← Ελλάδα

1226-decision-642-2017

ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΙΘ. 642/2017 Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συνεδρίασε στην Αίθουσα Συνεδριάσεων του 1ου ορόφου του κτηρίου των γραφείων της, επί της οδού Κότσικα 1Α, Αθήνα, την 9η Μαρτίου 2017, ημέρα Πέμπτη και ώρα 10:00, με την εξής σύνθεση: Πρόεδρος: Δημήτριος Κυριτσάκης Μέλη: Δημήτριος Λουκάς (Αντιπρόεδρος), Βικτωρία Μερτικοπούλου, Λευκοθέα Ντέκα (Εισηγήτρια) Νικόλαος Ζευγώλης, Παναγιώτης Φώτης και Δημήτριος Δανηλάτος. Γραμματέας: Ηλιάνα Κούτρα Το μέλος Ιωάννης Αυγερινός απουσίαζε λόγω εκτάκτου κωλύματος. Θέμα της συνεδρίασης: Λήψη απόφασης επί της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 1115/23.2.2017 Εισήγησης Διευθέτησης σύμφωνα με το άρθρο 25α του ν. 3959/2011 και την υπ’ αριθ. 628/2016 απόφαση της ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού επί της αυτεπάγγελτης έρευνας της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού σε διαγωνισμούς δημοπράτησης δημόσιων έργων υποδομής, ιδίως οδοποιίας, εκσυγχρονισμού και αναβάθμισης οδικών αξόνων, κατασκευής νέων αυτοκινητοδρόμων, συγκοινωνιακών έργων (μετρό / ΟΣΕ / λιμάνια / αεροδρόμια), όπως ενδεικτικά στα έργα: α) Σταθμοί Σιδηροδρομικής Γραμμής στο Τμήμα Κιάτου-Ροδοδάφνη, β) Τμήμα Ροδοδάφνη – Ψαθόπυργος (Σήραγγα Παναγοπούλας), γ) Σήραγγα Καλλιδρόμου, δ) Τιθορέα – Δομοκός (Υπολειπόμενες εργασίες Υποδομής-Επιδομή-Ηλεκτροκίνηση), ε) Εγνατία Οδός : Δερβένι-ΣέρρεςΠρομαχώνας, στ) Εγνατία Οδός: Τμήμα Κορομηλιά – Κρυσταλλοπηγή, ζ) Εγνατία Οδός: Κάθετος Άξονας Φλώρινα – Νίκη, η) Αττικό Μετρό/Μετρό Θεσσαλονίκης, θ) Νέος  Η παρούσα απόφαση εκδίδεται σε δεκατέσσερεις

(14)επιπλέον εκδόσεις με τα διακριτικά:
(1)Προς Δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως,
(2)«Έκδοση για J&P ΑΒΑΞ Α.Ε. - ΕΤΕΘ Α.Ε. - ΑΘΗΝΑ ΑΤΕ»,
(3)«Έκδοση για ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε. - AKΤΩΡ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ Α.Ε. - ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε.»,
(4)«Έκδοση για την ΕΡΕΤΒΟ Α.Ε.»,
(5)«Έκδοση για INTRACOM HOLDINGS - INTRAKAT ΑΕ»,
(6)«Έκδοση για την ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕ»,
(7)«Έκδοση για SIEMENS AG - SIEMENS Α.Ε.»,
(8)«Έκδοση για ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ΑΕ- ΤΕΡΝΑ ΑΕ - ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΒΕΤΕ»,
(9)«Έκδοση για την ΔΟΜΙΚΗ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε.»,
(10)«Έκδοση για την ΕΚΤΕΡ Α.Ε.»,
(11)«Έκδοση για την ΘΕΜΕΛΗ Α.Ε.»,
(12)«Έκδοση για την Χ.Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ Α.Ε.»,
(13)«Έκδοση για την VINCI CONCESSIONS S.A.»,
(14)«Έκδοση για την ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε.». Από τις παραπάνω εκδόσεις έχουν αφαιρεθεί τα απόρρητα επιχειρηματικά στοιχεία (όπου η ένδειξη […] ή [ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ]) τα οποία δεν θα πρέπει να περιέλθουν σε γνώση του αντίστοιχου αποδέκτη της έκδοσης, σύμφωνα με το άρθρο 41 του ν. 3959/2011 (ΦΕΚ Α΄ 93/20.4.2011), όπως ισχύει και τον Κανονισμό Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΦΕΚ Β΄54/16.1.2013). Στην πρώτη έκδοση τα στοιχεία έχουν αντικατασταθεί με τον α/α που φέρουν στη λίστα καταγραφής εγγράφων του φακέλου της υπόθεσης. Λιμένας Πατρών-3ο Τμήμα-Α΄ φάση, ι) Εγνατία Οδός: Εργασίες Ολοκλήρωσης Τμήματος Παναγία-Γρεβενά, ια) Εγνατία Οδός: Εργασίες Ολοκλήρωσης από Κόμβο Σελλών-Σήραγγα Μετσόβου, ιβ) Εγνατία Οδός: Εργασίες Ολοκλήρωσης από Σήραγγα Μετσόβου – Ανισόπεδος Κόμβος Παναγιάς, για πιθανή παράβαση των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 3959/2011 (ή / και του άρθρου 1 του Ν. 703/1977), περί «Προστασίας του Ελεύθερου Ανταγωνισμού», όπως ισχύει, και του άρθρου 101 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), σε συνέχεια των Προτάσεων Διευθέτησης Διαφοράς των εταιριών με τις επωνυμίες
  1. i)ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε.,
  2. ii)ΕΛΛΑΚΤΩΡ A.E., iii) ΑΚΤΩΡ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ A.E.,
  3. iv)ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ΑΕ- ΤΕΡΝΑ ΑΕ - ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΒΕΤΕ,
  4. v)INTRACOM HOLDINGS,
  5. vi)INTRAKAT Α.Ε., vii) J&P ΑΒΑΞ Α.Ε. - ΕΤΕΘ Α.Ε. - ΑΘΗΝΑ ΑΤΕ, viii) ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕ,
  6. ix)SIEMENS AG - SIEMENS Α.Ε,
  7. x)VINCI CONCESSIONS S.A.,
  8. xi)ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε., xii) ΔΟΜΙΚΗ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε., xiii) ΕΚΤΕΡ Α.Ε, ivx) ΕΡΕΤΒΟ Α.Ε,
  9. xv)ΘΕΜΕΛΗ Α.Ε, xvi) Χ.Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ Α.Ε. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής όρισε Γραμματέα της υπόθεσης την Ηλιάνα Κούτρα με αναπληρώτρια αυτής την Ευγενία Ντόρντα. Σε συνέχεια της κοινοποίησης της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 2941/20.04.2016 Εισήγησης της Εισηγήτριας Λευκοθέας Ντέκα, με κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον της Ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού την 21.07.2016, οι εταιρίες ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε. ΑΚΤΩΡ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ, ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε, ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ΑΕ - ΤΕΡΝΑ ΑΕ - ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΒΕΤΕ, INTRACOM HOLDINGS, INTRAKAT Α.Ε, J&P ΑΒΑΞ Α.Ε. - ΕΤΕΘ Α.Ε - ΑΘΗΝΑ ΑΤΕ και ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕ - ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ ΑΕ, εκδήλωσαν εγγράφως το ενδιαφέρον τους για διερεύνηση της δυνατότητας υπαγωγής τους στη διαδικασία διευθέτησης διαφορών και κατέθεσαν σχετικό αίτημα, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στην παρ. 30 της Ανακοίνωσης για τη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών. Σε συνέχεια των εν λόγω αιτημάτων, η Επιτροπή Ανταγωνισμού σε συνεδρίασή της στις 29.07.2016, ημερομηνία για την οποία είχε ήδη αναβληθεί κατόπιν υποβολής σχετικών αιτημάτων η προγραμματισθείσα για τις 21.07.2016 συνεδρίασή της, έκρινε ομόφωνα ότι η υπό κρίση υπόθεση είναι πρόσφορη και μπορεί να υπαχθεί στην εν λόγω διαδικασία, καθώς πληροί τα κριτήρια υπαγωγής σε διαδικασία διευθέτησης, ενημέρωσε τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις με σχετικές κλητεύσεις, όρισε ημερομηνία έναρξης των διμερών συσκέψεων με έκαστη από τις αιτούσες επιχείρηση και ανέβαλε την συζήτηση της υπόθεσης ως προς τις λοιπές επιχειρήσεις, οι οποίες δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα διευθέτησης. Κατόπιν των ανωτέρω, αιτήματα υπαγωγής στη διαδικασία διευθέτησης διαφορών υπέβαλαν και οι εταιρίες SIEMENS AG, SIEMENS Α.Ε, VINCI CONCESSIONS S.A., ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε, ΔΟΜΙΚΗ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε., ΕΚΤΕΡ Α.Ε, ΕΡΕΤΒΟ Α.Ε., ΘΕΜΕΛΗ Α.Ε. και Χ.Δ.ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ Α.Ε., πριν την παρέλευση της σχετικής προθεσμίας. Ως προς τις εν λόγω επιχειρήσεις ακολουθήθηκε αυτομάτως η ήδη κινηθείσα από την Επιτροπή Ανταγωνισμού διαδικασία διευθέτησης διαφορών, χωρίς να απαιτείται προς τούτο νέα απόφασή της. Ακολούθησαν διμερείς συσκέψεις της Επιτροπής Ανταγωνισμού με κάθε μία από τις αιτούσες τη διευθέτηση εμπλεκόμενες επιχειρήσεις στις 12.09.2016, 13.09.2016, 14.09.2016, 15.09.2016, 21.09.2016, 23.09.2016, 27.09.2016, 28.09.2016, 29.09.2016, 30.09.2016, 13.10.2016, 14.10.2016, 17.10.2016, 18.10.2016, 1.11.2016, 8.12.2016, 12.12.2016 και 03.02.2017, κατά τη διάρκεια των οποίων οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ενημερώθηκαν από την Ολομέλεια σχετικά με τα σημαντικότερα στοιχεία της υπόθεσης, περιλαμβανομένου του υπολογισμού του εύρους του προστίμου για έκαστη από αυτές. Στις ανωτέρω διμερείς συσκέψεις οι αιτούσες τη διευθέτηση εμπλεκόμενες επιχειρήσεις εκπροσωπήθηκαν με τους νομίμους εκπροσώπους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, όπως ειδικότερα αποτυπώνεται στα οικεία πρακτικά των ως άνω συνεδριάσεων. Επίσης, πραγματοποιήθηκαν διασκέψεις στις 06.10.2016, 10.10.2016, 25.10.2016, 09.11.2016, 25.11.2016, 29.11.2016, 05.12.2016, 16.12.2016, 21.12.2016, 22.12.2016, 23.12.2016, 10.01.2017 και 17.02.2017. Με το πέρας των ως άνω διμερών συσκέψεων υποβλήθηκαν Προτάσεις Διευθέτησης Διαφοράς από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε, ΕΛΛΑΚΤΩΡ A.E, ΑΚΤΩΡ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ A.E, ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ΑΕ - ΤΕΡΝΑ ΑΕ - ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΒΕΤΕ, INTRACOM HOLDINGS, ΙΝΤΡΑΚΑΤ Α.Ε, J&P ΑΒΑΞ Α.Ε. ΕΤΕΘ Α.Ε. - ΑΘΗΝΑ ΑΤΕ, ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕ, SIEMENS AG-SIEMENS Α.Ε, VINCI CONCESSIONS S.A., ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε, ΔΟΜΙΚΗ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε., ΕΚΤΕΡ Α.Ε, ΕΡΕΤΒΟ Α.Ε, ΘΕΜΕΛΗ Α.Ε. και Χ.Δ.ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ Α.Ε. Στη συνέχεια των προτάσεων αυτών, η Επιτροπή Ανταγωνισμού, σε συνεδρίασή της την 10.01.2017, έκρινε ότι αυτές αποτελούσαν έκφραση της δέσμευσης των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων να συνεργασθούν και ότι αποτύπωναν τα αποτελέσματα των διμερών συσκέψεων που είχαν διεξαχθεί μεταξύ αυτής και των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων και ως εκ τούτου ανέθεσε στην Εισηγήτρια τη σύνταξη Εισήγησης Διευθέτησης. Αντίγραφο της υπ’ αριθ. πρωτ. 1115/23.2.2017 Εισήγηση Διευθέτησης κοινοποιήθηκε στις ανωτέρω επιχειρήσεις, σύμφωνα με την παρ. 37 της υπ’ αριθ. 628/2016 απόφασης της ΕΑ και οι τελευταίες κλήθηκαν εντός προθεσμίας 10 ημερών (μέχρι τις 07.03.2017) να επιβεβαιώσουν με σχετική δήλωσή τους (Δήλωση Διευθέτησης) ανέκκλητα, ανεπιφύλακτα και με σαφήνεια ότι η Εισήγηση Διευθέτησης απηχεί τις Προτάσεις Διευθέτησης Διαφοράς που έχουν υποβάλλει και ότι ως εκ τούτου ισχύει η δέσμευσή τους για υπαγωγή στη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών. Στη συνέχεια, Δήλωση Διευθέτησης υπέβαλαν εμπρόθεσμα οι επιχειρήσεις ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε, ΕΛΛΑΚΤΩΡ A.E, ΑΚΤΩΡ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ A.E, ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ΑΕ -ΤΕΡΝΑ ΑΕ - ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΒΕΤΕ, INTRACOM HOLDINGS, ΙΝΤΡΑΚΑΤ Α.Ε, J&P ΑΒΑΞ Α.Ε. - ΕΤΕΘ Α.Ε.- ΑΘΗΝΑ ΑΤΕ, ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕ, SIEMENS AG - SIEMENS Α.Ε, VINCI CONCESSIONS S.A, ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε, ΔΟΜΙΚΗ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε, ΕΚΤΕΡ Α.Ε, ΕΡΕΤΒΟ Α.Ε, ΘΕΜΕΛΗ Α.Ε. και Χ.Δ.ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ Α.Ε. Στις ανωτέρω διμερείς συσκέψεις και διασκέψεις της Επιτροπής, το μέλος Ιωάννης Αυγερινός συμμετείχε κανονικά και μόνο κατά τις συνεδριάσεις της 09.03.2017 και 10.03.2017 κατά τις οποίες λήφθηκε η παρούσα απόφαση δεν κατέστη δυνατό να παρευρεθεί λόγω ανυπέρβλητου εκτάκτου κωλύματος. Κατά την συνεδρίαση της 09.03.2017, ο Πρόεδρος έδωσε το λόγο στην Εισηγήτρια, Λευκοθέα Ντέκα, η οποία ανέπτυξε συνοπτικά την κατά τα ανωτέρω υπ’ αριθ. πρωτ. 1115/23.02.2017 γραπτή Εισήγηση της και πρότεινε, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 35 της υπ’ αριθ. 628/2016 Aπόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού, την αποδοχή των Προτάσεων Διευθέτησης Διαφοράς που υποβλήθηκαν από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και την έκδοση Απόφασης με την οποία η Επιτροπή θα: 1. Διαπιστώνει ότι οι εταιρίες αποδέκτες της Εισήγησης παραβίασαν το άρθρο 1 του ν. 703/77, όπως ίσχυε, το άρθρο 1 του ν. 3959/2011, όπως ισχύει, καθώς και τα άρθρα 85/81 ΣυνθΕΚ και 101 ΣΛΕΕ, λόγω της συμμετοχής τους σε απαγορευμένες οριζόντιες συμπράξεις. 2. Υποχρεώνει τις προαναφερόμενες επιχειρήσεις να παύσουν, εφόσον δεν το έχουν ήδη πράξει, και να παραλείπουν στο μέλλον τις διαπιστωθείσες παραβάσεις του άρθρου 1 του ν. 703/77, όπως ίσχυε, του άρθρου 1 του ν. 3959/2011, όπως ισχύει, καθώς και των άρθρων 85/81 ΣυνθΕΚ και 101 ΣΛΕΕ. 3. Επιβάλλει πρόστιμο για την τέλεση της διαπιστωθείσας παράβασης του άρθρου 1 του ν. 3959/2011, όπως ισχύει, καθώς και του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, ως προς την οποία δεν έχει παραγραφεί η εξουσία της Επιτροπής Ανταγωνισμού να επιβάλει κυρώσεις, στις εταιρίες αποδέκτες της Εισήγησης που αναφέρονται στο σκεπτικό της Εισήγησης, υπό V.1.5.2.2. 4. Διαπιστώνει ότι δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω παράβαση του άρθρου 1 του ν. 703/77, όπως ίσχυε, και του άρθρου 1 του ν. 3959/2011, όπως ισχύει, από μέρους των εταιριών αποδεκτών της παρούσας Εισήγησης που αναφέρονται στο σκεπτικό της Εισήγησης, υπό V.1.5.3. και ότι δεν συντρέχει λόγος περαιτέρω δράσης της στην υπό κρίση υπόθεση με βάση το άρθρο 101 ΣΛΕΕ ως προς τις προαναφερόμενες εταιρίες. Στη συνέχεια η Επιτροπή προχώρησε σε διάσκεψη επί της ως άνω υπόθεσης, η οποία συνεχίσθηκε και ολοκληρώθηκε την 10η Μαρτίου 2017 (ημέρα Παρασκευή και ώρα 15:00), στην ως άνω αίθουσα συνεδριάσεων του 1ου ορόφου των Γραφείων της, με τη συμμετοχή της Εισηγήτριας Λευκοθέας Ντέκα, η οποία δεν έλαβε μέρος στην ψηφοφορία. Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη της τα στοιχεία του φακέλου της κρινόμενης προς διευθέτηση υπόθεσης, την Εισήγηση, τις απόψεις που διατυπώθηκαν κατά τη συζήτηση, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΩΣ ΑΚΟΛΟΥΘΩΣ: I. ΙΣΤΟΡΙΚΟ I.1 ΜΕΤΡΑ ΕΡΕΥΝΑΣ 1. Σε συνέχεια δημοσιευμάτων1 και διαμαρτυριών προερχόμενων από αναθέτουσες αρχές και από εταιρίες που δραστηριοποιούνται στον κλάδο των δημοσίων έργων, αποφασίσθηκε η διενέργεια αυτεπάγγελτης έρευνας σε διαγωνισμούς δημοπράτησης δημόσιων έργων υποδομής για ενδεχόμενη παράβαση του άρθρου 1 του ν. 3959/2011 (ή / και του άρθρου 1 του ν. 703/1977), περί «Προστασίας του Ελεύθερου Ανταγωνισμού», όπως ισχύει, καθώς και του άρθρου 101 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). 2. Στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης έρευνας, μεταξύ άλλων: (α) διενεργήθηκαν στις 12.02.2013, 13.02.2013, 21.02.2013, 27.02.2013, 28.02.2013 και 16.05.2013 αιφνιδιαστικοί επιτόπιοι έλεγχοι, βάσει του άρθρου 39 του ν. 3959/2011 σε δώδεκα
(12)εταιρίες του κλάδου, κυρίως κατόχους πτυχίου 7ης τάξης2,3, καθώς και σε δύο Συνδέσμους τεχνικών εταιριών, ήτοι στον ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΔΕΣΜΟ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ (ΣΑΤΕ) και στον ΣΥΝΔΕΣΜΟ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΙΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩΝ ΤΑΞΕΩΝ (ΣΤΕΑΤ). (β) στάλθηκε κατά τα έτη 2014-2016 σειρά επιστολών παροχής στοιχείων σε αναθέτουσες αρχές κατασκευής δημοσίων έργων4, καθώς και σε φορείς, επιχειρήσεις και συνδέσμους αυτών5, για τη συλλογή απαραίτητων για τον αυτεπάγγελτο έλεγχο στοιχείων. (γ) κλήθηκαν στα γραφεία της Υπηρεσίας σε ανωμοτί καταθέσεις και για την παροχή εξηγήσεων εκπρόσωποι και στελέχη (νυν και πρώην) των φερόμενενων εμπλεκομένων εταιριών
  1. I.2 Η ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΑΓΩΓΗΣ ΣΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΠΙΕΙΚΕΙΑΣ
  2. Κατόπιν των επιτόπιων ελέγχων, στις 21.02.2013, οι εταιρίες ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ, ΜΟΧΛΟΣ και ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ Α.Ε. (εφεξής καλούμενες από κοινού και «αιτούσες εταιρίες») υπέβαλαν αίτηση υπαγωγής Τύπου 1Β για χορήγηση απαλλαγής από τα πρόστιμα, τόσο των αιτουσών εταιριών, όσο και των φυσικών προσώπων που ενήργησαν 1 Βλ. ενδεικτικά: Δημοσιεύματα εφημερίδας «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» (τα οποία κατατέθηκαν στην ΕΑ με το υπ’ αριθ. πρωτ. 3911/27.04.2012) του Α.Κ Σίψα (ΕΚΤΕΡ) της 16.03.
