ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΙΘΜ. 610/2015∗ Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συνεδρίασε στην Αίθουσα Συνεδριάσεων του 1ου ορόφου του κτιρίου των γραφείων της, επί της οδού Κότσικα 1Α, Αθήνα, την 9η Φεβρουαρίου 2015, ημέρα Δευτέρα και ώρα 10:00, με την εξής σύνθεση: Πρόεδρος: Δημήτριος Κυριτσάκης Μέλη: Δημήτριος Λουκάς (Αντιπρόεδρος) Βικτωρία Μερτικοπούλου, Λευκοθέα Ντέκα, Νικόλαος Νικολαΐδης (Εισηγητής) Δημήτριος Δανηλάτος και Ιωάννης Αυγερινός Γραμματέας: Ηλιάνα Κούτρα. Το Μέλος/Εισηγητής Φραγκίσκος Αρμάος απουσίαζε, λόγω δικαιολογημένου κωλύματος. Θέμα της συνεδρίασης: Λήψη απόφασης επί της αυτεπάγγελτης έρευνας, κατόπιν της υπ’ αριθ. 453/V/2009 προδικαστικής απόφασης της Ε.Α., για την εξέταση τυχόν παραβάσεων των άρθρων 1 και 2 του ν. 703/1977 (πλέον άρθρων 1 και 2 του ν. 3959/2011) καθώς και των άρθρων 81 και 82 ΣυνθΕΚ (πλέον άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ), από τις εταιρίες «COLGATE-PALMOLIVE (HELLAS) A.B.E.E.» και «COLGATE-PALMOLIVE ΕΜΠΟΡΙΚΗ (ΕΛΛΑΣ) ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ» και από επιχειρήσεις λιανικής και χονδρικής πώλησης ειδών σούπερ μάρκετ. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Εμπιστευτική Έκθεση, οι εταιρίες «COLGATEPALMOLIVE (HELLAS) A.B.E.E.», «COLGATE-PALMOLIVE ΕΜΠΟΡΙΚΗ (ΕΛΛΑΣ) ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ» και «COLGATE-PALMOLIVE COMPANY» έχουν παραβεί τα άρθρα 1 και 2 του ν. 703/77 (πλέον ν. 3959/2011) και 81 και 82 της ΣυνθΕΚ (πλέον 101 και 102 της ΣΛΕΕ), κατά την περίοδο 1999-2008. Επίσης, σύμφωνα με την Εμπιστευτική Έκθεση, τα άρθρα 1 του ν. 703/77 (πλέον ν.3959/2011) και 81 της ΣυνθΕΚ (πλέον 101 της ΣΛΕΕ) έχουν αποτελέσει αντικείμενο παράβασης εκ μέρους των αλυσίδων σουπερμάρκετ ΚΥΨΕΛΗ A.E. ∗ Η παρούσα απόφαση εκδίδεται σε οκτώ
(8)επιπλέον εκδόσεις με τα διακριτικά:
(1)«Προς Δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως»,
(2)«Έκδοση για τις εταιρίες COLGATE-PALMOLIVE (HELLAS) A.B.E.E, COLGATE-PALMOLIVE ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΛΛΑΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε. και COLGATE-PALMOLIVE COMPANY»,
(3)«Έκδοση για την αλυσίδα Σ/Μ ΑΛΦΑ ΒΗΤΑ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ»,
(4)«Έκδοση για την αλυσίδα Σ/Μ ΜΕΤΡΟ ΑΕΒΕ»,
(5)«Έκδοση για την αλυσίδα Σ/Μ ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ Ι.&Σ. Α.Ε.Ε»,
(6)«Έκδοση για τον Όμιλο Κοινών Αγορών ΚΥΨΕΛΗ ΑΕ»,
(7)«Έκδοση για την ΠΕΝΤΕ Α.Ε. – ΓΑΛΑΞΙΑΣ» και
(8)«Έκδοση για την ΜΑΚΡΟ CASH AND CARRY HELLAS». Από τις παραπάνω εκδόσεις έχουν αφαιρεθεί τα απόρρητα επιχειρηματικά στοιχεία (όπου η ένδειξη […]) τα οποία δεν θα πρέπει να περιέλθουν σε γνώση του αντίστοιχου αποδέκτη της έκδοσης, σύμφωνα με το άρθρο 41 του ν. 3959/2011 (ΦΕΚ Α΄ 93/20.4.2011), όπως ισχύει και τον Κανονισμό Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΦΕΚ Β΄54/16.1.2013). 1 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (2001-2004), ΑΛΦΑ-ΒΗΤΑ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε. (2006-2007), ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ Ι.&Σ. Α.Ε.Ε.
(2006), ΜΑΚΡΟ ΚΑΣ & ΚΑΡΥ ΧΑΕΕ Α.Ε. (2006-2008) και ΠΕΝΤΕ Α.Ε. (2006-2007). Πριν από την έναρξη της συνεδρίασης, ο Πρόεδρος της Επιτροπής όρισε Γραμματέα της συζητήσεως την Ηλιάνα Κούτρα με αναπληρώτρια αυτής τη Ευγενία Ντόρντα. Η υπόθεση συζητείται μετά από αναβολές των αρχικά προγραμματισμένων συνεδριάσεων για την υπόθεση, της 16ης Οκτωβρίου 2014 (οίκοθεν) και της 26ης Ιανουαρίου 2015, κατόπιν αιτήματος της εταιρίας «GOLGATE PALMOLIVE COMPANY». Η συζήτηση της υπόθεσης συνεχίσθηκε κατά τις συνεδριάσεις της Επιτροπής την 10η Φεβρουαρίου 2015, ημέρα Τρίτη και ώρα 9:30 και 17η Φεβρουαρίου 2015, ημέρα Τρίτη και ώρα 14:00, οπότε και ολοκληρώθηκε. Στη συνεδρίαση οι νομίμως κλητευθείσες εταιρίες παραστάθηκαν ως εξής: α) η εταιρία «COLGATE-PALMOLIVE ΕΜΠΟΡΙΚΗ (ΕΛΛΑΣ) ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ» με τον νόμιμο εκπρόσωπό της εταιρίας, […] μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων Ευάγγελου Τριανταφύλλου, Βασιλείου Αντωνίου και Ευθυμίας Κινινή, β) η εταιρία «COLGATE-PALMOLIVE (HELLAS) A.B.E.E.» διά των πληρεξουσίων δικηγόρων Ευάγγελου Τριανταφύλλου, Γιολάντας Αντωνίου και Γρηγόρη Χριστοδουλέλη, γ) η εταιρία «GOLGATE PALMOLIVE COMPANY» διά των πληρεξουσίων δικηγόρων Σταμάτη Δρακακάκη και Βασιλικής Μπιρσίμη, δ) η «ΚΥΨΕΛΗ ΑΕ» διά των πληρεξουσίων δικηγόρων Δημητρίου Παπαιωάννου και Αναστασίου Χριστιανόπουλου, ε) η εταιρία «ΑΛΦΑ-ΒΗΤΑ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ» διά των πληρεξουσίων δικηγόρων, Αναστασίας Δρίτσα, Ιωάννας Βουρβούλια, Ελένης Προβίδη και Βιολέττας Παναγιωτοπούλου, στ) η εταιρία «Ι. & Σ. ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ Α.Ε.Ε.» διά των πληρεξουσίων δικηγόρων Ανδρέα Ζαγγανά, Αθανασίας Ντούμα και Ευαγγελίας Τσινίδου, ζ) η εταιρία «ΜΑΚΡΟ CASH & CARRY ΑΕ» διά των πληρεξουσίων δικηγόρων Εμμανουήλ Μαστρομανώλη, Ηλία Κοϊμτζόγλου, Αγγελικής Βαρελά και Στέφανου Χαρακτινιώτη, η) η εταιρία «ΠΕΝΤΕ ΑΕ» διά των πληρεξουσίων δικηγόρων Γρηγορίου Βυτινίδη, Νικολάου Κιουρκτσή και Ρεκατσίνας Κερατσούλα και θ) η εταιρία «ΜΕΤΡΟ ΑΕΒΕ» διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Σμυρνή. Στην αρχή της συζήτησης ο Πρόεδρος έδωσε το λόγο στον αρμόδιο Εισηγητή Νικόλαο Νικολαΐδη, ο οποίος ανέπτυξε συνοπτικά την υπ’ αριθ. πρωτ. 4937/3.7.2014 γραπτή εισήγησή του, και λαμβάνοντας υπόψη όσα αναφέρονται αναλυτικά στην εισήγηση, πρότεινε, τα εξής: i. Να διαπιστωθεί η παράβαση των άρθρων 1 του ν. 703/1977 (νυν 1 του ν. 3959/2011) και 81 ΣυνθΕΚ (νυν 101 ΣΛΕΕ) από την COLGATE-PALMOLIVE (HELLAS) A.B.E.E., την COLGATE-PALMOLIVE ΕΜΠΟΡΙΚΗ (ΕΛΛΑΣ) ΜΕΠΕ, την COLGATE-PALMOLIVE COMPANY, την ΚΥΨΕΛΗ A.E., την ΑΛΦΑ-ΒΗΤΑ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε., την ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ Ι.&Σ. Α.Ε.Ε., την ΜΑΚΡΟ ΚΑΣ & ΚΑΡΥ ΧΑΕΕ Α.Ε. και την ΠΕΝΤΕ Α.Ε. 2 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ii. Να διαπιστωθεί η παράβαση των άρθρων 2 του ν. 703/1977 (νυν 2 ν. 3959/2011) και 82 ΣυνθΕΚ (νυν 102 ΣΛΕΕ) από την COLGATE-PALMOLIVE (HELLAS) A.B.E.E., την COLGATE-PALMOLIVE ΕΜΠΟΡΙΚΗ (ΕΛΛΑΣ) ΜΕΠΕ, την COLGATE-PALMOLIVE COMPANY. iii. Να επιβληθεί πρόστιμο εις ολόκληρον και αλληλεγγύως στις εταιρίες COLGATE-PALMOLIVE (HELLAS) A.B.E.E., COLGATE-PALMOLIVE ΕΜΠΟΡΙΚΗ (ΕΛΛΑΣ) ΜΕΠΕ, COLGATE-PALMOLIVE COMPANY, και αυτοτελώς στις εταιρίες ΚΥΨΕΛΗ A.E., ΑΛΦΑ-ΒΗΤΑ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε., ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ Ι.&Σ. Α.Ε.Ε., ΜΑΚΡΟ ΚΑΣ & ΚΑΡΥ ΧΑΕΕ Α.Ε., ΠΕΝΤΕ Α.Ε., οι οποίες έχουν υποπέσει σε παράβαση των άρθρων 1 του ν. 703/1977 (νυν 1 του ν. 3959/2011) και 81 ΣυνθΕΚ (νυν 101 ΣΛΕΕ), υπολογιζόμενο επί των ετησίων ακαθάριστων εσόδων των επιχειρήσεων για κάθε έτος της παράβασης αθροιστικά, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που παρατίθενται στην παρούσα εισήγηση αναφορικά με τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης. iv. Να επιβληθεί πρόστιμο εις ολόκληρον και αλληλεγγύως στις εταιρίες COLGATE-PALMOLIVE (HELLAS) A.B.E.E., COLGATE-PALMOLIVE ΕΜΠΟΡΙΚΗ (ΕΛΛΑΣ) ΜΕΠΕ, COLGATE-PALMOLIVE COMPANY, οι οποίες έχουν υποπέσει σε παράβαση των άρθρων 2 του ν. 703/1977 (νυν 2 του ν. 3959/2011) και 82 ΣυνθΕΚ (νυν 102 ΣΛΕΕ), υπολογιζόμενο επί των ετησίων ακαθάριστων εσόδων των επιχειρήσεων για κάθε έτος της παράβασης αθροιστικά, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που παρατίθενται στην παρούσα εισήγηση αναφορικά με τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης. v. Να απειληθούν οι εταιρίες COLGATE-PALMOLIVE (HELLAS) A.B.E.E., COLGATE-PALMOLIVE ΕΜΠΟΡΙΚΗ (ΕΛΛΑΣ) ΜΕΠΕ, COLGATEPALMOLIVE COMPANY, ΚΥΨΕΛΗ A.E., ΑΛΦΑ-ΒΗΤΑ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε., ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ Ι.&Σ. Α.Ε.Ε., ΜΑΚΡΟ ΚΑΣ & ΚΑΡΥ ΧΑΕΕ Α.Ε., ΠΕΝΤΕ Α.Ε. με πρόστιμο, εάν με απόφαση της Επιτροπής βεβαιωθεί η επανάληψη των διαπιστωθεισών παραβάσεων στο μέλλον. vi. Να επιβληθεί πρόστιμο εις ολόκληρον και αλληλεγγύως στις εταιρίες COLGATE-PALMOLIVE (HELLAS) A.B.E.E., COLGATE-PALMOLIVE ΕΜΠΟΡΙΚΗ (ΕΛΛΑΣ) ΜΕΠΕ, για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 2 του ν. 703/77. Κατόπιν, τον λόγο έλαβαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των εταιριών και ο νόμιμος εκπρόσωπος […] της εταιρίας «COLGATE-PALMOLIVE ΕΜΠΟΡΙΚΗ (ΕΛΛΑΣ) ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ», οι οποίοι τοποθετήθηκαν επί της προαναφερόμενης εισήγησης, ανέπτυξαν τις απόψεις τους, έδωσαν διευκρινίσεις και απάντησαν σε ερωτήσεις που τους υπέβαλαν ο Πρόεδρος και τα μέλη της Επιτροπής. Για τη θεμελίωση των ισχυρισμών τους οι πληρεξούσιοι δικηγόροι ζήτησαν την εξέταση μαρτύρων. Η Επιτροπή, αποδεχόμενη το σχετικό αίτημά τους, εξέτασε τους μάρτυρες: 1)[…], 2) […], 3) […], 4) […], 5) […], 6) […], 7) […] και 8) […]. Με την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας και την εξέταση των μαρτύρων οι πληρεξούσιοι δικηγόροι ζήτησαν και ο Πρόεδρος της Επιτροπής χορήγησε 3 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ προθεσμία τριών
(3)εργάσιμων ημερών μετά την παραλαβή των πρακτικών από το ενδιαφερόμενο μέρος, προκειμένου να υποβάλει το συμπληρωματικό υπομνήματά του. Η Επιτροπή συνήλθε σε διάσκεψη την 1η Απριλίου 2015 (ημέρα Τετάρτη και ώρα 12:00 μ.μ.), η οποία συνεχίσθηκε την 21η Απριλίου 2015, ημέρα Τρίτη και ώρα 14:30 μ.μ. και ολοκληρώθηκε την 27η Απριλίου 2015 (ημέρα Δευτέρα και ώρα 13:00 μ.μ.) στην ως άνω αίθουσα συνεδριάσεων του 1ου ορόφου των Γραφείων της, με τη συμμετοχή του Εισηγητή Νικολάου Νικολαΐδη, ο οποίος δεν έλαβε μέρος στην ψηφοφορία και αφού έλαβε υπόψη τα στοιχεία του φακέλου της κρινόμενης υπόθεσης, την Εισήγηση, τις απόψεις που διατύπωσαν προφορικώς τα ενδιαφερόμενα μέρη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και με τα υπομνήματά τα οποία υπέβαλαν, καθώς και τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες κατά την ακροαματική διαδικασία, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΩΣ ΕΞΗΣ: I ΙΣΤΟΡΙΚΟ
- Σε συνέχεια δημοσιευμάτων και διαμαρτυριών καταναλωτών σχετικά με τη σημαντική διαφορά τιμών μεταξύ των σούπερ μάρκετ (εφεξής αναφερόμενα και ως σ/μ) της Ελλάδας και άλλων χωρών της Ε.Ε. στα απορρυπαντικά προϊόντα, καθώς και του υπ’ αριθ. πρωτ. 1373/18.3.2005 έγγραφου του τότε Υπουργού Ανάπτυξης1, η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού (εφεξής ΓΔΑ) ξεκίνησε αυτεπάγγελτη έρευνα για την εξέταση των συνθηκών ανταγωνισμού στην αγορά απορρυπαντικών προϊόντων / καθαριστικών οικιακής χρήσης, προκειμένου να διαπιστώσει τυχόν παράβαση των άρθρων 1 και 2 του ν. 703/1977, όπως ίσχυε (πλέον άρθρα 1 και 2 του ν. 3959/2011) και των άρθρων 81 και 82 της ΣυνθΕΚ [πλέον 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ (ΣΛΕΕ)].
