ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΙΘ. 696/2019 Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΣΕ ΕΥΡΕΙΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συνεδρίασε στην Αίθουσα Συνεδριάσεων του 1ου ορόφου του κτηρίου των γραφείων της, επί της οδού Κότσικα 1Α, Αθήνα, την 21η Νοεμβρίου 2019, ημέρα Πέμπτη και ώρα 09:30, με την εξής σύνθεση: Πρόεδρος: Μέλη: Γραμματέας: Ιωάννης Λιανός. Καλλιόπη Μπενετάτου (Αντιπρόεδρος ΕΑ), Παναγιώτης Φώτης, Ιωάννης Στεφάτος, Μαρία Ιωαννίδου, Μαρία Ιωάννα Ράντου, Σωτήριος Καρκαλάκος, Ιωάννης Πετρόγλου, Μιχαήλ Πολέμης και Αφροδίτη Αδαμάκου. Ευαγγελία Ρουμπή. Θέμα της συνεδρίασης ήταν η λήψη απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 περίπτωση (ιδ) υποπερίπτωση (αα), και περίπτωση (ιε) του Ν. 3959/2011, όπως ισχύει, για τον καθορισμό και την ποσοτικοποίηση των κριτηρίων της κατά προτεραιότητα εξέτασης των υποθέσεων και των στρατηγικών στόχων κατ' εφαρμογήν συστήματος μοριοδότησης («Σύστημα Μοριοδότησης») κατόπιν διενέργειας δημόσιας διαβούλευσης, σε αντικατάσταση κατά τούτο των υπ' αριθ. 525/VI/2011 (ΦΕΚ Β' 1950/1.9.2011) και 616/2015 (ΦΕΚ Β' 585/4.3.2016) προηγούμενων σχετικών Αποφάσεων. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού (εφεξής και «Ε.Α.»), σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 περίπτωση (ιδ) υποπερίπτωση (αα), και περίπτωση (ιε) του Ν. 3959/2011, αφού έλαβε υπόψη της τις υπ' αριθ. 525/VI/2011 (ΦΕΚ Β' 1950/1.9.2011) και υπ’ αριθ. 616/2015 (ΦΕΚ Β' 585/4.3.2016) Αποφάσεις της και την ανάγκη επικαιροποίησης αυτών, με βάση και την εμπειρία που αποκτήθηκε από την εφαρμογή του συστήματος μοριοδότησης έως σήμερα, καθώς και το γεγονός ότι δεν προκαλείται δαπάνη με την παρούσα, έπειτα από διαλογική συζήτηση, ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ ΤΑ ΕΞΗΣ: Ι.
- ΚΑΤΑ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ Η Ε.Α. στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 περίπτωση (ιδ) υποπερίπτωση (αα) και περίπτωση (ιε) του Ν. 3959/20111, καθορίζει τα κριτήρια της κατά προτεραιότητα εξέτασης των υποθέσεων και των στρατηγικών στόχων της, ποσοτικοποιεί, κατ' 1 Βλ. και το άρθρο 36 παρ. 3 και 5 του ν. 3959/2011 σχετικά με την προτεραιοποίηση των καταγγελιών. 1 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ εφαρμογή συστήματος μοριοδότησης, τα τεθέντα από αυτήν κριτήρια και καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του
- Οι ρυθμίσεις για την προτεραιοποίηση των υποθέσεων με αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια που εξειδικεύουν το δημόσιο συμφέρον, οι οποίες εισήχθησαν για πρώτη φορά με τη μεταρρύθμιση που επέφερε ο Ν. 3959/2011, αποσκοπούν ιδίως στην αποδοτικότερη διαχείριση των περιορισμένων ανθρώπινων πόρων της Ε.Α., την εντεύθεν αποτελεσματικότερη λειτουργία και την στοχευμένη δράση της ως προς τη διερεύνηση υποθέσεων βαρύνουσας σημασίας ή/και με εκτιμώμενο συστημικό αποτέλεσμα σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας.
- Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14 παρ. 2 περίπτωση (ιδ), υποπερίπτωση (αα), και περίπτωση (ιε), η Ε.Α. εξέδωσε την υπ’ αριθ. 525/VΙ/2011 Απόφαση περί της κατά προτεραιότητα εξέτασης των υποθέσεων και των στρατηγικών στόχων, με την οποία καθόρισε στο πλαίσιο της διακριτικής της ευχέρειας συγκεκριμένα κριτήρια αξιολόγησης της προτεραιότητας των υποθέσεων. Επίσης, η Ε.Α. εξέδωσε, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 περίπτωση (ιε) του Ν. 3959/2011, την υπ’ αριθ. 539/VII/2012 (ΦΕΚ 2047/Β/27.6.2012) Απόφαση για την ποσοτικοποίηση των κριτηρίων της κατά προτεραιότητα εξέτασης των υποθέσεων, με βάση την οποία κατατάσσονται οι υποθέσεις σε σειρά προτεραιότητας ως προς τη διερεύνησή τους από τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού (εφεξής και «Γ.Δ.Α.») με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον. Τέλος, με βάση την εμπειρία που αποκτήθηκε από το προγενέστερο σύστημα μοριοδότησης, η Ε.Α. εξέδωσε την υπ’ αριθ. 616/2015 (ΦΕΚ Β' 585/4.3.2016) Απόφαση για την εκ νέου ποσοτικοποίηση των κριτηρίων της κατά προτεραιότητα εξέτασης των υποθέσεων και των στρατηγικών στόχων κατ’ εφαρμογήν του συστήματος μοριοδότησης, η οποία αντικατέστησε κατά τούτο την υπ’ αριθ. 539/VII/2012 προηγούμενη σχετική Απόφαση.
- Δεδομένης της παρόδου εύλογου χρονικού διαστήματος από την υιοθέτηση του ως άνω συστήματος, και λαμβανομένων υπόψη των νομοθετικών εξελίξεων σε ενωσιακό επίπεδο (Οδηγία 2019/1) που παρατίθενται αμέσως κατωτέρω, η Ε.Α. έκρινε αναγκαία την εκ νέου επικαιροποίηση του έως σήμερα ισχύοντος συστήματος μοριοδότησης, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14 παρ. 2 περίπτωση (ιδ), υποπερίπτωση (αα), και περίπτωση (ιε) Ν. 3959/
- Οι ρυθμίσεις για την προτεραιοποίηση των υποθέσεων με αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια συνάδουν με πάγια ενωσιακή νομολογία, σύμφωνα με την οποία οι Αρχές Ανταγωνισμού υποχρεούνται μεν να εξετάζουν προσεκτικά το σύνολο των πραγματικών και νομικών στοιχείων που γνωστοποιούν οι καταγγέλλοντες, αλλά δεν είναι υποχρεωμένες να διερευνούν όλες τις καταγγελίες που τους υποβάλλονται
- Συγκεκριμένα, ο καθορισμός προτεραιοτήτων από μία Αρχή Ανταγωνισμού, εντός των ορίων που τίθενται από το νόμο, είναι ένα εγγενές χαρακτηριστικό της διοικητικής δράσης4, με αποτέλεσμα η διοικητική αρχή να μπορεί να δίνει προτεραιότητα σε 2 Ακολούθως, βάσει του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 3959/2011, ο Πρόεδρος της Ε.Α. ύστερα από εισήγηση της Γ.Δ.Α. εισάγει από τις εκκρεμείς υποθέσεις, όσες από αυτές πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 14 παρ. 2 περίπτωση (ιδ) υποπερίπτωση (αα), ενώ η Γ.Δ.Α. διερευνά τις υποθέσεις σύμφωνα με την σειρά κατάταξης που προκύπτει κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 14 παρ. 2 περίπτωση (ιε). 3 Πρβλ. ενδεικτικά ΓενΔΕΕ, υπόθ. T-24/90, Automec κατά Επιτροπής, EU:T:1992:97, σκ. 79· υπόθ. Τ-189/95,Τ-36/96 και Τ123/96, SGA κατά Επιτροπής, EU:T:1999:317, σκ. 53· ΔΕΕ υπόθ. C-119/97P, Union française de l’express (Ufex) κ.ά κατά Επιτροπής, EU:C:1999:116, σκ, 8· και υπόθ. Τ-575/93, Κoelman κατά Επιτροπής, EU:T:1996:1, σκ. 39, η οποία επιβεβαιώθηκε από το ΔΕΕ στην υπόθ. C-59/96 Ρ Κoelman κατά Επιτροπής, EU:C:1997:
- 4 Πρβλ. ενδεικτικά ΓενΔΕΕ, υπόθ. T-24/90, Automec, σκ. 77, υπόθ. Τ-219/99 British Airways κατά Επιτροπής, EU:T:2003:343, σκ. 68, καθώς και ΔΕΕ υπόθ. C-119/97 Ρ, Ufex, σκ.