  3. Δημοσίευμα εφημερίδας «ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ» της 29.02.2008 με τίτλο «Ξέσπασε πόλεμος στους εργολάβους για το μετρό». 2 Πλην των εταιριών […] και […], οι οποίες ήταν κάτοχοι πτυχίου 6ης τάξης. 3 Συγκεκριμένα, αιφνιδιαστικοί επιτόπιοι έλεγχοι από κλιμάκια της ΓΔΑ διενεργήθηκαν στις εταιρίες ΤΕΡΝΑ Α.Ε., ΜΟΧΛΟΣ ΑΕ, ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ Α.Ε, ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ Α.Ε, ΙΝΤΡΑΚΑΤ, ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ, ΑΕΓΕΚ ΑΕ, ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε, J&P ABAΞ ΑΕ, […], […] και […]. 4 Συγκεκριμένα, αιτήματα παροχής πληροφοριών εστάλησαν μεταξύ άλλων στις ακόλουθες αναθέτουσες αρχές: ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ, ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ, ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ και ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ (εφεξής και ΓΓΔΕ) του ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ και ΔΙΚΤΥΩΝ (εφεξής και ΥΠ.Υ.ΜΕ.ΔΙ). 5 Συγκεκριμένα αιτήματα παροχής πληροφοριών εστάλησαν στον ΣΑΤΕ και στον ΣΤΕΑΤ. 6 Συγκεκριμένα, κλήθηκαν εκπρόσωποι των εταιριών ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ, ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕ, ΤΕΡΝΑ Α.Ε, ΙΝΤRΑΚΑΤ Α.Ε, ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ, ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε, J&P ΑΒΑΞ Α.Ε, ΒΙΟΤΕΡ Α.Ε, ΑΤΕΡΜΩΝ, Taddei SpA, Impresa SpA, Rizzani de Eccher SpA, Technimont Civil Construction SpA, ARCHIRODON GROUP NV, ΑΦΟΙ ΙΑΚΩΒΟΥ, FCC Construction SA, Alpine Bau GmbH, SIEMENS AG, VINCI CONSTRUCTION SA, HOCHTIEF PPP SOLUTIONS GmbH. για λογαριασμό τους, σύμφωνα με την απόφαση 526/VI/2011 της Επιτροπής Ανταγωνισμού (εφεξής «Πρόγραμμα Επιείκειας»), προσκομίζοντας στοιχεία7 συμπληρωματικά της αίτησης χορήγησης αριθμού προτεραιότητας που είχαν υποβάλει στις 14.02.20138 και επί της οποίας τους χορηγήθηκε την ίδια ημέρα κατά τα προβλεπόμενα στο Πρόγραμμα Επιείκειας, αριθμός προτεραιότητας (marker)
  4. Συμπληρωματικό, επίσης, αίτημα Απαλλαγής Τύπου 1Β10 υπέβαλαν οι αιτούσες την 03.12.
  5. Οι αιτούσες κατά τα ανωτέρω προσκόμισαν στην Επιτροπή Ανταγωνισμού (εφεξής και «ΕΑ») αποδεικτικά στοιχεία και πληροφορίες για τη λειτουργία οριζόντιας καρτελικής σύμπραξης (καρτέλ)11 μεταξύ εργοληπτικών εταιριών με σκοπό τη χειραγώγηση διαγωνισμών δημοσίων έργων την περίοδο 2011-2012, τα οποία η ΕΑ δεν είχε στη διάθεσή της κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης. [ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ] 12,13,
  6. Στις 14.05.2015, χορηγήθηκε προσωρινή απαλλαγή Τύπου 1Β από την επιβολή προστίμου στις αιτούσες εταιρίες
  7. Επί του συμπληρωματικού αιτήματος, για έργα όπου οι συνεννοήσεις και οι συζητήσεις για τη χειραγώγηση ελάμβαναν χώρα μετά την υποβολή των προσφορών, προσωρινή απαλλαγή Τύπου 1Β χορηγήθηκε στις 31.03.
  8. I.3 Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ I.3.1 ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
  9. Το άρθρο 25α του ν. 3959/201117 προβλέπει τη δυνατότητα της Επιτροπής Ανταγωνισμού να θεσπίσει με απόφασή της διαδικασία διευθέτησης διαφορών με τις επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων που εκούσια και με ελεύθερη βούληση παραδέχονται τη συμμετοχή τους σε αποδιδόμενη σε αυτές οριζόντια καρτελική σύμπραξη, κατά παράβαση του άρθρου 1 του ν. 3959/2011 ή/και του άρθρου 101 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΛΕΕ»), καθώς και να ρυθμίσει, εντός της κανονιστικής εμβέλειας που οριοθετείται με το εν λόγω άρθρο, τα εκεί 7 Βλ. την υπ’ αριθ. εμπ. πρωτ. αιτ. επ. 19/21.02.2013 αίτηση απαλλαγής Τύπου 1Β, με την οποία προσκομίζονται συμπληρωματικά στοιχεία της υπ’ αριθ. εμπ. πρωτ. αιτ. επ. 16/14.02.2013 αίτησης χορήγησης αριθμού προτεραιότητας (marker). 8 Βλ. την υπ’ αριθ. εμπ. πρωτ. αιτ. επ. 16/14.02.2013 αίτηση αριθμού προτεραιότητας (marker). 9 Βλ. την υπ’ αριθ. εμπ. πρωτ. αιτ. επ. 16/14.02.2013 πράξη χορήγησης αριθμού προτεραιότητας (marker) 1 στις αιτούσες. 10 Βλ. το υπ’ αριθ. εμπ. πρωτ. αιτ. επ. 52/3.12.2015 έγγραφο. 11 Για τον ορισμό του όρου «καρτέλ» βλ. Πρόγραμμα Επιείκειας, παρ. 3, και Οδηγία 2014/104/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 2014, σχετικά με ορισμένους κανόνες που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης βάσει του εθνικού δικαίου για παραβάσεις των διατάξεων του δικαίου ανταγωνισμού των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ΕΕ 2014, L 349/1, άρθρο 2 υπό
  10. 12 Βλ. Πρόγραμμα Επιείκειας, παρ. 8 υπό Α και παρ.
  11. 13 Βλ. [ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ με α/α 23]. 14 Βλ. [ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ με α/α 122, 110, 111, 112, 122, 155.1, 155.2, 282, 447]. [ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ με α/α 114, 115, 116, 117, 118, 119, 120, 154.1, 154.2, 319] και [ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ με α/α 113, 123 και 215.1]. 15 Βλ. την υπ’ αριθ. εμπ. πρωτ. αιτ. επ. 43 πράξη του Πρόεδρου της ΕΑ. 16 Βλ. την υπ’ αριθ. εμπ. πρωτ. αιτ. επ. 4 πράξη του Πρόεδρου της ΕΑ. 17 Το εν λόγω άρθρο θεσπίστηκε και εισήχθη στον ν. 3959/2011 με το άρθρο 105 του ν. 4389/2016 (ΦΕΚ Α΄ 94 27.5.2016). ενδεικτικώς αναφερόμενα ζητήματα, αλλά και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια που συνδέεται με τη διεξαγωγή της διαδικασίας αυτής. Βάσει του προαναφερόμενου άρθρου αλλά και του άρθρου 14 παρ. 2 περ. ιδ (εε) του ν. 3959/201118, εκδόθηκε από την Επιτροπή Ανταγωνισμού η υπ’ αριθ. 628/2016 Απόφαση «Όροι, προϋποθέσεις και διαδικασία για τη διευθέτηση διαφορών σε υποθέσεις οριζοντίων συμπράξεων κατά παράβαση του άρθρου 1 του ν. 3959/2011 ή/και του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ» (εφεξής «Ανακοίνωση για τη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών»).
  12. Σκοπός της Διαδικασίας Διευθέτησης Διαφορών είναι η απλοποίηση και επιτάχυνση της διοικητικής διαδικασίας έκδοσης αποφάσεων από την Επιτροπή Ανταγωνισμού για παραβάσεις του άρθρου 1 του ν. 3959/2011 ή/και του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, καθώς και ο περιορισμός του αριθμού των προσφυγών που ασκούνται κατά των αποφάσεών της ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών
  13. Και τούτο, προκειμένου να παρασχεθεί στην Επιτροπή Ανταγωνισμού η δυνατότητα να εξετάζει περισσότερες υποθέσεις με τους ίδιους πόρους και με λιγότερη διοικητική επιβάρυνση, να αυξάνει, έτσι, τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της δράσης της και να ενισχύει, συγχρόνως, το ενδιαφέρον των πολιτών για την αποτελεσματική και έγκαιρη τιμωρία των παραβατών. Στο πλαίσιο αυτό, στις επιχειρήσεις20 που συμβάλλουν στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της διοικητικής διαδικασίας ενώπιον της ΕΑ21 μπορεί να επιβάλλονται μειωμένα πρόστιμα υπό τις ειδικότερες προϋποθέσεις που αναλύονται κατωτέρω
  14. Η συμβολή αυτή λαμβάνει τη μορφή της ειλικρινούς, ανέκκλητης και ανεπιφύλακτης παραδοχής από μέρους της εμπλεκόμενης επιχείρησης της αποδιδόμενης σε αυτή συμμετοχής στην παράβαση και της ευθύνης που συνεπάγεται η συμμετοχή αυτή, καθώς και της παραίτησής της από την άσκηση συγκεκριμένων δικονομικών δικαιωμάτων και δικαιολογεί μείωση του προστίμου που επιβάλλεται από την Επιτροπή Ανταγωνισμού
  15. 18 Η περ. ιδ (εε) θεσπίστηκε και εισήχθη στο άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 3959/2011 με το άρθρο 105 του ν. 4389/2016 (ΦΕΚ Α΄ 94 27.5.2016). 19 Βλ. ΓενΔΕΕ T-456/10, Timab κ.α. κατά Επιτροπής, Συλλ. 2015, σελ. 296, σκ.
  16. 20 Εφεξής η αναφορά σε «επιχειρήσεις» περιλαμβάνει και τις «ενώσεις επιχειρήσεων». 21 Βλ. ΓενΔΕΕ T-456/10, Timab κ.α. κατά Επιτροπής, Συλλ. 2015, σελ. 296, σκ.
  17. 22 Κατά πάγια ενωσιακή νομολογία, μείωση του προστίμου λόγω συνεργασίας κατά τη διοικητική διαδικασία δικαιολογείται εάν η συμπεριφορά της επιχείρησης διευκόλυνε την εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής διαπίστωση της παραβάσεως και, ενδεχομένως, την παύση της (βλ. ΔΕΚ C-297/98 P, SCA Holding κατά Επιτροπής, Συλλ. 2000, σελ. Ι-10101, σκ. 36, ΔΕΚ C-328/05 P, SGL Carbon κατά Επιτροπής, Συλλ. 2007, σελ. Ι-3921, σκ. 83 και ΠΕΚ 311/94, BPB de Eendracht κατά Επιτροπής, Συλλ. 1998, σελ. 11.29, σκ. 325). Μείωση του προστίμου δικαιολογείται επίσης και στην περίπτωση που επιχείρηση συνδράμει την Επιτροπή στην ευκολότερη διαπίστωση του υποστατού της παράβασης, ιδίως με την εκ μέρους της επιχείρησης αναγνώριση της συμμετοχής της στην παράβαση ή με την μη αμφισβήτηση των πραγματικών ισχυρισμών επί των οποίων θεμελιώνεται η παράβαση (βλ. ΔΕΚ C-298/98 P, Finnboard κατά Επιτροπής, Συλλ. 2000, σελ. I-10157, σκ. 56, 59 και 60, C-57/02 P, Acerinox κατά Επιτροπής, Συλλ. 2005, σελ. 453, σκ. 88). Βλ. επίσης Απόφαση ΕΑ 526/VI/2011 παρ. 2 και Ανακοίνωση ΕΑ - Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 9 του ν. 703/1977, παρ.
  18. 23 Η μείωση του προστίμου δικαιολογείται ενόψει της συνεργασίας της εμπλεκόμενης επιχείρησης υπό την παραπάνω έννοια. Η ΕΑ, ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή με αποκλειστική αρμοδιότητα την εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού με την έκδοση εκτελεστών αποφάσεων που υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο, δεν διαπραγματεύεται με τις ελεγχόμενες επιχειρήσεις το ζήτημα της ύπαρξης της παράβασης και της επιβολής της κατάλληλης κύρωσης. Βλ. και Ανακοίνωση Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την διεξαγωγή διαδικασιών διευθέτησης διαφορών ενόψει της έκδοσης αποφάσεων δυνάμει του άρθρου 7 και του άρθρου 23 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου σε περιπτώσεις συμπράξεων, ΕΕ 2008 C 167/1, παρ.
  19. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της Διαδικασίας Διευθέτησης Διαφορών οι επιχειρήσεις για τις οποίες διεξάγονται έρευνες για συμμετοχή σε οριζόντια καρτελική σύμπραξη και σε βάρος των οποίων έχουν συλλεχθεί αποδεικτικά στοιχεία και έχει στοιχειοθετηθεί παράβαση του άρθρου 1 του ν. 3959/2011 ή/και του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, αναγνωρίζουν ανεπιφύλακτα τη συμμετοχή τους στην παράβαση και την ευθύνη τους από αυτή και παραιτούνται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, από το δικαίωμά τους να λάβουν πλήρη πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης και από το δικαίωμα προφορικής ακρόασης κατά τη συζήτηση ενώπιον της ΕΑ24,
  20. Στην περίπτωση αυτή, η απόφαση διαπίστωσης παράβασης από την Επιτροπή Ανταγωνισμού κατά το άρθρο 25α τελευταίο εδάφιο του ν. 3959/2011, σε συνδυασμό με το άρθρο 25 παρ. 1, 2 και 326 του ίδιου νόμου, εκδίδεται κατ’ απλοποιημένη διαδικασία, αφού έχουν ληφθεί υπόψη οι ισχυρισμοί, νομικοί και πραγματικοί, και οι θέσεις των εμπλεκομένων επιχειρήσεων, όπως υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της Διαδικασίας Διευθέτησης Διαφορών. Με την ίδια απόφαση, προβλέπεται η επιβολή προστίμου27 στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 έως 3 του ν. 3959/2011 και σύμφωνα με την Ανακοίνωση της ΕΑ - Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων, μειωμένου κατά ποσοστού 15% λόγω υπαγωγής της υπόθεσης στη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών. I.3.2 I.3.2.1 ΥΠΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝΗ ΥΠΟΘΕΣΗ Τα εμπλεκόμενα μέρη που συμμετείχαν στη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών
  21. Τα εμπλεκόμενα στην κρινόμενη υπόθεση μέρη που συμμετείχαν στη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών είναι εργοληπτικές εταιρίες, ελληνικές και αλλοδαπές, οι οποίες δραστηριοποιούνται σε όλους τους κατασκευαστικούς τομείς (έργα πολιτικού μηχανικού, οδοποιίας, λιμενικά, υδραυλικά, κτιριακά, ενεργειακά, έργα παραχωρήσεων, ηλεκτρομηχανολογικά κ.α.) και οι οποίες συμμετείχαν σε διαγωνισμούς δημοπράτησης δημοσίων έργων υποδομής (ανεξαρτήτως τρόπου επιλογής εργοληπτικής επιχείρησης/ αναδόχου) κατά την εξεταζόμενη περίοδο 1989-
  22. Η πλειονότητα των ελληνικών εργοληπτικών εταιριών ανήκε κατά τις κρίσιμες υπό εξέταση περιόδους ή ανήκει στην ανώτατη τάξη του ΜΕΕΠ28 (σήμερα η 7η), ενώ ορισμένες από τις εταιρίες που συμμετέχουν στη διαδικασία διευθέτησης διαφορών ανήκουν στην 6η τάξη. Οι αλλοδαπές 24 Βλ. άρθρο 14 παρ. 2 Κανονισμού Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΦΕΚ Β΄ 117, 16.01.2013) (εφεξής ΚΛΔ ΕΑ). 25 Βλ. αναλυτικά Ανακοίνωση Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την διεξαγωγή διαδικασιών διευθέτησης διαφορών ενόψει της έκδοσης αποφάσεων δυνάμει του άρθρου 7 και του άρθρου 23 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου σε περιπτώσεις συμπράξεων, ΕΕ 2008 C 167/1: http://eur-lex.europa.eu/legalcontent/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:52008XC0702
(01)&from=EN. 26 Η παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 3959/2011 προβλέπει τις κυρώσεις, πέραν της επιβολής προστίμου, που δύναται να επιβάλει η ΕΑ σε περίπτωση διαπίστωσης παράβασης των άρθρων 1 και 2 του ίδιου νόμου και 101 και 102 ΣΛΕΕ και οι παράγραφοι 2 και 3 του ίδιου άρθρου προβλέπουν, μεταξύ άλλων, τα κριτήρια υπολογισμού του προστίμου και το ανώτατο όριο αυτού. Οι εν λόγω διατάξεις τυγχάνουν εφαρμογής και σε περίπτωση υπαγωγής μίας υπόθεσης στη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών. 27 Η ΕΑ δύναται στο πλαίσιο της Διαδικασίας Διευθέτησης Διαφορών να επιβάλει κατά τη διακριτική της ευχέρεια και τις λοιπές προβλεπόμενες στο άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 3959/2011 κυρώσεις. 28 Μητρώο Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (ΜΕΕΠ). εργοληπτικές επιχειρήσεις λειτουργούν στην Ελλάδα κυρίως μέσω θυγατρικών ή υποκαταστημάτων. Η λειτουργία των εργοληπτικών εταιριών χαρακτηρίζεται από τον κεφαλαιουχικό τους χαρακτήρα (Α.Ε, Ε.Π.Ε) και η πλειονότητα αυτών εντάσσονται σε ομίλους επιχειρήσεων. 11. Στον Πίνακα που ακολουθεί παρατίθενται αλφαβητικά ανά τάξη οι ελληνικές εργοληπτικές εταιρίες που συμμετείχαν στη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών, κατά τα αναφερόμενα κατωτέρω, ως είχαν σύμφωνα με την έκδοση «ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ, Μάρτιος 2012», του Πανελλήνιου Συνδέσμου Τεχνικών Εταιρειών (εφεξής και ΣΑΤΕ), και στη συνέχεια επίσης αλφαβητικά οι αλλοδαπές: ΕΤΑΙΡΙΕΣ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΣΕΣ ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ Επωνυμία Διακριτικός Τίτλος Όμιλος ΙΝΤΡΑΚΟΜ ΑΝΩΝΥΜΗ INTRACOM HOLDINGS INTRACOM ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΙΝΤΡΑΚΟΜ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΙΝΤΡΑΚΑΤ INTRACOM ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΛΛΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ J&P ΑΒΑΞ ΑΝΩΝΥΝΗ J&P - ΑΒΑΞ Α.Ε. J&P-ΑΒΑΞ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ-ΕΜΠΟΡΙΚΗΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ & ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ ΕΤΕΘ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΤΕΘ Α.Ε. J&P-ΑΒΑΞ ΕΡΓΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΕ ΑΘΗΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΘΗΝΑ Α.Τ.Ε. J&P-ΑΒΑΞ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕΓΕΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ Α.Ε. ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ Α.Ε ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ, ΑΚΙΝΗΤΩΝ, ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΤΕΡΝΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΡΝΑ Α.Ε. ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Β.Ε.Τ.Ε. ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε. ΕΛΛΑΚΤΩΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε. ΕΛΛΑΚΤΩΡ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΤΩΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε. ΕΛΛΑΚΤΩΡ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΤΩΡ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ Α.Ε. ΕΛΛΑΚΤΩΡ ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ Α.Ε. ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΟΧΛΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΟΧΛΟΣ Α.Ε. ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ Α.Ε. ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΣΕΣ ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ Επωνυμία Διακριτικός Τίτλος Όμιλος ΔΟΜΙΚΗ ΚΡΗΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΔΟΜΙΚΗ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε. ΤΕΧΝΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΤΕΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ – ΕΚΤΕΡ Α.Ε. ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ – ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ – ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ – ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ, ΕΡΕΤΒΟ Α.Ε. ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΘΕΜΕΛΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΘΕΜΕΛΗ Α.Ε. ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΙΣΤ. Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ Δ. ΑΕ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ SIEMENS SIEMENS AG SIEMENS AKTIENGESELLSCHAFT ΣΗΜΕΝΣ ΣΗΜΕΝΣ (SIEMENS) Α.