- Για τους σκοπούς της εν λόγω έρευνας στάλθηκαν αρχικά επιστολές για παροχή στοιχείων σε εταιρίες του εν λόγω κλάδου στις 5.9.2005, μεταξύ των οποίων και στην COLGATE-PALMOLIVE (HELLAS) A.B.E.E (εφεξής C-P ABEE)
- Ειδικότερα, κατά την εν λόγω έρευνα εξετάστηκαν οι όροι των συμβάσεων της ανωτέρω εταιρίας αφενός μεν με εταιρίες που δραστηριοποιούνται στη λιανική και χονδρική πώληση3 ειδών σούπερ μάρκετ καθώς και ομίλους αγορών αυτών, αφετέρου δε με Ειδικούς Συνεργάτες – Χονδρεμπόρους, οι οποίοι αναλάμβαναν τη διανομή-μεταπώληση των προϊόντων τους σε καταστήματα λιανικής και χονδρικής πώλησης. 1 Σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 703/77, όπως ίσχυε: «Η Επιτροπή Ανταγωνισμού αν, μετά από σχετική έρευνα που διεξάγεται είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν καταγγελίας ή αίτησης του Υπουργού Ανάπτυξης, διαπιστώσει παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 1 και των άρθρων 2, 2α και 5 ή των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, μπορεί με απόφασή της […]». 2 Βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. πρωτ 5434/5.9.2005 επιστολή της ΓΔΑ. 3 Βλ. ενδεικτικά απόφαση συγκέντρωσης της ΕΑ αριθ. 381/V/2008: «Όσον αφορά την αγορά χονδρικής πώλησης ειδών σούπερ μάρκετ αυτή αποτελεί το ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ του προμηθευτή (παραγωγού ή εισαγωγέα) και του λιανοπωλητή και λαμβάνει χώρα είτε μέσω των παραδοσιακών πρατηρίων – αποθηκών χονδρεμπορίου είτε μέσω των αποκαλούμενων “cash & carry” υπεραγορών, στις οποίες διενεργούνται σχεδόν αποκλειστικά χονδρικές πωλήσεις προϊόντων, απευθυνόμενες κυρίως σε επαγγελματίες». 4 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Στη συνέχεια, η ΓΔΑ απέστειλε το έτος 2006 συμπληρωματικό ερωτηματολόγιο στην C-P ABEE
- Αναφορικά με τα σ/μ, ζήτησε και έλαβε από την εν λόγω εταιρία5, αντίγραφα και στοιχεία συμβάσεων με πελάτες, οι οποίοι αντιπροσώπευαν μερίδιο μεγαλύτερο του […] του κύκλου εργασιών της στα απορρυπαντικά / καθαριστικά οικιακής χρήσης κατά την περίοδο 2000-
- Όσον αφορά στις συμβάσεις με Ειδικούς Συνεργάτες - Χονδρεμπόρους, ζήτησε και έλαβε από την C-P ABEE6 αντίγραφα συμβάσεων για το έτος 2004, ενώ παράλληλα πραγματοποίησε στις 13.9.2006 και 15.9.2006 επιτόπιους ελέγχους σε δύο από τους Ειδικούς Συνεργάτες - Χονδρεμπόρους της C-P ABEE
- Μετά την προκαταρκτική επεξεργασία των προσκομισθέντων στοιχείων από τη ΓΔΑ, προέκυψαν ενδείξεις παράβασης των διατάξεων του ν. 703/1977, όπως ίσχυε και της ΣυνθΕΚ (νυν 101 και 102 της ΣΛΕΕ) από την εταιρία C-P ABEE και τον όμιλο αγορών σ/μ ΚΥΨΕΛΗ ΑΕ όσον αφορά στη δυνατότητα του τελευταίου να πραγματοποιεί παράλληλες εισαγωγές απορρυπαντικών / καθαριστικών προϊόντων οικιακής χρήσης. Ακολούθως, για την περαιτέρω διερεύνηση και αξιολόγηση των ανωτέρω πρακτικών, η ΓΔΑ ζήτησε8 τις ισχύουσες (πιο πρόσφατες) συμβάσεις της C-P ABEE με τα σ/μ (ενώ στην περίπτωση που δεν διατηρούσε έγγραφη συμφωνία με αλυσίδες σ/μ, ζήτησε να περιγραφούν λεπτομερώς οι όροι συνεργασίας). Στη συνέχεια, η C-P ΑΒΕΕ έστειλε, με την υπ’ αριθ. πρωτ. 2722/16.5.2007 απαντητική της επιστολή, τις αντίστοιχες συμβάσεις με τα σ/μ9: […] και ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ Ι.&Σ. Α.Ε.Ε. (εφεξής ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ) για το έτος 2006 και ΑΛΦΑ-ΒΗΤΑ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε. (εφεξής ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ) για τα έτη 2006 και
- Τον Ιούνιο του 2007 απεστάλησαν νέες αιτήσεις παροχής πληροφοριών προς τα σ/μ Δ. ΜΑΣΟΥΤΗΣ Α.Ε.10 (εφεξής ΜΑΣΟΥΤΗΣ) και ΑΤΛΑΝΤΙΚ SUPER MARKET A.E.E. (εφεξής ΑΤΛΑΝΤΙΚ)11, καθώς και στην ΚΥΨΕΛΗ Α.Ε.12 (εφεξής ΚΥΨΕΛΗ) προκειμένου να συλλεχθούν τυχόν ισχύουσες συμβάσειςσυμφωνίες μεταξύ αυτών και της C-P ABEE. Όπως προέκυψε από τις απαντήσεις τους δεν διατηρούσαν έγγραφη συμφωνία με την εν λόγω εταιρία.
- Στις 20.7.200713 ακολούθησε αίτηση παροχής πληροφοριών της ΓΔΑ προς την CP ABEE με την οποία ζητήθηκαν στοιχεία και για τα οικονομικά έτη 2005-2007, στην οποία η εταιρία απάντησε με την υπ’ αριθ. πρωτ. 5079/7.9.2007 επιστολή της. Τέλος, κατόπιν και σχετικής διευκρίνισης της ίδιας της εταιρίας, C-P 4 Βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. πρωτ. 682/6.2.2006 επιστολή της ΓΔΑ και την υπ’ αριθ. πρωτ. 1232/2.3.2006 απαντητική επιστολή της C-P ABEE. 5 Βλ. σχετικά τις υπ’ αριθ. πρωτ. 6688/24.10.2005 και 1232/2.3.2006 απαντήσεις της C-P ABEE. 6 Βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. πρωτ. 1232/2.3.2006 απαντητική επιστολή της C-P ABEE. 7 Βλ. τις υπ’ αριθ. πρωτ. 5623/7.9.2006 και 5620/7.9.2006 εντολές για τη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου στις εταιρίες «[…]» και «[…]» αντίστοιχα. 8 Βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. πρωτ. 2075/13.4.2007 επιστολή της Υπηρεσίας προς τη C-P ABEE. 9 Σημειώνεται ότι η C-P ABEE τελικά απέστειλε τις πιο πρόσφατες συμβάσεις με τα σ/μ για τα οποία είχε υποβάλει συμβάσεις για τα παλιότερα έτη με το υπ’ αριθ. πρωτ. 1232/2.3.2006 έγγραφό της. 10 Βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. πρωτ. 3279/7.6.2007 επιστολή της ΓΔΑ. 11 Βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. πρωτ. 3280/7.6.2007 επιστολή της ΓΔΑ. 12 Βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. πρωτ. 3278/7.6.2007 επιστολή της ΓΔΑ. 13 Βλ. σχετικά το υπ’ αριθ. πρωτ. 4339/20.7.2007 ερωτηματολόγιο της ΓΔΑ. 5 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ABEE14, λόγω του ότι από 1.1.2005 αποκλειστικά υπεύθυνη για την εμπορία των προϊόντων της στην Ελληνική αγορά είναι η εταιρία «COLGATE-PALMOLIVE ΕΜΠΟΡΙΚΗ (ΕΛΛΑΣ) ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ» (εφεξής C-P ΜΕΠΕ), η ΓΔΑ απέστειλε στις 5.9.2007 ερωτηματολόγιο και στην τελευταία
- Η ΓΔΑ επανήλθε στις 3.10.2008 με νέο ερωτηματολόγιο16 παροχής στοιχείων προς την C-P ΜΕΠΕ ζητώντας περαιτέρω διευκρινίσεις και στοιχεία. Μεταξύ άλλων, ζητήθηκαν και αντίγραφα συμβάσεων που έχει υπογράψει η εν λόγω εταιρία για συγκεκριμένα έτη με συγκεκριμένους πελάτες - αλυσίδες σ/μ17 (καθώς και σε περίπτωση που η εταιρία δεν διατηρούσε έγγραφη συμφωνία με τις αλυσίδες σ/μ ζήτησε να περιγραφούν λεπτομερώς οι όροι συνεργασίας που έχουν συμφωνηθεί προφορικά). Η C-P ΜΕΠΕ προσκόμισε τα εν λόγω στοιχεία, καθώς και τα αντίγραφα των συμβάσεων που διέθετε με την υπ’ αριθ. πρωτ. 8221/21.11.2008 απαντητική της επιστολή.
- Στις 11.11.2008 η ΓΔΑ υπέβαλε προς στην Επιτροπή Ανταγωνισμού (εφεξής ΕΑ) την υπ’ αριθ. πρωτ. 6370 παραπεμπτική εισήγηση στις εταιρίες C-P-ABEE και CP-ΜΕΠΕ και στις αλυσίδες σ/μ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΜΕΤΡΟ, ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ, καθώς και στον Όμιλο Κοινών Αγορών ΚΥΨΕΛΗ, για παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 703/77 και 81 της ΣυνθΕΚ, καθώς οι συμβάσεις που είχαν συνάψει οι εν λόγω εταιρίες περιελάμβαναν μεταξύ άλλων όρους, οι οποίοι αφορούσαν στον περιορισμό της δυνατότητας των εν λόγω λιανέμπορων να πραγματοποιούν παράλληλες εισαγωγές.
- Στις 14.1.2009, η ΓΔΑ απέστειλε επιστολή πρόσθετων διευκρινιστικών στοιχείων (υπ’ αριθ. πρωτ. 200) προς την C-P ΜΕΠΕ, προκειμένου να αποσαφηνιστούν κάποια από τα προσκομισθέντα στοιχεία με την υπ’ αριθ. πρωτ. 8221/21.11.2008 επιστολή της τελευταίας προς τη ΓΔΑ, στην οποία η εταιρία απάντησε με την υπ’ αριθ. πρωτ. 1465/16.2.2009 επιστολή. Παράλληλα, στις 21.1.2009 απεστάλησαν επιστολές παροχής στοιχείων και σε μεγάλες αλυσίδες σ/μ18, στις οποίες, μεταξύ 14 Συγκεκριμένα στην υπ’ αριθ. πρωτ. 6688/24.10.2005 επιστολή της αναφέρει ότι «… Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι από 1.1.2005 η COLGATE-PALMOLIVE (HELLAS) ΑΒΕΕ παράγει προϊόντα νοικοκυριού για λογαριασμό της COLGATE-PALMOLIVE EUROPE Sarl, …. Για την Ελλάδα και Κύπρο η διανομή έχει ανατεθεί στην COLGATE-PALMOLIVE Εμπορική (ΕΛΛΑΣ) Μονοπρόσωπη Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης ..». 15 Βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. 5059/5.9.
- Στο εν λόγω ερωτηματολόγιο απάντησε με την υπ’ αριθ. πρωτ. 5080/7.9.2007 επιστολή της. 16 Βλ. σχετικά υπ’ αριθ. πρωτ. 6787/3.10.2008 επιστολή της ΓΔΑ. 17 Συγκεκριμένα ζητήθηκαν οι συμβάσεις για: […], ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ: 2003, 2005, 2007-2008, ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ: 2005, 2008, […], ΚΥΨΕΛΗ: 2007-2008, ΑΤΛΑΝΤΙΚ: 2000-2008, […], ΜΑΚΡΟ ΚΑΣ & ΚΑΡΥ ΧΑΕΕ ΑΕ: 2000-2008 και […]. 18 Συγκεκριμένα απεστάλησαν επιστολές σε: ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ (υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 451/21.1.2009), […] (υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 450/21.1.2009), ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ (υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 454/21.1.2009), […] (υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 453/21.1.2009), […] (υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 443/21.1.2009), […] (υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 447/21.1.2009), […] (υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 448/21.1.2009), ΠΕΝΤΕ (υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 445/21.1.2009), ΑΤΛΑΝΤΙΚ (υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 449/21.1.2009), ΜΑΚΡΟ (υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 446/21.1.2009), […](υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 452/21.1.2009) και […] (υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 444/21.1.2009). Σημειώνεται ότι οι προηγούμενες εισηγήσεις (υπ’ αριθ. πρωτ. 6370/11.11.2008 και οικ. 2246/16.3.2009, βλ. παρακάτω για την τελευταία) αναφέρουν την εξής «επιφύλαξη»: «Όσον αφορά τους λοιπούς όρους των συμβάσεων της εταιρίας με τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ και τους διανομείς της, η ΓΔΑ αφού ολοκληρώσει τη συγκέντρωση των απαραίτητων στοιχείων, θα μελετήσει και επεξεργαστεί τους λοιπούς όρους των συμβάσεων της εταιρίας και τα λοιπά στοιχεία και και εφόσον 6 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ άλλων ζητήθηκε από τη ΓΔΑ η αποστολή α) των συμβάσεων που είχαν συνάψει και με την C-P ΑΒΕΕ και C-P ΜΕΠΕ, για τα έτη 2000-2009 και β) τυχόν στοιχείων αναφορικά με τυχόν παράλληλες εισαγωγές που έχουν πραγματοποιήσει στην αντίστοιχη χρονική περίοδο.
- Στις 16.3.2009 η ΓΔΑ υπέβαλε την υπ’ αριθ. πρωτ. 2246 εισήγηση για την παραπομπή των εταιρειών C-P ABEE και C-P ΜΕΠΕ και της ΜΑΚΡΟ ΚΑΣ & ΚΑΡΥ ΧΑΕΕ ΑΕ (εφεξής ΜΑΚΡΟ) στην ΕΑ, για πιθαναλογούμενες παραβάσεις των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 703/77 και 81 της ΣυνθΕΚ, καθώς οι συμβάσεις (2006 και 2008) που είχαν συνάψει οι εν λόγω εταιρίες περιελάμβαναν μεταξύ άλλων όρους19, οι οποίοι αφορούσαν στον περιορισμό της δυνατότητας της ΜΑΚΡΟ να πραγματοποιεί παράλληλες εισαγωγές. Στην εν λόγω εισήγηση, η ΓΔΑ παρέπεμψε την C-P ABEE και για παροχή «ανακριβών ή ελλιπών» στοιχείων, καθώς εκτίμησε ότι η C-P ABEE δεν είχε προσκομίσει στη ΓΔΑ τη σύμβαση που είχε υπογράψει με την αλυσίδα σούπερ μάρκετ ΜΑΚΡΟ το έτος 2006, ως όφειλε, δεδομένου ότι η ΓΔΑ με την με αριθ. πρωτ. 2075/13.4.2007 επιστολή της προς την C-P ABEE ζήτησε τις ισχύουσες (πιο πρόσφατες) συμβάσεις που η τελευταία είχε συνάψει με το σύνολο των σ/μ, ενώ στην περίπτωση δε που δεν υπήρχαν έγγραφες συμφωνίες ζητούσε λεπτομερή περιγραφή των όρων συνεργασίας της C-P ABEE με τις αλυσίδες σ/μ.
- Στη συνεδρίαση της 26.2.2009, παρουσία των εταιριών C-P ABEE και C-P ΜΕΠΕ, η EA εξέτασε το υπ’ αριθ. πρωτ. 1631/20.2.2009 αίτημα της ΓΔΑ και αποφάσισε ομόφωνα τη συνεξέταση των παραπάνω υποθέσεων.