- 2 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ συγκεκριμένες καταγγελίες, οι οποίες πράγματι απαιτείται να διερευνηθούν, και να απορρίπτει άλλες χωρίς να έχει λάβει ειδικότερα μέτρα έρευνας
- Τούτο απορρέει, σύμφωνα με τη νομολογία, από τις αρμοδιότητες, με τις οποίες έχει επιφορτισθεί μία Αρχή Ανταγωνισμού, προκειμένου να διασφαλίζει την αποτελεσματική εφαρμογή των σχετικών κανόνων ανταγωνισμού και να προσδιορίζει τον προσανατολισμό της πολιτικής ανταγωνισμού6, και συνιστά προϋπόθεση για να είναι σε θέση να επιτελέσει το έργο της
- Ειδικώς για την περίπτωση απόρριψης καταγγελίας, πρέπει να εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους, μετά από προσεκτική εξέταση των στοιχείων που της γνωστοποίησε ο καταγγέλλων, η Αρχή Ανταγωνισμού αποφάσισε να μην κινήσει τη διαδικασία έρευνας, στο πλαίσιο του δικαιώματός της «να ορίζει διαφόρους βαθμούς προτεραιότητας κατά τη συνέχιση των υποθέσεων των οποίων έχει επιληφθεί»
- Η ως άνω νομολογία έχει ενσωματωθεί σε σχετικές ανακοινώσεις και εγχειρίδια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
- Την 11η Δεκεμβρίου 2018 υιοθετήθηκε η Οδηγία 2019/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (γνωστή και ως «ECN+»)10 αφενός για την παροχή αρμοδιοτήτων στις Αρχές Ανταγωνισμού των κρατών μελών ώστε να επιβάλλουν αποτελεσματικότερα τους κανόνες του δικαίου του ελεύθερου ανταγωνισμού και αφετέρου για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς
- Στη σκ. 23 του Προοιμίου αυτής προβλέπεται ότι «οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να μπορούν να προτεραιοποιούν τις διαδικασίες τους για την επιβολή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, ώστε να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά τους πόρους τους και να εστιάζουν στην πρόληψη και στον τερματισμό της αντιανταγωνιστικής συμπεριφοράς που προκαλεί στρέβλωση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να μπορούν να απορρίπτουν καταγγελίες με το αιτιολογικό ότι δεν αποτελούν προτεραιότητα[12] […]». Περαιτέρω, στο Άρθρο 4 παρ. 5 της Οδηγίας 2019/1 αναφέρεται ότι «[ο]ι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού έχουν την εξουσία να καθορίζουν τις προτεραιότητές τους για την εκτέλεση των καθηκόντων για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας. Εφόσον οι αρχές αυτές υποχρεούνται να εξετάζουν επίσημες καταγγελίες, έχουν και την εξουσία να τις απορρίπτουν όταν δεν τις θεωρούν προτεραιότητα για το σκοπό της επιβολής[13]. Τούτο δεν εμποδίζει τις εθνικές διοικητικές αρχές να απορρίπτουν καταγγελίες και για άλλους λόγους προβλεπόμενους στην εθνική νομοθεσία.». 5 Πρβλ. αναλ. ΓενΔΕΕ υπόθ. Τ-189/95,Τ-36/96 και Τ-123/96, SGA, σκ.
- Πρβλ. αναλ. ΔΕΕ υπόθ. Τ-77/95, RV Union française de l’express (Ufex) κ.ά κατά Επιτροπής, EU:T:2000:141, σκ.
- 7 Πρβλ. ενδεικτικά απόφαση Ευρωπαϊκής Επιτροπής AT.36957 Glaxo Wellcome (27.05.2014), σκ, 19 επ. και ενωσιακή νομολογία στην οποία παραπέμπει. 8 Πρβλ. αναλ. ΓενΔΕΕ υπόθ. T-24/90, Automec, σκ.
- Βλ. επίσης ενδεικτικά ΓενΔΕΕ υπόθ. Τ-189/95,Τ-36/96 και Τ-123/96, SGA, σκ. 41 σχετικά με τη διακριτική ευχέρεια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε αντίστοιχες υποθέσεις και τα όρια του δικαστικού ελέγχου. 9 Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί του χειρισμού των καταγγελιών βάσει των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης ΕΚ, 2004/C 101/05· Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές για τη διεξαγωγή των διαδικασιών που αφορούν τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ, 2011/C 308/06· και Εγχειρίδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις διαδικασίες στο πλαίσιο της εφαρμογής των άρθρων 101 και 102 (Μάρτιος 2012). 10 Οδηγία (ΕΕ) 2019/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2018 για την παροχή αρμοδιοτήτων στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ώστε να επιβάλλουν αποτελεσματικότερα τους κανόνες και για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς. 11 Η ως άνω Οδηγία πρέπει να ενσωματωθεί στο ελληνικό δικαιικό σύστημα μέχρι τις 04.02.
- Επισημαίνεται ότι πριν την θέση σε ισχύ της Οδηγίας 2019/1, οι ρυθμίσεις για την προτεραιοποίηση των υποθέσεων είχαν αποτυπωθεί στις Συστάσεις του Δικτύου Ευρωπαϊκών Αρχών Ανταγωνισμού (European Competition Network), οι οποίες αναφέρονταν στις βέλτιστες ακολουθούμενες πρακτικές σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. 12 Έμφαση των συντακτών της παρούσης. 13 Ο.π. 6 3 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Ενόψει των ανωτέρω, σκοπός της παρούσας Απόφασης είναι ο καθορισμός και η ποσοτικοποίηση των κριτηρίων με βάση τα οποία θα διεξάγεται η κατάταξη των εκκρεμών υποθέσεων σε σειρά προτεραιότητας ως προς τη διερεύνησή τους από τη Γ.Δ.Α., με άξονα το δημόσιο συμφέρον και η συνακόλουθη επικαιροποίηση των προηγούμενων Αποφάσεων της Ε.Α., οι οποίες αντίστοιχα καθόρισαν (η υπ’ αριθ. 525/VI/2011 Απόφαση) και στη συνέχεια ποσοτικοποίησαν (η υπ’ αριθ. 616/2015 απόφαση) τα κριτήρια κατά προτεραιότητα εξέτασης.