Ε. SIEMENS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ VINCI CONCESSIONS S.A. VINCI CONCESSIONS VINCI 12. Στο Παράρτημα I της παρούσας παρουσιάζονται πληροφορίες σχετικά με κάθε μία από τις ανωτέρω εμπλεκόμενες επιχειρήσεις29. I.3.2.2 Εκκίνηση διαδικασίας διευθέτησης διαφορών 13. Σε συνέχεια των από 21.07.2016 αιτημάτων των εταιριών ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε.30, ΑΚΤΩΡ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ31, ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε32, ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ΑΕ-ΤΕΡΝΑ ΑΕ- ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΒΕΤΕ33, INTRACOM HOLDINGS34, INTRAKAT Α.Ε35, J&P ΑΒΑΞ Α.Ε- ΕΤΕΘ Α.Ε.- ΑΘΗΝΑ ΑΤΕ36 και ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕ- ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ ΑΕ37 (εφεξής οι «ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις»), με τα οποία εκδήλωσαν εγγράφως το ενδιαφέρον τους για διερεύνηση της δυνατότητας υπαγωγής τους στη διαδικασία διευθέτησης διαφορών, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στην παρ. 30 της Ανακοίνωσης για τη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών38, η Επιτροπή Ανταγωνισμού σε 29 Τα στοιχεία που αναφέρονται σχετικά τις δραστηριότητες των εμπλεκομένων επιχειρήσεων, συλλέχτηκαν από τη ΓΔΑ είτε με ερωτηματολόγια προς αυτές, είτε από τους επιτόπιους έλεγχους είτε από άλλες δημόσια διαθέσιμες πηγές (π.χ. ιστοσελίδες, εταιριών, στοιχεία από ΦΕΚ, δημοσιεύσεις του ΧΑΑ κ.α.). 30 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 206/29.07.2016 31 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 204/29.07.2016 32 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 205/29.07.2016 33 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 201/28.07.2016 κοινής αίτησης των τριών εταιριών. 34 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού 5385/27.07.2016. 35 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού 5384/27.07.2016. 36 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 202/28.07.2016. 37 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 203/28.07.2016. Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕ κατέθεσε την ως άνω αίτηση για λογαριασμό της ίδιας και ως καθολική διάδοχος της ΜΟΧΛΟΣ ΑΕ. 38 Είχε προηγηθεί η κοινοποίηση (μεταξύ άλλων) στις προαναφερόμενες επιχειρήσεις της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 2941/20.04.2016 Εισήγησης της Εισηγήτριας Λ. Ντέκα (εφεξής «η Εισήγηση»), με κλήση προς συνεδρίασή της στις 29.07.201639,40 έκρινε ομόφωνα ότι η υπό κρίση υπόθεση είναι πρόσφορη και πληροί τα κριτήρια υπαγωγής σε διαδικασία διευθέτησης41. Προς τούτο η Επιτροπή Ανταγωνισμού, στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής της ευχέρειας για την υπαγωγή υποθέσεων σε διαδικασία διευθέτησης, συνεκτίμησε ιδίως τις ακόλουθες παραμέτρους:  Την ειλικρινή πρόθεση των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων να υπαχθούν στη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών.  Τον αριθμό των εμπλεκομένων επιχειρήσεων που αιτούνταν την υπαγωγή τους σε διαδικασία διευθέτησης και κυρίως τον βαθμό συμμετοχής εκάστης εξ’ αυτών στην πιθανολογούμενη κατά την Εισήγηση παράβαση, και συγκεκριμένα το γεγονός ότι οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ήταν αυτές με τη σημαντικότερη και μεγαλύτερη σε διάρκεια συμμετοχή στην παράβαση, συνθήκη που εξασφάλιζε εν προκειμένω την επίτευξη διαδικαστικής αποτελεσματικότητας με την εκκίνηση της Διαδικασίας Διευθέτησης Διαφορών42.  Τη φύση της εν λόγω παράβασης ως οριζόντια σύμπραξη καρτελικής φύσης.  Την ύπαρξη αιτήματος υπαγωγής στο Πρόγραμμα Επιείκειας, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα ανωτέρω.  Τον προσδοκώμενο βαθμό επίτευξης διαδικαστικής αποτελεσματικότητας, ο οποίος κρίθηκε εν προκειμένω αισθητά μεγάλος, λόγω της προοπτικής αποφυγής μεγάλων καθυστερήσεων και ανάλωσης πόρων για την άσκηση του δικαιώματος προφορικής ακρόασης ενώπιον της ΕΑ43,44 του συνόλου των εμπλεκομένων κατά την Εισήγηση επιχειρήσεων, οι οποίες ανέρχονται σε εξήντα, καθώς και λόγω του περιορισμού των πιθανοτήτων άσκησης ενδίκων μέσων ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων45, σε περίπτωση ευδοκίμησης της διαδικασίας διευθέτησης, και ο οποίος επιτρέπει εν προκειμένω την κατ’ εξαίρεση εκκίνηση της Διαδικασίας Διευθέτησης Διαφορών. Και τούτο παρά το γεγονός ότι κατά το χρόνο υποβολής των προαναφερόμενων αιτημάτων είχε ήδη κοινοποιηθεί η Εισήγηση στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον της Ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού την 21.07.2016. Ακολούθως, όσες από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις το αιτήθηκαν έλαβαν πρόσβαση στο φάκελο της υπόθεσης. 39 Και ενώ είχε ήδη αναβληθεί κατόπιν κατάθεσης σχετικών αιτημάτων η προγραμματισθείσα για τις 21.07.2016 συνεδρίασή της. 40 Εν προκειμένω, κατά τα προβλεπόμενα στην παρ. 31 της Ανακοίνωσης για τη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών, η Ολομέλεια της Επιτροπής Ανταγωνισμού αποφάσισε την εκκίνηση της Διαδικασίας Διευθέτησης Διαφορών πριν την πάροδο της προθεσμίας υποβολής αιτημάτων εκδήλωσης ενδιαφέροντος, για λόγους διαδικαστικής αποτελεσματικότητας και επιτάχυνσης της σχετικής διαδικασίας και καθότι τούτο αιτιολογούνταν από τη θέση των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων στην πιθανολογούμενη παράβαση. 41 Βλ. ενότητα ΙΙ της Ανακοίνωσης για τη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών παρ. 6 έως 9, καθώς και παρ. 31 αυτής. 42 Βλ. παρ. 7 της Απόφασης Διαδικασίας Διευθέτησης Διαφορών. 43 Βλ. άρθρο 14 παρ. 2 ΚΛΔ ΕΑ. 44 Κατά το χρόνο υποβολής των προαναφερόμενων αιτήσεων ενδιαφέροντος είχε ήδη ικανοποιηθεί ως ένα βαθμό η χορήγηση πλήρους πρόσβασης στα στοιχεία του φακέλου στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις. 45 Βλ. ενδεικτικά Agapi Patsa, James Robinson, Mara Ghiorghies, Cartel Settlements: An overview of EU and national case lawe-Competitions / No 81310, σελ. 6, www.concurrences.com, με παραπομπή και σε Flavio Laina and Elina Laurinen, The EU Cartel Settlement Precedure: Current Status and Challenges, Journal of European Competition Law and Practice, 5 July 2013. παρά το εύρος και την ένταση των αποδιδόμενων με αυτή αιτιάσεων και των στοιχείων που τις στήριζαν. 14. Στη συνέχεια, κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 32 της Ανακοίνωσης για τη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών, η Επιτροπή Ανταγωνισμού ενημέρωσε τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις με σχετικές κλητεύσεις, όρισε ημερομηνία έναρξης των διμερών μεταξύ της Επιτροπής με έκαστη από τις αιτούσες επιχείρηση συσκέψεων και ανέβαλε την συζήτηση της υπόθεσης ως προς τις λοιπές εμπλεκόμενες κατά την Εισήγηση επιχειρήσεις, οι οποίες δεν υπέβαλαν αίτημα διευθέτησης46. 15. Κατόπιν των ανωτέρω, αιτήματα υπαγωγής στη διαδικασία διευθέτησης διαφορών υπέβαλαν και οι εταιρίες SIEMENS AG47, SIEMENS ΑΕ48, VINCI CONCESSIONS SA49, ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ50, ΔΟΜΙΚΗ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ51, ΕΚΤΕΡ ΑΕ52, ΕΡΕΤΒΟ ΑΕ53, ΘΕΜΕΛΗ ΑΕ54 και Χ.Δ.ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ΑΕ55 (εφεξής ομοίως οι «ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις»), πριν την παρέλευση της σχετικής προθεσμίας της παραγράφου 30 της Ανακοίνωσης. Κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 31, ως προς τις εν λόγω επιχειρήσεις ακολουθείται αυτομάτως για λόγους αποτελεσματικότητας η ήδη κινηθείσα από την Επιτροπή Ανταγωνισμού διαδικασία διευθέτησης διαφορών, χωρίς να απαιτείται προς τούτο νέα απόφασή της. I.3.2.3 Διμερείς Συσκέψεις 16. Ακολούθησαν διμερείς, κατά τα ανωτέρω, συσκέψεις της Επιτροπής Ανταγωνισμού με κάθε μία από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις56 για τη διευθέτηση της υπόθεσης ως προς αυτές, κατά τη διάρκεια των οποίων οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ενημερώθηκαν από την Ολομέλεια σχετικά με τα σημαντικότερα στοιχεία της υπόθεσης, κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 28 της Ανακοίνωσης περιλαμβανομένου και του υπολογισμού του εύρους του προστίμου για έκαστη57. Κατά τη διάρκεια των διμερών συσκέψεων και των τεχνικών συναντήσεων, που έλαβαν χώρα στο χρόνο μεταξύ αυτών, κάθε εμπλεκόμενο μέρος γνωστοποίησε και ανέπτυξε επαρκώς τους νομικούς και πραγματικούς ισχυρισμούς του και τις απόψεις του επί της αποδιδόμενης σε αυτό παράβασης. Οι ισχυρισμοί και απόψεις των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων αξιολογήθηκαν από την Επιτροπή Ανταγωνισμού και, όσοι κρίθηκαν βάσιμοι, 46 Συζήτηση μετ’ αναβολή ορίστηκε στις 26.09.2016. Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 273/19.08.2016. 48 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 274/19.08.2016. 49 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 275/19.08.2016. 50 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 271/18.08.2016. 51 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 279/22.08.2016. 52 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 277/22.08.2016. 53 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 278/22.08.2016. 54 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 276/22.08.2016. 55 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 280/22.08.2016. 56 Διμερείς συσκέψεις πραγματοποιήθηκαν στις 12.09.2016, 13.09.2016, 14.09.2016, 15.09.2016, 21.09.2016, 23.09.2016, 27.09.2016, 28.09.2016, 29.09.2016, 30.09.2016, 13.10.2016, 14.10.2016, 17.10.2016, 18.10.2016, 1.11.2016, 8.12.2016, 12.12.2016 και 03.02.2017. 57 Ανακοίνωση ΕΑ της 12.05.2006 αναφορικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 9 παρ. 1 περίπτωση στ΄ του Ν. 703/77. Ανακοίνωση ΕΑ της 17.7.2009 αναφορικά με το εύρος των ακαθάριστων εσόδων από προϊόντα ή υπηρεσίες που καθορίζουν το βασικό ποσό προστίμου σε περίπτωση παράβασης των άρθρων 1, 2 και 2 α του Ν. 703/77 και 81, 82 ΣυνθΕΚ. 47 ελήφθησαν υπόψη. Περαιτέρω, τα ενδιαφερόμενα μέρη μετά από αίτησή τους έλαβαν πρόσβαση στα πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, που τους αφορούσαν και τα οποία προσκομίστηκαν από άλλα ενδιαφερόμενα μέρη στο πλαίσιο της ως άνω διαδικασίας ή συνελέγησαν το πρώτον από την Επιτροπή Ανταγωνισμού κατά τη διάρκεια της ως άνω διαδικασίας (βλ. κατωτέρω υπό VII.2.3.2.1 και I.3.2.4)58. I.3.2.4 Υποβολή Προτάσεων και Δηλώσεων Διευθέτησης Διαφοράς 17. Με το πέρας των ως άνω διμερών συσκέψεων και καθώς διαπιστώθηκε από την Επιτροπή Ανταγωνισμού και τα ενδιαφερόμενα μέρη ότι έχει επέλθει επαρκής βαθμός συναντίληψης αναφορικά με τα πραγματικά περιστατικά, τον νομικό τους χαρακτηρισμό, τη βαρύτητα και τη χρονική διάρκεια των παραβάσεων, το βαθμό απόδειξης των αιτιάσεων βάσει των αποδεικτικών στοιχείων και τον υπολογισμό του εύρους του προστίμου, υποβλήθηκαν Προτάσεις Διευθέτησης Διαφοράς59 από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ60, ΕΛΛΑΚΤΩΡ AE61, ΑΚΤΩΡ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ AE62, ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ΑΕ-ΤΕΡΝΑ ΑΕ- ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΒΕΤΕ63, INTRACOM HOLDINGS64, INTRAKAT ΑΕ65, J&P ΑΒΑΞ ΑΕ- ΕΤΕΘ ΑΕ- ΑΘΗΝΑ ΑΤΕ66, ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕ67, SIEMENS AG-SIEMENS ΑΕ68, VINCI CONCESSIONS SA69, ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ70, ΔΟΜΙΚΗ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ71, ΕΚΤΕΡ ΑΕ72, ΕΡΕΤΒΟ ΑΕ73, ΘΕΜΕΛΗ ΑΕ74 και Χ.Δ.ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ΑΕ75. 18. Η Πρόταση Διευθέτησης Διαφοράς κάθε εμπλεκόμενης επιχείρησης περιελάμβανε κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 27 της σχετικής Ανακοίνωσης α) ανεπιφύλακτη παραδοχή με σαφείς όρους που δεν επιδέχονται παρερμηνεία της συμμετοχής της στις παραβάσεις του άρθρου 1 του ν. 703/1977, 1 του ν. 3959/2011 και 101 ΣΛΕΕ, σύμφωνα με τα συμπεράσματα των διμερών συσκέψεων που διεξήχθησαν μεταξύ της Επιτροπής Ανταγωνισμού και εκάστης εμπλεκόμενης επιχείρησης, καθώς και της ευθύνης που συνεπάγεται για αυτήν η συμμετοχή της στις εν λόγω παραβάσεις. Στις σχετικές Προτάσεις έκαστη ενδιαφερόμενη επιχείρηση περιγράφει συνοπτικά το αντικείμενο των παραβάσεων, τα κύρια πραγματικά περιστατικά, τον νομικό 58 Τα ενδιαφερόμενα μέρη, όπως προαναφέρθηκε, είχαν ήδη λάβει πρόσβαση στο φάκελο της υπόθεσης κατόπιν της κοινοποίησης της Εισήγησης. 59 Κάθε Πρόταση Διευθέτησης έχει εγκριθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο εκάστης εμπλεκόμενης επιχείρησης. 60 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 803/28.12.2016 και 233/20.02.2017. 61 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 785/22.12.2016. 62 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 785/22.12.2016. 63 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 823/29.12.2016 κοινή αίτηση. 64 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 781/22.12.2016. 65 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 822/29.12.2016. 66 Υπ’ αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 824/29.12.2016 κοινή αίτηση. 67 Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕ κατέθεσε την υπ’ αριθ. πρωτ. 748/21.12.2016 αίτηση για λογαριασμό της και για λογαριασμό της ΜΟΧΛΟΣ ΑΕ, ως καθολική διάδοχός της. 68 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 799/28.12.2016 κοινή αίτηση. 69 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 798/28.12.2016. 70 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 801/28.12.2016. 71 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 794/28.12.2016. 72 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 796/28.12.2016. 73 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 797/28.12.2016. 74 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 795/28.12.2016. 75 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 800/28.12.2016. χαρακτηρισμό τους συμπεριλαμβανομένου του ρόλου έκαστης επιχείρησης, την ενδεχόμενη εφαρμογή τους και τη διάρκεια συμμετοχής της στις παραβάσεις. β) αποδοχή της μεθοδολογίας υπολογισμού του προστίμου καθώς και του ανώτατου ύψους προστίμου που μπορεί να επιβληθεί από την ΕΑ, σύμφωνα με το αποτέλεσμα των διμερών συσκέψεων που διεξήχθησαν, γ) επιβεβαίωση ότι η επιχείρηση έχει ενημερωθεί επαρκώς σχετικά με τις αποδιδόμενες σε αυτήν παραβάσεις και ότι της παρασχέθηκαν επαρκείς δυνατότητες να γνωστοποιήσει και να θεμελιώσει τους ισχυρισμούς της, νομικούς και πραγματικούς, κατά την διεξαγωγή των διμερών συσκέψεων ενώπιον της ΕΑ, δ) επιβεβαίωση ότι είχε ήδη λάβει πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, που είχαν ληφθεί υπόψη για τη στοιχειοθέτηση των αποδιδόμενων σε αυτήν παραβάσεων76, ε) δήλωση παραίτησής της από το δικαίωμα να λάβει περαιτέρω ή και πλήρη πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης και από το δικαίωμα προφορικής ακρόασης ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού, υπό την επιφύλαξη ότι η Εισήγηση Διευθέτησης θα απηχεί την Πρόταση Διευθέτησής της και ότι η Επιτροπή Ανταγωνισμού θα αποδεχθεί με την απόφασή της την Πρόταση Διευθέτησης Διαφοράς εκάστης εμπλεκόμενης επιχείρησης, και στ) δήλωση παραίτησης από κάθε αμφισβήτηση της αρμοδιότητας της Επιτροπής Ανταγωνισμού ή/και της εγκυρότητας της διαδικασίας που ακολουθείται για την επιβολή σε βάρος της προστίμου στο πλαίσιο της Διαδικασίας Διευθέτησης Διαφορών. Η υποβολή της Πρότασης Διευθέτησης Διαφοράς κάθε εμπλεκόμενης επιχείρησης έγινε υπό την επιφύλαξη ότι το πρόστιμο που θα επιβληθεί από την ΕΑ σε κάθε μία δεν θα ξεπερνά το ανώτατο ποσό το οποίο κάθε επιχείρηση έχει αποδεχθεί για τις αποδιδόμενες σε αυτήν παραβάσεις. 19. Δύο εκ των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων επικαλέστηκαν με τις ως άνω Προτάσεις Διευθέτησης Διαφοράς αδυναμία πληρωμής υπό το πρίσμα της ενωσιακής πρακτικής και νομολογίας περί αδυναμίας πληρωμής, εν όλω ή εν μέρει, του προστίμου («inability to pay» ή «ITP») και συγκεκριμένα ζήτησαν να εφαρμοστούν οι σχετικές διατάξεις των παραγράφων 21 και 22 των κατευθυντήριων γραμμών της Επιτροπής Ανταγωνισμού για τον υπολογισμό προστίμων, κατ’ αναλογία με τις αντίστοιχες της παραγράφου 35 των κατευθυντήριων γραμμών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Τα εν λόγω αιτήματα εξετάζονται αναλυτικά κατωτέρω υπό VII.6. 