ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΙΘ. 646/2017* Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συνεδρίασε στην Αίθουσα Συνεδριάσεων του 1ου ορόφου του κτιρίου των γραφείων της, επί της οδού Κότσικα 1Α, Αθήνα, την 28η Νοεμβρίου 2016, ημέρα Δευτέρα και ώρα 10:30, με την εξής σύνθεση: Πρόεδρος: Δημήτριος Κυριτσάκης. Μέλη: Δημήτριος Λουκάς (Αντιπρόεδρος), Βικτωρία Μερτικοπούλου, Λευκοθέα Ντέκα, Νικόλαος Ζευγώλης (Εισηγητής), Παναγιώτης Φώτης, Δημήτριος Δανηλάτος και Ιωάννης Αυγερινός. Γραμματέας: Ευαγγελία Ρουμπή. Θέμα της συνεδρίασης: Λήψη απόφασης επί της αυτεπάγγελτης έρευνας της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού στη σχετική αγορά καλλυντικών προϊόντων υψηλής ποιότητας και τιμής, σε συνέχεια καταγγελιών της εταιρίας «NOTOS COM ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ Α.Ε.Β.Ε» για πιθανή παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 του ν. 703/77 (νυν άρθρα 1 και 2 του Ν. 3959/2011, όπως ισχύει) αναφορικά με τον τομέα του χονδρεμπορίου. Πριν την έναρξη της συνεδρίασης, ο Πρόεδρος της Επιτροπής όρισε Γραμματέα της υπόθεσης την υπάλληλο της Γραμματείας Προέδρου, Αντιπροέδρου και Εισηγητών, Ευαγγελία Ρουμπή με αναπληρώτρια αυτής την Ηλιάνα Κούτρα. * Η παρούσα απόφαση εκδίδεται σε επτά
(7)επιπλέον εκδόσεις με τα εξής διακριτικά: 1) Προς Δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, 2) Έκδοση για την εταιρία NOTOS COM ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, 3) Έκδοση για την εταιρία ΕΣΤΕ ΛΩΝΤΕΡ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ, 4) Έκδοση για την εταιρία ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ COSMETICS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, 5) Έκδοση για την εταιρία L’OREAL HELLAS Α.Ε., 6) Έκδοση για την εταιρία ΓΡ. ΣΑΡΑΝΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΟΙΚΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ και 7) Έκδοση για την εταιρία PARFUMS CHRISTIAN DIOR HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ. Από τις επτά αυτές εκδόσεις έχουν αφαιρεθεί τα απόρρητα επιχειρηματικά στοιχεία (όπου η ένδειξη […]) τα οποία δεν θα πρέπει να περιέλθουν σε γνώση του αντίστοιχου αποδέκτη της έκδοσης, σύμφωνα με το άρθρο 41 του ν. 3959/2011 (ΦΕΚ 93 Α΄/20.4.2011), όπως ισχύει, και τον Κανονισμό Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΦΕΚ 54 Β΄/16.1.2013). Όπου ήταν δυνατό τα στοιχεία που παραλείφθηκαν αντικαταστάθηκαν με ενδεικτικά ποσά και αριθμούς ή με γενικές περιγραφές (εντός […]). ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Η υπόθεση συζητείται μετά από αναβολές των αρχικά προγραμματισμένων συνεδριάσεων για την υπόθεση, της 13ης Οκτωβρίου 2016 και της 24ης Οκτωβρίου 2016, κατόπιν αιτημάτων εμπλεκομένων μερών, ενώ στη συνεδρίαση της 4ης.11.2016 (αριθ. 80) μετά από αίτημα των εταιριών του λιανεμπορίου (υπ’ αριθ. πρωτ. 541/3.11.2016) για χωρισμό της υπόθεσης ως προς τις εταιρίες των ΑΦΩΝ ΧΟΝΤΟΥ, (HONDOS CENTER ΠΟΛΥΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ, ANSWER, ΧΟΝΤΟΣ ΠΟΛΥΚΑΤΑΣΤΗΜΑ, ΘΕΡΜΑΪΚΟΣ, MAKALDI, ΑΤΗΝΗ, ΑΦΟΙ Σ. ΧΟΝΤΟΥ και STEP), η Ολομέλεια της Επιτροπής αποφάσισε και κατά παραδοχή της υπ’ αριθ. πρωτ. 3808/1.6.2016 εισήγησης, διαχώρισε την υπόθεση με βάση το άρθρο 21 του Κανονισμού Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής (ΦΕΚ/Β΄/54/16.1.2013), σε ότι αφορά τις αιτιάσεις της ως άνω εισήγησης αναφορικά με τις εταιρίες ΧΟΝΤΟΥ οι οποίες (πλην μιας) ακολούθησαν τη διαδικασία Διευθέτησης και όρισε την αρχή ημέρα (28.11.2016) για συζήτηση της ως άνω υπόθεσης αναφορικά με τον τομέα του χονδρεμπορίου, η οποία συζήτηση συνεχίσθηκε κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής την 6η Δεκεμβρίου 2016, ημέρα Τρίτη και ώρα 10:00, οπότε και ολοκληρώθηκε. Στη συζήτηση της υπόθεσης των χονδρεμπόρων είχαν νομίμως κλητευθεί και παραστάθηκαν τα ενδιαφερόμενα μέρη ως εξής: α) η εταιρία NOTOS COM ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, εφεξής NOTOS, διά των πληρεξουσίων δικηγόρων της Ξενοφώντος Παπαρρηγόπουλου, Βασιλείου Στεργίου και Αθανασίου Ταλιαδούρου, β) η εταιρία ΕΣΤΕ ΛΩΝΤΕΡ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ, εφεξής Estee Lauder, με τους νομίμους εκπροσώπους της Γρηγόρη Σαράντη, Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο και Robert Acquilina, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων της Αναστασίας Δρίτσα, Βιολέττας Παναγιωτοπούλου και Ηλία Γεωργιόπουλου, γ) η εταιρία L’OREAL HELLAS Α.Ε. εφεξής L’Oreal διά των πληρεξουσίων δικηγόρων της Εμμανουήλ Μαστρομανώλη, Στέφανου Χαρακτινιώτη και Αγγελικής Βαρελά, δ) η εταιρία PARFUMS CHRISTIAN DIOR HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, εφεξής Christian Dior διά των πληρεξουσίων δικηγόρων της Παναγιώτη Μπερνίτσα, Αυγουστίνας Αλμυρούδη, Μαρίνας Ανδρουλακάκη και Αρετής – Τάνιας Πατσαλιά και ε) η εταιρία ΓΡ. ΣΑΡΑΝΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΟΙΚΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ, εφεξής Σαράντης διά των πληρεξουσίων δικηγόρων της Μιχαήλ - Θεόδωρου Μαρίνου, Ευαγγέλου Λιάσκου, Γεωργίου Μπαμπέτα και Κωνσταντίνου Σταματίου. Η εταιρία ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ COSMETICS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, καίτοι κλητευθείσα νομίμως για την αρχική αλλά και κατά τη μετ’ αναβολή συνεδρίαση (σχετικές οι υπ’ αριθ. 10386/Β΄/13.07.2016, 10675/Β΄/04.08.2016, 10786/Β΄/12.09.2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Νικολάου Ανδρικόπουλου), δεν κατέθεσε υπόμνημα ούτε και παραστάθηκε κατά την εν αρχή της παρούσας συνεδρίαση. Τη συνεδρίαση παρακαλούθησαν και τα στελέχη της εταιρίας L’OREAL Αικατερίνη Παππά και Μελανία Καρανδρίκα. Για τη διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα και αντίστροφα ορίστηκαν ως διερμηνείς οι Θεόδωρος Μπουχέλος και Μαρία Ψαράκη οι οποίοι και ορκίστηκαν. 2 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Στην αρχή της συζήτησης ο Πρόεδρος έδωσε το λόγο στον αρμόδιο Εισηγητή Νικόλαο Ζευγώλη, ο οποίος ανέπτυξε συνοπτικά την υπ’ αριθ. πρωτ. 3808/01.06.2016 εισήγησή του ως προς το σημείο και μόνο που αφορά το χονδρεμπόριο και τις ανωτέρω εταιρίες, και λαμβάνοντας υπόψη όσα αναφέρονται αναλυτικά σε αυτή, πρότεινε ότι με βάση τα στοιχεία που διαθέτει η Υπηρεσία: 1. Να διαπιστωθούν οι ως άνω περιγραφείσες στο σκεπτικό παραβάσεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 703/1977, όπως ίσχυε, καθώς και του άρθρου 81 ΣυνθΕΚ (νυν 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ), για τη διάρκεια συμμετοχής εκάστης εταιρίας και για το χρονικό διάστημα από 2001 έως 2006. 2. Να επιβληθεί πρόστιμο στις εταιρίες ESTEE LAUDER HELLAS Α.Ε., ΓΡ.ΣΑΡΑΝΤΗΣ Α.Β.Ε.Ε. ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ, ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ, ΟΙΚΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ, L’OREAL HELLAS Α.Ε., PARFUMS CHRISTIAN DIOR HELLAS Α.Ε.Β.Ε., NOTOS COM ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ Α.Ε.Β.Ε., ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ COSMETICS Α.Ε., αναφορικά με τις ανωτέρω εκτιθέμενες στο σκεπτικό παραβάσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 703/1977 και 81 ΣυνθΕΚ (νυν 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ), και ειδικότερα της αντιανταγωνιστικής οριζόντιας σύμπραξης μεταξύ τους , υπολογιζόμενο επί των ετησίων ακαθάριστων εσόδων των ανωτέρω επιχειρήσεων στα προϊόντα της σχετικής αγοράς, που λαμβάνει χώρα η παράβαση, για κάθε έτος της παράβασης αθροιστικά (2001-2006). 3. Να υποχρεωθούν να παραλείπουν τις διαπιστωθείσες παραβάσεις στο μέλλον και να απειληθούν οι εταιρίες ESTEE LAUDER HELLAS Α.Ε., ΓΡ.ΣΑΡΑΝΤΗΣ Α.Β.Ε.Ε. ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ, ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ, ΟΙΚΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ, L’OREAL HELLAS Α.Ε., PARFUMS CHRISTIAN DIOR HELLAS Α.Ε.Β.Ε., NOTOS COM ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ Α.Ε.Β.Ε., ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ COSMETICS Α.Ε., με πρόστιμο και χρηματική ποινή, εάν με απόφαση της Επιτροπής βεβαιωθεί η επανάληψη των διαπιστωθεισών παραβάσεων στο μέλλον. 4. Να απορριφθούν οι λοιπές αιτιάσεις της υποβληθείσας καταγγελίας με αρ. πρωτ. 1126/24.02.2006, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο ως άνω σκεπτικό. Κατόπιν, το λόγο έλαβαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των εταιριών και οι νόμιμοι εκπρόσωποί τους, οι οποίοι τοποθετήθηκαν επί της προαναφερόμενης εισήγησης, ανέπτυξαν τις απόψεις τους, έδωσαν διευκρινίσεις και απάντησαν σε ερωτήσεις που τους υπέβαλαν ο Πρόεδρος και τα μέλη της Επιτροπής. Για τη θεμελίωση των ισχυρισμών τους οι πληρεξούσιοι δικηγόροι ζήτησαν την εξέταση μαρτύρων. Η Επιτροπή, αποδεχόμενη τα σχετικά αιτήματά τους, εξέτασε τους μάρτυρες 1) […], 2) […] και 3) […]. Με την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας και την εξέταση των μαρτύρων οι πληρεξούσιοι δικηγόροι ζήτησαν και ο Πρόεδρος της Επιτροπής χορήγησε προθεσμία πέντε
(5)ημερολογιακών ημερών μετά την παραλαβή των πρακτικών από τα ενδιαφερόμενα μέρη, προκειμένου να υποβάλουν τυχόν συμπληρωματικά υπομνήματα. Η Επιτροπή συνήλθε σε διάσκεψη την 23η Μαρτίου 2017 (ημέρα Πέμπτη και ώρα 11:00 π.μ.), η οποία συνεχίσθηκε την 27η Μαρτίου 2017 (ημέρα Δευτέρα και ώρα 12:00), και 3 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ολοκληρώθηκε την 6η Απριλίου 2017 (ημέρα Πέμπτη και ώρα 11:00) στην ως άνω αίθουσα συνεδριάσεων του 1ου ορόφου των Γραφείων της, με τη συμμετοχή του Εισηγητή Νικολάου Ζευγώλη, ο οποίος δεν έλαβε μέρος στην ψηφοφορία. Ο Αντιπρόεδρος Δημήτριος Λουκάς δεν συμμετείχε σε όλες τις παραπάνω διασκέψεις λόγω δικαιολογημένου κωλύματος. Η Επιτροπή αφού έλαβε υπόψη τα στοιχεία του φακέλου της κρινόμενης υπόθεσης, την Εισήγηση, τις απόψεις που διατύπωσαν προφορικώς τα ενδιαφερόμενα μέρη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και με τα υπομνήματά τα οποία υπέβαλαν, καθώς και τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες κατά την ακροαματική διαδικασία, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΩΣ ΕΞΗΣ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1) Η αυτεπάγγελτη έρευνα της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Επιτροπής Ανταγωνισμού (εφεξής και «ΕΑ») σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη χονδρική και λιανική πώληση καλλυντικών, ξεκίνησε τον Ιούλιο του 2006, με αφορμή δυο καταγγελίες που υπέβαλε η εταιρία NOTOS COM ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ Α.Ε.Β.Ε. (εφεξής και «NOTOS COM» ή «καταγγέλλουσα») στη ΓΔΑ, η πρώτη εκ των οποίων (αρ. πρωτ. 1126/24.02.2006) στρέφεται κατά πέντε εταιριών χονδρικής εμπορίας επώνυμων καλλυντικών υψηλής ποιότητας και τιμής, ενώ η δεύτερη (αρ. πρωτ. 4559/19.07.2006),όπως ήδη αναφέρθηκε1, στρέφεται κατά των εταιριών λιανικής εμπορίας καλλυντικών υψηλής ποιότητας και τιμής 2, που λειτουργούσαν υπό το διακριτικό σήμα «HONDOS CENTER». Για τους σκοπούς της συγκεκριμένης έρευνας, η ΓΔΑ διενέργησε αιφνιδιαστικούς ελέγχους, έλαβε καταθέσεις και απέστειλε σειρά ερωτηματολογίων
- Β. ΟΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΜΕΝΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ - Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ NOTOS COM (ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΤΗΣ ΧΟΝΔΡΙΚΗΣ) 2) Η πρώτη καταγγελία της NOTOS COM4 (αρ. πρωτ. 1126/24.2.2006) αφορούσε σε παράβαση του άρθρου 1 (και συγκεκριμένα των περιπτώσεων α’, γ’ και δ’) και του άρθρου 2 (και συγκεκριμένα των παρ. α’ και γ’) του Ν. 703/77 (νυν 3959/2011), όπως ισχύει καθώς και του άρθρου 2α του Ν. 703/1977, όπως ίσχυε κατά τη χρονική στιγμή της υποβολής της καταγγελίας και στρεφόταν κατά των επιχειρήσεων χονδρικής εμπορίας καλλυντικών υψηλής ποιότητας και τιμής: α) ESTEE LAUDER HELLAS A.E. (εφεξής και «ESTEE LAUDER»), β) Π. Ν. ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ Α.Ε.Β.Ε. (εφεξής και «ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ»), 1 Ό.π. Η καταγγέλλουσα στις από 24/2/2006 και 19/7/2006 καταγγελίες της χρησιμοποιεί τις ονομασίες «καλλυντικά προϊόντα υψηλού κύρους και ποιότητας και επιλεκτικής διανομής», «επώνυμα καλλυντικά» ή/και «καλλυντικά επιλεκτικής διανομής». Στη παρούσα απόφαση έχει υιοθετηθεί η ονομασία «καλλυντικά υψηλής ποιότητας και τιμής», η οποία χρησιμοποιείται στις υπ’ αριθμ. 271/IV/2004 και 543/VII/2012 Αποφάσεις της ΕΑ. 3 Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα έρευνας της Υπηρεσίας βλ. Βλ. την υπ’ αρ. πρωτ. 3808/1.6.2017 έκθεση του εισηγητή Ν. Ζευγώλη, Παράρτημα
- 4 Εφεξής και NOTOS. 2 4 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ γ) L’ OREAL PRODUITS DE LUXE HELLAS A.E. (εφεξής και «L’ OREAL» ή «PLH»), δ) ΓΡ. ΣΑΡΑΝΤΗΣ ΑΒΕΕ (εφεξής και «ΣΑΡΑΝΤΗΣ») και ε) PARFUMS CHRISTIAN DIOR HELLAS Α.Ε.Β.Ε. (εφεξής και «PCD HELLAS» ή «CHRISTIAN DIOR»). Σημειώνεται ότι οι εν λόγω εταιρίες θα αναφέρονται εφ’ εξής από κοινού και ως «καταγγελλόμενες εταιρίες χονδρικής εμπορίας καλλυντικών υψηλής ποιότητας και τιμής» ή «καταγγελλόμενες εταιρίες χονδρικής». 3) Συνοπτικά, η NOTOS COM κατήγγειλε τις ανωτέρω εταιρίες χονδρικής για τις κάτωθι πρακτικές: α) αντικείμενη στα χρηστά εμπορικά ήθη συμπεριφορά, β) εναρμονισμένη πρακτική και συμπεριφορά, γ) καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας κοινής τους θέσης και της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκεται η καταγγέλλουσα σε σχέση με τις καταγγελλόμενες, δ) εφαρμογή σε βάρος της καταγγέλλουσας διακριτικής μεταχείρισης και άνισων σε σχέση με τον ανταγωνισμό όρων για ισοδύναμες παροχές και για διακοπή συμφωνημένων και πάγιων παροχών και ε) επηρεασμός των τιμών πώλησης. 4) Σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, οι ανωτέρω ενέργειες και συμπεριφορές νόθευσαν και επηρέασαν σημαντικά τους κανόνες του υγιούς ανταγωνισμού προκαλώντας βλάβη, τόσο στην ίδια όσο και στο καταναλωτικό κοινό, το οποίο στερήθηκε «…ευκαιρίες αγοράς των καλλυντικών προϊόντων υψηλού κύρους και ποιότητας και επιλεκτικής διανομής». 5) Σύμφωνα με την καταγγελία, η εταιρία NOTOS COM δραστηριοποιείται, τόσο στη λιανική πώληση (μέσω δικτύου καταστημάτων της) όσο και στην εισαγωγή και χονδρική εμπορία καλλυντικών (ως επί το πλείστον μέσω δικτύου επιλεκτικής διανομής). Λόγω της φύσης και ευαισθησίας των καλλυντικών προϊόντων της συγκεκριμένης κατηγορίας και στο πλαίσιο των σχετικών συμβάσεων-συμφωνιών με τις μητρικές εταιρίες (οίκους) του εξωτερικού, ενόψει δε και της σχετικά υψηλής τιμής στην οποία πωλούνται τα προϊόντα αυτά (ως προϊόντα πολυτελείας) «…όλες οι επιχειρήσεις διανομής υποχρεούνται, πέραν των ενεργειών διαφήμισης, να υποστηρίζουν με εξειδικευμένες υπαλλήλους-συνεργάτες την πώληση και διάθεσή των στους καταναλωτές, ιδίως με αισθητικούς συμβούλους που παρέχουν στους καταναλωτές οδηγίες-συμβουλές για (ενδεικτικά) την επιλογή του κατάλληλου για κάθε τύπο δέρματος αρώματος ή καλλυντικού, τη σωστή χρήση του, τα συστατικά του, την τιμή του, κ.λ.π. στοιχεία».5Κατά την καταγγέλλουσα, η υποστήριξη των εν λόγω προϊόντων από αισθητικούς συμβούλους αποτελούσε (εκτός από συμβατική υποχρέωση των διανομέων/αντιπροσώπων προς τους παραγωγούς οίκους) «πάγια καθιερωμένη υπηρεσία άρρηκτα συνδεδεμένη και συνυφασμένη με την πώληση και διάθεση των καλλυντικών προϊόντων αυτή καθαυτή και κάθε άλλο παρά ήσσονος σημασίας για την 5 Βλ. κεφάλαιο III της υπ’ αρ. πρωτ. 1126/24.02.2006 καταγγελίας της NOTOS COM (σελ. 4 και 5). 5 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ καθιέρωση και προώθηση και κυρίως πώληση (ακόμη και παρουσία) κάθε προϊόντος καθόσον εδώ και πολλές δεκαετίες, στην κυριολεξία δεν υπάρχει καταναλωτής που να έχει προμηθευτεί καλλυντικό προϊόν χωρίς να εξυπηρετηθεί από εξειδικευμένη αισθητικό σύμβουλο…».6 Επιπροσθέτως, αναφέρει ότι η παρουσία αισθητικών συμβούλων αποτελούσε μία από τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την ένταξη οποιουδήποτε σημείου λιανικής πώλησης στο δίκτυο επιλεκτικής διανομής, ενώ σε περίπτωση άρνησης του λιανοπωλητή να δεχτεί στο κατάστημά του τις αισθητικούς συμβούλους, αποβαλλόταν από το δίκτυο του διανομέα. Συναφώς σημειώνεται ότι σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική των διανομέων, το κόστος για την παροχή της υπηρεσίας των αισθητικών συμβούλων επιβάρυνε τους ίδιους τους διανομείς, ως συμβατική τους υποχρέωση προς τις εταιρίες παραγωγής του εξωτερικού
