους που αφορούν στον καθορισμό τιμών και να παραλείπει την παράβαση στο μέλλον. 3. Να επιβληθεί πρόστιμο στο ΣΕΗΕΑ για την ως άνω διαπιστωθείσα παράβαση, υπολογιζόμενο επί του συνολικού κύκλου εργασιών αυτού ή των μελών του. 4. Να απειληθεί ο ΣΕΗΕΑ με πρόστιμο, όταν με απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού βεβαιώνεται η συνέχιση ή η επανάληψη της διαπιστωθείσας παράβασης. 5. Να ενημερώσει ο ΣΕΗΕΑ με επιστολή όλα τα μέλη του, εντός προθεσμίας είκοσι
(20)ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού για την απαλοιφή των παραβατικών διατάξεων από το Καταστατικό του και την ανάκληση όλων των τυχόν αποφάσεων/ ανακοινώσεων/ τιμοκαταλόγων που αφορούν στον καθορισμό τιμών, καθώς και για την υποχρέωσή του να μην εμπλακεί από εδώ και στο εξής σε οιαδήποτε πρωτοβουλία που θα συνεπάγεται τον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό τιμών στο πλαίσιο της δραστηριότητάς του και μεταξύ των μελών του. 6. Να δημοσιεύσει ο ΣΕΗΕΑ την ανωτέρω επιστολή εντός προθεσμίας τριάντα
(30)ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού, σε εφημερίδα τοπικής κυκλοφορίας στην περιφέρεια Αττικής. 7. Να υποχρεωθεί ο ΣΕΗΕΑ να κοινοποιήσει στην Επιτροπή Ανταγωνισμού, εντός προθεσμίας πέντε
(5)μηνών από την κοινοποίηση σε αυτόν της απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού, τα μέτρα που έλαβε σε υλοποίηση των ανωτέρω υποχρεώσεων. 2 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Κατόπιν, το λόγο έλαβαν η πληρεξουσία δικηγόρος και οι εκπρόσωποι του ΣΕΗΕΑ, οι οποίοι τοποθετήθηκαν επί της προαναφερόμενης εισήγησης, ανέπτυξαν τις απόψεις τους, έδωσαν διευκρινίσεις και απάντησαν σε ερωτήσεις που υπέβαλαν ο Πρόεδρος και τα μέλη της Επιτροπής. Με την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας ο ΣΕΗΕΑ παραιτήθηκε από το δικαίωμά του για υποβολή συμπληρωματικού υπομνήματος. Η Επιτροπή συνήλθε σε διάσκεψη επί της ως άνω υπόθεσης την 17η Δεκεμβρίου 2018 (ημέρα Δευτέρα και ώρα 10:00), στην ως άνω αίθουσα συνεδριάσεων του 1ου ορόφου των Γραφείων της, με τη συμμετοχή της Εισηγήτριας Βικτωρίας Μερτικοπούλου, η οποία δεν έλαβε μέρος στην ψηφοφορία. Η Επιτροπή αφού έλαβε υπόψη της τα στοιχεία του φακέλου της κρινόμενης υπόθεσης, την Εισήγηση, τις απόψεις που διατύπωσε προφορικώς το ενδιαφερόμενο μέρος κατά την συζήτηση της υπόθεσης και με το υπομνήμα το οποίo υπέβαλε, αποφάσισε σε φανερή ψηφοφορία τα ακόλουθα: ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΩΣ ΕΞΗΣ: Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΕΡΕΥΝΑ ΤΗΣ Γ.Δ.Α.
  1. Η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού (εφεξής και ΓΔΑ), με αφορμή υποβληθείσες αναφορές1, διεξήγαγε αυτεπάγγελτη έρευνα για ενδεχόμενη παράβαση των άρθρων 1 του Ν. 3959/2011 (ή/και του άρθρου του N.703/1977) ως ισχύει, και 101 της ΣΛΕΕ από ενώσεις ηλεκτρολόγων και διενήργησε επιτόπιους έλεγχους στις έδρες Συνδέσμων Ηλεκτρολόγων2, κατά τους οποίους 1 Πρόκειται για τα έγγραφα/ ηλεκτρονικά μηνύματα υπ’ αριθ. πρωτ. […] με θέμα «Δημιουργία τραστ στο […]», […] με θέμα «Καταγγελία συγκέντρωσης», […] με θέμα «Καταγγελία για σωματεία ηλεκτρολόγων», […] με θέμα «Καταγγελία για σωματεία ηλεκτρολόγων» και […] με θέμα ηλεκτρονικά μηνύματα με θέμα «Χρεώσεις σε συλλόγους». Στα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα γίνεται αναφορά στην εφαρμογή ενιαίας τιμής για την έκδοση πιστοποιητικού ΔΕΗ ή σχεδιαγράμματος ηλεκτρολογικής εγκατάστασης από το σύνδεσμο ηλεκτρολόγων […], το σύνδεσμο ηλεκτρολόγων […], καθώς και ότι επρόκειτο να ακολουθηθεί η ίδια πρακτική από σωματείο […] με έδρα την […]. Επίσης, στις […] είχε διαβιβαστεί από το Υπουργείο Ανάπτυξης η με αριθ. πρωτ. […] επιστολή του […] σχετικά με την ανάρτηση τιμοκαταλόγων στην ιστοσελίδα της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Σωματείων Εργοληπτών Ηλεκτρολόγων. Στο πλαίσιο των σχετικών μέτρων έρευνας, η ΓΔΑ απηύθυνε το υπ’ αριθ. πρωτ. […] διευκρινιστικό ερωτηματολόγιο προς την ΠΟΣΕΗ, η οποία με το υπ’ αριθ. πρωτ. […] έγγραφό της απάντησε, μεταξύ άλλων, ότι οι τιμοκατάλογοι είναι ενδεικτικοί και ότι οι τιμές «[…] έχουν διαμορφωθεί σύμφωνα με τις Ανώτερες Τιμές Ηλεκτρολογικών Εργασιών (ΑΤΗΕ) του έτους 2002 που εκδίδονται από το αρμόδιο Υπουργείο ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ για τα Δημόσια Έργα». Επισημαίνεται ότι το ΑΤΗΕ αντιστοιχεί στο Αναλυτικό Τιμολόγιο Ηλεκτρομηχανολογικών Έργων, δηλαδή μίας εκ εγκεκριμένων από το Υπουργείο Υποδομών κατηγοριών δημοσίων έργων (βλ. αναλυτικά). Λοιπές κατηγορίες δημοσίων έργων, για τις οποίες το Υπουργείο εκδίδει αναλυτικά τιμολόγια, είναι οι Αναδασώσεις (ΑΤΑΕ), Έργα Οδοποιίας (ΑΤΕΟ), Έργα Πρασίνου (ΑΤΕΠ), τα Οικοδομικά Έργα (ΑΤΟΕ), Λιμενικά Έργα (ΑΤΛΕ) και Υδραυλικά Έργα (ΑΤΥΕ). βλ. ενδεικτικά http://www.ggde.gr/index.php?option=com_docman&task=cat_view&gid=205&Itemid=168 2 Οι έλεγχοι διενεργήθηκαν στις 10.1.2013 με εξαίρεση τον έλεγχο στο Σύνδεσμο Ηλεκτρολόγων Εγκαταστατών Ν. Ηρακλείου, ο οποίος διενεργήθηκε στις 10 και 11.1.2013 και στον Σύνδεσμο Εργολάβων Ηλεκτρικών Έργων Πάρου, ο οποίος διενεργήθηκε στις 19.6.
  2. 3 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ελήφθησαν ανωμοτί καταθέσεις, μεταξύ άλλων του […] Δ.Σ. του Συνδέσμου Εργολάβων Ηλεκτρικών Έργων Αττικής από το […]. Β. Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
  3. Σε συνέχεια της κοινοποίησης της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 6854/22.11.2017 Εισήγησης της Εισηγήτριας Βικτωρίας Μερτικοπούλου, με κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον της Ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού την 08.02.2018, η οποία κατόπιν αιτημάτων των μερών αναβλήθηκε για τις 06.03.2018, τα μέρη ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ (ΠΟΣΕΗ), ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΡΓΟΛΑΒΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΝΟΜΟΥ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ (ΣΕΗΝΔ), ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΔΕΙΟΥΧΩΝ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΝΟΜΟΥ ΧΑΝΙΩΝ (ΣΕΕΗΝΧ), ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΡΓΟΛΑΒΩΝ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΠΑΡΟΥ (ΣΕΗΠΑ), ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΠΤΥΧΙΟΥΧΩΝ ΑΝΩΤΕΡΑΣ & ΜΕΣΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ (ΠΣΕΗΠΑΜΤΕ), ΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΠΤΥΧΙΟΥΧΩΝ ΑΝΩΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΜΕΣΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ (ΑΕΠΣΕΗ), ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΤΩΝ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΡΕΘΥΜΝΗΣ (ΣΗΕΝΡ) και ΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΔΕΙΟΥΧΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΤΩΝ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΡΕΘΥΜΝΟΥ, εκδήλωσαν εγγράφως το ενδιαφέρον τους για διερεύνηση της δυνατότητας υπαγωγής τους στη διαδικασία διευθέτησης διαφορών και κατέθεσαν σχετικό αίτημα, εμπροθέσμως, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στην παρ. 30 της υπ’ αριθ. 628/2016 Απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού για τη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών (εφεξής και η «Ανακοίνωση για τη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών»).
  4. Σε συνέχεια των εν λόγω αιτημάτων, η Επιτροπή Ανταγωνισμού σε συνεδρίασή της στις 26.01.2018, έκρινε ομόφωνα ότι η υπό κρίση υπόθεση είναι πρόσφορη και μπορεί να υπαχθεί στην εν λόγω διαδικασία, καθώς πληροί τα κριτήρια υπαγωγής σε διαδικασία διευθέτησης, ενημέρωσε τα ενδιαφερόμενα μέρη με σχετικές κλητεύσεις, όρισε ημερομηνία έναρξης των διμερών συσκέψεων με έκαστο από αυτά και ανέβαλε την συζήτηση της υπόθεσης ως προς τα λοιπά μέρη που δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα διευθέτησης.
  5. Κατόπιν των ανωτέρω, αιτήματα υπαγωγής στη διαδικασία διευθέτησης διαφορών υπέβαλαν και τα εξής μέρη: ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΡΓΟΛΑΒΩΝ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ – ΗΠΕΙΡΟΥ (ΣΕΗΕΙΗ), ΤΑΜΕΙΟ ΑΡΩΓΗΣ ΑΔΕΙΟΥΧΩΝ ΕΡΓΟΛΑΒΩΝ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ - ΗΠΕΙΡΟΥ, ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ «ο ΒΑΤΤ» ΝΟΜΟΥ ΑΧΑΪΑΣ (ΣΕΕΗΝΑ), ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΝΟΜΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (ΣΕΗΝΘ), ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΠΕΙΡΑΙΑ (ΣΕΕΗΠ), ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ (ΣΗΕΝΗ), ΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΔΕΙΟΥΧΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ και ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΛΑΣΙΘΙΟΥ (ΣΗΕΝΛ), πριν την παρέλευση της σχετικής προθεσμίας. Ως προς τα εν λόγω μέρη ακολουθήθηκε αυτομάτως η ήδη κινηθείσα από την Επιτροπή Ανταγωνισμού διαδικασία διευθέτησης διαφορών, χωρίς να απαιτείται προς τούτο νέα απόφασή της. 4 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  6. Ακολούθησαν διμερείς συσκέψεις της Επιτροπής Ανταγωνισμού με κάθε ένα από τα αιτούντα τη διευθέτηση εμπλεκόμενα μέρη στις 05.02.2018, 07.02.2018, 08.02.2018, 09.02.2018, 14.02.2018, 14.05.2018, 15.05.2018, 16.05.2018 και 23.05.
  7. Επίσης, πραγματοποιήθηκαν διασκέψεις στις 22.06.2018 και 19.07.
  8. Με το πέρας των ως άνω διμερών συσκέψεων με κάθε ένα από τα μέρη που συμμετείχαν στη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών (εφεξής και «ΔΔΔ») υποβλήθηκαν Προτάσεις Διευθέτησης Διαφοράς από τα ενδιαφερόμενα μέρη ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΠΕΙΡΑΙΑ (ΣΕΕΗΠ)3, ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΝΟΜΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (ΣΕΗΝΘ)4, ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ 5 ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΛΑΣΙΘΙΟΥ (ΣΗΕΝΛ) , ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΤΩΝ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΡΕΘΥΜΝΗΣ (ΣΗΕΝΡ) και ΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΔΕΙΟΥΧΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΤΩΝ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΡΕΘΥΜΝΟΥ6, ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ «ο ΒΑΤΤ» ΝΟΜΟΥ ΑΧΑΪΑΣ (ΣΕΕΗΝΑ)7, ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ (ΠΟΣΕΗ)8, ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΡΓΟΛΑΒΩΝ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΠΑΡΟΥ (ΣΕΗΠΑ)9, ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΔΕΙΟΥΧΩΝ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΝΟΜΟΥ ΧΑΝΙΩΝ (ΣΕΕΗΝΧ)10, ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ (ΣΗΕΝΗ) και ΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΔΕΙΟΥΧΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ11, ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ 12 ΕΡΓΟΛΑΒΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΝΟΜΟΥ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ (ΣΕΗΝΔ) , ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΠΤΥΧΙΟΥΧΩΝ ΑΝΩΤΕΡΑΣ & ΜΕΣΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ (ΠΣΕΗΠΑΜΤΕ) και ΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΠΤΥΧΙΟΥΧΩΝ ΑΝΩΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΜΕΣΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ (ΑΕΠΣΕΗ)13 και ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΡΓΟΛΑΒΩΝ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ – ΗΠΕΙΡΟΥ (ΣΕΗΕΙΗ) και ΤΑΜΕΙΟ ΑΡΩΓΗΣ ΑΔΕΙΟΥΧΩΝ ΕΡΓΟΛΑΒΩΝ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ – ΗΠΕΙΡΟΥ
  9. Κατόπιν της υποβολής των ως άνω Προτάσεων Διευθέτησης Διαφοράς, η Επιτροπή Ανταγωνισμού, σε συνεδρίασή της, έκρινε ότι οι προτάσεις αυτές αποτελούσαν έκφραση της δέσμευσης των μερών που συμμετείχαν στη ΔΔΔ να συνεργασθούν και ότι αποτύπωναν τα αποτελέσματα των διμερών συσκέψεων που είχαν διεξαχθεί μεταξύ αυτής και των μερών που συμμετείχαν στη ΔΔΔ και, ως εκ τούτου, ανέθεσε στην Εισηγήτρια Β. Μερτικοπούλου τη 3 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 455/24.07.
  10. Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 456/24.07.
  11. 5 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 457/24.07.
  12. 6 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 462/25.07.
  13. 7 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 482/30.07.
  14. 8 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 483/30.07.
  15. 9 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 484/30.07.
  16. 10 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 486/30.07.
  17. 11 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 487/30.07.
  18. 12 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 488/30.07.
  19. 13 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 489/30.07.
  20. 14 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 497/02.08.2018 και 559/27.09.
  21. 4 5 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ σύνταξη Εισήγησης Διευθέτησης κατά τις παραγράφους 33 και 35 της Ανακοίνωσης για τη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών.
  22. Την 2α Οκτωβρίου 2018 κοινοποιήθηκε στα μέρη που συμμετείχαν στη ΔΔΔ η υπ’ αριθ. πρωτ. 5638/27.09.2018 Εισήγηση Διευθέτησης της Εισηγήτριας Βικτωρίας Μερτικοπούλου (εφεξής και «Εισήγηση Διευθέτησης»), σύμφωνα με την παρ. 37 της Ανακοίνωσης για τη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών και οι τελευταίες κλήθηκαν εντός προθεσμίας 10 ημερών (μέχρι τις 15.10.2018) να επιβεβαιώσουν με σχετική δήλωσή τους (Δήλωση Διευθέτησης) ανέκκλητα, ανεπιφύλακτα και με σαφήνεια ότι η Εισήγηση Διευθέτησης απηχεί τις Προτάσεις Διευθέτησης Διαφοράς που έχουν υποβάλει και ότι ως εκ τούτου ισχύει η δέσμευσή τους για υπαγωγή στη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών.
  23. Έως τις 15 Οκτωβρίου 2018 το σύνολο των μερών που συμμετείχαν στη ΔΔΔ υπέβαλε εμπροθέσμως, στη βάση της προαναφερόμενης Εισήγησης Διευθέτησης, Δήλωση Διευθέτησης Διαφοράς, κατά την παράγραφο 37 της Ανακοίνωσης για τη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών, με την οποία έκαστο επιβεβαίωσε ανέκκλητα, ανεπιφύλακτα και με σαφήνεια ότι η προαναφερθείσα Εισήγηση Διευθέτησης απηχούσε τις Προτάσεις Διευθέτησης Διαφοράς που είχαν καταθέσει
  24. Στις 13 και 16 Σεπτεμβρίου 2019 κοινοποιήθηκε στα μέρη που συμμετείχαν στη ΔΔΔ η απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού 670/2018 (εφεξής «η Απόφαση Διευθέτησης»). Η Απόφαση Διευθέτησης εκδόθηκε κατ’ απλοποιημένη διαδικασία, κατά τα προβλεπόμενα στις παραγράφους 39 επ. της Ανακοίνωσης για τη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών. Η Απόφαση Διευθέτησης θεμελιώνεται, από πραγματική και νομική άποψη, στο σύνολο των στοιχείων του φακέλου της υπόθεσης και στην ανεπιφύλακτη και ρητή παραδοχή από τα μέρη που συμμετείχαν στη ΔΔΔ των πραγματικών περιστατικών, του νομικού χαρακτηρισμού τους, της συμμετοχής τους στις παραβάσεις που διαπιστώνονται και της ευθύνης τους από τη συμμετοχή αυτή. Η Απόφαση Διευθέτησης δεν προδικάζει ούτε αποφαίνεται για τη συμμετοχή και την ευθύνη από τη συμμετοχή στις παραβάσεις που διαπιστώνονται εμπλεκόμενου μέρους που δεν υπέβαλε αίτημα υπαγωγής στη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών. Κατά την εν λόγω διαδικασία, εξάλλου, η Επιτροπή Ανταγωνισμού δεν σχημάτισε δικανική πεποίθηση ως προς την τυχόν συμμετοχή στις παραβάσεις που διαπιστώθηκαν και την ευθύνη από την τυχόν συμμετοχή, φερόμενου ως εμπλεκόμενου μέρους που δεν υπέβαλε αίτημα υπαγωγής στη διαδικασία διευθέτησης διαφορών.
  25. Συγκεκριμένα, με την Απόφαση Διευθέτησης η Επιτροπή Ανταγωνισμού διαπίστωσε ότι οι ενώσεις επιχειρήσεων που συμμετείχαν στη ΔΔΔ, παραβίασαν το άρθρο 1 του Ν. 3959/2011 (πρώην άρθρο 1 του Ν. 703/1977), ή και το άρθρο 101 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), με την συμμετοχή τους, κατά περίπτωση, σε απαγορευμένες οριζόντιες συμπράξεις, ιδίως όσον αφορά στην τιμολογιακή εναρμόνιση και τον καθορισμό κατά περίπτωση ελάχιστης ή ενιαίας αμοιβής θεώρησης ή / και εκπόνησης μελέτης – σχεδίου ηλεκτρολογικής εγκατάστασης στο πλαίσιο έκδοσης της Υπεύθυνης Δήλωσης Εγκαταστάτη 15 Βλ. σχετικά Δηλώσεις Διευθέτησης Διαφοράς με αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 603//09.10.2018, 607/10.10.2018, 608/10.10.2018, 614/11.10.2018, 619/12.10.2018, 622/15.10.2018, 623/15.10.2018, 624/15.10.2018, 625/15.10.2018, 626/15.10.2018, 627/15.10.2018, 628/15.10.2018, 629/15.10.2018, 630/15.10.2018, 631/15.10.
  26. 6 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΥΔΕ), για τη διενέργεια των απαιτούμενων μετρήσεων για την έκδοση ΥΔΕ, για τη διενέργεια ελέγχων και επανελέγχων στο πλαίσιο έκδοσης ΥΔΕ, για την τοποθέτηση υλικών στήριξης, για την έκδοση υπεύθυνων δηλώσεων καλής λειτουργίας εγκαταστάσεων καταστημάτων (προς ΟΤΑ και πυροσβεστική), για την εκπόνηση σχεδίων τηλεφωνικών εγκαταστάσεων και για τις λοιπές ηλεκτρολογικές εργασίες μέσω της σύνταξης τιμοκαταλόγων λοιπών ηλεκτρολογικών εργασιών / υλικών.
  27. Για τις ανωτέρω παραβάσεις επιβλήθηκαν στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις πρόστιμα συνολικού ύψους εκατόν σαρανταπέντε χιλιάδων δέκα ευρώ και ενενήντα έξι λεπτών (145.010,96€). Γ. ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΡΓΟΛΑΒΩΝ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΑΤΤΙΚΗΣ Γ.
  28. Ο Σύνδεσμος
  29. Η πρωτοβάθμια επαγγελματική ένωση με την επωνυμία «Σύνδεσμος Εργολάβων Ηλεκτρικών Έργων Αττικής» (ΣΕΗΕΑ) ιδρύθηκε το 1936 με έδρα την Αθήνα
  30. Είναι μέλος της Ομοσπονδίας Βιοτεχνικών Σωματείων Αθήνας (ΟΒΣΑ) και μέσω αυτής στη ΓΕΣΕΒΕ17, ενώ υπήρξε εκ των ιδρυτικών μελών της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Σωματείων Εργοληπτών Ηλεκτρολόγων (ΠΟΣΕΗ) το 195318 από την οποία ωστόσο διαγράφηκε με απόφαση της Γ.Σ της ΠΟΣΕΗ τον Μάιο του
  31. Έως τότε συμμετείχε στο Περιφερειακό Κλιμάκιο Αττικής.
  32. Tο 2013 ο Σύνδεσμος αριθμούσε 828 μέλη, το 2015 791 και το 2016 770 μέλη. Σύμφωνα με το άρθρο 14.1 του Καταστατικού του, το ΔΣ του Συνδέσμου αποτελείται από εννέα μέλη και έχει τριετή θητεία. Σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου, τα δύο τελευταία ΔΣ του Συνδέσμου είχαν την εξής σύνθεση20: Δ.Σ. Πρόεδρος Δ.Σ. ΣΕΗΕΑ 2014-2017 Μπόλιαρης Κωνσταντίνος 2011-201421 Χιόνης Γεράσιμος (2011-2012) Μπόλιαρης Κωνσταντίνος (2012-λήξη θητείας) 16 Αναγνωρίστηκε με την υπ’ αριθ. 3666/1936 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών. Σύμφωνα με την ανωμοτί κατάθεση του […] Δ.Σ. του ΣΕΗΕΑ […] η οποία ελήφθη κατά τον επιτόπιο έλεγχο στα γραφεία του Συνδέσμου στις 10.1.2013 καθώς και με το αρ. 4 του Ιδρυτικού Καταστατικού
(1936). 18 Βλ. σχετ. http://www.sehea.gr/index.php/2015-02-21-06-05-16/2015-02-21-06-08-
  1. 19 Βλ. σχετική αναφορά σε Πρακτικά ΔΣ 7.9.2011 του ΣΕΗΕΑ (στοιχείο ελέγχου ΣΚ1), καθώς και το από 2.6.2011 Ενημερωτικό Δελτίο της ΠΟΣΕΗ (http://www.poseh.gr/poseh/e-.html?start=5). Όπως αναφέρει ο ΣΕΗΕΑ στην υπ’ αριθ. πρωτ. 8759/12.12.2016 επιστολή παροχής στοιχείων η αποχώρηση του ΣΕΗΕΑ από την ΠΟΣΕΗ έλαβε χώρα στις 21.5.2011 με απόφαση της Γεν. Συνέλευσης της ΠΟΣΕΗ. Σημειώνεται ωστόσο ότι οι λόγοι διαγραφής του ΣΕΗΕΑ από την ΠΟΣΕΗ δεν είναι σαφείς. Σύμφωνα με τα πρακτικά της συνεδρίασης ΔΣ του ΣΕΗΕΑ στις 7.9.2011 (στοιχείο ελέγχου ΣΚ1) ως λόγος διαγράφης αναφέρονται οικονομικές οφειλές (εκτιμάται του ΣΕΗΕΑ προς την ΠΟΣΕΗ) ωστόσο ο λόγος αυτός θεωρείται από τον ΣΕΗΕΑ ως προσχηματικός. Ειδικότερα στο εν λόγω ΔΣ αναφέρονται ως πραγματικοί λόγοι της διαγραφής οι διαφορετικές απόψεις μεταξύ ΠΟΣΕΗ και ΣΕΗΕΑ για το μέλλον του ηλεκτρολογικού αποτελέσματος καθώς «[…] η Ομοσπονδία είχε το στόχο την σαλαμοποίηση και τη διάλυση του επαγγέλματος και κανένας πρόεδρός της δεν ενδιαφέρεται για τον κλάδο» (βλ σελ 11 του ΣΚ1) αλλά και προσωπικές διαφορές των μελών του ΔΣ της ΠΟΣΕΗ με τον ΣΕΗΕΑ καθώς αναφέρεται ότι «[…] σ’ ένα προσωπικό στοίχημα του συναδέλφου […] της ΠΟΣΕΗ του […] διαγράφηκε ο ΣΕΗΕΑ από την ΠΟΣΕΗ […] με το πρόσχημα της οφειλής» και «[…] υπάρχει προσωπική αντιπαράθεση με τον […] [ΣτΣ μέλος του Προεδρείου της ΠΟΣΕΗ) « (βλ σελ 13-14 ΣΚ1 αντιστοίχως). 20 Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. πρωτ. 3962/19.6.2015 επιστολή παροχής στοιχείων του ΣΕΗΕΑ. 21 Στις 19.12.2012 έγινε ανασύνθεση του Δ.Σ. λόγω συνταξιοδότησης του Προέδρου. 17 7 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Μπόλιαρης Κωνσταντίνος (2011-2012) Λουκίσσας Δημήτριος (2012- λήξη θητείας) Φανδρίδης Εμμανουήλ Λουκίσσας Δημήτριος(2011-2012) Σαντοριναίος Δημήτριος (2012- λήξη θητείας) Τάτσης Ανδρέας Αντιπρόεδρος Αντωνίου Δημοσθένης Γενικός Γραμματέας Φανδρίδης Εμμανουήλ Αναπλ. Γεν. Γραμματέας Λουκίσσας Δημήτριος Ταμίας Τάτσης Ανδρέας Έφορος Πατσιώτης Αναστάσιος Αντωνίου Δημοσθένης Σύμβουλος Σιγάλας Γεώργιος Δημάρης Μιχαήλ Σύμβουλος Πατεστός Ευστράτιος Πυλαρινός Ιωάννης Σύμβουλος Πυλαρινός Ιωάννης Μοσχόπουλος Σπύρος
  2. Ο Σύνδεσμος έχει ως σκοπό, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Καταστατικού22 του ως ίσχυε έως τον Αύγουστο του 2018, μεταξύ άλλων, «
  3. Την καλλιέργεια, υποβοήθηση, ανάπτυξη και διάδοση του πνεύματος του συνδικαλισμού στον κλάδο των Αδειούχων Εγκαταστατών Ηλεκτρολόγων με τη γενίκευση της συμμετοχής όλων, στις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις – και μέσω αυτών, στις αντίστοιχες δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση.
  4. Τη συστηματική μελέτη των προβλημάτων του κλάδου, για την προσφορότερη συλλογική διεκδίκηση και επίλυση αυτών.
  5. Την ενθάρρυνση και προώθηση της συνεργασίας των μελών, με την οργάνωση του σε κοινοπραξίες και συνεταιρισμούς, κάθε οικονομικής μορφής, για την αποτελεσματικότερη προάσπιση και προαγωγή των οικονομικών, επαγγελματικών και ασφαλιστικών συμφερόντων τους».
  6. Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο του Καταστατικού, το οποίο ωστόσο, όπως κοινοποίησε στην Επιτροπή ο ΣΕΗΕΑ, έχει τροποποιηθεί μέσα στο 201823, για την επιτυχή υλοποίηση των σκοπών του, τα όργανα του Συνδέσμου δύνανται να λαμβάνουν μια σειρά από «ενδεικτικά μέτρα», όπως, μεταξύ άλλων: «
  7. Να εισπράττουν από τα εγγεγραμμένα μέλη του Συνδέσμου τις εισφορές και συνδρομές, καθώς και τις έκτακτες εισφορές που τυχόν επιβάλλει η Γενική Συνέλευση του Συνδέσμου […]
  8. Να επιβάλλουν προς τα μέλη την τήρηση της ηλεκτρολογικής νομοθεσίας, την τήρηση του κανονισμού εκτέλεσης των εσωτερικών εγκαταστάσεων και την εφαρμογή του ενιαίου τιμολογίου των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων που εγκρίνει η Γεν. Συνέλευση[24]».
  9. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του Καταστατικού του ΣΕΗΕΑ, «
  10. α) Μέλος της Ένωσης αυτής μπορεί να εγγραφεί κάθε φυσικό πρόσωπο που ασκεί το επάγγελμα του Αδειούχου Εγκαταστάτη Ηλεκτρολόγου και έχει έδρα την Αθήνα ή τα περίχωρα της». Επίσης, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο: «
  11. Μέλη του Σωματείου γίνονται με απόφαση του Δ.Σ. μόνον τα φυσικά πρόσωπα εκείνα που 22 Το Καταστατικό του Συνδέσμου (συνελέγη κατά τον επιτόπιο έλεγχο στα γραφεία του Συνδέσμου στις 10.1.2013 (ΕΣ1) και προσκομίστηκε με την υπ’ αριθ. πρωτ. 3962/19.6.2015 επιστολή παροχής στοιχείων του ΣΕΗΕΑ) τροποποιήθηκε διαδοχικά από το 1950 έως το 2001, με τις υπ’ αριθ. 2923/1950, 11259/1965, 18991/1959, 1442/1973, 823/1974, 2274/1980, 3709/1988 και 8338/2001αποφάσεις του Πρωτοδικείου Αθηνών (βλ. σχετ. τα υπ’ αριθ. 2819/2014 και 4765/2016 Πιστοποιητικά του Πρωτοδικείου Αθηνών που προσκόμισε ο ΣΕΗΕΑ). 23 Το Καταστατικό του Συνδέσμου τροποιήθηκε εκ νέου με την υπ’ αριθ. 388/3.8.2018 Διάταξη του Ειρηνοδικείου Αθηνών. 24 Η εν λόγω διάταξη προϋπάρχει ήδη με την από το 1988 τροποποίηση του Καταστατικού του Συνδέσμου. Προ του 1988 η αντίστοιχη διατύπωση (ήδη από το 1973) είναι «Δια της τηρήσεως παρά των μελών […] του εκάστοτε εγκρινόμενου παρά της Γεν. Συνελεύσεως τιμολογίου εκτελέσεων εσωτερικών ηλεκτρικών εγκαταστάσεων». 8 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ έχουν αποκτήσει με νόμιμο τρόπο άδεια εγκαταστάτου, …»
  12. Οι εν λόγω διατάξεις του άρθρου 5 παραμένουν σε ισχύ και μετά την τροποποίηση του
  13. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Καταστατικού σχετικά με τις υποχρεώσεις των μελών, κάθε μέλος υποχρεούται μεταξύ άλλων, «
  14. Να τηρεί το καταστατικό και να συμμορφώνεται με τις αποφάσεις της Γεν. Συνέλευσης, του Διοικητικού Συμβουλίου και των λοιπών οργάνων της Ένωσης και να ενημερώνει άμεσα τη Διοίκηση, για κάθε μεταβολή που αφορά την επαγγελματική του κατάσταση […]
  15. Να εφαρμόζει το εγκρινόμενο από τη Γεν. Συνέλευση τιμολόγιο ηλεκτρολογικών εργασιών για την πάταξη του αθέμιτου ανταγωνισμού και τη βελτίωση του βιοτικού και επαγγελματικού επιπέδου του[26]».
  16. Η συγκεκριμένη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 8 του Καταστατικού υπήρχε ήδη από το 1980 και απαλείφθηκε με την τροποποίηση του
  17. Ο ΣΕΗΕΑ με την υπ’ αριθ. πρωτ. 8759/12.12.2016 επιστολή παροχής στοιχείων δηλώνει ότι «[ο] Σύνδεσμός μας δεν έχει εκδώσει ποτέ τιμοκατάλογο ηλεκτρολογικών εργασιών». Σημειώνεται περαιτέρω ότι στο πλαίσιο της έρευνας της Υπηρεσίας δεν βρέθηκαν σχετικοί τιμοκατάλογοι ηλεκτρολογικών εργασιών.
  18. Σε προϋφιστάμενη έκδοση του Καταστατικού του ΣΕΗΕΑ προβλεπόταν και η σύσταση Αστικής Εταιρίας27, η οποία ωστόσο όπως προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία28 δεν πραγματοποιήθηκε.
  19. Το καταστατικό του ΣΕΗΕΑ τροποποιήθηκε με την από 21.3.2018 απόφαση της Γενικής Συνέλευσής του29 . Δ. ΣΧΕΤΙΚH ΑΓΟΡA 25 Εξάλλου, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, «
  20. β) Μέλη επίσης της Ένωσης μπορούν να εγγραφούν ο Πρόεδρος ή ο διευθύνων σύμβουλος και δύο μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου Ανώνυμης Εταιρείας, καθώς και ο πρόεδρος και ο γενικός γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου Συνεταιρισμού και μέχρι δύο από τους διαχειριστές εταίρους Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης εφόσον οι ανωτέρω δεν ασχολούνται με άλλο επάγγελμα άσχετο με αυτά της επαγγελματικής οργάνωσης που προτίθενται να συμμετάσχουν.
  21. Κάθε φυσικό πρόσωπο ή εκπρόσωπος νομικού προσώπου, έχει το δικαίωμα να είναι μέλος σε δύο το πολύ πρωτοβάθμιές επαγγελματικές οργανώσεις.
  22. Ο Ηλεκτρολόγος Εγκαταστάτης δεν επιτρέπεται να ανήκει ταυτόχρονα σε δύο Α’ βάθμιες επαγγελματικές οργανώσεις αδειούχων εγκαταστατών ηλεκτρολόγων». 26 Η συγκεκριμένη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 8 του Καταστατικού υπάρχει ήδη από το
  23. Ο ΣΕΗΕΑ με την υπ’ αριθ. πρωτ. 8759/12.12.2016 επιστολή παροχής στοιχείων δηλώνει ότι «[ο] Σύνδεσμός μας δεν έχει εκδώσει ποτέ τιμοκατάλογο ηλεκτρολογικών εργασιών». Σημειώνεται περαιτέρω ότι στο πλαίσιο της έρευνας της Υπηρεσίας δεν βρέθηκαν σχετικοί τιμοκατάλογοι ηλεκτρολογικών εργασιών. 27 Βλ. άρθρο 11 της από το 1974 τροποποίησης Καταστατικού σύμφωνα με το οποίο: «Τα μέλη του Συνδέσμου εγγραφόμενα εις την παρ’ αυτών συσταθησομένην Αστικήν Εταιρίαν «Κοινοπραξία» υποχρεούνται να συμμορφούνται προς το καταστατικόν ταύτης προς επίτευξιν των επιδιωκομένων κοινών οικονομικών σκοπών χάριν της ανόδου του βιοτικού επιπέδου των. Η τοιαύτη συνιστώμενη παρά των μελών Κοινοπραξία διέπεται υπό των διατάξεων των άρθρων 741 έως 784 Αστ. Κώδικος και του Καταστατικού ταύτης. Επίσης τα μέλη υποχρεούνται να εφαρμόζουν πιστώς το εκάστοτε εγκρινόμενον παρά της Γεν. Συνελεύσεως ή της αρμοδίας Δημοσίας Αρχής ενιαίον τιμολόγιον του κλάδου. Η μη τήρησις παρά των μελών του παρόντος άρθρου συνεπάγεται τα υπό της παραγ. 3 του άρθρου 12 του παρόντος προβλεπομένας ποινάς και εν υποτροπή τα υπό του άρθρου 10 του παρόντος προβλεπομένας τοιαύτας». Το άρθρο απαλείφθηκε με την τροποποίηση του
  24. 28 Βλ. σχετικά και τις υπ’ αριθ. πρωτ. 3962/19.6.2015 και 8759/12.12.2016 επιστολές παροχής στοιχείων του ΣΕΗΕΑ. 29 Βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. πρωτ. 394/26.6.2018 επιστολή του ΣΕΗΕΑ. Το τροποποιημένο καταστατικό του Σωματείου εγκρίθηκε με την υπ’αριθ. 388/2018 Διαταγή του Ειρηνοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από το προσκομισθέν καταστατικό (αριθ. πρωτ. 813/6.12.2018). Για τις διατάξεις που τροποποιήθηκαν βλ. κατωτέρω. 9 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  25. Kατά πάγια νομολογία, η ακριβής οριοθέτηση της σχετικής αγοράς δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη νομική αξιολόγηση της υπό κρίση σύμπραξης. Και τούτο διότι, δεν απαιτείται η ακριβής οριοθέτηση της σχετικής αγοράς για την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, όταν οι κρινόμενες συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές έχουν ως αντικείμενό τους τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού
  26. Συναφώς, δεν απαιτείται, κατ’αρχήν, για τη διαπίστωση παράβασης ειδική οικονομική ανάλυση για τις συνθήκες της οικείας αγοράς. Η αρχή αυτή μπορεί να εφαρμοστεί αναλογικά και στην περίπτωση του άρθρου 1 του Ν. 703/1977 (πλέον άρθρο 1 του Ν. 3959/2011). Η υπό κρίση υπόθεση αφορά σε σοβαρούς περιορισμούς του ανταγωνισμού κατά την έννοια των ενωσιακών και εθνικών διατάξεων περί ανταγωνισμού και τέτοιου είδους συμφωνίες μεταξύ ανταγωνιστών συνιστούν παράβαση, ανεξαρτήτως του μεριδίου των συμπραττουσών στη σχετική αγορά, και δεν μπορούν να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής των απαγορευτικών διατάξεων των άρθρων 1 Ν. 3959/2011 / Ν. 703/77 και 101 ΣΛΕΕ
  27. Κατά συνέπεια, ακόμη κι αν η σχετική αγορά ήθελε τυχόν οριοθετηθεί με διαφορετικό τρόπο από εκείνον που προκρίνεται στην παρούσα τούτο δεν επιδρά καθοριστικά ως προς τη νομική αξιολόγηση της υπό κρίση σύμπραξης.
  28. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνονται τα ακόλουθα σε σχέση με την ανάλυση της σχετικής αγοράς. Δ.
  29. ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΟΥ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΤΗ Δ.1.
  30. Γενικά
  31. Oι ηλεκτρολόγοι εγκαταστάτες, πέραν της τοποθέτησης ηλεκτρικών συσκευών και φωτιστικών, δραστηριοποιούνται και στη μελέτη, κατασκευή, συντήρηση και έλεγχο ασφαλούς λειτουργίας ηλεκτρικών εγκαταστάσεων. Στις αρμοδιότητες του ηλεκτρολόγου εγκαταστάτη περιλαμβάνεται και η έκδοση της Υπεύθυνης Δήλωσης Εγκαταστάτη32, καθώς και η υποβολή υπεύθυνων δηλώσεων καλής λειτουργίας καταστημάτων
  32. Mε την Υπεύθυνη Δήλωση Hλεκτρολόγου Eγκαταστάτη34 («ΥΔΕ») βεβαιώνεται προς την επιχείρηση διανομής ηλεκτρικής ενέργειας35 ότι η ελεγχθείσα ηλεκτρολογική εγκατάσταση πληροί τους ισχύοντες κανονισμούς ασφαλείας. 30 Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις ΠΕΚ Τ-38/02 Groupe Danone κατά Επιτροπής, σκ. 99, και T-48/02 Brouwerij Haacht NV κατά Επιτροπής, σκ. 58 (καθώς και στη σχετική νομολογία που παραπέμπουν). Επίσης, βλ. απόφαση ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4 και απόφαση ΕΑ 563/2013, σκ.
  33. 31 Βλ. και Ανακοίνωση της Ε.Α. της 2/3/2006 σχετικά με τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας, παρ. 11
(2), καθώς και Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας (de minimis), ΕΕ C 368, 22/12/2001, παρ. 11
(2). 32 Βλ. αμέσως επόμενη υποενότητα «Δ.2.2». 33 Αναφέρονται και ως υπεύθυνες δηλώσεις Καταστημάτων Υγειονομικού Ενδιαφέροντος. Υποβάλλονται στους εκάστοτε Δήμους ή/και την Πυροσβεστική Υπηρεσία. 34 Κατά το παρελθόν αναφερόταν και ως «Πιστοποιητικό ΔΕΗ». Το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσης ορίζεται με την Υπουργική Απόφαση υπ’ αριθ. Φ.50/503/168/2011 (ΦΕΚ Β 844/16.5.2011) του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, η οποία αντικατέστησε την προϊσχύουσα υπουργική απόφαση υπ’ αριθ. 115239/25702/3627/1965 του Υπουργού Βιομηχανίας «Περί ερμηνείας των διατάξεων του Νόμου 4483/1965» (ΦΕΚ Β 8/11.1.1966). Επισημαίνεται, ότι σύμφωνα με το άρθρο 4 της από 2011 ΥΑ, «Για χρονικό διάστημα τριών
(3)μηνών από την έναρξη ισχύος της παρούσης υπουργικής απόφασης, επιτρέπεται να υποβάλλεται και η Υ.Δ.Ε. όπως αυτή καθορίζεται στην υπ' αριθμ. 115239/25702/3627 της 21 Δεκ. 1965/11 Ιαν. 1966 (ΦΕΚ Β' 8) Απόφαση του Υπουργού Βιομηχανίας». Η ισχύς της «νέας» ΥΔΕ εκκινεί από την 1.11.
