ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΙΘ. 640/2017* Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συνεδρίασε στην Αίθουσα Συνεδριάσεων του 1ου ορόφου του κτιρίου των γραφείων της, επί της οδού Κότσικα 1Α, Αθήνα, την 19η Σεπτεμβρίου 2016, ημέρα Δευτέρα και ώρα 10:00, με την εξής σύνθεση: Πρόεδρος: Δημήτριος Κυριτσάκης. Μέλη: Δημήτριος Λουκάς (Αντιπρόεδρος), Βικτωρία Μερτικοπούλου, Λευκοθέα Ντέκα (Εισηγήτρια), Νικόλαος Ζευγώλης, Παναγιώτης Φώτης και Δημήτριος Δανηλάτος. Γραμματέας: Ευαγγελία Ρουμπή. Τα λοιπά τακτικά ή/και αναπληρωματικά μέλη, καίτοι προσκληθέντα, δεν προσήλθαν λόγω δικαιολογημένου κωλύματος. Θέμα της συνεδρίασης: Λήψη απόφασης επί της επανεξέτασης της υπ’ αριθ. πρωτ. 6756/26.10.2005 καταγγελίας της Πρωτοβάθμιας Επαγγελματικής Οργάνωσης με την επωνυμία «ΕΝΩΣΗ ΦΑΝΟΠΟΙΩΝ ΚΑΙ ΒΑΦΕΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΧΑΝΙΩΝ» κατά των εταιριών α) «AUDATEX ΕΛΛΑΣ Α.Ε.», β) «Η ΕΘΝΙΚΗ» ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (αναφερόμενη εντός της καταγγελίας ως «ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.»), γ) «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.», δ) «ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ Ε.Α.Ε.Ζ.Α.Ε.», ε) «GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» (ισχύουσα επωνυμία της προηγουμένως ονομαζόμενης «ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΙΦ Γ.Α.Ε.Α.Ε.») και στ) της «ΕΝΩΣΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ», για παράβαση του άρθρου 1 του Ν. 703/77, όπως ίσχυε, καθώς και του Κανονισμού 1400/2002 της * Η παρούσα απόφαση εκδίδεται σε τρεις
(3)επιπλέον εκδόσεις με τα εξής διακριτικά: 1) Προς Δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, 2) Έκδοση για την Ένωση Φανοποιών και Βαφέων Αυτοκινήτων Νομού Χανίων και 3) Έκδοση για τις «AUDATEX ΕΛΛΑΣ Α.Ε.», «ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ», «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.», «ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ Ε.Α.Ε.Ζ.Α.Ε.», «GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», «ΕΝΩΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ», εφεξής «Έκδοση για τις καταγγελλόμενες». Από τις τρεις αυτές εκδόσεις έχουν αφαιρεθεί τα απόρρητα επιχειρηματικά στοιχεία (όπου η ένδειξη […]) τα οποία δεν θα πρέπει να περιέλθουν σε γνώση του αντίστοιχου αποδέκτη της έκδοσης, σύμφωνα με το άρθρο 41 του ν. 3959/2011 (ΦΕΚ 93 Α΄/20.4.2011), όπως ισχύει, και τον Κανονισμό Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΦΕΚ 54 Β΄/16.1.2013). ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κατόπιν αναπομπής από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών της υπ’ αριθ. 460/V/2009 απόφασης της Ε.Α. Πριν την έναρξη της συνεδρίασης, ο Πρόεδρος της Επιτροπής όρισε Γραμματέα της υπόθεσης την υπάλληλο της Γραμματείας Προέδρου, Αντιπροέδρου και Εισηγητών, Ευαγγελία Ρουμπή με αναπληρώτρια αυτής την Ευγενία Ντόρντα. Η αρχικώς ορισθείσα συζήτηση της υπόθεσης για την 11η Απριλίου 2016 καθώς και οι επόμενες μετ’ αναβολής προγραμματισθείσες συνεδριάσεις της ΕΑ για τις 16 Μαΐου 2016 και 23 Ιουνίου 2016 αναβλήθηκαν, κατόπιν αιτημάτων των ενδιαφερομένων μερών, λόγω της συνεχιζόμενης πανελλαδικής αποχής των δικηγόρων, και η τελικώς ορισθείσα ημερομηνία προσδιορίστηκε για τις 19 Σεπτεμβρίου 2016. Η συζήτηση της υπόθεσης συνεχίσθηκε κατά τις συνεδριάσεις της Επιτροπής την 3η Οκτωβρίου 2016, ημέρα Δευτέρα και ώρα 11:30, την 4η Οκτωβρίου 2016, ημέρα Τρίτη και ώρα 09:30, την 5η Οκτωβρίου 2016, ημέρα Τετάρτη και ώρα 10:30, την 7η Οκτωβρίου 2016, ημέρα Τετάρτη και ώρα 14:30 και την 19η Οκτωβρίου 2016, ημέρα Τετάρτη και ώρα 10:00, οπότε και ολοκληρώθηκε. Στη συνεδρίαση τα νομίμως κλητευθέντα ενδιαφερόμενα μέρη παραστάθηκαν ως εξής: α) η Πρωτοβάθμια Επαγγελματική Οργάνωση με την επωνυμία «ΕΝΩΣΗ ΦΑΝΟΠΟΙΩΝ ΚΑΙ ΒΑΦΕΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΧΑΝΙΩΝ» με τον νόμιμο εκπρόσωπό της Σταμάτη Σκαμάγκα μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μαρίας Παπαδάκη, β) η εταιρία «AUDATEX ΕΛΛΑΣ Ανώνυμος Εταιρεία Ηλεκτρονικής Πραγματογνωμοσύνης Ζημιών Αυτοκινήτων − υπό εκκαθάριση» διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ηλία Σουφλερού, γ) η «ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ» με τον εκπρόσωπό της Κωνσταντίνο Μπουρτζάλα μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων της, Γεωργίου Τριανταφυλλάκη, Θεμιστοκλή Σκούρα και Αλεξάνδρας Μικρουλέα, δ) η «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» διά των πληρεξουσίων δικηγόρων της Θεμιστοκλή Σκούρα και Δημητρίου Ριζιώτη, ε) η «ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ Α.Ε» διά των πληρεξουσίων δικηγόρων της, Δημητρίου Τζουγανάτου, Νικολάου Κοσμίδη, Γεωργίου Δελλή και Κωνσταντίνας Σκανδάλη και στ) η «GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» με τον εκπρόσωπό της Φραγκούλη Αυγερινό μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων της, Δημητρίου Γεωργόπουλου και Κωνσταντίνου Καραγκούνη. Η «ΕΝΩΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ», η οποία καίτοι νομίμως είχε κλητευθεί (αριθ. 9815 Β΄-12.02.2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Νικολάου Ανδρικόπουλου) και κατέθεσε γραπτό υπόμνημα, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κανονισμού Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΦΕΚ 54/Β΄/2013), δεν παραστάθηκε. Επί της υπό κρίση υπόθεσης υποβλήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 2 του Κανονισμού Λειτουργίας και Διαχείρισης της Ε.Α, ένα
(1)κοινό υπόμνημα από επτά 2 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
(7)παρεμβαίνοντες, με ημερομηνία κατάθεσης 24/3/2016 (αριθ. πρωτ. 49), οι οποίοι επικαλούνται έννομο συμφέρον, δήλωσαν παράσταση υπέρ της καταγγέλουσας Ένωσης Φανοποιών και Βαφέων Αυτοκινήτων Νομού Χανίων και ζήτησαν από την Επιτροπή το υπόμνημά τους με τα συνημμένα έγγραφά του να αποτελέσει μέρος του φακέλου της υπόθεσης και να παρασταθούν κατά την προφορική διαδικασία, με βάση τις διατάξεις του αρ. 23 παρ. 4 και 5 του Κανονισμού Λειτουργίας και Διαχείρισης της ΕΑ. Οι επτά
(7)παρεμβαίνοντες και συγκεκριμένα: 1) το πανελλήνιο δευτεροβάθμιο επαγγελματικό σωματείο με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΒΙΟΤΕΧΝΩΝ ΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΩΝ» (Ε.Ο.Β.Ε.Α.Μ.Μ.), 2) το πρωτοβάθμιο επαγγελματικό σωματείο με την επωνυμία «Σύλλογος Eπισκευαστών Αμαξωμάτων και Βαφέων Αυτοκινήτων Αθηνών και περιχώρων» (Σ.Ε.Α.Β.Α.Α.Π.), 3) το πρωτοβάθμιο επαγγελματικό σωματείο με την επωνυμία «Σωματείο Αδειούχων Βιοτεχνών Φανοποιών Βαφέων Αυτοκινήτων Νομού Θεσσαλονίκης», 4) το πρωτοβάθμιο επαγγελματικό σωματείο με την επωνυμία «Σύλλογος Ιδιοκτητών Συνεργείων Αυτοκινήτων και Μοτοσικλετών Νομού Μαγνησίας», 5) το πρωτοβάθμιο επαγγελματικό σωματείο με την επωνυμία «Σύνδεσμος Ιδιοκτητών Επισκευαστών Αμαξωμάτων Νομού Ηρακλείου», 6) το πρωτοβάθμιο επαγγελματικό σωματείο με την επωνυμία «Σωματείο Επισκευαστών Αυτοκινήτων και Μηχανημάτων Ναυπλίου» και 7) το πρωτοβάθμιο επαγγελματικό σωματείο με την επωνυμία «Σύνδεσμος Φανοποιών Βαφέων Καροσσερί Αυτοκινήτων Νομού Αχαΐας», παραστάθηκαν ενώπιον της Επιτροπής διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Σκορίνη. Αρχικά, η Επιτροπή εξέτασε το αίτημα των παρεμβαινόντων και μετά από διάσκεψη ομοφώνως αποδέχτηκε την παρέμβαση καθώς έκρινε ότι η συμμετοχή τους θα συμβάλλει στη διακρίβωση της αλήθειας και τους επέτρεψε σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 5 του Κανονισμού Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής, να απευθύνουν ερωτήσεις στα μέρη, να λάβουν γνώση των πρακτικών της διαδικασίας ώστε να υποβάλουν υπόμνημα μετά το τέλος αυτής, να εξετάσουν μάρτυρες στην έκταση που θα είναι ενδιαφέροντα τα θέματα τα οποία θα θίξουν και να παραλάβουν αντίγραφα των μη εμπιστευτικών εκδόσεων των υπομνημάτων των μερών. Στη συνέχεια ο Πρόεδρος έδωσε το λόγο στην αρμόδια Εισηγήτρια Λευκοθέα Ντέκα, η οποία ανέπτυξε συνοπτικά την υπ’ αριθ. πρωτ. 706/29.1.2016 γραπτή εισήγησή της, και λαμβάνοντας υπόψη όσα αναφέρονται αναλυτικά στην εισήγηση, πρότεινε, τα εξής: Α. Να διαπιστωθεί η περιγραφείσα στην εισήγηση παράβαση των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 703/1977, όπως ίσχυε, και 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, από πλευράς των καταγγελλομένων ασφαλιστικών εταιριών , για το χρονικό διάστημα 1997 έως
- Β. Να διαπιστωθεί η περιγραφείσα στην εισήγηση παράβαση των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 703/1977, όπως ίσχυε, και 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ από πλευράς της AUDATEX ΕΛΛΑΣ Α.Ε., για το χρονικό διάστημα 1997 έως
- 3 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Γ. Να επιβληθεί πρόστιμο στις καταγγελλόμενες ασφαλιστικές εταιρίες και την AUDATEX ΕΛΛΑΣ για τις ως άνω παραβάσεις του άρθρου 1 του ν. 703/1977, όπως ίσχυε, και του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, το οποίο θα υπολογισθεί βάσει του άρθρου 25 παρ. 2 και 3 του ν. 3959/2011, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας. Δ. Να υποχρεωθούν οι καταγγελλόμενες ασφαλιστικές εταιρίες και η AUDATEX ΕΛΛΑΣ Α.Ε. να παραλείπουν τις παραβάσεις αυτές στο μέλλον. Ε. Να απειληθούν οι καταγγελλόμενες ασφαλιστικές εταιρίες και η AUDATEX ΕΛΛΑΣ Α.Ε. με πρόστιμο και χρηματική ποινή, αν με απόφαση της Επιτροπής βεβαιώνεται η συνέχιση ή η επανάληψη των διαπιστωθεισών παραβάσεων. Κατόπιν, το λόγο έλαβαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι και οι νόμιμοι εκπρόσωποι των ενδιαφερόμενων μερών, οι οποίοι τοποθετήθηκαν επί της προαναφερόμενης εισήγησης, ανέπτυξαν τις απόψεις τους, έδωσαν διευκρινίσεις και απάντησαν σε ερωτήσεις που τους υπέβαλαν ο Πρόεδρος και τα μέλη της Επιτροπής. Για τη θεμελίωση των ισχυρισμών τους οι πληρεξούσιοι δικηγόροι ζήτησαν την εξέταση μαρτύρων. Η Επιτροπή, αποδεχόμενη το σχετικό αίτημά τους, εξέτασε τους μάρτυρες: 1) […], 2) […], 3) […], 4) […], 5) […], 6) […], 7) […], 8) […] και 9) […]. Με την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας και την εξέταση των μαρτύρων, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι ζήτησαν και ο Πρόεδρος της Επιτροπής χορήγησε προθεσμία πέντε
(5)εργάσιμων ημερών μετά την παραλαβή των πρακτικών από τα ενδιαφερόμενα μέρη, προκειμένου να υποβάλουν τα συμπληρωματικά υπομνήματά τους. Η Επιτροπή συνήλθε σε διάσκεψη την 28η Φεβρουαρίου 2017 (ημέρα Τρίτη και ώρα 11:00 π.μ.), στην ως άνω αίθουσα συνεδριάσεων του 1ου ορόφου των Γραφείων της, με τη συμμετοχή της Εισηγήτριας Λευκοθέας Ντέκα, η οποία δεν έλαβε μέρος στην ψηφοφορία και αφού έλαβε υπόψη τα στοιχεία του φακέλου της κρινόμενης υπόθεσης, την Εισήγηση, τις απόψεις που διατύπωσαν προφορικώς τα ενδιαφερόμενα μέρη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και με τα υπομνήματά τα οποία υπέβαλαν, καθώς και τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες κατά την ακροαματική διαδικασία, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΩΣ ΕΞΗΣ
- ΙΣΤΟΡΙΚΟ
- Με το υπ’ αριθ. πρωτ. 6756/26.10.2005 έγγραφό της, η Πρωτοβάθμια Επαγγελματική Οργάνωση με την επωνυμία «ΕΝΩΣΗ ΦΑΝΟΠΟΙΩΝ ΚΑΙ ΒΑΦΕΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΧΑΝΙΩΝ» (εφεξής και «Ένωση» ή «καταγγέλλουσα») καταγγέλλει τις ανωτέρω αναφερόμενες εταιρίες, για παράβαση του άρθρου 1 του Ν.703/1977, όπως ίσχυε, καθώς και του Κανονισμού 1400/2002 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. 4 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Για τη διερεύνηση της ως άνω καταγγελίας, η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού (εφεξής «ΓΔΑ») ξεκίνησε έρευνα τον Ιούνιο του 2006 και μετά το πέρας αυτής, συνέταξε την με αριθ. πρωτ. 4123/24.6.2008 εισήγηση προς την Επιτροπή Ανταγωνισμού (εφεξής «Ε.Α.»).
- Επί της ως άνω εισήγησης και κατόπιν της διεξαχθείσας ακροαματικής διαδικασίας, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 460/V/2009 απόφαση της Ε.Α, η οποία διαπίστωσε, κατά πλειοψηφία, την τέλεση παράβασης του άρθρου 1 του Ν. 703/77, όπως ίσχυε, από τις εταιρίες «Η ΕΘΝΙΚΗ- ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ», «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.», «ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ Ε.Α.Ε.Ζ.Α.Ε.» και «GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ». Ειδικότερα, κατά την κρίση της Ε.Α, οι καταγγελλόμενες ασφαλιστικές εταιρίες προέβησαν στην ίδρυση της κοινής επιχείρησης AUDATEX HELLAS Α.Ε, διαχειριστή ενός μηχανογραφικού συστήματος ηλεκτρονικής πραγματογνωμοσύνης ζημιών αυτοκινήτων, για τη χρησιμοποίησή της ως μηχανισμού συναπόφασης και συντονισμού της εμπορικής πολιτικής τους. Συγκεκριμένα, μέσω αυτής, προχώρησαν στον από κοινού καθορισμό ενιαίας τιμής εργατοώρας (εφεξής και ε/ω), η οποία ήταν κοινή για όλες τις καταγγελλόμενες ασφαλιστικές εταιρίες κατά κατηγορίες συνεργείων και χρησιμοποιούνταν στο σύστημα ηλεκτρονικής πραγματογνωμοσύνης. Κατόπιν των ανωτέρω, η Ε.Α. προέβη στην επιβολή κυρώσεων και διορθωτικών μέτρων στις καταγγελλόμενες ασφαλιστικές εταιρίες.
- Κατά της ως άνω υπ’ αριθ. 460/V/2009 απόφασης της Ε.Α. προσέφυγαν όλες οι καταγγελλόμενες εταιρίες, ζητώντας την ακύρωσή της. Η υπ’ αριθμ. 460/V/2009 απόφαση της ΕΑ ακυρώθηκε δυνάμει των υπ’ αριθμ. 2132, 2133, 2134 και 2135/2010 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν από τις υπ’ αριθμ. 3847, 3848, 3849 και 3850/2013 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ως εκ τούτου, η υπόθεση αναπέμφθηκε στην ΕΑ για νέα νόμιμη κρίση.
- ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ
- Με το υπ’ αριθ. πρωτ. 6756/26.10.2005 έγγραφό της, η Ένωση κατήγγειλε τις ανωτέρω αναφερόμενες εταιρίες και την «ΕΝΩΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ» , για παράβαση του άρθρου 1 του Ν. 703/1977, όπως ίσχυε, καθώς και του Κανονισμού 1400/2002 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
- Σύμφωνα με την καταγγελία, βάσει της διαδικασίας ασφαλιστικών αποζημιώσεων, σε περίπτωση ζημίας αυτοκινήτου, κάθε φορά που κάποια ασφαλιστική εταιρία υποχρεούται να πληρώσει την αποκατάσταση υλικών ζημιών σε όχημα, είτε σε περιπτώσεις υπαιτιότητας του ασφαλισμένου πελάτη της είτε σε περιπτώσεις μικτής ασφάλειας, αναθέτει σε έναν εκτιμητή ζημιάς/ πραγματογνώμονα να προβεί σε εκτίμηση του κόστους επανόρθωσης της ζημιάς και να συντάξει σχετική έκθεση. Η εκτίμηση/ πραγματογνωμοσύνη μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε με συμβατικό (χειρόγραφο) τρόπο, όπου καταγράφονται οι εκτιμώμενες εργασίες και το σύνολο του εκτιμώμενου κόστους επισκευής, είτε με ηλεκτρονικό τρόπο (ηλεκτρονική πραγματογνωμοσύνη), όπου γίνεται χρήση ειδικής για το σκοπό αυτό βάσης δεδομένων. 5 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Εν προκειμένω, οι καταγγελλόμενες συνέπραξαν και καθόρισαν πάγιες τιμές αποτίμησης της εργατοώρας του επισκευαστή, μέσω του συστήματος ηλεκτρονικής πραγματογνωμοσύνης Audatex της AUDATEX ΕΛΛΑΣ Α.Ε. Όπως αναφέρεται ειδικότερα στην καταγγελία, «οι ίδιες οι ασφαλιστικές εταιρείες που θα πληρώσουν τον επισκευαστή, ορίζουν μονομερώς μέσω του AUDATEX το αντίτιμο στην με τον επισκευαστή συναπτόμενη σύμβαση έργου». Έτσι, σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, μέσω του συστήματος των ηλεκτρονικών πραγματογνωμοσυνών που διαχειρίζεται η AUDATEX ΕΛΛΑΣ A.E, επιβάλλονται στους ανεξάρτητους επισκευαστές - φανοποιούς - βαφείς συγκεκριμένοι όροι συνεργασίας, τόσο ως προς την τιμή της εργατοώρας όσο και ως προς τον απαιτούμενο χρόνο επισκευών. Οι ανεξάρτητοι επισκευαστές αναγκάζονται στην αποδοχή των όρων, όπως αυτοί προκύπτουν από την ηλεκτρονική πραγματογνωμοσύνη του συστήματος Audatex, γιατί σε περίπτωση άρνησής τους απειλούνται με τη μη ανάθεση της εργασίας. Αναλυτικότερα, στην καταγγελία αναφέρεται: «Στην έκθεση εκτίμησης μέσω της AUDATEX ο εκτιμητής / πραγματογνώμονας προσδιορίζει, πέραν της τιμής των ανταλλακτικών, την αμοιβή ανά ώρα του επισκευαστή, καθώς και πόσες ακριβώς ώρες εργασίας δικαιολογούνται για την πραγματοποίηση κάθε είδους επισκευής. Έτσι από τις εκθέσεις των εκτιμητών, προκύπτει επακριβώς η τελική αμοιβή του επισκευαστή. Ο εκτιμητής του εγχειρίζει την έκθεση εκτίμησης, προτείνοντάς του σύναψη της σύμβασης με την εν λόγω αμοιβή. Αν ο επισκευαστής εκφράζει αντιρρήσεις, χάνει τη δουλειά: η έκθεση δεν αναπροσαρμόζεται, του επισκευαστή μη δυνάμενου να διαπραγματευτεί το ύψος της αμοιβής του. Είτε προσχωρεί στη σύμβαση είτε χάνει τη δουλειά». Σε άλλο σημείο της καταγγελίας αναφέρεται ότι «Στην πράξη, οι τιμές αποτίμησης της εργατοώρας από το AUDATEX καταλήγουν να είναι δεσμευτικές για τους επισκευαστές, διότι αν αυτοί αρνηθούν να συμμορφωθούν με την αποτίμηση της εργατοώρας τους, όπως αυτή προκύπτει από την έκθεση του εκτιμητή και ταυτόχρονα ο κύριος του ζημιωθέντος αυτοκινήτου δεν είναι διατεθειμένος – ως είθισται – να πληρώσει τη διαφορά μεταξύ της πάγιας τιμής και αυτής που θεωρεί ο επισκευαστής ως εύλογη αμοιβή του, ο πελάτης θα καταλήξει στα εξουσιοδοτημένα συνεργεία των κατασκευαστριών εταιρειών». Κατά την καταγγέλλουσα, «ο καθορισμός της εργατοώρας του επισκευαστή, μέσω των δεδομένων του συστήματος AUDATEX, στην πράξη λειτουργεί ως πάγια δεσμευτική τιμή που καταργεί απόλυτα τον ανταγωνισμό στην αγορά της επισκευής αυτοκινήτων». Επί τούτου αναφέρει ότι «Ειδικότερα, οι εν λόγω τιμές είναι πάγιες, δοθέντος ότι: α) η αμοιβή του εκάστοτε επισκευαστή ανά ώρα ορίζεται πανομοιότυπα, ανεξαρτήτως της εργασίας για την οποία αμείβεται και της δυσκολίας αυτής, καθώς και των υποδομών που αυτός διαθέτει β) χωρίς να του καταλείπονται περιθώρια διαπραγμάτευσης γ) οι έξωθεν τιθέμενες τιμές εμφανίζουν ελάχιστες μικροαποκλίσεις από επισκευαστή σε επισκευαστή, ακριβώς όπως καταστρατηγηθεί ο απαγορευτικός της επιβολής παγίων τιμών κανόνας. Πρόκειται για εικονικές αποκλίσεις, της τάξεως των 0,88 ευρώ και δ) πέραν της εργατοώρας, καθορίζεται παγίως και ο μέγιστος χρόνος αποπεράτωσης μιας εργασίας[…] Έτσι, κάθε φορά που άγεται στο συνεργείο μας προς επισκευή ένα αυτοκίνητο όχημα που υπέστη ζημιές συνεπεία τροχαίου ατυχήματος και τις εργασίες ‘επαναφοράς’ του οποίου στην προ του τροχαίου κατάσταση πρόκειται να πληρώσει μια από τις μεγάλες ασφαλιστικές εταιρείες (Εθνική Ασφαλιστική, Αγροτική Ασφαλιστική, Interamerican, Φοίνιξ), στερούμαστε του δικαιώματος ελεύθερης χρέωσης 6 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ της εργατοώρας μας. Η εργατοώρα καθορίζεται μονομερώς από το σύστημα χωρίς να ακούγεται ο επισκευαστής […]».
- Περαιτέρω, καθώς οι τιμές του συστήματος ηλεκτρονικής πραγματογνωμοσύνης Audatex ενημερώνονται από τις αυτοκινητοβιομηχανίες και τις ασφαλιστικές εταιρίες, και λόγω του τρόπου με τον οποίο αυτό είναι δομημένο, δημιουργούνται αντιανταγωνιστικές συνθήκες για τους ανεξάρτητους επισκευαστές. Ειδικότερα, σύμφωνα με την καταγγελία «[…] Οι κατασκευάστριες εταιρείες εισφέρουν στο σύστημα δεδομένα (χρέωση εργατοώρας, τιμές ανταλλακτικών και μέγιστο χρόνο αποπεράτωσης μιας εργασίας) που μόνο οι ίδιες μπορούν να διασφαλίσουν, κατευθύνουν έμμεσα όλες τις δουλειές στα εξουσιοδοτημένα συνεργεία….». Επίσης, τα δεδομένα του συστήματος αναφορικά με τον απαιτούμενο χρόνο εργασιών, έχουν δοθεί προς καταχώρηση από τις κατασκευάστριες εταιρίες και «[…] δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα δοθέντος ότι: α) […] Είναι οι χρόνοι που οι τεχνικοί του συνεργείου τους χρειάστηκαν για την αντικατάσταση τμημάτων νέων αυτοκινήτων και όχι για την αντικατάσταση πεπαλαιωμένων, σκουριασμένων μερών οχημάτων, όπως κάνουν στην πράξη οι ανεξάρτητοι επισκευαστές. Συνακόλουθα οι κρίσιμοι χρόνοι είναι χρόνοι ‘εργαστηρίου’, χωρίς το συνήθη -για χρησιμοποιούμενα οχήματα- βαθμό δυσκολίας αποσυναρμολόγησης που αντιμετωπίζει στην πράξη ο ανεξάρτητος επισκευαστής. β) Όσο καλά εξοπλισμένο κι αν είναι το συνεργείο του ανεξάρτητου επισκευαστή, εκ των πραγμάτων είναι αδύνατο να διαθέτει όλα τα εξειδικευμένα επί παντός μοντέλου εργαλεία και εξαρτήματα τα οποία διαθέτει το εξουσιοδοτημένο συνεργείο και τα οποία επιτρέπουν την αντικατάσταση μερών του αυτοκινήτου στον ελάχιστο χρόνο». Έτσι, κατά τους ισχυρισμούς της καταγγέλλουσας παρακωλύεται ο δυνητικός ανταγωνισμός, καθότι με την επιβολή πάγιων τιμών στους επισκευαστές αποθαρρύνεται η διείσδυση νέων ανεξάρτητων επισκευαστών στην αγορά. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την συγκεκριμένη αιτίαση, η καταγγελλόμενη σύμπραξη παραβιάζει τις διατάξεις του Κανονισμού 1400/
- Τέλος, κατά την καταγγέλλουσα, υπάρχει εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ των καταγγελλόμενων ασφαλιστικών εταιριών, να διορίζουν μόνον εκτιμητές της ΑUDATEX ΕΛΛΑΣ A.E. Συγκεκριμένα, στην καταγγελία αναφέρεται ότι «Το γεγονός ότι το ηλεκτρονικό σύστημα AUDATEX της 1ης των καθών το χρησιμοποιούν συστηματικά και πάγια -μέσω των εκτιμητών που αυτές διορίζουν– η 2η, η 3η, η 4η και η 5η των καθών, καθώς επίσης και άλλες ασφαλιστικές εταιρείες, αποκαλύπτει την ύπαρξη τουλάχιστον εναρμονισμένης πρακτικής (αν όχι δεσμευτικής μεταξύ τους συμφωνίας) να διορίζουν μόνο εκτιμητές του Audatex…». 1 Ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1400/2002 τέθηκε σε ισχύ την 1.10.2002 και ίσχυσε έως την 31.5.
- Στο ρυθμιστικό του πεδίο ενέπιπτε η απαλλαγή των συμφωνιών διανομής καινουργών αυτοκινήτων και ανταλλακτικών από εξουσιοδοτημένους διανομείς και η απαλλαγή συμφωνιών παροχής υπηρεσιών επισκευής και συντήρησης από εξουσιοδοτημένους επισκευαστές. Μια από τις προϋποθέσεις για την απαλλαγή των προαναφερόμενων συμφωνιών είναι η χορήγηση πρόσβασης σε τεχνικές πληροφορίες από τους κατασκευαστές/ αντιπροσώπους στους ανεξάρτητους επισκευαστές και άλλους ανεξάρτητους φορείς, όπως οι επιχειρήσεις οδικής βοήθειας, οι διανομείς ανταλλακτικών και οι φορείς παροχής υπηρεσιών κατάρτισης σε επισκευαστές. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν τέθηκε ζήτημα παράβασης δικαίου ανταγωνισμού εκ των συμβάσεων διανομής ή των συμφωνιών επισκευής μεταξύ κατασκευαστών και συνεργείων επισκευής, ούτε προβλήθηκε σχετική αιτίαση στην καταγγελία. Συνεπώς παρέλκει η αξιολόγηση περί εφαρμογής ή μη των διατάξεων του Κανονισμού 1400/
- 7 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- ΤΑ ΕΜΠΛΕΚΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ 3.1 ΕΝΩΣΗ ΦΑΝΟΠΟΙΩΝ ΚΑΙ ΒΑΦΕΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΧΑΝΙΩΝ
- Η ΕΝΩΣΗ ΦΑΝΟΠΟΙΩΝ ΚΑΙ ΒΑΦΕΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΧΑΝΙΩΝ αποτελεί πρωτοβάθμια επαγγελματική οργάνωση (ένωση), νομίμως συσταθείσα το
- Βάσει του καταστατικού της, σκοποί της οργάνωσης αυτής είναι «η διαφύλαξη, η μελέτη και η προαγωγή των κοινών οικονομικών, κοινωνικών και επαγγελματικών συμφερόντων των μελών της στα πλαίσια εξυπηρέτησης του κοινωνικού συνόλου. Ειδικότερα η Ένωση έχει ως σκοπό μεταξύ άλλων την καλλιέργεια, υποβοήθηση, ανάπτυξη και διάδοση του πνεύματος του συνδικαλισμού στους κλάδους των φανοποιών και βαφέων αυτοκινήτων με τη γενίκευση της συμμετοχής όλων, στις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις και μέσω αυτών, στις αντίστοιχες δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις και τη συστηματική μελέτη των προβλημάτων των κλάδων, για την προσφορότερη συλλογική διεκδίκηση και επίλυση αυτών».
- Μέλη της ένωσης είναι ανεξάρτητοι φανοποιοί και βαφείς αυτοκινήτων, καθώς και ανεξάρτητοι επισκευαστές αυτοκινήτων. Τα μέλη της ένωσης, όπως προκύπτει από την κατάσταση μελών, αριθμούνταν σε 80 συνεργεία, φανοποιεία ή/και βαφεία. 3.2 AUDATEX ΕΛΛΑΣ Α.Ε.
- Η εταιρία AUDATEX ΕΛΛΑΣ A.E. (εφεξής «ΑUDATEX ΕΛΛΑΣ» ή «πρώτη καταγγελλόμενη») αποτελεί το διαχειριστή του συστήματος ηλεκτρονικής πραγματογνωμοσύνης Audatex, το οποίο αποτελείται από μια βάση δεδομένων και ένα λογισμικό επεξεργασίας των δεδομένων αυτών.
- Βάσει του καταστατικού της, «Σκοπός της Εταιρείας είναι η παροχή ολοκληρωμένων υπηρεσιών ηλεκτρονικής πραγματογνωμοσύνης ζημιών αυτοκινήτων στην Ελληνική αγορά, δια μέσου του συστήματος AUDΑΤΕΧ, του οποίου η Εταιρεία κατέχει την αποκλειστική άδεια χρήσης στην Ελλάδα».
- Συγκεκριμένα, το κύριο αντικείμενο της εταιρίας είναι: «α) η ταξινόμηση, εκτίμηση, επεξεργασία και κοστολόγηση των ζημιών αυτοκινήτων οχημάτων.[….] γ) προγράμματα CLASS για τον υπολογισμό ζημιών οχημάτων και προγράμματα DBMAINT για την ενημέρωση εθνικών δεδομένων. δ) αρχεία MASTER δηλαδή δεδομένα για μεθόδους επιδιόρθωσης, χρόνους επιδιόρθωσης, ανταλλακτικά, βαφές (μέθοδος του κατασκευαστή) και σχετικές γραφικές παρουσιάσεις (πχ. φύλλα εργασιών) για την καταγραφή ζημιών οχημάτων. […] ζ) η πώληση υπηρεσιών ηλεκτρονικής πραγματογνωμοσύνης ζημιών αυτοκινήτων».
- Η ΑUDATEX ΕΛΛΑΣ, από το 1999 είχε την άδεια χρήσης του προαναφερόμενου συστήματος ηλεκτρονικής πραγματογνωμοσύνης, βάσει σχετικής σύμβασης με την ελβετική εταιρία AUDATEX AG. Πριν την AUDATEX ΕΛΛΑΣ η 8 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ άδεια χρήσης είχε παραχωρηθεί από την ελβετική εταιρία στην ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ
- Οι μέτοχοι - ιδρυτές της ΑUDATEX ΕΛΛΑΣ ήταν η ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ, η ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ και η INTERAMERICAN. Το 2002, προσχώρησε στο μετοχικό κεφάλαιο η ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΙΦ
- Η μετοχική σύνθεση της εταιρίας παρουσιάζεται στον παρακάτω πίνακα. Πίνακας 1: Μετοχική Σύνθεση της AUDATEX ΕΛΛΑΣ Α.Ε. ΜΕΤΟΧΟΙ 1997-2002 Ποσοστό Συμμετοχής ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ 80% ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ 10% INTERAMERICAN (ΖΗΜΙΩΝ) 10% ΦΟΙΝΙΞ METROLIFE ΕΜΠΟΡΙΚΗ Πηγή: Πρακτικά Γ.Σ. της ΑUDATEX ΕΛΛΑΣ, 2002-Σήμερα Ποσοστό Συμμετοχής 70 % 10 % 10 % 10 %
- Τα έσοδα της εταιρίας προέρχονται από την εγκατάσταση και τη χρήση του μηχανογραφικού συστήματος Audatex4 από τις ασφαλιστικές εταιρίες και ορισμένα συνεργεία επισκευής. Τα έσοδα της εταιρίας ανήλθαν σε € 1,04 εκατ. για το 2006 και σε €1,13 εκατ. για το
- Σημειώνεται ότι η ΑUDATEX ΕΛΛΑΣ, σύμφωνα με την από 25.6.2010 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης5 των μετόχων της έχει διακόψει τη λειτουργία της και βρίσκεται υπό καθεστώς εκκαθάρισης, η οποία δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί μέχρι σήμερα. 3.3 Η ΕΘΝΙΚΗ, ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ
- Η ΕΘΝΙΚΗ, ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ (εφεξής «ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ» ή «δεύτερη καταγγελλόμενη») ιδρύθηκε το 1891 από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και τέσσερις ακόμη μικρότερες τράπεζες και αποτέλεσε τον κύριο άξονα ανάπτυξης της ελληνικής ασφαλιστικής αγοράς.
- Κύριο αντικείμενο εργασιών της εταιρίας είναι η διενέργεια ασφαλίσεων κατά ζημιών, ασφαλίσεων ζωής, αντασφαλίσεων, η διαχείριση χαρτοφυλακίων ασφαλιστηρίων συμβολαίων κλπ.
- Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ εισήχθη στο Χρηματιστήριο Αθηνών το
- Ο βασικός μέτοχος της ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ είναι η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, με 2 Πρακτικό Δ.Σ. Νο 11 της ΑUDATEX ΕΛΛΑΣ της 4.2.1999, προσκομισθέν με το υπ’ αριθ. πρωτ. 284/15.1.2015 έγγραφο. 3 Με τη συμμετοχή της σε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ΑUDATEX ΕΛΛΑΣ. 4 Όπως φαίνεται και από τα ιδιωτικά συμφωνητικά που υπογράφονται από την εταιρία και τον πελάτη (ασφαλιστική, συνεργεία) και όπου ορίζονται οι αμοιβές της AUDATEX ΕΛΛΑΣ, η εταιρία αμείβεται με κάποια πάγια τιμή ανά εργατοώρα, για την εγκατάσταση και ενημέρωση του λογισμικού και την εκπαίδευση σε αυτό και με κάποιο πάγιο ποσό ανά έκαστο υπολογισμό εκτίμησης ζημιάς. 5 Πρακτικό ΓΣ που προσκομίστηκε από την ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ με το υπ’ αριθ. πρωτ. 7413/10.10.2014 έγγραφο. 9 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ποσοστό συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο ύψους 76,74%. Η μετοχική σύνθεση της εταιρίας κατά την 31.12.2006 παρουσιάζεται στον παρακάτω πίνακα. Πίνακας 2: Μετοχική Σύνθεση της Εθνικής Ασφαλιστικής το 2006 ΜΕΤΟΧΟΙ ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ ΔΙΕΘΝΙΚΗ ΑΕΔΑΚ-ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΚΕΦ. ΔΗΛΟΣ ΑΕΔΑΚ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΑΣΦ. ΤΑΜΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΑΕΕΓΑ ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΚΕΦ. ALPHA BANK ΛΟΙΠΟΙ ΕΠΕΝΔΥΤΕΣ ( 8.607 κωδικοί) Πηγή: Εθνική Ασφαλιστική, Ετήσιο Δελτίο 2006 ΠΟΣΟΣΤΟ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ 76,74 % 2,15 % 1,17 % 1,14% 1,06 % 17,74 %
- Ο κύκλος εργασιών6 για το 2006 ανήλθε στα € 702,1 εκατ., εκ των οποίων ποσό ύψους € 127,8 εκατ. αφορούσε στον κλάδο Αστικής Ευθύνης Αυτοκινήτων.
- Στην ασφαλιστική εταιρία ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ δεν υπήρξαν ουσιώδεις μεταβολές τόσο στο μετοχικό κεφάλαιο όσο και στη δραστηριότητά της, κατά το διάστημα από το 2008 έως σήμερα
- 3.4 INTERAMERICAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΖΗΜΙΩΝ Α.Ε.
- Ο Όμιλος INTERAMERICAN ιδρύθηκε το 1969 και καλύπτει μεγάλο εύρος ασφαλιστικών προϊόντων. Ο Όμιλος συμμετέχει στην ΑUDATEX ΕΛΛΑΣ μέσω της εταιρίας INTERAMERICAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΖΗΜΙΩΝ Α.Ε. (εφεξής «INTERAMERICAN» ή «τρίτη καταγγελλόμενη»). Η συγκεκριμένη εταιρία του Ομίλου, η οποία μεταξύ άλλων δραστηριοποιείται στον κλάδο αστικής ευθύνης από αυτοκίνητα, ιδρύθηκε το
- Μοναδικός μέτοχος της εταιρίας είναι η ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε., με ποσοστό συμμετοχής 100%.
- Ο κύκλος εργασιών8 της για το 2006 ανήλθε στα €129 εκατ., εκ των οποίων το ποσό των € 77 εκατ. αφορούσε στον κλάδο Αυτοκινήτου.
- Στην ασφαλιστική εταιρία INTERAMERICAN δεν υπήρξαν ουσιώδεις μεταβολές αναφορικά με το μετοχικό της κεφάλαιο ή τη δομή της, κατά το διάστημα από το 2008 έως σήμερα
- 3.5 ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΙΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (υπό σημερινή επωνυμία GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ)
- Η εταιρία ιδρύθηκε το 1928, λειτουργεί ως ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΙΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ 6 Βάσει στοιχείων που προσκομίστηκαν από την ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ με την υπ’ αριθ. πρωτ. 3560/18.6.2007 επιστολή. 7 Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. πρωτ. 7413/10.10.2014 απάντηση της ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ σε σχετικό ερώτημα της υπηρεσίας. 8 Στοιχεία που προσκομίστηκαν από την INTERAMERICAN με την με αριθ. πρωτ. 3560/18.6.2007 επιστολή. 9 Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. πρωτ. 7425/13.10.2014 απάντηση της INTERAMERICAN σε σχετικό ερώτημα της Υπηρεσίας. 10 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (κατά το χρόνο υποβολής της καταγγελίας) και δραστηριοποιείται σε όλους τους κλάδους ασφάλισης.
- Κύριος μέτοχος της εταιρίας (την 31.12.2006) ήταν η Εμπορική Τράπεζα. Κατά το έτος 2006, η Γαλλική τράπεζα CREDIT AGRICOLE SA, μέσω της εξαγοράς των μετοχών της Εμπορικής Τράπεζας, βασικού μετόχου της εταιρίας, απέκτησε το 89,84% του μετοχικού της κεφαλαίου (έμμεση συμμετοχή), ενώ μέσω δημόσιας πρότασης απέκτησε το 10,15% των υπολειπομένων μετοχών (άμεση συμμετοχή).