- Στην καταγγελία, επισημαίνεται ότι «τα έξοδα παρουσίας και διατήρησης των αισθητικών αυτών συμβούλων (όπως άλλωστε και τα έξοδα διαφήμισης και υποστήριξης των προϊόντων αυτών) αποτελούν μέρος, και κάθε άλλο παρά μικρό, της τιμής στην οποία διατίθενται τα εν λόγω προϊόντα από τους διανομείς προς τα καταστήματα λιανικής πώλησης»8.Στη συνέχεια, αναφέρεται ότι, από την πρώτη μέρα των εκπτώσεων του Ιανουαρίου 2006, οι καταγγελλόμενες επιχειρήσεις απέσυραν τις αισθητικές συμβούλους που υποστήριζαν τα προϊόντα τους από τα τρία πολυκαταστήματα της καταγγέλλουσας (ενώ τις μετέφεραν σε γειτονικά και ανταγωνιστικά της καταστήματα), κατά παράβαση των σχετικών συμφωνιών και πρακτικών των τελευταίων δεκαετιών στον κλάδο και κατά διακριτική μεταχείριση σε βάρος της καταγγέλλουσας (δεδομένου ότι οι αισθητικές σύμβουλοι παρέμειναν σε όλα τα υπόλοιπα καταστήματα λιανικής). 6) Η NOTOS COM αναφέρει στην καταγγελία της ότι «…οι στην Ελλάδα εταιρείες διανομής κατά καθιερωμένη πάγια πρακτική αλλά και σχετική συμφωνία, υποστηρίζουν και την έκπτωση στην τιμή των καλλυντικών προϊόντων που παρέχουν στους καταναλωτές τα εν λόγω καταστήματα λιανικής πώλησης κατά την περίοδο των εκπτώσεων…».9 Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, «τα καταστήματα λιανικής πώλησης, κατά πάγια πρακτική, πωλούν καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου τα καλλυντικά προϊόντα με έκπτωση 30% επί της ονομαστικής τιμής τους», ενώ κατά την περίοδο των εκπτώσεων η έκπτωση αυτή ανερχόταν συνήθως έως 50%. Αυτή η επιπλέον έκπτωση (20%) προς τον καταναλωτή χρηματοδοτοτείτο εν μέρει από τις επιχειρήσεις διανομής (συμπεριλαμβανομένων των καταγγελλομένων εταιριών χονδρικής) δια της παροχής, είτε με τη μορφή πιστωτικού σημειώματος, είτε με τη μορφή έκπτωσης επί του τιμολογίου, έκπτωσης στην τιμή προμήθειας προς τα καταστήματα λιανικής που δεν ξεπερνούσε το 10% (ήτοι οι εταιρίες διανομής υποστήριζαν μέχρι το μισό της επιπλέον έκπτωσης που παρεχόταν από τα καταστήματα λιανικής προς τον καταναλωτή κατά την εκπτωτική περίοδο). 6 Ό.π. (σελ. 5). Ό.π. (σελ. 5). 8 Βλ. κεφάλαιο III της υπ’ αρ. πρωτ. 1126/24.02.2006 καταγγελίας της NOTOS COM (σελ. 6). 9 Βλ. κεφάλαιο III της υπ’ αρ. πρωτ. 1126/24.02.2006 καταγγελίας της NOTOS COM (σελ. 7). Προς επίρρωση του εν λόγω ισχυρισμού, η NOTOS COM προσκόμισε ως συνημμένο 4 της υπ’ αρ. πρωτ. 1126/24.2.2006 καταγγελίας της, επιστολή που απέστειλε η L’OREAL στην NOTOS COM, από την οποία φαίνεται ότι η έκπτωση στα καταστήματα λιανικής πώλησης καλλυντικών προϊόντων της τελευταίας, υποστηριζόταν από την εν λόγω επιχείρηση διανομής. 7 6 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 7) Κατά την περίοδο των χειμερινών εκπτώσεων του έτους 2006, η καταγγέλλουσα, με την ιδιότητά της ως λιανέμπορος, αποφάσισε να προσφέρει στους καταναλωτές έκπτωση ύψους 60% (σε «μία μικρή γκάμα προϊόντων που εμείς [ενν. NOTOS] οι ίδιοι διανέμουμε»
- Προκειμένου να υποστηρίξει ως διανομέας τη δυνατότητα αυξημένου ποσοστού έκπτωσης και σε όλα τα άλλα καταστήματα λιανικής πώλησης εκτός των δικών της11 παρείχε έκπτωση 20% (αντί του έως 10% που μέχρι τότε παρείχαν οι άλλες επιχειρήσεις διανομής) επί των τιμών της συγκεκριμένης γκάμας προϊόντων της καταγγέλλουσας, ώστε τα καταστήματα αυτά να έχουν την ίδια δυνατότητα μετακύλισης αυξημένης έκπτωσης στους καταναλωτές με αυτή που είχαν τα καταστήματα της καταγγέλλουσας και να μην παραβιάζεται (σύμφωνα με την καταγγέλλουσα), «…η εύρυθμη κι ορθή λειτουργία των κανόνων του υγιούς ανταγωνισμού και της ελεύθερης αγοράς…».12 8) Προς επίρρωση του εν λόγω ισχυρισμού, η NOTOS COM προσκόμισε την από 30.1.2006 εξώδικη διαμαρτυρία- πρόσκληση-δήλωσή της προς τις εταιρίες που αποτελούν την αλυσίδα καταστημάτων HONDOS CENTER13, στην οποία επιβεβαιώνει την προγενέστερη προσπάθεια των κ.κ. […] και […] (εκπροσώπων της NOTOS COM) να έρθουν σε τηλεφωνική επαφή με τους κ.κ. […] και […], προκειμένου να ανακοινώσουν την απόφαση της καταγγέλλουσας σχετικά με την υποστήριξη των εκπτώσεων. Σύμφωνα με το εν λόγω έγγραφο, οι τελευταίοι απέφυγαν εσκεμμένα οποιαδήποτε επαφή με την καταγγέλλουσα με στόχο τη δημιουργία εντυπώσεων περί δήθεν άρνησης της NOTOS COM να καλύψει το συμφωνηθέν μέρος του ποσοστού έκπτωσης που χορηγούν οι πελάτες της προς τους καταναλωτές, ενώ είναι προφανής, κατά την καταγγέλλουσα, η ετοιμότητά της για την κάλυψη των εκπτώσεων, όπως άλλωστε παγίως πράττει προς το σύνολο της πελατείας της χωρίς διακρίσεις. Προς επίρρωση του ανωτέρω ισχυρισμού, αναφέρεται επίσης η πραγματοποίηση εκπτώσεων στα προϊόντα της καταγγέλλουσας από τις λοιπές αλυσίδες λιανικής πώλησης
- 9) Προ της επίμαχης περιόδου των εκπτώσεων στα καλλυντικά προϊόντα (23.1.20063.2.2006), η καταγγέλλουσα ενημερώθηκε από τις καταγγελλόμενες εταιρίες χονδρικής ότι δεν θα υποστήριζαν την καθιερωμένη έκπτωση ποσοστού 10% στα τρία πολυκαταστήματά της, κάτι που όμως θα έπρατταν για όλα τα υπόλοιπα ανά την Ελλάδα καταστήματα λιανικής πώλησης. Η εν λόγω τακτική, η οποία θεωρήθηκε από την καταγγέλλουσα ότι αποτέλεσε αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών, ερμηνεύτηκε από την ίδια ως διακριτική μεταχείριση που αποσκοπούσε στον περιορισμό της εκπτωτικής της δυνατότητας. Επιπροσθέτως, στην καταγγελία της, η NOTOS COM θεώρησε την ανωτέρω συμπεριφορά των καταγγελλόμενων εταιριών χονδρικής ως μια πρακτική η οποία «προφανή στόχο είχε όχι απλώς να περιορίσει την ανάπτυξη των τριών πολυκαταταστημάτων μας και τη δηλωμένη περαιτέρω ανάπτυξη του δικτύου μας, παρά 10 Βλ. υπ’ αρ. πρωτ. 1126/24.02.2006 καταγγελία της NOTOS COM. Δηλαδή τα καταστήματα HONDOS CENTER, BEAUTY SHOP-SEPHORA, GALERIE DE BEAUTE, όπως αναφέρονται στην σελ. 8 της υπ’ αρ. πρωτ. 1126/24.02.2006 καταγγελία της NOTOS COM. 12 Βλ. κεφάλαιο III της υπ’ αρ. πρωτ. 1126/24.02.2006 καταγγελίας της NOTOS COM (σελ. 8). 13 Βλ. συνημμένο 7 της υπ. αρ. πρωτ. 1126/24.2.2006 καταγγελίας της NOTOS COM. 14 Ο.π., σελ.
- 11 7 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ μετά βεβαιότητας να δημιουργήσει προφανές όφελος-συγκριτικό πλεονέκτημα για τα υπόλοιπα καταστήματα λιανικής πώλησης…»,15 αφού με αυτή την παύση υποστήριξης των εκπτώσεων, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της καταγγέλλουσας, οι εν λόγω εταιρίες θεωρούσαν ότι τα πολυκαταστήματα λιανικής της NOTOS COM δεν θα παρείχαν προς το καταναλωτικό κοινό καθόλου έκπτωση (πλέον του συνήθους 30%), μια ενέργεια που θα είχε ως αποτέλεσμα να απομακρυνθούν οι καταναλωτές από τα συγκεκριμένα καταστήματα. 10) Στην καταγγελία, εκφράζονται επίσης ισχυρισμοί ότι μέσω των ανωτέρω πρακτικών που ακολούθησαν οι καταγγελλόμενες εταιρίες χονδρικής, θα προέκυπτε προφανές όφελος για τις υπόλοιπες εταιρίες λιανικής (εκτός της NOTOS COM), οι οποίες θα κέρδιζαν το μερίδιο αγοράς που θα έχανε η καταγγέλλουσα, ενώ μία από τις εταιρίες που δραστηριοποιούνταν στην αγορά λιανικής πώλησης, «…ίσως…κάποια που κατέχει υψηλότατο μερίδιο αγοράς και έχει, επομένως, τη δυνατότητα να πιέσει και πάντως επηρεάσει τις επιχειρήσεις διανομής…»,16 είχε συμπράξει με τις καταγγελλόμενες εταιρίες χονδρικής, με σκοπό την ενίσχυση των ήδη υψηλών μεριδίων της στη σχετική αγορά.Συνοψίζοντας, η NOTOS COM ανέφερε στην καταγγελία της, ότι οι καταγγελλόμενες εταιρίες χονδρικής, από την πρώτη μέρα των εκπτώσεων, απέσυραν από τα τρία πολυκαταστήματα της καταγγέλλουσας τις αισθητικούς συμβούλους που υποστήριζαν τα προϊόντα τους μεταφέροντας τις σε γειτονικά ανταγωνιστικά καταστήματα λιανικής, ενώ, παράλληλα, έπαυσαν να υποστηρίζουν τις εκπτώσεις, για τα προϊόντα αυτά, στα καταστήματα λιανικής της NOTOS COM. Δεδομένου του ταυτόχρονου και των δύο ενεργειών (απόσυρση των αισθητικών συμβούλων - μη υποστήριξη των εκπτώσεων) των πέντε καταγγελλομένων εταιριών χονδρικής, τεκμαίρεται από την καταγγέλλουσα ότι αυτές δεν έγιναν τυχαία, αλλά στο πλαίσιο συμφωνίας μεταξύ των εν λόγω επιχειρήσεων. 11) Η καταγγέλλουσα αντέδρασε με εξώδικη δήλωση στις 24-1-200617, με την οποία καλούσε τις καταγγελλόμενες εταιρίες χονδρικής στην υποστήριξη των εκπτώσεων και στην άμεση επαναφορά των αισθητικών συμβούλων στα πολυκαταστήματά της. Παρά τη νέα διαμαρτυρία της καταγγέλλουσας, οι εν λόγω επιχειρήσεις συνέχισαν να μην υποστηρίζουν τις εκπτώσεις των προϊόντων τους και να μην επαναφέρουν τις αισθητικές συμβούλους. Επιπροσθέτως, οι πέντε καταγγελλόμενες επιχειρήσεις απάντησαν στην καταγγέλλουσα με ταυτόχρονες εξώδικες επιστολές ότι «…η υποστήριξη των εκπτώσεων στα πολυκαταστήματα της και η παροχή αισθητικών συμβούλων δεν ήταν συμφωνημένη, ούτε συνηθισμένη αλλά στην απόλυτη διακριτική τους ευχέρεια…»18, πολιτική που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της καταγγέλλουσας, εφήρμοζαν για όλα τα υπόλοιπα καταστήματα λιανικής πλην των καταστημάτων της NOTOS COM. 15 Βλ. κεφάλαιο III της υπ’ αρ. πρωτ. 1126/24.02.2006 καταγγελίας της NOTOS COM (σελ. 9). Στην καταγγελία δεν αναφέρεται ρητώς η επωνυμία της εν λόγω επιχείρησης. Κατά την περίοδο που υποβλήθηκε η καταγγελία στην ΕΑ υψηλό μερίδιο αγοράς κατείχε η εταιρία HONDOS CENTER. 16 Ό. π. (σελ. 9). 17 Βλ. συνημμένο 1 της υπ’ αρ. πρωτ. 1126/24.02.2006 καταγγελίας της NOTOS COM. 18 Βλ. κεφάλαιο III της υπ’ αρ. πρωτ. 1126/24.02.2006 καταγγελίας της NOTOS COM (σελ. 11). 8 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 12) Στις εξώδικες δηλώσεις που εστάλησαν στη συνέχεια από τις καταγγελλόμενες εταιρίες χονδρικής προς την καταγγέλλουσα,19 περιέχονται κοινοί ισχυρισμοί ότι οι τελευταίες απέσυραν τις αισθητικές συμβούλους από τα καταστήματα της καταγγέλλουσας, διότι με την έκπτωση ύψους 60% συνολικά την οποία η NOTOS COM εφάρμοζε στα προϊόντα που εκείνη διένειμε20, οι καταναλωτές δεν θα έδειχναν κανένα ενδιαφέρον για τα προϊόντα που διανέμονταν από τις καταγγελλόμενες εταιρίες χονδρικής και επομένως η υποστήριξή τους με αισθητικούς συμβούλους ήταν άσκοπη
- 13) Στην καταγγελία της, η NOTOS COM ανέφερε για τις καταγγελλόμενες εταιρίες χονδρικής ότι: «…στις ίδιες τις εξώδικες δηλώσεις τους οι εν λόγω επιχειρήσεις αναφέρουν: ότι προηγήθηκε μεταξύ τους (μεταξύ δηλαδή των διανομέων) συμφωνία για το ανώτατο όριο της παρεχόμενης στους καταναλωτές (!) έκπτωσης που δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει το 50% συνολικά (!!) την οποία υποστηρίζουν ότι παραβιάζει η επιχείρησή μας, δηλαδή, προς αιτιολόγηση της συμπεριφοράς και πρακτικής τους (ιδίως της ανάκλησης των αισθητικών συμβούλων) επικαλούνται μια απολύτως απαγορευμένη μεταξύ τους συμφωνία (!) και β) ότι εάν έπαυε η προσφερόμενη στα καταστήματα μας έκπτωση 60% συνολικά στη μικρή αυτή γκάμα προϊόντων μας, οι αισθητικοί σύμβουλοι θα επέστρεφαν (!!)».22 Σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, από τα ανωτέρω προέκυπτε ότι οι ταυτόχρονες ενέργειες των καταγγελλομένων εταιριών χονδρικής επιβεβαίωναν τη μεταξύ τους σύμπραξη και εναρμονισμένη πρακτική, καθώς και την απόπειρα διαμόρφωσης από αυτές της τιμής στην οποία προσφέρονται τα καλλυντικά προϊόντα στους καταναλωτές, από τα πολυκαταστήματα της καταγγέλλουσας. 14) Επιπλέον, η καταγγέλλουσα θεωρούσε ότι δεν είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι κατά την ίδια χρονική περίοδο έκπτωση ύψους έως 60% συνολικά προς τους καταναλωτές πραγματοποιήθηκε και από άλλα καταστήματα λιανικής πώλησης, ιδίως την αλυσίδα καταστημάτων BEAUTY SHOP23, πλην όμως οι καταγγελλόμενες εταιρίες χονδρικής ούτε αρνήθηκαν να υποστηρίξουν έναντι των εν λόγω καταστημάτων την έκπτωση στα δικά τους προϊόντα (όπως έπραξαν με καταστήματα της καταγγέλλουσας), ούτε ανακάλεσαν τις αισθητικές συμβούλους που βρίσκονταν στα εν λόγω καταστήματα. Η καταγγέλλουσα υποστήριζε ότι παρόλο που έπαυσε στις 26.01.2006 (4 ημέρες μετά την έναρξη των εκπτώσεων) την παροχή στα πολυκαταστήματα της έκπτωσης 60% σε 19 Βλ. συνημμένο 2 της υπ’ υπ’ αρ. πρωτ. 1126/24.02.2006 καταγγελίας της NOTOS COM και ειδικότερα την από 25.1.2006 εξώδικη απάντηση-δήλωση της εταιρίας ESTEE LAUDER, την από 30.1.2006 εξώδικη απάντηση, διαμαρτυρία και δήλωση της εταιρίας ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ, την από 24.1.2006 εξώδικη απάντηση, διαμαρτυρία και δήλωση καθώς και την από 26.1.2006 εξώδικη διαμαρτυρία και δήλωση της L’OREAL, την από 25.1.2006 εξώδικη απάντηση της εταιρίας ΣΑΡΑΝΤΗΣ και την από 6.2.2006 εξώδικη απάντηση-δήλωσηδιαμαρτυρία-πρόσκληση της εταιρίας CHRISTIAN DIOR, όλες με παραλήπτη την NOTOS COM. 20 Η NOTOS COM ισχυρίζεται στη καταγγελία της ότι η έκπτωση εφαρμόστηκε σε μικρή γκάμα προϊόντων της ενώ οι καταγγελλόμενες εταιρίες χονδρικής αναφέρουν, στα εξώδικα τους, για το σύνολο των προϊόντων της NOTOS COM. 21 Για περαιτέρω ανάλυση του περιεχομένου των εξώδικων δηλώσεων, βλ. Ενοτητα Η.1.1 της παρούσας 22 Βλ. κεφάλαιο III της υπ’ αρ. πρωτ. 1126/24.02.2006 καταγγελίας της NOTOS COM (σελ. 13). 23 Βλ. συνημμένο 5 της υπ. αρ. πρωτ. 1126/24.02.2006 καταγγελίας της NOTOS COM, ενδεικτικές φωτογραφίες της βιτρίνας των καταστημάτων BEAUTY SHOP με ημερομηνία 25.01.2006 (δηλαδή δυο μέρες μετά την έναρξη των εκπτώσεων), από τις οποίες προκύπτει ότι και τα εν λόγω καταστήματα προχώρησαν, κατά την ίδια χρονική περίοδο (από τις 23.1.2006 και μετά), σε έκπτωση 60% επί της τιμής των καλλυντικών προϊόντων. 9 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ επιλεγμένα προϊόντα που εισήγαγε και διένειμε η ίδια επαναφέροντας της στο πεδίο της συνήθους και κοινής έκπτωσης του 50% για όλα τα προϊόντα, όπως ζητούσαν οι καταγγελλόμενες εταιρίες χονδρικής, οι τελευταίες δεν επανέφεραν τις αισθητικούς συμβούλους. 15) Σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, τα ανωτέρω γεγονότα καθιστούσαν τη μη επαναφορά των αισθητικών συμβούλων στα πολυκαταστήματά της από τις εν λόγω επιχειρήσεις παντελώς αναιτιολόγητη και καταχρηστική, ενώ οι εν λόγω επιχειρήσεις δήλωσαν με σχετικές εξώδικες επιστολές τους προς την καταγγέλλουσα24 ότι για να επαναφέρουν τις αισθητικούς συμβούλους στα πολυκαταστήματά της, θα έπρεπε η ίδια να φροντίσει ώστε να παύσει η οποιαδήποτε έρευνα από πλευράς της ΕΑ