- Για τον καθορισμό των εν λόγω κριτηρίων, η Ε.Α. έλαβε υπόψη και στάθμισε το γεγονός ότι, ως δημόσια ανεξάρτητη Αρχή, υποχρεούται να ενεργεί με γνώμονα την προστασία του δημοσίου συμφέροντος. Ειδικότερα, στο άρθρο 14 παρ. 2 περ. (ιδ), υποπερίπτωση (αα) του Ν. 3959/2011, προβλέπεται ότι η απόφαση της Ε.Α. που αποτυπώνει τα κριτήρια της κατά προτεραιότητα εξέτασης «λαμβάνει υπόψη ιδίως το δημόσιο συμφέρον, τις πιθανές επιπτώσεις στον ανταγωνισμό, την προστασία του καταναλωτή, τις προθεσμίες παραγραφής του άρθρου 42, καθώς και το αποτέλεσμα που προσδοκάται από την παρέμβασή της σε συγκεκριμένη υπόθεση».
- Περαιτέρω, κατά τον προσδιορισμό των εν λόγω κριτηρίων ελήφθησαν, μεταξύ άλλων, υπόψη και τα ακόλουθα: - η ανάγκη επικαιροποίησης των κριτηρίων της κατά προτεραιότητα εξέτασης των υποθέσεων, ως αυτά είχαν καθοριστεί στην υπ’ αριθ. 525/VΙ/2011 απόφαση της Ε.Α., και ποσοτικοποιηθεί με την υπ’ αριθ. 616/2015 απόφαση της Ε.Α., καθώς και η εμπειρία που αποκτήθηκε μετά από τέσσερα χρόνια εφαρμογής του συστήματος προτεραιοποίησης της υπ’ αριθ. 616/2015 απόφασης της Ε.Α., - η ανάγκη να δοθεί έμφαση στη διερεύνηση και εξέταση υποθέσεων με εκτιμώμενο συστημικό αποτέλεσμα σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας, - οι πιθανές επιπτώσεις των ερευνώμενων πρακτικών στη λειτουργία του αποτελεσματικού ανταγωνισμού (με συνεκτίμηση, μεταξύ άλλων, της φύσης της πιθανολογούμενης παράβασης, των προϊόντων ή/και υπηρεσιών, στα οποία αυτή αφορά, και της εμβέλειας των εκάστοτε διερευνώμενων πρακτικών), καθώς και η ανάγκη να σφυρηλατηθούν δεσμοί με τους φορείς προστασίας των δικαιωμάτων των καταναλωτών, εντός του πλαισίου άσκησης των αρμοδιοτήτων της Ε.Α., - το γεγονός ότι, στo πλαίσιο των δραστηριοτήτων της, η Ε.Α. δεν είναι υποχρεωμένη να προσδίδει τον ίδιο βαθμό προτεραιότητας στις καταγγελίες που λαμβάνει, καθώς και ότι η βαρύτητα και η σημασία των υποθέσεων για το δημόσιο συμφέρον διαφέρει, - οι εξελίξεις που επήλθαν με την Οδηγία 2019/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ECN+) ως προς την παροχή αρμοδιοτήτων στις Αρχές Ανταγωνισμού των κρατών μελών ώστε να επιβάλλουν αποτελεσματικότερα τους κανόνες του δικαίου του ελεύθερου ανταγωνισμού, καθώς και - το γεγονός ότι με βάση τους ανθρώπινους πόρους που διαθέτει ή μπορεί να διαθέσει η Ε.Α. είναι αντικειμενικά αδύνατο, αλλά και ατελέσφορο, αυτή να αναλώνεται στην έρευνα συγκριτικά ήσσονος σημασίας υποθέσεων ή υποθέσεων, στις οποίες η πιθανότητα στοιχειοθέτησης της παράβασης, παρουσιάζεται μειωμένη, ιδίως λόγω της χαμηλής αποδεικτικής αξίας των στοιχείων του φακέλου (βλ. πίνακα Β κατωτέρω). 4 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΙΙ. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΠΟΙΗΜΕΝΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΜΟΡΙΟΔΟΤΗΣΗΣ
- Κεντρικός στόχος του επικαιροποιημένου συστήματος μοριοδότησης είναι η ενίσχυση της αποδοτικότητας και της, με αυτή συναρτώμενης αποτελεσματικότητας, της λειτουργίας της Ε.Α. υπό το πρίσμα της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος. Με αυτά τα δεδομένα, η Ε.Α. προτάσσει ως άξονα διαμόρφωσης του συστήματος προτεραιοποίησης υποθέσεων, την κατωτέρω περιγραφόμενη μεθοδολογία μέτρησης της αποδοτικότητας (ανάλυσης κόστους-οφέλους), βάσει της οποίας προκρίνονται προς διερεύνηση υποθέσεις υψηλής αποδοτικότητας, ήτοι υποθέσεις που μεγιστοποιούν τα προς επίτευξη οφέλη και ελαχιστοποιούν τα κόστη για την πραγματοποίηση των αποτελεσμάτων αυτών.
- Στο πλαίσιο αυτό, η βαθμολογία κάθε υπόθεσης καθορίζεται ως η αναλογία του αντικτύπου της, όπως αυτός ορίζεται με βάση σειρά αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων, όπως αυτά αναλύονται κατωτέρω, προς την οικονομία χρόνου και πόρων που επιτυγχάνεται βάσει της αξίας των διαθέσιμων σχετικώς αποδεικτικών στοιχείων.
- Ειδικότερα, στο πρότυπο της μεθόδου ανάλυσης κόστους-οφέλους, ο αντίκτυπος της ενδεχόμενης παράβασης στην αγορά και τον καταναλωτή τίθεται ως αριθμητής ενός κλάσματος και η οικονομία του χρόνου και των ανθρωπίνων πόρων που θα απαιτηθούν για τη διαπίστωση της παράβασης τίθεται ως παρονομαστής. Όσο υψηλότερος είναι ο αριθμητής (αντίκτυπος) και χαμηλότερος ο παρονομαστής (οικονομία χρόνου και ανθρωπίνων πόρων) του ως άνω κλάσματος ανά υπόθεση τόσο αυξάνεται η βαθμολογία της υπόθεσης. Αντιστρόφως, η βαθμολογία αυτή φθίνει όσο μειώνεται ο αριθμητής (αντίκτυπος) και αυξάνεται ο παρονομαστής (οικονομία χρόνου και ανθρωπίνων πόρων) του κλάσματος.
- Παραλλήλως, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αυστηρές προϋποθέσεις που εκτιμάται ότι επιδρούν αρνητικά επί του αντικτύπου της εκάστοτε ερευνώμενης πρακτικής, το άθροισμα της βαθμολογίας των κριτηρίων του αντικτύπου της υπόθεσης απομειώνεται, λαμβάνοντας αρνητικό βαθμό (-4) (βλ. πίνακες Α & Γ κατωτέρω), στο πρότυπο του έως σήμερα ισχύοντος συστήματος μοριοδότησης, αλλά και σε σχέση με ένα ευρύτερο φάσμα περιπτώσεων εν συγκρίσει με το ισχύον σύστημα.