- Επίσης, κατά τη συνεδρίαση της 25.6.2009 εξετάσθηκαν οι προτεινόμενες δεσμεύσεις σύμφωνα με το άρθρο 13 του Κανονισμού Λειτουργίας και Διαχείρισης της ΕΑ των εταιριών: α) C-P ABEE, β) C-P ΜΕΠΕ, γ) ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, δ) ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ, ε) ΚΥΨΕΛΗ και στ) ΜΑKΡO. Η ΕΑ σε διάσκεψη, αφού έλαβε υπόψη της τα στοιχεία του φακέλου, τις εισηγήσεις της ΓΔΑ20, τις απόψεις που διατύπωσαν προφορικώς τα ενδιαφερόμενα μέρη κατά τη συζήτηση και εγγράφως με τα υπομνήματά τους επί των ως άνω προτεινόμενων δεσμεύσεων αποφάσισε ομόφωνα και ο Πρόεδρός της ανακοίνωσε στα ενδιαφερόμενα μέρη, την απόρριψη των προτεινόμενων από τις ανωτέρω εταιρίες δεσμεύσεων. Ειδικότερα, η ΕΑ αποφάσισε ότι οι εν λόγω δεσμεύσεις κρίνονται μη επαρκείς, διότι η παράβαση που τους αποδίδεται στη σχετική εισήγηση της ΓΔΑ ανάγεται στον «σκληρό πυρήνα» του δικαίου του ανταγωνισμού και των σκοπών που ικανοποιούνται με τις διατάξεις του. Επομένως, η αποδιδόμενη παράβαση πρέπει να τύχει περαιτέρω εξέτασης, οι δε προτεινόμενες δεσμεύσεις κρίθηκαν και ανεπαρκείς εξ απόψεως της αποτελεσματικότητάς τους
- διαπιστωθούν παραβάσεις των άρθρων διατάξεων του ν. 703/77 όπως ισχύει καθώς και των άρθρων 81 και 82 της ΣυνΕΚ θα συντάξει νέα εισήγηση προς την Επιτροπή Σας». 19 Βλ. και Ενότητα IV.2 παρακάτω. 20 Βλ. σχετικά τις υπ’ αριθ. πρωτ. 1597/20.2.2009, 1598/20.2.2009, 1599/20.2.2009, 1600/20.2.2009, 1601/20.2.2009 και 4600/4.6.2009 εισηγήσεις της Υπηρεσίας επί των προτεινόμενων δεσμεύσεων. 21 Βλ. σχετικά και απόφαση ΕΑ με αριθ. 453/V/
- Σημειώνεται ότι οι εταιρίες C-P ABEE και C-P ΜΕΠΕ προσέφυγαν στο ΔΕφΑθ κατά της απορριπτικής των δεσμεύσεων απόφασης της ΕΑ. Το ΔΕφΑθ με τις αποφάσεις του με αριθ. 1552/2012 και 1554/2012 απέρριψε τις προσφυγές των εν λόγω εταιριών. 7 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Με την υπ’ αριθ. 453/V/2009 Απόφασή της, η ΕΑ εξέδωσε – σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 4 του Κανονισμού Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΦΕΚ1890/Β/29.12.2006) – προδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η ΕΑ λαμβάνοντας υπόψη της τις απόψεις που εξέφρασαν προφορικώς (κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων της ΕΑ22) και εγγράφως τα ενδιαφερόμενα μέρη στα υπομνήματά τους, καθώς και τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες που εξετάστηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, έκρινε ότι η υπόθεση χρήζει επανεξέτασης, προκειμένου να ληφθεί υπόψη το πραγματικό εύρος της διερευνώμενης ρήτρας, καθώς κατά την ακροαματική διαδικασία και ειδικότερα από καταθέσεις μαρτύρων, προέκυψε ότι η επίμαχη ρήτρα απαγόρευσης παράλληλων εισαγωγών αφορά όχι μόνο τα απορρυπαντικά αλλά και τα υπόλοιπα προϊόντα των C-P ΑΒΕΕ και C-P ΜΕΠΕ που αποτελούν αντικείμενο των υπό εξέταση συμβάσεων αυτής της εταιρίας με τα εν λόγω σ/μ, cash & carry και όμιλο αγορών, καθώς και να αξιολογηθούν οι συνέπειες στον ανταγωνισμό της εν λόγω υπόθεσης υπό τις νέες αυτές διαστάσεις. Για τους λόγους αυτούς, η ΕΑ εξέδωσε προδικαστική απόφαση, με την οποία ζήτησε από την ΓΔΑ να διερευνήσει ζητήματα για το εύρος της επίμαχης ρήτρας απαγόρευσης παράλληλων εισαγωγών στις υπό εξέταση συμβάσεις των εταιριών C-P ABEE και C-P ΜΕΠΕ με τις αλυσίδες σ/μ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΜΕΤΡΟ, ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ, της ΜΑΚΡΟ καθώς και του Ομίλου Κοινών Αγορών ΚΥΨΕΛΗ και να υποβάλει νέα σχετική εισήγηση.
- Παράλληλα, σημειώνεται ότι, προκειμένου να συλλεχθούν στοιχεία που αφορούν στην υπόθεση, στις 13.7.2009 διενεργήθηκε και νέος επιτόπιος έλεγχος23 σε εταιρία που δραστηριοποιείται στο χονδρικό εμπόριο απορρυπαντικών, χαρτικών και καλλυντικών και εδρεύει […]. Η εν λόγω εταιρία εισάγει απορρυπαντικά και καλλυντικά ευρείας κατανάλωσης από ευρωπαϊκές χώρες και κυρίως από την Ιταλία.
- Μετά την έκδοση της ανωτέρω προδικαστικής Απόφασης, η ΓΔΑ συνέχισε την έρευνα στις εταιρίες C-P ABEE και C-P ΜΕΠΕ και στην αγορά καλλυντικών προϊόντων ζητώντας στοιχεία σχετικά τόσο με το εύρος της επίμαχης ρήτρας στο σύνολο των προϊόντων Colgate-Palmolive (απορρυπαντικά – καθαριστικά οικιακής χρήσης, καλλυντικά και είδη ατομικής υγιεινής), όσο και με την επίδραση (effect) του περιορισμού των παράλληλων εισαγωγών από άλλες χώρες στην Ελληνική αγορά. Επίσης, ζήτησε τις συμβάσεις των τελευταίων ετών προκειμένου να διαπιστωθεί αν έχουν εξαλειφθεί οι επίμαχοι όροι που εμπεριέχονταν σε κάποιες από αυτές τα προηγούμενα έτη24,
- Η ΓΔΑ επανήλθε, 22 Οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στις 11.6.2009, στις 25.6.2009, στις 7.7.2009, στις 14.7.2009 και στις 16.7.
- Στην εν λόγω απόφαση αναφέρεται επίσης ότι: «Ένα από τα βασικά επιχειρήματα που προέταξε το σύνολο των ενδιαφερομένων μερών τόσο στα υποβληθέντα υπομνήματά τους, όσο και στην προφορική ανάπτυξη των θέσεων τους για να αμφισβητήσουν την σημασία αυτή της ρήτρας στο πλαίσιο των οικονομικών συναλλαγών και σχέσεων υπό το πρίσμα του δικαίου του ανταγωνισμού, ήταν η επίκληση του εθνικού κανονιστικού πλαισίου που διέπει την κυκλοφορία των απορρυπαντικών και καθιστά κατ’ αυτούς, πρακτικά αδύνατη την πραγματοποίηση παράλληλων εισαγωγών». 23 Στην εταιρία […], βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ.5567/10.7.2009 εντολή ελέγχου. 24 Βλ. σχετικά τις υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 687/3.2.2011, οικ. 688/3.2.2011, και οικ. 6376 - οικ.6377/
- 8.2013 επιστολές της ΓΔΑ. 8 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ επίσης, με συμπληρωματικό αίτημα παροχής στοιχείων τον Οκτώβριο του 2013 προς την C-P ΜΕΠΕ26, αλλά και τον Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2014 με ερωτηματολόγια προς τις C-P ABEE και C-P ΜΕΠΕ
- Σχετικά ερωτηματολόγια για την παροχή στοιχείων, απέστειλε η ΓΔΑ και στα σ/μ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ28, ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ29, ΜΕΤΡΟ30, ΜΑΚΡΟ31 καθώς και στον όμιλο αγορών ΚΥΨΕΛΗ32, στις συμβάσεις των οποίων με τις ελεγχόμενες είχαν εντοπιστεί, καταρχήν, προβληματικοί όροι, προκειμένου αφενός να αναζητηθούν συμβάσεις με τις ελεγχόμενες και αφετέρου να διερευνηθεί η πολιτική τους απέναντι στις παράλληλες εισαγωγές την περίοδο 2000-2010, αλλά και σε άλλους πελάτες των C-P ΑΒΕΕ και C-P ΜΕΠΕ: ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ33, […]34, ΠΕΝΤΕ35, […]36, […]37, και […]
- Οι εν λόγω εταιρίες συμπεριλαμβάνονταν στους πελάτες που αντιπροσώπευαν κατά την περίοδο 2000-2010 άνω του […] του κύκλου εργασιών των εταιριών C-P (ΑΒΕΕ και ΜΕΠΕ) στα καλλυντικά και προϊόντα ατομικής υγιεινής.
- Στις 5 και 6.3.2014, η ΓΔΑ πραγματοποίησε νέο επιτόπιο έλεγχο, στην έδρα των εταιριών C-P ΑΒΕΕ και C-P ΜΕΠΕ39, στον Πειραιά Αττικής40,
- Αφού ελέγχθηκε και αξιολογήθηκε το σύνολο του υλικού, έντυπου και ηλεκτρονικού, που συλλέχθηκε κατά τον προαναφερόμενο επιτόπιο έλεγχο, κρίθηκε αναγκαίο να αποσταλούν εκ νέου επιστολές παροχής συμπληρωματικών στοιχείων τόσο στις C-P ABEE και C-P ΜΕΠΕ42,43 όσο και σε […]44 - με σκοπό την περαιτέρω 25 Οι απαντήσεις από τις C-P ΜΕΠΕ και C-P ABEE προσκομίστηκαν με τα υπ’ αριθ. πρωτ. 1900/28.3.2011, 1901/28.03.2011, 7522/30.9.2013, 7521/30.9.2013, 8876 και 8877/12.11.2013 έγγραφα. 26 Βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 8236/22.10.2013 επιστολή της ΓΔΑ. 27 Βλ. σχετικά τις υπ’ αριθ. πρωτ. οικ.1188 και οικ.1187/04.2.2014 καθώς και τις υπ’ αριθ. πρωτ οικ.1945 και οικ.1946/04.3.2014 επιστολές της ΓΔΑ. Τα οποία απαντήθηκαν με τις υπ’ αριθ. πρωτ. 1862 και 1861/27.02.2014 επιστολές των C-P ΜΕΠΕ και C-P ABEE αντίστοιχα και υπ’ αριθ. πρωτ. 3580 και 3581/19.05.2014 επιστολές των C-P ΜΕΠΕ και C-P ABEE αντίστοιχα. 28 Βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 723/4.2.2011 και οικ. 7108/16.9.2013 επιστολές της ΓΔΑ. 29 Βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 727/4.2.2011 και οικ. 7106/16.9.2013 επιστολές της ΓΔΑ. 30 Βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 724/4.2.2011 και οικ. 7107/16.9.2013 επιστολές της ΓΔΑ. 31 Βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 725/4.2.2011 και οικ. 7109/16.9.2013 επιστολές της ΓΔΑ. 32 Βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 726/4.2.2011 επιστολή της ΓΔΑ. 33 Βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7102/16.9.2013 επιστολή της ΓΔΑ. 34 Βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7104/16.9.2013 επιστολή της ΓΔΑ. 35 Βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7110/16.9.2013 επιστολή της ΓΔΑ.. 36 Βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7103/16.9.2013 επιστολή της ΓΔΑ. 37 Βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7105/16.9.2013 επιστολή της ΓΔΑ. 38 Βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7101/16.9.2013 επιστολή της ΓΔΑ. 39 Έλεγχος πραγματοποιήθηκε και στην εταιρία COLGATE-PALMOLIVE Υπηρεσίες (ΕΛΛΑΣ) ΕΠΕ (βλ και παρ. 21). 40 Σύμφωνα με τις υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 1805/26.2.2014, 1806/26.2.2014, 1807/26.2.2014, 2014/6.3.2014, 2015/6.3.2014, 2016/6.3.2014 εντολές για τη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου. Τέλος, με τις υπ’ αριθ. πρωτ. 2133/12.3.2014 και 2134/12.3.2014 επιστολές απέστειλαν τα στοιχεία που είχαν επιφυλαχθεί να προσκομίσουν κατά την ανωμοτί κατάθεσή τους τα προαναφερόμενα στελέχη των εταιριών C-P. 41 Κατά τη διενέργεια του ανωτέρω επιτόπιου λήφθηκε και ανωμοτί κατάθεση που αφορούσε στο αντικείμενο της έρευνας από τους κκ […] (Πρόεδρος ΔΣ της C-P ABEE), […] (Δ/ντής και Νόμιμος Εκπρόσωπος της C-P MEΠΕ) και […] (Δ/ντής εργοστασίου και Νόμιμος Εκπρόσωπος της C-P ABBE). 42 Βλ. σχετικά τις οικ.3192 και οικ.3193/6.5.2014 υπομνηστικές επιστολές της ΓΔΑ. 43 Βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. πρωτ. 4109/4.6.2014 απαντητική επιστολή των εταιριών C-P (ABEE και ΜΕΠΕ). 9 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ διερεύνηση θεμάτων σχετικών με τους όρους των συμβάσεων περί παράλληλων εισαγωγών
- Ακολούθως, συντάχθηκε η υπ’ αριθ. πρωτ. 4937/3.7.2014 παραπεμπτική εισήγηση, η οποία και εξετάζεται στην παρούσα διαδικασία. II ΤΑ ΜΕΡΗ II.1 Οι Εμπλεκόμενες Επιχειρήσεις II.1.1 Οι επιχειρήσεις του ομίλου COLGATE-PALMOLIVE46
- H εταιρία C-P ΑΒΕΕ ιδρύθηκε47 το 1962, και ελέγχεται κατά […], η οποία με την σειρά της ανήκει στην COLGATE-PALMOLIVE COMPANY, με έδρα στις ΗΠΑ (μητρική C-P)
- Κατά την περίοδο 2000-200449, η C-P ΑΒΕΕ είχε δικαίωμα χρήσης των εμπορικών σημάτων της Colgate Palmolive Company για την παραγωγή και διανομή στη Ελλάδα και Κύπρο των καταναλωτικών προϊόντων της τελευταίας στις ειδικότερες κατηγορίες καθαριστικών, απορρυπαντικών και καλλυντικών προϊόντων. […].
- Η ανάγκη αυτή οδήγησε στην απόφαση δημιουργίας της Colgate Palmolive Europe Sarl, με έδρα στη Γενεύη (Ελβετία). Η νεοσυσταθείσα εταιρία ανέλαβε από 1.1.2005 την ευθύνη της συνολικής δραστηριότητας του ομίλου COLGATE PALMOLIVE στην Ευρώπη […]
- […].