- Σε χρόνο μεταγενέστερο της υποβολής της καταγγελίας και πριν από την ολοκλήρωση της σύνταξης της πρώτης εισήγησης, η εταιρία εξαγοράστηκε από τον Γαλλικό Όμιλο GROUPAMA. Πλέον, μετά την ολοκλήρωση της εξαγοράς, από τον Ιούνιο του 2007, η εταιρία συνεχίζει τη δραστηριότητά της στην ελληνική ασφαλιστική αγορά, ως κατά 100% θυγατρική του Ομίλου GROUPAMA, με την επωνυμία GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ A.E.A.E. (εφεξής «GROUPAMA» ή «τέταρτη καταγγελλόμενη»).
- Ο κύκλος εργασιών10 της για το 2006 ανήλθε στα € 202,8 εκατ., εκ των οποίων το ποσό των € 63,6 εκατ. αφορούσε τον κλάδο αυτοκινήτου.
- Κατά το διάστημα 2008-2014, για την εταιρία GROUPAMA δεν υπήρξαν ουσιώδεις μεταβολές στη μετοχική σύνθεση ή τη δομή της
- Η εταιρία παραμένει κατά 100% θυγατρική του Ομίλου GROUPAMA. 3.6 ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
- Η εταιρία ιδρύθηκε το 1980, λειτουργεί ως ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (εφεξής «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ» ή «πέμπτη καταγγελλόμενη») και δραστηριοποιείται σε όλους τους κλάδους ασφάλισης.
- Κύριος μέτοχος της εταιρίας ήταν η ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, ενώ η μετοχική σύνθεση της εταιρίας την 31.12.2006 παρουσιάζεται στον παρακάτω πίνακα. Πίνακας 3: Μετοχική Σύνθεση της ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ το 2006 ΠΟΣΟΣΤΟ ΜΕΤΟΧΟΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 84,08 % Α/Κ ΑΤΕ ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3,02 % CAPITAL AXEPEY 0,29% Ε.Α.Σ ΠΕΖΩΝ 0,25% Ε.Α.Σ ΤΡΙΚΑΛΩΝ 0,22 % ΛΟΙΠΟΙ ΕΠΕΝΔΥΤΕΣ 12,14 % Πηγή : ΑΓΡΟΤΙΚΗ Ασφαλιστική, Ετήσιο Δελτίο 2006
- Ο κύκλος εργασιών12 της για το 2006 ανήλθε στα € 188,8 εκατ., εκ των οποίων το ποσό των € 65,8 εκατ. αφορούσε στον κλάδο αυτοκινήτου. 10 Βάσει στοιχείων που προσκομίστηκαν από την GROUPAMA (υπό την επωνυμία ΦΟΙΝΙΞ METROLIFE), με την με υπ’ αριθ. πρωτ. 3549/18.6.2007 επιστολή. 11 Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. πρωτ. 7297/6.10.2014 απάντηση της GROUPAMA σε σχετικό ερώτημα της Υπηρεσίας. 12 Βάσει στοιχείων που προσκομίστηκαν από την ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ με την με ημ.αρ. πρωτ. 3275/7.6.2007 επιστολή. 11 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Η ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ από τον Ιούλιο του 2012 αποτελούσε μέλος του Ομίλου Πειραιώς, με μοναδικό μέτοχο την Τράπεζα Πειραιώς. Τον Αύγουστο του 2014 ανακοινώθηκε από την Τράπεζα Πειραιώς η συμφωνία εξαγοράς της ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ από τον όμιλο ERGO Insurance Group. Η εν λόγω μεταβίβαση των μετοχών, εγκρίθηκε με την υπ’ αριθ. 594/2014 απόφαση της Ε.Α. 3.7 ΕΝΩΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ
- Η Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος (εφεξής «Ε.Α.Ε.Ε.»)13 είναι αναγνωρισμένο επαγγελματικό σωματείο, με μέλη τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ελλάδα. Πρόκειται για τον κεντρικό φορέα εκπροσώπησης των ασφαλιστικών εταιριών, με 59 σήμερα τακτικά μέλη, που προσφέρουν όλο το φάσμα των σύγχρονων ασφαλιστικών προϊόντων τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό και αντιπροσωπεύουν πάνω από το 95% της παραγωγής ασφαλίστρων στην ελληνική αγορά.
- Βάσει του καταστατικού της, οι στόχοι, τα μέσα και οι δράσεις της Ε.Α.Ε.Ε. είναι οι εξής: Ενημερώνει τις εταιρίες - μέλη της σχετικά με τα θέματα που τις αφορούν και προωθεί την ανταλλαγή των πληροφοριών που διασφαλίζουν την ομαλότερη λειτουργία τους. Παρακολουθεί τη σωστή εφαρμογή της ασφαλιστικής νομοθεσίας και των αρχών που ισχύουν στην ελεύθερη ασφαλιστική αγορά. Προάγει τη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των μελών της και υπερασπίζεται τη δημιουργία συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού, σε συνεργασία με τους αρμόδιους κρατικούς φορείς. Προωθεί την εξειδικευμένη επιστημονική μελέτη και τη συνεχή ενημέρωση σε θέματα Ιδιωτικής Ασφάλισης, με εμπλουτισμό βιβλιοθήκης, τη διενέργεια ερευνών, επιστημονικών διαλέξεων και εκθέσεων, τη διοργάνωση σεμιναρίων, την εκπόνηση μελετών, τη χορήγηση υποτροφιών κτλ. Παρεμβαίνει προς τις Δημόσιες Αρχές. Ενδεικτικά αναφέρονται οι παρεμβάσεις της στα πλαίσια της ασφαλιστικής και φορολογικής μεταρρύθμισης, με αποτέλεσμα την ενίσχυση των φορολογικών κινήτρων προς την Ιδιωτική Ασφάλιση. Μεριμνά για την έκφραση των απόψεών της προς τους Διεθνείς Ασφαλιστικούς Οργανισμούς και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προβάλλει την ελληνική ασφαλιστική δραστηριότητα στον εθνικό και διεθνή χώρο. Ενημερώνει το κοινό για το θεσμό της Ιδιωτικής Ασφάλισης, τις θέσεις της, και το κοινωνικό και οικονομικό έργο που επιτελεί. Συνεργάζεται με αντίστοιχες εθνικές ασφαλιστικές ενώσεις του εξωτερικού. Αποτελεί αξιόπιστη πηγή για άμεση και σωστή ενημέρωση σε ασφαλιστικά θέματα. Συγκεντρώνει και επεξεργάζεται στατιστικά στοιχεία για την ασφαλιστική αγορά. Συνάπτει τη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Ασφαλιστικών Υπαλλήλων με το αρμόδιο Επαγγελματικό Σωματείο των Υπαλλήλων. 13 Σύμφωνα με όσα προσκόμισε η ίδια με την υπ’ αριθ. πρωτ. 3775/28.6.
- 12 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΥΠΟΒΛΗΘΕΙΣΕΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ
- Ενστάσεις επί της Διαδικασίας
- Οι καταγγελόμενες εταιρίες υπέβαλαν τις εξής ενστάσεις: 1.
- Ένσταση για τη σύνταξη νέας Εισήγησης
- Δυνάμει των ως άνω υπ’ αριθμ. 2132, 2133, 2134 και 2135/2010 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών ακυρώθηκε η υπ’ αριθμ. 460/V/2009 απόφαση της ΕΑ και αναπέμφθηκε η υπό κρίση υπόθεση στην ΕΑ με σκοπό την έκδοση νέας απόφασης με νόμιμη σύνθεση. Την 12.02.2016 επιδόθηκε στις εμπλεκόμενες εταιρίες η από 29.01.2016 νέα Εισήγηση της Εισηγήτριας Λ. Ντέκα, η οποία συνετάγη σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3959/2011 και του νέου Κανονισμού Λειτουργίας της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Η σύνταξη της νέας Εισήγησης, κατά τις καταγγελλόμενες εταιρίες, είναι παράνομη και δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη από την ΕΑ., σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος και το άρθρο 50 του π.δ. 18/1989, όπως παγίως ερμηνεύεται από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά την ακύρωση της διοικητικής πράξης, η υπόθεση επανέρχεται στο στάδιο στο οποίο βρισκόταν πριν την έκδοση της ακυρωθείσας υπόθεσης και διέπεται από το τότε ισχύσαν δίκαιο. Αυτό ισχύει ακόμη και σε περίπτωση μεταβολής του νομικού καθεστώτος, διότι ο αναδρομικός χαρακτήρας των ακυρωτικών αποφάσεων συνεπάγεται ότι η ακύρωση της διοικητικής πράξης επαναφέρει την υπόθεση στον χρόνο έκδοσης της πράξης που ακυρώθηκε. Επισημαίνεται ότι η τυχόν εκδιδόμενη από τη Διοίκηση νέα πράξη ανατρέχει αναγκαίως στον χρόνο εκείνο διεπόμενη κατ’αρχήν από το τότε ισχύον νομικό και πραγματικό καθεστώς και όχι από το ισχύον κατά τον χρόνο κατά τον οποίο λαμβάνουν χώρα οι ενέργειες συμμόρφωσης προς την ακυρωτική απόφαση [ΣτΕ 228, 2309/2009]. Σε κάθε περίπτωση, η νέα κρίση της Διοίκησης, πρέπει να μην αντίκειται σε όσα έχουν κριθεί με την ακυρωτική απόφαση και εκφέρεται ενόψει του νομικού και πραγματικού καθεστώτος, που υπήρχε κατά το χρόνο, κατά τον οποίο εκδόθηκε η πράξη που ακυρώθηκε (ΣτΕ 3727/1995, Ολομέλεια ΣτΕ 1820/1989). Περαιτέρω, «σε περίπτωση ακυρώσεως πράξεως της σύνθετης διοικητικής ενέργειας, όπως η εκλογή μέλους Δ.Ε.Π., η Διοίκηση, επιλαμβανόμενη πάλι της υποθέσεως, πρέπει να επαναλάβει τη διαδικασία από το σημείο στο οποίο αναφέρεται η ακύρωση και υπό το υφιστάμενο πραγματικό και νομικό καθεστώς του χρόνου εκδόσεως της πράξεως» [ΣτΕ 1455/1993, 429/2001, 1021/2010]. Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, οι καταγγελλόμενες εταιρίες ισχυρίζονται ότι θα έπρεπε να επιδοθεί σε αυτές εκ νέου κλήση προς συζήτηση επί τη βάσει της με αριθ. πρωτ. 4123/24.6.2008 Εισήγησης, επί της οποίας είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα απόφαση της ΕΑ, και να μην ανατεθεί εκ νέου η υπόθεση σε Εισηγητή για σύνταξη νέας Εισήγησης με βάση τον νεότερο (και άρα μη εφαρμοζόμενο) Κανονισμό Λειτουργίας της Επιτροπής Ανταγωνισμού.
- Η ΕΑ, κατά πλειοψηφία, απέρριψε τη συγκεκριμένη ένσταση για τους κάτωθι λόγους: Επί των προαναφερόμενων προσφυγών, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών αποφάσισε14 την ακύρωση της υπ’ αριθ. 460/V/2009 απόφασης λόγω μη νόμιμης σύνθεσης της Ολομέλειας κατά την εκδίκαση της εν λόγω υπόθεσης και ανέπεμψε την υπόθεση στην Ε.Α, προκειμένου «να εξεταστεί εκ νέου με βάση τις διατάξεις του Ν. 3784/2009 και με την προεδρία του Προέδρου της Ε.Α. ή σε περίπτωση απουσίας 14 Με τις υπ’ αριθ. 2132/2010, 2133/2010, 2134/2010 και 2135/2010 αποφάσεις. 13 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ του με την προεδρία του νόμιμου Αναπληρωτή του ή του αρχαιότερου μέλους της σύνθεσης, επί ίσης δε θητείας του Μέλους της Επιτροπής που προηγείται κατά σειρά διορισμού της Υπουργικής Απόφασης». Ο Ν. 3784/2009 «Αναθεώρηση διατάξεων του Ν. 703/1977 περί ανταγωνισμού και άλλες διατάξεις», ΦΕΚ 137/7.8.2009, τροποποίησε το Ν. 703/1977 εισάγοντας το θεσμό του Εισηγητή Μέλους της Ε.Α. και τέθηκε σε ισχύ μετά τη λήψη της σχετικής απόφασης από την Ε.Α. και πριν τη δημοσίευση αυτής στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Κατά το Δικαστήριο, ορθώς δεν εφαρμόσθηκε ως προς τις εν λόγω διατάξεις του ο προαναφερόμενος νόμος για την απόφαση 460/V/2009, καθώς η ένδικη υπόθεση δεν ήταν εκκρεμής ενώπιον της Ε.Α. κατά τη θέση του σε ισχύ. Η επανεξέτασή της ωστόσο, κατά το Δικαστήριο πρέπει να λάβει χώρα υπό το ισχύον πλέον, νεοείσακτο τότε σύστημα ανάθεσης των υποθέσεων σε Εισηγητή, δεδομένου ότι ο θεσμός του Εισηγητή εισήχθη με το Ν. 3784/
- Κατά την επικρατήσασα άποψη, ο Εισηγητής δεν δεσμευόταν από την προηγούμενη Εισήγηση της ΓΔΑ (ήτοι, τη με αριθ. πρωτ. 4123/24.6.2008). Ωστόσο, τρία μέλη της ΕΑ, οι Εισηγητές Ν. Ζευγώλης και Π. Φώτης και το Μέλος Δ. Δανηλάτος είχαν την άποψη ότι θα έπρεπε να έχει ληφθεί υπόψη η με αριθ. πρωτ. 4123/24.6.2008 Εισήγηση της ΓΔΑ, αφού αυτή δεν ακυρώθηκε δια των υπ’ αριθμ. 2132, 2133, 2134 και 2135/2010 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες ακυρώθηκε μόνο η υπ’ αριθ. 460/V/2009 απόφαση της ΕΑ. 1.
- Παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης – παράνομη επέκταση της κατηγορίας
- Σύμφωνα με τις καταγγελλόμενες εταιρίες, επιπροσθέτως της προηγούμενης ένστασης ως προς την παράνομη σύνταξη νέας Εισήγησης, στην ως άνω νέα Εισήγηση οι κατηγορίες εναντίον τους είχαν επεκταθεί, τόσο χρονικά όσο και ποιοτικά. Συγκεκριμένα, ενώ η παλαιά Εισήγηση (σελ. 90, υπό 10) και η ακυρωθείσα για τυπικούς λόγους απόφαση της ΕΑ δεχόταν ως χρονικό διάστημα της παράβασης τα έτη 2002-2008, η νέα Εισήγηση προτείνει να διαπιστωθεί παράβαση για χρονικό διάστημα κατά πολύ μεγαλύτερο, ήτοι για τα έτη 1997-
- Κατά τις καταγγελλόμενες εταιρίες, η μεταβολή αυτή στην αξιολόγηση της συμπεριφοράς τους είναι παντελώς αδικαιολόγητη και αντίθετη με την αρχή της χρηστής διοίκησης. Ειδικότερα, κατά τις καταγγελλόμενες εταιρίες, δεν προκύπτει από πουθενά γιατί, ενώ τόσο η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού όσο και η Ολομέλεια της ΕΑ με τα ίδια πραγματικά περιστατικά έκριναν ότι η αποδιδόμενη παράβαση (την οποία σε κάθε περίπτωση αρνούνται) εκτεινόταν από το έτος 2002 έως το έτος 2008, ξαφνικά και με αφορμή την ακύρωση της απόφασης της ΕΑ για τυπικούς λόγους, η Εισηγήτρια εισηγείται με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά μεγαλύτερο χρονικό διάστημα παράβασης. Σύμφωνα με τις καταγγελλόμενες εταιρίες, είναι ανεπίτρεπτο, με τα ίδια στοιχεία η ίδια Διοικητική Αρχή να καταλήγει σε διαφορετικό και επί τα χείρω ως προς τις καταγγελλόμενες εταιρείες συμπέρασμα 8 ολόκληρα έτη μετά την έκδοση της πρώτης οριστικής κρίσης επί της υπόθεσης. Η ΕΑ, κατά πλειοψηφία, έκρινε ότι, εφόσον κληρώθηκε η υπόθεση σε νέο Εισηγητή, αυτός δεν δεσμεύεται από την προηγούμενη Εισήγηση της ΓΔΑ κι ως εκ τούτου, εφόσον κατά την κρίση του, ανέκυψαν και νέα στοιχεία για την υπόθεση έστω και με τα ίδια πραγματικά περιστατικά, δύναται να προτείνει να διαπιστωθεί παράβαση για 14 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ χρονικό διάστημα ακόμη και μεγαλύτερο από αυτό που διαπίστωσε η ΕΑ με την υπ’ αρ. 460/V/2009 απόφασή της, η οποία άλλωστε είναι ανυπόστατη αφού για τυπικό λόγο ακυρώθηκε. Ωστόσο, τρία μέλη της ΕΑ, οι Εισηγητές Ν. Ζευγώλης και Π. Φώτης και το μέλος Δ. Δανηλάτος είχαν την άποψη ότι ακόμη και αν πράγματι δεν υφίσταται πλέον στο νομικό κόσμο η υπ’ αρ. 460/V/2009 απόφαση της ΕΑ, δεν νοείται με τη νέα Εισήγηση (ήτοι τη με αρ. πρωτ. 706/29.01.2016) οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις που πέτυχαν την ακύρωση της υπ’ αρ. 460/V/2009 απόφασης, τόσο στο Διοικητικό Εφετείο όσο και στο Συμβούλιο της Επικρατείας να περιέρχονται μετά από μερικά χρόνια για την ίδια υπόθεση, την οποία ανέπεμψαν τα αρμόδια Δικαστήρια στην ΕΑ για νέα νόμιμη κρίση, σε δυσχερέστερη θέση από εκείνη στην οποία είχαν περιέλθει με την έκδοση της υπ’ αρ. 460/V/2009 απόφασης της ΕΑ και πριν την ακύρωσή της. 1.
- Παραγραφή παραβάσεων
- Σύμφωνα με τις καταγγελλόμενες, , ναι μεν σύμφωνα με το άρθρο 50 παρ. 6 του ν. 3959/2011, η προβλεπόμενη στο άρθρο 42 πενταετής προθεσμία παραγραφής του άρθρου 42 δεν καταλαμβάνει τις παραβάσεις που έχουν τελεστεί πριν την έναρξη ισχύος του νόμου, εφόσον έχει ήδη κινηθεί διαδικασία ελέγχου ενώπιον της ΕΑ, ωστόσο ο ως άνω περιορισμός ratione temporis, των διατάξεων του ν. 3959/2011 δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συνεπάγεται το «απαράγραπτο» των εξουσιών της ΕΑ επί παραβάσεων. Αφού κάτι τέτοιο θα ήταν προδήλως αντίθετο τόσο στο δίκαιο της ΕΕ, όσο και στο εθνικό δίκαιο. Κατά τις καταγγελλόμενες, σύμφωνα με τη νομολογία του ΣτΕ «…δεν συνάδει προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου η παράλειψη πρόβλεψης στο ν. 703/1977 (και γενικά στην ημεδαπή νομοθεσία) παραγραφής σε σχέση με τις παραβάσεις των άρθρων 1 και 2 του νόμου αυτού ή των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης Ευρωπαϊκής Κοινότητας (άρθρ. 85 και 86 της Συνθήκης Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας), καθώς και σε σχέση με την εξουσία της Επιτροπής Ανταγωνισμού να καταλογίζει σε επιχειρήσεις τέτοιες παραβάσεις και να τους επιβάλει κάποιο από τα μέτρα του άρθρου 9 παρ. 1…» (βλ. ΣτΕ 1976/2015). Συνεπώς, κατά την ερμηνεία των καταγγελλομένων, πριν την έναρξη του ν. 3959/2011 οι παραβάσεις υπόκειντο σε πενταετή παραγραφή κατ’ ανάλογη εφαρμογή του ευρωπαϊκού Κανονισμού (βλ. άρθρο 25 παρ. 1 του Κανονισμού 1/2003).