- Με βάση την εν λόγω μεθοδολογία και με στόχο να διαχωρισθούν σαφώς οι σημαντικές υποθέσεις, των οποίων ο αντίκτυπος σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας είναι ισχυρότερος σε σχέση με τις λοιπές, το άθροισμα της βαθμολογίας των κριτηρίων του αντικτύπου μίας υπόθεσης, διπλασιάζεται, εφόσον το ως άνω άθροισμα, λαμβανομένης υπόψη τυχόν αρνητικής μοριοδότησης, υπερβαίνει το
- Εξάλλου, πέραν των ανωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη τις επιταγές του άρθρου 14 παρ. 2 περ. (ιδ), υποπερίπτωση (αα) του Ν. 3959/2011 και με στόχο την εξάλειψη του κινδύνου παραγραφής της δυνατότητας της Ε.Α. να επιβάλει κυρώσεις κατ’ άρθρο 42 του Ν. 3959/2011, στο παρόν επικαιροποιημένο σύστημα μοριοδότησης χρησιμοποιείται επιπλέον συντελεστής βαθμολόγησης, ο οποίος θα εφαρμόζεται επί της τελικής βαθμολογίας κάθε υπόθεσης (όπως αυτή προκύπτει με βάση την προπεριγραφείσα μέθοδο), στις περιπτώσεις υποθέσεων, των οποίων επίκειται η παραγραφή («Συντελεστής Επικείμενης Παραγραφής»). Σε κάθε περίπτωση, τα μέτρα διακοπής της παραγραφής δεν θα πρέπει να οδηγούν στην υπέρβαση της 10ετίας κατ’ άρθρο 42 παρ. 5 του Ν. 3959/
- 5 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΙΙΙ. ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ
- Την περίοδο 25 Οκτωβρίου 2019 έως 11 Νοεμβρίου 2019, η Ε.Α. έθεσε σε δημόσια διαβούλευση τα κριτήρια του επικαιροποιημένου συστήματος μοριοδότησης και κάλεσε τους ενδιαφερόμενους φορείς και επιχειρήσεις ή και μεμονωμένα πρόσωπα να καταθέσουν τις απόψεις τους.
- Στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης, διάφοροι φορείς υπέβαλαν προτάσεις, με τις οποίες επικρότησαν την επικαιροποίηση των κριτηρίων προτεραιοποίησης των υποθέσεων της Ε.Α. και κατέθεσαν παρατηρήσεις με σκοπό την παροχή διευκρινίσεων ή/και τη βελτίωση ορισμένων από τα προτεινόμενα κριτήρια μοριδιότησης.
- Η Ε.Α. αξιολόγησε τις υποβληθείσες προτάσεις και έλαβε υπόψη όσες από αυτές συνέβαλαν, κατά την κρίση της, στη βελτιστοποίηση του επικαιροποιημένου συστήματος μοριοδιότησης, το οποίο διαμορφώνεται, ως ακολούθως. ΙV. ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΠΟΙΗΜΕΝΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΜΟΡΙΟΔΟΤΗΣΗΣ
- Για την μοριοδότηση των υποθέσεων14 εφαρμόζονται τα εξής επιμέρους κριτήρια: ΠΙΝΑΚΑΣ Α Α. ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ ΕΡΕΥΝΩΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΒΑΣΗΣ ΒΑΡΥΤΗΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ Κριτήριο Α.1.: Είδος / φύση παράβασης15 Α.1.
- Οριζόντιες συμπράξεις Α.1.1.α. Οριζόντιες συμπράξεις επιχειρήσεων (συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές) καρτελικής φύσεως που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 Ν. 3959/2011 ή/και του άρθρου 101 ΣυνθΛΕΕ Α.1.1.β. Αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων που αφορούν ιδίως στον καθορισμό τιμών, την κατανομή αγορών, τον περιορισμό της παραγωγής ή των πωλήσεων Α.1.1.γ. Συμφωνίες που εμπίπτουν στην έννοια των συμφωνιών οριζόντιας συνεργασίας16 Α.1.1.δ. Οι ως άνω υπό Α.1.1.γ. συμφωνίες όταν καταγγέλλονται από ενώσεις καταναλωτών, με τις οποίες η ΕΑ 14 3 2 3 Όπου γίνεται λόγος για υποθέσεις στην παρούσα, νοούνται τόσο οι καταγγελίες όσο και οι αυτεπάγγελτες έρευνες. Επισημαίνεται ότι, σε περίπτωση υποθέσεων που καλύπτουν περισσότερα του ενός είδη παραβάσεων (π.χ. κάθετους περιορισμούς και καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης), οι αντίστοιχοι βαθμοί δεν αθροίζονται και η υπόθεση μοριοδοτείται με την ανώτερη προβλεπόμενη για το κριτήριο Α.1 βαθμολογία. 16 Πρβλ. Ανακοίνωση της Επιτροπής-Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 101 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας (2011/C 11/01). 15 6 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ έχει συνάψει Μνημόνια Συνεργασίας Α.1.
- Κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης 3 Α.1.
- Κάθετοι περιορισμοί του ανταγωνισμού Α.1.3.α. Κάθετες συμπράξεις που ενσωματώνουν περιορισμούς του ανταγωνισμού ιδιαίτερης σοβαρότητας ή/και κάθετες συμπράξεις με σωρευτικό αποτέλεσμα: περιπτώσεις αντι-ανταγωνιστικών πρακτικών με σωρευτικό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα Α.1.3.β. Κάθετες συμπράξεις που ενσωματώνουν περιορισμούς του ανταγωνισμού ιδιαίτερης σοβαρότητας στο πλαίσιο συστημάτων δικαιόχρησης (franchise) Α.1.3.γ. Οι ως άνω υπό Α.1.3.α. συμπράξεις όταν καταγγέλλονται από ενώσεις καταναλωτών, με τις οποίες η ΕΑ έχει συνάψει Μνημόνια Συνεργασίας. Κριτήριο Α.2: Είδη καίριας σημασίας Υποθέσεις που αφορούν σε αγορές προϊόντων και υπηρεσιών πρώτης ανάγκης, καίριας σημασίας ή ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για το κοινωνικό σύνολο, συνεκτιμώντας: α) το συντελεστή στάθμισής τους στη διαμόρφωση του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ)17, β) το ποσοστό συμμετοχής τους στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία (ΑΠΑ) και γ) το βαθμό ελαστικότητας της ζήτησης ως προς την τιμή (εφόσον υφίστανται διαθέσιμα στοιχεία) - όπως αυτά εξειδικεύονται στο Παράρτημα I της παρούσης. Κριτήριο Α.3: Εμβέλεια ερευνώμενων πρακτικών Πρακτικές που εκτείνονται και σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ ή καλύπτουν το σύνολο ή σημαντικό μέρος της ελληνικής επικράτειας18: 17 2 1 3 1 1 Βλ. ιστοσελίδα ΕΛΣΤΑΤ. Βλ. Ανακοίνωση της Επιτροπής- Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης (2004/C 101/07), παρ. 90, όπου προβλέπεται μεταξύ άλλων ότι, στις περιπτώσεις συμφωνιών που