- Επίσης, στο πλαίσιο αναδιοργάνωσης, […] C-P ΜΕΠΕ51 και της C-P Υπηρεσίες
- Η C-P ΜΕΠΕ είναι […]% θυγατρική της C-P ABEE, […]
- […]
- […]). 44 Βλ. σχετικά τις υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 3263/9.5.2014 και υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 3758/23.5.2014 επιστολές της ΓΔΑ. 45 Τα μέλη […] στα οποία εστάλησαν επιστολές παροχής στοιχείων είναι οι αλυσίδες: […] (υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 3338/13.5.2014), […] (υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 3337/13.5.2014), ΤΡΟΦΙΝΟ (υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 3360/13.5.2014), […](υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 3356/13.5.2014), […] (υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 3357/13.5.2014), […] (υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 3355/13.5.2014), […] (υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 3359/13.5.2014), […] (υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 3352/13.5.2014), […] (υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 3354/13.5.2014), […] (υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 3351/13.5.2014), […] (υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 3350/13.5.2014), […] (υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 3353/13.5.2014), […] (υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 3358/13.5.2014). 46 Βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. πρωτ. 6688/24.10.2005 απαντητική επιστολή της C-P ABEE. 47 Βλ. σχετικά την ιστοσελίδα http://www.colgate.com.gr/about/history.shtml. 48 Από το 1950 τα προϊόντα COLGATE-PALMOLIVE, εισάγονταν και διανέμονταν στην Ελληνική αγορά από την εταιρία «ΟΛΥΜΠΙΑ», η οποία συνέχισε να διανέμει και να διακινεί προϊόντα ColgatePalmolive και μετά την ίδρυση της ελληνικής εταιρίας και την εγχώρια παραγωγή αυτών, μέχρι το
- Η εταιρία C-P Hellas ABEE από το 1974 μέχρι το 2004 ανέλαβε και τη διακίνηση και διανομή των προϊόντων της στην Ελλάδα, ενώ από 1.1.2005 την εμπορία και διανομή των προϊόντων του ομίλου COLGATE-PALMOLIVE για την Ελλάδα και την Κύπρο ανέλαβε η θυγατρική εταιρία C-PΜΕΠΕ. Τέλος το 2012 ιδρύθηκε στην Κύπρο η Colgate Palmolive Cyprus LTD, η οποία αποτελεί […]% θυγατρική της C-P ABEE. 49 Βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. πρωτ. 4109/4.6.2014 απαντητική επιστολή της C-P ABEE. 50 Βλ. και την υπ’ αριθ. πρωτ. 5079/7.9.2007 επιστολή της. 51 Η εν λόγω εταιρία συστάθηκε στις 15.11.2004 (ΦΕΚ ΑΕ-ΕΠΕ 14029/23.11.2004). 52 Η εν λόγω εταιρία ιδρύθηκε για την καλύτερη εξυπηρέτηση των επιχειρησιακών αναγκών στην Ελλάδα, και η οποία παρέχει διοικητικές, οικονομικές κ.λπ. υπηρεσίες στις άλλες εταιρίες του Ομίλου στην Ελλάδα. 53 Σχετικά με τη σύνθεση των ΔΣ των εν λόγω εταιριών βλ. σχετικά ΦΕΚ εκπροσώπησης και ετήσιες εκθέσεις. 10 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Το Ευρωπαϊκό Επιχειρησιακό Διαμέρισμα υπό την Ελβετική Colgate Palmolive Europe Sarl55, καλύπτει τις χώρες […] (Ελλάδα- […]). Εκτός από την Ελλάδα, ο όμιλος COLGATE-PALMOLIVE διαθέτει βιομηχανικές εταιρίες στη Δυτική Ευρώπη, οι οποίες διαθέτουν παραγωγικές μονάδες, με έδρα […].
- Οι εταιρίες C-P ΑΒΕΕ και ΜΕΠΕ (εφεξής καλούμενες από κοινού και ως ο όμιλος C-P Ελλάδος ή ελληνικές θυγατρικές C-P) στην Ελλάδα δραστηριοποιούνται στην παραγωγή και διανομή απορρυπαντικών ρούχων και πιάτων, μαλακτικών για τα ρούχα, καθαριστικών προϊόντων, σαπουνιών, καλλυντικών και προϊόντων για την ατομική - στοματική υγιεινή. Ορισμένα από τα σήματα που διαθέτει στην Ελληνική αγορά είναι το: Soflan, Soupline, Azax, Palmolive, Colgate, Oulodent, Plax κλπ.56,
- Σύμφωνα με την C-P ABEE58 τα προϊόντα των κατηγοριών που αναφέρονται ανωτέρω και αφορούν στα απορρυπαντικά – καθαριστικά οικιακής χρήσης παράγονται […] από την ίδια την εταιρία σε δικές της εγκαταστάσεις, ενώ ένα […] μέρος αυτών εισάγεται […]. Αναφορικά με τα καλλυντικά και προϊόντα ατομικής υγιεινής, ο όμιλος C-P αναφέρει ότι […]59, […].
- O συνολικός κύκλος εργασιών της εταιρίας C-P ABEE και της C-P ΜΕΠΕ στην Ελλάδα, όπως παρουσιάζεται στον παρακάτω Πίνακα, κυμάνθηκε για την περίοδο 2000-2008 από 106,6 εκ. ευρώ
(2005)έως 126,8 εκ. ευρώ
(2008). Οι πωλήσεις απορρυπαντικών και καθαριστικών οικιακής χρήσεως για τις συγκεκριμένες εταιρίες για την ίδια χρονική περίοδο κυμάνθηκαν […], ενώ οι πωλήσεις καλλυντικών και προϊόντων ατομικής υγιεινής ευρείας διανομής κινήθηκαν […] (βλ. παρακάτω Πίνακα). Η συνεισφορά των πωλήσεων απορρυπαντικών / καθαριστικών οικιακής χρήσεως στο συνολικό κύκλο εργασιών (εφεξής αναφερόμενος και ως κ.ε.) του ομίλου C-P […] κατά τη διάρκεια των οικονομικών ετών 2000-2008 (βλ. παρακάτω Πίνακα). […] κινήθηκαν οι πωλήσεις καλλυντικών και προϊόντων ατομικής υγιεινής ευρείας διανομής, καθώς αποτέλεσαν […]. Πίνακας 1: Κύκλος εργασιών ομίλου C-P* Έτος Κύκλος εργασιών (€) Αξία πωλήσεων σε απορρυπαντικά / καθαριστικά οικιακής χρήσης (% στο σύνολο πωλήσεων) 2000 108.469.708 […] 54 Αξία πωλήσεων καλλυντικών και προϊόντων ατομικής υγιεινής ευρείας διανομής** (% στο σύνολο πωλήσεων) […] Βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. 5080/7.9.2007 επιστολή της C-P ΜΕΠΕ και την ανωμοτί κατάθεση του […] της 5.3.2014 κατά τη διάρκεια του ελέγχου στις εγκαταστάσεις της εταιρίας. 55 Η οποία είναι […]% θυγατρική της COLGATE-PALMOLIVE (AMERICA) INC (USA), η οποία είναι […]% θυγατρική της NORWOOD INTERNATIONAL INC (USA), η οποία με τη σειρά της είναι […]% θυγατρική της COLGATE- PALMOLIVE COMPANY (USA), ως είχε από 31.12.
- 56 Βλ. επιστολές υπ’ αριθ. πρωτ. 8220 και 8221/21.11.2008 (C-P ΜΕΠΕ), 1900 και 1901/28.03.2011 (C-P ΜΕΠΕ και ΑΒΕΕ αντίστοιχα) και 7521 και 7522/30.09.2013 (C-P ΑΒΕΕ και ΜΕΠΕ αντίστοιχα). 57 Τις συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων διακινούσε μέχρι και το 2004 C-P ABEE. 58 Βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. 6688/24.10.2005 επιστολή της. 59 Βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. 1900/31.03.2011 επιστολή της. 11 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Έτος Κύκλος εργασιών (€) 2001 112.237.647 2002 118.724.380 2003 121.732.787 2004 124.581.625 2005 106.611.177 2006 112.465.838 2007 118.563.162 2008 126.822.184 2009 128.423.571 2010 122.213.184 Αξία πωλήσεων σε απορρυπαντικά / καθαριστικά οικιακής χρήσης (% στο σύνολο πωλήσεων) Αξία πωλήσεων καλλυντικών και προϊόντων ατομικής υγιεινής ευρείας διανομής** (% στο σύνολο πωλήσεων) [65-75]% [25-35]% […] […] [65-75]% [25-35]% […] […] [65-75]% [25-35]% […] […] [65-75]% [25-35]% […] […] [55-65]% [25-35]% […] […] [65-75]% [25-35]% […] […] [55-65]% [35-45]% […] […] [55-65]% [25-35]% […] […] [55-65]% [35-45]% […] […] [55-65]% [35-45]% […] […] [55-65]% [35-45]% Πηγή: Επεξεργασμένα στοιχεία απαντήσεων εταιριών. Συνολικός Κύκλος εργασιών από τις υπ’ αριθ. πρωτ. 6688/24.10.2005, και 7522/3.9.2013 απαντητικές επιστολές, Αξία πωλήσεων απορρυπαντικών από τις υπ’ αριθ. πρωτ. 7521/30.9.2013 και 7522/3.9.2013 απαντητικές επιστολές. Αξία πωλήσεων καλλυντικών ευρείας διανομής από τις υπ’ αριθ. πρωτ. 7522/3.9.2013 και 1901/28.3.2011 απαντητικές επιστολές. *O κ.ε. για την περίοδο 2000-2004 αφορά στην C-P ABEE και για την περίοδο 2005-2010 αφορά στην C-P ΜΕΠΕ. Το συνολικό ποσοστό υπολείπεται του 100%, καθώς μικρό ποσοστό του κύκλου εργασιών των εταιριών αποτελούσαν, οι πωλήσεις των προϊόντων: […], τα οποία πωλούνται στο κανάλι των φαρμακείων. ** Επισήμανση: Τα καλλυντικά φαρμακείου δεν περιλαμβάνονται στη μέτρηση των παραπάνω ποσοστών, […].
- Όσον αφορά στη διανομή των προϊόντων Colgate-Palmolive, τόσο η C-P ABEE60 όσο και η C-P ΜΕΠΕ αναφέρουν ότι […]
- Συγκεκριμένα, τα προϊόντα τους πωλούνται σε όλα τα καταστήματα λιανικής (σ/μ μεγάλου ή μικρού μεγέθους, π.χ. ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ) όπου φτάνουν είτε απευθείας, είτε μέσω δικτύου ειδικών συνεργατών – χονδρεμπόρων (οι οποίοι στη 60 Βλέπε την υπ’ αριθ. πρωτ. 6688/24.10.2005 επιστολή της. Η διακίνηση των καλλυντικών προϊόντων στα φαρμακεία πραγματοποιούνταν αρχικά μέσω της […] και στη συνέχεια από το 2001 έως και το 2006 από την […]. Από το 2007 και μετά τα εν λόγω προϊόντα διανέμονται από την […]. Η […] διένειμε στο δίκτυο των φαρμακείων και κάποια από τα καλλυντικά προϊόντα ευρείας διανομής της εταιρίας. Η εταιρία απέστειλε τη σύμβαση που είχε συνάψει με την εταιρία […] για το έτος
- Σύμφωνα με αυτή, η […] είναι ο αποκλειστικός αντιπρόσωπος της CP-ΜΕΠΕ για τη διανομή σε φαρμακεία, φαρμακαποθήκες και αποθήκες οδοντιατρικών ειδών για το σύνολο της Ελληνικής Επικράτειας. 61 12 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ συνέχεια πωλούν για λογαριασμό τους προς τους εμπόρους του λιανεμπορίου)62 και καταστημάτων cash & carry
- Οι πωλήσεις απορρυπαντικών / καθαριστικών της C-P ABEE και της C-P MΕΠΕ64, κατά την περίοδο 2000-2004 και το έτος 2006, αντίστοιχα, στα σ/μ και στα καταστήματα cash & carry αντιπροσώπευαν το […]% και το […] % των συνολικών πωλήσεων τους, ενώ οι πωλήσεις προς τους Ειδικούς Συνεργάτες – Χονδρεμπόρους το υπόλοιπο […]% - […]% και […]% αντίστοιχα. Για τα καλλυντικά και τα προϊόντα ατομικής υγιεινής τα ποσοστά κυμαίνονται κατά μέσο όρο περίπου στο […]%-[…]% στα σ/μ και Cash & Carry και περίπου στο […]% στους Ειδικούς Συνεργάτες – Χονδρεμπόρους για το σύνολο των ετών 2000-
- Εν γένει, το κανάλι διανομής των λιανέμπορων (για τα έτη 20022005) αποτελούσε το […]% των πωλήσεων της C-P ABEE, ενώ το κανάλι διανομής των Ειδικών Συνεργατών και των καταστημάτων Cash & Carry το […]% ([…]% και […]% έκαστο) των πωλήσεων της
- Τέλος, η C-P ΑΒΕΕ […] κατά την περίοδο 2000-2004 εξαγωγές […]. Κατά την περίοδο μετά το 2005 η εταιρία C-P ΜΕΠΕ αναφέρει ότι […] εξαγωγές […]
- II.1.2 H εταιρία ΚΥΨΕΛΗ Α.Ε.
- Η εταιρία ΚΥΨΕΛΗ68, η οποία έχει ως αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών «marketing» και «logistics» σε σ/μ ειδών διατροφής και λοιπών συναφών ειδών, ιδρύθηκε το 200069 και αποτελεί όμιλο κοινών αγορών με σκοπό την παροχή πάσης φύσεως υπηρεσιών σε σ/μ ειδών διατροφής, σύναψη συμφωνιών με τους προμηθευτές για τις αγορές των μελών της κ.λπ.
- Η μετοχική σύνθεσή της έως το Σεπτέμβριο του 200870 είχε ως ακολούθως: Ατλάντικ ΑΕ […]%, […], Δημήτριος Θανόπουλος Α.Ε. […], Δούκας ΑΕ […]. Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας ήταν ο […] της ΑΤΛΑΝΤΙΚ, […]. Την 28.12.2010 η ΑΤΛΑΝΤΙΚ ενημέρωσε με δελτίο τύπου ότι πώλησε τη συμμετοχή της στη θυγατρική εταιρία ΚΥΨΕΛΗ (ήτοι ποσοστό […]% ή 31.800 μετοχές) στους λοιπούς μετόχους της, δηλαδή στις εταιρίες ΤΡΟΦΙΜΑ ΔΟΥΚΑΣ ΑΕ (ποσοστό […] ή […] μετοχές) και ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ (ποσοστό […]% ή […] μετοχές). 62 Βλ. σχετικές συμβάσεις με τους Ειδικούς ΣυνεργάτεςError! Reference source not found.. Η διάθεση των καλλυντικών και προϊόντων ατομικής υγιεινής ευρείας διανομής, σύμφωνα με τα υπ’ αριθ. πρωτ. 6688/24.10.2005, 5080/7.9.2007, 1901/28.3.2011 και 1900/28.3.2011 έγγραφα των εταιριών C-P ABEE και C-P ΜΕΠΕ πραγματοποιείται με το ίδιο δίκτυο διανομής με εκείνο των καθαριστικών / απορρυπαντικών προϊόντων. Επομένως, οι όροι των συμβάσεων προμήθειας και διανομής που ίσχυαν για τα απορρυπαντικά ίσχυαν και για τα καλλυντικά ευρείας διανομής. 64 Βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. 4729/26.7.2006 επιστολή της C-P ΜΕΠΕ. 65 Βλ. απάντηση C-P με υπ’ αριθ. πρωτ. 1900/28.3.2011 και 1978/31.3.
- 66 Βλ. σχετικά Error! Reference source not found. (από ηλ/κά αρχεία C-P) και ευρήματα ελέγχου Ε2Β, Ε11, Ε43 τα οποία αφορούν στο κανάλι διανομής Έμμεσου Εμπορίου (Indirect Trade). 67 Βλ. σχετικά προσκομισθέντων στοιχείων του ομίλου C-P από τη ΓΔΑ (υπ’ αριθ. πρωτ. 7521 και 7522/30.9.2013) αναφορικά με Εξαγωγές Απορρυπαντικών Καλλυντικών και προϊόντων ατομικής υγιεινής των εταιριών C-P. 68 Βλ. μελέτη ICAP, Σούπερ Μάρκετ, Σεπτέμβριος
- 69 Βλ. και σημειώσεις πίνακα που ακολουθεί σχετικά με την ημερομηνία καταχώρισης της εταιρίας στο μητρώο των Α.Ε και την πρώτη οικονομική χρήση. 70 Βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. 6369/19.9.2008 επιστολή της ΚΥΨΕΛΗ προς τη ΓΔΑ. 63 13 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Ο κύκλος εργασιών της εταιρίας καθώς και των εταιριών - μελών της για την περίοδο 2000-2009 παρουσιάζονται στον παρακάτω Πίνακα. Πίνακας 2: Κύκλος εργασιών της ΚΥΨΕΛΗ και των μελών της (σε χιλ. €) Έτος 2000 ΚΥΨΕΛΗ Α.Ε* 2001 19,08 […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] 2002 2003 2004 2005 2006 2007 2008 2009 215,93 132,85 21,00 15,00 20,99 10,00 18,00 60,00 […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] Πηγή: Δημοσιευμένοι Ισολογισμοί και ICAP * Διευκρινίζεται ότι η ΚΥΨΕΛΗ συστάθηκε στις 17.2.2000 (ΦΕΚ ΑΕ-ΕΠΕ/1504/24.2.2000), και ως εκ τούτου οι οικονομικές καταστάσεις του 2001 αφορούν στην περίοδο 17.2.2000-31.12.2001 ** […]. *** […]. **** […].