- 16) Η NOTOS COM ανέφερε επίσης στην καταγγελία της πως δεν μπορούσε να παραληφθεί το γεγονός ότι οι οίκοι του εξωτερικού, τα προϊόντα των οποίων διανέμονται στην Ελλάδα από την καταγγέλλουσα, λάμβαναν επιστολές από μια συγκεκριμένη αλυσίδα καταστημάτων λιανικής πώλησης26, με τις οποίες εκφράζονταν παράπονα για την καταγγέλλουσα και καλούνταν οι ξένοι οίκοι να ορίσουν νέο διανομέα των προϊόντων τους στην Ελλάδα, ενώ παράλληλα μια από τις αναφερόμενες καταγγελλόμενες εταιρίες διανομής27 εκδήλωνε το ενδιαφέρον της προς τους εν λόγω οίκους να αναλάβει αυτή τη διανομή των προϊόντων τους εντός Ελλάδος. Προς επίρρωση του ανωτέρω ισχυρισμού, η NOTOS COM προσκόμισε την «… από 23-1-2006 επιστολή του «Προέδρου» (όπως αποκαλείται ο ίδιος) του ομίλου εταιριών HONDOS CENTER προς τον οίκο παραγωγής καλλυντικών προϊόντων CHANEL, η διανομή των οποίων στην Ελλάδα πραγματοποιείται από την εταιρία μας, με την οποία επιστολή προβάλλονται ψευδείς εναντίον μας ισχυρισμοί και καλείται ο πιο πάνω οίκος να διορίσει νέο διανομέα στην Ελλάδα, απειλούμενος ότι σε άλλη περίπτωση ο συγκεκριμένος όμιλος επιχειρήσεων δεν θα διαθέτει από τα καταστήματά του προϊόντα CHANEL και παρακινούμενος, ταυτοχρόνως, με την απευθείας υπόσχεση προνομιακών χώρων εντός των καταστημάτων του εν λόγω ομίλου».28 24 Βλ. συν. 3 της υπ’ αρ. πρωτ. 1126/24.02.2006 καταγγελίας της NOTOS COM και ειδικότερα την από 6.2.2006 εξώδικη δήλωση και πρόσκληση της εταιρίας ESTEE LΑUDER καθώς και την από 2.2.2006 εξώδικη απάντηση, διαμαρτυρία και δήλωση της εταιρίας ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ προς την εταιρία NOTOS COM. 25 Επισημαίνεται ότι κατά το χρόνο κατάθεσης της εξώδικης δήλωσης της 6.2.2006, η ΓΔΑ δεν είχε εκκινήσει έρευνα στην υπό εξέταση σχετική αγορά. Ωστόσο, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, είχαν κοινοποιηθεί στην ΕΑ οι εξώδικες διαμαρτυρίες με αποστολείς και αποδέκτες τα εμπλεκόμενα μέρη της παρούσας υπόθεσης (βλ. σχετικά αρ. πρωτ. 407/25.1.2006 και 520/31.1.2006). 26 Η καταγγέλλουσα δεν αναφέρει στην από 24/02/2006 καταγγελία της την επωνυμία την εν λόγω αλυσίδας καταστημάτων. 27 Η καταγγέλλουσα δεν αναφέρει στην από 24/02/2006 καταγγελία της ποια εκ των καταγγελλόμενων εταιριών διανομής είχε εκδηλώσει το συγκεκριμένο ενδιαφέρον. 28 Βλ. συν. 8 της υπ’ αρ. πρωτ. 1126/24.02.2006 καταγγελίας της NOTOS COM (σελ. 23). Στο συγκεκριμένο έγγραφο αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι: «…It is therefore clearly understood that under these circumstances, where an exclusive Distributor is also a Retailer at the same time, he cannot fulfil his duties efficiently and properly for your brands, as this constitutes a conflict of his business interests. As you understand it is too difficult for us to cooperate with him and to be supplied with any more. We kindly request you to look into the above mentioned serious issue, as we are forced to end our cooperation with your aforementioned representative in your brands. You are kindly requested to advise us regarding an alternative Supplier for our department stores, which (stores) are interested in distributing your brands. We are at your disposal to offer to you a space in our department stores for the display of your brands». 10 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 17) Εν κατακλείδι, κατά την καταγγέλλουσα, οι καταγγελλόμενες επιχειρήσεις προέβαιναν σε συστηματική παράβαση του άρθρου 1 του ν. 703/77 (νυν 3959/2011), όπως ισχύει, ιδίως βάσει των ακολούθων: α) Οι καταγγελλόμενες εταιρίες χονδρικής δεν υποστήριξαν τις παρεχόμενες από τα πολυκαταστήματα της καταγγέλλουσας εκπτώσεις και ανακάλεσαν τις ευρισκόμενες σε αυτά αισθητικούς συμβούλους ταυτοχρόνως. β) Δεδομένης της ανεξάρτητης δομής των εν λόγω επιχειρήσεων, το ταυτόχρονο και ομοιόμορφο των ενεργειών των καταγγελλομένων αποτελούσε ισχυρό τεκμήριο εναρμόνισης της πρακτικής και συμπεριφοράς τους. γ) Είχε ομολογηθεί από τις ίδιες τις εν λόγω επιχειρήσεις η βούλησή τους για εναρμόνιση των τιμών, έτσι ώστε η μεταξύ τους αλληλοενημέρωση, συνεννόηση και συντονισμός των ενεργειών και της συμπεριφοράς τους προς την αγορά λιανικής να αίρει τον επιχειρηματικό κίνδυνο μείωσης πωλήσεων, απώλειας μεριδίου αγοράς, κ.λ.π. δ) Οι ανωτέρω κοινές ενέργειες και πρακτικές αποσκοπούσαν στον περιορισμό του ποσοστού έκπτωσης που παρεχόταν από τα πολυκαταστήματα της καταγγέλλουσας στους καταναλωτές. Για αυτό το λόγο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της καταγγέλλουσας, επιχειρήθηκε αύξηση του κόστους της μέσω της ανάκλησης των αισθητικών συμβούλων (αφού θα έπρεπε η ίδια αναγκαστικά να επωμιστεί το κόστος πρόσληψης τους). ε) Οι εν λόγω επιχειρήσεις κατά απολύτως κοινό και ομοιόμορφο τρόπο εφήρμοζαν σε βάρος της καταγγέλλουσας διακριτική μεταχείριση, γεγονός που ενδεχόμενα υπέκρυπτε συμφωνία των προμηθευτών με άλλα μέλη του δικτύου για επιβολή δυσμενέστερων όρων πώλησης. 18) Κατά την καταγγέλλουσα, οι καταγγελλόμενες εταιρίες χονδρικής προέβαιναν σε συστηματική παράβαση του άρθρου 2 (στοιχεία α’ και γ’) του ν. 703/77 (νυν 3959/2011), όπως ισχύει, βάσει των ακολούθων: α) Οι καταγγελλόμενες επιχειρήσεις εκμεταλλεύθηκαν τη συλλογική δεσπόζουσα θέση τους επιχειρώντας με τρόπο ομοιόμορφο και ενιαίο να καθορίσουν την κατώτατη τιμή πώλησης από τα πολυκαταστήματα της καταγγέλλουσας προς τους καταναλωτές των εν λόγω καλλυντικών προϊόντων. β) Οι εν λόγω επιχειρήσεις εκμεταλλεύθηκαν τη συλλογική δεσπόζουσα θέση τους αποσύροντας - ανακαλώντας, αδικαιολόγητα και σε χρόνο απόλυτα κοινό τις αισθητικές συμβούλους που παρείχαν σε όλα τα υπόλοιπα καταστήματα λιανικής πώλησης γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να περιέλθει η καταγγέλλουσα σε μειονεκτική, έναντι των άλλων καταστημάτων λιανικής, θέση στον ανταγωνισμό αφού αυξήθηκε δραματικά το κόστος της. 19) Eπιπροσθέτως, η NOTOS COM ισχυρίζεται ότι τελεί σε σχέση οικονομικής εξάρτησης έναντι των καταγγελλόμενων επιχειρήσεων, αφού είναι πελάτης τους και μεταπωλεί τα προϊόντα που αγοράζει από αυτές στο καταναλωτικό κοινό. Σύμφωνα με την καταγγελία, οι παραπάνω παροχές (συμμετοχή των χονδρεμπόρων στην επιπλέον έκπτωση, παροχή αισθητικών συμβούλων) αποτελούσαν μακροχρόνιες συμφωνίες και πρακτικές στον οικείο κλάδο, η δε διακοπή τους πραγματοποιήθηκε σε χρόνο αιφνίδιο, βραχύτατο και 11 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ παντελώς ανεπαρκή για την εύρεση από την πλευρά της οποιασδήποτε εναλλακτικής λύσης. Εξάλλου, σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, η ίδια δεν είχε ισοδύναμες εναλλακτικές λύσεις (αγορά των καλλυντικών προϊόντων διανομής τους από άλλη πηγή), αφού οι οίκοι παραγωγής των εν λόγω προϊόντων τα διέθεταν στην Ελλάδα μόνο μέσω των εν λόγω επιχειρήσεων οι οποίες είχαν το αποκλειστικό δικαίωμα διανομής τους. Με βάση την καταγγελία, τα ανωτέρω στοιχεία θεμελίωναν τον καταχρηστικό χαρακτήρα των πρακτικών τους και στοιχειοθετούσαν σαφέστατη παράβαση του άρθρου 2α του ν. 703/1977, ως ίσχυε, κατά την περίοδο υποβολής της εν λόγω καταγγελίας. 20) Η καταγγέλλουσα ζητούσε, για όλους τους ανωτέρω λόγους, από την ΕΑ: α) να ληφθούν οποιαδήποτε μέτρα κανονιστικού –διαρθρωτικού χαρακτήρα θεωρηθούν αναγκαία, προκειμένου να αποκατασταθεί η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, β) να επιβληθεί στις καταγγελλόμενες εταιρίες χονδρικής πρόστιμο 15% επί των ακαθάριστων εσόδων τους, γ) να επιβληθεί στους νομίμους εκπροσώπους των καταγγελλόμενων εταιριών χονδρικής χρηματική ποινή 30.000€ για κάθε μια από τις ανωτέρω παραβάσεις, δ) να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα για την άρση των ανωτέρω παραβάσεων και την παράλειψή τους στο μέλλον, ε) να απειληθούν οι καταγγελλόμενες εταιρίες χονδρικής και οι νόμιμοι εκπρόσωποι τους με χρηματική ποινή 5.000 € για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης με την απόφαση της ΕΑ. Γ. ΤΑ ΕΜΠΛΕΚΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ Γ.
- NOTOS COM ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ Α.Ε.Β.Ε. 21) Ο Όμιλος Notos Com δημιουργήθηκε το 2001 από τη συγχώνευση α) των πολυκαταστημάτων «Αφοί Λαμπρόπουλοι» που ξεκίνησαν το 1901 και μετεξελίχθηκαν στην αλυσίδα notosgalleries, β) των καλλυντικών CAP Cosmetics, Παπαέλληνας Καταναλωτικά και Παπαέλληνας Συμμετοχική και γ) των εταιριών ένδυσης «Σπορτσμαν», «Αταλάντη», «Αταλάντα» και «Ένδυση» με παρουσία στην αγορά από τη δεκαετία του
- 22) H πλήρης επωνυμία της εταιρίας είναι «NOTOS COM ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ»30 και «…αποτελεί μία ελληνική εμπορική εταιρία, με δραστηριότητες που επεκτείνονται στους εξής τέσσερις βασικούς κλάδους: πολυκαταστήματα, προσωπική φροντίδα και υγιεινή, χονδρική ένδυσης/υπόδησης, λιανική ένδυσης/υπόδησης»
- Ως αντικείμενό της, προσδιορίζεται η απόκτηση αποκλειστικών αντιπροσωπειών καταναλωτικών προϊόντων και η διάθεση τους μέσω διαφόρων καναλιών, δηλαδή μέσω δικτύων χονδρικής διανομής και καταστημάτων λιανικής -στην Ελλάδα και το εξωτερικό-, καθώς και μέσω πολυκαταστημάτων πού η ίδια η NOTOS COM λειτουργεί. Η NOTOS COM αντιπροσωπεύει και διανέμει στην ελληνική αγορά επώνυμα καλλυντικά προϊόντα υψηλής ποιότητας και τιμής, προϊόντα ευρείας διανομής που απευθύνονται σε πολυκαταστήματα, super markets, φαρμακεία, κ.λπ., ενώ 29 Βλ. Ιστοσελίδα της εταιρίας Notos Com (http://www.notoscom.gr/1049_1/Company-History) ως ίσχυε στις 5/2/
- 30 Βλ. την υπ’αρ. πρωτ. 2284/29.3.2016 επιστολής της NOTOS COM. 31 Βλ. υπ’ αριθμ. πρωτ. 5473/10.9.2010 επιστολή της NOTOS COM (Σελ. 1). H έδρα της εταιρίας βρίσκεται στην Κηφισιά. 12 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ δραστηριοποιείται επίσης στον κλάδο του επώνυμου ενδύματος με τη λειτουργία δικτύου χονδρικής πώλησης ειδών ένδυσης-υπόδησης για ορισμένους οίκους καθώς και στον κλάδο γραφικών και business to business γραφικών
- 23) Συναφώς με την υπό εξέταση υπόθεση, η NOTOS COM δραστηριοποιείτο κατά την ερευνώμενη περίοδο […].33 24) Επίσης, δραστηριοποιείτο στη λιανική εμπορία καλλυντικών υψηλής ποιότητας και τιμής, διατηρώντας 6 καταστήματα στις εξής γεωγραφικές περιοχές (ως είχαν στις 10.9.201034): Πολυκατάστημα Αθήνας (Αιόλου 99 & Λυκούργου) Πολυκατάστημα Θεσσαλονίκης (Τσιμισκή 24 & Μητροπόλεως 31) Πολυκατάστημα Πειραιά (Ηρώων Πολυτεχνείου 35) Πολυκατάστημα Λάρισας (Κούμα 25) Πολυκατάστημα Καλαμάτας (Πλατεία Εθνικής Αντιστάσεως & Νέδοντος) Πολυκατάστημα Πάτρας (Μαίζωνος 54-56). 25) H μετοχική σύνθεση της NOTOS COM καθώς και τα αντίστοιχα ποσοστά μετοχικού κεφαλαίου35 για τη χρονική περίοδο 2003-2016 είχαν ως εξής: Μετοχική σύνθεση της NOTOS COM (2003-2016) ΜΕΤΟΧΟΙ 2003-2010 […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] Σύνολο 100,00% 2011-2012 […] […] […] […] […] […] […] 100,00% 2011-2016 […] […] […] […] […] […] […] 100,00% Πηγή: Εταιρία NOTOS COM (υπ’ αρ. πρωτ. 5473/10.9.2010 και 2284/29.3.2016 επιστολές της εταιρίας και υπ’αρ. πρωτ. 635/28.1.2016 ηλεκτρονικό μήνυμα του […] εκ μέρους της NOTOS COM). Γ.
- ESTEE LAUDER HELLAS Α.Ε. 26) Η πλήρης επωνυμία της εταιρίας με διακριτικό τίτλο «Estee Lauder Hellas Α.Ε.» είναι «Εστέ Λώντερ Ελλάς Ανώνυμη Εταιρία Διανομής Καλλυντικών»36, με έδρα το Δήμο Χαλανδρίου Αττικής. Σκοπός της εταιρίας, σύμφωνα με το καταστατικό της37 είναι: […]. 32 Ό.π. Βλ. σχετικά απαντητική επιστολή της εταιρίας με ημ. αρ. πρ. 7064/29.9.
- Κάτι αντίστοιχο είχε επισημανθεί από την εταιρία PCD για την αγορά χονδρικής πώλησης καλλυντικών υψηλής ποιότητας και τιμής. Βλ. σχετικά απαντητική επιστολή της εταιρίας με ημ. αρ. πρ. 7277/6.10.
- 34 Βλ. υπ’ αρ. πρωτ. 5473/10.9.2010 επιστολή της NOTOS COM (Σελ. 5). 35 Σύμφωνα με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της χρήσης 2013 (Σελ. 40)- παράρτημα 6δ της υπ’αρ. πρωτ. 8357/20.11.2014 απαντητικής επιστολής της εταιρίας NOTOS COM-: «Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας αποτελείται από […] κοινές ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας € […]. Όλες οι μετοχές παρέχουν τα ίδια δικαιώματα στη λήψη μερισμάτων και στην αποπληρωμή κεφαλαίου και αντιπροσωπεύουν μια ψήφο στη Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρίας». 36 Βλ. την υπ’αρ. πρωτ. 2394/31.3.2016 επιστολή της εταιρίας ESTEE LAUDER. 37 Βλ. σχετ. 2, συνημμένο της υπ. αριθμ. πρωτ. 5609/20.9.2010 απαντητικής επιστολής της εταιρίας ESTEE LAUDER και συνημμένο 1 της υπ’αρ. πρωτ. 2394/31.3.2016 επιστολής της. Στην τελευταία επιστολή αναφέρεται ότι […]. 33 13 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 27) Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας ορίσθηκε σε […]38 και διαιρείται σε […]39 η καθεμία.40 Ο μοναδικός μέτοχος της εταιρίας ESTEE LAUDER HELLAS Α.Ε., στο χρονικό διάστημα που περιλαμβάνει τα έτη 2003 έως 2010, ήταν […] κατά το ίδιο χρονικό διάστημα είχε […]
- Η μητρική του ομίλου […] ελέγχει έμμεσα, κατά […], ποσοστό έμμεσης συμμετοχής στην […]
- 28) Κατά την υπό εξέταση περίοδο, η εταιρία δραστηριοποιείτο στην χονδρική εμπορία καλλυντικών υψηλής ποιότητας και τιμής, διανέμοντας στην Ελλάδα προιόντα του Ομίλου ESTEE LAUDER EUROPE, ενώ δεν έχει συμβάσεις προμήθειας με άλλους ξένους οίκους
- 29) Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρίας ορίσθηκε σε […]44 και διαιρείται σε […] ονομαστικές μετοχές ονομαστικής αξίας […]45 η καθεμία.46 Ο μοναδικός μέτοχος της εταιρίας ESTEE LAUDER HELLAS Α.Ε., στο χρονικό διάστημα που περιλαμβάνει τα έτη 2003 έως 2016, ήταν […]. Απώτερος ελέγχων μέτοχος για το ίδιο χρονικό διάστημα είναι η εταιρία με την επωνυμία […] η οποία μετέχει στην […] σε ποσοστό […]%
- Το υπόλοιπο […]% του μετοχικού κεφαλαίου ανήκε στη […]
- Η μητρική του ομίλου […] ελέγχει έμμεσα, κατά […], τη […].49,50 30) Μοναδική μέτοχος της […] για το χρονικό διάστημα 2003-2016 ήταν […], στην οποία μετέχει κατά […] η εταιρία με επωνυμία […]. Όλες οι ανωτέρω εταιρίες εδρεύουν στη Λευκωσία Κύπρου. H εταιρία […]. 31) […]51[…]52 Γ.
- ΕΤΑΙΡΙΕΣ (ΠΡΩΗΝ) ΟΜΙΛΟΥ ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ 32) H εταιρία "ΠΝΓ ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΟΜΟΡΦΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" με διακριτικό τίτλο "ΠΝΓ ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ ΑΕΒΕ" (πρώην «ΦΑΡΜΑΚΑΠΟΘΗΚΗ Π.Ν. ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ»53 εφεξής "ΠΝΓΓ" ή «GEROLYMATOS 38 […] […] 40 Βλ. άρθρο 5 κωδικοποιημένου καταστατικού της εταιρίας, το οποίο επισυνάπτεται ως σχετικό στην υπ’ αρ. πρωτ. 5609/20.09.2010 απαντητική επιστολή της εταιρίας. 41 Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. πρωτ. 5609/20.9.2010 επιστολή της ESTEE LAUDER. 42 Σύμφωνα με τις Ετήσιες Οικονομικές Εκθέσεις χρήσεων 2003-2013 της εταιρίας ΓΡ. ΣΑΡΑΝΤΗΣ ΑΒΕΕ. 43 Βλ. υπ’ αρ. πρωτ. 6113/30.9.2011 επιστολή της ESTEE LAUDER. 44 […] 45 […] 46 Βλ. άρθρο 5 κωδικοποιημένου καταστατικού της εταιρίας, το οποίο επισυνάπτεται ως σχετικό στην υπ’ αρ. πρωτ. 5609/20.09.2010 απαντητική επιστολή της εταιρίας. 47 Βλ. την υπ’αρ. πρωτ. 2394/31.3.2016 επιστολή της ESTEE LAUDER. 48 Βλ. την υπ’αρ. πρωτ. 2340/30.3.2016 επιστολή της ΣΑΡΑΝΤΗΣ. 49 Σύμφωνα με τις Ετήσιες Οικονομικές Εκθέσεις χρήσεων 2003-2013 της εταιρίας ΓΡ. ΣΑΡΑΝΤΗΣ ΑΒΕΕ.. 50 Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της ΓΡ. ΣΑΡΑΝΤΗΣ ΑΒΕΕ, η ίδια «έχει συνάψει κοινοπραξία με την εταιρεία ESTEE LAUDER HELLAS για την διανομή προϊόντων της ESTEE LAUDER σε Ελλάδα, Ρουμανία και Βουλγαρία». 51 Κατά το άρθρο 5, παρ. 3 του Ν. 3959/
- 52 Βλ. την υπ’αρ. πρωτ. 2340/30.3.2016 επιστολή της ΓΡ. ΣΑΡΑΝΤΗΣ. 53 Η εταιρία μετονομάστηκε δυνάμει του ΦΕΚ 8188/18.7.
- 39 14 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ INTERNATIONAL»), συστάθηκε το 1999 και αποτελούσε θυγατρική εταιρία της «ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ INTERNATIONAL ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», (πρώην ΠΝ ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ ΑΕΒΕ54 - εφεξής "ΠΝΓ"), εταιρίας ελεγχόμενης από την οικογένεια Π. Γερολυμάτου
- Tην περίοδο 2003 έως 2007, ο κλάδος καλλυντικών του ομίλου Γερολυμάτου λειτουργούσε μέσω της εταιρίας ΠΝΓ, ενώ, σε συνέχεια μεγάλου εταιρικού ανασχηματισμού, που πραγματοποιήθηκε το έτος 2007, η πλειονότητα των επιχειρηματικών κλάδων της ΠΝΓ, περιλαμβανομένου του κλάδου των καλλυντικών, αποσχίστηκαν και μεταφέρθηκαν στην ΠΝΓΓ
- 33) Συγκεκριμένα, με την υπ’ αρ. 17.942/6.7.2007 Σύμβαση Απόσχισης57, η ΠΝΓ απέσχισε α) τον βιομηχανικό κλάδο, β) τον κλάδο παροχής υπηρεσιών, γ) τα τμήματα φαρμάκων, καλλυντικών, κτηνιατρικών, OTC, διαγνωστικών και διεθνών δραστηριοτήτων, τα οποία αποτελούσαν αυτοτελή μέρη του εμπορικού κλάδου της ως άνω εταιρίας και εισέφερε όλα τα ανωτέρω στην ΠΝΓΓ. Κατά συνέπεια, καθολικός διάδοχος του κλάδου των καλλυντικών, από το 2007 και μετά, κατέστη η ΠΝΓΓ.58 Η απόσχιση ολοκληρώθηκε την 10.07.