καλύπτουν μέρος μόνο ενός κράτους μέλους «…Γενικά, ο καλύτερος δείκτης της ικανότητας μιας συμφωνίας να επηρεάζει (αισθητά) το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών θεωρείται συνεπώς το αποκλειόμενο μερίδιο της εθνικής αγοράς, εκφρασμένο σε όγκο. Συνεπώς, οι συμφωνίες που καλύπτουν περιοχές με υψηλή συγκέντρωση της ζήτησης έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από τις συμφωνίες που καλύπτουν περιοχές με χαμηλότερη συγκέντρωση της ζήτησης. ….». Εκ των ανωτέρω, εφαρμοζόμενων κατ’ αναλογία, καθίσταται σαφές ότι για τον προσδιορισμό του «σημαντικού τμήματος της ελληνικής επικράτειας» πρέπει αφενός να προσδιορισθεί το γεωγραφικό τμήμα εκείνο που καλύπτεται από την ερευνώμενη πρακτική και αφετέρου να αξιολογηθεί εάν ο όγκος των πωλήσεων που επιτυγχάνεται στο τμήμα αυτό αντιπροσωπεύει σημαντική αναλογία του όγκου των πωλήσεων των σχετικών προϊόντων σε επίπεδο εθνικής αγοράς. Για τους σκοπούς εφαρμογής αυτού του κριτηρίου, και ελλείψει στοιχείων για το μερίδιο της εθνικής αγοράς εκφρασμένο σε όγκο, θα λαμβάνεται υπόψη η αναλογία εκάστης γεωγραφικής περιοχής από απόψεως κύκλου εργασιών ανά κλάδο δραστηριότητας στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας ως προς τον αντίστοιχο κλάδο, βάσει σχετικών στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ (http://www.statistics.gr/el/statistics//publication/SBR01/-). Για την ανάλυση σύμφωνα με τον τριψήφιο κωδικό NACE, εφόσον η αναλογία αυτή υπερβαίνει το 3%, 18 7 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Κριτήριο Α.4: Σημασία νομικού ζητήματος/ ασφάλεια δικαίου - παιδευτικός ρόλος/ αποτρεπτικό αποτέλεσμα – συνεργασία/ομοιόμορφη εφαρμογή στο πλαίσιο του ECN Α.4.1 Όταν πρόκειται για υπόθεση που αφορά σε αποσαφήνιση καινοφανών ή καίριων νομικών ζητημάτων Α.4.2 Όταν πρόκειται για υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας έχει υποβληθεί Αίτηση Επιείκειας που πληροί τους όρους και προϋποθέσεις για την υπαγωγή στο Πρόγραμμα Επιείκειας Α.4.3 Όταν πρόκειται για υπόθεση που επιδρά στη συνεργασία με έτερα μέλη του Ευρωπαϊκού Δικτύου Αρχών Ανταγωνισμού (ECN) ή/και έχει προτεραιοποιηθεί ως κοινή δράση στο πλαίσιο του εν λόγω Δικτύου, προκειμένου ιδίως να διασφαλισθεί η συνεκτική εφαρμογή της κείμενης ενωσιακής νομολογίας. Κριτήριο Α.5: Αρνητική μοριοδότηση Πλήρωση μίας ή περισσότερων παρατίθενται στον Πίνακα Γ
- προϋποθέσεων που 2 -4
- Εφόσον το άθροισμα των βαθμών του Πίνακα Α (Αντίκτυπος ερευνώμενης πρακτικής), λαμβανομένης υπόψη τυχόν αρνητικής μοριοδότησης κατά τον Πίνακα Γ, υπερβαίνει το 3, εφαρμόζεται επ’ αυτού συντελεστής ενίσχυσης βαρύτητας (x 2), προκειμένου να ενισχυθούν οι υποθέσεις με ισχυρό αντίκτυπο και να διαφοροποιηθούν σαφώς από τις λοιπές, ως εξής: ΠΙΝΑΚΑΣ Β Β. ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΧΡΟΝΟΥ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΠΟΡΩΝ ΒΑΡΥΤΗΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ Κριτήριο Β.1: Αποδεικτική ισχύς - Βαθμός πληρότητας των αποδεικτικών στοιχείων – Πιθανότητα επιτυχούς έκβασης της υπόθεσης Β.1.α. Υποθέσεις, στο πλαίσιο των οποίων υφίσταται ένα minimum στοιχείων τα οποία συντείνουν εκ πρώτης όψεως στην τεκμηρίωση της ερευνώμενης παράβασης Β.1.β. Υποθέσεις στις οποίες υπάρχουν στοιχεία με υψηλή αποδεικτική αξία ως προς την τεκμηρίωση της ερευνώμενης παράβασης, και εν γένει υποθέσεις στις οποίες η πιθανότητα απόδειξης της παράβασης παρουσιάζεται υψηλή. 2 1 η αντίστοιχη γεωγραφική περιοχή θα λογίζεται ως «σημαντικό τμήμα της ελληνικής επικράτειας» ως προς τον αντίστοιχο κλάδο δραστηριότητας. 19 Πρβλ. αμέσως κατωτέρω. 8 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Ο βαθμός προτεραιότητας κάθε υπόθεσης που καθορίζεται βάσει των κριτιρίων στους ανωτέρω Πίνακες Α. και Β., έχει ως εξής:
- Εφόσον η Βαθμολογία Υπόθεσης υπερβαίνει το 3, η υπόθεση εξετάζεται κατά τη σειρά της βαθμολογίας της.
- Εφόσον η Βαθμολογία Υπόθεσης είναι ίση ή χαμηλότερη του 3, η υπόθεση τίθεται στο αρχείο κατά το άρθρο 14 παρ. 2 περίπτωση (ιε) του Ν. 3959/2011 λόγω χαμηλής βαθμολογίας από τον Πρόεδρο, ή κατόπιν τυχόν εξουσιοδότησης, από τον Αντιπρόεδρο της Ε.Α.
- Η ανώτερη βαθμολογία που μπορεί να συγκεντρώσει μία υπόθεση κατ’ εφαρμογή του επικαιροποιημένου συστήματος μοριοδότησης είναι το
- ΠΙΝΑΚΑΣ Γ Κριτήριο Α.5: Αρνητική μοριοδότηση (παράγοντες που οδηγούν στη μη έναρξη ή μη συνέχιση της έρευνας, εφόσον πρόκειται για εκκρεμή έρευνα) Κριτήριο Γ.1: Υποθέσεις για τις οποίες η Ε.Α. δεν έχει αρμοδιότητα επιβολής κυρώσεων λόγω παραγραφής της παράβασης κατά το χρόνο υποβολής της καταγγελίας ή έναρξης της αυτεπάγγελτης έρευνας (αρ. 42 και 50 παρ. 6 Ν. 3959/2011). Κριτήριο Γ.2: Υποθέσεις, στο πλαίσιο των οποίων η παρέμβαση της Ε.Α. θα ήταν αναποτελεσματική και η είσπραξη τυχόν επιβαλλόμενου προστίμου εξαιρετικά δυσχερής λόγω της λύσης των ερευνώμενων επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων, της θέσης τους σε εκκαθάριση, της κήρυξής τους σε πτώχευση, της υπαγωγής τους σε διαδικασία συνδιαλλαγής, πτωχευτικού συμβιβασμού ή σε άλλες παρόμοιες διαδικασίες, εφόσον: α) όλες οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις/ενώσεις επιχειρήσεων τελούσαν στην ως άνω κατάσταση κατά το χρόνο υποβολής της καταγγελίας ή έναρξης της αυτεπάγγελτης έρευνας ή περιήλθαν σε αυτή εντός 3 ετών από το χρόνο αυτό, β) δεν υφίστανται καθολικοί διάδοχοι ή μητρική επιχείρηση στην οποία μπορεί να καταλογισθεί η παράβαση και γ) η υπόθεση δεν εκπληρώνει το Κριτήριο Α.
- του συστήματος μοριοδότησης Κριτήριο Γ.