- Συναφώς οι καταγγελλόμενες υποστηρίζουν ότι, ελλείψει ειδικότερης διάταξης, η παραγραφή πρέπει να υπολογίζεται στη βάση της νομολογιακής εφαρμογής της αρχής του ευλόγου χρόνου. Πιο αναλυτικά, με βάση τη σχετική νομολογία που επικαλούνται οι καταγγελλόμενες, η αρχή του ευλόγου χρόνου απαγορεύει την επιβολή διοικητικής κύρωσης για φερόμενες παραβάσεις οι οποίες ανατρέχουν σε χρόνο πέραν της πενταετίας «από την κοινοποίηση της καταλογιστικής του προστίμου πράξης». Τούτο «απαιτεί η ασφάλεια του δικαίου, και η σύντομη, από της απόψεως των κυρώσεων, εκκαθάριση τοιαύτης φύσεως υποθέσεων. Η λύση αυτή συμπορεύεται κατ’ αρχάς προς τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της μη καταχρηστικής άσκησης 15 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ των δικαιωμάτων, όπως άλλωστε επιβάλλεται πλέον από τις αρχές του κοινοτικού δικαίου και του 1ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ…»
- Επομένως, όπως υποστηρίζουν οι καταγγελλόμενες, οι καταλογιζόμενες παραβάσεις πρέπει να θεωρηθούν παραγραφείσες λόγω υπέρβασης του ευλόγου χρόνου. Και τούτο διότι, ακόμα και υπό την εσφαλμένη –κατά την άποψή τους εκδοχή ότι η παράβαση διήρκησε έως το 2010, έχουν ήδη παρέλθει πέντε έτη από την παύση οιασδήποτε παράβασης. Εξάλλου, ακόμα και εάν για οποιοδήποτε λόγο ήθελε θεωρηθεί ότι η παραγραφή είχε διακοπεί μετά την άσκηση προσφυγής κατά της αρχικής απόφασης της ΕΑ, εκκίνησε εκ νέου με τη δημοσίευση των με αρ. 2132, 2133, 2134, 2135/2010 αποφάσεων του ΔΕφΑθ. Συνεπώς, και πάλι έχει συμπληρωθεί πενταετία. Ελλείψει ανασταλτικού αποτελέσματος της άσκησης αίτησης αναίρεσης, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η παραγραφή διακόπτεται και κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ενώπιον του ΣτΕ. Οι καταγγέλλουσες ισχυρίζονται ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος τους η επιλογή της ΕΑ να μην επανεξετάσει άμεσα την υπόθεση αλλά να ασκήσει αίτηση αναίρεσης. Ομοίως ισχυρίζονται ότι ουδεμία επιρροή ασκεί στη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής η αποστολή των ερωτηματολογίων τον Σεπτέμβριο του 2014, καθώς αυτά ουδόλως διερευνούσαν ουσιαστικά την ύπαρξη της καταλογιζόμενης παράβασης
- Κατά τις καταγγελλόμενες, η επίμαχη παράβαση πρέπει να θεωρηθεί σε κάθε περίπτωση παραγραφείσα για το χρονικό διάστημα μεταξύ 1997 –
- Όλες οι καταγγελλόμενες εταιρίες προέβαλαν την ένσταση παραγραφής. Προς αντίκρουση αυτής της ένστασης επισημαίνονται τα εξής: Στην εξεταζόμενη περίπτωση εφαρμόζεται η μεταβατική διάταξη του άρθρου 50 παρ. 6 του ν. 3959/2011, και όχι αυτή του άρθρου
- Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη διάταξη, «[η] παραγραφή του άρθρου 42 καταλαμβάνει και τις παραβάσεις που έχουν τελεστεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο καταγγελίας ή αυτεπάγγελτης έρευνας ή αιτήματος έρευνας του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.». Από τη γραμματική και τελεολογική ερμηνεία της εν λόγω διάταξης a contrario προκύπτει ότι η παραγραφή του άρθρου 42 δεν καταλαμβάνει και τις παραβάσεις που έχουν μεν τελεστεί πριν την έναρξη ισχύος του νόμου 3959/2011, αλλά έχουν ήδη (δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος του νόμου 3959/2011) αποτελέσει αντικείμενο καταγγελίας ή αυτεπάγγελτης έρευνας, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση.
- Επιπλέον, οι καταγγελλόμενες εταιρίες επικαλέστηκαν την κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας στην υπ’ αρ. 1976/2015 απόφασή του, προκειμένου εκεί να βασίσουν την άποψή τους περί παραγραφής. Ωστόσο, ως προς τη βασιμότητα του συγκεκριμένου ισχυρισμού, επισημαίνεται ότι από την ανάγνωση και μόνο της παρ. 9 της εν λόγω απόφασης και ιδίως των τελευταίων αυτής εδαφίων, προκύπτει ότι στην 15 16 Βλ. ΔΕφΑθ 3039/2014, 3807/2014, 2017/
- Πρβλ. ΔΕΕ, Pfeifer & Langen GmbH & Co. KG, C-52/14, παρ.
- 16 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ εξεταζόμενη περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που όρισε στην ως άνω υπ’ αρ. 1976/2015 απόφασή του το ΣτΕ για παραγραφή, αφού καταρχήν στην εξεταζόμενη περίπτωση, μεταξύ του χρόνου παύσης της χρονικώς τελευταίας παράβασης και του χρονικού σημείου έναρξης διερεύνησης της υπόθεσης από την Επιτροπή Ανταγωνισμού δεν υπάρχει χρονική διαφορά, δεδομένου ότι καταγγελία (με αριθ. πρωτ. 6756/26.10.2005) και έρευνα της ΓΔΑ (Ιούνιος 2006) έγιναν/εκκίνησαν με λίγους μόνο μήνες χρονικής διαφοράς μεταξύ τους. Επομένως, στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έχει παρέλθει χρόνος και μάλιστα δεκαετίας, που αντιμετώπισε η απόφαση του ΣτΕ. Επιπλέον, είναι σαφές, με βάση τους χρόνους που κινήθηκε η παρούσα διαδικασία από πλευράς Επιτροπής, ότι η παρούσα επίμαχη πράξη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η οποία εκδίδεται στις 28 Φεβρουαρίου 2017, δεν εκδίδεται σε διάστημα, «πολύ πέραν της δεκαετίας (από την παύση της παράβασης)» όπως επί λέξει αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση του ΣτΕ
- Αντίθετα με την εξεταζόμενη περίπτωση, σε εκείνη της ΣτΕ 1976/2015, «η ένδικη καταγγελία υποβλήθηκε στην Επιτροπή Ανταγωνισμού το έτος 1995 και η διερεύνηση της υποθέσεως άρχισε δέκα έτη μεταγενέστερα»
- Η δε απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού (υπόθεση ΛΑΒΑ) που ακυρώθηκε με την υπ’ αρ. 1976/2015 ΣτΕ, εκδόθηκε στις 03.03.2011 (517/VI/2011). Δηλαδή, από την παύση της παράβασης
(1995)μέχρι την έκδοση της απόφασης της ΕΑ
(2011)μεσολάβησαν 16 χρόνια, διάστημα που το ΣτΕ θεωρεί ότι βαίνει «πολύ πέραν της δεκαετίας (από την παύση της παράβασης)». Επομένως, διαφοροποιούνται εντελώς οι δύο περιπτώσεις.
- Πέραν των ανωτέρω, υπογραμμίζονται σχετικά και τα κάτωθι: η θεσμική και δικονομική αυτονομία των κρατών μελών, αλλά και η γενική αρχή της ασφάλειας δικαίου εμποδίζουν την ευθεία ή αναλογική εφαρμογή από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού των διατάξεων ενός ενωσιακού Κανονισμού που αναφέρονται στην προθεσμία παραγραφής (είτε πρόκειται πχ για τον Κανονισμό 1/2003, είτε πρόκειται για τον Κανονισμό 2988/1974).
- Στο άρθρο 25 του Κανονισμού 1/2003 του Συμβουλίου ΕΕ19 ρυθμίζεται το ζήτημα της παραγραφής της εξουσίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για επιβολή κυρώσεων, ήτοι προστίμων και χρηματικών ποινών επί παραβάσεων που μνημονεύονται στη διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται πρωτίστως οι παραβάσεις των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 101 και 102 (πρώην 81 και 82 ΣυνθΕΚ) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) για την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού. Με τις διατάξεις του άρθρου 25 του ως άνω Κανονισμού δεν εισάγεται ενιαία-ομοιόμορφη ρύθμιση του ζητήματος της 17 Βλέπε σελ. 10-11 της υπ. αρ. 1976/2015 απόφασης ΣτΕ. Βλέπε σελ. 9 της υπ. αρ. 1976/2015 απόφασης ΣτΕ. 19 ΕΕ L 1, 04.01.2003, σελ. 1-
- 18 17 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ παραγραφής, αναφορικά και με την αντίστοιχη εξουσία των εθνικών αρχών ανταγωνισμού για επιβολή προστίμων επί παραβάσεων των ως άνω κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού. Τίθεται, συνεπώς, το ερώτημα εάν και σε ποιο βαθμό οι περί παραγραφής ρυθμίσεις ενός ενωσιακού Κανονισμού, ιδίως δε αυτές που αναφέρονται στην προθεσμία της παραγραφής και στη διακοπή της, μπορούν να επηρεάσουν, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, και την κατά χρόνο αρμοδιότητα των εθνικών αρχών, όταν αυτές καλούνται να εφαρμόσουν τις ενωσιακές διατάξεις του ανταγωνισμού
- Θα πρέπει βεβαίως να επισημανθεί ότι ο Κανονισμός 1/2003 αναγνωρίζει υπερέχουσα θέση στη Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αφού οι αποφάσεις των εθνικών αρχών ανταγωνισμού δεν θα πρέπει να συγκρούονται με προηγούμενη απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην ίδια υπόθεση21, ενώ τα εθνικά δικαστήρια δεν μπορούν, όταν κρίνουν πρακτικές επιχειρήσεων, δυνάμει των ενωσιακών διατάξεων, να λαμβάνουν αποφάσεις που συγκρούονται με απόφαση που έχει ήδη λάβει σχετικώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή που ενδέχεται να συγκρουσθούν με απόφαση που επίκειται να λάβει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο διαδικασίας που έχει ήδη κινήσει
- Επίσης, στο μέτρο που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι σε θέση με απόφασή της να ανατρέψει ακόμα και τελεσίδικη απόφαση εθνικού δικαστηρίου, μπορεί κατά μείζονα λόγο να ανατρέψει εκ των υστέρων και μία αντίθετη απόφαση της εθνικής αρχής ανταγωνισμού επί της ίδιας υποθέσεως. Όπως χαρακτηριστικά έχει αναφερθεί στη θεωρία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δύναται να λειτουργήσει εν τοις πράγμασι ως «αναθεωρητικό όργανο» των αποφάσεων των εθνικών αρχών
- Κάτι τέτοιο πάντως δεν ισχύει στην εξεταζόμενη περίπτωση.
- Η παραγραφή του άρθρου 25 παρ. 1 του Κανονισμού δεν αφορά στην εξουσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για διαπίστωση της παράβασης των άρθρων 101 ή 102 της ΣΛΕΕ, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του Κανονισμού 1/2003, η οποία δεν συνιστά κύρωση, κατά την έννοια των άρθρων 23 και 24 του συγκεκριμένου Κανονισμού
- Το απαράγραπτο της εξουσίας αυτής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έχει μεγάλη πρακτική σημασία στις περιπτώσεις που αυτή καλείται να διαπιστώσει μία παράβαση των άρθρων 101 ή/και 102 ΣΛΕΕ, η οποία έχει διαπραχθεί στο παρελθόν και ενδεχομένως έχει παρέλθει από την τέλεση ή την παύση της (αν αυτή είναι διαρκής ή 20 Ad hoc για το ζήτημα, βλ. Γ. Καρύδη, Το ζήτημα της «παραγραφής» κατά τον Κανονισμό 1/2003 του Συμβουλίου ΕΕ και η εξουσία των εθνικών αρχών ανταγωνισμού για επιβολή προστίμων επί παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού, ΔΕΕ 1/2011, σελ.
- 21 Βλέπε άρθρο 16 παρ. 2 του Κανονισμού. 22 Βλέπε άρθρο 16 παρ. 1 του Κανονισμού. 23 Βλ. σχετικά Γ. Καρύδη, ό.π., καθώς επίσης και Ε.Π. Λιάσκο, Ο Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου για την εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού των άρθρων 81 και 82: Η μεγάλη πρόκληση για τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού και τα εθνικά δικαστήρια, ΧρΙΔ/2004, ιδίως σελ.
- 24 Πρβλ. απόφαση Sumitomo Chemicals Ltd, T-22/02 και 23/02, παρ. 60 και
- 18 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ κατ’ εξακολούθηση) η οριζόμενη στον Κανονισμό πενταετής προθεσμία παραγραφής για την επιβολή προστίμων ή χρηματικών ποινών. Όπως νομολογιακά έχει κριθεί, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει απόφαση διαπιστώνοντας παράβαση, την οποία έχει ήδη παύσει η εμπλεκόμενη επιχείρηση, υπό την προϋπόθεση ότι το θεσμικό όργανο έχει έννομο συμφέρον προς τούτο. Αυτό συμβαίνει πρωτίστως στις περιπτώσεις εκείνες που υφίσταται κίνδυνος επανάληψης της παράβασης από τον αποδέκτη της απόφασης ή ακόμα και στις περιπτώσεις εκείνες που η υπόθεση θέτει ζητήματα των οποίων η διευκρίνιση είναι αναγκαία για χάρη της προστασίας του ενωσιακού συμφέροντος του ανταγωνισμού
- Σημειώνεται, ότι η ρητή κατά τα ανωτέρω θέσπιση της προθεσμίας παραγραφής από τον Ενωσιακό Νομοθέτη ανταποκρίνεται στις επιταγές προηγούμενης νομολογίας του ΔΕΚ, το οποίο υπογράμμισε την ανάγκη ρητής εκ των προτέρων νομοθετικής πρόβλεψης της προθεσμίας παραγραφής και των λεπτομερειών εφαρμογής της, προκειμένου η παραγραφή να εκπληρώνει την κύρια αποστολή της, η οποία συνίσταται στην εγγύηση της ασφάλειας δικαίου
- Από την γραμματική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 του Κανονισμού 1/2003 σαφώς συνάγεται ότι η συγκεκριμένη διάταξη ρυθμίζει αποκλειστικά και μόνο την προθεσμία παραγραφής της εξουσίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς επιβολή κυρώσεων για παραβάσεις των ευρωπαϊκών κανόνων του ανταγωνισμού και όχι το απολύτως διακριτό ζήτημα της «παραγραφής» της αντίστοιχης εξουσίας των εθνικών αρχών ανταγωνισμού, όταν επιλαμβάνονται περιοριστικών του ανταγωνισμού πρακτικών. Το ζήτημα καθίσταται περισσότερο σύνθετο στην περίπτωση εκείνη που η αρμόδια εθνική αρχή καλείται να εφαρμόσει σε μία περιοριστική του ανταγωνισμού πρακτική, πέραν των εθνικών και τους ενωσιακούς κανόνες του ανταγωνισμού (όπως δηλαδή στην εξεταζόμενη περίπτωση), επειδή η ελεγχόμενη πρακτική επηρεάζει το ενδοενωσιακό εμπόριο, με την έννοια των σχετικών ενωσιακών διατάξεων. Το ζήτημα της «παραγραφής» της αντίστοιχης εξουσίας των εθνικών αρχών ανταγωνισμού, ακόμα και αν αυτή (η εξουσία) ασκείται στο πλαίσιο του ελέγχου παραβάσεων του ευρωπαϊκού δικαίου, καταλείπεται στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, σύμφωνα με την γενική αρχή της θεσμικής και δικονομικής αυτονομίας, η οποία διέπει την δράση των αρμόδιων διοικητικών αρχών (αλλά και των εθνικών δικαστηρίων) κατά την επιβολή κυρώσεων για παραβάσεις των ενωσιακών εν γένει διατάξεων27 και συναφώς και των διατάξεων του ανταγωνισμού
- 25 Βλ. απόφαση GVL κατά Επιτροπής, 7/82, παρ. 24-
- Βλ. ACI Chemiefarma/Commission, 41/69, παρ.
- 27 Για την θεσμική και δικονομική αυτονομία των διοικητικών αρχών και δικαστηρίων κατά την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, πρβλ. G. Isaak, Droit Communautaire general, Armand Colin 1997, σελ. 196 και επ. και ειδικά σελ. 208-
- Επιπλέον, ειδικά ως προς την εξουσία των διοικητικών 26 19 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Η ανωτέρω αρχή της δικονομικής αυτονομίας, μολονότι δεν προκύπτει άμεσα από τον Κανονισμό 1/2003, εν τούτοις, έμμεσα τουλάχιστον, επιβεβαιώνεται από ορισμένες διατάξεις του. Ειδικότερα επισημαίνονται τα εξής: το άρθρο 5, στο οποίο ορίζονται οι αρμοδιότητες των εθνικών αρχών ανταγωνισμού για την εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι αυτές είναι αρμόδιες «για την επιβολή προστίμου, χρηματικής ποινής ή κάθε άλλης κύρωσης προβλεπόμενης από την εθνική τους νομοθεσία». Επιπροσθέτως, σύμφωνα με το άρθρο 35 του ίδιου Κανονισμού, τα κράτη μέλη είναι εκείνα που έχουν την αρμοδιότητα ορισμού της αρχής ή των αρχών που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 (ήδη 101, 102 ΣΛΕΕ) και οι οποίες δύνανται μεταξύ άλλων να επιβάλουν κυρώσεις. Από τις εν λόγω διατάξεις, εμμέσως πλην σαφώς, συνάγεται ότι η διαδικασία και οι εξουσίες των εθνικών αρχών προς εφαρμογή των ενωσιακών διατάξεων του ανταγωνισμού ορίζονται από την αντίστοιχη εθνική έννομη τάξη, δυνάμει της οποίας συγκροτούνται και λειτουργούν οι εν λόγω αρχές. Είναι δε σαφές, όπως άλλωστε συμβαίνει και στην εξεταζόμενη περίπτωση, ότι η κατά χρόνο οριοθέτηση της αρμοδιότητας της εκάστοτε εθνικής αρχής ανταγωνισμού, αναφορικά με την άσκηση των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων της για την καταστολή παραβάσεων του ευρωπαϊκού δικαίου του ανταγωνισμού και συναφώς και για την επιβολή κυρώσεων, συνιστά κανόνα «δικονομικής» φύσης οριζόμενο από την εθνική έννομη τάξη, ελλείψει κοινοτικής εναρμόνισης στο ζήτημα αυτό. Δεν τίθεται συνεπώς ζήτημα άμεσης και ευθείας εφαρμογής του άρθρου 25 παρ. 1 του Κανονισμού 1/2003 από την εθνική αρχή ανταγωνισμού κατά τον έλεγχο παραβάσεων του ενωσιακού δικαίου. Οι αρχών για επιβολή κυρώσεων επί παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου, αλλά και τα όρια της εξουσίας αυτής, βλ. ιδίως απόφαση ΔΕΚ 21.9.1989, Επιτροπή κατά Ελλάδος, υπόθεση 68/1988, Συλλ. 1989, σελ.
- Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη απόφαση [παρ. 22-25], «οσάκις η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δεν περιέχει καμία ειδική διάταξη προβλέπουσα κύρωση σε περίπτωση παραβάσεως ή παραπέμπει σχετικώς στις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, το άρθρο 5 της Συνθήκης επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν κάθε μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίζει την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου. Προς τούτο, τα κράτη μέλη, διατηρώντας πάντως το δικαίωμα επιλογής των κυρώσεων, υποχρεούνται ιδίως να μεριμνούν ώστε για τις παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου να επιβάλλονται κυρώσεις υπό προϋποθέσεις, ουσιαστικές και διαδικαστικές, ανάλογες με τις ισχύουσες για τις παραβιάσεις του εθνικού δικαίου παρόμοιας φύσης και σημασίας και, εν πάση περιπτώσει, προσδίδουσες στην κύρωση αποτελεσματικό, ανάλογο και αποτρεπτικό χαρακτήρα. Εξάλλου, οι εθνικές αρχές οφείλουν να ενεργούν, προκειμένου περί παραβιάσεων του κοινοτικού δικαίου, με την ίδια επιμέλεια που καταβάλλουν κατά την εφαρμογή των αντιστοίχων εθνικών νομοθεσιών». 28 Γενικά υπέρ της ισχύος της αρχής της θεσμικής και δικονομικής αυτονομίας κατά την εφαρμογή των ενωσιακών κανόνων του ανταγωνισμού, βλ. υπόθεση C-60/1992, παρ. 14 επ. Υπέρ της εν γένει εφαρμογής της αρχής της θεσμικής και διαδικαστικής αυτονομίας στα πλαίσια της αποκεντρωμένης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού, βλ. Ε. Κινινή, Η ενίσχυση των ερευνητικών εξουσιών της Επιτροπής με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 1/2003 και τα δικαιώματα υπεράσπισης των επιχειρήσεων, ΔΕΕ 7/2004,σελ. 734επ. καθώς και Ε.Π. Λιάσκο, Ο Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου για την εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού των άρθρων 81 και 82: Η μεγάλη πρόκληση για τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού και τα εθνικά δικαστήρια, ΧρΙΔ/2004, σελ.