- Στις 3.10.2012 αποφασίστηκε η λύση της εν λόγω εταιρίας και η θέση της σε εκκαθάριση σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΝ 2190/
- Σε σχετικό ερώτημα της ΓΔΑ η ΚΥΨΕΛΗ απάντησε72 ότι η εταιρία «έχει τεθεί σε εκκαθάριση από την 1-92012, λειτουργούσα μόνο για τους σκοπούς και στα πλαίσια αυτής (εκκαθαρίσεως), η οποία αμέσως μόλις επιστραφούν από το Ελληνικό Δημόσιο σχετικές οφειλές επιστροφής φόρου και Φ.Π.Α., θα περαιωθεί». II.1.3 Η εταιρία ΑΛΦΑ-ΒΗΤΑ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε.
- Η ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ73 ιδρύθηκε το Δεκέμβριο 1969 και δραστηριοποιείται στον τομέα της εκμετάλλευσης καταστημάτων αυτοεξυπηρέτησης (σ/μ) λιανικής πώλησης, σ’ όλη την ελληνική επικράτεια. Το 1990 εισήχθηκε στο Χρηματιστήριο Αθηνών και το 2001 εξαγόρασε τις εταιρίες Τροφό ΑΕ74 και Ένα Α.Ε. Η πλειοψηφία των μετοχών της από το 1992 ανήκει στην Delhaize «“Τhe Lion” Netherland B.V.», η οποία ελέγχεται από […]. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ICAP75, η ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ήταν 2η μεταξύ των 100 μεγαλύτερων εμπορικών εταιριών βάσει πωλήσεων για τα έτη 2002-
- Ο όμιλος ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ είναι μία από τις μεγαλύτερες αλυσίδες στο χώρο εμπορίας τροφίμων, και σήμερα έχει 216 σ/μ, 166 εταιρικά, 11 Cash & Carry, 39 franchise καταστήματα
- Ο 71 Βλ. σχετικά ΦΕΚ ΑΕ-ΕΠΕ/11165/10.10.
- Βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. πρωτ. 4167/5.6.2014 απαντητική επιστολή της. 73 Βλ. μελέτη της ICAP, Σούπερ Μάρκετ, Σεπτέμβριος
- 74 Βλ. Απόφαση Επιτροπής Ανταγωνισμού υπ’ αριθ. 176/ΙΙΙ/
- 75 Βλ. μελέτη της ICAP, Σούπερ Μάρκετ, Σεπτέμβριος
- 76 Βλ. σχετικά www.ab.gr, ως είχε την 5.6.
- 72 14 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ κύκλος εργασιών της ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ την περίοδο 1999-2010 παρουσίασε αυξητική τάση. Πιο συγκεκριμένα, το 1999 ανήλθε σε 436,6 εκ. ευρώ, το 2004 σε 847,5 εκ. ευρώ, το 2007 σε 1.174,8 εκ. ευρώ και το 2010 σε 1.574,4 εκ. ευρώ. Η αλυσίδα ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ κατείχε το 2010 το 16,7% της Ελληνικής αγοράς
- II.1.4 Η εταιρία METΡO ΑΕΒΕ
- Η εταιρία ΜΕΤΡΟ78 ιδρύθηκε το 1976 και προήλθε από το συνεταιρισμό οκτώ παντοπωλών, ο οποίος ονομάστηκε όμιλος Παντελιάδη και είναι γνωστός στην ελληνική αγορά με τα σήματα METRO Cash & Carry (χονδρικής) και My Market (λιανικής). Η εταιρία αποτελεί μέρος του Όμιλου Παντελιάδη
- Οι πωλήσεις της εταιρίας προέρχονται αφενός από τις λιανικές πωλήσεις των καταστημάτων My Market και αφετέρου από τις πωλήσεις χονδρικής των καταστημάτων METRO Cash & Carry. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ICAP80, η ΜETRO ήταν 6η μεταξύ των 100 μεγαλύτερων εμπορικών εταιριών βάσει πωλήσεων για τα έτη
- Η εταιρία διέθετε το 2010, 37 καταστήματα χονδρικής (METRO Cash & Carry) και 48 καταστήματα λιανικής πώλησης (My Market) στην Ελληνική επικράτεια. Το 70% των καταστημάτων αυτών είναι ιδιόκτητα
- Ο κύκλος εργασιών της εταιρίας αυξήθηκε σημαντικά κατά την περίοδο 2000-
- Πιο συγκεκριμένα, το 2000 ανήλθε σε 268,9 εκ. ευρώ, το 2004 σε 464,3 εκ. ευρώ, το 2008 σε 650,6 εκ. ευρώ και το 2010 σε 676,6 εκ. ευρώ. II.1.5 Η εταιρία ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ Ι.&Σ. Α.Ε.Ε.
- Η ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ82 είναι ελληνική αλυσίδα σ/μ που ξεκίνησε να λειτουργεί στις αρχές τις δεκαετίας του 195083 και έχει έδρα στο νομό Αττικής, στον οποίο και αποκλειστικά δραστηριοποιείται. Σύμφωνα με στοιχεία της ICAP, ήταν 3η μεταξύ των 100 μεγαλύτερων εμπορικών εταιριών βάσει πωλήσεων για τα έτη
- Το 2007 εξαγόρασε την εταιρία Παπαγεωργίου Α.Ε., προσθέτοντας 18 νέα καταστήματα στην αλυσίδα της. Το 2010 η εταιρία διέθετε δίκτυο με 71 καταστήματα, όλα στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής. Ο κύκλος εργασιών της εταιρίας αυξήθηκε σημαντικά την εξεταζόμενη περίοδο. Πιο συγκεκριμένα, το 2000 ανήλθε σε 590,8 εκ. ευρώ, το 2004 σε 800,2 εκ. ευρώ, το 2007 σε 912,5 εκ. ευρώ, το 2008 σε 1.088,6 εκ. ευρώ, το 2009 σε 1.153,5 εκ ευρώ και το 2010 σε 1.191,2 εκ. ευρώ. II.1.6 Η εταιρία MAKΡO CASH AND CARRY HELLAS84
- H ΜΑΚΡΟ ιδρύθηκε το 1988, αποτελεί μέλος του Γερμανικού Ομίλου METRO GROUP, ασχολείται με το χονδρικό εμπόριο ειδών σ/μ και ως εκ τούτου απευθύνεται μόνο σε εμπόρους και επαγγελματίες. Η ΜΑΚΡΟ λειτουργεί στην Ελλάδα από το 1992 με 9 καταστήματα, τα οποία βρίσκονται στην Αττική, 77 Βλ. πίνακα 5 κατωτέρω. http://www.metro.com.gr/index.php. 79 Όλες οι εταιρίες του Ομίλου Παντελιάδη: ΜΕΤΡΟ, ΟΠΤΙΜΑ, ΗΠΕΙΡΟΣ. 80 Βλ. μελέτη της ICAP, Σούπερ Μάρκετ, Σεπτέμβριος
- 81 Βλ. σχετικά http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2318.aspx. 82 Βλ. μελέτη της ICAP, Σ/Μ, Σεπτέμβριος
- 83 Η ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ Ι.&Σ. Α.Ε.Ε προήλθε στην ουσία από τη συγχώνευση των εταιριών Σκλαβενίτης Σπύρος & Σία ΟΕ και Σκλαβενίτης Ιωάννης & Σία ΟΕ, το
- Το 1985 απορρόφησε την Σκλαβενίτης Ελληνικά Σουπερμάρκετ Α.Ε. 84 Βλ. σχετικά http://www.makro.gr/pages/makro_hellas-member_metro_group.cfm. 78 15 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Λάρισα, Βόλο, Ξάνθη, Καλαμαριά και Ηράκλειο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ICAP85, η MAKΡO ήταν μέσα στις πρώτες δέκα θέσεις των 100 μεγαλύτερων εμπορικών εταιριών βάσει πωλήσεων για τα έτη 2002-
- Ο κύκλος εργασιών86 της ανήλθε σε 364,9 εκ. € το 1999, 389,7 εκ. € το 2000, 392,8 εκ. € το 2001, 415,6 εκ. € το 2002, 443,4 εκ. € το 2003, 457,1 εκ. € το 2004, 442,6 εκ. € το 2005, 438,3 εκ. €, το 2006, 456,6 εκ. €87, το 2007, 472,2 εκ. € το 2008, 419,6 εκ. €, το 2009 και 379,6 εκ. € το
- II.1.7 Η εταιρία ΠΕΝΤΕ ΑΕ.- «Σ/Μ ΓΑΛΑΞΙΑΣ»
- Η ΠΕΝΤΕ Α.Ε., σ/μ ΓΑΛΑΞΙΑΣ (εφεξής ΠΕΝΤΕ) ξεκίνησε τη λειτουργία της το 1971, οπότε και ιδρύθηκε το πρώτο κατάστημα. Η εταιρία ΠΕΝΤΕ και η θυγατρική της, ΑΡΓΩ ΜΑΡΚΕΤ Α.Ε.Ε., στην οποία η πρώτη συμμετέχει με ποσοστό 99,83%, διαθέτουν 137 Σούπερ Μάρκετ με 13 Cash & Carry
- Στην ιστορία της εταιρίας, από το 1971 μέχρι σήμερα, οι μέτοχοι του ΓΑΛΑΞΙΑ έφτασαν τους 177, η πλειοψηφία των οποίων εργάζεται στην εταιρία. Ο κύκλος εργασιών του ομίλου ΠΕΝΤΕ ΑΕ ανήλθε σε: 189,9 εκ. € το 2000, 230,8 εκ. € το 2001, 257,9 εκ. € το 2002, 283, 2 εκ. € το 2003, 303,0 εκ. € το 2004, 320,7 εκ. € το 2005, 355,7 εκ. € το 2006, 381, 2 εκ. € τo 2007, 401,2 εκ. € το 2008, 413,2 εκ. € το 2009 και 413,5 εκ. € το
- II.2 Λοιπές Επιχειρήσεις II.2.1 […]89
- […]
- […]
- III ΥΠΟΒΛΗΘΕΙΣΕΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ III.1 Προσβολή αρχών χρηστής διοίκησης και των δικαιωμάτων άμυνας
- Στα υπομνήματά της και στη συζήτηση ενώπιον της Επιτροπής, οι εταιρίες C-P ισχυρίστηκαν ότι προσβλήθηκαν εν προκειμένω οι αρχές της χρηστής διοίκησης, με την έκδοση της υπ’ αριθ. 453/V/2009 προδικαστικής απόφασης για τη διεξαγωγή περαιτέρω έρευνας. Στην ουσία η προβαλλόμενη ένσταση εδράζεται στην πεποίθηση της C-P ότι η έκδοση της προδικαστικής απόφασης και η συνακόλουθη διεξαγωγή περαιτέρω έρευνας ήταν καταχρηστική και διενεργήθηκε «ως εκ του περισσού»
- Συναφώς, η C-P προσάπτει στη ΓΔΑ τη διενέργεια πολλαπλών, διαδοχικών (και άσκοπων κατά την εκτίμησή της) ερευνητικών πράξεων μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 453/V/2009 προδικαστικής απόφασης93, συμπεριλαμβανομένης της διερεύνησης τυχόν παραβάσεων στο κανάλι του έμμεσου εμπορίου (ειδικοί συνεργάτες)
- 85 Βλ. μελέτη της ICAP, Σούπερ Μάρκετ, Σεπτέμβριος
- Βλ. μελέτη της ICAP, Σούπερ Μάρκετ, Σεπτέμβριος
- 87 Βλ. Πανόραμα των Ελληνικών Σ/Μ, Νο.12-Φθινόπωρο
- 88 Βλ. ιστοσελίδα: http://www.5ae.gr/?q=etairia, ως είχε την 5.6.
- 89 Βλ. μελέτη της ICAP, Σούπερ μάρκετ, Νοέμβριος
- 90 Βλ. ιστοσελίδα www.elomas.gr 91 Βλ. σχετ. επιστολή υπ’ αριθ. πρωτ. 4031/2.6.
- 92 Βλ. Υπόμνημα C-P, σελ. 3 93 Βλ. Υπόμνημα C-P, σελ. 3 και
- 94 Βλ. Υπόμνημα C-P, σελ.
- 86 16 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Η ως άνω ένσταση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Και τούτο, διότι η Επιτροπή κινήθηκε εντός του πλαισίου που ορίζει ο νόμος, αποσκοπώντας στην πληρέστερη διερεύνηση της υπόθεσης. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 4 του Κανονισμού Λειτουργίας και Διαχείρισης της ΕΑ95 (νυν άρθρο 27 παρ. 5 του ισχύοντος Κανονισμού Λειτουργίας και Διαχείρισης της ΕΑ96) σε περίπτωση που ανακύψουν ζητήματα, για την επίλυση των οποίων απαιτείται να προσκομιστούν από τα μέρη περισσότερα στοιχεία ή να διεξαχθεί από τη ΓΔΑ περαιτέρω έρευνα, η Επιτροπή εκδίδει σχετική (προδικαστική) απόφαση. Η διενέργεια περαιτέρω έρευνας ήταν ακριβώς και το αντικείμενο της σχετικής (προδικαστικής) απόφασης, όπως προκύπτει με σαφήνεια από το περιεχόμενο της 453/V/
- Επαφίεται στην Επιτροπή Ανταγωνισμού, όπως και σε άλλες ελεγκτικές αρχές που διενεργούν έρευνες κατά το ανακριτικό σύστημα, να καθορίζει η ίδια τόσο την προτεραιοποίηση των υποθέσεων και των ερευνών της, όσο και τη στόχευση, το περιεχόμενο, το εύρος, τον τρόπο και το ρυθμό των επιμέρους μέτρων έρευνας που εκείνη διενεργεί προς διερεύνηση τυχόν παραβάσεων. Και οι εξουσίες της αυτές, οι οποίες ασκούνται στο πλαίσιο σχετικών διατάξεων του νόμου, περιλαμβάνουν ρητώς και τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής απόφασης για τη διενέργεια περαιτέρω έρευνας. Η άσκηση των εν λόγω ελεγκτικών εξουσιών δεν εξαρτάται από την εκάστοτε βούληση ή/και προσδοκία των ελεγχόμενων επιχειρήσεων, ούτε βεβαίως και από την εκ των υστέρων εκτίμηση του εάν συγκεκριμένες επιμέρους ερευνητικές πράξεις απέδωσαν τελικά τους αναμενόμενους καρπούς ή ήταν εν γένει εύστοχες. Στο πλαίσιο των ερευνών της, ορισμένα μέτρα έρευνας ενδέχεται πράγματι να μην αποδώσουν τα αναμενόμενα, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι η Αρχή κωλύεται από το να διενεργήσει συμπληρωματικά μέτρα έρευνας (τόσο στο στάδιο μέχρι τη ολοκλήρωση σχετικής εισήγησης όσο και στο στάδιο μέχρι την ολοκλήρωση της εισήγησης που συντάσσεται κατόπιν προδικαστικής απόφασης). Ούτε και περιορίζεται ή δεσμεύεται η Αρχή από το περιεχόμενο ή την υποκείμενη διερευνώμενη θεωρία ενδεχόμενης βλάβης τυχόν μέτρων έρευνας που διεξάγει ή/και προκαταρκτικών εκτιμήσεων επί αυτών. Εξάλλου, από καμία διάταξη του Κανονισμού Λειτουργίας και Διαχείρισης της ΕΑ δεν προβλέπεται ότι η Επιτροπή δεσμεύεται από τις εκτιμήσεις και τον νομικό χαρακτηρισμό των διαπιστώσεων της ΓΔΑ97, ούτε βεβαίως και η ΓΔΑ δεσμεύεται από τυχόν προκαταρκτικές εκτιμήσεις της ιδίας κατά το στάδιο διερεύνησης μιας υπόθεσης και πριν αποκρυσταλλωθεί η προκαταρκτική θέση της (με την ολοκλήρωση σχετικής εισήγησης ή την ολοκλήρωση εισήγησης που συντάσσεται κατόπιν προδικαστικής απόφασης). Αντίθετη ερμηνεία θα ήταν, άλλωστε, μη συμβατή με τις ελεγκτικές αρμοδιότητες της Επιτροπής κατά το ανακριτικό σύστημα, αλλά και με τα δικαιώματα άμυνας των εμπλεκόμενων μερών κατά τη διοικητική διαδικασία.