- Υποθέσεις που αφορούν σε κάθετες συμπράξεις που δεν ενσωματώνουν περιορισμούς ιδιαίτερης σοβαρότητας ή δεν έχουν σωρευτικό -πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα, υπό την προϋπόθεση ότι 20 Σε περίπτωση εφαρμογής του Συντελεστή Επικείμενης Παραγραφής, η ανώτερη βαθμολογία θα ανέρχεται σε
- 9 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ δεν εκπληρώνεται το Κριτήριο Α.4 του συστήματος μοριοδότησης. Κριτήριο Γ.4: Υποθέσεις που αφορούν σε ενδεχόμενες παραβάσεις, οι οποίες έχουν παύσει κατά το χρόνο υποβολής της καταγγελίας ή έναρξης τυχόν αυτεπάγγελτης έρευνας, έστω και εάν δεν έχει παραγραφεί η δυνατότητα της Ε.Α. να επιβάλει κυρώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι τα υπό εξέταση πραγματικά περιστατικά παρέχουν στην Ε.Α. δικαιολογημένα τη δυνατότητα να θεωρήσει ότι τυχόν βλαπτικά του ανταγωνισμού αποτελέσματα δε διατηρούνται και ότι η υπόθεση δεν εκπληρώνει το Κριτήριο Α.4 του συστήματος μοριοδότησης. Κριτήριο Γ.5: Υποθέσεις, ως προς τις οποίες τυχόν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού είτε μπορούν, λόγω της φύσης τους, να αρθούν ή έχουν ήδη αρθεί χωρίς παρέμβαση της Ε.Α., όπως, επί παραδείγματι, μέσω ανάληψης νομοθετικής πρωτοβουλίας, είτε μπορούν να αρθούν ή έχουν ήδη αρθεί με γνωμοδοτήσεις ή κανονιστικές παρεμβάσεις της Ε.Α. Κριτήριο Γ.6: Γ.6.1 Υποθέσεις, ως προς τις οποίες συντρέχουν οι προϋποθέσεις της γενικής αρχής «ne bis in idem» Γ.6.2 Υποθέσεις σε σχέση με πρακτικές, για τις οποίες έχει ήδη διαπιστωθεί, με απόφαση της Ε.Α., η ύπαρξη ή μη παράβασης, ακόμη και εάν οι πρακτικές αυτές αφορούν σε διαφορετική χρονική περίοδο ή/και σε διαφορετική σχετική αγορά από αυτή που καταλαμβάνει η απόφαση της Ε.Α., υπό την αυστηρή προϋπόθεση ότι οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και, κατά βάση, τα λοιπά πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία, επί των οποίων βασίσθηκε η διαπίστωση της ύπαρξης ή μη των παραβάσεων, ταυτίζονται . Στην περίπτωση διαπιστωθεισών παραβάσεων, πρέπει να συντρέχει η επιπλέον προϋπόθεση ότι τα υπό εξέταση πραγματικά περιστατικά παρέχουν στην Ε.Α. δικαιολογημένα τη δυνατότητα να θεωρήσει ότι οι συμπεριφορές των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων έχουν παύσει ή μεταβάλλονται προς μια κατεύθυνση που επιλύει τα ενδεχόμενα προβλήματα ανταγωνισμού. Κριτήριο Γ.7: Καταγγελίες, που αφορούν κυρίως σε διαφορές ιδιωτικού δικαίου, και όχι στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος, παρότι θέτουν και ζητήματα που αφορούν σε τυχόν παραβάσεις των κανόνων του ελεύθερου ανταγωνισμού 21, ανεξαρτήτως του εάν εκκρεμεί ή όχι κατά το χρόνο υποβολής της καταγγελίας αντίστοιχο ένδικο βοήθημα ή μέσο ενώπιον εθνικού δικαστηρίου. Κριτήριο Γ.8: Καταγγελίες, στις περιπτώσεις που ο εντοπισμός του καταγγέλλοντος/-όντων είναι αδύνατος (επί παραδείγματι, λόγω αλλαγής των δηλωμένων στοιχείων επικοινωνίας τους), παρά τις σχετικές τεκμηριωμένες προσπάθειες της Ε.Α. 21 Στις περιπτώσεις αυτές, υφίσταται η δυνατότητα υποβολής ενώπιον εθνικού δικαστηρίου ένδικου βοηθήματος ή μέσου, βάσει του άρθρου 35 παρ.2 Ν. 3959/2011, σύμφωνα με το οποίο «Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 1, τα δικαστήρια, πολιτικά και ποινικά, εφαρμόζουν τα άρθρα 1 και 2, καθώς και τα άρθρα 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από την κρίση αυτή δεν δεσμεύονται η Επιτροπή Ανταγωνισμού, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών και το Συμβούλιο της Επικρατείας, όταν κρίνουν με βάση τις διατάξεις του νόμου αυτού.». 10 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ (RED ALERT): Στην περίπτωση υπόθεσης που εξετάζεται κατά τη σειρά της βαθμολογίας της, όπως αυτή προσδιορίσθηκε κατά τα ανωτέρω, αλλά δεν βρίσκεται ψηλά στη σειρά προτεραιοτήτων, η υπόθεση επαναμοριοδοτείται δύο χρόνια πριν την εκτιμώμενη ημερομηνία παραγραφής της ερευνώμενης παράβασης μέσω της εφαρμογής του Συντελεστή Επικείμενης Παραγραφής (x 2), με τον οποίο πολλαπλασιάζεται η Βαθμολογία Υπόθεσης ως εξής: Βαθμολογία Υπόθεσης x 2
- Συνεπεία της ως άνω επαναμοριοδότησης, η υπόθεση λαμβάνει νέα θέση στη σειρά προτεραιοτήτων, βάσει της οποίας και εξετάζεται.
- Το επικαιροποιημένο σύστημα μοριοδότησης καταλαμβάνει τόσο τις καταγγελίες όσο και τις αυτεπάγγελτες έρευνες και διενεργείται κατά κανόνα εντός τεσσάρων
(4)μηνών από την προσήκουσα υποβολή της καταγγελίας ή την αξιολόγηση του πρώτου μέτρου έρευνας επί αυτεπάγγελτης έρευνας. Επισημαίνεται ότι η καταγγελία λαμβάνει βαθμό προτεραιότητας κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω, εφόσον το έντυπο καταγγελίας έχει συμπληρωθεί ορθώς
- Σημειώνεται ότι το εν λόγω σύστημα μοριοδότησης χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τον εσωτερικό χειρισμό των υποθέσεων από την Ε.Α. και τα αποτελέσματα της κατάταξης δεν δημοσιοποιούνται, ούτε κοινοποιούνται στον καταγγέλλοντα ή σε οποιονδήποτε τρίτο, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 14 παρ. 2, περίπτωση (ιε) του Ν. 3959/
- Επομένως, τα εμπλεκόμενα μέρη δεν έχουν πρόσβαση στη διαδικασία αυτή, ούτε και στα επιμέρους έγγραφα στα οποία αποτυπώνεται.
- Επισημαίνεται επίσης ότι στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες η Γ.Δ.Α. εισηγείται την θέση στο αρχείο υπόθεσης κατ’ άρθρο 14 παρ. 2 περίπτωση (ιε) του Ν. 3959/2011, λόγω χαμηλής βαθμολογίας, ο Πρόεδρος ή, μετά από τυχόν εξουσιοδότηση, ο Αντιπρόεδρος της Ε.Α. δύναται να απορρίπτει τη σχετική Εισήγηση της Γ.Δ.Α. Επομένως, η Εισήγηση της Γ.Δ.Α. για την απόρριψη μίας καταγγελίας λόγω χαμηλής βαθμολογίας δεν είναι δεσμευτική και η καταγγελία θα μπορούσε να εξετασθεί, εφόσον, κατά την κρίση του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου, κατά περίπτωση, η υπόθεση φέρει χαρακτηριστικά που δικαιολογούν, επί τη βάσει αντικειμενικής αιτιολόγησης, την κατ’ εξαίρεση διερεύνησή της. Επίσης, σημειώνεται ότι η απόρριψη μίας καταγγελίας λόγω χαμηλής βαθμολογίας δεν κωλύει την Υπηρεσία να εκκινήσει στο μέλλον αυτεπάγγελτη έρευνα προκειμένου να ερευνήσει όσα ισχυρίζεται ο καταγγέλλων. IV. ΤΕΛΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
- Η βασικότερη αλλαγή μεταξύ του προηγουμένου και του παρόντος επικαιροποιημένου συστήματος μοριοδότησης έγκειται στη μεθοδολογία προτεραιοποίησης των υποθέσεων. Υπό το καθεστώς του προηγουμένου συστήματος, η τελική βαθμολογία εξαγόταν βάσει του αθροίσματος σειράς κριτηρίων, ενώ υπό το επικαιροποιημένο σύστημα, η βαθμολογία συνίσταται κατά βάση στο πηλίκο του αντικτύπου μίας ερευνώμενης πρακτικής προς την επίτευξη οικονομίας χρόνου και 22 Πρβλ. και Ανακοίνωση της Επιτροπής Ανταγωνισμού περί του τύπου και του τρόπου υποβολής των κατ’ άρθρο 36 Ν. 3959/2011 καταγγελιών, παρ.