- Ειδικά ως προς ζήτημα της παραγραφής βλ. L. Idot, Concurrence, RTDE 2003, σελ. 324 και επ. και ειδικά σελίδα 327, σημείο 124, όπου αναφέρεται ότι η εφαρμογή της αρχής της θεσμικής και διαδικαστικής αυτονομίας στο θεσμό της παραγραφής, που βρίσκεται, κατά την άποψη της συγγραφέως, στο μεταίχμιο ουσίας και διαδικασίας, μπορεί άμεσα να δημιουργήσει προβλήματα στην ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Επιλέον, υπέρ της εφαρμογής του εθνικού δικαίου στην «παραγραφή» της εξουσίας των εθνικών αρχών προς επιβολή διοικητικών κυρώσεων για παραβάσεις του ευρωπαϊκού δικαίου βλ. Γ. Καρύδη, Ευρωπαϊκό Δίκαιο Συναλλαγών, 2012, σελ.
- 20 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ εφαρμοζόμενοι κανόνες που διέπουν το ζήτημα της «παραγραφής» είναι εθνικής προέλευσης κανόνες, τουλάχιστον στο μέτρο και στο βαθμό που δεν υπάρχει, η επιθυμητή σε κάθε περίπτωση, ευρωπαϊκή εναρμόνιση
- Μολονότι η αρχή της θεσμικής και δικονομικής αυτονομίας περιστέλλεται από τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου και τους κανόνες που νομολογιακά έχουν διαμορφωθεί, οριοθετούμενη δηλαδή από την αρχή της ισοδυναμίας, τη γενική αρχή της αποτελεσματικής διασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος του ανταγωνισμού, αλλά και το σεβασμό της γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου 30, εντούτοις δεν υφίσταται δυνατότητα άμεσης ή αναλογικής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 του Κανονισμού 1/2003, αλλά ούτε και υποχρέωση εφαρμογής της διάταξης αυτής από την εθνική αρχή ανταγωνισμού. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι εθνικές αρχές στις περιπτώσεις που επιβάλλουν κυρώσεις-πρόστιμα για παραβάσεις του ευρωπαϊκού δικαίου του ανταγωνισμού, οφείλουν να εφαρμόζουν ανάλογουςισοδύναμους κανόνες με αυτούς που ισχύουν στην εσωτερική έννομη τάξη, αναφορικά με την κατά χρόνο οριοθέτηση της εξουσίας τους για επιβολή προστίμων ή αντίστοιχων κυρώσεων επί παραβάσεων του εθνικού δικαίου του ανταγωνισμού. Οι εθνικοί αυτοί κανόνες θα παραμένουν ανεφάρμοστοι, μόνο αν καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού, ήτοι δεν διασφαλίζουν την αποτελεσματική τήρηση των ενωσιακών κανόνων του ανταγωνισμού με την επιβολή αποτρεπτικών και αποτελεσματικών κυρώσεων
- Η παραγραφή αποτελεί ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα που συνδέεται αναπόσπαστα με την γενική αρχή της ασφάλειας δικαίου των επιχειρήσεων
- Η αρχή αυτή απαιτεί σαφήνεια ρυθμίσεων και αντιβαίνει στην κατ’ αναλογία εφαρμογή του άρθρου 25 παρ. 1 του Κανονισμού από τις εθνικές αρχές, ιδίως όταν υφίσταται στην εθνική έννομη τάξη διαφορετική ρύθμιση ως προς τα χρονικά όρια της εξουσίας τους για επιβολή κυρώσεων επί αναλόγων παραβάσεων του εθνικού δικαίου του ανταγωνισμού, όπως συμβαίνει στην εξεταζόμενη περίπτωση με την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 50 παρ. 6 του ν. 3959/
- Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Κανονισμού δεν εμποδίζει την εκάστοτε εθνική αρχή ανταγωνισμού να εφαρμόσει τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, έστω και αν οι τελευταίοι προβλέπουν τυχόν διαφοροποιημένη (βραχύτερη ή μακρύτερη) προθεσμία παραγραφής, σε σχέση με την οριζόμενη στο άρθρο 25 παρ. 1 του Κανονισμού προθεσμία
- Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στην εξεταζόμενη περίπτωση με την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 50 παρ. 6 του ν. 3959/
- 29 Βλ. Γ. Καρύδη, Ευρωπαϊκό Δίκαιο Συναλλαγών, ό.π. Η υποχρέωση της διασφάλισης της πλήρους αποτελεσματικότητας του ευρωπαϊκού δικαίου απορρέει και από την υποχρέωση πίστης των κρατών μελών που απορρέει από το πρώην άρθρο 10 της ΣυνθΕΚ, ήδη άρθρο 4 παρ. 3 ΣυνθΕΕ. Βλέπε σχετικά (ενδεικτικά μόνο) και Επιτροπή κατά Ελλάδος, υπόθεση 68/88, ό.π. 31 Λόγω της πρόβλεψης για παράδειγμα μιας εξαιρετικά σύντομης προθεσμίας παραγραφής σε συνδυασμό ενδεχομένως και με την έλλειψη ρυθμίσεων για τη διακοπή της παραγραφής. 32 Βλέπε Καρύδη, Το ζήτημα της «παραγραφής» κατά τον Κανονισμό 1/2003, ό.π. 33 Πρβλ. Akzo Chemicals Ltd/Επιτροπή, C-50/2007P. Στη συγκεκριμένη υπόθεση το ΔΕΚ έκρινε ότι δεν αντιβαίνει στην γενική αρχή της ασφάλειας δικαίου η διαφοροποίηση των κριτηρίων στην εθνική και κοινοτική έννομη τάξη, όσον αφορά το απόρρητο της επικοινωνίας του δικηγόρου με τον πελάτη 30 21 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 1.
- Ένσταση παρέλευσης ευλόγου χρόνου και παράβασης του άρθρου 15 παρ. 4 και 5 ν. 3959/
- Από όλες τις καταγγελλόμενες προβλήθηκε η ένσταση παρέλευσης εύλογου χρόνου. Εν πολλοίς αναφέρθηκαν τα εξής: Η προηγούμενη απόφαση υπ’ αριθμ. 460/V/2009 ακυρώθηκε δυνάμει των ανωτέρω αποφάσεων των αρμοδίων διοικητικών δικαστηρίων και η υπόθεση αναπέμφθηκε στην ΕΑ, προκειμένου η τελευταία να εκδώσει νέα απόφαση τηρώντας την ορθή διαδικασία και έχοντας νόμιμη σύνθεση και συγκρότηση. Η ΕΑ ανέθεσε στην Εισηγήτρια τον Ιούνιο του 2014 με το υπ’ αριθμ. 29/25-6-2014 Πρακτικό την υπόθεση, μολονότι, κατά τους ισχυρισμούς των καταγγελλομένων, η ΕΑ όφειλε να έχει προχωρήσει στη νέα συζήτηση της υπόθεσης βάσει της ήδη υπάρχουσας προηγούμενης εισήγησης (με αριθ. πρωτ. 4123/24.6.2008). Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι δεν ήταν παράνομη η ανάθεση εκπόνησης νέας Εισήγησης, η ΕΑ παρέβη το άρθρο 15 του ν. 3959/2011, το οποίο στις παρ. 4 και 5 αυτού ορίζει ότι οι εισηγήσεις ολοκληρώνονται εντός 120 ημερών και κατ’ εξαίρεση εντός 180 ημερών από την ανάθεσή τους, οι δε αποφάσεις επί των υποθέσεων που έχουν ανατεθεί σε Εισηγητή εκδικάζονται εντός 12 μηνών με δυνατότητα κατ’ εξαίρεση παράτασης για 2 πλέον μήνες. Στην υπό κρίση υπόθεση η Εισήγηση κοινοποιήθηκε στις καταγγελλόμενες εταιρίες 20 μήνες τουλάχιστον μετά την ανάθεση της υπόθεσης σε Εισηγητή (12.2.2016 αντί του απώτατου ορίου της 25.12.2014), ενώ αντίστοιχα η ΕΑ, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των καταγγελλομένων, έχει υπερβεί και το όριο των 14 μηνών από την ανάθεση για την έκδοση απόφασης. Το γεγονός ότι ο νόμος προβλέπει τόσο αρχική προθεσμία όσο και ορισμένη δυνατότητα παράτασης αυτής υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις σημαίνει, σύμφωνα με τις καταγγελλόμενες εταιρίες, ότι οι προθεσμίες αυτές είναι αποκλειστικές και αποτελούν τα απώτατα όρια της κατά χρόνο αρμοδιότητας της ΕΑ να εκδώσει τις σχετικές πράξεις. Οι καταγγέλλουσες ισχυρίζονται ότι η υπέρβασή τους και δη για τόσο μακρό χρονικό διάστημα αποτελεί σε κάθε περίπτωση υπέρβαση του ευλόγου χρόνου, εντός του οποίου οφείλει να δρα η Διοίκηση, και για τον λόγο αυτόν η ΕΑ όφειλε να απόσχει από την περαιτέρω διερεύνηση της υπό κρίση υπόθεσης. του. Σημειώνεται περαιτέρω ότι ούτε το άρθρο 3 παρ. 2 του Κανονισμού 1/2003 (που αποτυπώνει την αρχή της υπεροχής του ευρωπαϊκού δικαίου), τουλάχιστον με βάση τη γραμματική του ερμηνεία, αποκλείει την επιβολή κυρώσεων σε μία σύμπραξη που παραβιάζει τους εθνικούς κανόνες του ανταγωνισμού και δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή κατά το εθνικό δίκαιο, έστω και αν η εν λόγω σύμπραξη έχει ήδη υποπέσει σε «παραγραφή» κατά το άρθρο 25 του Κανονισμού 1/2003 και δεν θα μπορούσε συνεπώς να υποστεί κυρώσεις σε ενωσιακό επίπεδο. Κατά μείζονα δε λόγο η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του Κανονισμού δεν επιβάλλει τον παραμερισμό των εθνικών διατάξεων περί παραγραφής και την άμεση ή αναλογική εφαρμογή της περί παραγραφής διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 του ίδιου Κανονισμού και από την αρμόδια εθνική αρχή, σε κάθε περίπτωση που αυτή επιλαμβάνεται για τον έλεγχο και παραβάσεων του ευρωπαϊκού δικαίου του ανταγωνισμού. 34 Από μέρος της θεωρίας [βλ. Καρύδη, Το ζήτημα της «παραγραφής» κατά τον Κανονισμό 1/2003, ό.π.] έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 25 παρ. 1 του Κανονισμού 1/2003 προθεσμία παραγραφής μπορεί σε μία τέτοια περίπτωση να αποτελέσει ενδεχομένως κατευθυντήρια γραμμή, κατά τον έλεγχο της διασφάλισης της αποτελεσματικής εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου από τους αντίστοιχους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, ή ακόμα και να τύχει εφαρμογής από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού (παρακάμπτοντας την αναποτελεσματική αντίστοιχη εθνική ρύθμιση, πχ σε περίπτωση πρόβλεψης εξαιρετικά βραχείας προθεσμίας παραγραφής), υπό την αναγκαία ωστόσο προηγούμενη προϋπόθεση ότι έχει εξαντληθεί η δυνατότητα παραπομπής της υπόθεσης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. 22 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Ωστόσο, σε αντίκρουση των ανωτέρω παρατηρούνται τα εξής: Από την ενωσιακή νομολογία προκύπτει ότι η τήρηση της εύλογης προθεσμίας από μέρους της αρχής ανταγωνισμού κατά την έκδοση αποφάσεων μετά το πέρας των διοικητικών διαδικασιών σε υποθέσεις ανταγωνισμού συνιστά γενική αρχή του ευρωπαϊκού δικαίου, η οποία αποτελεί συνάρτηση της αρχής της χρηστής διοικήσεως
- Συγκεκριμένα, έχει κριθεί ότι η αρχή ανταγωνισμού, για λόγους ασφάλειας δικαίου και πρόσφορης δικαστικής προστασίας, υποχρεούται να λαμβάνει θέση ή να συντάσσει διοικητικής φύσεως έγγραφο, στην περίπτωση που έχει ζητηθεί τέτοιο έγγραφο, εντός εύλογης προθεσμίας
- Ομοίως, όταν καταγγελία περί παραβάσεων του άρθρου 81 ή/και 82 ΣυνθΕΚ (ήδη 101 & 102 ΣΛΕΕ) υποβάλλεται ενώπιον της, η αρχή ανταγωνισμού υποχρεούται να λαμβάνει εντός εύλογης προθεσμίας οριστική θέση επί της καταγγελίας
- Το εύλογο της διάρκειας της διαδικασίας πρέπει να εκτιμάται ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων κάθε υπόθεσης και, ιδίως, του όλου πλαισίου της, της συμπεριφοράς που επέδειξαν οι εμπλεκόμενοι στη διάρκεια της διαδικασίας, της σημασίας της υποθέσεως για τις ενδιαφερόμενες/εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και του βαθμού πολυπλοκότητάς της
- Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο εύλογος χαρακτήρας μιας προθεσμίας δεν μπορεί να εξεταστεί με αναφορά σε ένα ακριβές ανώτατο όριο, προσδιοριζόμενο κατά τρόπο αφηρημένο, αλλά πρέπει να εκτιμάται σε κάθε υπόθεση σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της υποθέσεως
- Σημειώνεται ότι ο πίνακας των κριτηρίων αυτών δεν είναι εξαντλητικός και η εκτίμηση του εύλογου χαρακτήρα της προθεσμίας δεν επιβάλλει συστηματική εξέταση των περιστάσεων της υποθέσεως ενόψει καθενός κριτηρίου, όταν η διάρκεια της διαδικασίας φαίνεται δικαιολογημένη ενόψει ενός μόνον κριτηρίου
- Σε κάθε περίπτωση, ισχύει η γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία, οι προθεσμίες είναι ενδεικτικές.
- Επίσης, σύμφωνα με πάγια νομολογία, η μη τήρηση της γενικής αρχής της εύλογης προθεσμίας, ακόμη και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένη, δεν ασκεί επιρροή επί του κύρους της διοικητικής διαδικασίας και δεν δικαιολογεί την ακύρωση της απόφασης της αρχής ανταγωνισμού, παρά μόνο στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι η παρέλευση υπερβολικού χρόνου θίγει τη δυνατότητα των εμπλεκομένων επιχειρήσεων να αμυνθούν αποτελεσματικά, ήτοι εφόσον αποδειχθεί προσβολή των 35 Βλ. T-213/95 & T-18/96, SCK και FNK κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σελ. II-1739, σκ. 56, T127/98, UPS Europe κατά Επιτροπής, Συλλ. 1999, σελ. II-2633, σκ. 37, Τ-213/00, CMA CGM κατά Επιτροπής, Συλλ. 2003, σελ. ΙΙ-913, σκ.
- 36 T-213/95 και T-18/96, SCK και FNK κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σελ. II-1739, σκ.
- Ως προς το εύρος της εύλογης προθεσμίας, βλ. ΔΕφΑθ 3807/2014, σκ. 17, 3045/2014, σκ. 7, 5459/2014, σκ.
- 37 C- 282/95 P, Guerin automobiles κατά Επιτροπής, Συλλ. 1997, σελ. Ι-1503, σκ.
- 38 T-305/94 κλπ, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (PVC II), Συλλ. 1999, σελ. II931, σκ. 126, η οποία επικυρώθηκε με την απόφαση ΔΕΚ C-238/99 κλπ, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλ. 2002, σελ. Ι-8375, σκ.187, Τ-213/00, CMA CGM κατά Επιτροπής, Συλλ. 2003, σελ. ΙΙ-913, σκ. 317, C-185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, Συλλ. 1998, σελ. Ι-8417, σκ.
- Βλ. επίσης, μεταξύ άλλων, ΣτΕ 1563/97, σκ. 8, ΣτΕ 716/98, σκ. 7, ΣτΕ 3737/03, σκ.
- 39 C-238/99, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλ. 2002, σελ. Ι-8375, σκ.
- 40 C-238/99, ο.π., σκ.
- 23 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ δικαιωμάτων άμυνας
- Προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας στην εξεταζόμενη περίπτωση δεν προέκυψε.
- Δεδομένου ότι η περίοδος έως την επίδοση της Έκθεσης αποτελεί μέρος της αυτεπάγγελτης έρευνας, η οποία ξεκίνησε το 200642, στο πλαίσιο της οποίας εστάλησαν επιστολές παροχής στοιχείων43 και πραγματοποιήθηκαν επιτόπιοι έλεγχοι44, δεν υφίσταται ζήτημα τυχόν παράβασης της αρχής της ευλόγου προθεσμίας δράσης της διοίκησης μέχρι αυτό το χρονικό σημείο. Τούτο διότι δεν πρόκειται για περίπτωση που το πρώτο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας διήρκησε υπερβολικά, με αντίστοιχες ενδεχόμενες ανεπανόρθωτες επιπτώσεις στα δικαιώματα άμυνας των εμπλεκομένων μερών, τα οποία μπορούν να ασκήσουν επαρκώς, κατά το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας που έπεται της κοινοποίησης Έκθεσης
- Πιο συγκεκριμένα, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2006-2008, η έρευνα της ΓΔΑ ήταν ιδιαιτέρως συστηματική και εστιάστηκε στην αποστολή πολυάριθμων επιστολών παροχής στοιχείων, όπως και την πραγματοποίηση επιτόπιων ελέγχων που οδήγησαν στην εκπόνηση της με αριθ. πρωτ. 4123/24.6.2008 Εισήγησης της ΓΔΑ. Δυνάμει των ως άνω υπ’ αριθμ. 2132, 2133, 2134 και 2135/2010 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών ακυρώθηκε η υπ’ αριθμ. 460/V/2009 απόφαση της ΕΑ και αναπέμφθηκε η υπό κρίση υπόθεση στην ΕΑ με σκοπό την έκδοση νέας απόφασης με νόμιμη σύνθεση. Η Ε.Α. άσκησε αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά των ως άνω αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, οι οποίες απορρίφθηκαν στο σύνολό τους με τις υπ’ αριθ. 3847, 3848, 3849, 3850/2013 αποφάσεις του ΣτΕ. Το ΣτΕ έκρινε ότι ορθώς, αν και με άλλη αιτιολογία, το Διοικητικό Εφετείο ακύρωσε την απόφαση της ΕΑ και επιβεβαίωσε την κρίση του ΔΕΑ περί αναπομπής της υπόθεσης στην Ε.Α., προκειμένου να εξεταστεί εκ νέου σύμφωνα με το σχετικό διατακτικό. Για το διαμεσολαβούν διάστημα οποιαδήποτε προθεσμία παραγραφής τρέχει, 41 Βλ. ΣτΕ 375/2010, σκ.29, ΔΕφΑθ. 3793/2012 σκ.19, ΔΕφΑθ 1976/2015, σκ.
- ΔΕΚ C-113/04 P, Technische Unie κατά Επιτροπής, Συλλ. 2006, σ. I-8831, σκ. 47-48, ΔΕΚ C-185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, Συλλ. 1998, σ. Ι-8417, σκ. 49, ΠΕΚ T-305/94 κλπ, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (PVC II), Συλλ. 1999, σ. II-931, σκ. 122, ΠΕΚ 213/00, CMA CGM κατά Επιτροπής, Συλλ. 2003, σ. ΙΙ-913, σκ. 321, ΔΕΚ C-385/07 P, Der Grune Punkt – Duales System Deutschland, Συλλ. 2009, σ. Ι-6155, σκ. 190-
- Σύμφωνα με C-385/07 P, Der Grune Punkt – Duales System Deutschland, Συλλ. 2009, σελ. Ι-6155, σκ. 190-194, κρίνεται ότι δεν μπορεί να επιτρέπεται, αποκλειστικά και μόνο για τον λόγο της μη τηρήσεως εύλογης προθεσμίας, να οδηγείται η Διοίκηση ή το Δικαστήριο σε αδυναμία να διαπιστώσει την διάπραξη παράβασης των κανόνων του ανταγωνισμού. Το βάρος απόδειξης ενδεχόμενου ισχυρισμού περί προσβολής των δικαιωμάτων της άμυνας, απορρέουσας από τις δυσχέρειες που αντιμετώπισε να αμυνθεί κατά των αιτιάσεων της Επιτροπής λόγω της υπερβολικής διάρκειας της διοικητικής διαδικασίας φέρει η επιχείρηση που τον επικαλείται (ΔΕΚ C-113/04 P, Technische Unie κατά Επιτροπής, Συλλ. 2006, σελ. I-8831, σκ. 61, ΠΕΚ Τ- 405/06, ArcelorMittal κατά Επιτροπής, Συλλ.2009, σελ. ΙΙ-789, σκ. 167). Αφηρημένοι και αόριστοι ισχυρισμοί ότι η ελεγχόμενη επιχείρηση δεν μπορεί να αναζητήσει τα αναγκαία για την άμυνά της στοιχεία που ανάγονται σε πολλά χρόνια πριν, δεν μπορούν να αποδείξουν πραγματική προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, η οποία πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με τις ειδικές περιστάσεις που αφορούν σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση (ΣτΕ 375/2010, σκ. 19 και Τ- 60/05, UFEX κλπ κατά Επιτροπής, Συλλ. 2007, σ. ΙΙ-3397, σκ. 57 και νομολογία στην οποία παραπέμπει). 42 Βλ. την υπ’ αρ. πρωτ. 706/29.01.2016 έκθεση της Εισηγήτριας Λ. Ντέκα. 43 Ό.π. 44 Ό.π. 45 Βλ. σχετική ανάλυση με παραπομπή σε σχετική νομολογία σε Απόφαση ΕΑ 517/V/2011, σκ. 27επ. 24 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ αυτή διακόπτεται, για όσο εκκρεμεί η αναμενόμενη δικαστική κρίση, όπερ και εγένετο. Η ΕΑ ανέθεσε την αναπεμφθείσα υπόθεση στην Εισηγήτρια Λ. Ντέκα τον Ιούνιο του 2014 με το υπ’ αριθμ. 29/25-6-2014 Πρακτικό, η οποία εκπόνησε τη με αρ. πρωτ. 706/29.01.2016 Εισήγησή της, επί της ως άνω υπόθεσης. Σημειώνεται δε ότι είναι πάγια η νομολογία στο διοικητικό δίκαιο δυνάμει της οποίας οι προθεσμίες για το Δημόσιο είναι ενδεικτικές.
- ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ - ΔΟΜΗ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ – ΜΕΡΙΔΙΑ ΑΓΟΡΑΣ 4.1 Εισαγωγικά - Νομοθετικό Πλαίσιο
- Ως ασφάλιση ορίζεται η μεταφορά συγκεντρωμένων, τυχαίων και απρόβλεπτων κινδύνων σε ασφαλιστές έναντι ασφαλίστρων, οι οποίοι συμφωνούν να αποζημιώσουν τους ασφαλισμένους για τυχαίες ζημιές
- Στη σύγχρονη ασφαλιστική αγορά, τα ασφαλιστικά προϊόντα καλύπτουν τεράστιο εύρος κινδύνων και αναγκών. Ενδεικτικά αναφέρονται εν προκειμένω οι κλάδοι Ασφάλισης Περιουσίας, Αυτοκινήτων, Ζωής, Υγείας, Μεταφορών & Σκαφών
- Οι συνθήκες ζήτησης και οι όροι παροχής των σχετικών υπηρεσιών και προϊόντων στον κλάδο ασφάλισης αυτοκινήτων, στον οποίο αφορά η υπό εξέταση υπόθεση, καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από την κείμενη νομοθεσία. Έτσι, κατ’ αρχήν η ασφάλιση οχήματος για αστική ευθύνη που αφορά σε σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές τρίτων είναι υποχρεωτική
- Εξάλλου, ο ασφαλισμένος έχει τη δυνατότητα επιλογής για την κάλυψη και των ιδίων ζημιών (μικτή ασφάλεια).
- Περαιτέρω, οι όροι παροχής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών εργασιών στην Ελλάδα ρυθμίζονταν κατά βάση από το Ν.Δ. 400/1970 «Περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως»49 δυνάμει του οποίου είχαν ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία οι Κοινοτικές Οδηγίες περί πρωτασφάλισης και αντασφάλισης στους κλάδους Ζωής και Ζημιών αντίστοιχα
- 46 Πηγή: http://ec.europa.eu/comm/competition/sectors/financial_services/insurance.html όπου αναφέρεται: «By purchasing insurance, private customers or companies transfer risk that may arise from their personal or business activities to another party, the insurance company. The insurance company is better able to manage and absorb the risk due to the fact it is aggregating risks from a large number of customers, which leads to a much less risky stream of losses. Moreover, the insurance company has a better knowledge of the risk in question (the probability of a specific event occurring as well as the severity of losses that can be incurred).». 47 Πηγή: Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος. Για τους κλάδους βλ. κατωτέρω στον ορισμό της σχετικής αγοράς. 48 Άρθρο 2 του Ν. 489/1976 «Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως των εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης», ΦΕΚ Α’
- 49 ΦΕΚ Α΄ 10/17.1.
- 50 Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο της αναθεώρησης του ρυθμιστικού και εποπτικού πλαισίου για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στην Ε.Ε, εκδόθηκε το Νοέμβριο του 2009 η Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης, ευρέως γνωστή και ως Οδηγία Φερεγγυότητα II (Solvency II Directive), η οποία καταργεί όλες τις προηγούμενες Οδηγίες Πρωτασφάλισης και Αντασφάλισης στους Κλάδους Ζωής και Ζημιών. Προσφάτως δε και συγκεκριμένα τον Μάιο του 2014, εκδόθηκε η Οδηγία Omnibus II του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και 25 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν.Δ. 400/1970 και υπό τις εκεί οριζόμενες προϋποθέσεις, εργασίες ασφαλίσεως μπορούσαν να παρέχουν στην Ελλάδα αποκλειστικά ελληνικές ασφαλιστικές εταιρίες, ελληνικοί ασφαλιστικοί συνεταιρισμοί, δημόσιες επιχειρήσεις με σκοπό αποκλειστικά τις ασφαλιστικές εργασίες, κοινοτικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις δυνάμει της ενιαίας τους άδειας, η Ένωση Ασφαλιστικών Lloyds του Λονδίνου και ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα τρίτη, εκτός Ε.Ε, χώρα, οι οποίες όμως έχουν εγκατασταθεί στην Ελλάδα σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου νομοθετικού διατάγματος.
- Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν.Δ. 400/70, η λειτουργία ελληνικής ασφαλιστικής επιχείρησης προϋπέθετε άδεια που χορηγείται από την αρμόδια εποπτική αρχή κατά κλάδο ασφάλισης (κατά ζημιών, ζωής). Η άδεια ίσχυε για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ενιαία άδεια), ήτοι η ενδιαφερόμενη επιχείρηση δύναται να ασκήσει τις δραστηριότητές της σε άλλο κράτοςμέλος, είτε με καθεστώς εγκατάστασης (ίδρυση υποκαταστήματος), είτε με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. Σημειωτέον ότι στο άρθρο 120 του νδ 400/1970, στο οποίο προβλεπόταν η δυνατότητα της Τράπεζας της Ελλάδος να επιβάλει διοικητικές κυρώσεις σε ασφαλιστική επιχείρηση, στα μέλη του ΔΣ αυτής κλπ, σε περίπτωση παραβίασής του, δεν προβλεπόταν και χρόνος παραγραφής
- Από το 2016 και εξής το νομοθετικό πλαίσιο για την άσκηση ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών εργασιών στην Ελλάδα ορίζεται από το ν. 4364/2016, με τον οποίο ενσωματώθηκαν στην ελληνική νομοθεσία οι σχετικές Οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
- Με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του ν. 4364/201653 καταργήθηκε το ν.δ. 400/1970 «Περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως», ως ίσχυε,54 το οποίο μέχρι τότε αποτελούσε το βασικό νομοθετικό πλαίσιο ρύθμισης της άσκησης των εν λόγω εργασιών
- του Συμβουλίου, η οποία τροποποιεί την ανωτέρω Οδηγία, ολοκληρώνοντας το νέο πλαίσιο ρύθμισης και εποπτείας για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στην Ε.Ε, ενώ καθορίζει ως ημερομηνίες ενσωμάτωσης στο εθνικό δίκαιο και έναρξης εφαρμογής της Οδηγίας Φερεγγυότητα ΙΙ την 31.3.2015 και την 1.1.2016 αντίστοιχα. 51 Βλέπε σχετικά Ιωάννη Ρόκα, Συμφωνία καθορισμού τιμών. Η έννοια της ενιαίας και διαρκούς παράβασης.Υπολογισμός προστίμου, ΕΕμπΔ Γ/2015, σελ. 520, υποσημ.
- 52 Ο νόμος 4364/2016 δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α 13/5.2.2016 και αφορά στην: «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα ΙΙ), στα άρθρα 2 και 8 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 σχετικά με την τροποποίηση των Οδηγιών 2003/71/ΕΚ και 2009/138/ΕΚ, και των Κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, όσον αφορά τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (εφεξής ΕΑΑΕΣ) και της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών, καθώς και στο άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/89/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων και συναφείς διατάξεις της νομοθεσίας περί της ιδιωτικής ασφάλισης και άλλες διατάξεις». 53 Για το νέο νομοθετικό πλαίσιο, βλέπε αναλυτικά Έφη Τζίβα, Ααφαλιστικές επιχειρήσεις και ασφαλιστικό δίκαιο στην Ελλάδα μετά την έκδοση του ν. 4364/2016, ΕΕμπΔ 3/2017, 518επ. 54 ΦΕΚ Α 10/17.1.
- 55 Σύμφωνα με το άρθρο 278 του ν. 4364/2016, το ν.δ. 400/1970 καταργήθηκε από 1.1.
- 26 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Όπως συνάγεται από τα νομικά πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ν.4364/201656,57, η παροχή εργασιών ασφαλίσεως στην Ελλάδα διενεργείται από: α) ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα ή που επιθυμούν να αποκτήσουν έδρα στην Ελλάδα, για το σύνολο των ασφαλίσεων ζημιών ή/και ζωής, που αυτές ασκούν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης58 είτε ελεύθερης παροχής υπηρεσιών59, β) αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα, ή που επιθυμούν να αποκτήσουν έδρα στην Ελλάδα, για το σύνολο των αντασφαλίσεων 60, που αυτές ασκούν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, γ) ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα σε οποιοδήποτε κράτος – μέλος της ΕΕ που λειτουργούν στην Ελλάδα είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και δ) ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα τρίτη, εκτός ΕΕ, χώρα, οι οποίες όμως έχουν εγκατασταθεί στην Ελλάδα μέσω ίδρυσης υποκαταστήματος
- Για την άσκηση εργασιών ασφάλισης κατά ζημιών και ζωής απαιτείται εκ του νόμου62 η χορήγηση σχετικής άδειας λειτουργίας από την αρμόδια Εποπτική Αρχή, ήτοι την Τράπεζα της Ελλάδος
- Η άδεια λειτουργίας χορηγείται κατά κλάδο 56 Βλ. ιδίως Κεφάλαιο Α «Σκοπός, Ορισμοί, Κλάδοι Ασφάλισης, Πεδίο Εφαρμογής» του εν λόγω νόμου. Διευκρινίζεται ότι κατά τη διάρκεια ισχύος του προϊσχύσαντος νομικού πλαισίου, ως οριζόταν από το ν.δ. 400/1970 και τις τροποποιήσεις αυτού, η άσκηση ασφαλιστικών εργασιών στην Ελλάδα πραγματοποιούνταν από: α) ελληνικές ασφαλιστικές εταιρίες, β) ελληνικούς ασφαλιστικούς συνεταιρισμούς, γ) δημόσιες επιχειρήσεις με σκοπό αποκλειστικά τις ασφαλιστικές εργασίες, δ) κοινοτικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις δυνάμει της ενιαίας τους άδειας, ε) την Ένωση Ασφαλιστών Lloyds του Λονδίνου και στ) ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα τρίτη, εκτός ΕΕ, χώρα, οι οποίες όμως είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 400/1970 (βλ. άρ. 2 του ν.δ. 400/1970). 58 Ως εγκατάσταση κατά τους ορισμούς του άρ. 3 του ν. 4364/2016 ορίζεται είτε η καταστατική έδρα είτε το υποκατάστημα της ασφαλιστικής επιχείρησης. 59 Η άσκηση εργασιών ασφαλίσεως με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών υπόκειται σε κανονισμούς που ορίζονται στα άρθρα 117 και 118 του ν. 4364/2016 και σχετίζονται πρωτίστως με γνωστοποίηση πληροφοριών για τη λειτουργία, δραστηριοποίηση, αδειοδότηση και κεφαλαιακή επάρκεια της ενδιαφερόμενης ασφαλιστικής επιχείρησης. 60 Σύμφωνα με το άρ. 3 παρ. 7 του ν.4364/2016, ως «αντασφάλιση» ορίζεται: «η δραστηριότητα που συνίσταται στην ανάληψη κινδύνων που εκχωρούνται από ασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή από μια άλλη αντασφαλιστική επιχείρηση ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή, στην περίπτωση της ένωσης ασφαλιστών, που είναι γνωστή ως Lloyd’s, η δραστηριότητα που συνίσταται στην ανάληψη κινδύνων που εκχωρούνται από οποιοδήποτε μέλος των Lloyd’s και αναλαμβάνονται από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση άλλη από την ένωση ασφαλιστών Lloyd’s». Η αντασφάλιση αποτελεί το μηχανισμό μέσω του οποίου επιτυγχάνεται η διατήρηση του επιπέδου κινδύνου που αναλαμβάνει η κάθε ασφαλιστική εταιρία, λόγω των ασφαλιστικών καλύψεων, στα επιθυμητά επίπεδα. Οι αντασφαλιστές αναλαμβάνουν μέρος του ασφαλιζόμενου κινδύνου έναντι αντασφαλίστρου, ενώ συμμετέχουν στις αποζημιώσεις και στα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα. 61 Οι προϋποθέσεις για την άσκηση εργασιών ασφάλισης εντός Ελλάδας από ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα σε τρίτη χώρα ορίζονται στο άρ. 130 του ν. 4364/
- 62 Βλ. ιδίως άρ. 10 και 11 του ν. 4364/
- 63 Βλ. σχετικά άρ. 3 του ν. 4364/2016 όπου αναφέρεται ότι ως «Εποπτικές Αρχές» ορίζονται: «οι εθνικές αρχές οι οποίες, δυνάμει νομοθετικής ή κανονιστικής ρύθμισης, είναι αρμόδιες να εποπτεύουν ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Αρμόδια Ελληνική Εποπτική Αρχή είναι η Τράπεζα της Ελλάδος, στην οποία ανατίθεται το έργο της εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών 57 27 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ασφάλισης (ήτοι κατά ζημιών και ζωής) και ισχύει για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως εκ τούτου, η ενδιαφερόμενη και αδειοδοτημένη επιχείρηση δύναται να ασκήσει τις δραστηριότητές της σε άλλο κράτος-μέλος από αυτό στο οποίο βρίσκεται η καταστατική της έδρα, είτε με καθεστώς εγκατάστασης (ίδρυση υποκαταστήματος), είτε με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις
- Αντίστοιχα, η λήψη σχετικής άδειας κατά τα ως άνω άρθρα απαιτείται και για την άσκηση αντασφαλιστικής δραστηριότητας, ήτοι την ανάληψη κινδύνων που εκχωρούνται από ασφαλιστική επιχείρηση ή από μία άλλη αντασφαλιστική επιχείρηση, η οποία χορηγείται είτε μόνο για αντασφαλιστικές εργασίες κατά ζημιών ή ζωής, είτε ενιαία για όλα τα είδη αντασφαλιστικών εργασιών
- Επιπλέον, για τις ευρωπαϊκές ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην Ελλάδα είτε μέσω ίδρυσης υποκαταστήματος ή μέσω ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, η δραστηριοποίησή τους επιτρέπεται υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του ν. 4364/201666, ενώ η εποπτεία επί της δραστηριότητάς τους εναπόκειται στις εποπτικές αρχές των κρατών-μελών στα οποία εδρεύουν.
- Τέλος, οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση από την Εποπτική Αρχή 67 αφορούν κυρίως στη δραστηριότητα της ενδιαφερόμενης επιχείρησης (η οποία πρέπει να σχετίζεται αποκλειστικά με τις εργασίες ασφαλίσεως και όσες εργασίες προκύπτουν άμεσα από αυτή) και στη διασφάλιση της κατοχής ιδίων κεφαλαίων τέτοιων ώστε να καλύπτεται το κατώτερο όριο της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Επάρκειας, όπως αυτό ορίζεται στις οικείες διατάξεις του ν. 4364/
- Με το Ν. 3867/201069 συστήθηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος η Διεύθυνση Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, η οποία είναι επιφορτισμένη με το έργο της αδειοδότησης και εποπτείας των ελληνικών ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων και της άσκησης των λοιπών δραστηριοτήτων της βάσει των διατάξεων του παρόντος νόμου και του Καταστατικού της». 64 Βλ. σχετικά άρ. 10 του ν. 4364/
- 65 Βλ. ιδίως άρ. 11 παρ. 4 του ν. 4364/
- Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, ασφαλιστικές επιχειρήσεις δύνανται να ασκούν αντασφαλιστικές δραστηριότητες (αναλήψεις) μόνο στους κινδύνους ή τους κλάδους για τους οποίους διαθέτουν άδεια άσκησης πρωτασφαλίσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4364/
- 66 Βλ. σχετικά άρ. 115 του ν. 4364/2016 με το οποίο ορίζονται οι προϋποθέσεις για τη δραστηριοποίηση ασφαλιστικών επιχειρήσεων έδρας άλλου κράτους – μέλους στην ημεδαπή. Οι εν λόγω προϋποθέσεις σχετίζονται κυρίως με πληροφόρηση της Τράπεζας της Ελλάδος, ως αρμόδιας Εποπτικής Αρχής, επί του προγράμματος δραστηριότητάς τους, της νομικής εκπροσώπησής τους και της διεύθυνσης επικοινωνίας τους εντός της Ελλάδας, καθώς και με πιστοποίηση ότι πληρούνται οι όροι Κεφαλαιακής Απαίτησης και Φερεγγυότητας και της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης. 67 Για τη λεπτομερή καταγραφή των προϋποθέσεων χορήγησης άδειας λειτουργίας από την Εποπτική Αρχή, βλ. άρ. 14 του ν. 4364/
- 68 Ειδικότερα, βλ. άρ. 102.1 (δ) του ν. 4364/2016, βάσει του οποίου προκύπτει ότι η Ελάχιστη Κεφαλαιακή Επάρκεια δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού των €2.500.000 για τις επιχειρήσεις με δραστηριοποίηση στην ασφάλιση κατά ζημιάς ενώ για αυτές που παρέχουν ασφάλιση ζωής η Ελάχιστη Κεφαλαιακή Επάρκεια ορίζεται στο ποσό των €3.700.
- Για τις δε αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, η Ελάχιστη Κεφαλαιακή Επάρκεια ανέρχεται στο ύψος των €3.600.
- 69 ΦΕΚ Α΄ 128/3.8.
- 28 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ αλληλασφαλιστικών οργανισμών, καθώς και των υποκαταστημάτων αυτών στην αλλοδαπή, και της εποπτείας των αλλοδαπών ασφαλιστικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα με καθεστώς εγκατάστασης
- 73α. Ειδικά για τους πραγματογνώμονες το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο αυστηροποιείται, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 259 του ν. 4364/2016 και στα σε αυτό παραπεμπόμενα άρθρα: «Άρθρο 259 Πραγματογνώμονες
- Οι υπό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων οριζόμενοι πραγματογνώμονες για την εκτίμηση πραγματοποιηθείσας ζημίας και τον καθορισμό της οφειλομένης αποζημιώσεως, υποχρεούνται όπως αντίγραφο της εκθέσεώς τους κοινοποιούν στον ζημιωθέντα. Η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται όπως εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από της υποβολής της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης γνωστοποιήσει στον δικαιούχο τυχόν αποζημίωσης με βάση τους γενικούς και ειδικούς όρους του σχετικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου την αποδοχή αυτής ή μη, εκτός εάν επέλθει εν τω μεταξύ φιλικός διακανονισμός.
- Σε περίπτωση αποδοχής από την ασφαλιστική επιχείρηση και του δικαιούχου της προσδιορισθείσας από την πραγματογνωμοσύνη ασφαλιστικής αποζημίωσης, η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται αμελλητί στην καταβολή αυτής στον δικαιούχο.
- Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ορίζονται ως πραγματογνώμονες από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ενεργούν αμερόληπτα, ανεξάρτητα και χωρίς προκατάληψη με σκοπό την εξέταση και εκτίμηση δηλωθείσας ζημιάς ή/και απώλειας σύμφωνα τους γενικούς και ειδικούς όρους ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Οι ανωτέρω πραγματογνώμονες, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ευθύνονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 25671 και 25872 του παρόντος.» 70 Για την εποπτική αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος σε επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες στον τομέα της ιδιωτικής ασφάλισης, βλ. ενδεικτικά Ν. Ρόκα και Χ. Γκόρτσο, Στοιχεία Τραπεζικού Δικαίου, β΄έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, 2012, σελ.
- 71 Ειδικότερα, στο άρθρο 256 του ν. 4364/2016 προβλέπονται τα εξής: «Άρθρο 256 Διοικητικές Κυρώσεις
- Ανεξαρτήτως της εφαρμογής των οικείων ποινικών διατάξεων του παρόντος νόμου και με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων, η Εποπτική Αρχή μπορεί να επιβάλλει στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, στα μέλη της διοίκησής της ως και σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο παραβιάζει τις διατάξεις ευρωπαϊκού δικαίου αμέσου εφαρμογής, του παρόντος νόμου, των κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεών του ή την κείμενη ασφαλιστική νομοθεσία, επίπληξη ή πρόστιμο ύψους μέχρι δύο εκατομμυρίων (2.000.000) ευρώ.