  1. 35 Δηλ. κατά το παρελθόν προς τη ΔΕΗ Α.Ε. και από τα μέσα του έτους 2012 περίπου προς τη «Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε.» (ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.), η οποία αποτελεί 100% θυγατρική εταιρεία της ΔΕΗ Α.Ε. μετά την απόσχιση του κλάδου διανομής της, σύμφωνα με το Ν. 4001/2011 και σε 10 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Δ.1.2 Ειδικότητες και Κατηγορίες Ηλεκτρολόγων
  2. Οι κάτοχοι άδειας της 1ης-4ης Ομάδας της (νέας) Α’ Ειδικότητας (ηλεκτρολογικών Εγκαταστάσεων) έχουν τη δυνατότητα να αναλαμβάνουν τις εργασίες και έχουν δικαίωμα έκδοσης της ΥΔΕ
  3. Εν προκειμένω, οι υπό εξέταση πρακτικές αφορούν ιδίως εργασίες έκδοσης / εκπόνησης Υπεύθυνης Δήλωσης Εγκαταστάτη (ΥΔΕ) για εσωτερικές ηλεκτρικές εγκαταστάσεις (ΕΗΕ), εκπόνησης σχεδίων τηλεφωνικών εγκαταστάσεων, ελέγχου και σύνταξης υπεύθυνων δηλώσεων προς ΟΤΑ, τοποθετήσεων υλικών στήριξης αλλά και γενικότερα ηλεκτρολογικές εργασίες (τοποθέτηση καλωδιώσεων κ.λπ).
  4. Για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, ως σχετική αγορά ορίζεται η παροχή υπηρεσιών επί εσωτερικών ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων από ηλεκτρολόγους εγκαταστάτες συνιστάμενη κυρίως σε εκπόνηση μελετών ηλεκτρολογικών και τηλεφωνικών εγκαταστάσεων, υλοποίησής τους, επίβλεψης και ελέγχου της καλής τους λειτουργίας, καθώς και επισκευής και συντήρησής τους.
  5. Οι Συνδέσμοι των ηλεκτρολόγων, κατά κανόνα καλύπτουν συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Συνεπώς, η σχετική γεωγραφική αγορά δύναται να οριοθετηθεί τοπικά σε επίπεδο νομού ή ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής στα όρια της οποίας η φύση και το είδος του ανταγωνισμού δεν διαφοροποιούνται
  6. Για το πρωτοβάθμιο συνδικαλιστικό όργανο, ως σχετική γεωγραφική αγορά ορίζεται η περιοχή εντός της οποίας τα µέλη του ασκούν τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες. Η περιοχή αυτή συνήθως συμπίπτει µε τα όρια του Νομού στον οποίο εδρεύει ο εκάστοτε Σύνδεσμος αλλά μπορεί να είναι και ευρύτερη ή και στενότερη κατά τα οριζόμενα στο καταστατικό εκάστου Συνδέσμου. Εν προκειμένω, ως σχετική γεωγραφική αγορά του ΣΕΗΕΑ ορίζεται η Αθήνα και τα προάστιά της
  7. Από την έρευνα της ΓΔΑ δεν προέκυψαν στατιστικά στοιχεία σχετικά με τη δραστηριότητα της παροχής υπηρεσιών ηλεκτρολογικών έργων, ενώ δεν ανευρέθηκε καμία σχετική κλαδική μελέτη. Ως εκ τούτου η ΓΔΑ συνέλεξε στοιχεία από, μεταξύ άλλων, τις κατά τόπους Περιφερειακές Ενότητες της Περιφέρειας Αττικής39, σχετικά με τον αριθμό των δραστηριοποιούμενων συμμόρφωση με την Οδηγία 2009/72/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την οργάνωση των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας (βλ. http://www.deddie.gr/Documents2/DEDDHE-Deltio-Typou.pdf). 36 Επίσης, όσοι εντάσσονται στη (νέα) ειδικότητα Γ (εγκαταστάσεις φωτοβόλων σωλήνων και φωτεινών επιγραφών) δύνανται να εκδώσουν ΥΔΕ για την εν λόγω εγκατάσταση εφόσον αυτή είναι ανεξάρτητη (ήτοι τέτοια που δεν αποτελεί μέρος ΕΗΕ), προκειμένου να συνδεθεί με τα δίκτυα κοινής ωφελείας (βλ. σχετ. άρθρο 6 παρ 2δ του Π.Δ. 108/2013). 37 Επισημαίνεται ότι, ακόμα και αν η σχετική γεωγραφική αγορά οριοθετηθεί ευρύτερα, δεν θα ετίθετο ζήτημα εξαίρεσης από την εφαρμογή του άρθρου 1 του ν. 703/77-3959/2011 των υπό εξέταση συμφωνιών με βάση τις ρυθμίσεις για τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας. 38 Βλ. σχετικά τα αρθρα 4 και 5 του Καταστατικού του ΣΕΗΕΑ. Σύμφωνα με το άρθρο 4 ως έδρα του ΣΕΗΕΑ ορίζεται η Αθήνα και η ευρύτερη περιφέρειά της, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 5 ως μέλη της εγγράφονται ηλεκτρολόγοι με έδρα την Αθήνα ή τα περίχωρά της. 39 Εν προκειμένω, ζητήθηκαν στοιχεία από τις Περιφέρειες, οι οποίες καλύπτουν τη γεωγραφική περιοχή στην οποία δραστηριοποιείται ο κάθε εμπλεκόμενος Σύνδεσμος. Ειδικότερα, στάλθηκαν επιστολές παροχής στοιχείων προς την Περιφέρεια Αττικής με τις: υπ’ αριθ. πρωτ. 3853/18.6.2015 προς την ΠΕ Ανατολικής Αττικής, 3854/18.6.22015 προς την ΠΕ Βορείου Τομέα Αθηνών, 3855/18.6.2015 προς την ΠΕ Δυτικής Αττικής, 3856/18.6.2015 προς την ΠΕ Δυτικού Τομέα Αθηνών, 3857/18.6.2015 προς την ΠΕ Κεντρικού Τομέα Αθηνών, 3858/18.6.2015 προς της ΠΕ Νοτίου Τομέα Αθηνών και 3859/18.6.2015 προς την ΠΕ Πειραιώς. 11 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ αδειούχων επαγγελματιών βάσει κατηγορίας άδειας ηλεκτρολογικών έργων40 αλλά και από τον ελεγχόμενο εν προκειμένω Σύνδεσμο41 αναφορικά με τον αριθμό των μελών του διαχρονικά. Από τα συλλεγέντα στοιχεία, με βάση μία πολύ συντηρητική και κατά προσέγγιση εκτίμηση, το μερίδιο αγοράς του ΣΕΗΕΑ για το 2015 επί του συνολικού αριθμού αδειών όλων των Ομάδων της Α΄ Ειδικότητας που παρέχουν το δικαίωμα της άσκησης και παροχής των ηλεκτρολογικών υπηρεσιών της Α΄ Ειδικότητας, και κατ’ επέκταση έκδοσης ΥΔΕ, στην Περιφέρεια Αττικής ανέρχεται περί το [10-15] %
  8. Σε σχέση ωστόσο με τα προαναφερθέντα στοιχεία πρέπει να επισημανθεί ότι το ποσοστό που αντιπροσωπεύουν τα μέλη του ΣΕΗΕΑ επί του συνόλου των δραστηριοποιούμενων επαγγελματιών στη Περιφέρεια Αττικής εκτιμάται εν τέλει ότι ανέρχεται σε σημαντικά υψηλότερα επίπεδα, καθώς όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες απαντήσεις των Περιφερειακών Ενοτήτων της Περιφέρειας Αττικής43, αλλά και άλλων Περιφερειών της ελληνικής επικράτειας 44, το σύνολο της αγοράς παροχής ηλεκτρολογικών υπηρεσιών καταλήγει σημαντικά χαμηλότερο από αυτό
  9. 40 Η Εθνική Στατιστική Αρχή διατηρεί δειγματοληπτικά στοιχεία (με αναγωγή σε επίπεδο νομού) σε επίπεδο ανάλυσης που περιλαμβάνει ηλεκτρολογικές, υδραυλικές και λοιπές κατασκευαστικές εργασίες. 41 Με την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 3624/9.6.2015 επιστολή προς το ΣΕΗΕΑ. 42 Κατά το 2015 ο ΣΕΗΕΑ αριθμούσε […] μέλη επί 6.432 αδειών είχαν στην Περιφέρεια Αττικής, πλην Π. Ε. Πειραιά και Π. Ε. Κεντρικού Τομέα Αθηνών (βλ ακολούθως, σχετικά με την ΠΕ Κεντρικού Τομέα Αθηνών, υποσημείωση 43), ενώ συμπεριλαμβάνοντας και την ΠΕ Πειραιώς το μερίδιο αγοράς ανέρχεται περί το […]%. 43 Η ΠΕ Κεντρικού Τομέα Αθηνών δήλωσε στην υπ’ αριθ. πρωτ. 4307/3.7.2015 απάντησή της ότι διαθέτει περιορισμένα στοιχεία τα οποία «[…] δεν είναι σε καμία περίπτωση αντιπροσωπευτικά ούτε απεικονίζουν την πραγματική κατάσταση» και δεν προσκόμισε τα αιτούμενα στοιχεία. Η ΠΕ Ανατολικής Αττικής της Περιφέρειας Αττικής με την υπ’ αριθ. πρωτ, 4288/2.7.2015 επιστολή παροχής στοιχείων της αναφέρει ότι «[…] δεν είναι δυνατόν να προσδιορίσουμε πόσοι επαγγελματίες είναι σήμερα ενεργοί και πόσοι έχουν συνταξιοδοτηθεί», ομοίως και η ΠΕ Δυτικού Τομέα Αθηνών της Περιφέρειας Αττικής με την υπ’ αριθ. πρωτ. 5078/11.08.2015 επιστολή παροχής στοιχείων της «[…] δεν γνωρίζουμε πόσοι επαγγελματίες δραστηριοποιούνται σήμερα, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται η κατάθεση της άδειας σε περίπτωση διακοπής της δραστηριότητας». 44 Ενδεικτικά σημειώνεται ότι από τις συλλεγείσες συνολικά απαντήσεις των Περιφερειακών Ενοτήτων των κατά τόπους Περιφερειών 1) στα μητρώα των Περιφερειών καταγράφονται οι εκδοθείσες άδειες και όχι οι δραστηριοποιούμενοι επαγγελματίες με συνέπεια, με την απόκτηση από έναν ηλεκτρολόγο άδειας ανώτερης βαθμίδας από αυτή που ήδη κατέχει ή διαφορετικής Ομάδας, στα μητρώα των περιφερειών θα καταγραφεί ως επιπλέον της ήδη υπάρχουσας. Συνεπώς, ένας αδειούχος ηλεκτρολόγος εμφανίζεται στα μητρώα τόσες φορές όσες οι άδειες που κατέχει (βλ. ενδεικτικά την υπ’ αριθ. πρωτ. 4165/29.6.2015 επιστολή παροχής στοιχείων της ΠΕ Κυκλάδων της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου και την υπ’ αριθ. πρωτ. 4361/7.7.2015 επιστολή παροχής στοιχείων της ΠΕ Ηρακλείου της Περιφέρειας Κρήτης), 2) Το ίδιο ισχύει και με άδειες οι οποίες έχουν λήξει λόγω συνταξιοδότησης ή θανάτου οι οποίες δεν διαγράφονται από τα μητρώα των περιφερειών (βλ. ανωτέρω υποσημείωση 43), 3) Ομοίως ισχύει και στις περιπτώσεις αλλαγής της έδρας του επαγγελματία ηλεκτρόλογου σε άλλη περιφέρεια όπου οι άδειες οι οποίες κατέχει θα εμφανίζονται στα μητρώα και των δύο (ενδεχομένως και παραπάνω) Περιφερειών (βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ, 4288/2.7.2015 επιστολή παροχής στοιχείων της ΠΕ Ανατολικής Αττικής της Περιφέρειας Αττικής καθώς και την υπ’ αριθ. πρωτ. 4304/2.7.2015 επιστολή παροχής στοιχείων της ΠΕ Θεσσαλονίκης). 45 Σημειώνεται επιπροσθέτως ότι την περίοδο που ερωτήθηκαν οι περιφέρειες δεν είχε ολοκληρωθεί η αντιστοίχιση του συνόλου των παλιών (προ του ΠΔ 108/2013) αδειών με τις νέες (βλ. ενδεικτικά τις υπ’ αριθ. πρωτ. 4165/29.6.2015 επιστολές παροχής στοιχείων της ΠΕ Κυκλάδων, 4362/7.7.2015 της ΠΕ Δωδεκανήσων της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, 4166/29.6.2015 της ΠΕ Λευκάδος της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων και 4288/2.7.2015 της ΠΕ Ανατολικής Αττικής της Περιφέρειας Αττικής), ενώ, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ολοκλήρωση της αντιστοίχισης οδηγεί ενδεχομένως σε διπλό υπολογισμό αριθμού ηλεκτρολόγων. Παράλληλα υφίστανται περιπτώσεις κατά τις οποίες στα μητρώα ηλεκτρολόγων μέσης εκπαίδευσης έχουν εγγραφεί και βοηθοί ηλεκτροτεχνίτες, ηλεκτροτεχνίτες και αρχιτεχνίτες (επί παραδείγματι, η ΠΕ Αιτωλοακαρνανίας στην υπ’ αριθ. πρωτ. 4328/6.7.2015 επιστολή παροχής στοιχείων αναφέρει ότι: «Εγγραφές στα μητρώα των ηλεκτρολόγων μέσης εκπαίδευσης (συμπεριλαμβάνονται και πείρας) έχουν γίνει μέχρι στιγμής 3117 και είναι βοηθοί 12 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Ε. ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟΥ Ε.1 ΆΡΘΡΟ 1 Ν. 703/1977 ΚΑΙ ΆΡΘΡΟ 1 Ν. 3959/2011 - ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
  10. Βάσει των αρχών που διέπουν τη διαχρονική εφαρμογή του δικαίου και των γενικών αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες ίσχυαν κατά το χρόνο επελεύσεως των γεγονότων που συνιστούν την παράβαση, χωρίς να έχει σημασία ο χρόνος κατά τον οποίο εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις και επιβάλλονται οι σχετικές κυρώσεις
  11. Έτσι, κάθε συμπεριφορά, η οποία εκδηλώθηκε και έπαυσε πριν την 20.04.2011 (ημερομηνία κατάργησης του Ν. 703/1977 και θέσης σε ισχύ του Ν. 3959/201147), αξιολογείται βάσει των άρθρων 1 και 2 του Ν. 703/
  12. Παραβατική συμπεριφορά διαρκείας, με χρονική αφετηρία εκδήλωσης προγενέστερη της θέσης σε ισχύ του Ν. 3959/2011, η οποία διαρκεί και μετά τη θέσπιση του νόμου αυτού, καταλαμβάνεται από το ρυθμιστικό πεδίο του νέου νόμου που θεσπίστηκε διαρκούσης της παράβασης και κατήργησε τον παλαιότερο.
  13. Συνεπώς, ελλείψει ρητής διαχρονικού δικαίου διάταξης προβλεπόμενης στον Ν. 3959/2011, στα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης εφαρμόζονται οι ουσιαστικού δικαίου κανόνες του άρθρου 1 του Ν. 39159/2011, εφόσον οι εξεταζόμενες συμπεριφορές της συμπράττουσας ένωσης επιχειρήσεων διαρκούν και μετά τις 20.4.
  14. Σε κάθε περίπτωση, ουδεμία ουσιαστική διαφοροποίηση υφίσταται μεταξύ των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 703/1977 και του άρθρου 1 του Ν. 3959/2011, δεδομένου ότι οι σχετικές διατάξεις του προϊσχύοντος (άρθρο 1 του Ν. 703/1977) και του διάδοχου αυτού νόμου (άρθρο 1 του Ν. 3959/2011) είναι πανομοιότυπες. Ε.2 ΠΙΘΑΝΟΣ ΕΠΗΡΕΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 101 ΠΑΡ. 1 ΣΛΕΕ
  15. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του Κανονισμού 1/2003 του Συμβουλίου για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της ΣυνθΕΚ, νυν 101 και 102 ΣΛΕΕ49, οι αρχές ανταγωνισμού και τα δικαστήρια των κρατών μελών οφείλουν, όταν εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού, να εφαρμόζουν και το άρθρο 81 (νυν 101 ΣΛΕΕ) σε συμφωνίες, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων ή εναρμονισμένες πρακτικές, οι οποίες ηλεκτροτεχνίτες, ηλεκτροτεχνίτες, αρχιτεχνίτες, εργοδηγοί και εγκαταστάτες όλων των ειδικοτήτων και κατηγοριών») οι οποίοι δεν συμπεριλαμβάνονται στην υπό εξέταση σχετική αγορά ηλεκτρολογικών υπηρεσιών καθώς δεν δύνανται να παρέχουν τις υπηρεσίες που σχετίζονται με τις υπό εξέταση πρακτικές. 46 Βλ. απόφαση ΔΕΕ της 29.03.2011, C-201/09 και C-216/09, ArcelorMittal Luxembourg SA κ. Επιτροπής , αδημ., σκ. 67-
  16. 47 Με την θέση σε ισχύ του Ν. 3959/2011 για την «Προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού» (ΦΕΚ Α΄ 93) την 20.4.2011 καταργήθηκε ο Ν. 703/1977 «Περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού» (ΦΕΚ Α΄ 278) (βλ. άρθ. 51 Ν. 3959/2011). 48 Διάφορο ως ένα βαθμό είναι το ζήτημα της αρμοδιότητας έκδοσης απόφασης περί διαπίστωσης ή μη παράβασης και επιβολής των όποιων κυρώσεων καθώς και των εφαρμοστέων κανόνων για την επιμέτρηση του προστίμου που θα αναλυθεί στο οικείο κεφάλαιο. 49 Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, της 16.12.2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης Ε.Ε. L 1 της 04/01/2003 σ. 1 –
  17. 13 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, υπό την προϋπόθεση του επηρεασμού του εμπορίου.
  18. Το κριτήριο του επηρεασμού του εμπορίου είναι αυτόνομο κριτήριο της ενωσιακής νομοθεσίας, το οποίο πρέπει να εκτιμάται χωριστά σε κάθε περίπτωση. Το κριτήριο αυτό οριοθετεί το πεδίο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου του ανταγωνισμού. Κατά πάγια νομολογία, για να μπορεί μια απόφαση, συμφωνία ή πρακτική να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών πρέπει, βάσει ενός συνόλου νομικών και πραγματικών στοιχείων, να μπορεί να πιθανολογηθεί επαρκώς ότι μπορεί να ασκήσει άμεση ή έμμεση, πραγματική ή δυνητική επίδραση στα εμπορικά ρεύματα μεταξύ κρατών μελών, τούτο δε κατά τρόπο που να προκαλείται φόβος ότι θα μπορούσε να εμποδίσει την πραγματοποίηση ενιαίας αγοράς μεταξύ κρατών μελών
  19. Το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών μπορεί να επηρεαστεί επίσης σε περιπτώσεις στις οποίες η οικεία αγορά είναι η εθνική αγορά ή τμήμα της εθνικής αγοράς
  20. Κατά πάγια νομολογία του ΔΕΕ, οι περιοριστικές του ανταγωνισμού πρακτικές που καλύπτουν ολόκληρο το έδαφος ενός κράτους - μέλους, ζωτικό δηλαδή τμήμα της κοινής αγοράς, έχουν εκ φύσεως ως αποτέλεσμα την εδραίωση στεγανοποιήσεων εθνικού χαρακτήρα, παρακωλύοντας την οικονομική αλληλοδιείσδυση που επιδιώκεται με τη Συνθήκη.
  21. Στην προκειμένη περίπτωση, εξετάζονται οι συμπεριφορές του ΣΕΗΕΑ, Συνδέσμου που δραστηριοποιείται σε τοπικό επίπεδο, και του οποίου τα μέλη επίσης δραστηριοποιούνται κατά κανόνα σε επίπεδο νομού (την Αθήνα και τα περίχωρά της), συνεπώς οι πρακτικές του παρουσιάζουν τοπικό χαρακτήρα. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η επαγγελματική δραστηριοποίηση με έδρα στο νομό αποτελεί καταστατική προϋπόθεση εγγραφής των ηλεκτρολόγων στο Σύνδεσμο, ότι οι πελάτες καταναλωτές τους απευθύνονται σε επαγγελματίες οι οποίοι βρίσκονται σε σχετικά κοντινή απόσταση από την οικία/εργασία τους, καθώς και το συγκριτικό μέγεθος του ΣΕΗΕΑ52, δεν πιθανολογείται, βάσει του συνόλου των νομικών και πραγματικών στοιχείων, εν προκειμένω, ότι οι εξεταζόμενες πρακτικές του δύνανται να ασκήσουν άμεση ή έμμεση, πραγματική ή δυνητική επίδραση στα εμπορικά ρεύματα μεταξύ κρατών-μελών και άρα το άρθρο 101 ΣΛΕΕ δεν τυγχάνει εφαρμογής στην κρινόμενη υπόθεση ως προς τις εξεταζόμενες πρακτικές, οι οποίες και αξιολογούνται μόνον υπό το πρίσμα των εθνικών διατάξεων περί προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού. 50 Βλ. Ανακοίνωση της Ευρ. Επιτροπής, Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ΕΕ 2004 C101/81, παρ.9-13 και τη σχετική νομολογία στην οποία παραπέμπει. Σημειώνεται ότι αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές βασίζονται στις αρχές που αναπτύχθηκαν από τα ενωσιακά δικαστήρια κατά την ερμηνεία της έννοιας του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 ΣυνθΕΚ (πλέον 101 και 102 ΣΛΕΕ). 51 Βλ. Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου ό.π., παρ.
  22. 52 Βλ. και ΕΑ 571/2013, σκ.