- Σε κάθε περίπτωση, η περαιτέρω έρευνα που διενήργησε η υπηρεσία στην υπό κρίση υπόθεση κατόπιν της προδικαστικής απόφασης ήταν πρόσφορη και αναγκαία για τη πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης, αλλά και απολύτως εύστοχη. Κατέδειξε δε, μεταξύ άλλων, το μεγαλύτερο εύρος της διερευνώμενης 95 ΚΥΑ 8275/2006 (ΦΕΚ Β’ 1890/29.12.2006). ΚΥΑ 117/2013 (ΦΕΚ Β’ 54/16.1.2013). 97 Βλ. ενδεικτικά ΔΕφΑθ 3807/2014, σκ.
- 96 17 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ παραβατικής συμπεριφοράς, αναφορικά ιδίως με τις σχετικές αγορές που αυτή αφορούσε, το πραγματικό οικονομικό πλαίσιό της καθώς και την άμεση εμπλοκή της μητρικής εταιρίας C-P σε αυτή, αξιολογώντας ακολούθως τις συνέπειες στον ανταγωνισμό της υπόθεσης υπό τις νέες διαστάσεις και στοιχειοθετώντας έτι περαιτέρω την αποδιδόμενη παράβαση (αποσαφηνίζοντας, μάλιστα, ορισμένα κενά που είχαν προκληθεί από την ίδια την παροχή ανακριβών και ελλιπών στοιχείων των ελεγχόμενων επιχειρήσεων του ομίλου C-P και με ευθύνη τους).
- Αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός ότι η υπό κρίση υπόθεση ξεκίνησε (δήθεν) ως κλαδική έρευνα. Επισημαίνεται, σχετικώς, ότι ούτε στην επιστολή του υπουργού Ανάπτυξης98 που επικαλούνται οι ελεγχόμενες εταιρίες C-P, ούτε και στο κείμενο των εισηγήσεων της ΓΔΑ το 2008, 2009 και 201499 γίνεται κάποια αναφορά σε κλαδική έρευνα. Η υπό κρίση υπόθεση βασίζεται σε αυτεπάγγελτη έρευνα της υπηρεσίας, με αντικείμενο τυχόν αντι-ανταγωνιστικές συμφωνίες των εταιριών CP με αντισυμβαλλόμενους πελάτες τους, όπως σαφώς προκύπτει από τις εν λόγω εισηγήσεις.
- Απορριπτέος είναι και ο συναφής ισχυρισμός περί δήθεν καταχρηστικής διεύρυνσης του κατηγορητηρίου. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις εταιρίες C-P100, η έρευνα της ΓΔΑ, όπως αποτυπώθηκε στην Εισήγηση, δεν περιορίστηκε στο αντικείμενο της προδικαστικής απόφασης, αλλά διευρύνθηκε ratione materiae και ratione personae. Συνέπεια αυτού ήταν, πάντοτε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της C-P, να μην γνωρίζει αυτή με ακρίβεια το αντικείμενο της έρευνας, τις ενδεχόμενες παραβάσεις και τις επηρεαζόμενες αγορές, με αποτέλεσμα να στερείται και της δυνατότητας προσδιορισμού και συλλογής απαλλακτικών αποδεικτικών στοιχείων.
- Κατά πρώτον, ο εν λόγω ισχυρισμός εδράζεται επί εσφαλμένης παραδοχής, ότι, δηλαδή, η Αρχή δεν δικαιούται να επανέλθει και να διευρύνει ενδεχομένως το «κατηγορητήριο» που έχει πιθανώς ήδη κοινοποιήσει στα εμπλεκόμενα μέρη, διενεργώντας συμπληρωματική έρευνα ή/και αξιολογώντας νέα αποδεικτικά στοιχεία. Τουναντίον, η Αρχή μπορεί να το πράξει, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι θα δώσει ακολούθως στα εμπλεκόμενα μέρη τη δυνατότητα να τοποθετηθούν πλήρως επί των συμπληρωματικών αυτών τυχόν αποδιδόμενων παραβάσεων, πραγματικών γεγονότων ή/και νέων αποδεικτικών στοιχείων, προκειμένου να ασκήσουν αποτελεσματικά τα δικαιώματα άμυνάς τους – διαδικαστικές εγγυήσεις που πληρούνται, σε κάθε περίπτωση, με την έκδοση συμπληρωματικής εισήγησης. Κατά πάγια ενωσιακή πρακτική και νομολογία, ακόμη κι αν αποδιδόμενες αιτιάσεις δεν συμπεριλαμβάνονταν στην αρχική ανακοίνωση αιτιάσεων (κατ’ αναλογία, εισήγηση), η αρχή ανταγωνισμού δύναται να κοινοποιήσει στα εμπλεκόμενα μέρη συμπληρωματική εισήγηση και να τους δώσει εκ νέου τη δυνατότητα να τοποθετηθούν επί αυτών, ιδίως εάν νέα πραγματικά περιστατικά υπέπεσαν εντωμεταξύ στην αντίληψη της αρχής ή/και εάν πραγματικά περιστατικά κατατείνουν στη διαπίστωση ότι το αντικείμενο, η 98 Βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. 1373/18.03.2005 επιστολή. Εισήγηση με αριθ. πρωτ. 6370/11.11.2008, Εισήγηση με αριθ. πρωτ. 2246/16.3.2009, Έκθεση του Εισηγητή Ν. Νικολαίδη με αριθ. πρωτ. 4937/3.7.14 100 Βλ. Υπόμνημα C-P, σελ. 4 και 10-11, Υπόμνημα CPC, σημ. 8επ. 99 18 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ διάρκεια και η φύση/σοβαρότητα των αποδιδόμενων παραβάσεων μπορεί να διευρυνθεί (και, επομένως, στα εμπλεκόμενα μέρη θα πρέπει να παρασχεθεί εκ νέου η δυνατότητα να εκφέρουν τις απόψεις επί αυτών)
- Δεν κωλύεται, επομένως, η ελεγκτική αρχή από το να συμπληρώσει την ανακοίνωση αιτιάσεων (κατ’ αναλογία, εισήγηση) προς τα εμπλεκόμενα μέρη, προκειμένου να συμπεριλάβει νέα αποδεικτικά στοιχεία ή να διευρύνει τις αποδιδόμενες σε αυτήν αιτιάσεις, τηρουμένων βεβαίως των διαδικαστικών εγγυήσεων που προαναφέρθηκαν. Πολλώ δε μάλλον, όταν η κοινοποίηση μια τέτοιας εισήγησης γίνεται κατόπιν έκδοσης προδικαστικής απόφασης με το αυτό αντικείμενο, όπως στην υπό εξέταση περίπτωση.
- Περαιτέρω, και σε αντίθεση με όσα υπολαμβάνουν οι ελεγχόμενες εταιρίες C-P, είναι ακριβώς η εν λόγω εισήγηση (ή η εισήγηση που συνάσσεται κατόπιν προδικαστικής απόφασης) που αποτελεί τη βάση των αποδιδόμενων παραβάσεων, και μέσω της οποίας τα εμπλεκόμενα μέρη καθίστανται κοινωνοί του αντικειμένου της έρευνας και των ενδεχόμενων παραβάσεων, ώστε να ασκήσουν αποτελεσματικά τα δικαιώματά τους, και όχι τυχόν προγενέστερα έγγραφα της υπηρεσίας στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης. Ούτε και υφίσταται υποχρέωση της Αρχής να κοινολογεί στον ελεγχόμενο τυχόν αποδεικτικά στοιχεία ή προκαταρκτικές εκτιμήσεις της επί αυτών, σε προγενέστερο της εισήγησης στάδιο (όπως αβασίμως υπολαμβάνει στα υπομνήματά της)
- Εν προκειμένω, η διαπιστωθείσα παράβαση αφορά εξ ολοκλήρου σε συμπεριφορές που περιεγράφηκαν αναλυτικά στην υπ’ αριθ. πρωτ. 4937/3.7.2014 εισήγηση, για τις οποίες οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις παρείχαν λεπτομερείς εξηγήσεις κατά τις κείμενες διατάξεις, και ως εκ τούτου καμία παραβίαση των δικαιωμάτων άμυνας των μερών δεν συντρέχει
- 101 Βλ. ενδεικτικά ΓενΔΕΕ T-67/01 JCB Service κατά Επιτροπής, σκ. 52, καθώς και Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές για τη διεξαγωγή των διαδικασιών που αφορούν τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ, ΕΕ C306/6, 2011, σημ. 109-
- 102 Με βάση τον Κανονισμό Λειτουργίας και Διαχείρισης της Ε.Α. οι ελεγχόμενες εταιρίες C-P θεμελίωσαν γενικό δικαίωμα πρόσβασης στα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης το πρώτον μετά την κοινοποίηση της κλήτευσης σε συζήτηση, και όχι πριν από την κλήτευσή της, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν. Το ίδιο ισχύει αντιστοίχως και στο ενωσιακό δίκαιο, κατά τα ρητώς προβλεπόμενα στο άρθρο 15 παρ. 1 του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΚ) 773/2004 και στο σημείο 26 της Ανακοίνωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί των κανόνων πρόσβασης στον φάκελο υπόθεσης, Ε.Ε. C 325 της 22/12/2005 («Πριν από την αποστολή της κοινοποίησης αιτιάσεων της Επιτροπής ... τα μέρη δεν έχουν δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο της αντίστοιχης υπόθεσης»). Και είναι αυτό συνεπές, διότι στο στάδιο της προδικασίας, πριν δηλαδή από την κλήτευση, δεν έχουν ελεγχθεί τα σχετικά στοιχεία, ούτε και έχει ακόμη αποκρυσταλλωθεί η προκαταρκτική θέση της υπηρεσίας, ενώ παράλληλα προέχει η διαφύλαξη του αντικειμένου της υπό εξέλιξη έρευνας [βλ. σχετ. άρθρο 5 παρ. 3 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας] και η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού εν γένει. 103 Κατά πάγια ενωσιακή νομολογία, η ανακοίνωση των αιτιάσεων (κατ΄ αναλογία, η εισήγηση στην ελληνική περίπτωση) πρέπει να παρέχει στους ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να αντιλαμβάνονται πράγματι τις ενέργειες που τους προσάπτει η Επιτροπή, προϋπόθεση που πληρούται όταν η οριστική απόφαση δεν αποδίδει στους ενδιαφερομένους παραβάσεις διαφορετικές από εκείνες που αναφέρονται στην ανακοίνωση των αιτιάσεων και εφόσον λαμβάνει υπόψη πραγματικά περιστατικά επί των οποίων οι ενδιαφερόμενοι είχαν την ευκαιρία να παράσχουν εξηγήσεις (βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-239/99 P κλπ Limburgse Vinyl Maatschapij (LVM) κλπ. κατά Επιτροπής, σκ. 103, ΠΕΚ T-326/01 Tokai Carbon Co Ltd κατά Επιτροπής, σκ. 47). Αυτό ακριβώς έγινε και στην υπό κρίση υπόθεση, με την κοινοποίηση της υπ’ αριθ. 4937/3.7.2014 εισήγησης, στην οποία τηρήθηκαν όλες οι προβλεπόμενες στο νόμο διαδικαστικές εγγυήσεις για την προστασία των δικαιωμάτων άμυνας των μερών. Ως εκ τούτου, οι περί 19 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν ήθελε υποτεθεί ότι οι ως άνω ισχυρισμοί προβάλλονται λυσιτελώς ή έχουν νομικό έρεισμα (εκδοχή που η Επιτροπή δεν αποδέχεται κατά τα προεκτεθέντα), η αρ. πρωτ. 4937/03.07.14 εισήγηση κινήθηκε εντός των «υποκειμενικών» και «αντικειμενικών» ορίων της προδικαστικής απόφασης ΕΑ 453/V/
- Και τούτο, διότι η επανεξέταση της υπόθεσης και η περαιτέρω διερεύνηση του πραγματικού εύρους των επίμαχων συμβατικών ρητρών εκτείνεται, εξ ορισμού, σε ζητήματα που αφορούν στην συμπερίληψη της ρήτρας σε συμβάσεις των εταιριών C-P και με άλλους πελάτες τους (αλυσίδες σουπερμάρκετ, cash & carry και ομίλους αγορών), πέραν όσων τυχόν περιλαμβάνονταν στις αρχικές εισηγήσεις105, καθώς και σε ζητήματα που αφορούν στην εφαρμογή αυτών και σε άλλες σχετικές αγορές, πέραν των απορρυπαντικών, π.χ. καλλυντικά και λοιπά προϊόντα C-P. Ακριβώς στο πλαίσιο αυτό κινήθηκε και η περαιτέρω έρευνα της ΓΔΑ σε συνέχεια της προδικαστικής απόφασης ΕΑ 453/V/
- Συμπερασματικά, παρασχέθηκε εν προκειμένω κάθε προβλεπόμενη (στο νόμο και στον Κανονισμό Λειτουργίας και Διαχείρισης ΕΑ) δυνατότητα στα εμπλεκόμενα μέρη, στα οποία αφορά η δυσμενής διοικητική πράξη, να υποβάλλουν και να αναπτύξουν γραπτώς και προφορικώς τους ισχυρισμούς της και τα αποδεικτικά μέσα αυτών (κάτι άλλωστε που και οι ίδιοι δεν αμφισβητούν), συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης στο φάκελο και της υποβολής διαδοχικών υπομνημάτων αντίκρουσης της εισήγησης (η οποία και αποκρυσταλλώνει την προκαταρκτική άποψη της υπηρεσίας), της προφορικής ακρόασης ενώπιον της Επιτροπής κ.αλ., ούτως ώστε να επηρεάσουν τη λήψη σχετικής απόφασης ύστερα από διαφορετική εμφάνιση ή εκτίμηση του σχετικού με τη διερευνώμενη συμπεριφορά πραγματικού υλικού
- Οπότε, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς τους, καμία προσβολή δικαιώματος άμυνας δεν υφίσταται εν προκειμένω. του αντιθέτου ισχυρισμοί που επικαλούνται οι εταιρίες C-P στα υπομνήματά τους και στη σχετική γνωμοδότηση (βλ. ενότητα 3.2) προβάλλονται αλυσιτελώς. 104 Το ακριβές κείμενο του διατακτικού της Απόφασης ΕΑ 453/V/2009 είναι ως εξής: «Η Επιτροπή Ανταγωνισμού: Α. Απέχει από την έκδοση οριστικής απόφασης. Β. Εκδίδει σύμφωνα με το άρθρου 25 παράγραφος 4 του Κανονισμού Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΦΕΚ 1890/Β/29.12.2006) την παρούσα προδικαστική απόφαση με την οποία καλεί τη ΓΔΑ να διενεργήσει κατά προτεραιότητα έρευνα προκειμένου να διερευνήσει τα αναφυόμενα κατά την προφορική διαδικασία ζητήματα όσο αναφορά το εύρος της επίμαχης ρήτρας απαγόρευσης παράλληλων εισαγωγών στις υπό εξέταση συμβάσεις των εταιρειών COLGATE – PALMOLIVE (HELLAS) ABEE και COLGATE – PALMOLIVE ΕΜΠΟΡΙΚΗ (ΕΛΛΑΣ) ΜΟΝΟΜΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠE με τις προαναφερθείσες αλυσίδες σουπερμάρκετ CASH & CARRY και Όμιλο Αγορών και να υποβάλλει σχετική εισήγηση.» Σημειώνεται ότι για την ορθή ανάγνωση του ανωτέρω διατακτικού, απαραίτητη κρίνεται και η ανάγνωση του συνόλου της εν λόγω απόφασης, σύμφωνα με την οποία «… τα συμμετέχοντα στη διάσκεψη μέλη, έκριναν ότι η υπόθεση χρήζει επανεξέτασης, προκειμένου να ληφθεί υπόψη το πραγματικό εύρος ης διερευνώμενης ρήτρας και να αξιολογηθούν οι συνέπειες στον ανταγωνισμό της εν λόγω υπόθεσης υπό τις νέες της διαστάσεις». 105 Ο καταλογισμός της ευθύνης για τη συμπεριφορά των ελληνικών θυγατρικών C-P στη μητρική εταιρία C-P δεν αφορά καταρχήν σε οποιαδήποτε διεύρυνση των «υποκειμενικών» ή «αντικειμενικών» ορίων της προδικαστικής απόφασης, δεδομένου ότι πρόκειται για εταιρίες που ανήκουν στον ίδιο όμιλο-επιχείρηση βάσει ειδικών κανόνων για την ίδια συμπεριφορά των θυγατρικών. Αλλά και υπό την αντίθετη εκδοχή, ο καταλογισμός στη μητρική αφορά και καλύπτεται από τη διερεύνηση του «πραγματικού εύρους» των επίμαχων ρητρών. 106 Βλ. ενδεικτικά ΠΕΚ Τ-25/95 Cimenteries CBR κατά Επιτροπής, ΠΕΚ Τ-7/89 Hercules Chemicals κατά Επιτροπής, ΔΕΚ Distillers Company κατά Επιτροπής. Συναφώς, για το λυσιτελές της προβολής από τον διοικούμενο λόγου ακυρότητας περί μη τήρησης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης 20 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ III.2 Παραβίαση εύλογης διάρκειας της διοικητικής διαδικασίας
- Στα υπομνήματά τους και στη συζήτηση ενώπιον της Επιτροπής, ορισμένα από τα εμπλεκόμενα μέρη υποστήριξαν, επίσης, ότι παραβιάστηκε η εύλογη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, όχι μόνο λόγω της έκδοσης προδικαστικής απόφασης (βλ. ανωτέρω), αλλά ιδίως λόγω της (δήθεν) μεσολάβησης πολλών μηνών «πλήρους αδράνειας» της ΓΔΑ κατά την περίοδο 2009-2013.107
- Οι εν λόγω αιτιάσεις είναι επίσης απορριπτέες ως αβάσιμες. Επισημαίνεται, εκ των προτέρων, ότι η επικαλούμενη μεσολάβηση χρονικού διαστήματος συνολικά 46 μηνών, δήθεν «πλήρους αδράνειας» από μέρους της υπηρεσίας, είναι αυθαίρετη και παραπλανητική, δεδομένου ότι το εν λόγω διάστημα δεν ήταν συνεχές, όπως δίδει την εντύπωση η C-P, αλλά αντιστοιχούσε σε επιμέρους μήνες που διανύθηκαν μεταξύ πολλαπλών και διαδοχικών μέτρων έρευνας που διενήργησε η υπηρεσία μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 453/V/2009 προδικαστικής απόφασης (και ειδικότερα μεταξύ των ετών 2009, 2011, 2013 και 2014 ). Ωστόσο, είναι αναγκαίο και εύλογο (όπως και προφανές ότι θα πρέπει) να αναλύονται από την υπηρεσία οι απαντήσεις των μερών σε κάποιο συγκεκριμένο ερωτηματολόγιο και να συσχετίζονται με τα λοιπά συλλεχθέντα στοιχεία του φακέλου πριν τη διενέργεια της επόμενης κατά σειρά ερευνητικής πράξης. Αυτό ακριβώς συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση. Συναφώς, η Επιτροπή δεν υποχρεούται (ούτε και θα ήταν εφικτό) να διαθέτει διαρκώς τους λιγοστούς ανθρώπινους πόρους της προς τη διερεύνηση συγκεκριμένων κάθε φορά υποθέσεων σε μία δεδομένη χρονική περίοδο ή στη διενέργεια συγκεκριμένων άλλων πράξεων, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να σταθμίζει άλλες προτεραιότητές της, σταθμίζοντας τυχόν πραγματικά κωλύματα ή αδυναμίες στην παράλληλη διεκπεραίωση εκκρεμών υποθέσεων, ή να ανταποκρίνεται σε τρέχουσες εξελίξεις που τυχόν προκύψουν την ίδια αυτή χρονική περίοδο.