- 11 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ανθρωπίνων πόρων υπό το πρίσμα της ενίσχυσης της αποδοτικότητας της λειτουργίας της Ε.Α. Επιπλέον, βασική αλλαγή συνιστά η λήψη υπόψη ενός συντελεστή (του επονομαζόμενου «Συντελεστή Επικείμενης Παραγραφής»), ώστε να προωθούνται στη σειρά προτεραιότητας υποθέσεις που αφορούν σε παραβάσεις, των οποίων επίκειται η παραγραφή.
- Το σύστημα μοριοδότησης αφορά την προτεραιότητα διερεύνησης των υποθέσεων από τη Γ.Δ.Α. Για την ανάθεση των υποθέσεων σε Εισηγητή της Ε.Α., την εισαγωγή τους ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού και την εξέτασή τους από αυτήν, ισχύουν τα οριζόμενα στο άρθρο 15 παρ. 1, εδάφιο (α) του Ν. 3959/
- Υποθέσεις που αφορούν σε (α) συμμόρφωση της Ε.Α. με απόφαση των διοικητικών δικαστηρίων· (β) αναπομπή από τα διοικητικά δικαστήρια στην Ε.Α. για νέα κρίση· και (γ) προδικαστική παραπομπή από την Ε.Α. στη Γ.Δ.Α. για νέα έρευνα / συμπλήρωση της έρευνας, δεν υπάγοντα στο σύστημα μοριοδότησης και εξετάζονται κατά προτεραιότητα (ανεξάρτητα από τα ως άνω επιμέρους κριτήρια).
- Το σύστημα μοριοδότησης δεν έχει εφαρμογή στις ακόλουθες, ειδικές στο νόμο, διαδικασίες / περιπτώσεις, οι οποίες εξετάζονται εντός ευλόγου χρόνου κατά τα προβλεπόμενα στις οικείες διατάξεις (έστω και αν οι ανθρώπινοι πόροι που διατίθενται για τη διερεύνησή τους επηρεάζουν κατ' ανάγκη και το ρυθμό διεκπεραίωσης των λοιπών εκκρεμών υποθέσεων): (α) Προφανώς αβάσιμες καταγγελίες ή καταγγελίες που δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ε.Α. κατ' άρθρο 37 του Ν. 3959/2011· (β) υποθέσεις των άρθρων 5-10 του Ν. 3959/2011· (γ) ασφαλιστικά μέτρα κατ' άρθρο 25 παρ. 5 του Ν. 3959/2011· (δ) υποθέσεις μη συμμόρφωσης επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων με διαρθρωτικά μέτρα ή μέτρα συμπεριφοράς ή δεσμεύσεις που επιβλήθηκαν με προηγούμενη σχετική απόφαση της Ε.Α.· (ε) υποθέσεις άρνησης συνεργασίας ή παρακώλυσης των ερευνών της Επιτροπής Ανταγωνισμού, κατά τα άρθρα 38 και 39 του Ν. 3959/2011· (στ) γνωμοδοτήσεις κατ' άρθρο 23 του Ν. 3959/2011· (ζ) κανονιστικές παρεμβάσεις κατ' άρθρο 11 του Ν. 3959/2011· (η) κλαδικές έρευνες κατ' άρθρο 40 του Ν. 3959/
- Τέλος, οι ακόλουθες υποθέσεις δεν υπάγονται στο σύστημα μοριοδότησης και δεν εξετάζονται: (α) μη προσήκουσες καταγγελίες, ήτοι καταγγελίες στο πλαίσιο των οποίων δεν έχει υποβληθεί το έντυπο της καταγγελίας ή έχει μεν υποβληθεί χωρίς ωστόσο να έχει συμπληρωθεί ορθώς, και εν γένει, επιστολές, ανεξαρτήτως χρόνου υποβολής και χαρακτηρισμού τους ως καταγγελιών από τον αποστολέα/υποβαλόντα, οι οποίες δεν συνοδεύονται από ένα minimum στοιχείων που να συντείνουν εκ πρώτης όψεως στην τεκμηρίωση της ισχυριζόμενης παράβασης· (β) απλές επιστολές (έγγραφες ή ηλεκτρονικές) τρίτων (π.χ. ιδιωτών, άλλων διοικητικών αρχών, κλπ)· (γ) απλές κοινοποιήσεις εγγράφων από τρίτους (π.χ. ιδιώτες, άλλες διοικητικές αρχές, κλπ)· (δ) υποθέσεις που αφορούν σε συμφωνίες που εμπίπτουν στην έννοια των συμφωνιών ήσσονος σημασίας. Η απόφαση εκδόθηκε την 21η Νοεμβρίου
- Η απόφαση μαζί με το συνημμένο σε αυτή παράρτημα να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, σύμφωνα με το άρθρο 47 του Ν. 3959/
- 12 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Ο Πρόεδρος Ιωάννης Λιανός Οι Συντάκτες της Απόφασης Καλλιόπη Μπενετάτου Παναγιώτης Φώτης Η Γραμματέας Ευαγγελία Ρουμπή 13 Μαρία Ιωάννα Ράντου ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I Κριτήριο Α.2 (είδη καίριας σημασίας) Εξειδίκευση παραμέτρων Κάθε υπόθεση μπορεί να εμπίπτει σε μία μόνο από τις κάτωθι υποπεριπτώσεις (i) - (iii) και βαθμολογείται ανάλογα με τα ειδικότερα κριτήρια αυτής. i) Για τελικά καταναλωτικά προϊόντα και υπηρεσίες: Υποθέσεις που αφορούν σε αντι-ανταγωνιστικές πρακτικές με σημαντικό αντίκτυπο στην άνοδο των τιμών, στον περιορισμό της παραγωγής και στην ποιότητα των προσφερόμενων προϊόντων και υπηρεσιών (ιδίως συγκριτικά με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης) σε αγορές προϊόντων και υπηρεσιών πρώτης ανάγκης ή καίριας σημασίας για τον Έλληνα καταναλωτή. Στις αγορές αυτές ο αντίκτυπος στον καταναλωτή μπορεί να υπολογιστεί βάσει του σχετικού μεγέθους της αγοράς και/ή βάσει της σημασίας των εν λόγω προϊόντων για τον τελικό καταναλωτή. Ειδικότερα, λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα: α) Το ποσοστό συμμετοχής του ευρύτερου κλάδου, στον οποίο υπάγεται η υπό κρίση σχετική αγορά, στην Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία («ΑΠΑ»)23, όπως ισχύει κατά την ημέρα μοριοδότησης
- Συγκεκριμένα, εάν η συμμετοχή του κλάδου σε διψήφια ανάλυση στην ΑΠΑ είναι: % συμμετοχής στην ΑΠΑ ≤ 1 Μηδέν
(0)υπομονάδες 1 < % συμμετοχής στην ΑΠΑ ≤ 3 Μία
(1)υπομονάδα % συμμετοχής στην ΑΠΑ > 3 Δύο