  23. Ιδίως εάν ληφθεί υπόψη η αναλογία του συνδέσμου και της περιοχής δραστηριοποίησής του σε σχέση με το σύνολο της Ελληνικής Επικράτειας και των λοιπών συνδέσμων που δραστηριοποιούνται στο σύνολο της χώρας. Σημειώνεται ότι το σύνολο των δραστηριοποιούμενων στην ελληνική επικράτεια συνδέσμων ηλεκτρολόγων είναι τουλάχιστον 72 - όσα τα μέλη της ΠΟΣΕΗ. Αντίστοιχα και ο κύκλος εργασιών του ΣΕΗΕΑ αποτελεί μικρό τμήμα σε σχέση και με το συνολικό κύκλο εργασιών που πραγματοποιείται στο εσωτερικό της ελληνικής επικράτειας. 14 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Ε.
  24. ΕΞΕΤΑΣΗ ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1 Ν. 3959/2011 (ΠΡΩΗΝ ΑΡΘΡΟΥ 1 Ν. 703/1977) – ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ
  25. Το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 703/1977 και του Ν. 3959/2011 απαγορεύει όλες τις συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες τις αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική που έχουν, ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα, την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού, και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής, στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής και των αγορών, ή στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού.
  26. Προϋποθέσεις, επομένως, εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 703/1977, ως ίσχυε, και του αντίστοιχου άρθρου του Ν. 3959/2011 είναι:  Η ύπαρξη συμφωνίας, εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ επιχειρήσεων ή απόφασης ένωσης επιχειρήσεων,  Αντικείμενο ή αποτέλεσμα της ανωτέρω συμφωνίας, εναρμονισμένης πρακτικής ή απόφασης να είναι ο αισθητός περιορισμός, η παρακώλυση ή η νόθευση του ανταγωνισμού. Κατά συνέπεια, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί παράβαση του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 703/1977 και του Ν. 3959/2011, θα πρέπει να ερευνηθεί εν προκειμένω η συνδρομή ή μη των ως άνω προϋποθέσεων στην υπό κρίση υπόθεση (ανά εξεταζόμενη ένωση). Ε.3.
  27. Η έννοια της «επιχείρησης»
  28. Στo πλαίσιo του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 703/1977 - άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3959/2011 και για τους σκοπούς της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, ως «επιχείρηση» νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο ή οικονομική ενότητα που ασκεί εμπορική ή άλλη οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς της και τον τρόπο χρηματοδότησής της
  29. Η έννοια της «επιχείρησης» είναι περισσότερο οικονομική παρά νομική και το αποφασιστικό κριτήριο για την έννοια αυτή στο δίκαιο προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού είναι η οικονομική και όχι η νομική της αυτοτέλεια
  30. Ειδικότερα, η ύπαρξη επιχείρησης προϋποθέτει αυτονομία οικονομικής δράσης και συνακόλουθα πλήρη ανάληψη των οικονομικών κινδύνων που συνεπάγεται η εκάστοτε οικονομική δραστηριότητα
  31. Ως οικονομική δραστηριότητα νοείται κάθε δραστηριότητα προσφοράς αγαθών ή υπηρεσιών σε δεδομένη αγορά
  32. 53 Βλ. ενδεικτικά απόφαση ΔΕΕ, C-101 και 110/07 Coop de France Betail and Viande κ. Επιτροπής, Συλλ. 2008 σ. Ι-10193 και αποφάσεις ΔΕΕ C-41/90, Hofner και Elser κ. Macroton GmbH, Συλλ.1991 σ. Ι-1979, C-55/96, Job Centre II, Συλλ. 1997, σ. Ι-7119, σκ. 21, C-180-184/98, Pavlov κ. Stichting Pensioenfonds Medische Specialisten, Συλλ. 2000, σ. Ι-6451, σκ.74, C-218/00, Cisal di Batistello Venanzio &Co κ.Instituto Nazionale per L’Assicurazione Contro Gli fortune Sul Lavoro (INAIL), Συλλ.2002 σ. Ι-691, σκ. 22, απόφαση ΓενΔικ, υπόθ Τ-217 και 245/03 FNSEA κ. Επιτροπής, Συλλ. 2006, σ. ΙΙ-5019, σκ.
  33. ΣτΕ 148/2015, παρ. 11 (που επικύρωσε την ΕΑ 292/VI/2005) και ΣτΕ 2075/2014, παρ. 5 (που επικύρωσε την ΕΑ 516/VΙΙ/2011). 54 Βλ. ενδεικτικά ΕΑ 376/V/2008, παρ. 6.1.1, EA 518/VI/2011, σκ. 102, ΕΑ 554/VII/2012, σκ.
  34. 55 Βλ. ενδεικτικά ΓενΔικ, υπόθ. Τ-23/09, Conseil national de l’Ordre des pharmaciens (CNOP), Conseil central de la section G de l’Ordre national des pharmaciens (CCG) κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σκ. 70-71, υπόθ. C41/90 Klaus Hofner and Fritz Elser κατά Macrotron GmbH Συλλ. 1991 σ. I-1979, σκ. 21, αποφάσεις ΕΑ 292/IV/2005, παρ. IV.2.1 και 554/VII/2012, σκ.
  35. 56 Βλ. ενδεικτικά υπόθ. C-118/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1987, σελ. 2599, σκ. 7, υπόθ. C-35/96, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλ. 1998, σελ. 3851, σκ. 36, Απόφαση της Επιτροπής της 24ης Ιουνίου 2004 όσον αφορά διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 81 της συνθήκης ΕΚ σχετικά με την υπόθεση COMP/A.38549- 15 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  36. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες, εφόσον δεν τελούν υπό υπαλληλική σχέση, παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε συγκεκριμένες αγορές έναντι αμοιβής και, ως εκ τούτου, ασκούν οικονομική δραστηριότητα, και λογίζονται ως επιχειρήσεις κατά την έννοια των διατάξεων περί ελεύθερου ανταγωνισμού
  37. Εν προκειμένω, οι ηλεκτρολόγοι συνιστούν επιχειρήσεις κατά τα προαναφερθέντα. Ειδικότερα, οι ηλεκτρολόγοι - μέλη των Συνδέσμων, καλούμενοι ενίοτε και «εγκαταστάτες ηλεκτρολόγοι» -, εμπίπτουν στην έννοια της επιχείρησης, όπως αυτή νοείται στα πλαίσια της νομοθεσίας περί προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού, δεδομένου ότι αποτελούν ελεύθερους επαγγελματίες, οι οποίοι διεξάγουν αυτόνομη οικονομική δραστηριότητα, παρέχοντας τις υπηρεσίες τους προς τους πελάτες τους έναντι αμοιβής και αναλαμβάνοντας τους σχετικούς οικονομικούς κινδύνους
  38. Κατά κανόνα μάλιστα, προϋπόθεση εγγραφής των ηλεκτρολόγων ως μελών στους κατά τόπους συνδέσμους τους αποτελεί και η πραγματική άσκηση του επαγγέλματός τους.
  39. Στην κατά το δίκαιο ανταγωνισμού έννοια της επιχείρησης εμπίπτουν και οι ενώσεις των επιχειρήσεων και οι ενώσεις των ενώσεων επιχειρήσεων στο μέτρο που ασκούν οικονομική δραστηριότητα59 ή εφόσον έχουν αρμοδιότητα για την οργάνωση ή το συντονισµό της οικονοµικής δραστηριότητας των µελών τους ή αν ο επαγγελµατικός φορέας προβαίνει µε αποφάσεις του στη θέσπιση ρυθµίσεων σχετικών µε τη συµπεριφορά των ελεύθερων επαγγελµατιών σε συγκεκριµένη αγορά παροχής υπηρεσιών
  40. Bareme d’honoraires del’ Ordre des Architectes belges, σκ. 36, υπόθ. C-118/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1987, σελ. 2599, σκ. 7, υπόθ. C-35/96, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλ. 1998, σελ. 3851, σκ.
  41. Επίσης Διοικ ΕφΑθ 1026/2007, παρ. IV, 2, ΔιοικΕφΑθ 1027/2007, παρ. IV, 2 και ΔιοικΕφΑθ 1028/2007, ΔΔίκη 2007, Τ. 19, σελ. 1346, παρ. IV, 2.1, αποφάσεις EA 554/2012 παρ. 81, EA 430/V/2009, παρ. ΙΙΙ.Β και ΕΑ 317/V/2006, παρ. VII.B.α. 57 Βλ. ενδεικτικά απόφ. ΔΕΕ C-180-184/98, Pavel Pavlov κ.ά. κ.Stichting Pensioenfonds Medische Specialisten, Συλλ. 2000 σ. Ι-6451, σκ. 76-77, και αποφάσεις ΕΑ, 292/IV/2005, παρ. IV, 2.1 και ΕΑ 518/VI/2011, σκ.
  42. Βλ. επίσης απόφαση της Επιτροπής της 8.12.2010 σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 101 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπόθεση 39310-Labco/ONP, σκ. 586 επ. Βλ. ιδίως σκ. 588, στην οποία επισημαίνεται ότι το συμπέρασμα ως προς την υπαγωγή των φαρμακοποιών στην έννοια της επιχείρησης δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι η άσκηση του επαγγέλματός τους είναι ρυθμισμένη. Βλ. και Απόφαση της Επιτροπής της 23ης Ιουλίου 2003, σχετικά με διαδικασία κατ' εφαρμογή του άρθρου 81 της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 53 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ [COMP/C.2-37.398 — Κοινή πώληση των αποκλειστικών δικαιωμάτων μετάδοσης των αγώνων του κυπέλλου πρωταθλητριών της ευρωπαϊκής ένωσης ποδοσφαίρου (ΟΥΕΦΑ)], σκ. 105, καθώς και απόφαση ΠΕΚ της 13.12.2006 FNCBV κατά Επιτροπής συνεκδ. υποθέσεις Τ-217/03 και T-245/03, σκ. 52 επ. 58 Αντίστοιχα και ΕΑ 292/VI/2005 Κεφ. 2.1 σελ. 12-13, επικυρωθείσα από ΣτΕ 148/2015 παρ. 12 επί των οδοντιάτρων, ομοίως και ΕΑ 571/VI/2013 παρ.
  43. 59 Απόφαση της Επιτροπής της 23ης Ιουλίου 2003, σχετικά με διαδικασία κατ' εφαρμογή του άρθρου 81 της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 53 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ [COMP/C.2-37.398 — Κοινή πώληση των αποκλειστικών δικαιωμάτων μετάδοσης των αγώνων του κυπέλλου πρωταθλητριών της ευρωπαϊκής ένωσης ποδοσφαίρου (ΟΥΕΦΑ)], Επ. Εφημ. L 291/25 της 8.11.2003, σκ. 106: «Οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες και θεωρούνται ως επιχειρήσεις με την έννοια του άρθρου 81 παράγραφος 1 της συνθήκης και του άρθρου 53 παράγραφος 1 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ. Οι εν λόγω ποδοσφαιρικοί σύλλογοι είναι μέλη των εθνικών ποδοσφαιρικών ομοσπονδιών. Συνεπώς, οι εθνικές ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες είναι ενώσεις επιχειρήσεων την έννοια του άρθρου 81 παράγραφος 1 της συνθήκης και του άρθρου 53 παράγραφος 1 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ. Αποτελούν επίσης επιχειρήσεις στο μέτρο που ασκούν οικονομική δραστηριότητα. Οι εθνικές ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες αποτελούν τα μέλη της ΟΥΕΦΑ. Κατά συνέπεια, η ΟΥΕΦΑ αποτελεί ταυτόχρονα ένωση ενώσεων επιχειρήσεων και ένωση επιχειρήσεων. Επιπλέον, η ΟΥΕΦΑ αποτελεί και επιχείρηση, καθώς ασκεί άμεσα οικονομικές δραστηριότητες». 60 Βλ. και απόφαση ΕΑ 545/2012 (βρεφικό γάλα – ασφ. μέτρα) – επικυρωθείσα από απόφαση ΔΕφΑθ 2/2014-, σκ. 39 με περαιτέρω παραπομπές: «Η «ένωση επιχειρήσεων» προϋποθέτει πλειονότητα επιχειρήσεων, οι οποίες 16 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Ε.3.
  44. Η έννοια της «ένωσης επιχειρήσεων»
  45. Η «ένωση επιχειρήσεων» προϋποθέτει πλειονότητα επιχειρήσεων που συνδέονται μεταξύ τους με οποιαδήποτε μορφή οργανωμένης συνεργασίας. Δεν απαιτείται η «ένωση επιχειρήσεων» να έχει νομική προσωπικότητα61, ούτε και η ίδια εμπορική ή παραγωγική δραστηριότητα, προκειμένου να εμπίπτει στο άρθρο 1 Ν. 703/1977 - Ν. 3959/201162, αρκεί να εξυπηρετεί τα εμπορικά συμφέροντα των μελών της
  46. Σωματεία, ενώσεις, σύνδεσμοι θεωρούνται ως «ενώσεις επιχειρήσεων» κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 703/1977 – Ν. 3959/2011, ανεξάρτητα από την νομική τους μορφή και τον κερδοσκοπικό ή μη χαρακτήρα τους
  47. Κρίσιμο για την συνδέονται µεταξύ τους µε οποιαδήποτε µορφή οργανωµένης συνεργασίας. ∆εν απαιτείται η «ένωση επιχειρήσεων» να έχει νοµική προσωπικότητα, ούτε ίδια εµπορική ή παραγωγική δραστηριότητα, προκειµένου να εµπίπτει στο άρθρο 1 του 3959/2011 και 101 ΣΛΕΕ, αρκεί να εξυπηρετεί τα εµπορικά συµφέροντα των µελών της. Σωµατεία, ενώσεις, σύνδεσµοι θεωρούνται «ενώσεις επιχειρήσεων» ανεξάρτητα από τη νοµική τους µορφή, την άσκηση εκ µέρους τους οικονοµικής δραστηριότητας και κερδοσκοπικού ή µη σκοπού. Εξάλλου, και οι οµοσπονδίες συνιστούν ενώσεις επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 3959/2011 και του άρθρου 101 ΣΛΕΕ καθώς σκοπός των εν λόγω διατάξεων βάσει των οποίων οι ενώσεις επιχειρήσεων δύνανται µε τις αποφάσεις τους να παραβιάζουν το δίκαιο του ανταγωνισµού, είναι να αποτρέψει το ενδεχόµενο επαγγελµατικοί φορείς σε οποιαδήποτε βαθµίδα να λειτουργούν ως forum οικονοµικών συνεννοήσεων µε αντιανταγωνιστικό χαρακτήρα µεταξύ των ενδιαφεροµένων επαγγελµατιών. Κατά το δίκαιο προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισµού, ένα από τα βασικά κριτήρια που λαµβάνονται υπόψη κατά την εκτίµηση του αν µια επαγγελµατική οργάνωση ελεύθερων επαγγελµατιών συνιστά ένωση επιχειρήσεων είναι η άσκηση οικονοµικής δραστηριότητας ή η άσκηση δραστηριοτήτων που αφορούν σε άσκηση οικονοµικής δραστηριότητας. Σύµφωνα µε το κριτήριο αυτό εξετάζεται κατά πόσο, µεταξύ των αρµοδιοτήτων που ανατίθενται σε ένα σύλλογο ελεύθερων επαγγελµατιών που συνιστούν επιχειρήσεις κατά το δίκαιο προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισµού, περιλαµβάνεται και η οργάνωση ή ο συντονισµός της οικονοµικής δραστηριότητας των µελών του ή αν ο επαγγελµατικός φορέας προβαίνει µε αποφάσεις του στη θέσπιση ρυθµίσεων σχετικών µε τη συµπεριφορά των ελεύθερων επαγγελµατιών σε συγκεκριµένη αγορά παροχής υπηρεσιών». 61 Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις ΕΑ 518/VI/2011, σκ. 106, ΕΑ 554/VII/2012, σκ.
  48. Βλ. επίσης απόφαση της Επιτροπής της 8.12.2010, ό.π., υπόθεση 39310-ONP, σκ. 589 επ. Βλ. και Απόφαση της Επιτροπής της 23ης Ιουλίου 2003, [COMP/C.2-37.398 — Κοινή πώληση των αποκλειστικών δικαιωμάτων μετάδοσης των αγώνων του κυπέλλου πρωταθλητριών της ευρωπαϊκής ένωσης ποδοσφαίρου (ΟΥΕΦΑ)], ΕE L 291/25 της 8.11.2003, σκ. 105-106, καθώς και απόφαση ΠΕΚ της 13.12.2006 FNCBV κατά Επιτροπής, συνεκδ. υποθ. Τ217/03 και T-245/03, σκ. 49 επ. Βλ. επίσης σε Ariel Ezrachi- EU COMPETITION LAW, An analytical Guide to the Leading cases, fifth edition, 2016, Bloomsbury, σελ. 88, στον οποίο αναφέρεται ότι στις συνεκδ. υποθέσεις 209/78 κλπ. Van Landerwyck and others v Commission, σκ. 88 το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 101 ΣΛΕΕ εφαρμόζεται επίσης σε μη κερδοσκοπικές ενώσεις, εφόσον οι δραστηριότητές τους ή εκείνες των μελών τους υπολογίζονται για να παράγουν τα αποτελέσματα που επιδιώκουν να καταστείλουν. 62 Βλ. ΓενΔικ, συνεκδ. υποθ. Τ-25, 26, 30-32, 34-39, 42-46, 48-65, 6871, 87, 885, 103 και 104/95, Cimenteries CBR SA κ.ά κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-491, σκ.
  49. 63 Βλ. απόφαση Ευρ. Επιτροπής 96/438/ΕΚ FENEX, ΕΕ 1996, L181/28, σκ.
  50. επίσης ΕΑ 617/2015, σκ.
  51. 64 Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις ΔΕΕ 209-215/78 & 218/78 Heintz van Landewyck SARL κ.ά. κ. Επιτροπής, Συλλ. 1980, σ. 3125, σκ. 87-88: «87 […] Η σύσταση εκδόθηκε από τη FEDETAB, ένωση χωρίς κερδοσκοπικό σκοπό η οποία, υπό την ιδιότητα της αυτή, δεν μετέχει στην οικονομική ζωή. 88 Ούτε αυτή η άποψη μπορεί να γίνει δεκτή. Αφενός μεν, όπως προκύπτει από το άρθρο αυτό του καταστατικού της FEDETAB, οι αποφάσεις που λαμβάνονται από αυτή είναι υποχρεωτικές για τα μέλη της. Αφετέρου δε, το άρθρο 85, παράγραφος 1, εφαρμόζεται επίσης στις ενώσεις κατά το μέτρο που η δική τους δραστηριότητα ή η δραστηριότητα των επιχειρήσεων που μετέχουν σ' αυτές αποσκοπεί στην παραγωγή των αποτελεσμάτων που επιδιώκει να καταστείλει. Δεδομένου ότι πολυάριθμοι βιομήχανοι δήλωσαν ρητά ότι συμμορφώνονται στις διατάξεις της συστάσεως, δεν μπορεί να διαφύγει αυτή από το άρθρο 85 της Συνθήκης απλώς και μόνο διότι εκδόθηκε από ένωση χωρίς κερδοσκοπικό σκοπό». Βλ. και 110/82 IAZ κ. Επιτροπής, Συλλ. 1983, σ. 3369, σκ. 1920, καθώς και Απόφαση της Επιτροπής στην υπόθεση COMP/C.2-37.398 ανωτέρω [Κοινή πώληση των αποκλειστικών δικαιωμάτων μετάδοσης των αγώνων του κυπέλλου πρωταθλητριών της ευρωπαϊκής ένωσης ποδοσφαίρου (ΟΥΕΦΑ)], σκ. 105 επ. ιδίως 105-
  52. Ομοίως, κατά την ΔιοικΕφΑθ 5724/2013, παρ.
  53. : «[…] ως ένωση επιχειρήσεων, η οποία αποτελεί πλειονότητα οικονομικών μονάδων που συνδέονται μεταξύ τους με οποιαδήποτε μορφή οργανωμένης συνεργασίας, θεωρείται μεταξύ άλλων και η επαγγελματική οργάνωση ή το σωματείο χωρίς κερδοσκοπικό σκοπό». Βλ. επίσης Απόφαση της Επιτροπής της 24ης Ιουνίου 2004 όσον αφορά 17 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ υπαγωγή στην έννοια της ένωσης επιχειρήσεων είναι αν η οντότητα αποτελεί μια «θεσμοποιημένη μορφή συντονισμού»65 της συμπεριφοράς των μελών της.