20. Κατόπιν της υποβολής των ως άνω Προτάσεων Διευθέτησης Διαφοράς, η Επιτροπή Ανταγωνισμού, σε συνεδρίασή της, έκρινε ότι οι προτάσεις αυτές αποτελούσαν έκφραση της δέσμευσης των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων να συνεργασθούν και ότι αποτύπωναν τα αποτελέσματα των διμερών συσκέψεων που είχαν διεξαχθεί μεταξύ αυτής και των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων και, ως εκ τούτου, ανέθεσε στην Εισηγήτρια την σύνταξη 76 Όπως προαναφέρθηκε, σε κάθε ενδιαφερόμενη επιχείρηση παρασχέθηκαν επαρκείς ευκαιρίες και δυνατότητες να λάβει πρόσβαση και σε πρόσθετα έγγραφα του φακέλου της υπόθεσης, τα οποία προσκομίστηκαν από άλλες επιχειρήσεις κατά τις διμερείς συσκέψεις ή συλλέχθηκαν από την ΕΑ. Εισήγησης Διευθέτησης, κατά τις παραγράφους 33 και 35 της Ανακοίνωσης για τη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών. 21. Την 27.01.2007 κοινοποιήθηκε στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ΑΕ, μετά κλήτευσης σε διμερή σύσκεψη77, έγγραφο συνοπτικής παράθεσης πραγματικών περιστατικών και προκαταρκτικής αξιολόγησης της συμμετοχής και ευθύνης της εν λόγω εταιρίας στην πιθανολογούμενη βάσει αυτών παράβαση, στη βάση εγγράφου το οποίο συλλέχθηκε σε επιτόπιο έλεγχο που διεξήχθη στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης την 25.01.2017, κατόπιν σχετικής απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Το εν λόγω έγγραφο αφορά (μεταξύ άλλων) στη χειραγώγηση του διαγωνισμού «Γούρνες-Χερσόνησος», αντικείμενο διερεύνησης στην κρινόμενη υπόθεση, στην οποία δεν υφίσταντο έως το χρόνο εκείνο στοιχεία εμπλοκής της ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ΑΕ.78. Ακολούθησε την 03.02.2017 διμερής σύσκεψη μεταξύ της Ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού και της ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, κατά την οποία η Επιτροπή Ανταγωνισμού ενημέρωσε την εν λόγω επιχείρηση κυρίως για τα ελεγχόμενα πραγματικά περιστατικά, το νομικό χαρακτηρισμό τους και την αποδιδόμενη σε αυτή ευθύνη από τη συμμετοχή της στις σχετικές πρακτικές. Επί των ανωτέρω η εταιρία γνωστοποίησε και ανέπτυξε επαρκώς τους νομικούς και πραγματικούς ισχυρισμούς της και τις απόψεις της. Σε συνέχεια της εν λόγω σύσκεψης υπεβλήθη από την προαναφερόμενη εταιρία αναθεωρημένη Πρόταση Διευθέτησης Διαφοράς, σύμφωνη με το αποτέλεσμα αυτής79,80. 22. Την 24.02.2017 κοινοποιήθηκε στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις η υπ’ αριθ. πρωτ. 1115/23.02.2017 Εισήγηση Διευθέτησης της Εισηγήτριας Λευκοθέας Ντέκα (εφεξής και «Εισήγηση Διευθέτησης»). Στις 07.03.2017 το σύνολο των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων είχε υποβάλει, στη βάση της προαναφερόμενης Εισήγησης Διευθέτησης, Δήλωση Διευθέτησης Διαφοράς, κατά την παράγραφο 37 της Ανακοίνωσης για τη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών, με την οποία έκαστη επιβεβαίωσε ανέκκλητα, ανεπιφύλακτα και με σαφήνεια ότι η προαναφερθείσα Εισήγηση Διευθέτησης απηχούσε τις Προτάσεις Διευθέτησης Διαφοράς που είχαν καταθέσει81. 23. Η παρούσα απόφαση εκδίδεται κατ’ απλοποιημένη διαδικασία, κατά τα προβλεπόμενα στις παραγράφους 39 επ. της Ανακοίνωσης για τη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών. Η παρούσα απόφαση δεν προδικάζει ούτε αποφαίνεται για τη συμμετοχή και την ευθύνη από τη συμμετοχή στην κατά την Εισήγηση παράβαση όσων εμπλεκομένων εταιριών δεν 77 Βλ. το υπ’ αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 163/27.01.2017 έγγραφο καθώς και την από 30.01.2017 κλήση σε διμερή σύσκεψη στο πλαίσιο της Διαδικασίας Διευθέτησης Διαφορών σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην 628/2016 Απόφαση της ΕΑ. 78 [ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ] [Βλ. ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ με α/α 1192.1]. Κατόπιν του από 5/16.01.2017 Πρακτικού της ΕΑ, η ΓΔΑ συνέλεξε το εν λόγω έγγραφο από τα γραφεία των εταιριών […] και […] την 25.01.2017 κατά τα προεκτεθέντα. 79 Αριθ. πρωτ. Γραμματείας Επιτροπής Ανταγωνισμού 201/07.02.2017. 80 Επισημαίνεται ότι δυνατότητα πρόσβασης στο εν λόγω έγγραφο παρασχέθηκε και στις λοιπές ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, οι οποίες ενημερώθηκαν σχετικά την 07.02.2017, όσες δε από αυτές αιτήθηκαν, έλαβαν πρόσβαση στο εν λόγω αποδεικτικό στοιχείο του φακέλου της παρούσας υπόθεσης. 81 Βλ. σχετικά Δηλώσεις Διευθέτησης Διαφοράς με αριθ. πρωτ. 285/01.03.2017, 327/06.03.2017, 328/06.03.2017, 329/06.03.2017, 330/06.03.2017, 331/06.03.2017, 334/06.03.2017, 335/06.03.2017, 336/06.03.2017, 339/07.03.2017, 340/07.03.2017, 341/07.03.2017, 342/07.03.2017, 343/07.03.2017, 344/07.03.2017, 345/07.03.2017 και 383/10.03.2017. υπέβαλαν αίτημα υπαγωγής στη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών. Κατά την Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών η Επιτροπή Ανταγωνισμού δεν σχημάτισε δικανική πεποίθηση ως προς την τυχόν συμμετοχή και την ευθύνη από την τυχόν συμμετοχή στην κατά την Εισήγηση παράβαση όσων εμπλεκομένων εταιριών δεν υπέβαλαν αίτημα υπαγωγής στη διαδικασία διευθέτησης διαφορών. II. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ II.1 Ο ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΟΣ ΚΛΑΔΟΣ - ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ 24. Ο κατασκευαστικός κλάδος αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κλάδους της ελληνικής οικονομίας. Η κατασκευαστική δραστηριότητα διακρίνεται κυρίως σε ιδιωτική και δημόσια. Οι παράγοντες που επηρεάζουν τη ζήτηση τόσο για ιδιωτικά όσο και για τα δημόσια έργα είναι αφενός η οικονομική συγκυρία, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, και αφετέρου ο βαθμός ανάπτυξης σε συνδυασμό με το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεών κάθε χώρας. 25. Κατά τα προηγούμενα του 2010 έτη82, η απορρόφηση χρηματικών κονδυλίων από τα ΚΠΣ και η ολοκλήρωση των έργων των Ολυμπιακών Αγώνων, η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος των καταναλωτών και η μείωση των επιτοκίων τοποθέτησαν τον κλάδο στο επίκεντρο της ελληνικής οικονομίας. Ωστόσο, από το 2010 και μετά, όταν και επισήμως η χώρα βρέθηκε σε κατάσταση ύφεσης, η ιδιωτική κατασκευαστική δραστηριότητα μειώθηκε δραματικά, λόγω συρρίκνωσης της στεγαστικής πίστης, ενώ σε συνδυασμό με την σημαντική μείωση των πόρων του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και την έλλειψη ρευστότητας λόγω καθυστέρησης πληρωμών, ο κατασκευαστικός κλάδος περιήλθε σε κρίση με εμφανή τα πτωτικά αποτελέσματα στους ισολογισμούς των εταιριών του κλάδου. Συγκεκριμένα, ο κλάδος των κατασκευών έφθασε στην κορύφωσή του το 2006, οπότε συνέβαλε κατά 11% στο ΑΕΠ, ενώ το 2011 η συμμετοχή του μειώθηκε στο 2,2%. Κατά το Α΄ εξάμηνο του 2012 η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία του κλάδου μειώθηκε κατά 20,2% (σε τρέχουσες τιμές) σε σχέση με το αντίστοιχο 6μηνο του 2011. Συνολικά, μέσα σε διάστημα πέντε ετών οι κατασκευές στην Ελλάδα υποχώρησαν σε βαθμό όπου το 2013 σε όρους συμμετοχής στο ΑΕΠ βρίσκονται 3,5 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από το μέσο όρο της ΕΕ-2883. Η συνολική αξία των νέων έργων υποδομών μειώθηκε κατά 67% μεταξύ 2006 και 2012, ενώ ταυτόχρονα το μερίδιο τους στο ελληνικό ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 2,4 ποσοστιαίες μονάδες. Ενδεικτικό της συρρίκνωσης του κλάδου αποτελεί το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις της 7ης τάξης μειώθηκαν κατά την περίοδο 2004-2012 κατά 36%, ενώ εκείνες της 6ης και 5ης τάξης κατά 37% και 13% αντίστοιχα. Σημαντική ήταν η επίπτωση της κρίσης και στην απασχόληση στον κατασκευαστικό κλάδο, η οποία διαμορφώθηκε το 2013 σε 287 χιλ. Βλ. Κλαδική μελέτη ICAP, Τεχνικές Εταιρίες 5ης, 6ης και 7ης τάξης, Οκτώβριος 2012. Βλ. μελέτη ΙΟΒΕ, Μάρτιος 2015, Η σημασία ανάπτυξης, τα εμπόδια και το μέλλον του κλάδου των Κατασκευών, μελέτη της PWC, Δεκέμβριος 2015, Έργα υποδομών Χρηματοδοτώντας το μέλλον Ελλάδα (www.pwc.com/gr), καθώς και μελέτη της Γενικής Δ/νσης Επιχειρήσεων και Βιομηχανίας της ΕΕπ, Δεκέμβριος 2009, Impact of the economic crisis on key sectors of the EU – the case of the manufacturing and construction industries (http://ec.europa.eu/growth/tools-databases/newsroom/cf/itemdetail.cfm?item_id=3952). 82 83 άτομα (8,7% της συνολικής απασχόλησης), έναντι 589 χιλ. το 2008 (13% της συνολικής απασχόλησης). 26. Οι εταιρίες εργοληπτικού πτυχίου της ανώτερης τάξης (7ης) το 2012 ήταν οι εξής84: J & P - ΑΒΑΞ Α.Ε., ΑΘΗΝΑ Α.Τ.Ε., ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε., ΤΕΡΝΑ Α.Ε., ΙΝΤΡΑΚΟΜ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ A.E. ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ & ΜΕΤΑΛΛΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ INTRAKAT, ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε., ΜΟΧΛΟΣ Α.Ε., ΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Ε. και ΜΕΤΚΑ ΜΕΤΑΛΛΙΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΙ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε85. 27. Στον παρακάτω Πίνακα παρουσιάζονται οι σημαντικότερες εξ αυτών, καθώς και τα μερίδιά τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη μελέτη της ICAP, στην αγορά του συνόλου των τεχνικών έργων, συμπεριλαμβανομένων των εσόδων από κοινοπραξίες, τόσο στο σύνολο των επιχειρήσεων 7ης τάξης, όσο και στο σύνολο των εταιριών 5ης, 6ης και 7ης τάξης. Πίνακας 1: Μερίδια εργοληπτικών επιχειρήσεων 7ης τάξης (2004-2006, 2011) Επωνυμία % επί της % επί της % επί της % επί της συνολικής συνολικής συνολικής συνολικής αγοράς 7ης αγοράς 7ης αγοράς 7ης αγοράς 7ης τάξης 2004 τάξης 2005 τάξης 2006 τάξης 2011 % επί της συνολικής αγοράς 5ης, 6ης και 7ης τάξης 2011 ≈ 15% ≈ 16,5% ≈ 12,5% ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ86 30,82% 35% 40,59% ≈ 30% ΤΕΡΝΑ ΑΤΕ 14,75% 11,53% 12,81% ≈ 26% J&P – ΑΒΑΞ ΑΕ 15,03% 15,88% 11,86% ≈ 25% ΑΕΓΕΚ 8,11% 14,04% 9,60% ≈ 7% ≈ 3,5% ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ ΑΘΗΝΑ ΑΤΕ 5,77% 3,80% 4,92% ≈ 5% ≈ 2,5% INTRAKAT ΑΕ μ/δ μ/δ μ/δ ≈ 5% ≈ 2,5% Πηγή: Εκτιμήσεις Αγοράς. ICAP Group AE, Βλ. κλαδική μελέτη ICAP Τεχνικές Εταιρίες 5ης, 6ης και 7ης τάξης - Οκτώβριος 2012. Για τα έτη 2004-2006, βλ. Απόφαση ΕΑ 351/V/200787,88. 28. Οι σημαντικότερες από τις 35 τεχνικές εταιρίες – κατόχους εργοληπτικού πτυχίου 6ης τάξης το 2011, παρουσιάζονται στον παρακάτω Πίνακα, με τα αντίστοιχα μερίδια αγοράς έκαστης, τόσο στο σύνολο των εταιριών 6ης τάξης όσο και στο σύνολο των εταιριών 5ης, 6ης και 7ης τάξης. Πίνακας 2: Μερίδια τεχνικών υπηρεσιών 6ης τάξης 2011 Επωνυμία % επί της συνολικής αγοράς 6ης τάξης ΜΕΤΚΑ ΜΕΤΑΛΛΙΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΙ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΒΕΤΕ ΙΟΝΙΟΣ ΑΕ ΤΡΙΚΑΤ ΑΕΚΤΕ ≈ 63% % επί της συνολικής αγοράς 5ης, 6ης και 7ης τάξης ≈ 23% ≈ 4,5% ≈ 4% ≈ 3% ≈ 1,5% ≈ 1,5% ≈ 1% Βλ. Κλαδική μελέτη ICAP, Τεχνικές Εταιρίες 5ης, 6ης και 7ης τάξης, Οκτώβριος 2012. Η εν λόγω εταιρία έλαβε πτυχίο 7ης τάξης τον Σεπτέμβριο του 2012. Βλ. υπ’ αριθ. 14613/04.09.2012 απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών & Δικτύων. Κατόπιν δε της υπ’ αριθ. Δ15/11072/04.09.2012 βεβαίωσης του ΜΕΕΠ η εταιρία απέκτησε το δικαίωμα ανάληψης της κατασκευής ευρέως φάσματος δημοσίων έργων χωρίς την ύπαρξη ανωτάτου ορίου στον προϋπολογισμό των έργων. 86 Έχει υπολογιστεί και το μερίδιο της ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ. 87 Σύμφωνα με την απόφαση 351/V/2007 τα μερίδια αγορά της ΜΟΧΛΟΣ για τα έτη 2004, 2005 και 2006 ανέρχονταν σε 12,94%, 2,51% και 3,03% αντίστοιχα. 88 Βλ. επίσης τις αποφάσεις ΕΑ 63/ΙΙ/1999, ΕΑ 151/ΙΙ/2000 και ΕΑ 221/ΙΙΙ/2002. 84 85 Επωνυμία % επί της συνολικής αγοράς 6ης τάξης ΑΤΕΡΜΩΝ ΑΤΤΕΕ ΔΟΜΟΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ ≈ 2,5% % επί της συνολικής αγοράς 5ης, 6ης και 7ης τάξης ≈ 1% ≈ 2% - 2,5% ≈ 1% ΕΛΤΕΡ ΑΤΕ ≈ 2% - 2,5% ≈ 1% ΤΟΞΟΤΗΣ ΑΕ ≈ 2% ≈ 0,5% - 1% ΑΘΩΝΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ ≈ 2% ≈ 0,5% - 1% ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ ΑΕ ≈ 2% ≈ 0,5% - 1% Πηγή: Εκτιμήσεις Αγοράς. ICAP Group AE, Βλ. κλαδική μελέτη ICAP Τεχνικές Εταιρίες 5ης, 6ης και 7ης τάξης - Οκτώβριος 2012 II.2 ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ 29. Το θεσμικό πλαίσιο για τη διεξαγωγή διαγωνισμών δημοσίων έργων υπέστη πολλαπλές τροποποιήσεις κατά τη διάρκεια της διερευνώμενης στην παρούσα απόφαση χρονικής περιόδου. II.2.1 ΈΝΝΟΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ- ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ 30. Σύμφωνα με τον Κώδικα Δημοσίων Έργων89, με τον όρο Δημόσια Έργα χαρακτηρίζονται τα «έργα υποδομής της χώρας που καλύπτουν βασικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, συμβάλλουν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνατοτήτων, στην αύξηση του εθνικού προϊόντος, στην ασφάλεια της χώρας και γενικά αποσκοπούν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής του λαού»90. 31. Πρόκειται, ως επί το πλείστον, για έργα τα οποία συμβάλλουν στην ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό της χώρας, δηλαδή οδοποιίας, εκσυγχρονισμού και αναβάθμισης οδικών αξόνων, κατασκευής νέων αυτοκινητοδρόμων, συγκοινωνιακά - μετρό / ΟΣΕ / λιμάνια / αεροδρόμια - αποχετευτικά, αποπερατώσεων φραγμάτων κλπ), οικοδομικά, υδραυλικά και ηλεκτρομηχανολογικά. Από τεχνική άποψη, δημόσια έργα είναι όλα τα έργα που εκτελούν φορείς του δημόσιου τομέα και συνδέονται με οποιοδήποτε τρόπο με το έδαφος, το υπέδαφος ή τον υποθαλάσσιο χώρο, όπως και τα πλωτά τμήματα των τεχνικών έργων. Ως «έργο» νοείται το αποτέλεσμα ενός συνόλου οικοδομικών εργασιών ή εργασιών πολιτικού μηχανικού που προορίζεται να πληροί αυτό καθαυτό μια οικονομική ή τεχνική λειτουργία91. 32. Σύμφωνα με το ΠΔ 265/1991, συμβάσεις δημοσίων έργων είναι οι συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ μιας αναθέτουσας αρχής και της αναδόχου εργοληπτικής επιχείρησης, στις οποίες η αποζημίωση του αναδόχου για την εκτέλεση των εργασιών συνίσταται σε χρηματική αμοιβή. Με το άρθρο 2 του ΠΔ 60/200792, ο ορισμός τροποποποιήθηκε εν μέρει, αποδίδοντας, ωστόσο, το ίδιο περιεχόμενο. 89 Ν. 3669/2008 «Κύρωση της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων», ΦΕΚ Α΄ 116/ 18.6.2008. 90 Βλ. άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 3669/2008. Βλ. και άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 1418/1984 (ΦΕΚ Α’ 23, 29.2.1984). 91 Βλ. και άρθρο 3 παρ. 1 περ. γ’ του Π.Δ. 23/1993 (ΦΕΚ Α’ 8/ 5.2.1993) άρθρο 2 παρ. 2 στοιχ. β΄ εδ. τελευταίο του ΠΔ 60/2007. 92 Για ορισμό βλ. και Π.Δ. 23/1993 και Π.Δ. 334/2000 II.2.2 ΓΕΝΙΚΟ ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΠΕΡΙ ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ - ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ 33. Τα σημαντικότερα νομοθετήματα και ρυθμίσεις που υιοθετήθηκαν κατά την περίοδο των ετών 1981-2008 ήταν: 34. (α) το Ν.Δ. 95/1946 «Περί εργοληπτών δημοσίων έργων» (ΦΕΚ Α΄ 276/10.9.1946), όπως τροποποιήθηκε. Με το εν λόγω νομοθέτημα θεσπίστηκαν μεταξύ άλλων α) οι προϋποθέσεις χορήγησης πτυχίου Εργολήπτη Δημοσίων Έργων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, β) η κατάταξη των νομικών προσώπων σε τάξεις ανάλογα με το καταβεβλημένο ποσό του εταιρικού ή μετοχικού τους κεφαλαίου και γ) η δυνατότητα καθορισμού, με αποφάσεις του Υπουργού Δημοσίων Έργων, των ανώτατων και κατώτατων ορίων προϋπολογισμού έργων ανάλογα με την τάξη του εργοληπτικού πτυχίου. 35. (β) ο ν. 1418/1984 «Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων»(ΦΕΚ Α΄ 23/ 29.2.1984), ο οποίος συνιστά το κύριο νομοθετικό πλαίσιο που διείπε τα δημόσια έργα και τη λειτουργία ολόκληρου του κατασκευαστικού κλάδου κατά την περίοδο 19842008. Σε εκτέλεση αυτού εκδόθηκε σειρά προεδρικών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων, μεταξύ των οποίων τα Π.Δ. 472/1985 (ΦΕΚ Α΄ 168) και Π.Δ. 609/1985 (ΦΕΚ Α΄ 223). Ακολούθως, εκδόθηκαν νέα προεδρικά διατάγματα για την προσαρμογή στις κοινοτικές Οδηγίες, όπως τα Π.Δ. 265/1991 (ΦΕΚ Α΄ 99), Π.Δ. 23/1993, Π.Δ. 334/2000 (ΦΕΚ Α΄ 279/ 21.12.2000) και Π.Δ. 60/2007 (ΦΕΚ Α΄ 64/16.3.2007). Τα κυριότερα ζητήματα που αντιμετωπίζονταν με τις διατάξεις του ν. 1418/1984 και του κατ’ εξουσιοδότηση ή και του συναφούς νομοθετικού πλαισίου ήταν τα εξής: 36. Τρόποι επιλογής εργοληπτικών επιχειρήσεων (άρθρο 4 παρ. 2 ν. 1418/1984): (
  1. i)Η «ανοικτή» δημοπρασία, η οποία ήταν η κύρια διαδικασία επιλογής και στην οποία λάμβαναν μέρος και υπέβαλαν προσφορές όλοι όσοι είχαν τα νόμιμα προσόντα που προβλέπονταν στην διακήρυξη, (
  2. ii)Η δημοπρασία με προεπιλογή («κλειστή» διαδικασία), η οποία εφαρμοζόταν κυρίως σε έργα μεγάλης σπουδαιότητας ή εξειδικευμένα έργα, και διεξαγόταν σε δύο φάσεις: εκδήλωση ενδιαφέροντος συμμετοχής από τις εργοληπτικές εταιρίες που διέθεταν τα προσόντα που προδιαγράφονταν στη διακήρυξη και προεπιλογή και πρόσκληση για συμμετοχή στην κυρίως δημοπρασία με την κατάθεση οικονομικής προσφοράς. (iii) Η απευθείας ανάθεση ή διαγωνισμός μεταξύ περιορισμένου αριθμού προσκαλούμενων εργοληπτικών επιχειρήσεων, η οποία αποτελούσε εξαιρετική διαδικασία. (
  3. iv)Ο πρόχειρος διαγωνισμός και η προφορική δημοπρασία. (