- 34) Το Φεβρουάριο 2009, η ALAPIS AΝΩΝΥΜΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ & ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ, ΧΗΜΙΚΩΝ & ΒΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ με διακριτικό τίτλο ALAPIS ABEE (εφεξής ALAPIS) εξαγόρασε την ΠΝΓΓ και το Δεκέμβριο 2009 η ΠΝΓΓ συγχωνεύθηκε με την ALAPIS με απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη.60 35) Στις 9.7.2009 συστάθηκε η ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ COSMETICS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ (εφεξής ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ COSMETICS) ως εξ ολοκλήρου θυγατρική της ALAPIS με κύριο σκοπό τη διανομή, εξαγωγή και εμπορία καλλυντικών, η οποία και ανέλαβε τη δραστηριότητα του κλάδου καλλυντικών της ΠΝΓΓ. Περαιτέρω, στις 02.06.2010 αγόρασε τον κλάδο παραγωγής και εμπορίας καλλυντικών προϊόντων της ALAPIS 61, η οποία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης το
- 36) Στη συνέχεια, δυνάμει σχετικής από 09.06.2010 Σύμβασης Αγοραπωλησίας Μετοχών, το σύνολο (100%) του μετοχικού κεφαλαίου της ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ COSMETICS εξαγοράσθηκε από την εταιρία με την επωνυμία "BALLIS PERSONAL AND HOME 54 Η εταιρία μετονομάστηκε δυνάμει του ΦΕΚ 521/21.1.
- Βλ.υπ’ αρ. πρωτ. 5517/14.09.2010 απαντητική επιστολή της ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ COSMETICS. 56 Ό.π. 57 Βλ. συν 2 της υπ’ αρ. πρωτ. 8184/12.11.2014 απαντητικής επιστολής της GEROLYMATOS INTERNATIONAL. 58 Βλ. αρ. πρωτ. 8184/12.11.
- 59 Ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε στο Μητρώο Α.Ε. η υπ. αριθμ. 6251/10.07.2007 σχετική εγκριτική απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής (βλ. υπ’ αρ. πρωτ. 5517/14.09.2010 επιστολή). 60 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ 11983/6.10.2009 και Απόφαση 431/V/2009 Ε.Α. «Η συγχώνευση της ΠΝΓΓ με τη μητρική της εταιρεία, ALAPIS, με απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη, αποτελούσε ενδο-ομιλική συναλλαγή, η οποία, ως εκ τούτου, δεν υπαγόταν σε υποχρέωση γνωστοποίησης ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού» (υπ’ αρ. πρωτ. 5517/14.9.2010 επιστολή της εταιρίας). 61 «Η εξαγορά από την ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ COSMETICS του κλάδου καλλυντικών της μητρικής της εταιρίας, ALAPIS, αποτελούσε ενδο-ομιλική συναλλαγή, η οποία, ως εκ τούτου, δεν υπαγόταν σε υποχρέωση γνωστοποίησης ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού» (υπ’ αρ. πρωτ. 5517/14.9.2010 επιστολή της εταιρίας). 62 ΦΕΚ 658/24.1.
- 55 15 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ CARE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ, ΑΠΟΡΡΥΠΑΝΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "BALLIS HOME CARE S.A." (εφεξής και "BALLIS")
- Η BALLIS συστάθηκε στις 26.05.2010 […]
- Σύμφωνα με την υπ’ αρ. πρωτ. 5517/14.09.2010 επιστολή της ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ COSMETICS προς τη ΓΔΑ65, από το Σεπτέμβριο του 2010, […]. Σημειωτέον ότι κατόπιν έρευνας της υπηρεσίας, δεν βρέθηκαν στοιχεία επικοινωνίας με την BALLIS. Σημειώνεται ότι δεν κατέστη εφικτή η επικοινωνία με την εταιρία ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ COSMETICS μετά το έτος
- Σύμφωνα με επιστολή του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών67 προς τη ΓΔΑ και κατόπιν σχετικού αιτήματος της για παροχή στοιχείων68, […]. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με δεύτερη επιστολή του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών69 προς τη Γ.Δ.Α. και κατόπιν δεύτερου σχετικού αιτήματος για παροχή στοιχείων, […]. Επιπλέον, σύμφωνα με το πιστοποιητικό του τμήματος πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών με ημερομηνία έκδοσης 18.3.201670 το οποίο προσκομίστηκε επίσης κατόπιν αιτήματος της ΓΔΑ71, βεβαιώνεται ότι […]
- 37) Έδρα της εταιρίας ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ COSMETICS οριζόταν η Κοινότητα Κρυονερίου Αττικής. Σκοπός της εταιρίας βάσει του καταστατικού 73 της είναι: […]. Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας ανερχόταν σε […], διαιρούμενο […] ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας […] η κάθε μια.74 38) Οι ανωτέρω εταιρίες, οι οποίες δραστηριοποιούντο κατά καιρούς στην χονδρική εμπορία καλλυντικών υψηλής ποιότητας και τιμής, διένειμαν στην Ελλάδα τα προϊόντα των εταιριών παραγωγής καλλυντικών του εξωτερικού, συνάπτοντας μαζί τους συμβάσεις αποκλειστικής διανομής. 63 ΑΡ.Μ.Α.Ε. 69674/04/Β/10/231
(2010)σύμφωνα με το ΦΕΚ 1059/13.02.
- Υπ’ αρ. πρωτ. 5517/14.09.
- 65 Απαντητική επιστολή της ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ COSMETICS. 66 Οι επιστολές 7684/18.9.2014, 3003/21.4.2016 και 3005/21.4.2016 επιδόθηκαν με δικαστικό επιμελητή σύμφωνα με τα άρθρα 48 ν.3959/2011 όπως ισχύει και 48, παρ. 2 του κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. 67 Αρ. πρωτ. 8532/28.11.
- 68 Αρ. πρωτ. 7986/04.11.
- 69 Αρ. πρωτ. 2249/28.3.
- 70 Αρ. πρωτ. 2003/18.3.
- 71 Αρ. πρωτ. 1943/16.3.
- 72 H ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ COSMETICS Α.Ε. παρά το ότι δεν φαίνεται να έχει οικονομική δραστηριότητα, η κατάστασή της παρουσιάζεται ως ενεργή (βλ. το υπ’αρ. πρωτ. 3073/25.4.2016 της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών και ειδικότερα της Γενικής Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης & Ανθρώπινου Δυναμικού, Διεύθυνση Υποστήριξης Ηλεκτρονικών Υπηρεσιών, Τμήμα Γ’ Γενικού Μητρώου και Διεπαφών με Φορείς-Υπηρεσίες). Σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας είναι ο κ. Αλέξανδρος Πολίτης (Διευθύνων Σύμβουλος, βλ. επίσης ΦΕΚ ΑΕ-ΕΠΕ 1059/13.2.2013). 73 Βλ. Παράρτημα Α της υπ’ αρ.πρωτ. 6117/30.09.2011 απαντητικής επιστολής της ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ COSMETICS).. 74 Βλ. Παράρτημα Α της υπ’ αρ.πρωτ. 6117/30.09.2011 απαντητικής επιστολής της ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ COSMETICS και ΦΕΚ ΑΕ-ΕΠΕ 10323/27.09.
- 64 16 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Γ.
- L’OREAL HELLAS Α.Ε.75 39) Η εταιρία με την επωνυμία L’OREAL HELLAS Α.Ε. (εφεξής και «L’OREAL») ιδρύθηκε στις 15.04.197076 με έδρα στο στο Δήμο Νέας Ιωνίας Αττικής. Σύμφωνα με το καταστατικό της77: «Σκοπός της εταιρείας είναι […].» 40) Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας ανέρχεται σε […]€ διαιρούμενο σε […] ονομαστικές μετοχές ονομαστικής αξίας 1 ευρώ εκάστης
- Η μετοχική σύνθεση της εταιρίας L’OREAL εμφανίζεται στον παρακάτω πίνακα. Μετοχική σύνθεση της εταιρίας L’OREAL (2003-2016) 2008ΜΕΤΟΧΟΙ 2003-2007 2009 […] […] […] […] 201130.3.2016 […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] ΣΥΝΟΛΟ […] 100% […] 100% […] 100% […] 100% 2010 Πηγή: Εταιρία L’OREAL (Οι υπ’αρ. πρωτ 5615/20.9.2010, 8352/20.11.2014 και2345/30.3.2016 επιστολές της εταιρίας). 41) Κατά το έτος 2010, η εταιρία διένειμε τις ακόλουθες κατηγορίες προϊόντων, κάνοντας χρήση όλων των διαθέσιμων καναλιών εμπορικής διανομής: α) Προϊόντα ευρείας κατανάλωσης (Consumer Products), β) Επαγγελματικά Προϊόντα (Professional Products), γ) Καλλυντικά Προϊόντα Πολυτελείας (Luxury Products), δ) Καλλυντικά Προϊόντα που διατίθενται μέσω Φαρμακείων (Active Cosmetics). Το έτος 2007 η L’OREAL απορρόφησε τις εταιρίες […] και […]79 . Από τότε και στο εξής η εν λόγω εταιρία διανέμει όλα τα ανωτέρω προϊόντα στην αγορά καλλυντικών στην Ελλάδα. 42) Το 2008, η […] εταιρία ελεγχόμενη από τη μητρική της L’OREAL, […] εξαγόρασε από τη «NOTOS COM ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ A.E.» το […] του μετοχικού κεφαλαίου της ελληνικής εταιρίας με την επωνυμία […] (εφεξής και […]). Το υπόλοιπο ποσοστό του […] στην εν λόγω εταιρία, το κατείχε ήδη η εταιρία […]. Συνεπώς, η […] έγινε η μοναδική μέτοχος με πλήρη έλεγχο της εταιρίας […]. Ως εκ τούτου, μετά και την ως άνω μεταβίβαση, η […] ανήκε πλήρως στον όμιλο εταιριών L’OREAL. 43) Το 2009, η L’OREAL απορρόφησε την […]
- Από την ημερομηνία της συγχώνευσης και μετά, η […] διανέμει και τα εμπορικά σήματα που προηγουμένως διένειμε η […]
- 44) Κατά την υπό εξέταση περίοδο, η εταιρία L’OREAL δραστηριοποιείτο στην χονδρική εμπορία καλλυντικών υψηλής ποιότητας και τιμής, αντιπροσωπεύοντας στην Ελλάδα τα 75 Βλέπε στη συνέχεια της παρούσας απόφασης (σελ. 136) την αποσαφήνιση που γίνεται, ειδικά το κεφάλαιο κεφάλαιο Θ.2.2 με τίτλο «Απαραίτητη διευκρίνιση ως προς τη L’ OREAL – εμπλεκόμενη η PLH». 76 Βλ. την υπ’ αρ. πρωτ. 5615/20.9.2010 απαντητική επιστολή της εταιρίας L’OREAL. 77 Βλ. Παράρτημα II της υπ’ αρ. πρωτ 5615/20.9.2010 επιστολής της εταιρίας L’OREAL. 78 Βλ. ΦΕΚ ΑΕ-ΕΠΕ 9431/07.09.
- 79 Η ως άνω συγχώνευση εγκρίθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2007 [ΦΕΚ 78/04.01.2008]. 80 Η εν λόγω συγχώνευση εγκρίθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2009 [ΦΕΚ (Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.) 93/08.01.2010). 81 Βλ. την υπ’ αρ. πρωτ 5615/20.9.2010 επιστολή της εταιρίας L’OREAL. 17 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ προϊόντα των εταιριών παραγωγής καλλυντικών του εξωτερικού, συνάπτοντας μαζί τους συμβάσεις αποκλειστικής διανομής
- Γ.
- ΓΡ. ΣΑΡΑΝΤΗΣ Α.Β.Ε.Ε. 45) Η πλήρης επωνυμία της εταιρίας είναι, βάσει καταστατικού, η εξής: «ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΣΑΡΑΝΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ, ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ, ΟΙΚΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ 83». Έδρα της εταιρίας ορίζεται ο Δήμος Αμαρουσίου Αττικής. Σκοπός της εταιρίας ΣΑΡΑΝΤΗΣ84 […]. 46) Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας ανέρχεται σε […] ευρώ και διαιρείται σε […] ονομαστικές μετοχές ονομαστικής αξίας […] ευρώ εκάστης.85 47) Η ΣΑΡΑΝΤΗΣ είναι εισηγμένη στο ΧΑΑ. Κατά την περίοδο 2003-2013, η οικογένεια Σαράντη κατείχε, άμεσα ή έμμεσα, το […]% του μετοχικού κεφαλαίου, ενώ ποσοστό […]% ελεγχόταν από μικρομετόχους (ο καθένας με συμμετοχή μικρότερη του 5%). Το Μάρτιο του 2016, πλειοψηφών μέτοχος της ΣΑΡΑΝΤΗΣ ήταν η […] η οποία εδρεύει στη Λευκωσία και την οποία ελέγχουν από κοινού οι κ.κ. […]. Αναλυτικότερα, η μετοχική σύνθεση της εταιρίας κατά τα έτη 2003-2016 καταγράφεται στον κάτωθι πίνακα: 82 Βλ. την υπ’ αρ. πρωτ. 6119/30.9.2011επιστολή της εταιρίας L’OREAL. Βλ. την υπ’αρ. πρωτ. 2340/30.3.2016 επιστολή της εταιρίας ΣΑΡΑΝΤΗΣ. 84 Βλ. καταστατικό της εταιρίας
(2009), ως σχετικό 2 της υπ’ αρ. πρωτ. 5610/20.09.2010 επιστολής (Σελ 1-2). 85 ΦΕΚ ΑΕ-ΕΠΕ 2881/21.03.
- 83 18 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] 19 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] *Εταιρίες «συμφερόντων των Γρηγορίου, Κυριάκου και Αικατερίνης Σαράντη» 86, ** Στο ποσοστό της εταιρίας συμπεριλαμβάνεται η συμμετοχή σε επίπεδο δικαιωμάτων ψήφου των εταιριών […]. ***Στις στήλες 12,13,14 και 15 εμφανίζονται οι 10 κυριότεροι μέτοχοι της εταιρίας με βάση το μετοχολόγιο στην αρχή (πρώτη εργάσιμη ημέρα) κάθε έτους από το 2013 μέχρι το
- Πηγή: Xρηματιστήριο Αθηνών (από Μεταβολές Συμμετοχών Μετόχων Εταιριών, οι οποίοι κατέχουν ποσοστό δικαιωμάτων ψήφου >5%) και οι υπ’αρ. πρωτ. 2340/30.3.2016 και 3018/22.4.2016 επιστολές της ΣΑΡΑΝΤΗΣ. 86 Βλ. την υπ’ αρ. πρωτ. 5610/20.9.2010 επιστολή της ΓΡ. ΣΑΡΑΝΤΗΣ. 20 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 48) Η εταιρία ΣΑΡΑΝΤΗΣ δραστηριοποιείτο κατά την υπό κρίση περίοδο στη χονδρική εμπορία καλλυντικών υψηλής ποιότητας και τιμής, διανέμοντας στην Ελλάδα τα προϊόντα των εταιριών παραγωγής καλλυντικών του εξωτερικού, συνάπτοντας μαζί τους συμβάσεις αποκλειστικής ή/και επιλεκτικής διανομής. Γ.
- PARFUMS CHRISTIAN DIOR HELLAS Α.Ε.Β.Ε. 49) Η πλήρης επωνυμία της εταιρίας, βάσει καταστατικού, είναι «PARFUMS CHRISTIAN DIOR HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» με διακριτικό τίτλο «DIOR PARFUMS SA»
- Έδρα της εταιρίας ορίζεται ο Δήμος Αμαρουσίου Αττικής. Μεταξύ των σκοπών της εταιρίας, βάσει καταστατικού, περιλαμβάνεται […].88 50) Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας ανέρχεται σε […] € και διαιρείται σε […] ονομαστικές μετοχές ονομαστικής αξίας […] ευρώ η κάθε μία.89 «[…]»
- 51) «H PCD HELLAS αντιπροσωπεύει στην Ελλάδα μόνο τα καλλυντικά προϊόντα της γαλλικής εταιρίας PARFUMS CHRISTIAN DIOR S.A.... της οποίας αποτελεί έμμεση εξ ολοκλήρου ανήκουσα σε αυτή τη θυγατρική εταιρία. Με άλλα λόγια, πλην των προϊόντων Parfums Christian Dior, η εταιρία δεν διανέμει προϊόντα άλλων εμπορικών σημάτων». Τα εμπορικά σήματα που διένειμε η εταιρία κατά την υπό εξέταση περίοδο είναι FENDI (2007-2008) και PARFUMS CHRISTIAN DIOR
- Δ. ΥΠΟΒΛΗΘΕΙΣΕΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ Δ.
- ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΑΜΥΝΑΣ Ή ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ 52) Στα υπομνήματά τους92, αλλά και στη συζήτηση ενώπιον της Επιτροπής, ορισμένες από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ισχυρίστηκαν ότι, εν προκειμένω, θίγεται η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, αλλά και ότι προκαλείται σε αυτές δικονομική βλάβη εκ του γεγονότος ότι καλούνται κατ’ ουσίαν να απολογηθούν για αποδιδόμενες συμπεριφορές και πράξεις που έλαβαν χώρα προ δέκα ετών (από το 2006), ενώ η διαδικασία λαμβάνει χώρα το
- Υφίσταται, επομένως, κατά την άποψή τους, αντικειμενική αδυναμία αποτελεσματικής άμυνάς τους
- 53) Ο εν λόγω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά πρώτον διότι τα μέρη είχαν στη διάθεσή τους όλα τα πραγματικά και νομικά στοιχεία για την αντίκρουση των αποδιδόμενων παραβάσεων στο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, ενώ άσκησαν πλήρως και τα διαδικαστικά τους δικαιώματα κατά τις κείμενες διατάξεις. Επισημαίνεται 87 Βλ. υπ’αρ. πρωτ. 2375/30.3.2016 επιστολή της εταιρίας PCD HELLAS. Βλ. παράρτημα Δ της υπ’ αρ. πρωτ. 8368/20.11.2014 επιστολής της εταιρίας. 89 Βλ. ΦΕΚ 1796/06.04.2011 και ΦΕΚ ΑΕ-ΕΠΕ 1796/06.04.
- 90 Βλ. σχετ.ττις υπ’ αρ. πρωτ. 5468/10.09.2010 και 2375/30.3.2016 επιστολές της εταιρίας PCD HELLAS. 91 Βλ. υπ’ αρ. πρωτ. 8368/20.11.2014 επιστολή της εταιρίας PCD HELLAS. 92 Βλ. υπ’ αρ. πρωτ. 568/8.11.2016 υπόμνημα ΓΡ ΣΑΡΑΝΤΗΣ, υπ’ αρ. πρωτ. 570/8.11.2016 και 359/8.3.2017 υπόμνημα της LÓREAL, υπ’ αρ. πρωτ. υπ’ αρ. πρωτ. 573/8.11.2016 υπόμνημα της ESTEE LAUDER, υπ’ αρ. πρωτ. 360/8.3.2017 υπόμνημα της PCD HELLAS καθώς και το απόσπασμα από τα πρακτικά της 93 ης Συνεδρίασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού με ημερομηνία 28.11.