  54. Ένας επαγγελματικός φορέας ενεργεί ως ένωση επιχειρήσεων για τους σκοπούς του άρθρου 1 Ν. 703/1977 – Ν. 3959/2011 όταν θεσπίζει μια ρύθμιση που αφορά την επιχειρηματική (οικονομική) συμπεριφορά των μελών του66, όταν δηλ. ο επαγγελματικός φορέας προβαίνει με αποφάσεις του στην θέσπιση ρυθμίσεων σχετικών με την συμπεριφορά των ελεύθερων επαγγελματιών σε συγκεκριμένη αγορά παροχής υπηρεσιών
  55. Επίκληση του συνδικαλιστικού χαρακτήρα ενός σωματείου δεν μεταβάλλει τη θεώρηση αυτού ως ένωσης επιχειρήσεων για τους σκοπούς του δικαίου ανταγωνισμού, καθότι ο συνδικαλιστικός χαρακτήρας δεν αναιρεί την αντιανταγωνιστική δράση της ένωσης επιχειρήσεων ούτε η συνδικαλιστική τους δραστηριότητα παρέχει σε αυτές το δικαίωμα να παραβαίνουν τις διατάξεις περί ανταγωνισμού
  56. Σε κάθε περίπτωση, το άρθρο 1 παράγραφος 1 N. 703/1977 - N. 3959/2011 έχει εφαρμογή επί των ενώσεων επιχειρήσεων κατά το μέτρο που: διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 81 της συνθήκης ΕΚ σχετικά με την υπόθεση COMP/A.38549 — Bareme d’Honoraires de l’ Ordre des Architectes Belges, διαθέσιμο σε http://ec.europa.eu/competition/antitrust/cases/dec_docs/38549/38549_72_1.pdf, σκ. 38 επ. όπου μεταξύ άλλων εγινε δεκτό ότι: «
  57. Είναι προφανές από την νομολογία του Δικαστηρίου ότι μια επαγγελματική ένωση πρέπει να θεωρηθεί ένωση επιχειρήσεως υπό την έννοια του άρθρου 81 όταν υιοθετεί κανόνες που συνιστούν έκφραση της πρόθεσης των εκπροσώπων των μελών ενός επαγγέλματος ότι θα έπρεπε να ενεργούν με ένα συγκεκριμένο τρόπο κατά την άσκηση της οικονομικής δραστηριότητάς τους. Ο πίνακας κατώτατων αμοιβών που συμφωνήθηκε και αποφασίσθηκε από το Εθνικό Συμβούλιο εκπροσωπώντας την ένωση σε συνάντησή του της 12ης Ιουλίου 1967 συνιστά την έκφραση της πρόθεσης των εκπροσώπων των μελών ενός επαγγέλματος ότι όταν τα μέλη ενός επαγγέλματος καθορίζουν τις αμοιβές τους θα έπεπε να ενεργούν με ένα συγκεκριμένο τρόπο στην άσκηση της οικονομικής δραστηριότητάς τους. Συνεπώς η Ένωση πρέπει να θεωρηθεί ένωση επιχειρήσεων υπό την έννοια του Άρθρου 81
(1)της Συνθήκης». 65 Βλ. απόφαση ΓενΔΕΕ της 24.05.2012, Τ-111/08, Mastercard Inc κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκ.
  1. 66 Βλ. αποφάσεις ΕΑ 292/IV/2005, παρ. IV.3.
  2. και ΕΑ 518/VI/2011, σκ.
  3. 67 Βλ. απόφαση ΔΕΕ, C-309/99, J.C.J. Wouters κ.ά. κ. Algemene Raad van de Nederlandse Orde van Advocaten, Συλλ. 2002, σ. I-1577, σκ. 64, Απόφαση της Επιτροπής της 24ης Ιουνίου 2004 όσον αφορά διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 81 της συνθήκης ΕΚ σχετικά με την υπόθεση COMP/A.38549- Bareme d’honoraires del’ Ordre des Architectes belges, ό.π., σκ. 44, παρατιθέμενη ανωτέρω. 68 Έτσι και στη νομολογία της ΕΑ σωματεία και σύλλογοι με σκοπό, μεταξύ άλλων, την προάσπιση και προώθηση των επαγγελματικών συμφερόντων των μελών τους θεωρήθηκαν ενώσεις επιχειρήσεων, βλ. ενδεικτικά αποφάσεις ΕΑ 571/VΙI/2013, σκ. 95, για τους συλλόγους των σχολών υποψηφίων οδηγών που είχαν ιδρυθεί σύμφωνα με τον Ν. 1712/1987 («Εκσυγχρονισμός επαγγελματικών οργανώσεων των εμπόρων, βιοτεχνών και λοιπών επαγγελματιών και άλλες διατάξεις»)- όπως εν προκειμένω και οι σύνδεσμοι των ηλεκτρολόγων, καθώς και ΕΑ 554/VII/2012, για τους συλλόγους φροντιστηρίων ξένων γλωσσών. Βλ. και την απόφαση ΔΕΕ, C-309/99, J.C.J. Wouters κ.ά. κ. Algemene Raad van de Nederlandse Orde van Advocaten, ό.π., σκ. 59: «Συναφώς, το γεγονός ότι το Γενικό Συμβούλιο είναι επιφορτισμένο, βάσει του άρθρου 26 του Advocatenwet, με την προάσπιση των δικαιωμάτων αυτών καθεαυτό και των συμφερόντων των δικηγόρων δεν μπορεί να αποκλείσει a priori τον επαγγελματικό αυτό φορέα από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης, ακόμη κι όταν ασκεί τη ρυθμιστική της ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος λειτουργία του». Βλ. και απόφαση ΠΕΚ της 13.12.2006 FNCBV κατά Επιτροπής συνεκδ. υπ. Τ-217/03 και T-245/03, σκ. 58, όπου αναφέρεται ότι: «[…] το γεγονός ότι οι προσφεύγουσες έχουν τη μορφή επαγγελματικών συνδικαλιστικών οργανώσεων κατά την έννοια του γαλλικού εργατικού κώδικα ουδόλως επηρεάζει την ιδιότητά τους ως ενώσεων επιχειρήσεων (αιτιολογικές σκέψεις 110 και 111 της προσβαλλομένης αποφάσεως), ότι η συνδικαλιστική δραστηριότητά τους δεν τους παρέχει το δικαίωμα να παραβαίνουν τους κανόνες ανταγωνισμού και ότι σε παρόμοιες οργανώσεις έχουν επιβληθεί κυρώσεις από το γαλλικό Συμβούλιο Ανταγωνισμού (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 112 έως 114 της προσβαλλομένης αποφάσεως) […]». 18 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ - η δική τους δραστηριότητα ή η δραστηριότητα των επιχειρήσεων οι οποίες είναι μέλη τους τείνει στην παραγωγή των αποτελεσμάτων που επιδιώκουν να απαλείψουν το άρθρο 1 παράγραφος 1 N. 703/1977 – N. 3959/2011, ή/και - η ένωση σκόπευε να συντονίζει και συντόνιζε τη δραστηριότητα των μελών της στην αγορά. Ε.3.
  4. Η έννοια της «απόφασης ένωσης επιχειρήσεων»
  5. «Απόφαση» είναι κάθε έκφραση βούλησης της ένωσης με οποιαδήποτε μορφή, όπως κανονισμοί, ρήτρες καταστατικού, οδηγίες, εγκύκλιοι, συστάσεις, εφόσον έχουν καταρχήν χαρακτήρα υποχρεωτικό για τα μέλη και/ή προβλέπονται κυρώσεις σε περίπτωση μη εφαρμογής τους
  6. Στην έννοια αυτή περιλαμβάνονται ρυθμίσεις καθορισμού πίνακα αμοιβών μελών ή κατώτατων ορίων αμοιβών των μελών, καθώς και υποδείξεις, εγκύκλιοι και λοιπές πρακτικές με τις οποίες οι επαγγελματικές οργανώσεις παρακινούν τα μέλη τους να ακολουθήσουν ορισμένη συμπεριφορά στο ζήτημα προσδιορισμού των αμοιβών τους
  7. Ο υποχρεωτικός χαρακτήρας μπορεί να προκύπτει είτε από την ίδια τη φύση της πράξης (π.χ. απόφαση καταστατικού οργάνου με δεσμευτικότητα κατά το νόμο ή το καταστατικό της ένωσης) είτε από τη συμπεριφορά των μελών, κατά πόσον δηλ. τα μέλη την αποδέχονται και συμμορφώνονται προς αυτή. Με βάση τα παραπάνω, «αποφάσεις» μπορούν να αποτελούν όχι μόνο οι αποφάσεις καθαυτές των αρμοδίων οργάνων (διοικητικό όργανο, συνέλευση των μελών) αλλά και οι κανόνες συμπεριφοράς, συστάσεις, οδηγίες, εγκύκλιοι, ανακοινώσεις, κατευθυντήριες γραμμές, υπό την προϋπόθεση πάντα ότι είναι υποχρεωτικές (ή εκλαμβάνονται ως τέτοιες) από τα μέλη
  8. Απόφαση του οργάνου διοίκησης της εκάστοτε ένωσης θεωρείται νομικά δεσμευτική, εφόσον προβλέπεται στο καταστατικό της ότι οι αποφάσεις της δεσμεύουν τα μέλη
  9. Ως απόφαση θεωρείται και το ίδιο το καταστατικό ή ο εσωτερικός οργανισμός της ένωσης
  10. 69 Βλ. ενδεικτικά υπόθ. C-45/85 Verband der Sachversicherer κατά Επιτροπής, Συλλ. 1987, σ.405, σκ. 28 και 32, όπου κρίθηκε ότι η σύσταση, οποιαδήποτε κι αν είναι η ακριβής νομική φύση της, συνιστά πιστή έκφραση της βουλήσεως της προσφεύγουσας να συντονίσει τις ενέργειες των μελών της στη γερμανική ασφαλιστική αγορά, σύμφωνα με το περιεχόμενο της σύστασης και, ως εκ τούτου, αποτελεί «απόφαση επιχειρήσεων», βλ. επίσης συνεκδ. υποθ. T-213/95 και T-18/96 Stichting κατά Επιτροπής, Συλλ. 1997, σ. ΙΙ-01739, σκ. 157-164, ΔοικΕφΑθ 1026/2007, παρ. IV, 8, ΔιοικΕφΑθ 1027/2007, παρ. IV, 8, ΔιοικΕφΑθ 1001/2006, σκ. 16 και ΔιοικΕφΑθ 1028/2007, παρ. IV,
  11. Βλ. επίσης αποφάσεις ΕΑ 277/ IV/2005, παρ. IV.Β.1 επ. (επικυρωθείσα και από την υπ’ αριθμ. 1001/2006 απόφαση του ΔιοικΕφΑθ), ΕΑ 292/IV/2005, παρ. IV.3.2, ΕΑ 518/VI/2011, σκ. 113, ΕΑ 554/VII/ 2012, σκ. 86 και απόφαση Ε.Ε. 80/917/ΕΟΚ, National Sulphuric Acid, EE L 260, 3-10-1980, σελ. 24, σκ. 26-31 (όπου οι αντιανταγωνιστικές ρήτρες του καταστατικού της Ένωσης θεωρήθηκαν αυτές καθαυτές παραβατικές του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ έχουσες ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού). Βλ. επίσης, απόφαση της Επιτροπής της 8.12.2010 σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 101 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπόθεση 39310-ONP, σκ. 596 επ, ιδίως σκ. 598, στην οποία διευκρινίζεται ότι ο χαρακτήρας της απόφασης ένωσης επιχείρησης δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι τα μέλη δεν υποχρεώνονται να συμμορφωθούν (παρά το γεγονός ότι στην υπό κρίση υπόθεση το έπραξε η ένωση) ούτε σύμφωνα με τη σκ. 624 από το γεγονός ότι οι αποφάσεις του ONP μπορούσαν να λάβουν τη μορφή αποφάσεων διαφορετικών οργάνων του, ιδίως του εθνικού Συμβουλίου και του Κεντρικού συμβουλίου του σχετικού Τμήματος, δεδομένου ότι αυτά τα όργανα εκπροσωπούν την ένωση επιχειρήσεων και είναι υπεύθυνα στο όνομα των επιχειρήσεων που εκπροσωπούν. 70 Βλ. ενδεικτικά Β. Κονδύλη, Ελευθέρια Επαγγέλματα και Κοινοτικό Δίκαιο του Ανταγωνισμού, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή, 2000, σ.
  12. Βλ. επίσης απόφαση ΕΑ 554/VII/2012, σκ.
  13. 71 Για τις συστάσεις βλ. και αμέσως κατωτέρω στην οικεία παράγραφο. 72 Βλ. ενδεικτικά απόφαση ΔΕΕ, C-45/85 Verband der Sachversicherer κ. Επιτροπής, Συλλ 1987, σ. 405, σκ.
  14. 73 Αν η δράση της ένωσης δεν παράγει δεσμευτική ενέργεια, μπορεί να θεωρηθεί ως εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ των μελών της, βλ. σχετικά Δίκαιο του Ελεύθερου Ανταγωνισμού, ό.π., παρ. 32, σελ.
  15. 19 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  16. Η έννοια της «απόφασης ενώσεων επιχειρήσεων» έχει σκοπό να μη διαφεύγουν οι επιχειρήσεις από τους κανόνες ανταγωνισμού δυνάμει του τρόπου με τον οποίο συντονίζουν τη συμπεριφορά τους στην αγορά. Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της αρχής αυτής, στο άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 703/1977 - Ν. 3959/2011, όπως και στο άρθρο 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, εμπίπτουν όχι μόνον οι άμεσοι τρόποι συντονισμού των συμπεριφορών μεταξύ επιχειρήσεων (οι συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές), αλλά και οι θεσμοποιημένες μορφές συνεργασίας, δηλαδή οι καταστάσεις όπου οι επιχειρηματίες ενεργούν μέσω συλλογικής οντότητας ή κοινού οργάνου
  17. Η απαγόρευση του άρθρου 1 Ν. 703/1977 – N. 3959/2011 και 101 ΣΛΕΕ εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις που η απόφαση έχει το χαρακτήρα απλής σύστασης χωρίς δεσμευτικότητα, εφόσον αντανακλά εν τοις πράγματι τη συλλογική βούληση των μελών της ένωσης να συντονίσουν τη δράση τους σε μια συγκεκριμένη αγορά και είναι ικανή να επιφέρει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στον ανταγωνισμό75 στη σχετική αγορά. Οι συστάσεις μη δεσμευτικού χαρακτήρα οιασδήποτε ένωσης επιχειρήσεων προς τα μέλη της αναφορικά με τον καθορισμό τιμών εκ μέρους τους για την παροχή υπηρεσιών, απαγορεύονται, ακόμη και εάν δεν τηρούνται εξ ολοκλήρου, καθώς επιτρέπουν στα μέλη της ένωσης να αναγνωρίζουν την τιμολογιακή πολιτική των ανταγωνιστών τους, επηρεάζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο αισθητά το επίπεδο ανταγωνισμού στη σχετική αγορά, όπως αυτός εκδηλώνεται στο πεδίο των τιμών
  18. Δεν απαιτείται η σύσταση να οδηγεί σε ομοιόμορφη συμπεριφορά. Εξάλλου, η βούληση της εκάστοτε ένωσης επιχειρήσεων να επηρεάσει την πολιτική των μελών της στην αγορά δύναται να αποδειχθεί από σωρεία περιστατικών όπως το ύφος και ο τρόπος διατύπωσης των κοινοποιούμενων στα μέλη συστάσεων, η σύνταξη προτύπων συμβάσεων με αναφορά στις συνιστώμενες τιμές, ο τυχόν σύνδεσμος με ρήτρα καταστατικού ή οποιουδήποτε άλλου δεσμευτικού κώδικα
  19. 74 Απόφαση Γεν. Δικ. της 24ης Μαΐου 2012 Τ-111/08 MasterCard, Inc. κατά Επιτροπής, Συλλ. 2009, σ. Ι-4529, σκ. 243, αναφερόμενη στις απόψεις του Γενικού Εισαγγελέαs στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Φεβρουαρίου 2002, C‑309/99, Wouters κ.λπ. (Συλλ. 2002, σ. I‑1577, I‑1582, σκ. 62). 75 Βλ. ενδεικτικά υπόθ. C-96/82 ΙΑΖ κατά Επιτροπής, Συλλ. 1983, σελ. 3369, σκ. 20, σύμφωνα με την οποία «[…] η σύσταση μολονότι στερείται δεσμευτικού αποτελέσματος, δεν εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 85 παράγραφος 1, όταν η αποδοχή της συστάσεως από τις αποδέκτριες επιχειρήσεις ασκεί αισθητή επίδραση επί του ανταγωνισμού στη σχετική αγορά», συνεκδ. υποθ. 209, 215 και 218/78, Heintz van Landewyck SARL κλπ. κατά Επιτροπής, Συλλ. 1980, σελ. 3125, σκ. 86, απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Φεβρουαρίου 2002, C‑309/99, Wouters κ.λπ. ό.π., σκ. 64, Απόφαση της Επιτροπής της 24ης Ιουνίου 2004, σχετικά με την υπόθεση COMP/A.38549 Bareme d’honoraires de l’ Ordre des Architectes belges, ό.π., σκ. 78, επίσης και απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 8.12.2010, υπόθεση COMP39510 Labco/ONP διαθέσιμη στο http://ec.europa.eu/competition/antitrust/cases/dec_docs/39510/39510_1203_3.pdf ιδίως σκ.
  20. 76 Βλ. ενδεικτικά ΓενΔικ, T-213/95 και T-18/96 Stichting Certificatie Kraanverhuurbedrijf (SCK) and Federatie van NederlandseKraanbedrijven (FNK) (DutchCranes) κ. Επιτροπής, Συλλ. 1997, ΙΙ-1739, σκ. 157, αποφάσεις Επιτροπής, 96/438/ΕΚ, FENEX, ΕΕ 1996, L181/28, σκ. 46, αποφάσεις ΔΕΕ, 8/72 Vereeniging van Cementhandelaren κ. Επιτροπής, Συλλ. 1972, σ. 977, σκ. 15-25, 209 - 215 και 218/78 FEDETAB agreements and recommendation, Συλλ. 1980, σ. 3125, σκ. 85-89, 96/82 IAZ κ. Επιτροπής, Συλλ. 1983, σ. 3369, σκ. 18-21, 45/85 Verband der Sachversicherer (VDS) κ. Επιτροπής. Συλλ. 1987, σ. 405, σκ. 26-
  21. 77 Βλ. αποφάσεις ΕΑ 518/VI/2011, σκ. 114, ΕΑ 554/VII/2012, σκ.
  22. 78 Έτσι, στην υπόθεση FEDETAB, κρίθηκε ότι η σύσταση που η εν λόγω επαγγελματική ένωση βιομηχάνων επεξεργασμένου καπνού Βελγίου - Λουξεμβούργου είχε εκδώσει, είχε δεσμευτική ενέργεια διότι αυτό προβλεπόταν στο καταστατικό της, και διότι την είχαν αποδεχθεί οι επτά μεγαλύτερες επιχειρήσεις του κλάδου. Βλ. σχετικά Λ. Αθανασίου, Δίκαιο του Ελεύθερου Ανταγωνισμού (επιμ. Δ. Τζουγανάτου), ό.π., παρ. 32, σελ. 220-
  23. Βλ. Απόφ. ΔΕΕ 209-215/78 & 218/78 Heintz van Landewyck SARL κ.ά. κ. Επιτροπής, ό.π., σκ. 89 και απόφαση ΠΕΚ της 25.9.2004 στην υπόθεση Τ-325/01, Daimler Chrysler AG κατά Επιτροπής, σκ.
  24. 20 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  25. Προκειμένου να θεμελιωθεί η ύπαρξη «αποφάσεως» ένωσης επιχειρήσεων, αρκεί η οιαδήποτε πράξη της τελευταίας να αποτελεί τη συνεπή έκφραση της βούλησης της ιδίας να συντονίσει τη συμπεριφορά των μελών της στην εν λόγω αγορά
  26. Η «απόφαση ένωσης επιχειρήσεων» είναι από τη φύση της μονομερής και διακρίνεται από περιπτώσεις συνεργασίας της ένωσης με τρίτους φορείς, ενώσεις ή επιχειρήσεις. Συμφωνίες που συνάπτει μια ένωση, είτε για λογαριασμό της είτε ως εκπρόσωπος των μελών της, με άλλη ένωση ή επιχείρηση ενδεχομένως να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 1 του άρθρου 1 Ν. 3959/2011 / άρθρου 101 ΣΛΕΕ
  27. Οι συμφωνίες μεταξύ ενώσεων επιχειρήσεων δεν αποκλείονται από το πεδίο της απαγόρευσης. Ακόμη και αν η ένωση δεν έχει ίδια εμπορική ή παραγωγική δραστηριότητα, η συμφωνία που συνάπτει με τρίτους καταλαμβάνεται καταρχήν από την απαγόρευση της παρ. 1, διότι η εν λόγω διάταξη έχει εφαρμογή στις ενώσεις κατά το μέτρο που η δραστηριότητά τους ή η δραστηριότητα των επιχειρήσεων που μετέχουν σε αυτές σκοπεί στην παραγωγή αποτελεσμάτων τα οποία επιδιώκει να καταστείλει το άρθρο αυτό
  28. Επίσης, δεν αποκλείεται η σωρευτική συμμετοχή σε μία παράβαση τόσο της ένωσης επιχειρήσεων όσο και των μελών της
  29. Ε.3.
  30. Περιορισμός του ανταγωνισμού E.3.5.
  31. Αντικείμενο της απόφασης ένωσης επιχειρήσεων ή της συμφωνίας/ σύμπραξης
  32. Το άρθρο 1 Ν. 703/1977 - Ν. 3959/2011 και το άρθρο 101 ΣΛΕΕ μνημονεύει ρητά, ως περιοριστικές του ανταγωνισμού, συμφωνίες και αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και εν γένει συμπράξεις, οι οποίες άμεσα ή έμμεσα καθορίζουν τις τιμές μεταπώλησης ή οποιουσδήποτε άλλους όρους συναλλαγής. Συμφωνίες και αποφάσεις και εν γένει συμπράξεις που έχουν ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού, θεωρούνται εκείνες, οι οποίες είναι από τη φύση τους ικανές να περιορίσουν τον ανταγωνισμό. Πρόκειται για περιορισμούς οι οποίοι, ενόψει των στόχων που επιδιώκουν οι εθνικοί και ενωσιακοί κανόνες ανταγωνισμού, είναι τόσο πιθανό να επηρεάσουν δυσμενώς τον ανταγωνισμό, ώστε δεν είναι ανάγκη, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 1 Ν. 703/1977 - Ν. 3959/2011 (και του αντίστοιχου 101 ΣΛΕΕ) να αποδειχθούν οι συγκεκριμένες επιπτώσεις τους στην αγορά. Ειδικότερα, στις οριζόντιες συμπράξεις που έχουν ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού προεξάρχοντα ρόλο καταλαμβάνουν, ασφαλώς, και οι σχετικές με τον καθορισμό τιμών (βλ. κατωτέρω παρ. 56 επ.)