  4. vi)Ειδική διαδικασία - Ανταγωνιστικός διάλογος. 37. Επιλογή υποψηφίων στις κλειστές διαδικασίες (Π.Δ. 23/1993). Όταν οι αναθέτουσες αρχές προσέφευγαν στην κλειστή διαδικασία για την ανάθεση μιας σύμβασης, μπορούσαν να προβλέπουν τα όρια μεταξύ των οποίων θα κυμανθεί ο αριθμός των επιχειρήσεων τις οποίες σκοπεύουν να προσκαλέσουν στη Β΄ φάση του διαγωνισμού, τα οποία καθορίζονταν σε συνάρτηση με τη φύση του προς εκτέλεση έργου. Το κατώτερο από τα όρια αυτά δεν έπρεπε να είναι μικρότερο από πέντε, το δε μεγαλύτερο μπορούσε να ορισθεί μέχρι είκοσι. Ο αριθμός των υποψηφίων που γίνονταν δεκτοί για να υποβάλλουν προσφορά έπρεπε να επαρκεί για την εξασφάλιση συνθηκών πραγματικού ανταγωνισμού. 38. Συστήματα υποβολής προσφορών (άρθρο 4 παρ. 4 του ν. 1418/1984). Τα συστήματα υποβολής προσφορών καθορίζονταν από τη διακήρυξη για τη δημοπράτηση και μπορούσαν να εφαρμοσθούν και σε συνδυασμό μεταξύ τους στην δημοπρασία του ίδιου έργου: (α) Η προσφορά ενιαίου ποσοστού έκπτωσης (πάνω σε συμπληρωμένο τιμολόγιο της Υπηρεσίας). (β) Η προσφορά επιμέρους ποσοστών έκπτωσης κατά ομάδες τιμών, σε συμπληρωμένο τιμολόγιο ομαδοποιημένων τιμών της Υπηρεσίας με έλεγχο ομαλότητας των επιμέρους ποσοστών έκπτωσης93. (γ) Η συμπλήρωση από το μειοδότη ανοικτού τιμολογίου με έλεγχο ομαλότητας των τιμών σε σχέση με αντίστοιχο τιμολόγιο, που περιέχει τιμές της υπηρεσίας. (δ) Η ελεύθερη συμπλήρωση ανοικτού τιμολογίου που μπορεί να περιλαμβάνει αναλυτικές τιμές ή περιληπτικές τιμές ή και κατ’ αποκοπή τιμή. (ε) Η προσφορά που περιλαμβάνει μελέτη και κατασκευή με κατ’ αποκοπή εργολαβικό αντάλλαγμα για το έργο ολόκληρο ή κατά τμήματα.. (στ) Η μειοδοσία μόνο πάνω στο ποσοστό οφέλους για εκτέλεση απολογιστικών εργασιών.. (ζ) Η προσφορά για την αξιοποίηση ακινήτων του εργοδότη με το σύστημα της αντιπαροχής ποσοστών εξ’ αδιαιρέτου και αντιστοίχων διηρημένων ιδιοκτησιών. (η) Η προσφορά που περιλαμβάνει άλλα τυχόν ανταλλάγματα έναντι της κατασκευής έργου. 39. Κριτήρια ανάθεσης δημοσίων έργων. Τα κριτήρια ανάθεσης υπέστησαν πολλαπλές τροποποιήσεις (άρθρο 4 παρ. 6 ν. 1418/1984, Π.Δ. 265/1991, άρθρο 30 παρ. 2 Π.Δ. 23/1993 κ.ά.) με κύρια κριτήρια την αποκλειστικά χαμηλότερη τιμή και την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, περίπτωση κατά την οποία συνεκτιμώνταν διάφορα κριτήρια ανάλογα με το αντικείμενο της συμβάσεως, όπως η τιμή, η προθεσμία εκτελέσεως, τα έξοδα λειτουργίας, η αποδοτικότητα και η τεχνική αξία. Ακολούθησε η εισαγωγή του μαθηματικού τύπου με το ν. 2576/1998 (ΦΕΚ Α΄ 25/9.2.1998, «Βελτίωση των διαδικασιών για την ανάθεση της κατασκευής των δημοσίων έργων και άλλες διατάξεις»), σε αντιμετώπιση ορισμένων στρεβλώσεων που παρατηρήθηκαν τη δεκαετία 1985-1994, όπως π.χ. «το φαινόμενο των υπερβάσεων» αλλά και των μεγάλων εκπτώσεων ή και των υπερβολικά χαμηλών προσφορών, και η μετέπειτα κατάργησή του με το ν. 3263/2004 («Μειοδοτικό σύστημα ανάθεσης των δηµοσίων έργων και άλλες διατάξεις»), σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του οποίου, η εφαρμογή του μαθηματικού τύπου οδήγησε σε εξαφάνιση του φαινομένου των χαμηλών προσφορών, σε συμπαιγνία μεταξύ των επιχειρήσεων, οι οποίες συχνά ομαδοποιούνταν για να κατευθύνουν το αποτέλεσμα του μαθηματικού τύπου στο επιθυμητό μέλος της ομάδας, και εν τέλει στη νόθευση του ανταγωνισμού και στην κατασκευή έργων με πολύ μεγάλο τίμημα για το Δημόσιο και τους αναθέτοντες φορείς 94. Συγκεκριμένα, με το ν. 2576/1998 υιοθετήθηκε «Μαθηματική Μέθοδος» αντικειμενικού προσδιορισμού των υπερβολικά χαμηλών προσφορών (ο αποκαλούμενος «μαθηματικός 93 Βλ. σχετικά άρθρο 7 του Π.Δ. 609/1985. Βλ. αποφάσεις ΔΕΚ C-285 και 286/1999 (Lombardini και Mandovani), Συλλ. 2001, Ι-09233 οι οποίες έκριναν ότι η αιτιολόγηση των υπερβολικά χαμηλών προσφορών δεν πρέπει να υπόκειται σε περιορισμούς και κανόνες, αλλά πρέπει να είναι απολύτως ελεύθερη (βλ. Αιτιολογική έκθεση Ν. 3263/2004 (ΦΕΚ Α΄ 179/ 28.09.2004). 94 τύπος επιλογής αναδόχου») στο πλαίσιο του οποίου οι προσφορές έπρεπε να αιτιολογούνται πριν την επιλογή της συμφερότερης μεταξύ αυτών προσφοράς. Τα δεδομένα, οι παραδοχές και η εφαρμογή της μεθόδου συνδέονταν αποκλειστικά και μόνο με τα στοιχεία των προσφορών που υποβάλλονταν στο συγκεκριμένο διαγωνισμό95. Με το ν. 3263/2004 θεσπίσθηκε η ανάθεση στον απόλυτο μειοδότη, η ολοκλήρωση της διαδικασίας ανάθεσης την ημέρα του διαγωνισμού και η δυνατότητα του κυρίου του έργου να ανακαλέσει τη διακήρυξη και να επαναπροκηρύξει το έργο, σε περίπτωση υπέρβασης του χρονικού ορίου περαίωσης της διαδικασίας ανάθεσης, ενώ παράλληλα, λήφθηκαν μέτρα για την αποτροπή των υπερβολικών εκπτώσεων, όπως οι μεγάλες εγγυήσεις καλής εκτέλεσης σε περίπτωση υποβολής μεγάλων εκπτώσεων, η αύξηση των ποινικών ρητρών σε βάρος του αναδόχου για την υπαίτια καθυστέρηση των εργασιών της εργολαβίας και η σύνταξη και έγκριση ενιαίων τιμολογίων, που θα χρησιμοποιούνται υποχρεωτικά από όλους του φορείς που εκτελούν δημόσια έργα, για τη σύνταξη των προϋπολογισμών δημοπράτησης. Τέλος, με το Π.Δ. 60/2007 τα κριτήρια ανάθεσης προσαρμόστηκαν στα προβλεπόμενα στις κοινοτικές οδηγίες (άρθρο 53 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ), που προέβλεπαν ως μόνα κριτήρια την αποκλειστικά χαμηλότερη τιμή και την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά κατά την κρίση της αναθέτουσας αρχής στη βάση κριτηρίων συνδεόμενων με το αντικείμενο της συγκεκριμένης δημόσιας σύμβασης96, και ρυθμίσθηκαν νομοθετικά οι ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές, για τη σύνθεση των οποίων ζητεί διευκρινίσεις η αναθέτουσα αρχή, πριν προβεί στην απόρριψή τους. 40. Μητρώα εργοληπτικών επιχειρήσεων - Κατηγορίες και Τάξεις ΜΕΕΠ- Τύπος κατάταξης Όρια προϋπολογισμού έργων. Με το ν. 1418/1984 δημιουργήθηκαν δύο μητρώα, το Μητρώο Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (ΜΕΕΠ) και το Μητρώο Εμπειρίας Κατασκευαστών (ΜΕΚ). Αναγκαία προϋπόθεση για την ανάληψη εκτέλεσης δημοσίων έργων, αποτελούσε η εγγραφή της εργοληπτικής επιχείρησης στο ΜΕΕΠ και η διατήρηση σε ισχύ της εγγραφής με την αναθεώρησή της97, ενώ το ΜΕΚ συστάθηκε για την παρακολούθηση της τεχνικής εμπειρίας στην κατασκευή έργων των προσώπων που στελέχωναν τις εργοληπτικές επιχειρήσεις που ήταν εγγεγραμμένες στο ΜΕΕΠ. Η κατάταξη στο Μ.Ε.ΕΠ. των εργοληπτικών επιχειρήσεων γινόταν σε μία ή περισσότερες από τις εξής βασικές κατηγορίες έργων: οδοποιίας, οικοδομικών, υδραυλικών, ηλεκτρομηχανολογικών, λιμενικών, βιομηχανικών και ενεργειακών έργων98, ενώ κάθε επιχείρηση κατατάσσετο σε μία τάξη για κάθε κατηγορία έργων. Ο αριθμός των τάξεων μεταβαλλόταν ανά περιόδους: ο ν. 689/1977 προέβλεπε πέντε τάξεις ανά κατηγορία έργου με ανώτατη την Ε΄, με το ν. 1418/1984 (προέκυπτε έμμεσα ότι) ο αριθμός των 95 Έργα στα οποία δεν θα εφαρμοζόταν η διαδικασία αυτή, ήταν εκείνα που δημοπρατούνται με τα συστήματα προσφορών: α) μελέτης - κατασκευής, β) αξιοποίησης ακινήτων με αντιπαροχή και γ) άλλων ανταλλαγμάτων, καθόσον οι υπηρεσίες των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα δεν είχαν εκπονήσει τις σχετικές μελέτες των έργων αυτών. 96 Όπως ιδίως η ποιότητα, η τιμή, η τεχνική αξία, τα αισθητικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά, τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά, το κόστος λειτουργίας, η αποδοτικότητα, η εξυπηρέτηση μετά την πώληση και η τεχνική συνδρομή, η ημερομηνία παράδοσης και η προθεσμία παράδοσης ή εκτέλεσης. 97 Βλ. και άρθρο 23 του Π.Δ. 265/1991 για εργολήπτες εγγεγραμμένους στο επαγγελματικό μητρώο χώρας της Κοινότητας. 98 Κατηγορία έργων που θεσπίσθηκε με το Π.Δ. 472/1985. τάξεων ανήλθε σε επτά ανά κατηγορία έργου με ανώτερη τη Ζ΄ τάξη. Ο ν. 2294/1994 εισήγαγε την όγδοη τάξη (Η΄), το Π.Δ. 368/1994 (ΦΕΚ Α΄ 201, 02.12.1994) και η ΥΑ Δ17α/05/77/ΦΝ312/16.12.1994 (ΦΕΚ Β΄ 953/ 22.12.1994) προσδιόρισαν τα ελάχιστα όρια κατάταξης των εταιρειών Ε΄ έως Η΄ τάξης, ενώ ο ν. 2940/2001, με σκοπό την ουσιαστική αναδιάρθρωση του κλάδου99, επανέφερε τις επτά τάξεις και επιπλέον αυτών όρισε δύο ειδικές τάξεις, τις Α1 και Α2 για μικρές επιχειρήσεις. Μετά την επανάκριση των εργοληπτικών επιχειρήσεων και την αναθεώρηση της κατάταξής τους υπό το καθεστώς του ν. 2940/2001, οι Η΄ και Ζ΄ τάξεις αντιστοιχούσαν πλέον στην 7η και 6η τάξη. Έως την έναρξη ισχύος του ν. 2940/2001, η κατάταξη πραγματοποιούνταν βάσει της πλήρωσης ανά τάξη ορισμένων ελάχιστων ορίων ιδίων κεφαλαίων, παγίων, ακινήτων, μηχανολογικού εξοπλισμού και στελέχωσης με τεχνικούς εγγεγραμμένους στο ΜΕΚ. Με τον ν. 2940/2001, εισήχθη τύπος κατάταξης, που ίσχυε μόνο για τις τάξεις 3η έως 7η. Η κατάταξη εργοληπτικής επιχείρησης στην 7η τάξη του Μ.Ε.ΕΠ. συνεπαγόταν την κατάταξή της σε όλες τις βασικές κατηγορίες έργων. Προβλέπονταν, τέλος, ανώτατα όρια προϋπολογισμού ανά κατηγορία έργων, στα οποία είχαν δικαίωμα συμμετοχής οι εγγεγραμμένες στο ΜΕΕΠ εργοληπτικές επιχειρήσεις, ανάλογα με την τάξη εγγραφή τους. Η διαχρονική εξέλιξη των ανώτερων ορίων προϋπολογισμών έργων, στα οποία μπορούν να συμμετέχουν εργοληπτικές επιχειρήσεις ανά τάξη, τόσο αυτοτελώς όσο και ως μέλη κοινοπραξιών παρουσιάζονται κατωτέρω: 99 Με το ν. 2940/2001 ενθαρρύνθηκαν οι συγχωνεύσεις όχι μόνο ανάμεσα σε επιχειρήσεις της ίδιας τάξης, αλλά και με επιχειρήσεις χαμηλότερων τάξεων. Για το σκοπό αυτόν, προβλέφθηκε πριμοδότηση των συγχωνεύσεων ενόψει επανάκρισης των εργοληπτικών επιχειρήσεων για την κατάταξή τους στις νέες τάξεις, μέσα από την καθιέρωση ειδικού συντελεστή κατάταξης, που ενίσχυε τα σχήματα συνένωσης δύο ή και περισσοτέρων εταιρειών. ΑΝΩΤΑΤΑ ΟΡΙΑ ΠΡΟΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΑΥΤΟΤΕΛΩΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ Ν. 1418/1984, ΠΔ 472/1985 ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ Ν. 1418/1984, Ν. 2229/1994, ΠΔ 368/1994 ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ 1/5/1985 10/4/1990 17/9/1990 21/4/1994 1/1/1995 ΕΔ2α/01/27/ΦΝ 294/18-031985 (ΦΕΚ 170 τ. Β) Δ17α/01/40/ΦΝ 294/04-041990 (ΦΕΚ 264 τ. Β) 20/08/1990 (ΦΕΚ 602 τ. Β) Δ17α/07/33/ΦΝ 294/06-031994 (ΦΕΚ 293 τ. Β) Δ17α/03/74/ΦΝ 312/16-121994 (ΦΕΚ 953 τ. Β) ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΚΑΤΗΓ ΕΡΓΩΝ ΠΛΗΝ Η/Μ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓ ΕΡΓΩΝ Η/Μ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΚΑΤΗΓ ΕΡΓΩΝ ΠΛΗΝ Η/Μ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓ ΕΡΓΩΝ Η/Μ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΚΑΤΗΓ ΕΡΓΩΝ ΠΛΗΝ Η/Μ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓ ΕΡΓΩΝ Η/Μ Δρχ. Δρχ. Δρχ. Δρχ. Δρχ. Ε 540.000.000 ΣΤ 1.200.000.000 ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΑΝΩΤ. ΟΡΙΟΥ ΠΡΟΎΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΑΞΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓ ΕΡΓΩΝ Η/Μ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΚΑΤΗΓ ΕΡΓΩΝ ΠΛΗΝ Η/Μ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓ ΕΡΓΩΝ Η/Μ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΚΑΤΗΓ ΕΡΓΩΝ ΠΛΗΝ Η/Μ Δρχ. Δρχ. Δρχ. Δρχ. Δρχ. 432.000.000 675.000.000 432.000.000 960.000.000 1.500.000.000 960.000.000 ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΑΞΗ 1.000.000.000 800.000.000 ή τριπλάσιο ή τριπλάσιο της καθαρής της καθαρής θέσης ως θέσης ως 2.000.000.000 1.600.000.000 2.000.000.000 1.600.000.000 ή τριπλάσιο ή τριπλάσιο 1.500.000.000 1.200.000.000 2.000.000.000 1.600.000.000 της καθαρής της καθαρής θέσης ως θέσης ως 4.000.000.000 3.200.000.000 6.000.000.000 4.800.000.000 675.000.000 540.000.000 900.000.000 720.000.000 3η 4η ή τριπλάσιο ή τριπλάσιο 3.000.000.000 2.400.000.000 3.750.000.000 2.400.000.000 4.500.000.000 3.600.000.000 6.000.000.000 4.800.000.000 της καθαρής της καθαρής θέσης ως θέσης ως 12.000.000.000 9.600.000.000 Ζ 5η 12.000.000.000 9.600.000.000 ή τριπλάσιο ή τριπλάσιο της καθαρής της καθαρής θέσης ως θέσης ως 24.000.000.000 19.200.000.000 Η 6η 7η ΑΝΩΤΑΤΑ ΟΡΙΑ ΠΡΟΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΣΕ ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΕΣ ΙΔΙΑΣ ΤΑΞΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ Ν. 1418/1984, ΠΔ 472/1985 ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΑΝΩΤ. ΟΡΙΟΥ ΠΡΟΎΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΑΞΗ Ε ΣΤ Ν. 1418/1984, Ν. 2229/1994, ΠΔ 368/1994 ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ 1/5/1985 10/4/1990 17/9/1990 21/4/1994 1/1/1995 ΕΔ2α/01/27/ΦΝ 294/18-031985 (ΦΕΚ 170 τ. Β) Δ17α/01/40/ΦΝ 294/04-041990 (ΦΕΚ 264 τ. Β) 20/08/1990 (ΦΕΚ 602 τ. Β) Δ17α/07/33/ΦΝ 294/06-031994 (ΦΕΚ 293 τ. Β) Δ17α/03/74/ΦΝ 312/16-121994 (ΦΕΚ 953 τ. Β) ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΚΑΤΗΓ ΕΡΓΩΝ ΠΛΗΝ Η/Μ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓ ΕΡΓΩΝ Η/Μ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΚΑΤΗΓ ΕΡΓΩΝ ΠΛΗΝ Η/Μ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓ ΕΡΓΩΝ Η/Μ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΚΑΤΗΓ ΕΡΓΩΝ ΠΛΗΝ Η/Μ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓ ΕΡΓΩΝ Η/Μ Δρχ. Δρχ. Δρχ. Δρχ. Δρχ. Δρχ. ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓ ΕΡΓΩΝ Η/Μ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΚΑΤΗΓ ΕΡΓΩΝ ΠΛΗΝ Η/Μ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓ ΕΡΓΩΝ Η/Μ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΚΑΤΗΓ ΕΡΓΩΝ ΠΛΗΝ Η/Μ Δρχ. Δρχ. Δρχ. Δρχ. 705.000.000 564.000.000 881.250.000 564.000.000 881.250.000 705.000.000 1.175.000.000 940.000.000 1.250.000.000 1.000.000.000 3η 1.650.000.000 1.320.000.000 2.062.500.000 1.320.000.000 2.250.000.000 1.800.000.000 3.000.000.000 2.400.000.000 3.000.000.000 2.400.000.000 4η 41. Κοινοπραξίες. Προβλέφθηκαν για πρώτη φορά με την παράγραφο 7 του άρθρου 2 του Π.Δ. 609/1985, η οποία στην αρχική της μορφή επέτρεπε τη συμμετοχή σε δημοπρασία κοινοπραξιών επιχειρήσεων της ίδιας κατηγορίας έργων, εφόσον δεν το απέκλειε η διακήρυξη. Με το Π.Δ. 23/1993 και το άρθρο 1 παρ. 1. του Π.Δ. 285/1997 τέθηκε ως προϋπόθεση οι επιχειρήσεις που κοινοπρακτούν είτε να ανήκουν όλες στην ίδια με την καλούμενη στη δημοπρασία τάξη ή και στην αμέσως ανώτερη τάξη της αυτής κατηγορίας, ενώ με το άρθρο 1 του Π.Δ. 218/1999, επετράπη η συμμετοχή στην κοινοπραξία και εργοληπτικών επιχειρήσεων της αμέσως ανώτερης τάξης από αυτή που καλείται στη δημοπρασία και οριζόταν σε τουλάχιστον 25% του προϋπολογισμού του δημοπρατούμενου έργου το ποσοστό με το οποίο συμμετέχει στην κοινοπραξία κάθε μία από τις κοινοπρακτούσες. Ειδικά, οι επιχειρήσεις Η΄ τάξης μπορούσαν να κοινοπρακτούν με επιχειρήσεις Ζ΄ τάξης της αυτής κατηγορίας του δημοπρατούμενου έργου. Οι κοινοπραξίες εργοληπτών μπορούσαν να υποβάλλουν προσφορές χωρίς να περιβληθούν υποχρεωτικά για τον σκοπό αυτό ιδιαίτερη νομική μορφή·σε τούτο μπορούσαν να υποχρεωθούν εάν τους είχε ανατεθεί η κατασκευή του έργου και εφόσον υπήρχε σχετική πρόβλεψη στην προκήρυξη της δημοπρασίας100. Με το ν. 2940/2001 επιτράπηκε η 100 ΔΙΑΤΑΞΗ Βλ. σχετικά άρθρο 21 του ΠΔ 265/1991, ΠΔ. 23/1993, Π.Δ 334/2000 και άρθρο 39 του ΠΔ 60/2007. ΤΑΞΗ «κατασκευαστική κοινοπραξία»/ κοινοπρακτική υποκατάσταση, δηλαδή η «διεύρυνση» του αναδόχου με την σύσταση κοινοπραξίας μεταξύ του ίδιου και άλλης ή άλλων εργολαβικών επιχειρήσεων. Βάσει της τότε ισχύουσας νομοθεσίας, το ανάδοχο κοινοπρακτικό σχήμα όφειλε, σε περίπτωση κοινοπρακτικής υποκατάστασης, να διακρατήσει ποσοστό συμμετοχής στην κατασκευαστική κοινοπραξία 50% και, σε περίπτωση ανάθεσης σε υπεργολάβο(-ους) να διακρατήσει το 30% του ποσού των σχετικών συμβάσεων με τον κύριο του έργου. Με υπουργική απόφαση προβλέφθηκε η διαδικασία έγκρισης της κατασκευαστικής κοινοπραξίας και ρύθμιση σύμφωνα με την οποία μετά τη ρητή ή αυτοδίκαιη έγκριση της κοινοπραξίας, ο ανάδοχος υποκαθίσταται από αυτή στην κατασκευή του έργου. 42. Υποκατάσταση εργοληπτικής επιχείρησης. Κατά την αρχική διατύπωση του άρθρου 6 παρ. 5 του ν. 1418/1984 η υποκατάσταση τρίτου στην κατασκευή μέρους ή όλου του έργου (εκχώρηση του έργου) απαγορευόταν χωρίς έγκριση του φορέα κατασκευής του έργου. Σε κάθε περίπτωση υποκατάστασης ο ανάδοχος ευθυνόταν μαζί με τον υποκατάστατο εις ολόκληρον προς τον κύριο του έργου, το προσωπικό του έργου και οποιονδήποτε τρίτο. Κατ’ εξαίρεση μπορούσε να εγκριθεί η υποκατάσταση με απαλλαγή του ανάδοχου από την ευθύνη του προς τον κύριο του έργου, αν αυτό επιβαλλόταν από το συμφέρον του έργου και ο ανάδοχος βρίσκονταν σε προφανή αδυναμία να περατώσει το έργο. Σύμφωνα με το άρθρο 51 του Π.Δ. 609/1985, η ανωτέρω προβλεπόμενη υποκατάσταση εγκρινόταν, υπό την προϋπόθεση ότι η εργοληπτική επιχείρηση που θα υποκαθιστούσε τον ανάδοχο θα είχε τα ίδια προσόντα που απαιτήθηκαν για την ανάληψη του έργου από τον ανάδοχο και θα παρείχε τα απαραίτητα εχέγγυα για την κατασκευή του έργου. Ο υποκατάστατος του αναδόχου επείχε για το μέλλον θέση αναδόχου και αναλάμβανε όλες τις ευθύνες για το σύνολο του έργου ή για τα τμήματα του έργου που προσδιορίζονταν με την απόφαση έγκρισης της υποκατάστασης με απαλλαγή της ευθύνης του αρχικού αναδόχου. Η διάταξη προέβλεπε ότι σε περίπτωση αναδόχου κοινοπραξίας που την υποκατάσταση ζητούσε μέλος της απαιτείτο η συναίνεση όλων των μελών της κοινοπραξίας, ενώ σε κάθε περίπτωση υποκατάστασης γινόταν ανακοίνωση στο ΜΕΕΠ για να ληφθεί υπόψη κατά την κρίση της εκχωρούσας επιχείρησης. Με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2224/1994 προβλέφθηκε ότι αν διαπιστωθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο ότι έχει γίνει άμεση ή έμμεση υποκατάσταση του αναδόχου από άλλη εργοληπτική επιχείρηση χωρίς σχετική έγκριση, ο κύριος του έργου ή ο φορέας κατασκευής κήρυσσε έκπτωτο τον ανάδοχο, μετά από γνώμη του αρμόδιου τεχνικού Συμβουλίου Δημόσιων Έργων. 