- 93 Βλέπε ιδίως υπόμνημα ESTEE LAUDER, παρ. 2.2 έως και 2.27, υπόμνημα ΣΑΡΑΝΤΗ παρ. 52 έως και
- 88 21 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ καταρχήν ότι η εισήγηση στην προκειμένη περίπτωση βασίζεται, σε σημαντικό βαθμό, ιδίως (αλλά όχι μόνο) σε Εξώδικα που αντηλάγησαν μεταξύ των εμπλεκομένων επιχειρήσεων, τα οποία συντάχθηκαν σε ανύποπτο χρόνο, σε σχέση με την έρευνα της Επιτροπής Ανταγωνισμού94 (contemporaneous documents in tempore non suspectο). Σημειώνεται ότι εξώδικο καλείται ένα έγγραφο το οποίο κοινοποιείται από φυσικό ή νομικό πρόσωπο σε κάποιο άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο μέσω δικαστικού επιμελητή, με βεβαιωμένη ημερομηνία και ώρα παραλαβής, με σκοπό να αποδεικνύεται εγγράφως, μέσω της έκθεσης επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή, η οποία έκθεση συνιστά δημόσιο έγγραφο95, ότι ο παραλήπτης έλαβε γνώση του συγκεκριμένου εγγράφου, προκειμένου να μην μπορεί να αμφισβητηθεί ούτε αφενός ότι ο ‘αποστολέας’ του εν λόγω εγγράφου δήλωσε τα όσα περιέχονται στο εξώδικο, αλλά και ούτε αφετέρου ότι ο ‘παραλήπτης’ του έλαβε γνώση αυτού. Για την αποστολή δε ενός εξωδίκου από μία εταιρία προς μία άλλη, είναι γνωστό τοις πάσι ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος και συντάκτης αυτού συνεννοείται πρωτίστως με το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας/αποστολέα96 για την οριστικοποίηση του περιεχόμενου του εξωδίκου, πριν την αποστολή του. Επομένως, στην εξεταζόμενη περίπτωση τα αποδεικτικά στοιχεία δεν συνίστανται, για παράδειγμα, σε απλές χειρόγραφες σημειώσεις - όπως έχει συμβεί σε άλλες περιπτώσεις διαπίστωσης καρτέλ αλλά και σε έγγραφα κατά την πλήρη νομική έννοια του όρου. 54) Επιπροσθέτως, από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης και ειδικότερα από την υπ’ αρ. 3808/01.06.2016 Έκθεση του Εισηγητή προκύπτει πλήθος ηλεκτρονικών μηνυμάτων97, για τα οποία παρασχέθηκε πρόσβαση στις εμπλεκόμενες και έχουσες έννομο συμφέρον προς τούτο εταιρίες
- Τα συγκεκριμένα μηνύματα καταδεικνύουν το εύρος της αποδιδόμενης παράβασης, η οποία σαφώς δεν ήταν στιγμιαία. 55) Επιπλέον, από ορισμένες εκ των εμπλεκομένων εταιριών ζητήθηκε πρόσβαση στο σκέλος της υπ’ αρ. 3808/01.06.2016 Έκθεσης του Εισηγητή που αφορούσε στις εταιρίες συμφερόντων Χόντου
- Όμως, όπως προκύπτει και από το σχετικό απόσπασμα ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ (Συνεδρίαση 93η) της 28ης Νοεμβρίου 2016, η ανωτέρω εισήγηση επιδόθηκε στα μέρη στις 13 Ιουλίου
- Ωστόσο, μετά την επίδοση της εισήγησης υποβλήθηκε αίτημα χωρισμού των υποθέσεων χονδρικής και λιανικής εκ μέρους των εταιριών συμφερόντων των αδελφών Χόντου, το οποίο και έγινε δεκτό από την Επιτροπή Ανταγωνισμού. Μάλιστα, ο πραγματοποιηθείς χωρισμός των υποθέσεων οδήγησε και 94 Η οποία ακολούθησε μερικούς μήνες αργότερα. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η έκθεση επίδοσης που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτήν ότι έγιναν από το δικαστικό επιμελητή, ή ενώπιον του. Βλέπε ενδεικτικά Π. Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αποδείξεως, 3η έκδοση, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θες/κη, 1986, σελ. 285επ, με περαιτέρω παραπομπές σε σχετική βιβλιογραφία και νομολογία. Βλ. επίσης και ΑΠ 958/1975, ΑΠ 239/1977, ΑΠ 405/1977, ΑΠ 571/1977, ΑΠ 781/
- 96 Και όχι προφανώς με έναν (απλό) υπάλληλο αυτής. 97 Βλ. την υπ’ αρ. πρωτ. 3808/1.6.2017 έκθεση του εισηγητή Ν. Ζευγώλη, ιδίως παρ. 333-334, 376, 378-386, 388, 390, 392-402, 404, 406-409,
- 98 Βλ. κατωτέρω υπό ενότητα Δ.4, παρ. 80) επ., όπου γίνεται αναλυτική παράθεση της αλληλογραφίας ανάμεσα στις εμπλεκόμενες εταιρίες και την ΓΔΑ / ΕΑ, αναφορικά με τη διαδικασία της πρόσβασης στο φάκελο της υπόθεσης. 99 Βλέπε, ενδεικτικά λόγου χάριν, παρ. 57επ. υπομνήματος ΣΑΡΑΝΤΗ, καθώς και παρ. 2.24 υπομνήματος ESTEE LAUDER. 95 22 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ στην έκδοση της υπ’ αρ. 636/2017 απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού
- Ως εκ τούτου, συνδυαστικά με τα ανωτέρω, όπως συνάγεται και από τις με πληρότητα αιτιολογημένες απαντήσεις του Προέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού για πρόσβαση σε χωρία της Εισήγησης που αφορούσαν στο σκέλος της υπ’ αρ. 3808/01.06.2016 Έκθεσης αναφορικά με τις εταιρίες συμφερόντων Χόντου, ορθώς δεν εδόθη πρόσβαση, καθότι δεν υφίστατο προσβολή του δικαιώματος άμυνας των εταιριών που αιτήθηκαν την πρόσβαση. 56) Ως εκ τούτου, η άσκηση από μέρους των εμπλεκόμενων μερών των διαδικαστικών τους δικαιωμάτων κατά τις κείμενες διατάξεις υπήρξε πλήρης και καταδεικνύει ότι αυτά άσκησαν αποτελεσματικά τα δικαιώματα άμυνάς τους. Στο πλαίσιο αυτό, και πέραν των καταθέσεων ή/και μαρτυριών εκπροσώπων τους κατά την ακροαματική διαδικασία, οι οποίοι και είχαν ιδία αντίληψη πολλών από τα πραγματικά περιστατικά που μνημονεύονται στην εισήγηση, τα μέρη συγκέντρωσαν και προσκόμισαν και ανταποδείξεις, συμπεριλαμβανομένων οικονομικών στοιχείων, προς αντίκρουση των αποδιδόμενων παραβάσεων. Κατά δεύτερον, ο προαναφερόμενος ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση τυχόν παρέλευσης υπερβολικού χρόνου για λόγους που αποδίδονται στη διενεργούσα την έρευνα διοικητική αρχή, και η οποία να είχε επίπτωση στην ικανότητα των επιχειρήσεων να αμυνθούν αποτελεσματικά
- Τουναντίον, η αυτεπάγγελτη έρευνα της ΓΔΑ στην κρινόμενη υπόθεση ξεκίνησε σχετικά άμεσα, και συγκεκριμένα μόλις λίγους μήνες από τότε που περιήλθαν για πρώτη φορά σε γνώση της υπηρεσίας πληροφορίες για καρτελική σύμπραξη χονδρεμπόρων καλλυντικών υψηλής ποιότητας και τιμής δια του καθορισμού εκπτώσεων μέσω της καταγγελίας που υπέβαλε στις 24 Φεβρουαρίου 2006 η εκ των εμπλεκομένων εταιριών ΝΟΤΟΣ (και ενόσω συνεχιζόταν η παράβαση). Κατά συνέπεια, η Επιτροπή Ανταγωνισμού έδρασε εντός ευλόγου χρόνου στις περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης και δεν τίθεται εν προκειμένω θέμα τυχόν προσβολής δικαιωμάτων άμυνας για λόγους που οφείλονται στο γεγονός ότι το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας ήταν χωρίς εύλογη αιτία μακρό. 57) Σημειώνεται δε ότι από συγκεκριμένη εταιρία προβάλλεται ως επιχείρημα για την προσβολή του δικαιώματος άμυνας η αλλαγή από την πλευρά της του συστήματος μηχανογράφησης. Ειδικότερα, η ΣΑΡΑΝΤΗΣ αναφέρει χαρακτηριστικά στις παρ. 81 και 82 του υπομνήματός της102 ότι «
- Το έτος 2009 κάναμε την μετάβαση της μηχανογράφησης και όλων των εφαρμογών μας από το σύστημα «AS/400» το οποίο χρησιμοποιούσαμε έως τότε στο σύστημα λογισμικού και οργάνωσης της μηχανογράφησης της εταιρίας μας με το σύστημα SAP. Θα πρέπει να σημιεωθεί ότι το σύστημα SAP είναι τελείως διαφορετικό (μη συμβατό) με το σύστημα AS/400 το οποίο ήδη από το 2009 100 Πρόκειται για την 1η απόφαση Διευθέτησης που εξέδωσε η Επιτροπή Ανταγωνισμού, μετά τη θέση σε ισχύ του άρθρου 25α του ν. 3959/2011, με το άρθρο 105 του ν. 4389/2016 [ΦΕΚ 755/Τεύχος 2 ο, 09.03.2017]. 101 Βλ. ενδεικτικά, απόφαση ΠΕΚ Τ-60/05 UFEX κατά Επιτροπής, παρ. 56-57: κατά πάγια νομολογία, για να αποδειχθεί προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, περιλαμβανομένης της προσβολής λόγω της υπερβολικής διάρκειας του ερευνητικού σταδίου, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η δυνατότητα της επιχείρησης να αντικρούσει τις αιτιάσεις της αρχής ανταγωνισμού όντως περιορίστηκε για λόγους που οφείλονται στο γεγονός ότι το πρώτο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας ήταν χωρίς εύλογη αιτία μακρό. Βλ. και ΔΕφΑθ 3793/2012, παρ.
- 102 Βλ. υπομνημα ΣΑΡΑΝΤΗΣ, με αρ. πρωτ. 568/8.11.
- 23 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ θεωρείτο απαρχαιωμένο. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρεται ότι τα δύο συστήματα λειτουργούν σε διαφορετικό περιβάλλον ενώ έχουν τελείως διαφορετική γλώσσα προγραμματισμού.
- Κατά την έναρξη λειτουργίας του συστήματος SAP έγινε απογραφή και έναρξη μεταφοράς, χωρίς τις αναλυτικές εγγραφές των παρελθόντων ετών103, δηλαδή μέχρι και 31/12/2008.». Όμως, θα ήταν υπερβολικό αυτή η μεταβολή μηχανογραφικού συστήματος που μεσολάβησε 17 μήνες περίπου μετά την έφοδο της ΓΔΑ στα γραφεία της εν λόγω εταιρίας να καταλογίζεται στην Επιτροπή Ανταγωνισμού ως προσβολή του δικαιώματος άμυνας της ΣΑΡΑΝΤΗΣ, αφού καθίσταται σαφές ότι ακόμη και αν προς το τέλος του 2009 είχε αποσταλεί η υπ’ αρ. 3808/01.06.2016 Έκθεση στα εμπλεκόμενα μέρη, οι αναλυτικές εγγραφές των παρελθόντων ετών για τη ΣΑΡΑΝΤΗΣ (ήτοι οι προ της 31/12/2008 εγγραφές) με τη μετάβαση της μηχανογράφησης της εν λόγω εταιρίας στο σύστημα SAP θα είχαν ούτως ή άλλως εξαφανιστεί με την εφαρμογή του νέου συστήματος, όπως προκύπτει από τα λεγόμενα της ίδιας της εταιρίας. Επίσης, μολονότι γενική αναφορά στο σύστημα SAP έκανε και ο μάρτυρας της Estee Lauder […]104, περισσότερες λεπτομέρειες δεν παρείχε σχετικά105, ούτε και προβλήθηκαν τέτοιες στο σχετικό Συμπληρωματικό Υπόμνημα της Estee Lauder106, όπου δεν γίνεται κάποια αναφορά στο σύστημα SAP. Υπογραμμίζεται τέλος ότι παρόμοιο ισχυρισμό προέβαλε η μάρτυρας της L’ Oreal κα […], η οποία επί λέξει ανέφερε στον κατάθεσή της107 ότι «Για να γίνει χρήση αυτού του μηχανήματος που καταγράφει τις πωλήσεις, χρειάζεται να γίνει έναρξη βάρδιας με κωδικό εργαζόμενου, ξεχωριστό για τον καθένα, και να γίνει και λήξη βάρδιας. Εκείνη την εποχή, λοιπόν, με το σύστημα που είχαμε καταγράφαμε την έναρξη βάρδιας και τη λήξη της κάθε αισθητικού. Αυτό το ηλεκτρονικό αρχείο έχει αλλάξει από το 2008 που έγινε η μετακόμιση και η απορρόφηση της P. ΕΛΛΑΣ απ’ τη L’ Oreal, έχει αλλάξει σαν εργαλείο και δεν υφίστανται αυτά τα αρχεία δυστυχώς.». 58) Τέλος, η προβληθείσα ένσταση περί προσβολής του δικαιώματος άμυνας ή του δικαιώματος υπεράσπισης είναι απορριπτέα και ως αόριστη, καθόσον βασίζεται σε αφηρημένους και αόριστους ισχυρισμούς, χωρίς οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις να τεκμηριώνουν τις αιτιάσεις τους περί (δήθεν) αδυναμίας αντίκρουσης συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων, παρότι έφεραν το σχετικό βάρος απόδειξης
- 103 Έμφαση δίδεται από τη ΣΑΡΑΝΤΗΣ. Βλέπε σελ. 110 από το σχετικό απόσπασμα ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ (Συνεδρίαση 93 η) της 28ης Νοεμβρίου
- 105 Ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε επί λέξει τα εξής: «Εάν χρειαστεί θα προσπαθήσω να βρω, γιατί έχουμε αλλάξει και το σύστημα το μηχανογραφικό. Έχουμε μεταφερθεί σε SAP περιβάλλον. Στοιχεία θα πρέπει να ζητήσω να τα ανακαλέσουν. Δεν ξέρω σε τι βάθος, αλλά φυσικά. Η εμπορική πολιτική της Estee Lauder όλα τα χρόνια, και το χρόνο που συζητάμε, ήταν συγκεκριμένη». 106 Με αρ. πρωτοκ. 362/08.03.
- 107 Βλέπε σελ. 36 από το σχετικό απόσπασμα ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ (Συνεδρίαση 93 η) της 6ης Δεκεμβρίου
- 108 Βλ. αναλ. απόφαση ΠΕΚ Τ-405/06 ArcelorMittal κλπ. κατά Επιτροπής, παρ.
- Βλ. και ΔΕΚ C- 113/04 P Technische Unie BV κατά Επιτροπής, παρ. 61-69 (οι οποίες, όμως, και πάλι προϋποθέτουν υπερβολική διάρκεια της ερευνητικής διαδικασίας για λόγους που αποδίδονται στη διοικητική αρχή, γεγονός που δεν συντρέχει εν προκειμένω). 104 24 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Δ.
- ΕΝΣΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ 59) Όλες οι εμπλεκόμενες εταιρίες προέβαλαν την ένσταση παραγραφής
- Σχετικά επισημαίνονται τα εξής: Στην εξεταζόμενη περίπτωση εφαρμόζεται η μεταβατική διάταξη του άρθρου 50 παρ. 6 του ν. 3959/2011, και όχι αυτή του άρθρου
- Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη διάταξη, «[η] παραγραφή του άρθρου 42 καταλαμβάνει και τις παραβάσεις που έχουν τελεστεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο καταγγελίας ή αυτεπάγγελτης έρευνας ή αιτήματος έρευνας του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.». Από τη γραμματική και τελεολογική ερμηνεία της εν λόγω διάταξης a contrario προκύπτει ότι η παραγραφή του άρθρου 42 δεν καταλαμβάνει και τις παραβάσεις που έχουν μεν τελεστεί πριν την έναρξη ισχύος του νόμου 3959/2011, αλλά έχουν ήδη (δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος του νόμου 3959/2011) αποτελέσει αντικείμενο καταγγελίας ή αυτεπάγγελτης έρευνας, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση. 60) Επιπλέον, όλες οι εμπλεκόμενες εταιρίες επικαλέστηκαν την κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας στην υπ’ αρ. 1976/2015 απόφασή του, προκειμένου εκεί να βασίσουν την άποψή τους περί παραγραφής. Ωστόσο, ως προς τη βασιμότητα του συγκεκριμένου ισχυρισμού, επισημαίνεται ότι από την ανάγνωση και μόνο της παρ. 9 της εν λόγω απόφασης και ιδίως των τελευταίων αυτής εδαφίων, προκύπτει ότι στην εξεταζόμενη περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που όρισε στην ως άνω υπ’ αρ. 1976/2015 απόφασή του το ΣτΕ για παραγραφή, αφού καταρχήν στην εξεταζόμενη περίπτωση, μεταξύ του χρόνου παύσης της χρονικώς τελευταίας παράβασης και του χρονικού σημείου έναρξης διερεύνησης της υπόθεσης από την Επιτροπή Ανταγωνισμού δεν υπάρχει χρονική διαφορά, δεδομένου ότι καταγγελία και έρευνα της ΓΔΑ έγιναν/εκκίνησαν αμφότερες το 2006 με λίγους μόνο μήνες χρονικής διαφοράς μεταξύ τους. Επομένως, στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έχει παρέλθει χρόνος και μάλιστα δεκαετίας, που αντιμετώπισε η απόφαση του ΣτΕ. Επιπλέον, είναι σαφές, με βάση τους χρόνους που κινήθηκε η παρούσα διαδικασία από πλευράς Επιτροπής, ότι η παρούσα επίμαχη πράξη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η οποία εκδίδεται στις 6 Απριλίου 2017, δεν εκδίδεται σε διάστημα, «πολύ πέραν της δεκαετίας (από την παύση της παράβασης)» όπως επί λέξει αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση του ΣτΕ
- Αντίθετα με την εξεταζόμενη περίπτωση, σε εκείνη της ΣτΕ 1976/2015, «η ένδικη καταγγελία υποβλήθηκε στην Επιτροπή Ανταγωνισμού το έτος 1995 και η διερεύνηση της υποθέσεως άρχισε δέκα έτη μεταγενέστερα»
- Η δε απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού (υπόθεση ΛΑΒΑ) που ακυρώθηκε με την υπ’ αρ. 1976/2015 ΣτΕ, εκδόθηκε στις 03.03.2011 (517/VI/2011). Δηλαδή, από την παύση της παράβασης
(1995)μέχρι την έκδοση της απόφασης της ΕΑ 109 Βλ. υπομνήματα NOTOS (αρ. πρωτ. 566/8.11.2016), ΓΡ. ΣΑΡΑΝΤΗΣ (568/8.11.2016 και 358/8.3.2017), PCD HELLAS (569/8.11.2016 και 360/8.3.2017), LÓREAL (570/8.11.2016 και 359/8.3.2017), ESTEE LAUDER (573/8.11.2016 και 362/8.3.2017) καθώς και προσθήκες ΓΡ. ΣΑΡΑΝΤΗΣ (618/18.11.2016) και PCD HELLAS (619/18.11.2016) καθώς και τα αποσπάσματα από τα πρακτικά της 93 ης και 101ης Συνεδρίασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού με ημερομηνίες 28.11.2016 και 6.12.2016 αντίστοιχα. 110 Βλέπε σελ. 10-11 της υπ. αρ. 1976/2015 απόφασης ΣτΕ. 111 Βλέπε σελ. 9 της υπ. αρ. 1976/2015 απόφασης ΣτΕ. 25 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
(2011)μεσολάβησαν 16 χρόνια, διάστημα που το ΣτΕ θεωρεί ότι βαίνει «πολύ πέραν της δεκαετίας (από την παύση της παράβασης)». Επομένως, διαφοροποιούνται εντελώς οι δύο περιπτώσεις. 61) Πέραν των ανωτέρω, υπογραμμίζονται σχετικά και τα κάτωθι: η θεσμική και δικονομική αυτονομία των κρατών μελών, αλλά και η γενική αρχή της ασφάλειας δικαίου εμποδίζουν την ευθεία ή αναλογική εφαρμογή από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού των διατάξεων ενός ενωσιακού Κανονισμού που αναφέρονται στην προθεσμία παραγραφής (είτε πρόκειται πχ για τον Κανονισμό 1/2003, είτε πρόκειται για τον Κανονισμό 2988/1974). 62) Στο άρθρο 25 του Κανονισμού 1/2003 του Συμβουλίου ΕΕ112 ρυθμίζεται το ζήτημα της παραγραφής της εξουσίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για επιβολή κυρώσεων, ήτοι προστίμων και χρηματικών ποινών επί παραβάσεων που μνημονεύονται στη διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται πρωτίστως οι παραβάσεις των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 101 και 102 (πρώην 81 και 82 ΣυνθΕΚ) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) για την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού. Με τις διατάξεις του άρθρου 25 του ως άνω Κανονισμού δεν εισάγεται ενιαία- ομοιόμορφη ρύθμιση του ζητήματος της παραγραφής, αναφορικά και με την αντίστοιχη εξουσία των εθνικών αρχών ανταγωνισμού για επιβολή προστίμων επί παραβάσεων των ως άνω κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού. Τίθεται, συνεπώς, το ερώτημα εάν και σε ποιο βαθμό οι περί παραγραφής ρυθμίσεις ενός ενωσιακού Κανονισμού, ιδίως δε αυτές που αναφέρονται στην προθεσμία της παραγραφής και στην διακοπή της, μπορούν να επηρεάσουν, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, και την κατά χρόνο αρμοδιότητα των εθνικών αρχών, όταν αυτές καλούνται να εφαρμόσουν τις κοινοτικές διατάξεις του ανταγωνισμού
- 63) Θα πρέπει βεβαίως να επισημανθεί ότι ο Κανονισμός 1/2003 αναγνωρίζει υπερέχουσα θέση στη Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αφού οι αποφάσεις των εθνικών αρχών ανταγωνισμού δεν θα πρέπει να συγκρούονται με προηγούμενη απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην ίδια υπόθεση114, ενώ τα εθνικά δικαστήρια δεν μπορούν, όταν κρίνουν πρακτικές επιχειρήσεων, δυνάμει των ενωσιακών διατάξεων, να λαμβάνουν αποφάσεις που συγκρούονται με απόφαση που έχει ήδη λάβει σχετικώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή που ενδέχεται να συγκρουσθούν με απόφαση που επίκειται να λάβει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο διαδικασίας που έχει ήδη κινήσει
- Επίσης, στο μέτρο που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι σε θέση με απόφασή της να ανατρέψει ακόμα και τελεσίδικη απόφαση εθνικού δικαστηρίου, μπορεί κατά μείζονα λόγο να ανατρέψει εκ των υστέρων και μία αντίθετη απόφαση της εθνικής αρχής ανταγωνισμού επί της ίδιας υποθέσεως. Όπως χαρακτηριστικά έχει αναφερθεί στη θεωρία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δύναται να 112 ΕΕ L 1, 04.01.2003, σελ. 1-
- Ad hoc για το ζήτημα, βλ. Γ. Καρύδη, Το ζήτημα της «παραγραφής» κατά τον Κανονισμό 1/2003 του Συμβουλίου ΕΕ και η εξουσία των εθνικών αρχών ανταγωνισμού για επιβολή προστίμων επί παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού, ΔΕΕ 1/2011, σελ.