  33. 79 Βλ. αποφάσεις ΕΑ 518/VI/2011, σκ. 115 και ΕΑ 554/VII/2012, σκ.
  34. Δίκαιο του Ελεύθερου Ανταγωνισμού, ό.π., παρ. 33, σελ. 221, με περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία. Βλ. απόφαση ΠΕΚ της 15.9.200, υπόθεση Τ-25/95 κλπ., Cimenteries CBR, Συλλ. 2000, ΙΙ-491, σκ.
  35. 81 Ibid. 82 Για να θεωρηθεί ότι η ένωση είναι υπαίτια της παράβασης και να της επιβληθεί κύρωση, πρέπει να αποδειχθεί ότι είχε αυτοτελή συμπεριφορά σε σχέση με αυτή των μελών της (π.χ. πρωτοβουλία συνεργασίας σε επίπεδο δευτεροβάθμιας οργάνωσης, σύναψη συμφωνίας από εθνικές ενώσεις και συμμετοχή των μελών σε ένα ή περισσότερα μέτρα εφαρμογής). Βλ. προεκτεθείσα υπόθεση «τσιμέντου». 83 Βλ. και Ανακοίνωση Επιτροπής - Κατευθυντήριες Γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ στις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας (C 011 της 14/01/2011), παρ. 21 και 23: Το εν λόγω τεκμήριο βασίζεται στο σοβαρό χαρακτήρα του περιορισμού καθώς και στην εμπειρία, από την οποία προκύπτει ότι οι συμφωνίες που έχουν ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού, ενδέχεται να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην αγορά και να θέσουν σε κίνδυνο τους στόχους που επιδιώκουν οι κοινοτικοί κανόνες ανταγωνισμού. Οι περιορισμοί του ανταγωνισμού, ως αντικείμενο των εν λόγω συμφωνιών, όπως ο καθορισμός των τιμών, συνεπάγονται από τη φύση τους μείωση της παραγωγής και αύξηση των τιμών και τούτο οδηγεί σε κακή κατανομή των πόρων, 80 21 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  36. Στην περίπτωση που το αντικείμενο της απόφασης, συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής στοχεύει στον περιορισμό του ανταγωνισμού, αυτή εμπίπτει στην απαγόρευση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 703/1977 - Ν. 3959/2011 ή και 101 ΣΛΕΕ άνευ ετέρου. Ειδικότερα, κατά πάγια εθνική και ενωσιακή νομολογία, η εκτίμηση των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων μιας σύμπραξης παρέλκει, όταν προκύπτει ότι αυτή έχει ως σκοπό την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού84, 85,
  37. Έτσι, η διαπίστωση ότι η σύμπραξη έχει αντικείμενο περιοριστικό του ανταγωνισμού δεν μπορεί να ανατραπεί ούτε από ενδείξεις ότι δεν είχε κανένα αποτέλεσμα εντός της αγοράς, ή ότι δεν είχε άμεση επίδραση επί των τιμών, ούτε από τη διαπίστωση ότι οι ενδιαφερόμενοι εξασφάλισαν ταυτόχρονα, δια της πρακτικής αυτής, ορισμένα πλεονεκτήματα ως προς τον ανταγωνισμό.
  38. Παρεμπόδιση, περιορισμός ή νόθευση του ανταγωνισμού υπάρχει όταν η συμπεριφορά του επιχειρηματία στην αγορά δεν προσδιορίζεται από τους φυσικούς κανόνες της αγοράς, αλλά από τεχνητούς κανόνες που επιβάλλουν οι διάφορες αποφάσεις, ενδεικτικά μέσω της επιβολής τιμοκαταλόγων από τις ενώσεις στα μέλη της. Δεν είναι απαραίτητο να εξεταστεί η υποκειμενική πρόθεση των μερών, αλλά μόνο το περιεχόμενο και ο αντικειμενικός σκοπός της συμφωνίας υπό λόγω της μη παραγωγής των προϊόντων και υπηρεσιών που ζητούν οι πελάτες. Οδηγούν επίσης σε μείωση της ευημερίας των καταναλωτών, οι οποίοι υποχρεώνονται να καταβάλλουν υψηλότερες τιμές για τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες. Βλ. και Απόφαση της Επιτροπής της 24ης Ιουνίου 2004, υπόθεση COMP/A.38549, Baremes d’ Honoraires de l’ Ordre des Architectes Belges, ό.π., σκ. 88-89 επ: «
  39. Η κυκλοφορία των συνιστώμενων τιμών από μια επαγγελματική οργάνωση ενισχύει την εναρμόνιση των τιμών από τις σχετικές επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως από τις τιμές κόστους. Αυτή η μέθοδος αποθαρρύνει τις επιχειρήσεις με κόστη χαμηλότερα να κατεβάσουν τις τιμές τους και έτσι δημιουργεί ένα τεχνητό πλεονέκτημα για τις επιχειρήσεις με ελάχιστο έλεγχο επί του κόστους παραγωγής τους. Αυτό το ρίσκο συνέχεται εντούτοις με την κυκλοφορία της πληροφορίας που θα βοηθούσε τις επιχειρήσεις να υπολογίσουν τις δικές τους δομές κόστους καθιστώντας δυνατή την ανεξάρτητη θεμελίωση των τιμών πώλησης. Στην προκείμενη υπόθεση, δεν αμφισβητείται ότι η Ένωση δεν κυκλοφόρησε πληροφορίες στα μέλη της για να τους δώσει τη δυνατότητα να καθορίσουν τις αμοιβές τους σύμφωνα με τα κόστη τους και ότι κυκλοφόρησε μία κλίμακα κατώτατων αμοιβών. Επιπρόσθετα, η κλίμακα δημιουργεί ένα είδος τεχνητού δεσμού μεταξύ του κόστους της εργασίας κατασκευής και των αμοιβών των αρχιτεκτόνων. Μολονότι είναι αληθές ότι το κόστος της εργασίας αποτελεί έναν αποφασιστικό παράγοντα στο ασφάλιστρο που καταβάλλεται από τον αρχιτέκτονα, δεν υφίσταται έτερη άμεση σχέση μεταξύ του κόστους της εργασίας και των αμοιβών αρχιτέκτονα ούτε έτερη αναγκαία σχέση με την προστιθέμενη αξία των υπηρεσιών του.
  40. Αναφορικά με τα όρια των συστάσεων που μπορούν να δοθούν στα μέλη από μια επαγγελματική οργάνωση, οποιαδήποτε βοήθεια παρέχεται έναντι της διαχείρισης δεν πρέπει να επηρεάζει άμεσα ή έμμεσα την ελεύθερη λειτουργία του ανταγωνισμού εντός του επαγγέλματος. Ιδίως, οιεσδήποτε συστάσεις παρέχονται από αυτή την άποψη δεν πρέπει να συνεπάγονται τον αποπροσανατολισμό των επιχειρήσεων από το να λαμβάνουν άμεσα υπόψη τους τα κόστη τους κατά τον ατομικό καθορισμό των τιμών ή αμοιβών τους, συστάσεις με αυτό το αποτέλεσμα αποτελούν ένδειξη περιοριστικού κινήτρου». 84 Ενδεικτικά ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4 επ., όπου και σχετική ενωσιακή νομολογία, και ΔΕφΑθ 1001/2006, σκ.
  41. 85 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΕ, 45/85 Verband der Sachversicherer (VDS) κ.Επιτροπής,ό.π., σκ. 39: «είναι περιττό να εξετάζονται τα συγκεκριμένα αποτελέσματα μιας συμφωνίας ή απόφασης κάποιας ένωσης επιχειρήσεων, εφόσον είναι προφανές ότι αποσκοπεί στον περιορισμό, την παρεμπόδιση ή τη νόθευση του ανταγωνισμού». 86 Βλ. σχετικά ΔΕφΑθ 502/2013, σκ. 3: «Περαιτέρω, όπως έχει παγίως κριθεί οι δύο προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 81 της Συνθήκης (επιζήμιο για τον ανταγωνισμό αντικείμενο ή εν δυνάμει αποτέλεσμα μιας σύμπραξης) τίθενται διαζευκτικά και όχι σωρευτικά. Επομένως, αν από το περιεχόμενό της, εξεταζόμενο υπό το φως των αμοιβαίων οικονομικών σχέσεων εντός των οποίων πρέπει να εφαρμοστεί, μπορεί να συναχθεί ότι η σύμπραξη έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό, την παρεμπόδιση ή τη νόθευση του ανταγωνισμού, παρέλκει, ως αλυσιτελής, η περαιτέρω έρευνα και απόδειξη κινδύνου βλάβης των καταναλωτών (Glaxosmithkline
(2009), σκ. 59-60, 62-64) ή επέλευσης άλλων, συγκεκριμένων αποτελεσμάτων, εν δυνάμει βλαπτικών για τον ανταγωνισμό. Εξάλλου, εφόσον μια συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική που έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού αντίκειται στο άρθρο 81 παρ. 1 της Συνθήκης και το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 703/1977, ανεξάρτητα από τα αποτελέσματά της, η εν τοις πράγμασι μη εφαρμογή (εν όλω ή εν μέρει) προς τα συμφωνηθέντα, δεν ασκούν, κατά νόμο, επιρροή, ούτε συνιστούν λόγο απαλλαγής». Ομοίως και η ΔΕφΑθ 2821/2013, σκ.
  1. 22 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ το φως των αμοιβαίων οικονομικών σχέσεων εντός των οποίων πρέπει να εφαρμοστεί η συμφωνία. Ήτοι, δεν απαιτείται αντι-ανταγωνιστική πρόθεση, αλλά αρκεί το αντικειμενικά ενδεχόμενο αντι-ανταγωνιστικό αποτέλεσμα. Εφόσον το αντι-ανταγωνιστικό αποτέλεσμα είναι αντικειμενικά ενδεχόμενο, η σύμπραξη είναι απαγορευμένη, έστω και εάν οι συμπράττοντες δεν αποσκοπούν στο αποτέλεσμα αυτό
  2. Εξάλλου, εφόσον μία σύμπραξη που έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού εμπίπτει στις απαγορευτικές διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 1 Ν. 703/1977 - Ν. 3959/2011 ή και 101 ΣΛΕΕ, η εν τοις πράγμασι μη εφαρμογή της - εν όλω ή εν μέρει-, και η μη συμμόρφωση -εν όλω ή εν μέρει- προς τα συμφωνηθέντα, δεν ασκούν κατά νόμο επιρροή στη διαπίστωση της παράβασης ούτε και συνιστούν λόγο απαλλαγής- ιδίως λαμβανομένου υπόψη ότι η εκάστοτε επιχείρηση μπορεί να επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τη σύμπραξη προς όφελός της
  3. Επομένως, η επίκληση αμυντικών επιχειρημάτων, όπως η αμελητέα επίπτωση στον ανταγωνισμό, το δυσχερές οικονομικό περιβάλλον, η τυχόν απόκλιση από τα συμφωνηθέντα, και η άγνοια ότι πτυχές της συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής μπορούσαν να θεωρηθούν παράνομες, δεν απαλλάσσουν τους αυτουργούς της παράβασης από τη διάπραξή της. Ούτε, επίσης, απαλλάσσει από την ευθύνη τις συμπράττουσες εταιρίες η τυχόν πεποίθησή τους ότι ενεργούσαν σύμφωνα με το νόμο. Συναφώς, εφόσον διαπιστώνεται το περιοριστικό αντικείμενο των συμπράξεων, δεν είναι απαραίτητο να εξετασθεί το τυχόν επιχειρηματικό συμφέρον των συμβαλλομένων. Είναι δηλαδή αδιάφορο το ζήτημα αν η συμμετοχή κάποιας επιχείρησης στην εν λόγω σύμπραξη, για την οποία υπάρχουν έγγραφες αποδείξεις, υπαγορεύθηκε από συγκεκριμένους εμπορικούς λόγους ή ήταν κατ’ εκτίμηση οικονομικά λογική ή πρόσφορη
  4. Ακόμη και εάν δειχθεί ότι οι συμπράττοντες ενήργησαν χωρίς να έχουν άμεση πρόθεση τον περιορισμό του ανταγωνισμού, αλλά την αντιμετώπιση της κρίσης ενός κλάδου, τέτοιοι λόγοι δεν λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 1 Ν. 703/1977 - Ν. 3959/2011 ή και 101 87 Βλ. ενδεικτικά ΔιοικΕφΑθ 559/2010, σκ. 17, ΔιοικΕφΑθ 2891/2009, σκ. 18, και ΔιοικΕφΑθ 1682/2009, σκ. 27, όπου και εκτενείς παραπομπές σε ενωσιακή νομολογία. Βλ. επίσης ΔΕΕ C-29/83 και 30/83, Compagnie Royale Asturienne des Mines SA and Rheinzing GMBH κ. Επιτροπής, Συλλ.1984, σ. 1679, σκ. 26, καθώς και απόφαση ΕΑ 554/VII/2012, σκ.
  5. 88 Βλ. ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4 «[….] Εξ άλλου, εφ’ όσον μία συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική που έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού αντίκειται στο άρθ. 81 παρ. 1 της Συνθήκης και το αρθ. 1 παρ. 1 του ν. 703/1977, ανεξάρτητα από τα αποτελέσματά της, η εν τοις πράγμασι μη εφαρμογή (εν όλω ή εν μέρει) της, όπως, αντίστοιχα, και η μη συμμόρφωση (εν όλω ή εν μέρει) προς τα συμφωνηθέντα, δεν ασκούν, κατά νόμο, επιρροή, ούτε συνιστούν λόγο απαλλαγής […]., ιδίως διότι η απόκλιση από τα συμφωνηθέντα μπορεί να οφείλεται απλώς στο ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τη σύμπραξη προς όφελός της […]» (με περαιτέρω παραπομπές σε ΔΕΚ, απόφαση Sandoz C-277/87, σκ. 17-8, βλ. και αποφάσεις της 11.7.1999, Belasco κα κατά Επιτροπής C-246/86, Σ. 02117, σκ. 15, ΠΕΚ αποφάσεις της 14.7.1994, Herlitz κατά Επιτροπής, T-66/92, Σ. II-531, σκ. 40, και Parker Pen κατά Επιτροπής T-77/92, Σ. II-549 σκ. 55, βλ. και απόφαση της 6.4.1995 Trefileurope κατά Επιτροπής T-141/89, Σ. II-791 σκ. 60- 85, της 6.4.1995, ILRO κατά Επιτροπής, T152/89, Σ. II-1197, σκ. 32, της 13.1.2004, JCB Service κατά Επιτροπής, T-67/01, Σ. II-49, σκ. 103, κα). 89 Βλ. ενδεικτικά Αποφάσεις ΔΕΚ C-403/04P και C-405/04P Sumitomo Metal Industries Ltd και Nippon Steel Corp. κατά Επιτροπής, σκ. 46, ΔΕΚ C-204/00 P, C-205/00P, C-211/00P, C-213/00P, C-217/00P and C-219/00P Aalborg κ.α. κατά Επιτροπής, σκ.
  6. Βλ. επίσης απόφαση ΔΕΚ C-195/99 P, Krupp Hoesch κατά Επιτροπής, σκ. 85, σύμφωνα με την οποία το άρθρο 101 ΣΛΕΕ δεν στηρίζεται στην έννοια του πλουτισμού, αλλά στην έννοια της διακινδύνευσης του ανταγωνισμού. Βλ. επίσης ενδεικτικά ΔΕφΑθ 1001/2006, σκ.
  7. 23 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΣΛΕΕ
  8. Εξάλλου, μια σύμπραξη δύναται να συνιστά εξ αντικειμένου περιορισμό του ανταγωνισμού, ακόμη και στην περίπτωση που εξυπηρετεί και άλλους σκοπούς
  9. E.3.5.
  10. Άμεσος ή έμμεσος καθορισμός τιμών
  11. Το άρθρο 1 Ν. 703/1977 - Ν. 3959/2011 και το άρθρο 101 ΣΛΕΕ μνημονεύει ρητά, ως περιοριστικές του ανταγωνισμού, συμφωνίες και αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και εν γένει συμπράξεις, οι οποίες άμεσα ή έμμεσα καθορίζουν τις τιμές αγοράς ή πώλησης ή οποιουσδήποτε άλλους όρους συναλλαγής. Στην περίπτωση που το αντικείμενο της απόφασης, συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής στοχεύει στον περιορισμό του ανταγωνισμού, αυτή εμπίπτει στην απαγόρευση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 703/1977 - Ν. 3959/2011 ή και 101 ΣΛΕΕ και δεν είναι απαραίτητο να εξεταστεί η υποκειμενική πρόθεση των μερών, αλλά μόνο το περιεχόμενο και ο αντικειμενικός σκοπός της συμφωνίας
  12. Κατά πάγια νομολογία, ο άμεσος ή έμμεσος καθορισμός τιμών συνιστά πρόδηλο περιορισμό του ανταγωνισμού
  13. Δεδομένου ότι η τιμή είναι το κυριότερο μέσο ανταγωνισμού, οι συμπράξεις με στόχο τον καθορισμό τιμών περιορίζουν από την ίδια τους τη φύση τον ανταγωνισμό.
  14. Αντικείμενο του εν λόγω περιορισμού μπορεί να είναι ο καθορισμός των τιμών, των τιμών πλαισίων, των εκπτώσεων ή των δεσμεύσεων ως προς τις τιμές μεταπώλησης, του κόστους βάσει του οποίου προσδιορίζονται συνιστώμενες τιμές, και των αμοιβών των παρεχόμενων υπηρεσιών από τους αντίστοιχους επαγγελματίες. Ο όρος «τιμές» λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια περικλείοντας ακόμα και συστάσεις περί τιμών94, όπως τιμές στόχους που πρέπει να επιτευχθούν95 ή «συνιστώμενες» τιμές που πρέπει να εφαρμοσθούν
  15. Για τη διαπίστωση, επομένως, άμεσου ή έμμεσου καθορισμού τιμών δεν απαιτείται ούτε η ταύτιση τιμών, ούτε η τυχόν ομοιόμορφη αύξηση ή αναπροσαρμογή τους. Ο άμεσος ή έμμεσος καθορισμός μιας τιμής, ακόμη και τιμής η οποία συνιστά απλώς και μόνο επιδιωκόμενο στόχο ή προτεινόμενη ή ενδεικτική τιμή, επηρεάζει αρνητικά τον ανταγωνισμό, διότι παρέχει σε όλα τα μέρη μιας σύμπραξης τη δυνατότητα να προβλέψουν με εύλογη βεβαιότητα την πολιτική τιμών που θα 90 Βλ. απόφαση ΔΕΕ, C-209/07, Irish Beef, Συλλ. 2008, σελ. Ι-8637, σκ.
  16. Βλ. ενδεικτικά ΔιοικΕφΑθ 1001/2006, σκ. 16, καθώς και ΔιοικΕφΑθ 1617/2009, σκ. 6 &
  17. Βλ. επίσης αποφάσεις ΔΕΕ, 96-102, 104, 105, 108 και 110/82 NV IAZ International Belgium και λοιποί κ. Επιτροπής, Συλλ. 1983, σελ. 3369, σκ. 25, C-45/85 Verband κ. Επιτροπής, Συλλ. 1987, σελ. 3259, σκ.35-42, και C-246/86 Belasco κ. Επιτροπής, Συλλ. 1989, σ. 2117, σκ. 40-
  18. Επίσης, απόφαση ΕΑ 554/VII/2012, σκ.
  19. 92 Βλ. ενδεικτικά ΔιοικΕφΑθ 559/2010, σκ. 17, ΔιοικΕφΑθ 2891/2009, σκ. 18, και ΔιοικΕφΑθ 1682/2009, σκ. 27, όπου και εκτενείς παραπομπές σε ενωσιακή νομολογία. Βλ. επίσης ΔΕΕ C-29/83 και 30/83, Compagnie Royale Asturienne des Mines SA and Rheinzing GMBH κ. Επιτροπής, Συλλ.1984, σ. 1679, σκ. 26, καθώς και απόφαση ΕΑ 554/VII/2012, σκ.
  20. 93 Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις του ΓενΔικ Τ-374/94, Τ-375/94, Τ-384/94 και Τ-388/94 European Night Services κ.λπ κ. Επιτροπής, Συλλ. 1998, ΙΙ- 3141, σκ.
  21. 94 Βλ. απόφαση ΕΑ 571/VII/2013, σκ.