43. Υπεργολαβία. Με τον ν. 2940/2001 εισήχθη στο άρθρο 5 του ν. 1418/1984 ο θεσμός της «εγκεκριμένης υπεργολαβίας», με στόχο την αντιμετώπιση του καθεστώτος των άτυπων υπεργολαβιών που ίσχυαν στο παρελθόν, και ρυθμίσθηκαν με σαφήνεια τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις αναδόχων και υπεργολάβων. Συγκεκριμένα, προβλεπόταν ότι όταν συνάπτεται σύμβαση μίσθωσης έργου μεταξύ του αναδόχου δημοσίου έργου και εργοληπτικής επιχείρησης για την κατασκευή μέρους του έργου που έχει αναληφθεί από τον ανάδοχο (υπεργολαβία), ο υπεργολάβος εθεωρείτο «εγκεκριμένος», μετά από έγκριση του κυρίου του έργου ή του φορέα κατασκευής, όταν συνέτρεχαν οι εξής προϋποθέσεις: (α) Ο υπεργολάβος είχε τα αντίστοιχα προσόντα για την εκτέλεση του έργου που αναλάμβανε και ανήκε σε τάξη και κατηγορία έργου, αντίστοιχη με το ποσό της σύμβασης υπεργολαβίας, και (β) ο ανάδοχος, πριν από την εγκατάσταση του υπεργολάβου στο έργο, είχε γνωστοποιήσει στον κύριο του έργου ή στον φορέα κατασκευής τη σύμβαση υπεργολαβίας. Ο ανάδοχος του έργου έπρεπε να διατηρεί ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ποσού της σύμβασης του με τον κύριο του έργου ή τον φορέα κατασκευής, αφού ελαμβάνοντο υπόψη όλες οι συμβάσεις υπεργολαβιών που είχαν εγκριθεί. Για την αναγνώριση ως υπεργολάβου υποβαλλόταν στη Διευθύνουσα το έργο Υπηρεσία κοινή αίτηση του αναδόχου και του υπεργολάβου. 44. Το 2008 υιοθετήθηκε ο Κώδικας Δημοσίων Έργων. Ο ν. 3669/2008 «Κύρωση της κωδικοποίησης της διαδικασίας κατασκευής δημοσίων έργων», κωδικοποίησε όλα τα νομοθετήματα, τα οποία είχαν εκδοθεί από το 1984 έως τον Δεκέμβριο του 2007 και περιελάμβαναν ρυθμίσεις για την εκτέλεση των δημοσίων έργων, προκειμένου να καθιερωθούν ενιαίοι κανόνες για την κατασκευή όλων των δημοσίων έργων. Ο ανωτέρω νόμος διακρίνει στις διατάξεις του, τα έργα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και τα έργα τα οποία δεν εμπίπτουν. Με τον Κώδικα Δημοσίων Έργων δεν τροποποιήθηκαν οι ισχύουσες κατά την υιοθέτησή του ρυθμίσεις αναφορικά με τους τρόπους επιλογής εργοληπτικής επιχείρησης, τα συστήματα υποβολής προσφορών, τα κριτήρια ανάθεσης των δημόσιων συμβάσεων έργων, τον αριθμό των τάξων και τις βασικές κατηγορίες έργων. Οι κυριότερες ρυθμίσεις που περιλαμβάνει είναι οι ακόλουθες: 45. Επιχειρήσεις που καλούνται στις δημοπρασίες. Στις δημοπρασίες κατασκευής των έργων καλούνται οι εγγεγραμμένες στο Μ.Ε.ΕΠ. ή τα νομαρχιακά μητρώα επιχειρήσεις, κατά κατηγορίες ή εξειδικευμένες επιχειρήσεις. Όταν το έργο ανήκει αποκλειστικά σε μια κατηγορία του Μ.Ε.ΕΠ. καλούνται οι επιχειρήσεις της κατηγορίας αυτής. Ένα έργο θεωρείται ότι ανήκει αποκλειστικά σε μια κατηγορία αν ανήκουν στην κατηγορία αυτή πλέον του 90% των εργασιών του όλου έργου. 46. Διαδικασία διεξαγωγής δημοπρασίας. Η δημοπρασία για την ανάθεση κατασκευής έργου διενεργείται με βάση τη σχετική διακήρυξη. Η διακήρυξη με την οποία γίνεται και ο προσδιορισμός του συστήματος υποβολής των προσφορών εγκρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την προϊσταμένη αρχή, η οποία και διενεργεί τη δημοπρασία ή ορίζει την αρχή που θα τη διενεργήσει. 47. Ανάδειξη αναδόχου κατασκευής έργων. Η ανάθεση της κατασκευής των δημοσίων έργων γίνεται υποχρεωτικά στην εργοληπτική επιχείρηση ή κοινοπραξία η οποία προσέφερε τη χαμηλότερη τιμή, υπό τον όρο ότι καλύπτει όλες τις προϋποθέσεις συμμετοχής στο διαγωνισμό. Αν η ισχύς της προσφοράς του αναδειχθέντος μειοδότη έχει λήξει και δεν συμφωνεί στην παράταση ισχύος της προς το σκοπό σύναψης της σύμβασης, η προϊσταμένη αρχή απευθύνεται στο δεύτερο κατά σειρά μειοδότη, στον οποίο κατακυρώνει το διαγωνισμό, αν αυτός συμφωνεί στην παράταση και ούτω καθεξής101. 48. Το καθεστώς της κοινοπραξίας. Οι εργοληπτικές επιχειρήσεις γίνονται δεκτές στις δημοπρασίες και σε κοινοπραξία, αν δεν το αποκλείει η διακήρυξη. Οι εργοληπτικές επιχειρήσεις που κοινοπρακτούν και είναι της αυτής βασικής κατηγορίας έργων πρέπει να ανήκουν όλες σε μία από τις καλούμενες στη δημοπρασία τάξεις και είτε να είναι όλες της ίδιας τάξης ή να διαφέρουν κατά μία τάξη. Η καθεμία από τις επιχειρήσεις που κοινοπρακτούν, συμμετέχει στην κοινοπραξία με ποσοστό όχι μικρότερο του είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) του προϋπολογισμού του δημοπρατούμενου έργου. 49. Όρια προϋπολογισμού ανά τάξη επιχειρήσεων. Υιοθετήθηκαν πέραν των ανώτατων, και κατώτατα όρια προϋπολογισμού ανά τάξη εργοληπτικών επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα, τα όρια προϋπολογισμού ανά κατηγορία έργων, στα οποία έχουν δικαίωμα συμμετοχής οι εγγεγραμμένες στο Μ.Ε.ΕΠ. εργοληπτικές επιχειρήσεις, ανάλογα με την τάξη εγγραφής τους, ήταν τα ακόλουθα: Τάξη ΜΕΕΠ Ανώτατο όριο Κατώτατο όριο Κατώτατο όριο (εκτός νομού (εντός νομού και σε έδρας) γειτονικό) Αναβαθμισμένο Ανώτατο όριο όριο κοινοπραξιών ανεκτέλεστου Α1 90.000 – – 142.500 270.000 Α2 300.000 – – 412.500 900.000 1η 750.000 – – 937.500 2.250.000 2η 1.500.000 175.000 87.500 2.062.500 4.500.000 3η 3.750.000 500.000 250.000 4.687.500 11.250.000 4η 7.500.000 1.400.000 700.000 11.125.000 22.500.000 5η 22.000.000 3.500.000 1.750.000 27.500.000 66.000.000 6η 44.000.000 10.500.000 5.250.000 60.000.000 132.000.000 7η χωρίς ανώτατο όριο 35.000.000 35.000.000 Ειδικές διατάξεις Παρατήρηση: Τα όρια ισχύουν από 1/7/2003 (Απ. Δ17α/08/35/ΦΝ 430/ 18-4-2003 ΦΕΚ Β469) Τα ποσά σε Ευρώ Πηγή: ιστοσελίδες http://www.teicrete.gr/users/kutrulis/Nomoi_DE/Nomothiki/Nde_195.htm , http://www.pedmede.gr/site/images/nomoi/egiklios13_12052003.pdf και http://www.pesede.gr/el/mitroamek-meep 50. Κατασκευαστική κοινοπραξία (άρθρο 66). Ειδικότερα, επιτρέπεται η σύσταση κοινοπραξίας μεταξύ εργοληπτικών επιχειρήσεων για την κατασκευή έργου, το οποίο έχει αναλάβει μία ή περισσότερες από τις επιχειρήσεις αυτές, εάν όλα τα μέλη της κατασκευαστικής κοινοπραξίας ανήκουν στις καλούμενες από τη διακήρυξη τάξεις και 101 Στις περιπτώσεις διαγωνισμών με τα συστήματα προσφοράς: α) μελέτη και κατασκευή, β) αξιοποίηση ακινήτων με αντιπαροχή και γ) μερική ή ολική αυτοχρηματοδότηση του έργου με διάφορα ανταλλάγματα, ο ανάδοχος αναδεικνύεται κατά τις ειδικές περί αυτών διατάξεις. κατηγορίες του Μ.Ε.ΕΠ. και το συμφωνητικό σύστασης της κοινοπραξίας γνωστοποιείται στον κύριο του έργου ή τον φορέα κατασκευής. Ο κύριος του έργου ή ο φορέας κατασκευής μπορεί να μην εγκρίνει τη σύσταση της κοινοπραξίας, με απόφαση που λαμβάνεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός
(1)μηνός από την ανωτέρω γνωστοποίηση. Μέχρι την έγκριση ή μέχρι την παρέλευση της προθεσμίας αυτής άπρακτης, δεν επιτρέπεται η σύμπραξη της κοινοπραξίας στην κατασκευή του έργου. Ο αριθμός των μελών της κατασκευαστικής κοινοπραξίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία, αν το έργο ανατέθηκε σε μία επιχείρηση, ή το διπλάσιο του αρχικού αριθμού των εργοληπτικών επιχειρήσεων, αν το έργο ανατέθηκε σε κοινοπραξία εργοληπτικών επιχειρήσεων. Ο ανάδοχος πρέπει να διατηρεί συνολικό ποσοστό συμμετοχής στην κατασκευαστική κοινοπραξία τουλάχιστον εβδομήντα τοις εκατό (70%). Αν ο ανάδοχος είναι κοινοπραξία, πρέπει επιπλέον κάθε επιχείρηση της κοινοπραξίας να διατηρεί ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής δεκαπέντε τοις εκατό (15%). Στην περίπτωση αναδόχου κοινοπραξίας επιχειρήσεων της ίδιας κατηγορίας, το ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής κάθε μιας των επιχειρήσεων αυτών στην κατασκευαστική κοινοπραξία δεν μπορεί να είναι κατώτερο από εικοσιπέντε τοις εκατό (25%). Κάθε άλλη νέα επιχείρηση που μετέχει στην κατασκευαστική κοινοπραξία πρέπει να έχει ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής δεκαπέντε τοις εκατό (15%).
  1. Υποκατάσταση αναδόχου από τρίτο (άρθρο 65). Η υποκατάσταση απαγορεύεται παντελώς κατά την διάρκεια της διαδικασίας ανάθεσης και κατά κανόνα απαγορεύεται στη διάρκεια της εκτέλεσης. Επιτρέπεται μόνο κατ’ εξαίρεση και προς το συμφέρον του έργου, υπό την έννοια της αποφυγής της εκκαθάρισης και επαναδημοπράτησής του.
  2. Υπεργολαβία (άρθρο 68). «Εγκεκριμένος» θεωρείται ο υπεργολάβος, μετά από έγκριση του κυρίου του έργου ή του φορέα κατασκευής, όταν συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) Ο υπεργολάβος έχει τα αντίστοιχα προσόντα για την εκτέλεση του έργου που αναλαμβάνει και ανήκει σε τάξη και κατηγορία έργου, αντίστοιχη με το ποσό της σύμβασης υπεργολαβίας και β) ο ανάδοχος πριν από την εγκατάσταση του υπεργολάβου στο έργο, έχει γνωστοποιήσει στον κύριο του έργου ή στον φορέα κατασκευής τη σύμβαση υπεργολαβίας. Ο ανάδοχος του έργου πρέπει να διατηρεί ποσοστό τουλάχιστον εβδομήντα τοις εκατό (70%) του ποσού της σύμβασής του με τον κύριο του έργου ή τον φορέα κατασκευής, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι συμβάσεις υπεργολαβιών που έχουν εγκριθεί. II.2.3 ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ
  3. Ο όρος «συμβάσεις παραχώρησης» αφορά σε συμβάσεις «[..] δημοσίων έργων στις οποίες το σύνολο ή μέρος της αποζημίωσης του αναδόχου για την εκτέλεση των έργων συνίσταται στο δικαίωμα εκμετάλλευσης του έργου από αυτόν»
  4. Στο Π.Δ. 23/1993, στο άρθρο 3, προστέθηκε ως εργολαβικό αντάλλαγμα και η καταβολή αμοιβής στον ανάδοχο συνδυαστικά με το δικαίωμα εκμετάλλευσης του έργου.
  5. Στη νομοθεσία περί εκτέλεσης δημοσίων έργων, ήδη πριν την κωδικοποίηση που επήλθε με τον ν. 3699/2008 αναφέρονται και τύποι προσφοράς με άλλα ανταλλάγματα, που 102 Βλ. άρθρο 3 του Π.Δ. 265/1991 και άρθρο 111 παρ. 3 του ν. 3669/
  6. προσιδιάζουν στο καθεστώς των συμβάσεων παραχώρησης. Έτσι, στο άρθρο 13 του Π.Δ. 609/1985 με τίτλο «Προσφορά που περιλαμβάνει άλλα ανταλλάγματα» ορίζεται ότι το σύστημα προσφοράς που περιλαμβάνει άλλα ανταλλάγματα εφαρμόζεται όταν ο κύριος του έργου, προκειμένου να πραγματοποιήσει την κατασκευή, κρίνει σκόπιμη την παραχώρηση άλλου εργολαβικού ανταλλάγματος, εκτός από πλήρη χρηματική καταβολή ή αντιπαροχή ακινήτων. Τέτοια ανταλλάγματα μπορεί να είναι η παραχώρηση της χρήσης ή της εκμετάλλευσης του έργου για ορισμένη χρονική περίοδο, η αντιπαροχή γεωργικών ή μεταλλευτικών ή βιομηχανικών προϊόντων ή υπηρεσιών και άλλα. Τέλος, με τον ν. 3669/2008 έγιναν τροποποιήσεις στην νομοθεσία ώστε η προσφορά να περιλαμβάνει τη μερική ή ολική αυτοχρηματοδότηση με αντάλλαγμα τη λειτουργία ή εκμετάλλευση του έργου ή άλλα τυχόν ανταλλάγματα έναντι της κατασκευής του έργου. II.2.4 ΣΥΜΠΡΑΞΕΙΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ
  7. Οι Συμπράξεις Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) αποτελούν ειδικές μορφές συνεργασίας μεταξύ φορέων του Δημοσίου και ιδιωτών, με στόχο την υλοποίηση έργων υποδομής και την παροχή υπηρεσιών και διακρίνονται δύο κύριες μορφές τους: (α) ΣΔΙΤ καθαρά συμβατικού τύπου, στις οποίες η σύμπραξη μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα βασίζεται σε αποκλειστικά συμβατικούς δεσμούς103 και (β) ΣΔΙΤ θεσμοθετημένου τύπου, στις οποίες υπάρχει συνεργασία μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα στο πλαίσιο ενός άλλου φορέα
  8. Οι ΣΔΙΤ θεσμοθετημένου τύπου εισήχθησαν στην ελληνική έννομη τάξη με τον ν. 3389/
  9. Το νομοθετικό καθεστώς που εισάγεται με τις διατάξεις του Ν. 3389/2005 είναι ειδικό και στις περιπτώσεις που αφορά δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του ν. 3669/2008 περί Δημοσίων Έργων. Η σύσταση μιας ΣΔΙΤ θεσμοθετημένου τύπου μπορεί να γίνει είτε με τη δημιουργία ενός φορέα που ελέγχεται από κοινού από τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, είτε με την απόκτηση του ελέγχου μιας υπάρχουσας δημόσιας επιχείρησης από τον ιδιωτικό τομέα. Η μέθοδος κατασκευής έργων ΣΔΙΤ έχει ως βασική παραδοχή την κατασκευή του έργου από πόρους, που διαθέτει ο αντισυμβαλλόμενος της Αναθέτουσας Αρχής και η αποπληρωμή τόσο της αξίας κατασκευής όσο και της αξίας διαχείρισης λαμβάνει χώρα κατά την προβλεπόμενη συμβατική περίοδο διαθεσιμότητας των υπηρεσιών.
  10. Σύμφωνα με τον εν λόγω νόμο, οι Δημόσιοι Φορείς μπορούν σε τομείς της αρμοδιότητας τους να συνάπτουν έγγραφες συμβάσεις συνεργασίας από επαχθή αιτία («Συμβάσεις Σύμπραξης») με νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα («Ιδιωτικοί Φορείς») για την εκτέλεση έργων ή και την παροχή υπηρεσιών («Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα» ή «Συμπράξεις»). Στις Συμβάσεις Σύμπραξης οι Ιδιωτικοί Φορείς συμβάλλονται μέσω ανωνύμων εταιρειών ειδικού σκοπού που συνιστώνται από αυτούς αποκλειστικά και μόνο για τους σκοπούς της Σύμπραξης («Εταιρία Ειδικού Σκοπού») που εδρεύουν στην Ελλάδα και λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ν. 2190/1920 περί 103 Στα έργα ΣΔΙΤ καθαρά συμβατικού τύπου εμπίπτουν και οι συμβάσεις παραχώρησης του εθνικού δικαίου. 104 Βλ. Πράσινη Βίβλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής [COM/2004/0327]. Ανωνύμων Εταιρειών. Μέτοχοι Εταιρίας Ειδικού Σκοπού δύνανται να είναι μόνο οι Ιδιωτικοί Φορείς.
  11. Οι διαδικασίες ανάθεσης περιλαμβάνουν τη διαδικασία ανοικτού τύπου, κλειστού τύπου, ανταγωνιστικού διαλόγου και διαπραγμάτευσης, κατ’ αντιστοιχία προς τις προβλεπόμενες στο ν. 3669/
  12. Η ανάθεση των συμβάσεων από το δημόσιο φορέα που ενεργεί ως αναθέτουσα αρχή γίνεται, μεταξύ άλλων, με το κριτήριο της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς. II.2.5 ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ II.2.5.1 ΕΡΓΑ ΟΣΕ Α.Ε.
  13. Ο Κανονισμός Ανάθεσης και Εκτέλεσης Έργων και Ανάθεσης και Εκπόνησης Μελετών της εταιρίας ΕΡΓΑ ΟΣΕ Α.Ε. εφαρμόζεται σε όλα τα έργα και τις μελέτες, που συνδέονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο με τα έργα αυτά, τα οποία ανατίθενται στην εταιρία ΕΡΓΑ ΟΣΕ Α.Ε. Στο άρθρο 6 του Κανονισμού προβλέπεται η δημιουργία του Μητρώου Κατασκευαστών Ειδικών Έργων της ΕΡΓΟΣΕ Α.Ε. (Μ.Κ.Ε.Ε.), το οποίο ισχύει παράλληλα με το Μητρώο Εμπειρίας Κατασκευαστών (Μ.Ε.Κ.) και το Μητρώο Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (Μ.Ε.ΕΠ.). II.2.5.2 ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε.
  14. Οι διαγωνισμοί των έργων που διενεργεί η ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε. (εφεξής ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ) διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: (α) Διαγωνισμοί έργων με προϋπολογισμό άνω του κοινοτικού ορίου, οι οποίοι διενεργούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις ισχύουσες κοινοτικές οδηγίες και το εθνικό δίκαιο με το οποίο αυτές ενσωματώνονται στην ελληνική έννομη τάξη, και (β) Διαγωνισμοί έργων με προϋπολογισμό κάτω του κοινοτικού ορίου, οι οποίοι διενεργούνται κατά κανόνα με ανοικτή διαδικασία με δημοσίευση περίληψης στον ελληνικό τύπο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και το ν. 3669/
  15. Οι όροι της εκάστοτε διακήρυξης και τα τεύχη του διαγωνισμού εγκρίνονται με αποφάσεις του ΔΣ της εταιρίας. II.2.5.3 ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ Α.Ε.
  16. Σύμφωνα με το ν. 2229/1994 και το Καταστατικό της, η ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ Α.Ε. (εφεξής ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ) είναι η μόνη αρμόδια για την υλοποίηση του έργου του οδικού άξονα της Εγνατίας Οδού και των καθέτων προς αυτόν οδικών αξόνων, ενώ το ΔΣ αυτής είναι αρμόδιο για την κατάτμηση του συνολικού έργου σε επιμέρους έργα με κριτήρια καθαρώς τεχνικά και οικονομικά. Η ανάθεση και η εκπόνηση των μελετών της εταιρίας ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ και η ανάθεση και η εκτέλεση των έργων της, ακολουθεί μέχρι σήμερα, το σχετικό Κανονισμό της, ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ’ αριθ. Δ17α/10/59/ΦΝ 393/10.07.1996 Απόφαση του αρμοδίου Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Ο εν λόγω Κανονισμός εφαρμόζεται σε όλες τις τεχνικές μελέτες έργων και σε όλα τα έργα που ανατίθενται, από την εταιρία ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ. Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον Κανονισμό, τα έργα ανατίθενται και εκτελούνται σύμφωνα την ισχύουσα περί δημοσίων έργων νομοθεσία. II.3 ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗ ΣΧΕΤΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ105
  17. Βάσει της προγενέστερης πρακτικής της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η ευρύτερη αγορά των κατασκευών δημοσίων έργων διακρίνεται κατ’ αρχήν από αυτή των ιδιωτικών έργων
  18. Στην αγορά των δημοσίων έργων περιλαμβάνονται τα έργα που έχουν ως αναθέτουσα αρχή διάφορους φορείς του Δημοσίου107 και η ανάθεση, επίβλεψη, κατασκευή και συντήρησή τους διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις της εκάστοτε κείμενης νομοθεσίας περί δημοσίων έργων. Πρόκειται κυρίως για έργα υποδομής, τα οποία δύνανται να υλοποιηθούν μόνο από τις εγγεγραμμένες στο ΜΕΕΠ επιχειρήσεις. Ως σχετική γεωγραφική αγορά, ορίζεται το σύνολο της ελληνικής επικράτειας.
  19. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παλαιότερη πρακτική της ΕΑ, η αγορά των δημοσίων έργων δύναται να διακριθεί έτι περαιτέρω σε επιμέρους σχετικές υπο - αγορές, λαμβάνοντας υπόψη τους κατωτέρω παράγοντες: (α) τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί η εργοληπτική εταιρία προκειμένου να αναλάβει την εκτέλεση δημόσιου έργου, δηλ. το ύψος του προϋπολογισμού του δημοπρατούμενου έργου, την νομική της μορφή, το ύψος των ιδίων κεφαλαίων, την κατασκευαστική της ικανότητα και εμπειρία και ιδιαίτερα την τάξη (πτυχίο εργοληπτικής ικανότητας) στην οποία είναι εγγεγραμμένη, (β) τις κατηγορίες έργων στις οποίες είναι εγγεγραμμένη μία εργοληπτική επιχείρηση, (γ) τις τάξεις στις οποίες είναι εγγεγραμμένες οι εργοληπτικές επιχειρήσεις, βάσει των οποίων καθορίζονται και οι δυνατότητες συμμετοχής τους στους διαγωνισμούς για την ανάθεση δημοσίων έργων.
  20. Βάσει των ανωτέρω ως σχετική αγορά προϊόντος στην παρούσα υπόθεση ορίζεται η αγορά των δημοσίων έργων. Κατά την κρίση της Επιτροπής, η περαιτέρω κατάτμηση της σχετικής αγοράς προϊόντος (π.χ. ανά τάξη ή / και ανά κατηγορία έργου) παρέλκει εν προκειμένω.