- 114 Βλέπε άρθρο 16 παρ. 2 του Κανονισμού. 115 Βλέπε άρθρο 16 παρ. 1 του Κανονισμού. 113 26 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ λειτουργήσει εν τοις πράγμασι ως «αναθεωρητικό όργανο» των αποφάσεων των εθνικών αρχών
- Κάτι τέτοιο πάντως δεν ισχύει στην εξεταζόμενη περίπτωση. 64) Η παραγραφή του άρθρου 25 παρ. 1 του Κανονισμού δεν αφορά στην εξουσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για διαπίστωση της παράβασης των άρθρων 101 ή 102 της ΣυνθΛΕΕ, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του Κανονισμού 1/2003, η οποία δεν συνιστά κύρωση, κατά την έννοια των άρθρων 23 και 24 του συγκεκριμένου Κανονισμού
- Το απαράγραπτο της εξουσίας αυτής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έχει μεγάλη πρακτική σημασία στις περιπτώσεις που αυτή καλείται να διαπιστώσει μία παράβαση των άρθρων 101 ή/και 102 ΣΛΕΕ, η οποία έχει διαπραχθεί στο παρελθόν και ενδεχομένως έχει παρέλθει από την τέλεση ή την παύση της (αν αυτή είναι διαρκής ή κατ’ εξακολούθηση) η οριζόμενη στον Κανονισμό πενταετής προθεσμία παραγραφής για την επιβολή προστίμων ή χρηματικών ποινών. Όπως νομολογιακά έχει κριθεί, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει απόφαση διαπιστώνοντας παράβαση, την οποία έχει ήδη παύσει η εμπλεκόμενη επιχείρηση, υπό την προϋπόθεση ότι το θεσμικό όργανο έχει έννομο συμφέρον προς τούτο. Αυτό συμβαίνει πρωτίστως στις περιπτώσεις εκείνες που υφίσταται κίνδυνος επανάληψης της παράβασης από τον αποδέκτη της απόφασης ή ακόμα και στις περιπτώσεις εκείνες που η υπόθεση θέτει ζητήματα των οποίων η διευκρίνιση είναι αναγκαία για χάρη της προστασίας του ενωσιακού συμφέροντος του ανταγωνισμού
- Σημειώνεται ότι η ρητή κατά τα ανωτέρω θέσπιση της προθεσμίας παραγραφής από τον Ενωσιακό Νομοθέτη ανταποκρίνεται στις επιταγές προηγούμενης νομολογίας του ΔΕΚ, το οποίο υπογράμμισε την ανάγκη ρητής εκ των προτέρων νομοθετικής πρόβλεψης της προθεσμίας παραγραφής και των λεπτομερειών εφαρμογής της, προκειμένου η παραγραφή να εκπληρώνει την κύρια αποστολή της, η οποία συνίσταται στην εγγύηση της ασφάλειας δικαίου
- 65) Από την γραμματική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 του Κανονισμού 1/2003 συνάγεται περαν πάσης αμφιβολίας ότι η συγκεκριμένη διάταξη ρυθμίζει αποκλειστικά και μόνο την προθεσμία παραγραφής της εξουσίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς επιβολή κυρώσεων για παραβάσεις των ευρωπαϊκών κανόνων του ανταγωνισμού και όχι το απολύτως διακριτό ζήτημα της «παραγραφής» της αντίστοιχης εξουσίας των εθνικών αρχών ανταγωνισμού, όταν επιλαμβάνονται περιοριστικών του ανταγωνισμού πρακτικών. Το ζήτημα καθίσταται περισσότερο σύνθετο στην περίπτωση εκείνη που η αρμόδια εθνική αρχή καλείται να εφαρμόσει σε μία περιοριστική του ανταγωνισμού πρακτική, πέραν των εθνικών και τους ενωσιακούς κανόνες του ανταγωνισμού (όπως δηλαδή στην εξεταζόμενη περίπτωση), επειδή η ελεγχόμενη πρακτική επηρεάζει το ενδοενωσιακό εμπόριο, με την έννοια των σχετικών ενωσιακών διατάξεων. Το ζήτημα της «παραγραφής» της αντίστοιχης εξουσίας των εθνικών αρχών ανταγωνισμού, ακόμα και αν αυτή (η εξουσία) ασκείται στο πλαίσιο του ελέγχου 116 Βλ. σχετικά Γ. Καρύδη, ό.π., καθώς επίσης και Ε.Π. Λιάσκο, Ο Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου για την εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού των άρθρων 81 και 82: Η μεγάλη πρόκληση για τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού και τα εθνικά δικαστήρια, ΧρΙΔ/2004, ιδίως σελ.
- 117 Πρβλ. απόφαση Sumitomo Chemicals Ltd, T-22/02 και 23/02, παρ. 60 και
- 118 Βλ. απόφαση GVL κατά Επιτροπής, 7/82, παρ. 24-
- 119 Βλ. ACI Chemiefarma/Commission, 41/69, παρ.
- 27 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ παραβάσεων του ευρωπαϊκού δικαίου, καταλείπεται στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, σύμφωνα με την γενική αρχή της θεσμικής και δικονομικής αυτονομίας, η οποία διέπει την δράση των αρμόδιων διοικητικών αρχών (αλλά και των εθνικών δικαστηρίων) κατά την επιβολή κυρώσεων για παραβάσεις των ενωσιακών εν γένει διατάξεων120 και συναφώς και των διατάξεων του ανταγωνισμού
- 66) Η ανωτέρω αρχή της δικονομικής αυτονομίας, μολονότι δεν προκύπτει άμεσα από τον Κανονισμό 1/2003, εν τούτοις, έμμεσα τουλάχιστον, επιβεβαιώνεται από ορισμένες διατάξεις του. Ειδικότερα επισημαίνονται τα εξής: το άρθρο 5, στο οποίο ορίζονται οιαρμοδιότητες των εθνικών αρχών ανταγωνισμού για την εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι αυτές είναι αρμόδιες «για την επιβολή προστίμου, χρηματικής ποινής ή κάθε άλλης κύρωσης προβλεπόμενης από την εθνική τους νομοθεσία». Επιπροσθέτως, σύμφωνα με το άρθρο 35 του ίδιου Κανονισμού, τα κράτη μέλη είναι εκείνα που έχουν την αρμοδιότητα ορισμού της αρχής ή των αρχών που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 (ήδη 101, 102 ΣυνθΛΕΕ) και οι οποίες δύνανται μεταξύ άλλων να επιβάλουν κυρώσεις. Από τις εν λόγω διατάξεις, εμμέσως πλην σαφώς, συνάγεται ότι η διαδικασία και οι εξουσίες των εθνικών αρχών προς εφαρμογή των ενωσιακών διατάξεων του ανταγωνισμού ορίζονται από την αντίστοιχη εθνική έννομη τάξη, δυνάμει της οποίας συγκροτούνται και λειτουργούν οι εν λόγω αρχές. Είναι δε σαφές, όπως άλλωστε συμβαίνει και στην εξεταζόμενη περίπτωση, ότι η κατά χρόνο οριοθέτηση της αρμοδιότητας της εκάστοτε εθνικής αρχής ανταγωνισμού, αναφορικά με την άσκηση των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων της για την καταστολή 120 Για την θεσμική και δικονομική αυτονομία των διοικητικών αρχών και δικαστηρίων κατά την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, πρβλ. G. Isaak, Droit Communautaire general, Armand Colin 1997, σελ. 196 και επ. και ειδικά σελ. 208-
- Επιπλέον, ειδικά ως προς την εξουσία των διοικητικών αρχών για επιβολή κυρώσεων επί παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου, αλλά και τα όρια της εξουσίας αυτής, βλ. ιδίως απόφαση ΔΕΚ 21.9.1989, Επιτροπή κατά Ελλάδος, υπόθεση 68/1988, Συλλ. 1989, σελ.
- Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη απόφαση [παρ. 22-25], «οσάκις η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δεν περιέχει καμία ειδική διάταξη προβλέπουσα κύρωση σε περίπτωση παραβάσεως ή παραπέμπει σχετικώς στις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, το άρθρο 5 της Συνθήκης επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν κάθε μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίζει την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου. Προς τούτο, τα κράτη μέλη, διατηρώντας πάντως το δικαίωμα επιλογής των κυρώσεων, υποχρεούνται ιδίως να μεριμνούν ώστε για τις παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου να επιβάλλονται κυρώσεις υπό προϋποθέσεις, ουσιαστικές και διαδικαστικές, ανάλογες με τις ισχύουσες για τις παραβιάσεις του εθνικού δικαίου παρόμοιας φύσης και σημασίας και, εν πάση περιπτώσει, προσδίδουσες στην κύρωση αποτελεσματικό, ανάλογο και αποτρεπτικό χαρακτήρα. Εξάλλου, οι εθνικές αρχές οφείλουν να ενεργούν, προκειμένου περί παραβιάσεων του κοινοτικού δικαίου, με την ίδια επιμέλεια που καταβάλλουν κατά την εφαρμογή των αντιστοίχων εθνικών νομοθεσιών». 121 Γενικά υπέρ της ισχύος της αρχής της θεσμικής και δικονομικής αυτονομίας κατά την εφαρμογή των ενωσιακών κανόνων του ανταγωνισμού, βλ. υπόθεση C-60/1992, παρ. 14 επ. Υπέρ της εν γένει εφαρμογής της αρχής της θεσμικής και διαδικαστικής αυτονομίας στα πλαίσια της αποκεντρωμένης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού, βλ. Ε. Κινινή, Η ενίσχυση των ερευνητικών εξουσιών της Επιτροπής με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 1/2003 και τα δικαιώματα υπεράσπισης των επιχειρήσεων, ΔΕΕ 7/2004,σελ. 734επ. καθώς και Ε.Π. Λιάσκο, Ο Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου για την εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού των άρθρων 81 και 82: Η μεγάλη πρόκληση για τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού και τα εθνικά δικαστήρια, ΧρΙΔ/2004, σελ.
- Ειδικά ως προς ζήτημα της παραγραφής βλ. L. Idot, Concurrence, RTDE 2003, σελ. 324 και επ. και ειδικά σελίδα 327, σημείο 124, όπου αναφέρεται ότι η εφαρμογή της αρχής της θεσμικής και διαδικαστικής αυτονομίας στο θεσμό της παραγραφής, που βρίσκεται, κατά την άποψη της συγγραφέως, στο μεταίχμιο ουσίας και διαδικασίας, μπορεί άμεσα να δημιουργήσει προβλήματα στην ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Επιλέον, υπέρ της εφαρμογής του εθνικού δικαίου στην «παραγραφή» της εξουσίας των εθνικών αρχών προς επιβολή διοικητικών κυρώσεων για παραβάσεις του ευρωπαϊκού δικαίου βλ. Γ. Καρύδη, Ευρωπαϊκό Δίκαιο Συναλλαγών, 2012, σελ.
- 28 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ παραβάσεων του ευρωπαϊκού δικαίου του ανταγωνισμού και συναφώς και για την επιβολή κυρώσεων, συνιστά κανόνα «δικονομικής» φύσης οριζόμενο από την εθνική έννομη τάξη, ελλείψει κοινοτικής εναρμόνισης στο ζήτημα αυτό. Δεν τίθεται συνεπώς ζήτημα άμεσης και ευθείας εφαρμογής του άρθρου 25 παρ. 1 του Κανονισμού 1/2003 από την εθνική αρχή ανταγωνισμού κατά τον έλεγχο παραβάσεων του ενωσιακού δικαίου. Οι εφαρμοζόμενοι κανόνες που διέπουν το ζήτημα της «παραγραφής» είναι εθνικής προέλευσης κανόνες, τουλάχιστον στο μέτρο και στο βαθμό που δεν υπάρχει, η επιθυμητή σε κάθε περίπτωση, ευρωπαϊκή εναρμόνιση
- 67) Μολονότι η αρχή της θεσμικής και δικονομικής αυτονομίας περιστέλλεται από τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου και τους κανόνες που νομολογιακά έχουν διαμορφωθεί, οριοθετούμενη δηλαδή από την αρχή της ισοδυναμίας, τη γενική αρχή της αποτελεσματικής διασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος του ανταγωνισμού, αλλά και το σεβασμό της γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου123, εντούτοις δεν υφίσταται δυνατότητα άμεσης ή αναλογικής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 του Κανονισμού 1/2003, αλλά ούτε και υποχρέωση εφαρμογής της διάταξης αυτής από την εθνική αρχή ανταγωνισμού. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι εθνικές αρχές στις περιπτώσεις που επιβάλλουν κυρώσεις-πρόστιμα για παραβάσεις του ευρωπαϊκού δικαίου του ανταγωνισμού, οφείλουν να εφαρμόζουν ανάλογους -ισοδύναμους κανόνες με αυτούς που ισχύουν στην εσωτερική έννομη τάξη, αναφορικά με την κατά χρόνο οριοθέτηση της εξουσίας τους για επιβολή προστίμων ή αντίστοιχων κυρώσεων επί παραβάσεων του εθνικού δικαίου του ανταγωνισμού. Οι εθνικοί αυτοί κανόνες θα παραμένουν ανεφάρμοστοι, μόνο αν καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού, ήτοι δεν διασφαλίζουν την αποτελεσματική τήρηση των ενωσιακών κανόνων του ανταγωνισμού με την επιβολή αποτρεπτικών και αποτελεσματικών κυρώσεων
- Η παραγραφή αποτελεί ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα που συνδέεται αναπόσπαστα με την γενική αρχή της ασφάλειας δικαίου των επιχειρήσεων
- Η αρχή αυτή απαιτεί σαφήνεια ρυθμίσεων και αντιβαίνει στην κατ’ αναλογία εφαρμογή του άρθρου 25 παρ. 1 του Κανονισμού από τις εθνικές αρχές, ιδίως όταν υφίσταται στην εθνική έννομη τάξη διαφορετική ρύθμιση ως προς τα χρονικά όρια της εξουσίας τους για επιβολή κυρώσεων επί αναλόγων παραβάσεων του εθνικού δικαίου του ανταγωνισμού, όπως συμβαίνει στην εξεταζόμενη περίπτωση με την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 50 παρ. 6 του ν. 3959/
- Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Κανονισμού δεν εμποδίζει την εκάστοτε εθνική αρχή ανταγωνισμού να εφαρμόσει τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, έστω και αν οι τελευταίοι προβλέπουν τυχόν διαφοροποιημένη (βραχύτερη ή μακρύτερη) προθεσμία παραγραφής, σε σχέση με 122 Βλ. Γ. Καρύδη, Ευρωπαϊκό Δίκαιο Συναλλαγών, ό.π. Η υποχρέωση της διασφάλισης της πλήρους αποτελεσματικότητας του ευρωπαϊκού δικαίου απορρέει και από την υποχρέωση πίστης των κρατών μελών που απορρέει από το πρώην άρθρο 10 της ΣυνθΕΚ, ήδη άρθρο 4 παρ. 3 ΣυνθΕΕ. Βλέπε σχετικά (ενδεικτικά μόνο) και Επιτροπή κατά Ελλάδος, υπόθεση 68/88, ό.π. 124 Λόγω της πρόβλεψης για παράδειγμα μιας εξαιρετικά σύντομης προθεσμίας παραγραφής σε συνδυασμό ενδεχομένως και με την έλλειψη ρυθμίσεων για τη διακοπή της παραγραφής. 125 Βλέπε Καρύδη, Το ζήτημα της «παραγραφής» κατά τον Κανονισμό 1/2003, ό.π. 123 29 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ την οριζόμενη στο άρθρο 25 παρ. 1 του Κανονισμού προθεσμία
- Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στην εξεταζόμενη περίπτωση με την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 50 παρ. 6 του ν. 3959/
- Δ.3 ΕΝΣΤΑΣΗ ΓΙΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΙΚΟ/ΜΗ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ 68) Οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις προέβαλαν το επιχείρημα ότι η έρευνα της ΓΔΑ για την υπό εξέταση υπόθεση ήταν μη συστηματική/αποσπασματική
- Σχετικά υπογραμμίζονται τα εξής: Γίνεται δεκτό ότι οι πράξεις διερεύνησης της υπόθεσης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού κατατείνουν στην αναζήτηση παραβατικών συμπεριφορών και συνεπώς εξ ορισμού, σε αντίθεση με τις πράξεις δίωξης, δεν οριοθετούν ούτε χαρακτηρίζουν παραβατικές συμπεριφορές
- Κάτι τέτοιο άλλωστε, εάν συνέβαινε, θα ήταν μη συμβατό με τον «διερευνητικό» χαρακτήρα των εν λόγω πράξεων. Άλλωστε, δεν προκύπτει από τις σχετικές διατάξεις του Κανονισμού 1/2003130 ότι για την αποστολή παρόμοιων πράξεων στις επιχειρήσεις θα πρέπει να έχουν διαπιστωθεί ήδη γεγονότα ή να υπάρχουν ενδείξεις τέλεσης συγκεκριμένων παραβατικών πράξεων. Αρκεί οι αιτούμενες πληροφορίες ή ο έλεγχος να είναι αναγκαία για την εκπλήρωση των καθηκόντων της ελεγκτικής αρχής. Ως πράξεις διερεύνησης που διακόπτουν την παραγραφή πρέπει να θεωρούνται και οι αιτήσεις παροχής πληροφοριών ή οι εντολές ελέγχου που δύναται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να απευθύνει σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων στο πλαίσιο κλαδικής έρευνας αγοράς, που προβλέπεται στο άρθρο 17 του Κανονισμού 1/2003, ή ακόμα και οι αντίστοιχες πράξεις που μπορούν να απευθύνουν οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού στο πλαίσιο σχετικής έρευνας που διεξάγεται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του 126 Πρβλ. Akzo Chemicals Ltd/Επιτροπή, C-50/2007P. Στη συγκεκριμένη υπόθεση το ΔΕΚ έκρινε ότι δεν αντιβαίνει στην γενική αρχή της ασφάλειας δικαίου η διαφοροποίηση των κριτηρίων στην εθνική και κοινοτική έννομη τάξη, όσον αφορά το απόρρητο της επικοινωνίας του δικηγόρου με τον πελάτη του. Σημειώνεται περαιτέρω ότι ούτε το άρθρο 3 παρ. 2 του Κανονισμού 1/2003 (που αποτυπώνει την αρχή της υπεροχής του ευρωπαϊκού δικαίου), τουλάχιστον με βάση τη γραμματική του ερμηνεία, αποκλείει την επιβολή κυρώσεων σε μία σύμπραξη που παραβιάζει τους εθνικούς κανόνες του ανταγωνισμού και δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή κατά το εθνικό δίκαιο, έστω και αν η εν λόγω σύμπραξη έχει ήδη υποπέσει σε «παραγραφή» κατά το άρθρο 25 του Κανονισμού 1/2003 και δεν θα μπορούσε συνεπώς να υποστεί κυρώσεις σε ενωσιακό επίπεδο. Κατά μείζονα δε λόγο η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του Κανονισμού δεν επιβάλλει τον παραμερισμό των εθνικών διατάξεων περί παραγραφής και την άμεση ή αναλογική εφαρμογή της περί παραγραφής διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 του ίδιου Κανονισμού και από την αρμόδια εθνική αρχή, σε κάθε περίπτωση που αυτή επιλαμβάνεται για τον έλεγχο και παραβάσεων του ευρωπαϊκού δικαίου του ανταγωνισμού. 127 Από μέρος της θεωρίας [βλ. Καρύδη, Το ζήτημα της «παραγραφής» κατά τον Κανονισμό 1/2003, ό.π.] έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 25 παρ. 1 του Κανονισμού 1/2003 προθεσμία παραγραφής μπορεί σε μία τέτοια περίπτωση να αποτελέσει ενδεχομένως κατευθυντήρια γραμμή, κατά τον έλεγχο της διασφάλισης της αποτελεσματικής εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου από τους αντίστοιχους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, ή ακόμα και να τύχει εφαρμογής από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού (παρακάμπτοντας την αναποτελεσματική αντίστοιχη εθνική ρύθμιση, πχ σε περίπτωση πρόβλεψης εξαιρετικά βραχείας προθεσμίας παραγραφής), υπό την αναγκαία ωστόσο προηγούμενη προϋπόθεση ότι έχει εξαντληθεί η δυνατότητα παραπομπής της υπόθεσης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. 128 Βλ. υπόμνημα της ESTEE LAUDER, με αρ. πρωτ. 573/8.11.