  22. 95 Ενδεικτικά ΠΕΚ Τ-13/89 ICI κατά Επιτροπής Συλλ.1992, ΙΙ-1021,Απόφαση της Επιτροπής 89/515/ΕΟΚ Δομικά πλέγματα Υπόθεση IV/31.553, σκ. 166 96 Απόφαση της Επιτροπής 95/551/ΕΚ, Stichting Certificatie Kraanverhuurbedrijf και Federatie van Nederlandse Kraanverhuurbedrijve Υποθέσεις IV/34.179, 34.202, 216, σκ. 19, όπου ο σύνδεσμος των εκμισθωτών γερανών δημοσίευε συνιστώμενες τιμές προκειμένου οι τιμές που χρέωναν τα μέλη του να είναι «αποδεκτές» κατά τη σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό, επίσης και απόφαση Επιτροπής, 96/438/ΕΚ, FENEX, ΕΕ 1996 L181/28, σκ. 60, 61 και
  23. 91 24 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ακολουθήσουν οι ανταγωνιστές τους
  24. Εκδηλώνοντας, δηλαδή, την κοινή πρόθεση να εφαρμόσουν ένα δεδομένο επίπεδο τιμών για τις υπηρεσίες τους, οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις παύουν να καθορίζουν αυτοτελώς την πολιτική που θα ακολουθήσουν στην αγορά, αντιστρατευόμενοι έτσι την αντίληψη που εμπεριέχεται στις εθνικές και κοινοτικές διατάξεις περί ανταγωνισμού
  25. Συναφώς, η απαίτηση αυτονομίας δράσης στην αγορά (που περικλείεται στις εθνικές και ενωσιακές διατάξεις περί ανταγωνισμού) δεν αποκλείει μεν το δικαίωμα των εταιριών να προσαρμόζονται επιτηδείως στη διαπιστούμενη ή αναμενόμενη συμπεριφορά των ανταγωνιστών τους, πλην όμως αντιτίθενται αυστηρώς σε κάθε άμεση ή έμμεση επαφή μεταξύ των εταιριών αυτών δυνάμενη, είτε να επηρεάσει τη συμπεριφορά ενός υφιστάμενου ή δυνητικού ανταγωνιστή στην αγορά, είτε να αποκαλύψει σε έναν ανταγωνιστή την τιμολογιακή πολιτική που η εταιρία έχει αποφασίσει ή σκέπτεται να ακολουθήσει στην αγορά
  26. Ο καθορισμός κατώτατων ή προκαθορισμένων αμοιβών, είτε άμεσα είτε έμμεσα π.χ. μέσω του καθορισμού ανώτατων ή προκαθορισμένων εκπτώσεων, συνιστά εξ αντικειμένου περιορισμό του ανταγωνισμού που εμπίπτει στις απαγορευτικές διατάξεις του νόμου άνευ ετέρου
  27. Οι προκαθορισμένες ή/και ελάχιστες τιμές που επιβάλλονται από ενώσεις επιχειρήσεων αποτελούν πρακτικές με τις μεγαλύτερες αρνητικές επιπτώσεις στον ανταγωνισμό, αφού μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρό περιορισμό ή και εξάλειψη των ωφελειών που προσφέρουν στους καταναλωτές οι ανταγωνιστικές αγορές
  28. Η κυκλοφορία από μία επαγγελματική οργάνωση πληροφοριών αναφορικά με τις τιμές από τη φύση της υποκινεί τις επιχειρήσεις που ανήκουν σε αυτή να ευθυγραμμίσουν τις τιμές τους, ανεξάρτητα από τη διάρθρωση του κόστους τους
  29. Η μέθοδος αυτή αποθαρρύνει τις 97 Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις ΔΕΚ C-8/72 Vereeniging van Cementhandelaren κατά Επιτροπής, σκ. 21, ΠΕΚ Τ64/02 Heubach κατά Επιτροπής, σκ. 81 και Τ-224/00 Archer Daniels κατά Επιτροπής, σκ.
  30. Βλ. επίσης ΕΑ 518/VI/2011, σκ. 127 και ΕΑ 554/VII/2012, σκ.
  31. Βλ. επίσης και την απόφαση ΔΕΕ της 8.7.2008 στην υπόθεση 53/03, BPB/ Επιτροπή, σκ. 310 και απόφαση της Επιτροπής της 8.12.2010, υπόθεση 39310-ONP, σκ. 655, σύμφωνα με την οποία ο καθορισμός τιμών ακόμη και ενδεικτικών επηρεάζει τον ανταγωνισμό, καθώς επιτρέπει τους ανταγωνιστές να προβλέψουν την πολιτική τιμών των ανταγωνιστών του, ιδίως μάλιστα εάν παράλληλα με τις διατάξεις σχετικά με τις ενδεικτικές τιμές υφίσταται η πιθανότητα ελέγχου και κυρώσεων. 98 Βλ. ενδεικτικά απόφαση ΠΕΚ T-311/94, BPB de Eendracht κ. Επιτροπής, Συλλ.1998, σελ. II-1129, σκ.
  32. 99 Βλ. ΕΑ 563/VII/2013, σκ. 89 με περαιτέρω παραπομπές. 100 Κατά κανόνα δε οι αντιανταγωνιστικές αυτές πρακτικές δεν πληρούν τις προϋποθέσεις χορήγησης εξαίρεσης σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 Ν. 703/1977- 3959/
  33. 101 Βλ. σχετικά ΕΑ 518/VI/2011, σκ, 130, ΕΑ 554/VII/2012, σκ.
  34. 102 Στην υπόθεση FENEX, κρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι: «Παρά το ότι είναι φυσιολογικό για μια επαγγελματική οργάνωση να παρέχει στα μέλη της βοήθεια στη διαχείριση, δεν πρέπει να επηρεάζει έμμεσα ή άμεσα τον ανταγωνισμό, ιδίως υπό μορφή προτεινόμενων τιμών ισχυουσών για όλες τις επιχειρήσεις ανεξάρτητα από τη διάρθρωση του κόστους τους.
(61)Η κυκλοφορία καταλόγων προτεινόμενων τιμών από επαγγελματική οργάνωση από τη φύση της υποκινεί τις επιχειρήσεις που ανήκουν σε αυτήν να ευθυγραμμίσουν τις τιμές τους, ανεξάρτητα από τη διάρθρωση του κόστους τους. Η μέθοδος αυτή αποθαρρύνει τις επιχειρήσεις εκείνες των οποίων το κόστος είναι μικρό να χαμηλώσουν τις τιμές τους και προσφέρει ένα τεχνητό πλεονέκτημα στις επιχειρήσεις με μεγαλύτερο κόστος παραγωγής. [...] Με βάση τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι η εν λόγω οριζόντια πρακτική έχει στόχο να επηρεάσει σε σημαντικό βαθμό την αγορά και ως εκ τούτου υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 παρ.1», βλ. απόφαση Επιτροπής, 96/438/ΕΚ, FENEX, ΕΕ 1996 L181/28, σκ. 60, 61 και
  1. 25 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ επιχειρήσεις εκείνες των οποίων το κόστος είναι μικρό να μειώσουν τις τιμές τους και προσφέρει ένα τεχνητό πλεονέκτημα στις επιχειρήσεις με μεγαλύτερο κόστος παραγωγής
  2. Στο πλαίσιο αυτό και οι απλώς συνιστώμενες τιμές μπορεί να έχουν αισθητά αρνητικές επιπτώσεις στον ανταγωνισμό, καθώς διευκολύνουν το συντονισμό των τιμών μεταξύ των επαγγελματιών του κλάδου και ενδέχεται να οδηγούν σε παραπλάνηση των καταναλωτών σχετικά με τα εύλογα επίπεδα τιμών
  3. Πιο συγκεκριμένα, η κυκλοφορία από μια ένωση τιμοκαταλόγων με προτεινόμενες ή ενδεικτικές τιμές (δηλαδή ακόμη και μη δεσμευτικές) επηρεάζει τον ανταγωνισμό, λόγω του ότι επιτρέπει στους ανταγωνιστές να προβλέπουν με εύλογη βεβαιότητα ποια πολιτική τιμών θα ακολουθήσουν οι ανταγωνιστές τους
  4. Η κυκλοφορία αυτών των έστω προτεινόμενων τιμών από μία ένωση δεν μπορεί να μην έχει περιοριστικό αποτέλεσμα, αφενός στο επίπεδο των μελών της ένωσης, τα οποία, ακόμα και εάν δεν εφαρμόζουν ακριβώς τις προτεινόμενες αυτές τιμές, αναγκαστικά επηρεάζονται κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους από αυτές και αφετέρου σε επίπεδο επιχειρήσεων - μη μελών αυτής, αλλά που έχουν γνώση της τιμολογιακής πολιτικής που συνιστά η ένωση και δημοσιεύει ο επαγγελματικός τύπος, στις οποίες οι πληροφορίες αυτές επιτρέπει να προβλέπουν με εύλογη βεβαιότητα ποια πολιτική τιμών θα ακολουθήσουν οι ανταγωνιστές
  5. Εξάλλου είναι αδιάφορο αν οι προτεινόμενες τιμές αφορούν μόνον ένα μέρος των υπηρεσιών που προσφέρουν τα μέλη του συνδέσμου107, ενώ μπορεί να ληφθεί υπόψη ότι πρόκειται για μια σημαντική και τακτική δραστηριότητα του συνδέσμου
  6. Επιπροσθέτως, γίνεται δεκτό ότι οι αποφάσεις ένωσης επιχειρήσεων που αφορούν συνιστώμενες τιμές δύνανται να λειτουργήσουν ως εστιακό σημείο (focal point) κατά τον καθορισμό της τιμολογιακής πολιτικής από τα μέλη της και κατ’ επέκταση να εφαρμοστούν ενδεχομένως στην 103 Βλ. αποφάσεις Ευρ. Επιτροπής, 96/438/ΕΚ, FENEX, ΕΕ 1996 L181/28, σκ. 61 και της 24ης Ιουνίου 2004, υπόθεση COMP/A.38549, Baremes d’ Honoraires de l’ Ordre des Architectes Belges, ό.π., σκ.
  7. 104 Βλ. Ανακοίνωση Επιτροπής, Έκθεση σχετικά με τον Ανταγωνισμό στον Τομέα των Επαγγελματιών Υπηρεσιών, COM
(2004)83 τελικό, 9.2.2004, παρ. 37, και Faul & Nikay The EU Law of Competition OUP 2014 8.
  1. 105 Βλ. και Απόφαση της Επιτροπής 89/515/ΕΟΚ IV/31.553 - Δομικά πλέγματα Επ. Εφημ. L 260 6.9.1989 σ. 1 – 44, όπου έγινε δεκτό (σκ.. 165) ότι μη δεσμευτικές τιμές παραβιάζουν το αρ. 85 ΣυνθΕΚ (νυν 101 ΣΛΕΕ): «Το γεγονός ότι, από τη φύση τους, οι συμπράξεις για τις τιμές που συμφωνήθηκαν κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων αυτών δεν ήταν δεσμευτικές, δεν αλλάζει τίποτε ως προς το ασυμβίβαστό τους με τη συνθήκη. Η περιοδικότητα των συνεδριάσεων και το γεγονός ότι σε κάθε συνεδρίαση λάβαιναν χώρα νέες συμπράξεις για τις τιμές σε συνάρτηση με την εξέλιξη της αγοράς, δείχνουν ότι υπήρχε ομοφωνία των συμμετεχόντων για να ελέγχουν διαρκώς την εξέλιξη της αγοράς. Για το σκοπό αυτό αντικατέστησαν τον κανονικό ανταγωνισμό με μια μόνιμη, οιονεί θεσμοθετημένη συνεργασία». 106 Βλ. απόφαση Επιτροπής, 96/438/ΕΚ, FENEX, ΕΕ 1996 L181/28, σκ. 72, 73, όπου μόνο ένα μέλος του συνδέσμου FENEX εφάρμοζε τις τιμές, όμως η Επιτροπή δέχθηκε ότι η κυκλοφορία καταλόγων με προτεινόμενες τιμές από την FENEX για πάνω από μία 20ετία δεν μπορεί να μην είχε περιοριστικό αποτέλεσμα στο επίπεδο των μελών της, τα οποία ακόμη και εάν δεν εφάρμοζαν ακριβώς τις προτεινόμενες τιμές, αναγκαστικά επηρεάσθηκαν από αυτές στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων τους. Ομοίως και για τις επιχειρήσεις που δεν ήταν μέλη της FENEX, αλλά οι οποίες είχαν γνώση των αυξήσεων των τιμών που συνιστούσε η FENEX και δημοσίευε ο επαγγελματικός τύπος, καθώς οι πληροφορίες αυτές επέτρεψαν στις εν λόγω επιχειρήσεις να προβλέπουν, με εύλογη βεβαιότητα, ποια πολιτική τιμών θα ακολουθήσουν οι ανταγωνιστές τους. Βλ. επίσης απόφαση ΔΕΕ, υποθ. C-246/86, Belasco κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλ. 1989, σελ. 2117, σκ. 13, όπου γίνεται δεκτό ότι η κοινοποίηση σε μη μέλη μίας ένωσης σχεδίων αιτήσεων αυξήσεων τιμών είχε ως σκοπό την παρακίνηση αυτών να ευθυγραμμίσουν τις τιμές τους προς εκείνες των μελών κατά τρόπο ώστε να ενισχυθούν τα αποτελέσματα της συμπράξεως και πέραν του κύκλου των μελών. 107 Βλ. FENEX, ό. π., σκ.
  2. 108 Βλ. FENEX, ό. π., σκ.
  3. 26 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ πράξη από την πλειοψηφία ή το σύνολο των μελών της
  4. Σημαντικός παράγοντας για την αξιολόγηση των πιθανών αντιανταγωνιστικών αποτελεσμάτων από σχετικές αποφάσεις περί συνιστώμενων τιμών είναι η θέση της ένωσης επιχειρήσεων στην αγορά. Όσο ισχυρότερη είναι η θέση της ένωσης επιχειρήσεων στην αγορά, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος μια συνιστώμενη τιμή να οδηγήσει σε κατά το μάλλον ή ήττον ομοιόμορφη εφαρμογή αυτού του επιπέδου τιμών από τα μέλη της, διότι αυτοί είναι πιθανό να τη χρησιμοποιήσουν ως σημείο εστίασης
  5. Επιπλέον, έχει γίνει δεκτό ότι η υιοθέτηση κοινών μεθόδων υπολογισμού των στοιχείων κόστους των επιχειρήσεων συνεπάγεται καθορισμό τιμών. Πιο συγκεκριμένα, έχει κριθεί ότι η εφαρμογή ενός κοινού συστήματος υπολογισμού του κόστους προκειμένου να προσδιοριστούν τιμές πώλησης έχει άμεση επίπτωση στη διαδικασία προσδιορισμού των τιμών εκάστης επιχείρησης, δεδομένου ότι επιτρέπει τη σύγκριση τιμών με μεγαλύτερη ευχέρεια και τον συντονισμό στην αγορά
  6. E.3.
  7. Εξέταση της εφαρμογής του κανόνα “de minimis”
  8. Το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 703/1977, όπως ίσχυε, και το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3959/2011 δεν εφαρμόζεται, όταν οι συνέπειες μίας σύμπραξης δεν είναι σημαντικές για τον ανταγωνισμό εντός των ορίων της ελληνικής επικράτειας, σχετικό δε κριτήριο συνιστά το μερίδιο αγοράς. Σύμφωνα με την ποσοτικοποίηση του ως άνω κριτηρίου στην οποία προβαίνει η σχετική Ανακοίνωση της ΕΑ112, όταν πρόκειται για συμφωνία μεταξύ ανταγωνιστικών επιχειρήσεων, αυτή κατ’ αρχήν εξαιρείται από την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, εφόσον το συνολικό μερίδιο αγοράς που κατέχουν τα μέρη δεν υπερβαίνει το 5% σε καμία από τις σχετικές αγορές που επηρεάζονται από τη συμφωνία
  9. Ωστόσο, οι ιδιαίτερα σοβαροί περιορισμοί του ανταγωνισμού, όπως ο καθορισμός τιμών ή ο καταμερισμός της πελατείας προκειμένου περί συμφωνιών μεταξύ ανταγωνιστών, συνιστούν σε κάθε περίπτωση παράβαση των προαναφερόμενων διατάξεων114, καθώς περιορίζουν αισθητά τον ανταγωνισμό, ακόμα και αν τα μερίδια αγοράς των εμπλεκομένων επιχειρήσεων υπολείπονται του προαναφερόμενου ποσοστού. 109 Βλ. απόφαση ΕΑ 571/VII/2013, σκ. 144 και τις εκεί αναφερόμενες παραπομπές. Βλ. κατ’ αναλογία Ανακοίνωση της Επιτροπής - Κατευθυντήριες γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς, ΕΕ 2010 C 130/1, παρ.
  10. 111 74/292/EEC: Απόφαση της Επιτροπής της 15.5.1974, Επ. Εφημ. L 160, 17.6.1974, σελ. 1–17 σκ. 46 (μη διαθέσιμη στα ελληνικά): «The implementation by these undertakings of a common system of calculating costs in order to determine sales prices (paragraphs 19 and 20) has as its purpose the completion of the agreements on the IFTRA rules and on the exchange of price information. It has a direct effect on the process of determining price of each undertaking in question, since it enables the latter to more easily compare their respective prices and thus to coordinate their action on the market». 112 Από 02.03.2006 Ανακοίνωση της ΕΑ σχετικά με τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας οι οποίες δεν περιορίζουν σημαντικά τον ανταγωνισμό σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 703/1977 (de minimis), όπου προβλέπεται ότι ο κανόνας de minimis δεν ισχύει για τις συμφωνίες που περιλαμβάνουν ιδιαίτερα σοβαρούς περιορισμούς, οι οποίοι, άμεσα ή έμμεσα, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες που ελέγχονται από τα μέρη, έχουν- μεταξύ άλλων- ως αντικείμενο τον καθορισμό των τιμών πώλησης του εκάστοτε προϊόντος σε τρίτους και τον περιορισμό της παραγωγής- διάθεσης. 113 Βλ. την από 02.03.2006 Ανακοίνωση της ΕΑ σχετικά με τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας οι οποίες δεν περιορίζουν σημαντικά τον ανταγωνισμό σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 703/1977 (de minimis), παρ. 7 υπό στ. α. 114 Ό.π., παρ. 11 υπό στ. 1 περ. α και γ. 110 27 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  11. Συνεπώς οι υπό κρίση πρακτικές που αφορούν στον καθορισμό αμοιβών συνιστούν ιδιαιτέρως σοβαρό περιορισμό του ανταγωνισμού και δεν μπορούν να εξαιρεθούν από τις ως άνω διατάξεις κατ’ εφαρμογή του κανόνα de minimis, ακόμη κι αν καταλαμβάνουν περιορισμένο ή/και συγκριτικά μικρό μέρος της συνολικής αγοράς
  12. Οι εν λόγω περιορισμοί συνιστούν παράβαση, ανεξαρτήτως του μεριδίου αγοράς των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων ή «ενώσεων επιχειρήσεων» στη σχετική αγορά. Συναφώς, δεν δύναται να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής των απαγορευτικών διατάξεων των άρθρων 1 Ν. 703/77 και 101 ΣΛΕΕ. E.3.
  13. Δυνατότητα εξαίρεσης βάσει του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 3959/2011 (πρώην άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 703/1977)
  14. Προκειμένου να εξετασθεί αν οι υπό κρίση αποφάσεις καθορισμού τιμών εξαιρούνται από την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 703/1977-Ν. 3959/2011, πρέπει να διερευνηθεί εάν αυτές πληρούν σωρευτικά τις προϋποθέσεις ατομικής εξαίρεσης, όπως αυτές προβλέπονται ρητά στο άρθρο 1 παρ. 3 του του Ν. 703/1977 - 1 παρ. 3 Ν. 3959/2011 ή 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ.
  15. Η εφαρμογή της εξαίρεσης του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 703/1977 – Ν. 3959/2011, και αντιστοίχως του άρθρου 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ υπόκειται σε τέσσερις προϋποθέσεις, δύο θετικές και δύο αρνητικές: α) η απόφαση πρέπει να συμβάλλει στην βελτίωση της αποτελεσματικότητας ή της διανομής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής- οικονομικής προόδου, β) πρέπει να εξασφαλίζει δίκαιο τμήμα στους καταναλωτές από το όφελος που προκύπτει, γ) οι περιορισμοί πρέπει να είναι απαραίτητοι για την επίτευξη των στόχων αυτών και δ) η συμφωνία δεν πρέπει να παρέχει στα μέρη τη δυνατότητα κατάργησης του ανταγωνισμού.