  21. Και τούτο διότι κατ’ αρχήν η ακριβής οριοθέτηση της σχετικής αγοράς δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη νομική αξιολόγηση των υπό κρίση συμπεριφορών, διότι κατά πάγια ενωσιακή νομολογία και πρακτική δεν απαιτείται η ακριβής οριοθέτηση της σχετικής αγοράς για την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, όταν οι κρινόμενες 105 Βλ. Ανακοίνωση της Ε.Επ. «όσον αφορά τον ορισμό της σχετικής αγοράς για τους σκοπούς του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού», Επίσημη εφημερίδα («ΕΕ») αριθ. C 372 της 09/12/
  22. Η σχετική αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών περιλαμβάνει το σύνολο των προϊόντων ή υπηρεσιών που θεωρούνται από τον καταναλωτή εναλλάξιμες ή δυνάμενες να υποκατασταθούν μεταξύ τους, λόγω των χαρακτηριστικών τους, της τιμής τους και της σκοπούμενης χρήσης τους. Στη σχετική αγορά προϊόντων περιλαμβάνονται το προϊόν (ή προϊόντα) που αφορούν στην υπό εξέταση υπόθεση καθώς και όλα τα προϊόντα που είναι υποκατάστατά τους είτε από πλευράς ζήτησης είτε από πλευράς προσφοράς και των οποίων η διαθεσιμότητα (ή δυνητική διαθεσιμότητα) εμποδίζει τις ελεγχόμενες επιχειρήσεις να αυξήσουν επικερδώς την τιμή τους κατά ένα μικρό αλλά σημαντικό ποσοστό για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Η σχετική γεωγραφική αγορά περιλαμβάνει την περιοχή, στην οποία οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις πωλούν τα σχετικά προϊόντα υπό επαρκώς ομοιογενείς συνθήκες ανταγωνισμού. 106 Βλ. ενδεικτικά τις υπ’ αριθ. αποφάσεις Ε.Α. αριθ. 190/ΙΙΙ/2001, 208/III/2002, 324/V/2006, 338/V/2007 και 372/V/
  23. Βλ. επίσης και απόφαση ΕΑ 486/VI/
  24. 107 Οι φορείς του Δημοσίου που εμπλέκονται στο σύστημα παραγωγής τεχνικών έργων (δημόσιων) είναι μεταξύ άλλων Δημόσιες Υπηρεσίες, Ν.Π.Δ.Δ., οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης κάθε βαθμού συμπεριλαμβανομένης της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε. και των τοπικών ενώσεων Δήμων και Κοινοτήτων, οι Δημόσιες επιχειρήσεις και οι Δημόσιοι Οργανισμοί κ.λπ. συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές έχουν ως αντικείμενό τους τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού
  25. Συναφώς, δεν απαιτείται, κατ’ αρχήν, για τη διαπίστωση παράβασης ειδική οικονομική ανάλυση για τις συνθήκες της οικείας αγοράς, ούτε και για τον προσδιορισμό αυτής
  26. Η αρχή αυτή μπορεί να εφαρμοστεί αναλογικά και στην περίπτωση του άρθρου 1 του ν. 3959/2011 (πρώην άρθρο 1 του ν. 703/1977). Συναφώς, έχει κριθεί ότι δεν είναι η εκάστοτε αρχή ανταγωνισμού που επιλέγει κάθε φορά «κατ’ αυθαίρετο» τρόπο τη σχετική αγορά προϊόντων, αλλά οι ίδιες οι συμπράττουσες επιχειρήσεις που επικεντρώνουν την αντι-ανταγωνιστική τους συμπεριφορά σε ορισμένο/-α προϊόν/τα (καθορίζοντας έτσι και το εύρος της σχετικής έρευνας)110,
  27. Επιπροσθέτως, η υπό κρίση υπόθεση αφορά σε σοβαρούς περιορισμούς του ανταγωνισμού κατά την έννοια των ενωσιακών και εθνικών διατάξεων περί ανταγωνισμού (βλ. κατωτέρω υπό IV.2.3 και VII.2.2.2.1). Τέτοιου είδους συμφωνίες μεταξύ ανταγωνιστών συνιστούν παράβαση, ανεξαρτήτως του μεριδίου των συμπραττουσών στη σχετική αγορά, και δεν μπορούν να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής των απαγορευτικών διατάξεων των άρθρων 1 ν. 703/77 και του ν. 3959/2011 και 101 ΣΛΕΕ
  28. Κατά συνέπεια, ακόμη κι αν η σχετική αγορά ήθελε τυχόν οριοθετηθεί με διαφορετικό τρόπο από εκείνον που προκρίνεται στην παρούσα απόφαση, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά των έργων ή ακόμη και ανά έργο, τούτο δεν επιδρά καθοριστικά ως προς τη νομική αξιολόγηση των υπό κρίση συμπεριφορών.
  29. Περαιτέρω, σε αντι-ανταγωνιστικές πρακτικές, όπως οι εξεταζόμενες εν προκειμένω, με αντικείμενο τη νόθευση διαγωνισμών, βασικό σημείο αναφοράς για τον ορισμό της σχετικής αγοράς (προϊόντος και γεωγραφικής) είναι το έργο/ διαγωνιστική διαδικασία ή η ομάδα έργων/ διαγωνιστικών διαδικασιών που επηρεάζεται από την αντι-ανταγωνιστική σύμπραξη, ανεξαρτήτως κατ’ αρχήν των τυχόν ειδικότερων τεχνικών ή οικονομικών/ επενδυτικών χαρακτηριστικών των έργων, του είδους του εργολαβικού ανταλλάγματος, της προέλευσης των πόρων για την κατασκευή του έργου (από τη Δημόσια Αρχή, την ανάδοχο, ή και τις δύο πηγές) ή των προϋποθέσεων που προδιαγράφονται στη διακήρυξη. Οι παράγοντες αυτοί επιδρούν κυρίως στο εύρος και στον αριθμό των επιχειρήσεων που θα συμμετάσχουν στη διαγωνιστική διαδικασία113, και καθορίζουν την ένταση του ανταγωνισμού στις διαγωνιστικές αγορές, οι οποίες από τη φύση τους και εν τοις πράγμασι χαρακτηρίζονται από αβεβαιότητα ως προς τον αριθμό των συμμετεχόντων και το αποτέλεσμα της ανταγωνιστικής δράσης.
  30. Στην υπό κρίση υπόθεση, οι συμπράτουσες στη νόθευση επιχειρήσεις (εφεξής και «οι συμπράττουσες») είναι στην πλειονότητά τους εργοληπτικές επιχειρήσεις εγγεγραμμένες 108 Βλ. ενδεικτικά Αποφάσεις ΠΕΚ T-38/02 Groupe Danone κατά Επιτροπής, Συλλ. 2005, σκ. 99, και T48/02 Brouwerij Haacht NV κατά Επιτροπής, Απόφαση του ΠΕΚ, 06.12.2005, σκ. 58 (καθώς και στη σχετική νομολογία που παραπέμπουν). 109 Βλ. απόφαση ΣτΕ 2780/2012, σκ.
  31. 110 Βλ. απόφαση ΠΕΚ Τ-71/03 της 15.06.2005, Tokai Carbon κατά Επιτροπής, σκ.
  32. 111 Βλ. και Faull & Nikpay, The EU Law of Competition, 3η έκδοση, παρ. 8.
  33. 112 Βλ. Ανακοίνωση της ΕΑ της 02.03.2006 σχετικά με τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας, παρ. 11
(2), καθώς και Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας (de minimis), ΕΕ C 368, 22/12/2001, παρ. 11
(2). Βλ. επίσης ενδεικτικά ΔΕφΑθ 559/2010, ΔΕφΑθ 2891/2009 και ΔΕφΑθ 1682/2009, σκ.
  1. 113 Αλλά και στο αποτέλεσμα αυτής, το οποίο όχι σπάνια καθορίζεται από σειρά τυπικών ζητημάτων. στην ανώτατη τάξη και, αν όχι στο σύνολο, τουλάχιστον στις βασικότερες κατηγορίες έργων που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, ενώ οι αντι-ανταγωνιστικές πρακτικές που εξετάζονται αφορούν σε ένα ευρύ φάσμα έργων, που καταλαμβάνει τόσο έργα που δημοπρατούνται από έναν συγκεκριμένο δημόσιο φορέα όσο και έργα που δημοπρατούνται από διαφορετικούς φορείς εντός μίας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. Τέλος, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου της υπό κρίση υπόθεσης και τη διαχρονικότητα των παρατηρούμενων αντι-ανταγωνιστικών πρακτικών, συνάγεται το συμπέρασμα ότι ανεξαρτήτως των ειδικότερων προβλέψεων του εκάστοτε νομοθετικού πλαισίου, υφίστανται περιθώρια για την ανάπτυξη και ευδοκίμηση τέτοιων πρακτικών.
  2. Στην υπό κρίση υπόθεση, μπορεί ασφαλώς να οριστεί ως σχετική γεωγραφική αγορά το σύνολο της ελληνικής επικράτειας
  3. Και τούτο διότι, η πλειονότητα των ελεγχόμενων επιχειρήσεων δραστηριοποιούνται σε όλη την επικράτεια, ενώ δεν υφίστανται νομικά εμπόδια δραστηριοποίησης των εργοληπτικών εταιριών σε περιοχές εκτός της έδρας τους, αν και τα πραγματικά (οικονομικά και τεχνικά) εμπόδια, λαμβάνονται σαφώς υπόψη στην απόφαση συμμετοχής κάποιας εργοληπτικής επιχείρησης σε δημοπρασίες, όπως προαναφέρθηκε. III. ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟΥ III.1 ΑΝΤΙ-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΡΑΞΗ ΜΕΤΑΞΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΩΝ III.1.1 ΆΡΘΡΟ 1 Ν. 703/1977 ΚΑΙ ΆΡΘΡΟ 1 Ν. 3959/2011 - ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
  4. Βάσει των αρχών που διέπουν τη διαχρονική εφαρμογή του δικαίου και των γενικών αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες ίσχυαν κατά το χρόνο επελεύσεως των γεγονότων που συνιστούν την παράβαση, χωρίς να έχει σημασία ο χρόνος κατά τον οποίο εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις και επιβάλλονται οι σχετικές κυρώσεις
  5. Έτσι, κάθε συμπεριφορά, η οποία εκδηλώθηκε και έπαυσε πριν την 20.04.2011 (ημερομηνία κατάργησης του ν. 703/1977 και θέσης σε ισχύ του ν. 3959/2011116), αξιολογείται βάσει των άρθρων 1 και 2 του ν. 703/
  6. Παραβατική συμπεριφορά διαρκείας, με χρονική αφετηρία εκδήλωσης προγενέστερη της θέσης σε ισχύ του ν. 3959/2011, η οποία διαρκεί και μετά τη θέσπιση του νόμου αυτού, καταλαμβάνεται από το ρυθμιστικό πεδίο του νέου νόμου που θεσπίστηκε διαρκούσης της παράβασης και κατήργησε τον παλαιότερο.
  7. Συνεπώς, ελλείψει ρητής διαχρονικού δικαίου διάταξης προβλεπόμενης στον ν. 3959/2011, στα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης εφαρμόζονται οι ουσιαστικού δικαίου κανόνες του άρθρου 1 του ν. 703/1977, εφόσον οι εξεταζόμενες 114 Πρβλ. σχετικά αποφάσεις της Επιτροπής, COMP/M. 4298 Foster Yeoman/ aggregates Industries της 06.09.2006 και COMP/M.4687 της 21.02.
  8. 115 Βλ. απόφαση ΔΕΕ της 29.03.2011, C-201/09 και C-216/09, ArcelorMittal Luxembourg SA κ. Επιτροπής , αδημ., σκ. 67-
  9. 116 Με την θέση σε ισχύ του ν. 3959/2011 για την «Προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού» (ΦΕΚ Α΄ 93) την 20.4.2011 καταργήθηκε ο ν. 703/1977 «Περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού» (ΦΕΚ Α΄ 278) (βλ. άρθ. 51 Ν. 3959/2011). συμπεριφορές των εμπλεκομένων επιχειρήσεων εκδηλώθηκαν και έπαυσαν προ της 20.4.2011, ενώ εφαρμόζονται οι ουσιαστικού δικαίου κανόνες του άρθρου 1 του ν. 39159/2011, όταν οι εξεταζόμενες συμπεριφορές των συμπραττουσών επιχειρήσεων εκδηλώνονται ή/και διαρκούν και μετά το χρονικό αυτό σημείο
  10. Σε κάθε περίπτωση, ουδεμία ουσιαστική διαφοροποίηση υφίσταται μεταξύ των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 3959/2011 και του άρθρου 1 του ν. 3959/2011, δεδομένου ότι οι σχετικές διατάξεις του προϊσχύοντος (άρθρο 1 του ν. 703/1977) και του διάδοχου αυτού νόμου (άρθρο 1 του ν. 3959/2011) είναι πανομοιότυπες. III.1.2 ΆΡΘΡΟ 101 ΣΛΕΕ - ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΕΝΩΣΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΕΠΗΡΕΑΣΜΟΣ ΕΝΔΟΕΝΩΣΙΑΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ
  11. Αντίστοιχη με τις διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 703/1977 και 1 του ν. 3959/2011 είναι και η διάταξη του άρθρου 101 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 81 ΣυνθΕΚ)
  12. Ουσιαστικά, μοναδική επί πλέον προϋπόθεση για την παράλληλη εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 1/2003, σε σχέση με τη διάταξη του εθνικού δικαίου, αποτελεί αυτή της «δυνατότητας σοβαρής επίδρασης στο ενδοκοινοτικό εμπόριο»119,
  13. Κατά πάγια νομολογία, για να μπορεί μια σύμπραξη να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών πρέπει, βάσει ενός συνόλου νομικών και πραγματικών στοιχείων, να μπορεί να πιθανολογηθεί επαρκώς ότι μπορεί να ασκήσει άμεση ή έμμεση, πραγματική ή δυνητική, επίδραση στα εμπορικά ρεύματα μεταξύ κρατών μελών121, με τρόπο αισθητό
  14. Στην περίπτωση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, εάν μία συμφωνία μπορεί στο σύνολό της να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, το ενωσιακό δίκαιο εφαρμόζεται στο 117 Διάφορο ως ένα βαθμό είναι το ζήτημα της αρμοδιότητας έκδοσης απόφασης περί διαπίστωσης ή μη παράβασης και επιβολής των όποιων κυρώσεων καθώς και των εφαρμοστέων κανόνων για την επιμέτρηση του προστίμου που θα αναλυθεί στο οικείο κεφάλαιο. 118 Bλ. ενδεικτικά ΣτΕ 1731/2001, Επισκ. Εμπ. Δικ. 2003, σελ.
  15. Σημειώνεται ότι όπου εδώ γίνεται αναφορά στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ, με αυτό νοείται και το αντίστοιχο άρθρο 85 ΣυνθΕΟΚ ή το άρθρο 81 ΣυνθΕΚ, σύμφωνα με την ονομασία και την αρίθμηση που ίσχυε κατά τον αντίστοιχο χρόνο. Υπενθυμίζεται ότι από την 1η Δεκεμβρίου 2009, ημερομηνία έναρξης ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, η «Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας» μετονομάζεται σε «Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης» (άρθρο 2 παράγραφος 1 της Συνθήκης της Λισαβόνας). Τα άρθρα, τα τμήματα, τα κεφάλαια, οι τίτλοι και τα μέρη της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν αναριθμηθεί (άρθρο 5 και παράρτημα της Συνθήκης της Λισαβόνας). Η Συνθήκη της Λισαβόνας τροποποιεί τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Συνθήκη για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, χωρίς όμως να τις υποκαθιστά. Βλ. και Συνθήκη προσχώρησης της Ελλάδας (υπεγράφη στις 28.5.1979, έναρξη ισχύος την 1.1.1981, ΕΕ L 291 της 19.11.1979). 119 Bλ. ενδεικτικά ΣτΕ 1731/2001, ό.π. 120 Βλ. σχετικά Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ΕΕ C 101/07, της 27.04.2004, παρ.
  16. 121 Βλ. απόφαση ΔΕΚ της 29.10.1980,. C-209-215/78 και 218/78, Van Landewyck κατά Επιτροπής, Συλλ. 3125, σκ. 170, απόφαση της 17.07.1997, C-219/95Ρ, Ferriere Nord Spa κατά Επιτροπής, Συλλ. Ι-4411, σκ. 20, απόφαση ΕΑ 370/V/2007 και Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης ό.π., παρ. 9-
  17. 122 Βλ. απόφαση ΕΑ 277/IV/2005 με παραπομπή στις αποφάσεις ΔΕΚ της 17.10.1972, C-8/72,Vereniging van Cementhandelaren κατά Επιτροπής, Συλλ. 1972-1973, σ. 221, σκ. 29 και της 11.7.1985, C-42/84 Remia κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλ. 2545, σκ. 22 και απόφαση ΠΕΚ της 21.02.1995, Τ-29/92, SPO κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλ.ΙΙ-289, σκ.
  18. Βλ. και Ανακοίνωση Επιτροπής, ό.π., παρ. 33 και
  19. σύνολο της συμφωνίας, περιλαμβανομένων και των τμημάτων της που μεμονωμένα δεν επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών
  20. Είναι, επίσης, αδιάφορο, εάν η συμμετοχή δεδομένης επιχείρησης επηρεάζει ή όχι αισθητά το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών
  21. Ο αισθητός χαρακτήρας του επηρεασμού μπορεί ιδίως να εκτιμηθεί κατ’ αναφορά προς τη θέση και τη σημασία των μερών στην αγορά των σχετικών προϊόντων125, τη φύση της συμφωνίας ή της πρακτικής και τη φύση των καλυπτόμενων προϊόντων/υπηρεσιών
  22. Στην υπό κρίση υπόθεση υφίσταται η προαναφερόμενη δυνατότητα αισθητού επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών, και κατά συνέπεια, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής, παράλληλα με το εθνικό, και του ενωσιακού δικαίου, λόγω του εύρους της γεωγραφικής αγοράς στην οποία δραστηριοποιούνται οι συμπράττουσες επιχειρήσεις (ολόκληρη η ελληνική επικράτεια, και άρα σημαντικό τμήμα της εσωτερικής αγοράς127), του αριθμού των συμπραττουσών επιχειρήσεων (το σύνολο των εργοληπτικών εταιριών ανώτατης τάξης από το 1995 έως το 2000) και του μεριδίου αγοράς που κατείχαν αυτές αθροιστικά επί του κύκλου εργασιών από δημόσια έργα ανώτατης τάξης (80,32% το 2005, 76,789 % το 2006 και 98% το 2011), της δυνατότητας συμμετοχής αλλοδαπών επιχειρήσεων στην πλειονότητα των υπό εξέταση διαγωνισμών, και συνακόλουθα της δυνατότητας διείσδυσής τους στην εγχώρια αγορά δημοσίων έργων, γεγονός που καθιστά τις εξεταζόμενες υπηρεσίες αντικείμενο διασυνοριακών συναλλαγών, και τέλος λόγω της ίδιας της φύσης των εξεταζόμενων παραβάσεων. III.1.3 ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1 ΠΑΡ. 1 Ν.703/1977, ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1 ΠΑΡ. 1 Ν.3959/2011 ΚΑΙ 101 ΠΑΡ. 1 ΣΛΕΕ
  23. Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 3959/2011 και του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 703/1977 είναι:  Η ύπαρξη συμφωνίας, εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ επιχειρήσεων ή απόφασης ένωσης επιχειρήσεων,  Αντικείμενο ή αποτέλεσμα της ανωτέρω συμφωνίας, εναρμονισμένης πρακτικής ή απόφασης να είναι ο αισθητός περιορισμός, η παρακώλυση ή η νόθευση του ανταγωνισμού. 123 Βλ. ενδεικτικά απόφαση ΔΕΚ της 25.02.1986, C-193/83, Windsurfing κατά Επιτροπής, Συλλ. 611, σκ. 96, απόφαση ΠΕΚ της 14.05.1997, Τ-77/94 Vereniging van Groothandelarenin Bloemkwekerijprodukten, Συλλ.. ΙΙ-759, σκ. 126, και παρ. 14 Κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ό.π. 124 Βλ. ενδεικτικά απόφαση ΠΕΚ Τ-2/89, Petrofina κατά Επιτροπής, Συλλ. ΙΙ-1087, σκ. 226, καθώς και παρ. 15 Κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ό.π. 125 Βλ. απόφαση ΔΕΚ της 28.4.1998, C-306/96, Javico, Συλλ. Ι-1983, σκ. 17 και απόφαση ΠΕΚ της 1.4.1993, υπόθ. Τ-65/89, BPB Industries και British Gypsum, Συλλ. ΙΙ-389, σκ. 138 και Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης ό.π., παρ.
  24. 126 Βλ. απόφαση ΠΕΚ της 01.04.1993, Τ-65/89, BPB Industries και British Gypsum, Συλλ. ΙΙ-389, σκ. 138 και Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης ό.π., παρ.
  25. 127 Βλ. παρ. 78 επ. Κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ό.π.