- Εν προκειμένω, είναι ακριβώς αυτή η διενέργεια πολλαπλών και διαδοχικών ερευνητικών πράξεων μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 453/V/2009 προδικαστικής απόφασης (και ειδικότερα κατά τα έτη 2011, 2013 και 2014 ) που καταδεικνύει ότι η έρευνα της ΓΔΑ ήταν – παρά τους περιορισμένους ανθρώπινους πόρους και λοιπές αντικειμενικές δυσκολίες – συστηματική και προσεκτική, όπως άλλωστε αναφέρεται και στην υπ’ αριθ. πρωτ. 4937/3.7.2014 Εισήγηση (παρ. 330), απορριπτέων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της C-P. Εξάλλου, ο φάκελος της υπό κρίση υπόθεσης ήταν ιδιαίτερα ογκώδης, με εκτενή ερωτηματολόγια, επιστολές, έγγραφα κλπ, συμπεριλαμβανομένων και περίπου 20.000 ηλεκτρονικών αρχείων, μεγέθους 172 GB, γεγονός που δεν αμφισβητούν οι ελεγχόμενες επιχειρήσεις.
- Σε κάθε περίπτωση, και δεδομένων των αντικειμενικών λόγων που προαναφέρθηκαν, το εύλογο της διάρκειας της διαδικασίας εκτιμάται ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων κάθε υπόθεσης και, ιδίως, του όλου πλαισίου της, πριν την έκδοση της δυσμενούς γι’ αυτόν πράξης απαιτείται και παράλληλη αναφορά και των ισχυρισμών που αυτός θα προέβαλε ενώπιον της διοικητικής αρχής αν είχε κληθεί: βλ. ΣτΕ (Ολ.) 4447/
- 107 Βλ. Υπόμνημα C-P, σελ. 6: το διάστημα των 46 μηνών προκύπτει από την πρόσθεση 5 μηνών για το έτος 2009, 12 μηνών για το έτος 2010, 10 μηνών για το έτος 2011, 12 μηνών για το έτος 2012 και 7 μηνών για το έτος
- Βλ. επίσης Υπόμνημα Α-Β, σημ. 6.27 και Υπόμνημα ΜΑΚΡΟ, σελ.
- 21 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ της συμπεριφοράς που επέδειξαν οι εμπλεκόμενοι στη διάρκεια της διαδικασίας, της σημασίας της υποθέσεως για τις διάφορες ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και του βαθμού πολυπλοκότητάς της
- Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο εύλογος χαρακτήρας δεν μπορεί να εξεταστεί με αναφορά σε ένα ακριβές ανώτατο όριο, προσδιοριζόμενο κατά τρόπο αφηρημένο, αλλά πρέπει να εκτιμάται ειδικώς σε κάθε υπόθεση, και σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της εν λόγω υπόθεσης
- Κρίνεται, δηλαδή, κατά περίπτωση, συνεκτιμώμενων πολλών παραγόντων (οι οποίοι δεν προσδιορίζονται εκ των προτέρων κατά τρόπο εξαντλητικό)
- Κατά πάγια νομολογία, η μη τήρηση της γενικής αρχής της εύλογης προθεσμίας, ακόμη και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένη, δεν ασκεί επιρροή επί του κύρους της διοικητικής διαδικασίας και δεν δικαιολογεί την ακύρωση της απόφασης της αρχής ανταγωνισμού, παρά μόνο στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι η παρέλευση υπερβολικού χρόνου έθιξε τη δυνατότητα των εμπλεκομένων επιχειρήσεων να αμυνθούν αποτελεσματικά, ήτοι εφόσον αποδειχθεί προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας
- Δεδομένου ότι η περίοδος πριν την Απόφαση της ΕΑ 453/V/2009 αποτελούσε μέρος της αυτεπάγγελτης έρευνας, η οποία ξεκίνησε το 2005, στο πλαίσιο της οποίας εστάλησαν επιστολές παροχής στοιχείων και πραγματοποιήθηκαν επιτόπιοι έλεγχοι, ενώ κοινοποιήθηκαν και δύο
(2)εισηγήσεις επί των στοιχείων που συλλέχθησαν το 2008 και 2009, δεν υφίσταται ζήτημα τυχόν παράβασης της αρχής της ευλόγου προθεσμίας δράσης της διοίκησης μέχρι το χρονικό σημείο της έκδοσης της προδικαστικής απόφασης. Τούτο, διότι δεν πρόκειται για περίπτωση που το πρώτο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας διήρκησε υπερβολικά, με αντίστοιχες ενδεχόμενες ανεπανόρθωτες επιπτώσεις στα δικαιώματα άμυνας των 108 Βλ. ενδειτικά T-305/94 κλπ, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (PVC II), Συλλ. 1999, σ. II-931, σκ. 126, η οποία επικυρώθηκε με την απόφαση ΔΕΚ C-238/99 κλπ, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλ. 2002, σ. Ι-8375, σκ.187, Τ-213/00, CMA CGM κατά Επιτροπής, Συλλ. 2003, σ. ΙΙ-913, σκ. 317, C-185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, Συλλ. 1998, σ. Ι-8417, σκ.
- Βλ. επίσης, μεταξύ άλλων, ΔΕφΑθ 3793/2012 και ΔΕφΑθ 1227/2013, ΣτΕ 1563/97, σκ. 8, ΣτΕ 716/98, σκ. 7, ΣτΕ 3737/03, σκ.
- 109 C-238/99, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλ. 2002, σελ. Ι-8375, σκ.
- 110 Σημειωτέον ότι, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας ενώπιον της αρχής ανταγωνισμού, η έρευνα πραγματοποιείται σε δύο διαδοχικές φάσεις, κάθε μία εκ των οποίων ανταποκρίνεται σε μια δική της διακριτή εσωτερική λογική. Η πρώτη περίοδος εκτείνεται έως την επίδοση της εισήγησης της ΓΔΑ και έχει, ως σημείο έναρξης την ημερομηνία κατά την οποία η αρχή ανταγωνισμού λαμβάνει τα μέτρα που συνεπάγεται η αιτίαση ότι διαπράχθηκε παράβαση και έχει σημαντικές επιπτώσεις στην κατάσταση των ύποπτων επιχειρήσεων. Η περίοδος αυτή επιτρέπει στην αρχή ανταγωνισμού να λάβει θέση επί του προσανατολισμού της διαδικασίας. Η δεύτερη περίοδος εκτείνεται από την επίδοση της εισήγησης έως την έκδοση της τελικής αποφάσεως, κατά το οποίο πρέπει να υπάρχουν οι συνθήκες ώστε η ΕΑ να αποφασίσει οριστικά για την προσαπτόμενη παράβαση. Για να εκτιμηθεί ο εύλογος χρόνος διάρκειας της διοικητικής διαδικασίας, τα δύο αυτά στάδια μπορούν να διακριθούν και να αξιολογηθούν χωριστά (βλ. C-238/99 οπ.π.). 111 Βλ. ΣτΕ 375/2010, σκ.29, ΔΕφΑθ. 3793/2012 σκ.19, ΔΕΚ C-113/04 P, Technische Unie κατά Επιτροπής, Συλλ. 2006, σ. I-8831, σκ. 47-48, ΔΕΚ C-185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, Συλλ. 1998, σ. Ι-8417, σκ. 49, ΠΕΚ T-305/94 κλπ, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (PVC II), Συλλ. 1999, σ. II-931, σκ. 122, ΠΕΚ 213/00, CMA CGM κατά Επιτροπής, Συλλ. 2003, σ. ΙΙ913, σκ.
- Βλ. επίσης ΔΕΚ C-385/07 P, Der Grune Punkt – Duales System Deutschland, Συλλ. 2009, σ. Ι-6155, σκ. 190-196 (δεν μπορεί να επιτρέπεται, αποκλειστικά και μόνο για τον λόγο της μη τηρήσεως εύλογης προθεσμίας, να οδηγείται η Διοίκηση ή το Δικαστήριο σε αδυναμία να διαπιστώσει την διάπραξη παράβασης των κανόνων του ανταγωνισμού). 22 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ εμπλεκομένων μερών κατά το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας που έπεται της κοινοποίησης εισήγησης. Το ίδιο ισχύει και για τη διαδικασία που ακολούθησε την προδικαστική απόφαση ΕΑ 453/V/2009, μέχρι το χρονικό σημείο κοινοποίησης της υπ’ αριθ. πρωτ. 4937/3.7.2014 εισήγησης. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2009-2014, η έρευνα της ΓΔΑ ήταν συστηματική και εστιάστηκε, τόσο στην αποστολή επιστολών παροχής στοιχείων όσο και στην πραγματοποίηση επιτόπιου ελέγχου στις εγκαταστάσεις των εταιριών C-P (και στη συνακόλουθη συλλογή και αξιολόγηση μεγάλου όγκου ηλεκτρονικών αρχείων), ενώ περιλάμβανε, ακόμη, την κλήρωση της υπόθεσης σε εισηγητή και τη σύνταξη νέας εισήγησης. Συνεπώς, και για το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας μετά το 2009, στο οποίο εστιάζουν ιδίως την κριτική τους τα εμπλεκόμενα μέρη, δεν τίθεται ζήτημα τυχόν παράβασης της αρχής της εύλογης προθεσμίας δράσης της διοίκησης. Σημειωτέον ότι – κατά την επίμαχη περίοδο – οι ελεγχόμενες εταιρίες C-P ABEE και C-P ΜΕΠΕ είχαν προσφύγει στο ΔΕφΑθ κατά της από 25.6.2009 απορριπτικής των δεσμεύσεων απόφασης της ΕΑ και οι εν λόγω προσφυγές απορρίφθηκαν 3 χρόνια αργότερα από το ΔΕφΑθ με τις υπ’ αριθ. 1552/2012 και 1554/2012 αποφάσεις του. Θα πρέπει, επίσης, να σταθμιστεί ότι η διοικητική διαδικασία επιβαρύνθηκε, τουλάχιστον εν μέρει, από την παροχή ανακριβών και ελλιπών στοιχείων των ελεγχόμενων επιχειρήσεων του ομίλου C-P και με ευθύνη τους (βλ. ενότητα VIII κατωτέρω)
- Σε κάθε περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, η συνδρομή βλάβης αποτελεί βασική προϋπόθεση για την κήρυξη της ακυρότητας, σε περίπτωση υπέρβασης του εύλογου χρόνου από την αρχή ανταγωνισμού. Πράγματι, όταν δεν αποδεικνύεται ότι η παρέλευση υπερβολικού χρόνου επηρέασε την ικανότητα των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων να αμυνθούν αποτελεσματικά, η μη τήρηση της αρχής της εύλογης προθεσμίας δεν ασκεί επιρροή επί του κύρους της διοικητικής διαδικασίας και, συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η αιτία της προκλήσεως ζημίας δυναμένης να προβληθεί ενώπιον του δικαστή
- Το βάρος απόδειξης ενδεχόμενου ισχυρισμού περί προσβολής των δικαιωμάτων της άμυνας, απορρέουσας από τις δυσχέρειες που αντιμετώπισε να αμυνθεί κατά των αιτιάσεων της Αρχής, ακριβώς λόγω της υπερβολικής διάρκειας της διοικητικής 112 Συναφώς, τόσο κατά την ακροαματική διαδικασία το 2009, όσο και στην παρούσα διαδικασία, οι ελεγχόμενες εταιρίες C-P διατείνονταν ότι η μητρική εταιρία δεν παρακολουθεί, ούτε και ελέγχει το θέμα των παράλληλων εισαγωγών. Ωστόσο, η περαιτέρω έρευνα (σε συνέχεια της προδικαστικής απόφασης) ανέδειξε για πρώτη φορά την άμεση και ενεργό εμπλοκή της μητρικής εταιρίας, αλλά και την ύπαρξη ενός κεντρικού σχεδίου για τον έλεγχο και περιορισμό των παράλληλων εισαγωγών. Για την αξιολόγηση των στοιχείων αυτών, σε συνάρτηση και με τους αντίθετους ισχυρισμούς των ελεγχόμενων, και τη συνακόλουθη σύνταξη της υπ αριθ. πρωτ. 4937/3.7.2014 σχετικής εισήγησης, αλλά και της παρούσας απόφασης, απαιτήθηκε επιπλέον χρόνος. 113 Βλ. ΠΕΚ T-305/94 κλπ, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (PVC II), Συλλ. 1999, σ. II-931, σκ.