  16. Οι τέσσερις αυτές προϋποθέσεις είναι σωρευτικές, δηλαδή οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις οφείλουν να αποδείξουν ότι πληρούνται και οι τέσσερις προκειμένου να χορηγηθεί εξαίρεση. Εφόσον έστω και μία από αυτές δεν πληρούται, η συμφωνία είναι αυτοδικαίως άκυρη
  17. Τα άρθρα 1 παρ. 3 Ν. 703/1977 - άρθρο 1 παρ. 3 Ν. 3959/2011, δεν αποκλείουν a priori ορισμένα είδη συμφωνιών από το πεδίο εφαρμογής τους. Ωστόσο, σοβαροί περιορισμοί του ανταγωνισμού, όπως ο άμεσος ή έμμεσος καθορισμός τιμών, δεν θεωρείται πιθανό να πληρούν τις προϋποθέσεις εξαίρεσης από την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 1 Ν. 703/1977-3959/2011 και του 101 ΣΛΕΕ
  18. Ειδικότερα, οι συμφωνίες αυτές κατά κανόνα δεν πληρούν (τουλάχιστον) τις δύο πρώτες προϋποθέσεις των σχετικών διατάξεων. Δεν δημιουργούν, δηλαδή, αντικειμενικά οικονομικά πλεονεκτήματα118, ούτε και προσπορίζουν οφέλη στους καταναλωτές
  19. Επιπλέον, 115 Βλ. Ανακοίνωση της Ε.Α. της 2.3.2006 σχετικά με τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας (de minimis), παρ. 11
(2), και Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας (de minimis), ΕΕ C 368, 22/12/2001, παρ. 11
(2). Βλ. επίσης ενδεικτικά ΔΕφΑθ 559/2010, ΔΕφΑθ 2891/2009 και ΔΕφΑθ 1682/2009, σκ. 29, και απόφαση ΕΑ 554/
  1. 116 Βλ. Ανακοίνωση Επιτροπής - Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 81 παρ. 3 της Συνθήκης, ΕΕ 2004 C101/97, παρ. 42 (και νομολογία των Ευρωπαϊκών δικαστηρίων που μνημονεύεται σχετικά). 117 Ό.π., παρ.
  2. 118 Ό.π., παρ.
  3. 119 Βλ. ενδεικτικά απόφαση ΓΔικ, T-29/92 Vereniging van Samenwerkende Prijsregelende Organisatiesinde Bouwnijverheid (SPO) κ. Επιτροπής, Συλλ. 1995 II-289, σκ.
  4. 28 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ κατά κανόνα αυτά τα είδη συμφωνιών δεν πληρούν το κριτήριο του απαραίτητου χαρακτήρα βάσει της τρίτης προϋπόθεσης
  5. Τέλος, ούτε και η τέταρτη προϋπόθεση της εξαίρεσης πληρούται, εάν η συμφωνία καταργεί τον ανταγωνισμό στη σημαντικότερη έκφρασή του, ήτοι σε επίπεδο τιμών
  6. Επομένως ένας τέτοιος περιορισμός δεν παρίσταται stricto ή lato sensu αναλογικός.
  7. Επισημαίνεται παρεμπιπτόντως ότι, εφόσον αποδειχθεί παράβαση του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 703/1977 - Ν. 3959/2011 και του 101 ΣΛΕΕ, τα εμπλεκόμενα μέρη που το επικαλούνται φέρουν το βάρος απόδειξης ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 3 Ν. 703/1977 - άρθρου 1 παρ. 3 Ν. 3959/2011 και αντιστοίχως του άρθρου 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 4 Ν. 3959/2011, κατά τη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού, για την εφαρμογή των άρθρων 1 και 2 καθένας φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του
  8. Κάθε σύνδεσμος επικαλούμενος την εφαρμογή της παρ. 3, συνεπώς, βαρύνεται να αποδείξει, κατά τρόπο ειδικό και συγκεκριμένο, ότι η υπό κρίση περίπτωση ικανοποιεί κάποια από τις εξαιρετικές προϋποθέσεις ατομικής απαλλαγής της παρ. 3 του άρθρου 1 και αντιστοίχως του 101 ΣΛΕΕ. Κατά τη σχετική αξιολόγηση, λαμβάνονται υπόψη μόνο τα αντικειμενικά πλεονεκτήματα, πράγμα που σημαίνει ότι η τυχόν επικαλούμενη βελτίωση της αποτελεσματικότητας δεν εκτιμάται με βάση την υποκειμενική άποψη των μερών. E.3.
  9. Διαρκής χαρακτήρας της παράβασης
  10. Κατά πάγια νομολογία, παραβίαση των απαγορευτικών διατάξεων του άρθρου 1 Ν. 703/1977- 1 Ν. 3959/2011 δεν στοιχειοθετείται μόνο στην περίπτωση συμφωνιών, εναρμονισμένων πρακτικών ή αποφάσεων ενώσεων επιχειρήσεων οι οποίες είναι μεμονωμένες, οπότε πρέπει να επιβληθούν κυρώσεις για χωριστές παραβάσεις, αλλά και στην περίπτωση μιας αλληλουχίας πράξεων ή μιας διαρκούς συμπεριφοράς, οπότε τα επιμέρους στοιχεία τους συνθέτουν μια ενιαία παράβαση
  11. Τούτο συντρέχει ανεξαρτήτως του ότι ένα ή περισσότερα στοιχεία αυτής της σειράς ενεργειών ή η διαρκής αυτή συμπεριφορά θα μπορούσαν να συνιστούν και αφ’εαυτών παράβαση των εν λόγω άρθρων
  12. Τα κριτήρια τα οποία εφαρμόζονται για τη διαπίστωση ενιαίας 120 Βλ. Ανακοίνωση Επιτροπής - Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 81 παρ. 3 της Συνθήκης, ΕΕ 2004 C 101/97, παρ. 46 και 79 (και νομολογία που μνημονεύεται σχετικά). 121 Ό.π., παρ.
  13. 122 Βλ. ενδεικτικά ΔιοικΕφΑθ 559/2010, σκ. 18, ΔιοικΕφΑθ 2892/2009, σκ.
  14. ΔιοικΕφΑθ 1682/2009, σκ.
  15. 123 Βλ. σχετικώς, απόφαση ΔΕΚ C-204/00 P, C-205/00 P, C-211/00 P, C-213/00 P, C-217/00 P και C-219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκ. 258 (και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), απόφαση ΠΕΚ Τ-279/02 Degusa AG κατά Επιτροπής, σκ.
  16. Βλ. και ΕΑ 563/VII/2013, σκ. 229 επ. Βλ. επίσης, απόφαση ΓενΔικ της 17.05.2013, υπόθεση T-147/09, Trelleborg Industrie SAS, Trelleborg AB v Commission, σκ. 60: «Συναφώς, η νομολογία χρησιμοποιεί πολλά κριτήρια για την εκτίμηση του αν μια παράβαση είναι ενιαία ή όχι και, συγκεκριμένα, το αν οι επίμαχες πρακτικές είχαν κοινό αντικείμενο […], το αν αφορούν κοινά προϊόντα και υπηρεσίες […], το αν μετείχαν σε αυτές οι ίδιες επιχειρήσεις […] και το αν χρησιμοποιήθηκαν οι ίδιες μέθοδοι για την εφαρμογή τους […] . Επιπλέον, η ταυτότητα των φυσικών προσώπων που εμπλέκονται για λογαριασμό των επιχειρήσεων και το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής των επίμαχων πρακτικών είναι επίσης στοιχεία που μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εξέταση αυτή». 124 ΕΑ 642/2017 σκ. 98 με παραπομπή και σε C-49/92 P, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni SpA Συλλ 1999, σελ. Ι-4125, σκ.
  17. 29 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ παράβασης επί συμφωνιών ή εναρμονισμένων πρακτικών εφαρμόζονται και επί αποφάσεων ενώσεων επιχειρήσεων
  18. Συναφώς, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι «με την έννοια της ενιαίας παραβάσεως, νοείται κατάσταση, στο πλαίσιο της οποίας πλείονες επιχειρήσεις συμμετείχαν σε παράβαση συνισταμένη σε αδιάλειπτη συμπεριφορά επιδιώκουσα ένα και μόνον οικονομικό σκοπό, ήτοι τη νόθευση του ανταγωνισμού, ή ακόμη και σε μεμονωμένες παραβάσεις συνδεόμενες μεταξύ τους λόγω ταυτότητας αντικειμένου (ίδιος σκοπός του συνόλου των στοιχείων) και υποκειμένων (ταυτότητα των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων εχουσών συνείδηση της συμμετοχής τους στον κοινό σκοπό)»
  19. Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση ενιαίας και διαρκούς παράβασης, επιτρέπεται η επιβολή από την αρχή ανταγωνισμού ενός προστίμου για το σύνολο της ληφθείσας υπόψη παραβατικής περιόδου, αντί της επιβολής κύρωσης ανά μία ξεχωριστή μεμονωμένη παράβαση. Ως ημερομηνία ενάρξεως της προθεσμίας παραγραφής της εξουσίας της αρχής ανταγωνισμού να επιβάλει κυρώσεις ορίζεται η ημερομηνία από την οποία έπαυσε η διαρκής παράβαση
  20. Περαιτέρω, για να υπολογισθεί η διάρκεια της παράβασης που έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού, πρέπει να εξακριβώνεται η περίοδος υπάρξεως της σύμπραξης αυτής, ήτοι η περίοδος από την ημερομηνία συνάψεώς της μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία έπαυσε να ισχύει
  21. Προκειμένου να αποδείξει η κάθε συμμετέχουσα στη σύμπραξη ότι έθεσε τέρμα στη συμμετοχή της, πρέπει να παρέχει επαρκείς αποδείξεις περί διακοπής και αποστασιοποίησης από τη σύμπραξη με υιοθέτηση συμπεριφοράς συνιστάμενης στον θεμιτό και ανεξάρτητο ανταγωνισμό στη σχετική αγορά και καταγγελία της συμπεριφοράς στην Επιτροπή
  22. Ελλείψει αποδεικτικού στοιχείου ή ένδειξης που να μπορεί να ερμηνευθεί ως δημόσια αποστασιοποίηση / δηλωθείσα βούληση της προσφεύγουσας να αποστασιοποιηθεί από το 125 Βλ. και απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 8.12.2010 στην υπόθεση COMP39510 Labco/ONP όπου έγινε δεκτό ότι η διαπίστωση ότι η έννοια της ενιαίας παράβασης προϋποθέτει συμπεριφορές με ενιαίο αντιανταγωνιστικό οικονομικό σκοπό, εφαρμόζεται και επί συμπεριφοράς που υιοθετείται από μια ένωση επιχειρήσεων, σκ. 635 [ «Το Δικαστήριο υπογράμμισε, ιδίως στην υπόθεση του τσιμέντου, ότι η έννοια της «ενιαίας συμφωνίας» ή της «ενιαίας παράβασης» προϋποθέτει ένα σύνολο συμπεριφορών που υιοθετήθηκε από διαφορετικά μέρη με επιδίωξη ενός κοινού οικονομικού αντιανταγωνιστικού σκοπού […] Στο πλαίσιο του άρθρου 101, παρ. 1 της ΣΛΕΕ, αυτή η δήλωση είναι αντιστοίχως εφαρμοστέα σε συμπεριφορά υιοθετηθείσα από μια ένωση επιχειρήσεων»] με παραπομπή και στην απόφαση του Δικαστηρίου της 4 Ιουνίου 2009 στην υπόθεση C8/08, T-Mobile Netherlands BV, KPN Mobile NV, Orange Nederland NV et Vodafone Libertel NV / Raad van bestuur van de Nederlandse Mededingingsautoriteitpoint, Συλλ. 2009, σελ. I-4529, σκ. 23 και απόφαση ΔΕΚ της 8 Ιουλίου 1999 στην Υπόθεση C-49/92 P., Commission / Anic Partecipazioni SpA Συλλ. 1999, σελ. I-4125, σκ.
  23. Βλ. επίσης ΔΕφΑθ 3645 σκ.
  24. 126 ΓενΔΕΕ Τ- 410/09 Almamet GmbH Handel mit Spanen und Pulvern aus Metall κατά Επιτροπής, σκ. 152 και νομολογία στην οποία παραπέμπει. 127 Βλ. ΕΑ 642/2017 σκ. 101 και ΓενΔΕΕ T-147/09 και 148 /09, Trelleborg Industrie SAS κ.α. κατά Επιτροπής, ό.π. σκ.
  25. Βλ. Προτάσεις του Γεν. Εισαγγελέα Κοσμά στην υπόθεση C- 49/92 P, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni SpA, ό.π. σκ.
  26. Βλ. επίσης άρθρο 42 του ν. 3959/
  27. 128 Βλ. ενδεικτικά απόφαση ΠΕΚ, υποθ. T-49/02 έως T-51/02, Brasserie nationale κατά Επιτροπής, Συλλ. ΙΙ3033, σκ.
  28. 129 Βλ. ενδεικτικά απόφαση ΠΕΚ, υποθ. T-62/02, Union Pigments κατά Επιτροπής, Συλλ. 2005, σελ. ΙΙ-5057, σκ. 42 και απόφαση της Επιτροπής, 2004/337/ΕΚ, Αυτογραφικό Χαρτί, EE 2004 L 115/1, σκ.
  29. 30 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ αντικείμενο της αντιανταγωνιστικής σύμπραξης, η παράβαση λογίζεται ότι συνεχίζεται τουλάχιστον μέχρι την ημέρα της έρευνας
  30. Εν προκειμένω, ο διαρκής χαρακτήρας της διαπιστωθείσας παράβασης στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία για όλη τη χρονική περίοδο στην οποία εκτείνεται η παράβαση, ιδίως λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι εκ φύσεως οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων διαρκούν έως την αναπροσαρμογή, τροποποίηση ή κατάργησή τους με νεότερη απόφαση. Πρόκειται ιδίως για καταστατικές ρήτρες ή αποφάσεις ενιαίου καθορισμού τιμών που αποτελούν συστατικά στοιχεία μιας ενιαίας παραβάσεως και έχουν εκ της φύσεως τους διαρκή χαρακτήρα, καθώς λαμβάνονται από το σύνδεσμο, αφορούν τις ίδιες υπηρεσίες, υλοποιούνταν με τον ίδιο ή παρόμοιους τρόπους και είχαν σκοπό τη νόθευση του ανταγωνισμού στο πεδίο της τιμολόγησης των υπηρεσιών των μελών τους. Ισχύουν, δε, έως την αναπροσαρμογή, αντικατάσταση, τροποποίηση ή κατάργησή τους με νεότερη αντίστοιχη πράξη. ΣΤ.
  31. ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΣΕΗΕΑ - ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
  32. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΣΕΗΕΑ, τους οποίους προέβαλε προφορικώς, κατά την ακροαματική διαδικασία, αλλά και εγγράφως, με το υπόμνημά του131, η σύσταση του σωματείου τελέσθηκε με μη κερδοσκοπικό σκοπό, το ότι αποτελείται από επαγγελματίες δεν την καθιστά επιχείρηση, η ενασχόληση με τον κλάδο δεν αποτελεί επαγγελματική ενασχόληση, ο ΣΕΗΕΑ δεν προέβη σε πρακτικές κατά του ελεύθερου ανταγωνισμού, αλλά σε όλες τις απόψεις των μελών του ΔΣ και στις πρακτικές του κατέστη φανερό ότι η θέση του ΣΕΗΕΑ ήταν εναντίον των καρτέλ και του αθέμιτου ανταγωνισμού, ενώ η λύση στα προβλήματα του κλάδου δεν μπορεί να προέλθει από συντεχνιακές πρακτικές ενιαίου καθορισμού τιμών. Ο ΣΕΗΕΑ ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο ίδιος ήταν πάντα αντίθετος στην εφαρμογή τέτοιου είδους πρακτικών, διαχώρισε τη θέση του όποτε ανέκυπταν παρόμοια θέματα και ουδέποτε έλαβε αποφάσεις που στόχευαν στον καθορισμό τιμών στο πλαίσιο της δραστηριότητάς του και μεταξύ των μελών του. Κατά τους ισχυρισμούς του, ποτέ δεν είχε απαιτήσει από τους ηλεκτρολόγους να τιμολογούν βάσει του σωματείου, ούτε πρότεινε τιμές, αλλά ήταν καθαρά προσωπική επιλογή του κάθε συναδέλφου με τον πελάτη του.
  33. Εξάλλου, σύμφωνα με τις θέσεις του Συνδέσμου, το Καταστατικό του λειτούργησε στο πλαίσιο των Νόμων, και ακολουθούνταν οι νόμιμες διαδικασίες έγκρισης αυτού από τις αρμόδιες αρχές. Οι καταστατικές παραβάσεις που αναφέρθηκαν στην εισήγηση, προφανώς υπήρχαν από ένα καταστατικό το οποίο ήταν πάρα πολύ παλιό, το σωματείο έχει ιδρυθεί από το
  34. Και αν υπήρχαν αυτές οι καταστατικές παραβάσεις υπήρχαν για να προφυλάξουν από τον αθέμιτο ανταγωνισμό, καθώς υπήρχε τότε μια υπερτίμηση στην αγορά και θεώρησαν ότι θα μπορούσαν με αυτή την καταστατική διάταξη να μην φτάσουν στο επίπεδο του αθέμιτου ανταγωνισμού. Εν πάση περιπτώσει, ουδέποτε εφαρμόστηκε. Ο Σύνδεσμος απάλειψε, δε, με τις νόμιμες διαδικασίες που προβλέπονται για την τροποποίηση του Καταστατικού τα άρθρα 2 παρ. 8 και 8 παρ. 9 του Καταστατικού. Ο ΣΕΗΕΑ δεν έφερε ποτέ στα Διοικητικά Συμβούλια και στις Συνελεύσεις θέματα που είχαν σχέση με τις τιμές, αλλά ήταν καθαρά ένα συνδικαλιστικό σωματείο. Κάποιες 130 131 Βλ. ενδεικτικά απόφαση ΠΕΚ, υπόθ. Τ-59/99, Ventouris κατά Επιτροπής, Συλλ. 2003, σελ. ΙΙ-5257, σκ.
  35. Βλ. ιδίως υπόμνημα υπ’ αρ. πρωτ. 92/5.2.2018 και πρακτικά Συνεδρίασης 108 της 10ης Δεκεμβρίου
  36. 31 / 47 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ διαφορετικές απόψεις που υπήρχαν έχουν παταχθεί από το Σωματείο και κάποιος που επέμενε περί κοστολόγησης των τιμών και έλεγε να μπουν στη διαδικασία των τιμών, να πάνε στην ΠΟΣΕΗ κ.λπ. δεν υπάρχει πια στο Σωματείο. Το Σωματείο βγήκε από την ΠΟΣΕΗ, ενώ υπήρχε αντιπαλότητα με την ΠΟΣΕΗ, που προσπαθούσε να λειτουργήσει έτσι. Ο ΣΕΗΕΑ είχε ένα συμβατικό χαμηλό ποσό για τα λειτουργικά έξοδα του σωματείου που δεν είχε καμία σχέση με αθέμιτο ανταγωνισμό. Η αντιπαράθεση με την ΠΟΣΕΗ και ιδίως με τα σωματεία της επαρχίας αφορούσε στο ότι ο ΣΕΗΕΑ δεν συμφωνούσε ότι ο ηλεκτρολόγος πρέπει να περιφρουρήσει το επάγγελμά του με αυτή τη λανθασμένη μέθοδο με καθορισμένα και ενιαία ποσά - ενιαίες τιμές ηλεκτρολογικών εργασιών, και στην αντιπαράθεση αυτή ψηφίστηκε από την Ομοσπονδία η αποβολή του ΣΕΗΕΑ γιατί δεν μπορούσε να συμμετέχει σε αυτή τη διαδικασία και σε καμία συνάντηση δεν συμφώνησε σχετικά καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας από τα σωματεία της Περιφέρειας, τα σωματεία της Αττικής κ.ο.κ. αλλά πάντα ήταν αντίθετος. ΣΤ.
  37. ΥΠΑΓΩΓΗ ΣΤΑ ΑΡΘΡΑ 1 Ν.703/1977 – Ν. 3959/2011 – ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝΗ ΥΠΟΘΕΣΗ
  38. Η υπαγωγή στους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου που ακολουθεί, βασίζεται σε συσχέτιση, συνδυαστική ερμηνεία και συνολική αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου της υπόθεσης
  39. ΣΤ.2.1 Υπαγωγή στην έννοια της «επιχείρησης»
  40. Οι ηλεκτρολόγοι - μέλη του ΣΕΗΕΑ εμπίπτουν στην έννοια της επιχείρησης, δεδομένου ότι αποτελούν ελεύθερους επαγγελματίες, οι οποίοι διεξάγουν αυτόνομη οικονομική δραστηριότητα, παρέχοντας τις υπηρεσίες τους έναντι αμοιβής και αναλαμβάνοντας τους σχετικούς οικονομικούς κινδύνους
  41. Mάλιστα, προϋπόθεση εγγραφής των ηλεκτρολόγων ως μελών στο ΣΕΗΕΑ αποτελεί και η πραγματική άσκηση του επαγγέλματός τους134,
  42. Συνεπώς, οι ηλεκτρολόγοι 132 Η παρούσα απευθύνεται κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω μόνο στις επιχειρήσεις εκείνες που δεν συμμετείχαν στη ΔΔΔ. Επί της συμμετοχής και ευθύνης των μερών που συμμετείχαν στη ΔΔΔ έχει εκδοθεί η Απόφαση Διευθέτησης. Στην παρούσα, αναφορές στα μέρη που συμμετείχαν στη ΔΔΔ, δεν μεταβάλλουν ούτε τροποποιούν ούτε ανακαλούν ούτε άλλως επηρεάζουν με οποιονδήποτε τρόπο τα κριθέντα δυνάμει της Απόφασης Διευθέτησης. 133 Αντίστοιχα και ΕΑ 292/VI/2005 Κεφ. 2.1 σελ. 12-13, επικυρωθείσα από ΣτΕ 148/2015 παρ. 12 επί των οδοντιάτρων, ομοίως και ΕΑ 571/VI/2013 παρ.
  43. 134 Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του Καταστατικού του ΣΕΗΕΑ (όπως το Καταστατικό του ΣΕΗΕΑ τροποποιήθηκε το έτος 2001 και ίσχυε έως την πρόσφατη τροποποίησή του κατά το τρέχον έτος, με την οπ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.