  26. Αντίστοιχα ισχύουν και για το άρθρο 101 παρ.1 ΣΛΕΕ. Σημειωτέον ότι κατά την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, η ερμηνεία που έχει δοθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι δεσμευτική για το σύνολο των εθνικών δικαστηρίων και αρχών των κρατών μελών
  27. III.1.3.1 Η έννοια της «επιχείρησης»
  28. Ως «επιχείρηση», κατά το δίκαιο προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού, νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο ή οικονομική ενότητα που ασκεί εμπορική ή άλλη οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς του και από τον τρόπο χρηματοδότησής του
  29. Ειδικότερα, η ύπαρξη επιχείρησης προϋποθέτει αυτονομία οικονομικής δράσης και συνακόλουθα πλήρη ανάληψη των οικονομικών κινδύνων που συνεπάγεται η εκάστοτε οικονομική δραστηριότητα
  30. Ως οικονομική δραστηριότητα νοείται κάθε δραστηριότητα προσφοράς αγαθών ή υπηρεσιών σε δεδομένη αγορά
  31. Η έννοια της «επιχείρησης» είναι περισσότερο οικονομική παρά νομική και το αποφασιστικό κριτήριο για την έννοια αυτή στο δίκαιο προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού είναι η οικονομική, και όχι η νομική της αυτοτέλεια. III.1.3.2 Η έννοια της «συμφωνίας» ή / και «εναρμονισμένης πρακτικής» (σύμπραξης, σύμφωνα με τα άρθρα 1 ν. 3959/2011, άρθρο 1 ν.703/1977 και 101 ΣΛΕΕ)
  32. Για τους σκοπούς των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3959/2011 και 1 παρ. 1 του ν.703/1977, και αντίστοιχα του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, θεωρείται ότι υφίσταται «συμφωνία» όταν οι επιχειρήσεις, ρητά ή σιωπηρά, εγκρίνουν από κοινού σχέδιο που καθορίζει τις κατευθυντήριες γραμμές της αμοιβαίας δράσης τους (ή αποχής από τη δράση) στην αγορά. Για τους σκοπούς εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού, αρκεί οι επιχειρήσεις να έχουν εκφράσει την κοινή τους βούληση να συμπεριφερθούν στην αγορά κατά καθορισμένο τρόπο
  33. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, κάθε φορά που 128 Βλ. ΔΕΚ C-8/08, T-Mobile Netherlands BV κ.ά, κατά Raad vanbestuurvande Nederlandse mededingingsautoriteit, Συλλ. 2009, απόφαση της 4 Ιουνίου 2009, αδημ., σκ.
  34. 129 Βλ. ενδεικτικά ΠΕΚ Τ-217 και 245/03, FNSEA κατά Επιτροπής, Συλλ. 2004, ΙΙ-271, ΔΕΚ C-101 και 110/07, Coop de France Betail and Viande κατά Επιτροπής, Συλλ. 2008,Ι-10193 καθώς και ΔΕΚ C-41/90, Hofner και Elser κ. Macroton GmbH, Συλλ.1991, Ι-1979, ΔΕΚ C-55/96, Job Centre II, Συλλ. 1997, Ι-7119, σκ. 21, C-180-184/98, Pavlov κατά Stichting Pensioenfonds Medische Specialisten, Συλλ. 2000, Ι-6451, σκ.74, C-218/00, Cisal di Batistello Venanzio &Co κ. Institute Nazionale per L'Assicurazione Contro Gli fortune Sul Lavoro (INAIL), Συλλ.2002, Ι-691, σκ.
  35. 130 Βλ. ενδεικτικά ΠΕΚ Τ-23/09, Conseil national de l'Ordre des pharmaciens (CNOP), Conseil central de la section G de l'Ordre national des pharmaciens (CCG) κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, απόφαση της 26 Οκτωβρίου 2010, αδημ., σκ. 70-71, ΔΕΚ C-55/96, Job Centre coop.arl, Συλλογή 1997, Ι-7119, σκ.21, συνεκδ. υποθ. ΔΕΚ C-180-184/98, Pavel Pavlov κ.ά. κατά Stichting Pensioenfonds Medische Specialisten, Συλλ. 2000, Ι-6451, σκ. 74, ΔΕΚ C-118/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλ. 1987 σ. 2599, σκ. 7, ΔΕΚ C41/90, Klaus Hofner and Fritz Elser κατά Macrotron GmbH, Συλλ. 1991, I-1979, σκ. 21, ΔΕΚ C-35/96, Επιτροπή κατά Ιταλίας (CNSD), Συλλ. 1998, I-3851, σκ. 36, ΔΕΚ C-244/94, Fédération Française des Sociétés d'Assurance κ.ά. κατά Ministère de l'Agriculture et de la Pêche, Συλλ. 1995, I-4013, σκ. 14, ΕΑ 292/IV/2005 υπό 2.1 και ΕΑ 563/VΙI/2013, σκ.
  36. 131 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-118/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλ. 1987, σελ. 2599, σκ. 7, ΔΕΚ C-35/96, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλ. 1998, σελ. 351, σκ. 36, ΕΑ 430/V/2009, σελ. 6 και ΕΑ 317/V/2006, σελ.
  37. 132 Βλ. ΣτΕ 2007/2013, σκ. 17 και ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4-6, καθώς και ενδεικτικά ΔΕΚ C-41/69, ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής, Συλλ. 1969-1971, σελ.397, σκ. 111-113, ΠΕΚ Τ-13/89, Polypropylene, Συλλ.1992, ΙΙ-1021, σκ. 253, ΠΕΚ Τ-7/89, Hercules κατά Επιτροπής, Συλλ.1991, ΙΙ-1711, σκ. 256, ΠΕΚ Τ- επιχειρήσεις εκφράζουν κοινή βούληση προς επίτευξη επιδιωκομένων τιμών ή επιδιωκομένου όγκου πωλήσεων ή κατανομής αγορών/πελατείας
  38. Εξάλλου, δεν είναι αναγκαίο οι συμμετέχοντες να έχουν εκ των προτέρων συμφωνήσει σε ένα ολοκληρωμένο κοινό σχέδιο. Κατά πάγια νομολογία, η έννοια της «συμφωνίας» καταλαμβάνει, όχι μόνον συμβάσεις με τη στενή έννοια του όρου, αλλά και συμφωνίες κυρίων, ανεξαρτήτως μάλιστα αν είναι υπογεγραμμένες ή ανυπόγραφες
  39. Υπό το φως της ενωσιακής νομολογίας, «συμφωνία» συνιστά και ο καθορισμός από μέρους των συμμετεχουσών σε μία συνάντηση επιχειρήσεων των «κανόνων παιχνιδιού» για τη συμπεριφορά τους στην αγορά, δεδομένου ότι εκφράστηκε η επιθυμία ή η ευχή να ακολουθηθεί η συγκεκριμένη συμπεριφορά
  40. Η ύπαρξη συμφωνίας μπορεί να προκύπτει άμεσα ή έμμεσα από τη συμπεριφορά των μερών, καταλαμβάνει δε και ατελείς συνεννοήσεις, καθώς και επιμέρους και υπό όρους συμφωνίες κατά τη διαδικασία διαπραγμάτευσης, η οποία οδηγεί σε συμφωνία
  41. Συναφώς, κατά την ενωσιακή νομολογία, στο πλαίσιο μιας περίπλοκης σύμπραξης μεγάλης διάρκειας, ο όρος «συμφωνία» μπορεί να εφαρμοστεί όχι μόνο σε ένα γενικό σχέδιο ή ειδικά τον εφαρμοστέο βασικό μηχανισμό ή τους λεπτομερείς όρους που ενδεχομένως συγκεκριμενοποιούνται προοδευτικά ή και έχουν συμφωνηθεί ρητώς, αλλά στο σύνολο των διαρκών μεθοδεύσεων των μερών στο πλαίσιο της μεταξύ τους αντιανταγωνιστικής σύμπραξης, περιλαμβανομένης της υλοποίησης όσων έχουν συμφωνηθεί βάσει των ίδιων μηχανισμών και κατά την επιδίωξη του ίδιου κοινού σκοπού. Με βάση τα προεκτεθέντα, για την έννοια της «συμφωνίας», είναι αδιάφορος ο γραπτός ή προφορικός τύπος, καθώς και ο δεσμευτικός ή μη χαρακτήρας της. Συναφώς, αδιάφορο είναι αν οι εκπρόσωποι που συμμετέχουν στη συμφωνία ήταν εξουσιοδοτημένοι ή είχαν την αρμοδιότητα να συνάπτουν συμφωνίες με αντίστοιχο περιεχόμενο
  42. Τέλος, τόσο εξ επόψεως απόδειξης, όσο και εξ επόψεως ουσιαστικού δικαίου για να θεωρηθεί ότι δεδομένη συμφωνία πράγματι υπήρξε, δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει ότι καθένα από τα μετέχοντα μέλη συμμετείχε, ενέκρινε ρητώς ή έστω γνώριζε όλες ανεξαιρέτως τις επιμέρους πτυχές ή εκδηλώσεις της σύμπραξης καθόλη τη διάρκεια συμμετοχής του σε αυτό
  43. 305/94, Limburge κατά Επιτροπής, Συλλ. 1999, ΙΙ-945, σκ. 715, ΠΕΚ Τ-9/99, HFB Holding κατά Επιτροπής, Συλλ.2002, ΙΙ-1498, σκ.
  44. 133 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-41/69, ό.π., σκ. 112 και ΔΕΚ συνεκδ. υποθ. C- 209/78 έως 215/78 και 218/78, Heinz van Landewyck κατά Επιτροπής, Συλλ.1980, ΙΙΙ-210, σκ. 86, καθώς και ΠΕΚ T-1/89, Rhône-Poulenc SA κατά Επιτροπής, Συλλ. 1991, II-1034, σκ. 120, Τ-15/89, Chemie Linz AG κατά Επιτροπής, Συλλ.1992, II-1280, σκ. 301, και T-310/94, Grueber και Weber GmbH & Co. KG κατά Επιτροπής, Συλλ. 1998, II-1048, σκ. 85,
  45. 134 Βλ. ενδεικτικά Αποφάσεις ΔΕΚ C- 41/69, ACF Chemiefarma ό.π., C-44/69, Buchler & Co κατά Επιτροπής, Συλλ. 1970, σ. 733 και C-45/69, Boehringer Mannheim κατά Επιτροπής, Συλλ. 1970, σ. 769, καθώς και Αποφάσεις ΠΕΚ T-66/99, Μινωικές Γραμμές ΑΝΕ κατά Επιτροπής, Συλλ. ΙΙ-5515, σκ. 207 και Τ-141/89, Trefileurope κατά Επιτροπής, Συλλ.ΙΙ-791, σκ. 95-
  46. Βλ. ακόμη Ζιάμου Θ. σε Σκουρή Β., Ερμηνεία Συνθηκών για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, Εκδ. Αντ.Ν.Σάκκουλα, 2003, σελ.
  47. 135 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-204/00, Aalborg PortlandA /S κατά Επιτροπής, Συλλ. Ι-123, σκ. 228,
  48. 136 Βλ. ενδεικτικά απόφαση της Επιτροπής 2004/104/ΕΚ (Υπόθεση COMP/E-1/37.978/Μεθυλογλυκαμίνη), παρ. 172, EE L 038 της 10/02/2004 σ. 18 – 46, καθώς και ΕΑ 369/V/2007, σελ.
  49. 137 Βλ. απόφαση ΠΕΚ Τ-25/95 κ.λπ. Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλ. ΙΙ-491,σκ.
  50. 138 Βλ. Απόφαση της Επιτροπής 99/60/ΕΚ, Καρτέλ προμονωμένων σωλήνων, Υπόθεση IV/35.691, σκ.
  51. Η έννοια της «εναρμονισμένης πρακτικής» αφορά μορφή συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων, η οποία, χωρίς να φθάνει μέχρι τη σύναψη συμφωνίας, αντικαθιστά ηθελημένα τους κινδύνους που ενέχει ο ανταγωνισμός με την έμπρακτη συνεργασία των επιχειρήσεων αυτών
  52. Η απαίτηση αυτονομίας δράσης των επιχειρήσεων στην αγορά, που είναι συνυφασμένη με τις περί ανταγωνισμού διατάξεις140, αντιτίθεται αυστηρώς σε κάθε άμεση ή έμμεση επαφή μεταξύ των επιχειρηματιών αυτών δυνάμενη, είτε να επηρεάσει τη συμπεριφορά ενός υφιστάμενου ή δυνητικού ανταγωνιστή στην αγορά, είτε να αποκαλύψει σε έναν ανταγωνιστή τη συμπεριφορά που ο επιχειρηματίας έχει αποφασίσει ή σκέπτεται να ακολουθήσει στην αγορά. Η προϋπόθεση δε της αμοιβαιότητας πληρούται οσάκις η από μέρους ενός ανταγωνιστή αποκάλυψη σε άλλον ανταγωνιστή των μελλοντικών του προθέσεων ή της μελλοντικής του συμπεριφοράς στην αγορά ζητήθηκε από τον δεύτερο ή ο επιχειρηματίας αυτός δεν εξέφρασε καμία επιφύλαξη ή αντίρρηση όταν ο ανταγωνιστής του γνωστοποίησε τις προθέσεις του
  53. Κρίσιμο, εν προκειμένω είναι ότι οι ανταγωνιστές εν γνώσει τους δέχονται ή προσχωρούν σε μηχανισμούς συμπαιγνίας που διευκολύνουν το συντονισμό της εμπορικής τους πολιτικής. Επιπλέον, ο συντονισμός δεν πρέπει κατ’ ανάγκην να είναι ρητά εκφρασμένος, αρκεί να είναι και σιωπηρός
  54. Με βάση τα ανωτέρω, έχει κριθεί ότι συνιστά εναρμονισμένη πρακτική η συμμετοχή σε συναντήσεις που έχουν ως σκοπό τον καθορισμό επιδιωκομένων τιμών ή/και επιδιωκομένου όγκου πωλήσεων, κατά τις οποίες ανταλλάσσονται μεταξύ ανταγωνιστών πληροφορίες σχετικά με τις τιμές που σκέφτονται να εφαρμόσουν στην αγορά, σχετικά με το κατώτατο όριο συμφέρουσας λειτουργίας τους, τους περιορισμούς του όγκου πωλήσεων που κρίνουν αναγκαίους, τα αριθμητικά στοιχεία των πωλήσεών τους κ.ο.κ, διότι τις πληροφορίες αυτές ασφαλώς και τις λαμβάνουν υπόψη οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις για να καθορίσουν τη συμπεριφορά τους στην αγορά. Συναφώς, ακόμη και εάν τα στάδια της διαδικασίας διαπραγματεύσεων που οδήγησαν στη σύναψη ολοκληρωμένης συμφωνίας δεν καλύπτονται από την έννοια της «συμφωνίας», κατά τα ανωτέρω, η επίμαχη συμπεριφορά καταλαμβάνεται από την έννοια της «εναρμονισμένης πρακτικής»
  55. Περαιτέρω, η έννοια της «εναρμονισμένης πρακτικής» προϋποθέτει μεν συμπεριφορά των μετεχουσών επιχειρήσεων στην αγορά, δεν συνεπάγεται όμως κατ’ ανάγκην ότι η εν λόγω συμπεριφορά θα πρέπει και να επιφέρει, συγκεκριμένα, το περιοριστικό του 139 Βλ. π.χ. ΠΕΚ T-30/91, Solvay SA κατά Επιτροπής, Συλλ. II-1775, σκ. 66, 75 και ΠΕΚ T-36/91, Imperial Chemical Industries Plc κατά Επιτροπής, απόφαση της 29.06.1995, Συλλ. ΙΙ-
  56. 140 Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 2780/2012, σκ. 5 (όπου και παραπομπές σε πάγια ενωσιακή νομολογία). 141 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-40 επ./73, Suiker Unie κατά Επιτροπής, Συλλ. 1975, σελ. 507, σκ. 173-174, ΔΕΚ C-48/69 ICI κατά Επιτροπής, Συλλ. 1972-1973, σελ. 99, σκ.64, ΔΕΚ C-199/92 P, Huls κατά Επιτροπής Συλλ. 1999, Ι-4336, σκ. 162-168 και 178, ΔΕΚ C-105/94 P, Συλλ. 1997, Ι-3001, σκ. 126, 135-136, 143, καθώς και αποφάσεις ΠΕΚ Τ-1/89 Rhône-Poulenc SA κατά Επιτροπής, Συλλ. 1991, ΙΙ-1034, σκ. 101-103, 113-115 και 121-123, ΠΕΚ Τ-9/99 HFB Holding κατά Επιτροπής, Συλλ. 2000, Ι-8224, σκ. 211-213, ΠΕΚ Τ25/95 Cimenteries CBR κατά Επιτροπής, Συλλ. 1996, Ι-3786, σκ. 18-22 (περίληψης) και σκ. 1849, 1852, 1855, 1865, 3150, Βλ. επίσης ενδεικτικά ΔΕφΑθ 1617/2009, σκ.
  57. 142 Βλ. ΔΕΚ C-2/01P και C-3/01 P Bundesverband Arzneimittel – ImporteureeV, Συλλ.Ι-64, σκ.102 και Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την εφαρμογή του άρθρου 81 παρ. 3, 2004/C, 101/08 της 27.04.2004, παρ.
  58. 143 Βλ. Απόφαση της Επιτροπής, IV/35.691/Ε-4, Καρτέλ προμονωμένων σωλήνων, παρ.
  59. ανταγωνισμού αποτέλεσμα
  60. Κατά πάγια ενωσιακή νομολογία, τεκμαίρεται ότι οι μετέχουσες σε συνεννοήσεις επιχειρήσεις, οι οποίες εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται στην αγορά, δεν μπορεί παρά να λαμβάνουν υπόψη τις πληροφορίες που έχουν ανταλλάξει με τους ανταγωνιστές τους, όταν καθορίζουν τη συμπεριφορά τους στην αγορά145, ήτοι ότι υφίσταται η απαιτούμενη κατά νόμο αιτιώδης συνάφεια μεταξύ συνεννόησης και συμπεριφοράς. Μάλιστα, το εν λόγω τεκμήριο περί αιτιώδους συναφείας για τη στοιχειοθέτηση εναρμονισμένης πρακτικής είναι απόρροια του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, όπως αυτό ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο, και, συνεπώς, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του εφαρμοστέου ενωσιακού δικαίου
  61. Επιπλέον, η συμμετοχή επιχειρήσεων σε συναντήσεις στις οποίες έλαβαν χώρα, κατά τα προεκτεθέντα, συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές θίγουσες τον ανταγωνισμό, χωρίς να αντιταχθούν σαφώς στις συμφωνίες αυτές, αποτελεί επαρκή απόδειξη της συμμετοχής και της ευθύνης των εν λόγω επιχειρήσεων στη σύμπραξη – ανεξαρτήτως του αν οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις συμμορφώθηκαν τελικά με τα αποτελέσματα/συμφωνηθέντα στις σχετικές συναντήσεις
  62. Η αποστασιοποίηση και μόνο, ήτοι η δημόσια διαφοροποίηση της θέσης μιας επιχείρησης από τα συμφωνηθέντα, σηματοδοτεί την παύση της συμμετοχής μίας επιχείρησης στη σύμπραξη
  63. Τέλος, κατά πάγια νομολογία, οι διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 3959/2011, 1 του ν. 703/77 και 101 ΣΛΕΕ καταλαμβάνουν ουσιαστικά μορφές συμπαιγνίας που μετέχουν της ίδιας φύσης, διακρίνονται δε μόνο κατά την έντασή τους και τις επιμέρους μορφές υπό τις οποίες εκδηλώνονται. Στο ίδιο πλαίσιο, έχει κριθεί ότι οι αρχές ανταγωνισμού δεν είναι υποχρεωμένες να προσδιορίζουν επακριβώς μία παράβαση ως προς καθεμία επιχείρηση και σε κάθε δεδομένο χρονικό σημείο ως συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική, διότι οι σχετικές έννοιες μπορεί να αλληλοκαλύπτονται. Μια σύμπραξη μπορεί να συνιστά ταυτόχρονα «συμφωνία» και «εναρμονισμένη πρακτική» κατά την έννοια των σχετικών 144 Βλ. ΣτΕ 2007/2013, σκ. 17 και ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4-6, καθώς και ενδεικτικά ΔΕΚ C-199/92 Hüls κατά Επιτροπής, Συλλ. 1999, Ι-4336, σκ. 158-167, ΔΕΚ C-49/92 Ρ. Επιτροπή κατά Annic Partecipazioni SpA, Συλλ. Ι-4125, σκ. 119-
  64. 145 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-8/08, T-Mobile Netherlands BV κ.ά. κατά Raad vanbestuurvande Nederlandse Mededingingsautoriteit, σκ. 52-53 (όπου και παραπομπές σε πάγια ενωσιακή νομολογία). Βλ. και Faull & Nickpay, The EU law of competition, 3d edition, παρ. 3.
  65. 146 Βλ. ενδεικτικά πρόσφατη απόφαση ΔΕΚ C-8/08, T-Mobile Netherlands BV κ.ά. κατά Raad vanbestuurvande Nederlandse Mededingingsautoriteit, Συλλ. 2009, απόφαση της 04.06.2009, αδημ., σκ.
  66. 147 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-204/00 P. Aalborg Portland κατά Επιτροπής, Συλλ 2004, σελ. Ι-123, σκ. 249 και 291, 323, 330-331, ΔΕΚ C-49/92 Ρ, ό.π, σκ. 95-100 και ΔΕΚ C-199/92 P, ό.π, σκ. 174, 180-
  67. Βλ. επίσης ΔΕΚ C-291/98 P Sarrio κατά Επιτροπής, Συλλ. 2000, Ι-10014, σκ. 50, ΠΕΚ Τ-334/94, Sarrio S.A. κατά Επιτροπής, Συλλ. 1996, Ι-1331, σκ. 118, ΠΕΚ T-67/00, T-68/00, T-71/00 και T-78/00, JFE Engineering κατά Επιτροπής, Συλλ.2004, ΙΙ-2514, σκ. 327, ΠΕΚ T-48/00, Corus UK Ltd κατά Επιτροπής, Συλλ. 2004, ΙΙ2331, σκ. 116, ΠΕΚ Τ-50/00, Dalmine SpA κατά Επιτροπής, Συλλ. 2004, ΙΙ-2405, σκ. 162, ΠΕΚ T-7/89, HerculesChemicals κατά Επιτροπής, Συλλ. 1991, II-1715, σκ. 232, καθώς και ΠΕΚ Τ-303/02, Westfalen Gassen κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Συλλ. 2006, ΙΙ-4575, σκ.
  68. 148 Βλ.και αποφάσεις ΠΕΚ, Τ-7/89, Hercules Chemicals, ό.π, σκ. 232, Τ-310/94, Gruber και Weber, ό.π, T329/01 Archer Midland κατά Επιτροπής, σκ. 247 και Τ-25/95 κλπ., Cimenteries CBR κλπ κατά Επιτροπής, Συλλ. II-491, σκ. 2814, 3100, 3103,
  69. Βλ. και αποφάσεις ΔΕΕ C-68/12, απόφαση της 07.02.2013, Slovenska Sporitelna, αδημ. σκ. 27 και νομολογία σ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.