- Ανεξαρτήτως της εφαρμογής των οικείων ποινικών διατάξεων του παρόντος νόμου και με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων, η Εποπτική Αρχή μπορεί να επιβάλει πρόστιμο μέχρι διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, στα μέλη της διοίκησής της ως και σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο αρνείται τη συνεργασία ή παρακωλύει έρευνα ή έλεγχο, που αυτή διενεργεί σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, τον παρόντα νόμο, των κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεών του ή την κείμενη ασφαλιστική νομοθεσία.
- Ανεξαρτήτως της εφαρμογής των οικείων ποινικών διατάξεων του παρόντος νόμου και με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων, και με την επιφύλαξη της εφαρμογής της παραγράφου 1 του παρόντος, 29 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ η Εποπτική Αρχή μπορεί να επιβάλλει πρόστιμο ύψους μέχρι εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ και σε περίπτωση υποτροπής μέχρι τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που παραβαίνει τις διατάξεις της κείμενης ασφαλιστικής νομοθεσίας περί υποχρεωτικής ασφάλισης οχημάτων και ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης.
- α) Σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί ειδική συμμετοχή ή αυξηθεί η υφιστάμενη συμμετοχή στο κεφάλαιο ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, χωρίς την, βάσει του άρθρου 43 του παρόντος, απαιτούμενη κατά περίπτωση γνωστοποίηση ή έγκρισή της από την Εποπτική Αρχή, η Εποπτική Αρχή μπορεί να επιβάλλει στους κατόχους των συμμετοχών αυτών τις παρακάτω κυρώσεις, διαζευκτικά ή σωρευτικά: αα) Πρόστιμο μέχρι ποσοστού 10% της αξίας των μετοχών που απέκτησαν τα πρόσωπα αυτά. αβ) Αποκλεισμό από το διοικητικό συμβούλιο ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και από μέλος διοίκησης ή οποιαδήποτε διευθυντική θέση σε ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, προκειμένου περί φυσικών προσώπων. β) Σε περίπτωση μη τήρησης των υποχρεώσεων γνωστοποίησης στην Εποπτική Αρχή περί της αλλαγής της ταυτότητας των φυσικών προσώπων που ελέγχουν νομικά πρόσωπα, κατόχους ειδικής συμμετοχής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην περίπτωση γ` της παραγράφου 15 του άρθρου 43 του παρόντος, ή δεν υπάρξει συμμόρφωση προς την τυχόν απαίτηση της Εποπτικής Αρχής για την εφαρμογή των προβλεπομένων στην περίπτωση γ` της παραγράφου 1 του άρθρου 43 του παρόντος, η Εποπτική Αρχή μπορεί να επιβάλλει στα φυσικά πρόσωπα που αφορά η σχετική παράλειψη ή η μη συμμόρφωση, τις κυρώσεις της υποπερίπτωσης αβ` της προηγούμενης περίπτωσης της παρούσας παραγράφου. γ) Στα πρόσωπα που δεν τηρούν την υποχρέωση ενημέρωσης της Εποπτικής Αρχής, βάσει της περίπτωσης β` της παραγράφου 1 του άρθρου 43 του παρόντος, ως προς τη μείωση συμμετοχής, η Εποπτική Αρχή μπορεί να επιβάλει πρόστιμο ύψους μέχρι ποσοστού 5% της αξίας των μετοχών που μεταβιβάσθηκαν χωρίς προηγούμενη ενημέρωσή της.
- Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 15 του άρθρου 43 στις υποδείξεις της Εποπτικής Αρχής για τη λήψη διορθωτικών μέτρων σύμφωνα με αυτή τη διάταξη, η Εποπτική Αρχή μπορεί, διαζευκτικά ή σωρευτικά: α) να επιβάλλει την απομάκρυνση των ανωτέρω προσώπων, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, από το διοικητικό συμβούλιο ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και από μέλος διοίκησης ή οποιαδήποτε διευθυντική θέση σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, β) να αναστέλλει, μέχρι να αρθούν οι συνθήκες που επέβαλαν τη λήψη των συγκεκριμένων μέτρων, την άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου, που απορρέουν από τις μετοχές που κατέχουν τα πρόσωπα αυτά ή τα νομικά πρόσωπα που αυτά ελέγχουν, γ) να απαγορεύει οποιαδήποτε νέα συναλλαγή ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με τα πρόσωπα αυτά ή με οποιαδήποτε νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από αυτά, καθώς και να κηρύσσει ληξιπρόθεσμα και αμέσως απαιτητά τα δάνεια που έχουν λάβει όλα τα πιο πάνω πρόσωπα από την εν λόγω επιχείρηση.
- Κατά την επιμέτρηση των κυρώσεων λαμβάνονται ενδεικτικά υπόψη η επίπτωση της παράβασης στην εύρυθμη λειτουργία της ασφαλιστικής αγοράς, ο κίνδυνος διατάραξης της συστημικής σταθερότητας, ο κίνδυνος πρόκλησης βλάβης στα συμφέροντα των ασφαλιζομένων, το ύψος της πραγματικά προκληθείσας ζημίας σε αυτούς ως και η τυχόν ανόρθωσή της, η λήψη μέτρων για την άρση της παράβασης στο μέλλον, ο βαθμός συνεργασίας με την Εποπτική Αρχή κατά το στάδιο διερεύνησης και ελέγχου, οι ανάγκες της ειδικής και γενικής πρόληψης και η τυχόν καθ’ υποτροπή τέλεση παραβάσεων του παρόντος νόμου ή της λοιπής νομοθεσίας για τις ασφαλίσεις.
- Τα πρόστιμα που επιβάλλει η Εποπτική Αρχή αποτελούν δημόσιο έσοδο και εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.
- Οι αποφάσεις της Εποπτικής Αρχής με τις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις μπορεί να δημοσιοποιούνται, για την ενίσχυση της διαφάνειας στην αγορά, εφόσον αυτή κρίνει ότι η σχετική δημοσιοποίηση δεν συνδέεται με τις εποπτικές απαιτήσεις που θεσπίζονται με τον παρόντα νόμο και δεν είναι πιθανό να δημιουργήσει κίνδυνο σοβαρής διατάραξης των χρηματοπιστωτικών αγορών ή δυσανάλογης ζημίας στα ενδιαφερόμενα μέρη.
- Τα όργανα διοίκησης της Εποπτικής Αρχής, όπως και το προσωπικό αυτής δεν ευθύνονται αστικά έναντι τρίτων για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους εντός των κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιοτήτων τους, καθώς επίσης εντός των λοιπών αρμοδιοτήτων τις οποίες ασκεί η Εποπτική Αρχή κατά ανάθεση δημόσιας εξουσίας, εκτός εάν τα υπαίτια πρόσωπα βαρύνονται με δόλο». 72 Ειδικότερα, στο άρθρο 258 του ν. 4364/2016 προβλέπονται τα εξής: 30 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 4.2 Συνοπτική Περιγραφή Διαδικασίας Διακανονισμού Ζημίας σε Περίπτωση Τροχαίου Ατυχήματος
- Σε κάθε περίπτωση ατυχήματος, για το οποίο υπάρχει ασφαλιστική κάλυψη, είτε σε περίπτωση ζημιάς τρίτου είτε σε περίπτωση ιδίας ζημιάς (μικτή ασφάλεια), πραγματοποιείται αναγγελία της ζημιάς στην υπόχρεη προς αποζημίωση ασφαλιστική εταιρία. Αμέσως μετά την ενημέρωση της ασφαλιστικής εταιρίας από το ζημιωθέντα για τη ζημιά και για το σημείο όπου βρίσκεται προς επισκευή το αυτοκίνητο (συνεργείο ή «Άρθρο 258 Ποινικές κυρώσεις
- Ανεξαρτήτως της εφαρμογής των οικείων διοικητικών κυρώσεων του παρόντος νόμου και με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων όπου το αδίκημα τιμωρείται βαρύτερα, με φυλάκιση τιμωρείται όποιος με γνώση του προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις προς: α) την Εποπτική Αρχή με σκοπό να επιτύχει την άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, την παράταση της άδειας ή την έγκριση του καταστατικού της ή κλάδου αυτής, β) το κοινό με δημοσιεύματα (ηλεκτρονικών ή εντύπων) ή κάθε άλλου μέσου με σκοπό την παραπλάνησή του.
- Ανεξαρτήτως της εφαρμογής των οικείων διοικητικών κυρώσεων του παρόντος νόμου και με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων όπου το αδίκημα τιμωρείται βαρύτερα, με φυλάκιση τιμωρείται κάθε πρόσωπο που άμεσα ή έμμεσα ασκεί διοίκηση ή διαχείριση σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, όταν με γνώση του έπραξε τα εξής: α) πρότεινε ή επέτρεψε τη διανομή μερίσματος κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου ή κανονιστικών πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση του παρόντος νόμου, β) παραβίασε τις διατάξεις περί υπολογισμού των τεχνικών προβλέψεων ή της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης, και γ) συνέταξε ή ενέκρινε ισολογισμό ή έκθεση σχετικά με την φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου ή του καταστατικού της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.
- Ανεξαρτήτως της εφαρμογής των οικείων διοικητικών κυρώσεων του παρόντος νόμου και με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων όπου το αδίκημα τιμωρείται βαρύτερα, με φυλάκιση τιμωρείται όποιος άμεσα ή έμμεσα κατά τη διάρκεια της εποπτικής αξιολόγησης με γνώση του προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις.
- Ανεξαρτήτως της εφαρμογής των οικείων διοικητικών κυρώσεων του παρόντος νόμου και με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων όπου το αδίκημα τιμωρείται βαρύτερα, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός μηνός και με χρηματική ποινή τιμωρούνται πραγματογνώμονες οι οποίοι κατά την εκτίμηση της εκτάσεως πραγματοποιηθείσας ζημίας και καθορισμό της οφειλομένης αποζημίωσης προς τον ζημιωθέντα εν γνώσει πραγματοποιούν ψευδείς εκτιμήσεις ή δηλώσεις προς όφελος της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή του ζημιωθέντα ασφαλισμένου.
- Ανεξαρτήτως της εφαρμογής των οικείων διοικητικών κυρώσεων του παρόντος νόμου και με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων όπου το αδίκημα τιμωρείται βαρύτερα, με φυλάκιση τιμωρείται όποιος παραβιάζει τις απαγορεύσεις του άρθρου 147 του παρόντος.
- Ανεξαρτήτως της εφαρμογής των οικείων διοικητικών κυρώσεων του παρόντος νόμου και με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων όπου το αδίκημα τιμωρείται βαρύτερα, με φυλάκιση τιμωρείται όποιος παραβιάζει τις διατάξεις του άρθρου 259 του παρόντος.
- Ανεξαρτήτως της εφαρμογής των οικείων διοικητικών κυρώσεων του παρόντος νόμου και με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων όπου το αδίκημα τιμωρείται βαρύτερα, με φυλάκιση τιμωρείται όποιος άμεσα ή έμμεσα κατά τον έλεγχο του ισολογισμού ή της έκθεσης σχετικά με την φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση με γνώση του προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις». 31 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ οποιοδήποτε άλλο σημείο εξυπηρετεί τον ζημιωθέντα), η ασφαλιστική εταιρία αναθέτει σε πραγματογνώμονα τη σύνταξη έκθεσης για την εκτίμηση της ζημιάς.
- Ο πραγματογνώμονας είναι εξωτερικός συνεργάτης της ασφαλιστικής εταιρίας, ο οποίος, πραγματοποιώντας επιτόπιο έλεγχο, εκτιμά τη ζημιά του βλαβέντος οχήματος, καθώς και τον τρόπο και το κόστος αποκατάστασής της, συντάσσοντας σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης μπορεί να εκπονηθεί και να συνταχθεί είτε βάσει του εμπειρικού τρόπου εκτίμησης, είτε μέσω της χρήσης κάποιου συστήματος ηλεκτρονικής πραγματογνωμοσύνης, όπως είναι το σύστημα Audatex. Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και οι φωτογραφίες του βλαβέντος οχήματος αποστέλλονται στην ασφαλιστική εταιρία και αποτελούν στοιχείο του φακέλου ζημιάς.
- Συγκεκριμένα, για κάθε αναγγελθέν, στην ασφαλιστική εταιρία ατύχημα, δημιουργείται σχετικός φάκελος, ο οποίος πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα για τον διακανονισμό της ζημιάς δικαιολογητικά και στοιχεία, όπως η δήλωση ατυχήματος, η έκθεση εκτίμησης της ζημιάς του αυτοκινήτου (πραγματογνωμοσύνη) και τα τιμολόγια επισκευής. Ο διακανονισμός ενός φακέλου ζημιάς είναι η διαδικασία με την οποία η ασφαλιστική εταιρία αποζημιώνει το δικαιούχο αποζημίωσης.
- Η διαχείριση του φακέλου ζημίας, μέχρι και τη στιγμή αποζημίωσης του ζημιωθέντος, αποτελεί αρμοδιότητα του «διακανονιστή», εκπροσώπου της ασφαλιστικής εταιρίας. Ο διακανονιστής είναι υπεύθυνος για τον έλεγχο των στοιχείων και για τον έλεγχο της κάλυψης, ήτοι εάν το υπάρχον ασφαλιστήριο συμβόλαιο και το ασφαλιστικό ποσό καλύπτουν το είδος της ζημιάς και το ποσό της αποζημίωσης. Ο ορισμός του ποσού της αποζημίωσης και η τελική καταβολή της αποζημίωσης του ζημιωθέντα είναι επίσης αρμοδιότητα του διακανονιστή.
- Με την αποπεράτωση της επισκευής, ο ίδιος ο ιδιώτης πληρώνει συνήθως το συνεργείο επισκευής και, στη συνέχεια, απαιτεί από την υπόχρεη ασφαλιστική εταιρία την αποζημίωσή του, βάσει των σχετικών τιμολογίων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπου ο ζημιωθείς εξουσιοδοτεί το συνεργείο να κάνει όλες τις απαραίτητες διαδικασίες αντ’ αυτού, δεν εμπλέκεται ο ίδιος με την εξόφληση του συνεργείου, αλλά αυτή πραγματοποιείται απευθείας από την ασφαλιστική εταιρία.
- Σε περίπτωση διαφωνίας του διακανονιστή της ασφαλιστικής εταιρίας με το κόστος επισκευής του αυτοκινήτου, όπως αυτό προκύπτει από τα τιμολόγια επισκευής και την εκτίμηση της ζημιάς από τον πραγματογνώμονα, ο ασφαλισμένος μπορεί να προσφύγει στα αρμόδια αστικά δικαστήρια, για την επίλυση της διαφοράς και τον καθορισμό της τελικής ασφαλιστικής αποζημίωσης.
- Η ως άνω περιγραφείσα διαδικασία δεν διαφοροποιείται73 ουσιαστικά στην περίπτωση του φιλικού διακανονισμού (συμφωνία άμεσου διακανονισμού ζημιών), όπου εφόσον τηρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ο ζημιωθείς απευθύνεται στην δική του ασφαλιστική εταιρία για την αποζημίωσή του, επιτυγχάνοντας γρηγορότερους χρόνους εξυπηρέτησης χωρίς προστριβές και ταλαιπωρία. Έτσι, είτε οι ασφαλιστικές εταιρίες διακανονίζουν τη ζημιά μέσω της συμφωνίας φιλικού διακανονισμού είτε διακανονίζουν τη ζημιά τρίτου, ο τρόπος προσδιορισμού του κόστους επισκευής είναι ο ίδιος. 73 Βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. 1166/9.2.2015 σχετική απάντηση της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος. 32 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Διάγραμμα 1: Διάγραμμα Ροής Διαδικασίας Διακανονισμού Ζημίας σε Περίπτωση Τροχαίου Ατυχήματος ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΝΑΣ AUDATEX Πραγματογνωμοσύνη ΣΥΝΕΡΓΕΙΟ ΕΠΙΣΚΕΥΗΣ 4.1.1 4.3 Σχετική Αγορά Σχετική αγορά προϊόντων/ υπηρεσιών74
- Η σχετική αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών περιλαμβάνει το σύνολο των προϊόντων ή υπηρεσιών που θεωρούνται από τον καταναλωτή εναλλάξιμες ή δυνάμενες να υποκατασταθούν μεταξύ τους, λόγω των χαρακτηριστικών τους, της τιμής τους και της σκοπούμενης χρήσης τους.
- Στην υπό κρίση υπόθεση, οι τέσσερις καταγγελλόμενες εταιρίες, μέτοχοι της ΑUDATEX ΕΛΛΑΣ, δραστηριοποιούνται στην αγορά της παροχής ασφαλιστικών υπηρεσιών. Σύμφωνα με πάγια πρακτική της Ε.Α.75 και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής76, η ευρύτερη αγορά της παροχής ασφαλιστικών υπηρεσιών διακρίνεται περαιτέρω στις επιμέρους υπο-αγορές: (α) πρωτασφαλίσεων κατά κινδύνων ζωής (β) πρωτασφαλίσεων κατά κινδύνων ζημιών, η οποία περιλαμβάνει το σύνολο των κινδύνων όπως καθορίζονται στο νομοθετικό πλαίσιο, ήτοι: Ατυχήματα Σιδηροδρομικά οχήματα Λοιπές ζημίες αγαθών 74 Βλ. Ανακοίνωση, σχετικά με τον καθορισμό της σχετικής αγοράς για τους σκοπούς του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού [ΕΕ, C372/5, 9.12.1997, παρ. 28 έως 31]. 75 Βλ. ενδεικτικά Αποφάσεις Ε.Α. 26/1996, 85/1997, 7/II/1998, 133/II/2000, 179/III/2001, 380/V/2008 και 417/V/2008, αλλά και τις πιο πρόσφατες 534/VΙ/2012 Alpha-Eurobank και 549/VII/2012 Πειραιώς-Αγροτική. 76 Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις της Ε.Ε M.6694 Helvetia/Certain parts of GAN Eurocourtage’s Marine Insurance Portfolio παρ. 8.9, M.6649 Allianz/Insurance Portfolio and Brokerage Services of Gan Eurocourtage παρ. 8, M.4284 AXA/Winterthur παρ.7, Μ.4844 Fortis /AbnAmbroAssets παρ.71-73, M.6053 CVC/Apollo/BritInsurance παρ.12 και M.5293 Santander/Alliance&Leicester παρ.
- 76 Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις της Ε.Ε M.6649 Allianz/Insurance Portfolio and Brokerage Services of Gan Eurocourtage παρ. 9, M.4284 AXA/Winterthur παρ.9, M. 5925/ Metlife/Alico/Delam παρ. 10, M.6217 BALOISE HOLDING /NATEUS / NATEUS LIFE παρ.
- 33 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Ασθένειες Χερσαία οχήματα Αεροσκάφη Αστική χερσαία οχήματα Μεταφερόμενα εμπορεύματα ευθύνη από Πυρκαγιά και στοιχεία της φύσεως αυτοκίνητα Πλοία Αστική ευθύνη αεροσκάφη Πιστώσεις Αστική ευθύνη από Νομική προστασία θαλάσσια, λιμναία και ποτάμια σκάφη Εγγυήσεις Γενική αστική ευθύνη (γ) αντασφαλίσεων77, η περιγραφόμενων κινδύνων. οποία από Διάφορες χρηματικές απώλειες Βοήθεια περιλαμβάνει αντασφαλίσεις των ανωτέρω
- Όσον αφορά στην ασφάλιση ζημιών78, στην οποία αφορά η συγκεκριμένη υπόθεση, έχει προταθεί η διάκριση σε επιμέρους κλάδους ανάλογα με τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο, ήτοι ασφάλιση για τους κινδύνους της ασθένειας και του ατυχήματος, χερσαίων οχημάτων, θαλάσσια, αεροπορική και ασφάλιση μεταφορών, αστικής ευθύνης, πιστώσεων και ταξιδιωτική.
- Εν προκειμένω, οι καταγγελλόμενες εταιρίες μέτοχοι της AUDATEX ΕΛΛΑΣ δραστηριοποιούνται μεταξύ άλλων και στον κλάδο ασφάλισης αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα, ενώ οι όροι παροχής στους τελικούς καταναλωτές των προϊόντων του προαναφερόμενου κλάδου επηρεάζονται από τις υπό εξέταση πρακτικές. Ο συγκεκριμένος κλάδος ασφάλισης περιλαμβάνει κάθε είδους αστική ευθύνη για ατυχήματα που προκαλούνται από την χρήση αυτοκινήτων συμπεριλαμβανομένης και της ευθύνης του μεταφορέα.
- Συνεπώς, ως σχετική αγορά στην υπό εξέταση καταγγελία ορίζεται η αγορά πρωτασφάλισης ζημιών και συγκεκριμένα ο κλάδος ασφάλισης από Χερσαία Ατυχήματα Οχήματα.