- 129 Αναφορικά με το περιεχόμενο των εν λόγω πράξεων βλ. ιδίως άρθρα 18 παρ. 2 και 3 και 20 παρ. 4 του Κανονισμού 1/
- 130 Βλέπε ιδίως άρθρο 25 παρ. 3 του Κανονισμού. 30 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ανταγωνισμού
- Όλες οι ανωτέρω πράξεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή των αρμοδίων εθνικών αρχών που κατά τον Κανονισμό 1/2003 διακόπτουν την παραγραφή έχουν συγκεκριμένο αποδέκτη. Πλην όμως, πέραν της επιχείρησης που κατονομάζεται ως αποδέκτης της πράξης διερεύνησης ή δίωξης, είναι δυνατόν να εμπλέκονται στην διερευνώμενη πρακτική και άλλες επιχειρήσεις. Αν η διερευνώμενη πρακτική αποδειχθεί τελικώς ότι αποτελεί και παράβαση των ευρωπαϊκών κανόνων του ανταγωνισμού, τότε η πράξη διερεύνησης ή δίωξης έχει διακόψει την παραγραφή, όχι μόνο ως προς την επιχείρηση που υπήρξε ο αποδέκτης της ως άνω πράξης, αλλά και ως προς τις λοιπές επιχειρήσεις, που αποδείχθηκε τελικά κατά την διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, ότι συμμετείχαν στην διερευνώμενη πρακτική που χαρακτηρίστηκε ως παράβαση
- 69) Όπως νομολογιακά έχει κριθεί, «από τις διατάξεις του Κανονισμού προκύπτει ότι η παραγραφή δεν διακόπτεται μόνον ως προς τις επιχειρήσεις-αποδέκτριες μιας πράξεως σχετικής με τη διερεύνηση ή τη δίωξη παραβάσεως, αλλά και ως προς εκείνες τις επιχειρήσεις, οι οποίες μετείχαν μεν στην παράβαση, πλην όμως η Επιτροπή δεν γνωρίζει ακόμη την ταυτότητά τους, οπότε δεν έχει ληφθεί εναντίον τους κάποιο μέτρο που να αφορά τη διερεύνηση της παραβάσεως, ούτε τους έχει απευθυνθεί κάποια διαδικαστική πράξη. (...) Η φράση «που μετείχαν στην παράβαση» υποδηλώνει ένα αντικειμενικό γεγονός, ήτοι τη συμμετοχή στην παράβαση, που διαφέρει σαφώς από ένα υποκειμενικό και αβέβαιο στοιχείο όπως το αν μία επιχείρηση κατονομάστηκε κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας ως μετέχουσα στην παράβαση. Έτσι, μία επιχείρηση ενδέχεται να έχει μετάσχει στην παράβαση, χωρίς η Επιτροπή να το γνωρίζει κατά τον χρόνο που προβαίνει στην πράξη η οποία διακόπτει την παραγραφή»
- 70) Συνεπώς, ως «επιχείρηση που μετείχε στην παράβαση», πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του Κανονισμού, θεωρείται κάθε επιχείρηση που κατονομάστηκε ως τέτοια με απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με την οποία επιβλήθηκε κύρωση για παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού, χωρίς να είναι απαραίτητο να έχει κατονομασθεί ως μετέχουσα στην παράβαση, είτε πριν την αρχική ανακοίνωση των αιτιάσεων είτε, γενικότερα, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, στο πλαίσιο της οποίας εντάσσεται η πράξη που διακόπτει την παραγραφή. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι κατονομάσθηκε ως μετέχουσα στην παράβαση, έστω και σε μεταγενέστερο χρόνο. 71) Κατ’ αναλογική εφαρμογή της Τ-405/2006 απόφασης του ΠΕΚ134 - το ορθό σκεπτικό της οποίας επιβεβαιώθηκε και από το ΔΕΚ με τις υπ’ αρ. C-201/09 P και C-216/09 P αποφάσεις του - οι πράξεις διερεύνησης, που με βάση τον Κανονισμό διακόπτουν την παραγραφή, δεν είναι αναγκαίο να αφορούν συγκεκριμένη οριοθετημένη παραβατική 131 Βλ. σχετικά Γ. Καρύδη, ό.π. Βλέπε λόγου χάριν παρ. 89 υπομνήματος ΣΑΡΑΝΤΗ, όπου αναφέρεται ότι «[…] δεδομένου ότι από το 2006, οπότε και διεξήχθη η έρευνα στα γραφεία μας, καμία άλλη όχληση από την ΓΔΑ δεν είχαμε μέχρι τα τέλη Ιουλίου 2010, οπότε και μας εστάλη το με αρ. οικ. 4703/26.07.2010 ερωτηματολόγιο». Βλέπε επίσης παρ. 2.34 έως και 2.36 υπομνήματος Εστέ Λώντερ, όπου αμφισβητείται η συστηματικότητα της έρευνας της ΓΔΑ. 133 Βλέπε Τ-405/2006, παρ. 145, καθώς και T-276/04, Compagnie Μaritime Belge κατά Επιτροπής, παρ. 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία. 132 134 Ό.π. 31 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ συμπεριφορά, αλλά όλες τις ερευνώμενες ενδεχόμενες παραβάσεις που στη συνέχεια με την έκθεση-ανακοίνωση αιτιάσεων καταλογίζονται στις μετέχουσες στην παράβαση επιχειρήσεις. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι διαφορετική θέση θα περιόριζε το ερευνητικό-ελεγκτικό έργο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των αρμόδιων εθνικών αρχών, αφού ουσιαστικά θα υποχρέωνε αυτές να προσδιορίσουν και να χαρακτηρίσουν την παράβαση πριν από την ολοκλήρωση της ελεγκτικής-ερευνητικής φάσης διαδικασίας. Αυτή η θέση έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία στην περίπτωση που η ανακοίνωση αιτιάσεων (Εισήγηση/Έκθεση), που ακολουθεί το στάδιο της έρευνας και ορίζει την παραβατική συμπεριφορά, απέχει πλέον της πενταετίας από την ημέρα τέλεσης ή παύσης της παράβασης, αν πρόκειται για διαρκή ή κατ’ εξακολούθηση παράβαση, οπότε και θα είχε συμπληρωθεί η παραγραφή, χωρίς ακόμα να έχουν οριοθετηθεί οι ερευνώμενες παραβατικές συμπεριφορές
- 72) Ως εκ τούτου, τα έγγραφα που κατά καιρούς απέστειλε η ΓΔΑ προς έκαστη από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την κλήτευσή τους, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αποτελούσαν αιτήσεις παροχής πληροφοριών με ευρύ μεν περιεχόμενο, αφορούσαν ωστόσο, μεταξύ άλλων, στη διερεύνηση και του δικτύου διανομής των προϊόντων της επιχείρησης/χονδρεμπόρου εκείνης που ήταν κατά περίπτωση ο αποδέκτης της αίτησης. Συνεπώς, διέκοψαν την παραγραφή όχι μόνο ως προς έκαστο αποδέκτη του εγγράφου, αλλά και ως προς τις μετέχουσες στη διερευνώμενη (και τελικά διαπιστωθείσα) παραβατική συμπεριφορά επιχειρήσεις136, η οποία αφορά μεταξύ άλλων και στις ερευνώμενες συμβάσεις και τους όρους περιορισμού τιμολογήσεων λιανικής που αυτές περιελάμβαναν. Τυχόν διαφορετική ερμηνεία θα ήταν αντίθετη με την ενωσιακή νομολογία σχετικά με την φύση και την εμβέλεια των διακοπτικών της παραγραφής γεγονότων137, επειδή θα παραγνώριζε/αγνοούσε ότι οι πράξεις διερεύνησης διακόπτουν την παραγραφή, χωρίς να είναι αναγκαίο να ορίζουν εκ των προτέρων (με την έναρξη της σχετικής έρευνας) συγκεκριμένη παραβατική συμπεριφορά ή/και την ταυτότητα των επιχειρήσεων που εμπλέκονται στην παράβαση
- Είναι σαφές ότι μία τέτοια τυχόν ερμηνευτική εκδοχή θα διέστελε ανεπίτρεπτα την κατά νόμο έννοια και λειτουργία της αίτησης παροχής πληροφοριών, παραβιάζοντας τις σχετικές διατάξεις του Κανονισμού 1/2003 ως προς το περιεχόμενο των διακοπτικών της παραγραφής πράξεων διερεύνησης ενδεχομένων παραβάσεων, συρρικνώνοντας έτσι και υπονομεύοντας την ερευνητική και ελεγκτική αρμοδιότητα της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ενώ ταυτόχρονα θα δημιουργούσε ένα ανεπίτρεπτο εμπόδιο στην αποτελεσματική εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου
- 135 Βλέπε Καρύδη, ό.π. Eιδικά σχετικά με τις έγγραφες αιτήσεις παροχής πληροφοριών που αποτελούν διακοπτικές της παραγραφής πράξεις βλ. Peroxidos Organicos SA/Επιτροπής, Τ-120/2004, παρ.
- 137 Βλ. ιδίως Τ-405/2006, παρ. 145, καθώς και T-276/04, Compagnie Μaritime Belge κατά Επιτροπής, παρ. 31, με την εκεί παρατιθέμενη νομολογία. 138 Πρβλ. Καρύδη, Το ζήτημα της «παραγραφής» κατά τον Κανονισμό 1/2003, ό.π. 139 Ό.π. 136 32 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Δ.
- ΕΝΣΤΑΣΗ ΠΑΡΕΛΕΥΣΗΣ ΕΥΛΟΓΟΥ ΧΡΟΝΟΥ 73) Από την ενωσιακή νομολογία προκύπτει ότι η τήρηση της εύλογης προθεσμίας εκ μέρους της αρχής ανταγωνισμού κατά την έκδοση αποφάσεων μετά το πέρας των διοικητικών διαδικασιών σε υποθέσεις ανταγωνισμού συνιστά γενική αρχή του ευρωπαϊκού δικαίου, η οποία αποτελεί συνάρτηση της αρχής της χρηστής διοικήσεως
- Συγκεκριμένα, έχει κριθεί ότι η αρχή ανταγωνισμού, για λόγους ασφάλειας δικαίου και πρόσφορης δικαστικής προστασίας, υποχρεούται να λαμβάνει θέση ή να συντάσσει διοικητικής φύσεως έγγραφο, στην περίπτωση όπου έχει ζητηθεί τέτοιο έγγραφο, εντός εύλογης προθεσμίας
- Ομοίως, όταν καταγγελία περί παραβάσεων του άρθρου 81 ή/και 82 ΣυνθΕΚ υποβάλλεται ενώπιον της, η αρχή ανταγωνισμού υποχρεούται να λαμβάνει εντός εύλογης προθεσμίας οριστική θέση επί της καταγγελίας
- 74) Το εύλογο της διάρκειας της διαδικασίας πρέπει να εκτιμάται ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων κάθε υπόθεσης και, ιδίως, του όλου πλαισίου της, της συμπεριφοράς που επέδειξαν οι εμπλεκόμενοι στη διάρκεια της διαδικασίας, της σημασίας της υποθέσεως για τις ενδιαφερόμενες/εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και του βαθμού πολυπλοκότητάς της
- Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο εύλογος χαρακτήρας μιας προθεσμίας δεν μπορεί να εξεταστεί με αναφορά σε ένα ακριβές ανώτατο όριο, προσδιοριζόμενο κατά τρόπο αφηρημένο, αλλά πρέπει να εκτιμάται σε κάθε υπόθεση σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της υποθέσεως
- Σημειώνεται ότι ο πίνακας των κριτηρίων αυτών δεν είναι εξαντλητικός και η εκτίμηση του εύλογου χαρακτήρα της προθεσμίας δεν επιβάλλει συστηματική εξέταση των περιστάσεων της υποθέσεως ενόψει καθενός κριτηρίου, όταν η διάρκεια της διαδικασίας φαίνεται δικαιολογημένη ενόψει ενός μόνον κριτηρίου
- 75) Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας ενώπιον της αρχής ανταγωνισμού η έρευνα πραγματοποιείται σε δύο διαδοχικές περιόδους, καθεμία, εκ των οποίων ανταποκρίνεται σε μια ιδία εσωτερική λογική. Η πρώτη περίοδος εκτείνεται έως την επίδοση της Εισήγησης της ΓΔΑ και έχει ως σημείο έναρξης την ημερομηνία κατά την οποία η αρχή ανταγωνισμού λαμβάνει τα μέτρα που συνεπάγεται η αιτίαση ότι διαπράχθηκε παράβαση και έχει σημαντικές επιπτώσεις στην κατάσταση των ύποπτων επιχειρήσεων. Η περίοδος αυτή επιτρέπει στην αρχή ανταγωνισμού να λάβει θέση επί του προσανατολισμού της διαδικασίας. Η δεύτερη περίοδος εκτείνεται από την 140 Βλ. T-213/95 & T-18/96, SCK και FNK κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σελ. II-1739, σκ. 56, T-127/98, UPS Europe κατά Επιτροπής, Συλλ. 1999, σελ. II-2633, σκ. 37, Τ-213/00, CMA CGM κατά Επιτροπής, Συλλ. 2003, σελ. ΙΙ-913, σκ.
- 141 T-213/95 και T-18/96, SCK και FNK κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σελ. II-1739, σκ.
- Ως προς το εύρος της εύλογης προθεσμίας, βλ. ΔΕφΑθ 3807/2014, σκ. 17, 3045/2014, σκ. 7, 5459/2014, σκ.
- 142 C- 282/95 P, Guerin automobiles κατά Επιτροπής, Συλλ. 1997, σελ. Ι-1503, σκ.
- 143 T-305/94 κλπ, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (PVC II), Συλλ. 1999, σελ. II-931, σκ. 126, η οποία επικυρώθηκε με την απόφαση ΔΕΚ C-238/99 κλπ, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλ. 2002, σελ. Ι-8375, σκ.187, Τ-213/00, CMA CGM κατά Επιτροπής, Συλλ. 2003, σελ. ΙΙ-913, σκ. 317, C-185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, Συλλ. 1998, σελ. Ι-8417, σκ.
- Βλ. επίσης, μεταξύ άλλων, ΣτΕ 1563/97, σκ. 8, ΣτΕ 716/98, σκ. 7, ΣτΕ 3737/03, σκ.
- 144 C-238/99, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλ. 2002, σελ. Ι-8375, σκ.
- 145 C-238/99, ο.π., σκ.
- 33 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ επίδοση της Εισήγησης έως την έκδοση της τελικής απόφασης, κατά την οποία πρέπει να υπάρχουν οι συνθήκες ώστε η ΕΑ να αποφασίσει οριστικά για την προσαπτόμενη παράβαση. Για να εκτιμηθεί ο εύλογος χρόνος διάρκειας της διοικητικής διαδικασίας, τα δύο αυτά στάδια μπορούν να διακριθούν και να αξιολογηθούν χωριστά
- 76) Σύμφωνα με πάγια νομολογία, η μη τήρηση της γενικής αρχής της εύλογης προθεσμίας, ακόμη και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένη, δεν ασκεί επιρροή επί του κύρους της διοικητικής διαδικασίας και δεν δικαιολογεί την ακύρωση της απόφασης της αρχής ανταγωνισμού, παρά μόνο στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι η παρέλευση υπερβολικού χρόνου θίγει τη δυνατότητα των εμπλεκομένων επιχειρήσεων να αμυνθούν αποτελεσματικά, ήτοι εφόσον αποδειχθεί προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας
- 77) Δεδομένου ότι η περίοδος έως την επίδοση της Έκθεσης αποτελεί μέρος της αυτεπάγγελτης έρευνας, η οποία ξεκίνησε το 2006148, στο πλαίσιο της οποίας εστάλησαν επιστολές παροχής στοιχείων149 και πραγματοποιήθηκαν επιτόπιοι έλεγχοι150, δεν υφίσταται ζήτημα τυχόν παράβασης της αρχής της ευλόγου προθεσμίας δράσης της διοίκησης μέχρι αυτό το χρονικό σημείο. Τούτο διότι δεν πρόκειται για περίπτωση που το πρώτο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας διήρκησε υπερβολικά, με αντίστοιχες ενδεχόμενες ανεπανόρθωτες επιπτώσεις στα δικαιώματα άμυνας των εμπλεκομένων μερών, τα οποία μπορούν να ασκήσουν επαρκώς, κατά το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας που έπεται της κοινοποίησης Έκθεσης
- Πιο συγκεκριμένα, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2006-2016, η έρευνα της ΓΔΑ ήταν ιδιαιτέρως συστηματική και εστιάστηκε στην αποστολή πολυάριθμων επιστολών παροχής στοιχείων, όπως και την πραγματοποίηση επιτόπιων ελέγχων. Σε συνέχεια των ανωτέρω ενεργειών, τα στοιχεία τα οποία συλλέγονταν ή προσκομίζονταν υποβάλλονταν σε λεπτομερή μελέτη και επεξεργασία, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται συχνά η ανάγκη αποστολής νέων 146 Βλ. για όλα τα ανωτέρω C-238/99, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλ. 2002, σελ. Ι8375, σκ.181-184, καθώς και νομολογία του ΕΔΔΑ στην οποία παραπέμπει. 147 Βλ. ΣτΕ 375/2010, σκ.29, ΔΕφΑθ. 3793/2012 σκ.19, ΔΕφΑθ 1976/2015, σκ.