(2)υπομονάδες β) Η σημασία της σχετικής αγοράς για τον καταναλωτή/νοικοκυριό σε όρους μεριδίου καταναλωτικής δαπάνης. Συγκεκριμένα, θα λαμβάνεται υπόψη ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή («ΔΤΚ»)25 σε διψήφια και τετραψήφια ανάλυση, όπως ισχύει κατά την ημέρα της μοριοδότησης26, ως εξής: 23 Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία = Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν μείον φόροι επί των προϊόντων συν επιδοτήσεις επί των προϊόντων. 24 Βλ. σχετικά http://www.statistics.gr/statistics/eco?p_p_id=3&p_p_lifecycle=0&p_p_state=maximized&p_p_mode=view&_3_struts_action =%2Fsearch%2Fsearch&_3_redirect=%2Fstatistics%2Feco&_3_keywords=%CE%9164&_3_groupId=0, αρχείο «Ακαθάριστη προστιθέμενη αξία κατά κλάδο (A64) (Προσωρινά στοιχεία) (1995 - 2017)». 25 Ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ) αναθεωρείται σε τακτά χρονικά διαστήματα, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της τελευταίας, κάθε φορά, Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών (ΕΟΠ). Σκοπός των αναθεωρήσεων του ΔΤΚ είναι, κυρίως, η αναθεώρηση των συντελεστών στάθμισης και η ανανέωση του δείγματος των ειδών (αγαθών και υπηρεσιών) που περιλαμβάνονται στο Δείκτη, λαμβάνοντας υπόψη την πιο σύγχρονη σύνθεση της κατανάλωσης, όπως αυτή προκύπτει από την ΕΟΠ. Η πρόσφατη αναθεώρηση του ΔΤΚ βασίστηκε στα αποτελέσματα της ΕΟΠ
- O ΔΤΚ, προσαρμοσμένος στις πρόσφατες καταναλωτικές δαπάνες των ιδιωτικών νοικοκυριών της Χώρας, απεικονίζει ακριβέστερα τη διαχρονική εξέλιξη των μεταβολών των τιμών των αγαθών και υπηρεσιών, που συνθέτουν το «καλάθι» αγορών του μέσου νοικοκυριού. Ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή έχει ως σκοπό τη μέτρηση των μεταβολών του γενικού επιπέδου των τιμών των αγαθών και υπηρεσιών ενός προτύπου κατανάλωσης του μέσου νοικοκυριού, το οποίο θεωρείται ότι παραμένει σταθερό μέχρι την επόμενη αναθεώρηση του Δείκτη. 26 Βλ. σχετικά, https://www.statistics.gr/statistics/-/publication/DKT87/-, αρχείο «
- Μηνιαίοι υποδείκτες oμάδων, υπο-ομάδων ΔΤΚ (2009=100,0) (Ιανουάριος 2019 - Απρίλιος 2019». 14 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ β.1 ΔΤΚ διψήφια ανάλυση ΔΤΚ ≤ 50 50 < ΔΤΚ ≤ 100 ΔΤΚ > 100 β.2 ΔΤΚ τετραψήφια ανάλυση ΔΤΚ ≤ 15 15 < ΔΤΚ ≤ 25 ΔΤΚ > 25 Μηδέν
(0)υπομονάδες Μία
(1)υπομονάδα Δύο
(2)υπομονάδες Μηδέν
(0)υπομονάδες Μία
(1)υπομονάδα Δύο
(2)υπομονάδες γ) Η βαρύτητα της σχετικής αγοράς για τον καταναλωτή σε όρους ελαστικότητας ζήτησης ως προς την τιμή27, εφόσον υφίστανται διαθέσιμα στοιχεία για τον υπολογισμό της εν λόγω ελαστικότητας. Εφόσον δεν υφίστανται διαθέσιμα στοιχεία για τον υπολογισμό της ελαστικότητας ζήτησης ως προς την τιμή, θα λαμβάνονται υπόψη οι εκτιμήσεις της Γ.Δ.Α. αναφορικά με το αν η σχετική αγορά στην οποία αφορά η διερευνώμενη υπόθεση αφορά προϊόντα ή υπηρεσίες καίριας σημασίας [Μία
(1)υπομονάδα] ή όχι [Μηδέν
(0)υπομονάδες]. Το συγκεκριμένο κριτήριο θα θεωρείται ότι ικανοποιείται (οπότε θα αποδίδεται 1 βαθμός) εάν το άθροισμα των υπό α, β (β.1 και β.2) και γ υπομονάδων είναι μεγαλύτερο ή ίσο του τέσσερα
(4). ii) Για ενδιάμεσα προϊόντα και υπηρεσίες: Τα ενδιάμεσα προϊόντα και οι υπηρεσίες που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τελικών καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών δεν καλύπτονται από το ΔΤΚ και η ελαστικότητα ζήτησής τους διαμορφώνεται στα διάφορα στάδια παραγωγής και όχι σε σχέση με τις ανάγκες των καταναλωτών. Ως εκ τούτου, ο μόνος αντικειμενικός δείκτης που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την απόδοση της βαθμολογίας του κριτηρίου 2 που αντικατοπτρίζει τη σημασία ενός κλάδου για την οικονομία και εν τέλει για τον καταναλωτή είναι το ποσοστό συμμετοχής του στην ΑΠΑ28. Συγκεκριμένα, εάν η συμμετοχή του κλάδου σε διψήφια ανάλυση στην ΑΠΑ είναι: % συμμετοχής στην ΑΠΑ ≤ 0,50 Μηδέν
(0)βαθμοί % συμμετοχής στην ΑΠΑ > 0,50 Ένας
(1)βαθμός iii) Για προϊόντα και υπηρεσίες ιδιαίτερου ενδιαφέροντος: Υποθέσεις που αφορούν σε αγορές ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για το κράτος και τους καταναλωτές, η βαρύτητα των οποίων δεν αντικατοπτρίζεται επαρκώς από τις παραμέτρους (
- i)- (
- ii)ανωτέρω, και συγκεκριμένα οι αγορές: α) υπηρεσιών και προϊόντων εκπαίδευσης, β) Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης29, γ) υπηρεσιών και προϊόντων υγείας, δ) ασφάλισης, ε) μεταφορών (χερσαίων, θαλάσσιων και αεροπορικών), στ) ηλεκτρονικό εμπόριο - ψηφιακές τεχνολογίες, ζ) ενέργειας, ύδρευσης και ανακύκλωσης. 27 Η ελαστικότητα ζήτησης ως προς την τιμή είναι δείκτης που μετρά τον βαθμό στον οποίο η ζητούμενη ποσότητα ενός προϊόντος ανταποκρίνεται στη μεταβολή της τιμής του. Άλλως, η ελαστικότητα ζήτησης ως προς την τιμή είναι ο λόγος της ποσοστιαίας (%) μεταβολής της ζητούμενης ποσότητας προς την ποσοστιαία (%) μεταβολή της τιμής ενός προϊόντος. 28 Η ΑΠΑ μετρά την αξία όλων των τελικών αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται σε μία οικονομία για συγκεκριμένη χρονική περίοδο, και επομένως δεν συμπεριλαμβάνεται η αξία των ενδιάμεσων αγαθών, καθώς έτσι η ΑΠΑ εμφανίζεται μεγαλύτερη. Με άλλα λόγια, λαμβάνεται υπόψη η προστιθέμενη αξία σε κάθε στάδιο παραγωγής. 29 Υποθέσεις που εμπίπτουν στις διατάξεις του ν. 3592/2007 «Συγκέντρωση και αδειοδότηση Επιχειρήσεων Μέσων Ενημέρωσης και άλλες διατάξεις»» (ΦΕΚ Α' 161/19.7.2007). 15