- Περαιτέρω, οι υπό εξέταση πρακτικές αφορούν και στις εκτιμήσεις κόστους επισκευής υλικών ζημιών αυτοκινήτων. Για την επισκευή της ασφαλιστικά καλυπτόμενης ζημιάς και την κάλυψη της απαίτησης του ζημιωθέντα (ασφαλισμένου ή τρίτου) από την υπόχρεη ασφαλιστική εταιρία, απαιτείται η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Η πραγματογνωμοσύνη, όπως προαναφέρθηκε, μπορεί να είναι εμπειρική ή ηλεκτρονική. Δεν υπάρχουν τυπικοί ή ουσιαστικοί περιορισμοί που να ορίζουν την επιλογή ενός εκ των δύο τρόπων διεξαγωγής της πραγματογνωμοσύνης.
- Στην υπό κρίση υπόθεση η πρώτη των καταγγελλόμενων, AUDATEX ΕΛΛΑΣ, είναι μια εταιρία που διαχειρίζεται και εγκαθιστά σε επιχειρήσεις το λογισμικό Audatex, ήτοι 77 Η άσκηση αντασφαλιστικής δραστηριότητας αφορά στην ανάληψη κινδύνων που εκχωρούνται από ασφαλιστική επιχείρηση ή από μία άλλη αντασφαλιστική επιχείρηση. Συγκεκριμένα, η αντασφάλιση αποτελεί το μηχανισμό μέσω του οποίου επιτυγχάνεται η διατήρηση του επιπέδου κινδύνου που αναλαμβάνει η κάθε ασφαλιστική εταιρία, λόγω των ασφαλιστικών καλύψεων, στα επιθυμητά επίπεδα. Οι αντασφαλιστές αναλαμβάνουν μέρος του ασφαλιζόμενου κινδύνου έναντι αντασφαλίστρου, ενώ συμμετέχουν στις αποζημιώσεις και στα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα. 78 Βλ. ενδεικτικά απόφαση της Ε.Ε. Μ.2225 Fortis/ASR. 34 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ένα μηχανογραφικό σύστημα ηλεκτρονικής πραγματογνωμοσύνης ζημιών αυτοκινήτων. Δραστηριοποιείται συνεπώς στην αγορά υπηρεσιών ηλεκτρονικής εκτίμησης ζημιών αυτοκινήτου.
- Συνεπακόλουθα, ως σχετική ορίζεται εν προκειμένω και η αγορά υπηρεσιών παροχής λογισμικού για την ηλεκτρονική εκτίμηση ζημιών αυτοκινήτου (ηλεκτρονική πραγματογνωμοσύνη).
- Κατά την Εισήγηση, ως παρεπόμενη υπηρεσία στην αγορά ασφάλισης ζημιών δύναται να θεωρηθεί και η υπηρεσία της πραγματογνωμοσύνης. Η υπηρεσία της πραγματογνωμοσύνης, ηλεκτρονικής ή εμπειρικής, παρέχεται από πιστοποιημένους79, για το σκοπό αυτό επαγγελματίες πραγματογνώμονες. Ο πραγματογνώμονας ενεργεί ως ανεξάρτητος από τα συμβαλλόμενα μέρη εμπειρογνώμονας που καλείται από την ασφαλιστική εταιρία να εκτιμήσει το μέγεθος και το κόστος επισκευής της ζημιάς. Επίσης, κατά την Εισήγηση, ως παρεπόμενη υπηρεσία στην αγορά ασφάλισης ζημιών δύναται να θεωρηθούν και οι υπηρεσίες επισκευής οχήματος. Οι υπηρεσίες επισκευής οχήματος παρέχονται από το συνεργείο επισκευής. Η συμμετοχή του συνεργείου στην ως άνω περιγραφείσα διαδικασία διακανονισμού της ζημίας είναι κομβική, καθώς στο συνεργείο πραγματοποιείται η αποκατάσταση της ζημίας, ήτοι το αντικείμενο της ασφάλισης του ζημιωθέντος οχήματος, και δημιουργούνται τα κόστη επισκευής, άρα το σημείο διαπραγμάτευσης μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρίας και του συνεργείου. Ωστόσο, όπως αποσαφηνίστηκε, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, η «συμμετοχή του συνεργείου στην ως άνω περιγραφείσα διαδικασία διακανονισμού της ζημίας είναι κομβική», καθώς το συνεργείο όπου πραγματοποιείται η αποκατάσταση της ζημίας, είτε το αντικείμενο της ασφάλισης του ζημιωθέντος οχήματος και δημιουργούνται τα κόστη επισκευής, συνιστά το σημείο διαπραγμάτευσης μεταξύ ασφαλιστικής και του συνεργείου
- 4.1.2 Σχετική γεωγραφική αγορά
- Η σχετική γεωγραφική αγορά περιλαμβάνει την περιοχή, στην οποία οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις πωλούν τα σχετικά προϊόντα υπό επαρκώς ομοιογενείς συνθήκες ανταγωνισμού.
- Σχετικά με την αγορά ασφαλιστικών υπηρεσιών και ειδικότερα την αγορά πρωτασφάλισης ζημιών από οχήματα από γεωγραφική άποψη, η Ε.Α, σε σειρά αποφάσεών της81, έχει κρίνει ότι η σχετική γεωγραφική αγορά αφορά στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας, ως αποτέλεσμα των εθνικών δικτύων διανομής, των εδραιωμένων δομών της αγοράς, των διαφόρων φύσεων οικονομικών εμποδίων και των διαφορετικών κανονιστικών συστημάτων ανά κράτος
- Αντίστοιχα, και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενώ 79 Υπό την έννοια της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος. Βλ. Συνεδρίαση 46η ΠΡΑΚΤΙΚΑ της 19ης Σεπτεμβρίου 2016, σελ.
- 81 Βλ. τις υπ’ αριθ. 26/1996, 85/1997, 7/II/1998, 133/II/2000, 179/III/2001, 380/V/2008, 417/V/2008, 449/V/2009 αλλά και τις πρόσφατες 534/VI/2012, 549/VII/2012 Πειραιώς-Αγροτική, 556/VII/2012 Alpha-Εμπορική και 566/VII/2013 Πειραιώς-Millennium αποφάσεις της Επιτροπής Ανταγωνισμού. 82 Αντίστοιχα επιχειρήματα χρησιμοποιεί και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να ορίσει τις εν λόγω αγορές ως εγχώριες (βλ. ενδεικτικά αποφάσεις M.759 SUN ALLIANCE/ROYAL INSURANCE και M.2343 TORO ASSICURAZIONI /LLOYD ITALICO). 80 35 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ αναγνωρίζει ότι η ασφαλιστική αγορά καθίσταται διαρκώς πιο προσβάσιμη και ανοικτή στον ενωσιακό ανταγωνισμό, ακολουθεί την προσέγγιση ότι οι αγορές της ασφάλισης ζωής και κατά κινδύνων ζημιών είναι εθνικές κατά βάση, λόγω των προαναφερόμενων χαρακτηριστικών
- Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, ως σχετική γεωγραφική αγορά που αφορά στις αγορές υπηρεσιών παροχής ασφάλισης κατά κινδύνων ζημιών, λαμβάνεται η Ελληνική Επικράτεια, σε αντιστοιχία με την εθνική και ευρωπαϊκή πρακτική.
- Σχετικά με την αγορά υπηρεσιών παροχής λογισμικού για την ηλεκτρονική εκτίμηση ζημιών αυτοκινήτου, δεδομένου ότι το ηλεκτρονικό σύστημα πραγματογνωμοσύνης Audatex έχει πανελλαδική εφαρμογή84, ως σχετική γεωγραφική αγορά θεωρείται ολόκληρη η Ελληνική Επικράτεια. 4.4 ΜΕΡΙΔΙΑ ΑΓΟΡΑΣ 4.4.1 Μερίδια αγοράς Ασφαλιστικών Εταιριών
- Ο κλάδος της ασφάλισης, παρά το γεγονός ότι σε αυτόν δραστηριοποιείται μεγάλος σχετικά αριθμός ασφαλιστικών εταιριών, είναι σχετικά συγκεντρωμένος, αφού οι πρώτες δέκα
(10)ασφαλιστικές εταιρίες συγκεντρώνουν μερίδιο αγοράς που ξεπερνά το 50%. Οι καταγγελλόμενες ασφαλιστικές εταιρίες βρίσκονται στην κορυφή της κατάταξης, από άποψη μεριδίων αγοράς τόσο στον κλάδο ζημιών γενικά όσο και στον κλάδο ασφάλισης αυτοκινήτων. Ο συνολικός κύκλος εργασιών των καταγγελλόμενων ασφαλιστικών εταιριών, στο μέρος που αφορά στην ασφάλιση αυτοκινήτων κατά το 2006 ανήλθε σε 1,1 δις €
- Πίνακας 4: Μερίδια αγοράς καταγγελλόμενων ασφαλιστικών εταιριών. ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΙΦ ( νυν. GROUPAMA FOINIX) ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ Ε.Ε.Α.Ζ. ΑΕ ΑΓΡΟΤΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α ΣΥΝΟΛΟ ΚΛΑΔΟΣ ΖΗΜΙΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΡΑ ΑΠΟ ΠΡΩΤΑΣΦΑΛΣΕΙΣ - ΜΕΡΙΔΙΑ ΑΓΟΡΑΣ 2005 2006 2007 Θέση Θέση στην στην Ασφάλιστρα Μερίδιο αγορά Ασφάλιστρα Μερίδιο αγορά Ασφάλιστρα Μερίδιο 304.682.219 15,30% 1η 215.300.180 16,75% 1η 231.768.141 15,99% 2008 Θέση στην αγορά Ασφάλιστρα Μερίδιο 1η 228.252.827 14,92% Θέση στην αγορά 1η 134.958.784 108.842.233 100.994.906 6,80% 5,50% 5,10% 2η 3η 4η 85.007.425 71.799.573 64.944.334 6,61% 5,58% 5,05% 2η 4η 5η 75.085.452 82.217.289 77.232.487 5,18% 5,67% 5,33% 5η 3η 4η 73.742.196 90.392.822 80.805.032 4,82% 5,91% 5,28% 5η 2η 4η 1.988.262.700 100% 67 1.285.646.934 100% 60 1.449.228.602 100% 57 1.529.653.397 100% 62 Πηγή: 2005 Ε.Α.Ε.Ε. Ετήσια Ερευνα για την "Παραγωγή ασφαλίστρων κατά Κλάδο Ασφάλισης ετους 2005", 2006-2008 Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, "Δελτία Ιδιωτικής Ασφάλισης" 83 Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις Ε.Ε. M.6053 CVC/Apollo/BritInsurance παρ 17 και Μ.6649 Allianz/Insurance Portfolio and Brokerage Services of GAN Eurocourtage παρ.
- 84 Βλ. σχετική εκτενή ανάλυση για το εύρος χρήσης του συστήματος στην ενότητα 4.5.2.Εύρος χρήσης του συστήματος AUDATEX 85 Βλ πίνακα
- Το ποσό υπερβαίνει κατά πολύ το «κατώφλι» των 40 εκατ. € όπως προβλέπεται στις Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 (νυν 101 και 102) της Συνθήκης, EE C 101/81 της 27.4.2004 παρ.
- 36 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 2005 ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΙΦ ( νυν. GROUPAMA FOINIX) ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ Ε.Ε.Α.Ζ. ΑΕ ΑΓΡΟΤΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α ΣΥΝΟΛΟ Ασφάλιστρα Μερίδιο 145.154.507 15,30% Κλάδος
- Αστικη ευθύνη οχημάτων ΑΣΦΑΛΙΣΤΡΑ ΑΠΟ ΠΡΩΤΑΣΦΑΛΣΕΙΣ - ΜΕΡΙΔΙΑ ΑΓΟΡΑΣ 2006 2007 Θέση Θέση στην στην αγορά Ασφάλιστρα Μερίδιο αγορά Ασφάλιστρα Μερίδιο 1η 155.231.840 14,20% 1η 156.194.241 12,56% 2008 Θέση στην αγορά Ασφάλιστρα Μερίδιο 1η 149.260.794 12,11% Θέση στην αγορά 1η 56.060.017 48.417.194 49.890.411 5,90% 5,10% 5,30% 3η 7η 6η 53.069.448 57.232.712 56.074.025 4,90% 5,24% 5,13% 7η 5η 6η 42.181.513 71.736.229 62.110.619 3,39% 5,77% 5,00% 11η 5η 9η 37.724.076 76.996.837 63.752.918 3,06% 6,24% 5,17% 11η 2η 7η 946.202.740 100% 49 1.093.044.976 100% 41 1.243.370.953 100% 42 1.232.940.030 100% 41 Πηγή: 2005 Ε.Α.Ε.Ε. Ετήσια Ερευνα για την "Παραγωγή ασφαλίστρων κατά Κλάδο Ασφάλισης ετους 2005", 2006-2008 Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, "Δελτία Ιδιωτικής Ασφάλισης"
- Όπως προκύπτει από τους παραπάνω πίνακες, η ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ, ιδρυτικό μέλος και βασικός μέτοχος της ΑUDATEX ΕΛΛΑΣ, κατείχε διαχρονικά ηγετική θέση στη σχετική αγορά πρωτασφαλίσεων ζημιών, με μερίδιο που κινείται στο 15% περίπου την περίοδο 2005-
- Οι λοιπές καταγγελλόμενες ασφαλιστικές εταιρίες κατατάσσονται διαχρονικά στην πρώτη πεντάδα. Στη στενότερα οριοθετημένη αγορά ασφάλισης από Χερσαία Ατυχήματα Οχήματα, η ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ κατέχει, επίσης, την πρώτη θέση με διαχρονικά φθίνον μερίδιο, που κυμάνθηκε από το 15% το 2005 στο 12% το
- Το μερίδιο της GROUPAMA συρρικνώνεται διαχρονικά, η ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ διατηρεί σταθερό το μερίδιο αγοράς της και η INTERAMERICAN το αυξάνει, φτάνοντας το 2008 στη δεύτερη θέση της κατάταξης.
- Σχετικά με τη γενικότερη οικονομική πορεία της ασφαλιστικής αγοράς, αυτή όπως προκύπτει από στοιχεία της Ε.Α.Ε.Ε. παρουσιάζεται ανοδική μέχρι το
- Επικουρικά αναφέρεται ότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Ε.Α.Α.Ε.86, το ύψος των εγγραμμένων ασφαλίστρων για τα έτη 2000 έως 2006 στον κλάδο ζημιών σημείωνε συνεχείς αυξήσεις. Το εν λόγω στοιχείο αποτελεί ένδειξη για την πορεία των ασφαλίστρων στον κλάδο αυτοκινήτων, επιβεβαιώνοντας εμμέσως το επιχείρημα των καταγγελλομένων για το ρόλο της Audatex ως προς το εγχείρημα μείωσης ή έστω σταθεροποίησης της τιμής του ασφαλίστρου, κατά την επίμαχη περίοδο χάρη στην παρουσία της Audatex. Ειδικότερα, στοιχεία που έχουν συλλεχθεί από την Στατιστική Επετηρίδα Ασφαλίσεων Αυτοκινήτου, η οποία εκδίδεται από την Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών και αφορούν στην εξέλιξη βασικών μεγεθών της αγοράς (μέσο ασφάλιστρο, μέσο κόστος ζημιών, αριθμός ασφαλισμένων οχημάτων κ.α.) κατά την περίοδο 2000 – 2010 χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να γίνει σύγκριση της εξέλιξης του μέσου κόστους υλικών ζημιών (όπως αυτό προκύπτει από τα στοιχεία του Φιλικού Διακανονισμού), με την εξέλιξη του μέσου ασφαλίστρου. Η σύγκριση αυτή οδηγεί γενικά στο συμπέρασμα ότι με εύλογη διαφορά δύο ετών, μέχρι δηλαδή να αποτυπωθεί πλήρως στην πράξη η μείωση του κόστους των υλικών ζημιών, τα ασφάλιστρα ακολούθησαν καθοδική πορεία, ανάλογη αυτής του μέσου κόστους υλικών ζημιών. Ως εκ τούτου, εντοπίζεται η πορεία και ο εξορθολογισμός του μέσου κόστους υλικών ζημιών, που τελικά είτε επιβαρύνουν τον καταναλωτή είτε λειτουργούν επ’ ωφελεία του. Ειδικότερα, στα δύο έτη 2001 και 2002 εντοπίζεται σημαντική αύξηση του μέσου κόστους κατά 8% και 4%. Με την είσοδο του συστήματος Audatex, φαίνεται η άμεση επίδραση στο μέσο κόστος με τη μείωση κατά 2% το 2003 και 3.85% το
- Από το 2005 και εφεξής υπάρχει πλέον μια αναμενόμενη αύξηση της τάξεως του 1.3% -1.5% μέχρι το 2008 οπότε ξεκινά και η 86 Βλ. http://www.eaee.gr/cms/uploads/grmark-ii-gr.pdf/ Ε.Α.Ε.Ε/ Η Ασφαλιστική αγορά με αριθμούς / Η εξέλιξη της παραγωγής ασφαλίστρων. 37 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ επίδραση της οικονομικής κρίσης. Η εν λόγω μικρή αύξηση σε συνάρτηση με τη σημαντικότερη μείωση που προηγήθηκε κατά τα έτη 2003 και 2004 (δηλ. μείωση κατά 2% το 2003 και 3.85% το 2004 έναντι αύξησης της τάξεως του 1.3% -1.5% από το 2005 μέχρι το 2008) οδηγεί σε σταθεροποίηση, ήτοι μη αύξηση, της τιμής του ασφαλίστρου. 4.5 Ανταγωνισμός στην αγορά των υπηρεσιών ηλεκτρονικής πραγματογνωμοσύνης 4.5.1 Ανταγωνιστικά του Audatex συστήματα ηλεκτρονικής πραγματογνωμοσύνης
- Στο χώρο των ηλεκτρονικών πραγματογνωμοσυνών, πέραν του συστήματος Audatex, χρησιμοποιείτο στην Ελληνική Επικράτεια την ίδια περίοδο και το λογισμικό υπολογισμού κόστους επισκευής από ζημιά Autocalc
- Διαχειριστής του συστήματος αυτού στην ελληνική αγορά ήταν η EUROTAX ΕΛΛΑΣ, εκπρόσωπος του Ευρωπαϊκού Ομίλου EUROTAX, ο οποίος έχει ως αντικείμενο την παροχή πληροφοριών στον κλάδο του αυτοκινήτου. Το λογισμικό αυτό περιλαμβάνει88: Τιμές ανταλλακτικών από επίσημες αντιπροσωπείες και εμπόρους. Χρόνους αντικατάστασης ανταλλακτικών του κατασκευαστή. Σύστημα Βαφής. Λεπτομερή εκτίμηση των προς εκτέλεση εργασιών.
- Το λογισμικό αυτό σκοπεύει στην κάλυψη επαγγελματικών αναγκών, όμως φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε σε μικρότερο εύρος στην ελληνική επικράτεια, συγκριτικά με το αντίστοιχο λογισμικό της Audatex.
- Ως ανταγωνιστικό του συστήματος Audatex θα μπορούσε να θεωρηθεί και το σύστημα Eurocost89, το οποίο όμως παρέμεινε σε πιλοτική εφαρμογή
- Το συγκεκριμένο σύστημα εκτίμησης ζημιών ήταν αποτέλεσμα έργου, το οποίο υποστηριζόταν από την ΕΟΒΕΑΜΜ91,
- Από σχετική έρευνα της Υπηρεσίας93 προκύπτει η δραστηριοποίηση στην Ελληνική επικράτεια των εταιριών ATECO AUTO HELLAS ΕΠΕ και INFORMEX HELLAS94, που παρέχουν λογισμικά ηλεκτρονικής πραγματογνωμοσύνης ζημιών αυτοκινήτων. 87 Βλ. σχετικά Πρακτικό Δ.Σ. της AUDATEX ΕΛΛΑΣ Νο 16 της 13.4.
- Πηγή: Ιστοσελίδα της Eurotax www.eurotax.gr . 89 Βλ. Πρακτικό Δ.Σ. της AUDATEX ΕΛΛΑΣ Νο 25 της 2.8.
- 90 Βάσει πληροφοριών που έδωσε η ΕΟΒΕΑΜΜ, απαντώντας σε σχετικό ερωτηματολόγιο της Υπηρεσίας που συμπληρώθηκε κατά την έλεγχο βάσει της υπ. αριθ. 5370/24..9.2007 εντολής ελέγχου 91 Ε.Ο.Β.Ε.Α.Μ.Μ (Ενιαία Ομοσπονδία Βιοτεχνών Επισκευαστών Αυτοκινήτων Μηχανημάτων Μοτοσικλετών). Σχετικά με το έργο ‘EUROCOST’ διαβιβάστηκαν στην Υπηρεσία με την υπ. αριθ. πρωτ. 3349/8.6.2006 διαβίβαση στοιχεία