- ΔΕΚ C-113/04 P, Technische Unie κατά Επιτροπής, Συλλ. 2006, σ. I-8831, σκ. 47-48, ΔΕΚ C-185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, Συλλ. 1998, σ. Ι-8417, σκ. 49, ΠΕΚ T-305/94 κλπ, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (PVC II), Συλλ. 1999, σ. II-931, σκ. 122, ΠΕΚ 213/00, CMA CGM κατά Επιτροπής, Συλλ. 2003, σ. ΙΙ-913, σκ. 321, ΔΕΚ C-385/07 P, Der Grune Punkt – Duales System Deutschland, Συλλ. 2009, σ. Ι-6155, σκ. 190-
- Σύμφωνα με C-385/07 P, Der Grune Punkt – Duales System Deutschland, Συλλ. 2009, σελ. Ι-6155, σκ. 190194, κρίνεται ότι δεν μπορεί να επιτρέπεται, αποκλειστικά και μόνο για τον λόγο της μη τηρήσεως εύλογης προθεσμίας, να οδηγείται η Διοίκηση ή το Δικαστήριο σε αδυναμία να διαπιστώσει την διάπραξη παράβασης των κανόνων του ανταγωνισμού. Το βάρος απόδειξης ενδεχόμενου ισχυρισμού περί προσβολής των δικαιωμάτων της άμυνας, απορρέουσας από τις δυσχέρειες που αντιμετώπισε να αμυνθεί κατά των αιτιάσεων της Επιτροπής λόγω της υπερβολικής διάρκειας της διοικητικής διαδικασίας φέρει η επιχείρηση που τον επικαλείται (ΔΕΚ C-113/04 P, Technische Unie κατά Επιτροπής, Συλλ. 2006, σελ. I-8831, σκ. 61, ΠΕΚ Τ405/06, ArcelorMittal κατά Επιτροπής, Συλλ.2009, σελ. ΙΙ-789, σκ. 167). Αφηρημένοι και αόριστοι ισχυρισμοί ότι η ελεγχόμενη επιχείρηση δεν μπορεί να αναζητήσει τα αναγκαία για την άμυνά της στοιχεία που ανάγονται σε πολλά χρόνια πριν, δεν μπορούν να αποδείξουν πραγματική προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, η οποία πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με τις ειδικές περιστάσεις που αφορούν σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση (ΣτΕ 375/2010, σκ. 19 και Τ- 60/05, UFEX κλπ κατά Επιτροπής, Συλλ. 2007, σ. ΙΙ-3397, σκ. 57 και νομολογία στην οποία παραπέμπει). 148 Βλ. την υπ’ αρ. πρωτ. 3808/1.6.2017 έκθεση του εισηγητή Ν. Ζευγώλη, Παράρτημα
- 149 Ό.π. 150 Ό.π. 151 Βλ. σχετική ανάλυση με παραπομπή σε σχετική νομολογία σε Απόφαση ΕΑ 517/V/2011, σκ. 27επ. 34 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ερωτηματολογίων, προκειμένου να αποκρυσταλλωθούν και να τεκμηριωθούν επαρκώς τα συμπεράσματα της εισήγησης που οδήγησε στην παρούσα απόφαση και ιδίως να προσδιοριστεί η έναρξη της παράβασης για έκαστη εμπλεκόμενη επιχείρηση. Και τούτο διότι ήδη για το έτος 2001 και μετά είχαν ανευρεθεί διάσπαρτα στοιχεία (ιδίως, αλλά όχι μόνο, αποσπασματικά ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων μεταξύ χονδρεμπόρων και διανομέων καλλυντικών υψηλής ποιότητας και τιμής) που καταδείκνυαν μία σαφή μορφή επιβολής οριοθέτησης είτε τιμής είτε εύρους τιμής λιανικής πώλησης (προβαλλόμενης ενίοτε είτε ως συνιστώμενης ή προτεινόμενης είτε ως μέγιστης/ανώτατης152, φαινομενικά όμως διότι de facto επρόκειτο για επιβαλλόμενη/καθοριζόμενη153) από την πλευρά των 152 Βλέπε πχ την υπ’ αριθμ. 4892/3.8.2006 επιστολή, όπου ο […] (Γεν. Δ/ντής και Δ/νων Σύμβουλος της L’OREAL) σχετικά με τους τιμοκαταλόγους, δήλωσε ότι η εταιρία καθορίζει μόνο τη μέγιστη λιανική τιμή μεταπώλησης. Επίσης, δήλωσε ότι «η χονδρική τιμή είναι η τιμή πώλησης τιμοκαταλόγου προς τους πελάτες μας. Η μέγιστη λιανική τιμή αφήνει σημαντικότατο περιθώριο και αποτελεί όριο προσδιορισμού, κατά την κρίση μας, του ύφους και του κύρους κάθε προϊόντος», όπως επίσης ότι «λόγοι διαφάνειας αλλά και επικοινωνίας της μέγιστης λιανικής τιμής επιβάλλουν την σύνταξη των τιμοκαταλόγων». 153 Αποκαλυπτικά είναι τα σχέδια επιστολών ανευρεθέντα κατά τον επιτόπιο έλεγχο στην CHRISTIAN DIOR με διαφοροποίηση μεταξύ τους μόνο στο ποσοστό της επιπλέον έκπτωσης, βάσει των υπαρχουσών συμφωνιών (βλ. υπ’ αρ. 15-20 ληφθέντα έγγραφα κατά τον έλεγχο της 21.7.2006 στο γραφείο […] στην CHRISTIAN DIOR, σχετική εντολή ελέγχου 4568/20.7.2006) - χωρίς ημερομηνία, από την CHRISTIAN DIOR προς τα καταστήματα λιανικής GALLERIE, PATISTAS, SPRING TIME, ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ και ΜΠΕΖΑΣ Ι.), με τα οποία ενημερώνονται τα εν λόγω καταστήματα για το νέο τιμοκατάλογο της CHRISTIAN DIOR, ομοίου περιεχομένου. Ειδικότερα, αναγράφονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «…έχουμε μειώσει δραστικά τις τιμές 73 σημαντικών κωδικών […] Αντίστοιχα στις τιμές λιανικής οι μειώσεις φθάνουν έως 43%. Η εφαρμογή του τιμοκαταλόγου μας συνεπάγεται αύξηση του περιθωρίου κέρδους σας από το σημερινό […]% σε […]% για τους ανωτέρω […] κωδικούς, ενώ για τους υπόλοιπους παραμένει το ίδιο. Οι 73 αυτοί κωδικοί αντιπροσωπεύουν ποσοστό μεγαλύτερο του […]% το συνολικού μας τζίρου οπότε και υπολογίζουμε μεσοσταθμικά την αύξηση του περιθωρίου σας βάσει του τιμοκαταλόγου κατά […]%.[…] Μέσα από αυτή τη διαδικασία επιτυγχάνουμε:
- Εναρμόνιση των τιμών στο επιθυμητό ευρωπαϊκό επίπεδο. […]…». Σε άλλη περίπτωση, λόγου χάριν, η […] – Διευθύντρια Αγορών της SEPHORA ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ (Απαντώντας σε ερωτηματολόγιο κατά τη διάρκεια του από 12.7.2006 ελέγχου στα γραφεία της SEPHORA (Σχετική εντολή ελέγχου με α.π. 3943/4.7.2006), δήλωσε ότι «Σε γενικές γραμμές πάντως ακολουθούνται οι προτεινόμενες τιμές». Επίσης, ο […] - Διευθυντής Ανάπτυξης της εταιρίας GALERIE DE BEAUTE, κατά τη διάρκεια του από 12.7.2006 ελέγχου στα γραφεία της εταιρίας απαντώντας σε σχετικό ερωτηματολόγιο (βλ. ιδίως ερωτήσεις 3-9) δήλωσε ότι «ακολουθούμε τις προτεινόμενες τιμές, γιατί τις ακολουθεί ο ανταγωνισμός». Προς επίρρωση αυτής της θέσης, […] (βοηθός λογιστή στην GALERIE DE BEAUTE) ως προς τον τρόπο τιμολόγησης των υπό εξέταση καλλυντικών προϊόντων δήλωσε ότι αυτός «καθορίζεται από τις προμηθεύτριες εταιρείες. Καθορίζουν το κέρδος. Συνήθως […] είναι το κέρδος του ομίλου Galerie de Beaute. Οι τιμοκατάλογοι έχουν προτεινόμενες τιμές τις οποίες η Galerie de Beaute ακολουθεί. Τις ακολουθεί και όλη η αγορά. Επί της προτεινόμενης τιμής αφαιρείται ένα 30% και προκύπτει η τελική τιμή του ραφιού». Επίσης, η ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ στην υπ’ αριθμ. 4805/28.7.06 επιστολή της αναφορικά με τη σκοπιμότητα ύπαρξης τιμοκαταλόγων με τιμές λιανικής σημειώνει χαρακτηριστικά ότι «Οι προτεινόμενες λιανικές τιμές και στη συνέχεια ο τιμοκατάλογος προτείνεται από τον ξένο οίκο και μάλιστα αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της Σύμβασης Διανομής που διέπει τη συνεργασία μεταξύ προμηθευτή και τοπικού διανομέα. Αυτό το σκέλος της σύμβασης είναι το λεγόμενο Price Structure, βάσει του οποίου καθορίζονται και οι τιμές στις οποίες ο τοπικός διανομέας πραγματοποιεί αγορές από τον ξένο οίκο». Επιπροσθέτως, ενδεικτική και χαρακτηριστική στην προκειμένη περίπτωση είναι η κατάθεση του […] (Μέλους Διοικητικού Συμβουλίου της ROGE), ο οποίος απαντώντας σε σχετικό ερωτηματολόγιο κατά τη διάρκεια του από 5.7.2006 ελέγχου στα γραφεία της εταιρίας αναφορικά με την εμπορική πολιτική των καταστημάτων υπό το σήμα HONDOS CENTER, δήλωσε ότι: […] «Οι τιμοκατάλογοι με προτεινόμενες τιμές αποστέλλονται από τους προμηθευτές σε όλα τα καταστήματα απευθείας (και του ομίλου και άλλων). Δεν είναι γνωστό ποιος είναι αρμόδιος για την κατάρτισή τους. Οι προτεινόμενες είναι ανώτατες τιμές. Οι τιμοκατάλογοι αποστέλλονται και στα γραφεία στην Ομήρου 4 για τήρηση αρχείου». Επίσης, αναφορικά με τον τρόπο τιμολόγησης των υπό εξέταση προϊόντων, από τα καταστήματα του σήματος HONDOS CENTER […] δήλωσε ότι «Βάση αποτελούν οι τιμοκατάλογοι με τις προτεινόμενες τιμές. Οι τιμές αυτές προσαρμόζονται στον ανταγωνισμό. Το κάθε κατάστημα ξεχωριστά κάνει δειγματοληπτικούς ελέγχους στην περιοχή που δραστηριοποιείται. Γι’ αυτό το λόγο και οι τιμές διαφοροποιούνται από κατάστημα σε κατάστημα». 35 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ χονδρεμπόρων154, η οποία επιβολή (έμμεση τουλάχιστον) με βάση το ατομικό μερίδιο εκάστου χονδρεμπόρου δεν μπορούσε να εξηγηθεί/αιτιολογηθεί με κανέναν άλλο τρόπο, παρά μόνο με βάση την ερμηνεία ότι αυτή η αποτελεσματική επιβολή οφειλόταν στην καρτελικού τύπου σύμπραξη που είχε προηγηθεί και ήταν ήδη τότε σε ισχύ μεταξύ των εμπλεκομένων στην παρούσα υπόθεση χονδρεμπόρων αποτελώντας κάθετη έκφανση αυτής, σε αναπόσπαστη συνάρτηση με το γεγονός ότι οι συγκεκριμένοι χονδρέμποροι (μολονότι έκαστος με μέτριο ή μικρό μερίδιο) όλοι πωλούσαν χονδρικώς πολύ ισχυρά σήματα, που ουδείς λιανέμπορος καλλυντικών υψηλής ποιότητας και τιμής μπορούσε να διανοηθεί ότι δεν θα έχει στα ράφια του, όπως επίσης ταυτόχρονα ουδείς λιανέμπορος καλλυντικών υψηλής ποιότητας και τιμής μπορούσε να διανοηθεί ότι θα «πάει κόντρα» στην καρτελικού τύπου σύμπραξη των χονδρεμπόρων αυτών των σημάτων
- 78) Ταυτόχρονα, ως προς το πρώτο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, σημειώνεται η πραγματοποίηση της ανάθεσης της υπόθεσης σε Εισηγητή156, ο οποίος προέβη στη σύνταξη της υπ’ αρ. 3808/01.06.2016 Έκθεσης. 79) Σημειωτέον ότι, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 15 του Ν. 3959/2011, «Η εισήγηση κατατίθεται στην Ολομέλεια ή στο αντίστοιχο τμήμα, κατά περίπτωση, μέσα σε εκατόν είκοσι ημέρες από την ανάθεση της, με την επιφύλαξη των προθεσμιών που προβλέπονται στα άρθρα 5 μέχρι
- Η προθεσμία αυτή μπορεί να παρατείνεται από τον Πρόεδρο της 154 Γεγονός το οποίο άλλωστε επιβεβαιώθηκε με απόλυτο τρόπο κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Βλ. ενδεικτικά σελ. 55 από το σχετικό απόσπασμα ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ (Συνεδρίαση 93 η) της 6ης Δεκεμβρίου 2016, όπου αναφέρεται από τη συνήγορο της Estee Lauder το εξής: «Είναι πράγματι δεδομένο ότι η Estee Lauder έστελνε τιμοκαταλόγους. Αυτοί οι τιμοκατάλογοι ήταν διπλής λειτουργίας, είχαν δηλαδή και τιμές χονδρικής και κυρίως γι’ αυτό τους έστελνε, διότι επικοινωνούσε τις νέες τιμές χονδρικής και τις ανατιμήσεις του τιμοκαταλόγου χονδρικής, είχε όμως και προτεινόμενες τιμές λιανικής. Γιατί; Διότι με βάση αυτή την προτεινόμενη τιμή λιανικής καθόριζε και τις παροχές της προς τον λιανέμπορο. Έδινε, δηλαδή, εκπτώσεις, ήταν ένα benchmark για να δίνει τις παροχές του λιανεμπορίου επί μίας ας πούμε ενδεικτικής προτεινόμενης τιμής.». Βλέπε επίσης ενδεικτικά σελ. 62 από το σχετικό απόσπασμα ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ (Συνεδρίαση 93 η) της 6ης Δεκεμβρίου 2016, όπου αναφέρεται από το συνήγορο της Christian Dior το εξής: «Επίσης, άλλο θέμα, η εταιρία μας δεν έχει αποστείλει τιμοκαταλόγους με δεσμευτικές λιανικές τιμές πωλήσεως σε λιανεμπόρους. Αντιθέτως, ήταν προτεινόμενες τιμές και δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε ότι οι προτεινόμενες τιμές, εφόσον πληρούν ορισμένα στοιχεία τα οποία πληρούνται στην περίπτωση αυτή, δεν συνιστούν οποιαδήποτε παράβαση του ανταγωνισμού. Αυτό που ανεβρέθη ως τους τιμοκαταλόγους, είναι ότι περιλάμβαναν και τιμές χονδρικής και προτεινόμενες τιμές λιανικής. Υπάρχει πολλές φορές και σε σχέση με τα στοιχεία αυτά μία παρερμηνεία ορισμένων εγγράφων και για τα οποία, για τα οποία εξάγονται συμπεράσματα διαφορετικά από αυτά που περιέχονται στα ίδια τα έγγραφα.». Βλέπε επίσης και κατάθεση […], σελ. 109, από το σχετικό απόσπασμα ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ (Συνεδρίαση 93 η) της 28ης Νοεμβρίου 2016, «Γινόντουσαν εκπτώσεις φυσικά, αλλά η αντιμετώπιση ήταν ίδια για όλες τις εταιρίες.», κατάθεση του ιδίου, σελ. 119, «Η διαφωνία μας ήτανε ότι δεν μπορείς την ίδια στιγμή που έχεις 10 εταιρίες, μάλλον που έχεις τις δικές μας εταιρίες, να υπάρχει μια διακριτική μεταχείριση και να προσφέρεις στον τελικό καταναλωτή, που αν θέλετε μπαίνει στην ίδια σάλα, κάποια περισσότερα benefits το ένα πάνω στο άλλο.», κατάθεση του ιδίου, σελ. 119, «Θεωρώ ότι είχε δικαίωμα να έχει οποιεσδήποτε λιανικές, οτιδήποτε εκπτώσεις θέλει. Αυτό που μας έβρισκε αντίθετους ή διαφωνούσαμε ήταν το γεγονός ότι δεν υπήρχε, αν θέλετε, μια ίση αντιμετώπιση, ένα fair play ανάμεσα στους ανθρώπους που στηρίζαμε τα μαγαζιά όλο το χρόνο. Τίποτα άλλο.». 155 Βλέπε πολύ χαρακτηριστικά σελ. 22 από το σχετικό απόσπασμα ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ (Συνεδρίαση 93η) της 6ης Δεκεμβρίου 2016, κατάθεση […], ο οποίος σε ερώτηση του Προέδρου της ΕΑ «αν ήταν ενιαίες οι εκπτώσεις […] όλο το προηγούμενο διάστημα, τα προηγούμενα χρόνια και τι ήταν», απαντά επί λέξει «Στις μάρκες ήτανε ίδιες.». Και όταν ο Πρόεδρος επανέρχεται ρωτώντας αυτόν αν θεωρεί αυτό το γεγονός συμπτωματικό, αυτός επί λέξει απαντά «Νομίζω ότι ήταν μία πρακτική των λιανεμπόρων, στην οποία εμείς δεν είχαμε άποψη, να το πω έτσι.». 156 Βλ. Πρακτικά της 67ης Συνεδρίασης ΕΑ της 10.12.
- 36 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Επιτροπής Ανταγωνισμού, μετά από αίτημα του Εισηγητή, για χρόνο ο οποίος δεν υπερβαίνει τις εξήντα ημέρες». Με την υπ’ αρ. πρωτ. 99/09.05.2016 Πράξη του Προέδρου της ΕΑ χορηγήθηκε παράταση στον Εισηγητή (κατόπιν σχετικής αιτήσεως του τελευταίου) έως και την 1η Ιουνίου 2016, ημερομηνία κατά την οποία ο Εισηγητής κατέθεσε την με αρ. πρωτ. 3808 Εισήγησή του, προτού δηλαδή εξαντληθούν οι 60 μέρες παράτασης που προβλέπονται στην ανωτέρω διάταξη. Δ.4 ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ 80) Όπως συνάγεται από τις με πληρότητα αιτιολογημένες απαντήσεις της Υπηρεσίας για πρόσβαση σε χωρία, καθώς και σε έγγραφα αναφορικά με σκέλη της υπ’ αρ. 3808/01.06.2016 Έκθεσης, στις περιπτώσεις που δεν δόθηκε πρόσβαση, ορθώς δεν δόθηκε, καθότιν οι αιτούμενες επιχειρήσεις δεν απέδειξαν ότι υφίστατο προσβολή του δικαιώματος άμυνάς τους. Ειδικότερα, αναφορικά με τα αιτήματα των εταιριών και τις απαντήσεις της Υπηρεσίας, επισημαίνονται τα κάτωθι: ΕΤΑΙΡΙΑ ΧΟΝΔΡΙΚΗΣ AITHMA ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΕΡΩΤΗΜΑ/ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΓΔΑ ESTEE LAUDER HELLAS 5116/18.7.2016 (αίτημα πρόσβασης στο φάκελο) 5278/22.7.2016 (επιστολή Εισηγητή, επισυν. κατάλογος των περιεχομένων του φακέλου της υπόθεσης) 5615/2.8.2016 (αίτημα πρόσβασης στα Π και ΜΠ έγγραφα του φακέλου) 5785/5.8.2016 (τροποποίηση και επέκταση του αιτήματος πρόσβασης στα στοιχεία του φακέλου) 6066/30.8.2016 (ειδικό πληρεξουσιο) 5959/23.8.2016 (αίτημα αποχαρακτηρισμού αποσπασμάτων και πληροφοριών της εισήγησης) 6763/28.9.2016 (υπομνηστική για απάντηση στο υπ’ αριθ. πρωτ. 5959/23.8.2016 αίτημά) 157 Βλ. σχετ. πρωτόκολλα παράδοσης 09.08.2016, 30.8.2016, 02.09.
- e-mail με αρ.πρωτ. 6002/25.8.2016 6909/5.10.2016 (επιστολή Προέδρου_ αίτημα εν μέρει δεκτό, εν μέρει απόρριψη αιτήματος ως προς απόρρητα στοιχεία λοιπών εταιριών
- Η εκτενής αιτιολογία για τη μερική απόρριψη των υπ’ αρ. πρωτ. 5959/23.8.2016 και 6763/28.9.2016 αιτημάτων πρόσβασης παρατίθεται στην υπ’ αρ. πρωτ. 6909/5.10.2016 επιστολή Προέδρου ΕΑ (αρ. σελ. 8) και συνοπτικά αφορά στην αξιολόγηση ότι τα αιτούμενα στοιχεία αποτελούν απόρρητες πληροφορίες άλλων εμπλεκομένων εταιριών οι οποίες τα έχουν χαρακτηρίσει ως απόρρητα, για τα οποία δεν κρίθηκε αναγκαία η χρήση τους για τη στοιχειοθέτηση της σε βάρος των εμπλεκομένων επιχειρήσεων παράβασης, με αποτέλεσμα να εκτιμάται ότι δεν είναι απολύτως αναγκαία για την άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας της Εταιρίας. 37 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 8337/25.11.2016 (αίτηση αποχαρακτηρισμού αποδεικτικού υλικού του φακέλου) L’OREAL HELLAS Α.Ε. 5147/18.7.2016 (αίτημα πρόσβασης στο φάκελο) 5649/3.8.2016 (αίτημα πρόσβασης στα Π και ΜΠ έγγραφα του φακέλου) 7153/14.10.2016 (αίτημα πρόσβασης σε ηλεκτρονικά αρχεία) 7474/26.10.2016 (πληρεξούσιο) ΓΡ. ΣΑΡΑΝΤΗΣ ΑΒΕΕ 5117/18.7.2016 (αίτημα της εταιρίας για πρόσβαση στο φάκελο) 6154/2.9.2016 (εξουσιοδότηση) 5577/1.8.2016 (αίτημα αποχαρακτηρισμού) 319/12.9.2016 (αίτημα αποχαρακτηρισμού) NOTOS COM 5176/19.7.2016 (αίτημα πρόσβασης στο φάκελο) 5576/01.08.2016 (Αίτημα αποχαρακτηρισμού) 158 8485/1.12.2016 (επιστολή Προέδρου_ αίτημα δεκτό) Βλ. σχετ. πρωτόκολλο παράδοσης 02.12.2016, 5279/22.7.2016 (επιστολή Εισηγητή, επισυν. κατάλογος των περιεχομένων του φακέλου της υπόθεσης) Βλ. σχετ. πρωτόκολλο παράδοσης 9.8.2016 7470/26.10.2016 (επιστολή Προέδρου_ σε αίτημα περί χορήγησης πρόσβασης σε στοιχεία του φακέλου) Βλ. σχετ. πρωτόκολλο παράδοσης 27.10.2016 5282/22.7.2016 (επιστολή Εισηγητή, επισυν. κατάλογος των περιεχομένων του φακέλου της υπόθεσης) Βλ. σχετ. πρωτόκολλο παράδοσης 2.9.2016 5592/1.8.2016 (επιστολή Προέδρου_ απόρριψη αιτήματος ως αναιτιολόγητου) 6515/19.9.2016 (επιστολή Προέδρου_ απόρριψη αιτήματος ως ασυναφούς158 5277/22.7.2016 (επιστολή Εισηγητή, επισυν. κατάλογος των περιεχομένων του φακέλου της υπόθεσης) Βλ. σχετ. πρωτόκολλο παράδοσης 8.8.2016, e-mail με αρ.πρωτ. 6000/25.8.2016 5593/1.8.2016 (επιστολή Προέδρου_απόρριψη αιτήματος ως αναιτιολόγητου) Η αιτιολογία για τη μερική απόρριψη του υπ’ αρ. πρωτ. 319/12.9.2016 αιτήματος πρόσβασης, όπως παρατίθεται στην υπ’ αρ. πρωτ. 6515/19.9.2016 επιστολή Προέδρου ΕΑ είναι ως εξής: «Τα εν λόγω αποσπάσματα αποτελούν μέρος της αξιολόγησης μόνο ως προς τη δεύτερη καταγγελία της NOTOS COM, η οποία στρέφεται κατά του δικτύου καταστημάτων HONDOS CENTER, και όχι κατά της εταιρίας σας. Συνεπώς, δεν είναι αναγκαία για την άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας της επιχείρησής σας». 38 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 6003/25.8.2016 (Αίτημα αποχαρακτηρισμού) 6767/28.9.2016 (Αίτημα αποχαρακτηρισμού) 7113/12.10.2016 (Αίτημα αποχαρακτηρισμού) 7378/21.10.2016 (Αίτημα αποχαρακτηρισμού) PCD 5288/22.7.2016 (αίτημα πρόσβασης στο φάκελο) 159 6516/19.9.2016 (επιστολή Προέδρου_απόρριψη αιτήματος ως αναιτιολόγητου) 7248/17.10.2016 (επιστολή Προέδρου_απόρριψη αιτήματος ως αναιτιολόγητου) 7353/21.10.2016 (επιστολή Προέδρου_ αίτημα εν μέρει δεκτό, εν μέρει απόρριψη αιτήματος ως προς απόρρητα στοιχεία λοιπών εταιριών159) 7589/01.11.2016 (επιστολή Προέδρου_(επιστολή Προέδρου_ αίτημα εν μέρει δεκτό, εν μέρει απόρριψη αιτήματος ως προς απόρρητα στοιχεία λοιπών εταιριών160) 5331/25.7.2016 (επιστολή Εισηγητή, επισυν. κατάλογος των περιεχομένων του φακέλου της υπόθεσης) Η αιτιολογία για τη μερική απόρριψη του υπ’ αρ. πρωτ. 7113/12.10.2017 αιτήματος πρόσβασης, όπως παρατίθεται στην υπ’ αρ. πρωτ. 7353/21.10.2016 επιστολή Προέδρου ΕΑ είναι ως εξής: «Ως προς τα λοιπά χωρία του εγγράφου με α/α/256, αυτά αποτελούν απόρρητες πληροφορίες άλλων εμπλεκομένων εταιριών οι οποίες τα έχουν χαρακτηρίσει ως απόρρητα. Καθώς δεν κρίθηκε αναγκαία η χρήση τους για τη στοιχειοθέτηση της σε βάρος σας παράβασης, εκτιμάται ότι δεν είναι απολύτως αναγκαία για την άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας της Εταιρίας σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 7 του Κανονισμού Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Συνεπώς, εν προκειμένω η μη πρόσβαση στα επιχειρηματικά απόρρητα τρίτης εταιρίας δεν δύναται να παραβλάψει την ορθή άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας της εταιρίας σας…». 160 Η εκτενής αιτιολογία για τη μερική απόρριψη του υπ’ αρ. πρωτ. 7378/21.10.2016 αιτήματος πρόσβασης, όπως παρατίθεται στην υπ’ αρ. πρωτ. 7589/01.11.2016 επιστολή Προέδρου ΕΑ είναι ως εξή