- Πλήθος αποφάσεων του ΔικΕΕ επιβεβαιώνουν την ως άνω νομολογία. Βλ. σχετ. ΔΕΕ C- 201/09P ArcelorMittal Luxembourg SA v European Commission και ΔΕΕ C-216/09 P European Commission v ArcelorMittal Luxembourg SA and Others, σκ. 118, ΔΕΕ C-113/04 P Technische Unie BV v Commission of the European Communities, σκ. 60, 61, ΔΕΕ C-167/04 P JCB Service v Commission of the European Communities, σκ. 64, ΠΕΚ T-461/07 Visa Europe Ltd and Visa International Service v European Commission, σκ. 232, ΔΕΕ C-385/07 Der Grüne Punkt - Duales System Deutschland GmbH v Commission of the European Communities. Πέραν, όμως, της ενωσιακής νομολογία, και η εθνική νομολογία συχνά επικαλείται το κριτήριο της βλάβης προκειμένου να κρίνει τη νομιμότητα διαδικαστικών πράξεων της Επιτροπής Ανταγωνισμού : βλ. σχετικά ΣτΕ 2007/2013, ΣτΕ 3882/2010, ΣτΕ 2447/2012, ΣτΕ 2365/2013). 23 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ διαδικασίας, φέρει η επιχείρηση που τον επικαλείται
- Αφηρημένοι και αόριστοι ισχυρισμοί ότι η ελεγχόμενη επιχείρηση δεν μπορεί να αναζητήσει τα αναγκαία για την άμυνά της στοιχεία που ανάγονται σε πολλά χρόνια πριν, δεν μπορούν να αποδείξουν πραγματική προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, η οποία πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με τις ειδικές περιστάσεις που αφορούν σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση
- Καθίσταται, επομένως, σαφές ότι το στοιχείο της βλάβης αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να μπορεί ο διάδικος να θεμελιώσει και να αποδείξει ελάττωμα της προσβαλλόμενης πράξης. Στην υπό κρίση, εντούτοις, περίπτωση οι ελεγχόμενες εταιρίες του ομίλου C-P δεν απέδειξαν την οποιαδήποτε βλάβη ως προς την άσκηση των δικαιωμάτων άμυνάς τους. Τουναντίον, αναφέρονται γενικά και αφηρημένα σε δυσχέρεια προσδιορισμού και συλλογής απαλλακτικών στοιχείων, χωρίς να προσκομίζουν συγκεκριμένα στοιχεία που να στοιχειοθετούν την υποτιθέμενη αυτή προσβολή στην άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας (πολλώ δε μάλλον, ως συνέπεια της επικαλούμενης μη τήρησης της αρχής της εύλογης διάρκειας)
- Δεν θα μπορούσε, άλλωστε, να αποδειχθεί κάτι τέτοιο, δεδομένου ιδίως ότι η στοιχειοθέτηση της εξ αντικειμένου παραβατικής συμπεριφοράς στην υπό κρίση υπόθεση (βλ. ιδίως ενότητες VII.3-VII.7 κατωτέρω) βασίζεται πρωτίστως σε ρητούς όρους με έγγραφο τύπο που περιέχονταν σε συμβάσεις που είχαν συνάψει οι ίδιες και βρίσκονταν στην κατοχή τους (και τους οποίους, μάλιστα, εν μέρει, δεν είχαν προσκομίσει, παρά τη σχετική τους υποχρέωση – βλ. ενότητα VIII κατωτέρω περί παροχής ανακριβών και ελλιπών στοιχείων – ή/και προέκυψαν κατά τη διενέργεια της περαιτέρω έρευνας μετά το 2009), αλλά, κρισίμως, και σε εσωτερικά ηλεκτρονικά αρχεία της ίδιας της C-P που βρίσκονταν και πάλι στην κατοχή της (και τα οποία, μάλιστα, εντοπίστηκαν κατά πρώτον από την Επιτροπή με τον επιτόπιο έλεγχο που διενεργήθηκε το 2014, παρότι αφορούσαν σε πρακτικές της C-P που έλαβαν χώρα πολλά χρόνια πριν – γεγονός που παρεμπιπτόντως καταρρίπτει ευθέως και τον αόριστο ισχυρισμό των ελεγχόμενων εταιριών C-P περί δήθεν δυσχέρειας συγκέντρωσης απαλλακτικών στοιχείων λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος). Το μόνο άλλο επιχείρημα της C-P που ενδεχομένως σχετίζεται με την άσκηση δικαιωμάτων άμυνας αφορά στην υποτιθέμενη αδυναμία της να προσδιορίσει με ακρίβεια, στη βάση των ερωτηματολογίων που έστελνε η υπηρεσία κατά το στάδιο διερεύνησης της υπόθεσης, το βαθμό έκθεσής της σε τυχόν διαπίστωση παράβασης και επιβολής προστίμων. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, το εν λόγω επιχείρημα προβάλλεται αλυσιτελώς, δεδομένου ότι αναφέρεται σε χρονική περίοδο πριν τη σύνταξη και κοινοποίηση εισήγησης, πριν δηλαδή αποκρυσταλλωθεί η ίδια η άποψη της υπηρεσίας ως προς τη πιθανολόγηση ή μη παράβασης, ενώ κανένα 114 Βλ. σχετ. ΔΕΚ C-113/04 P, Technische Unie κατά Επιτροπής, Συλλ. 2006, σελ. I-8831, σκ. 61, ΠΕΚ Τ- 405/06, ArcelorMittal κατά Επιτροπής, Συλλ.2009, σελ. ΙΙ-789, σκ.
- 115 Βλ. σχετ. ΣτΕ 375/2010, σκ. 19 και Τ- 60/05, UFEX κλπ κατά Επιτροπής, Συλλ. 2007, σ. ΙΙ-3397, σκ. 56-57 και νομολογία στην οποία παραπέμπει. Κατά πάγια νομολογία, για να αποδειχθεί προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, περιλαμβανομένης της προσβολής λόγω της υπερβολικής διάρκειας του ερευνητικού σταδίου, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η δυνατότητα της επιχείρησης να αντικρούσει τις αιτιάσεις της αρχής ανταγωνισμού όντως περιορίστηκε για λόγους που οφείλονται στο γεγονός ότι το πρώτο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας ήταν χωρίς εύλογη αιτία μακρό. Βλ. ενδεικτικά και ΔΕφΑθ 3793/2012, σκ.
- 116 Βλ. Υπόμνημα C-P, σελ.
- 24 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ τέτοιο «δικαίωμα άμυνας» (προηγούμενης ακρόασης ή άλλως) δεν απορρέει από την κείμενη νομοθεσία και νομολογία.
- Συμπερασματικά, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση τυχόν παρέλευσης υπερβολικού χρόνου κατά τα προαναφερθέντα. Αλλά ακόμη κι αν ήθελε υποτεθεί ότι παραβιάσθηκε εν προκειμένω η εύλογη διάρκεια της διαδικασίας για οποιονδήποτε λόγο, κάτι που όπως προαναφέρθηκε δεν ισχύει, τούτο δεν είχε καμία δυσμενή επίπτωση στην ικανότητα των ελεγχόμενων επιχειρήσεων C-P να αμυνθούν (ιδίως για τους συγκεκριμένους λόγους που προαναφέρθηκαν και αφορούν, πρωτίστως, στη φύση των αποδεικτικών στοιχείων που στοιχειοθετούν τη συγκεκριμένη παράβαση). III.3 Κατά χρόνο αναρμοδιότητα προς επιβολή προστίμου - Ένσταση παραγραφής
- Περαιτέρω, στα υπομνήματά της και στη συζήτηση ενώπιον της Επιτροπής οι ελεγχόμενες επιχειρήσεις του ομίλου C-P, ισχυρίστηκαν ότι, δεδομένου του χρόνου παύσης της παράβασης το 2008, έχει εντωμεταξύ παραγραφεί η εξουσία της Επιτροπής να επιβάλει πρόστιμο ή άλλως έχει εκπνεύσει η κρίσιμη για την αξιολόγηση του επίκαιρου της δράσης της διοίκησης πενταετία
- Ο εν λόγω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, με βάση τα άρθρα 42 και ιδίως 50 παρ. 6 ν. 3959/2011, προκειμένου για υποθέσεις που έχουν αποτελέσει αντικείμενο καταγγελίας ή αυτεπάγγελτης έρευνας ή αιτήματος έρευνας του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας πριν τη θέσπιση του ν. 3959/2011, δεν νοείται παραγραφή της εξουσίας επιβολής προστίμων (και δη πενταετής παραγραφή που υπολαμβάνουν τα μέρη). Καθίσταται, δηλαδή, σαφές ότι ο ν. 703/1977, αλλά και ο ν. 3959/2011, ουδεμία προθεσμία ή παραγραφή, και δη πενταετή, προέβλεψαν για την άσκηση της εποπτικής και κυρωτικής αρμοδιότητας της Επιτροπής Ανταγωνισμού ως προς τις συγκεκριμένες αυτές υποθέσεις
- Πιο συγκεκριμένα:
- Κατά πρώτον, ο ν. 703/1977, όπως ίσχυε, δεν προέβλεπε ουδεμία προθεσμία παραγραφής (και δεν υπάρχει, ως προς το σημείο αυτό, κανένα κενό δικαίου). Περαιτέρω, ακόμη και μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 3959/2011, ο οποίος θέσπισε για πρώτη φορά τη δυνατότητα παραγραφής ως προς την επιβολή κυρώσεων (άρθρο 42), ο νομοθέτης πρόβλεψε, με ρητή μεταβατική διάταξη (άρθρο 50, παράγραφος 6), ότι η σχετική παραγραφή δεν καταλαμβάνει τις παραβάσεις που έχουν τελεστεί πριν την έναρξη ισχύος του ν. 3959/2011 και έχουν αποτελέσει αντικείμενο αυτεπάγγελτης έρευνας, όπως η προκειμένη περίπτωση. Η γραμματική, τελολογική και συστηματική ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων δεν καταλείπει αμφιβολία ως προς το προϊσχύον νομικό καθεστώς (ανυπαρξία 117 Βλ. Υπόμνημα C-P, σελ. 5-
- Βλ. επίσης Υπόμνημα ΜΑΚΡΟ, σελ. 2επ, Υπόμνημα ΑΒ, σημ. 6.20 επ. και Υπόμνημα ΠΕΝΤΕ, σελ. 34 επ. Επισημαίνεται, ότι οι επικαλούμενες διατάξεις (άρθρο 42 ν. 3959/2011, όπως άλλωστε ισχύει και στο ενωσιακό δίκαιο) δεν αναφέρονται σε ενδεχόμενη παραγραφή των όποιων τυχόν παραβάσεων έχουν διαπραχθεί, αλλά μόνον σε ενδεχόμενη παραγραφή της εξουσίας επιβολής προστίμων για τις διαπραχθείσες αυτές παραβάσεις – γεγονός που δεν αμφισβητούν τα εμπλεκόμενα μέρη. Εν προκειμένω, ωστόσο, ούτε και η αρμοδιότητα αυτή της Επιτροπής για την επιβολή προστίμων έχει υποπέσει σε παραγραφή για τους λόγους που αναφέρονται κατωτέρω. 118 Σημειώνεται ότι στο προϊσχύσαν νομοθετικό πλαίσιο του ν.703/77, δεν περιλαμβάνονταν διατάξεις αναφορικά με το ζήτημα της παραγραφής. 25 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ παραγραφής), ούτε και ως προς τη βούληση του νομοθέτη για τη ρύθμιση των εκκρεμών, ενώπιον της Επιτροπής, υποθέσεων. Συνεπώς, η εξουσία της Επιτροπής για την επιβολή προστίμου στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει υποπέσει σε ουδεμία παραγραφή, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις.
- Εξάλλου, ούτε και από τις γενικές αρχές / διατάξεις του διοικητικού δικαίου μπορεί να συναχθεί άνευ έτερου ότι μια διοικητική αρχή δεν έχει τη δυνατότητα επιβολής κύρωσης μετά την παρέλευσης πενταετίας. Άλλωστε, απόλυτος χρονικός περιορισμός συνδεόμενος με την πενταετία δεν προκύπτει ούτε και από την υποχρέωση της διοίκησης να δρα εντός εύλογου χρόνου. Και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο εύλογος χρόνος αποτελεί ζήτημα που κρίνεται κατά περίπτωση, συνεκτιμώμενου του είδους της εκάστοτε διαπιστούμενης παράβασης, της πολυπλοκότητας των πραγματικών περιστατικών και του πλήθους των διερευνητέων στοιχείων κ.αλ119 (βλ. ανάλυση ανωτέρω). Επομένως, με βάση τα ειδικότερα χαρακτηριστικά μιας περίπτωσης είναι δυνατή η επιβολή κύρωσης ακόμα και μετά την παρέλευση τυχόν πενταετίας
- Προς την ίδια κατεύθυνση προβάλλονται, επίσης, επιχειρήματα που συνδέονται με λόγους δημοσίου συμφέροντος, όπως η διαφύλαξη της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς και η προστασία του επενδυτικού κοινού
- Συνεπώς, γίνεται πλέον δεκτό ότι σε περιπτώσεις, ως η προκείμενη, και για λόγους που συνδέονται με το δημόσιο συμφέρον, δεν τίθεται θέμα παραγραφής και κατά χρόνο αναρμοδιότητας βάσει γενικών αρχών / διατάξεων
- Σημειωτέον, ότι ούτε και η ενδεχόμενη επίκληση του άρθρου 25 του Κανονισμού 1/2003 (αναφορικά με την προθεσμία παραγραφής των εξουσιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την επιβολή προστίμων) αναιρεί τις ως άνω διαπιστώσεις. Και τούτο, διότι οι επικαλούμενες αυτές διατάξεις ρητώς αναφέρονται, αποκλειστικά και μόνον, στις σχετικές εξουσίες που έχουν ανατεθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, και όχι σε εκείνες των εθνικών αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών (ακόμη και στην περίπτωση που οι τελευταίες εφαρμόζουν παράλληλα εθνικό και ενωσιακό δίκαιο του ανταγωνισμού). Η όποια τυχόν ρύθμιση θεμάτων παραγραφής ή/και κατά χρόνο αναρμοδιότητας διέπεται από την αρχή της διαδικαστικής και δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών
- Πράγματι, η αρχή της αυτονομίας των κρατών μελών επί διαδικαστικών θεμάτων διέπει και τις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα δικαστήρια ή/και οι διοικητικές αρχές των κρατών μελών καλούνται να εφαρμόσουν το δίκαιο της Ένωσης, όπως και στην προκειμένη περίπτωση
- Κατά συνέπεια, και δεδομένων των εθνικών 119 Βλ. αντί πολλών ΔΕφΑθ 3793/2012 και ΔΕφΑθ 1227/
- Βλ. ΔΕφΑθ 2410/2009, σκ.23 και ΔΕφΑθ 2595/
- 121 Βλ. ΔΕφΑθ 3831/2013 και ΔΕφΑθ 3356/
- Βλ. επίσης και ΣτΕ 3915-3918/
- 122 Οι έννοιες της παραγραφής και της κατά χρόνο αρμοδιότητας διαπλέκονται, καθώς η κατά χρόνο αρμοδιότητα μπορεί να θεωρηθεί σύστοιχο της παραγραφής. Έτσι, επί παραγεγραμμένης παράβασης η Επιτροπή δεν έχει κατά χρόνο αρμοδιότητα να επιβάλλει κύρωση. Ωστόσο, ναι μεν η παραγραφή αποτελεί λόγο περιορισμού της κατά χρόνο αρμοδιότητας της επιτροπής, το αντίστροφο όμως δεν ισχύει για προφανείς λόγους επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος αναγομένους στην ομαλή λειτουργία της αγοράς: βλ. σχετ. ΣτΕ 3262/2011, σκ. 8, καθώς και ΣτΕ 3915-18/2011 και ΣτΕ 440/
- 123 Βλ. ενδεικτικά ΔΕφΑθ 3793/2012, σκ.
- 124 O εθνικός νομοθέτης στις υποθέσεις δικαίου του ανταγωνισμού είναι ελεύθερος να καθορίσει χρόνο παραγραφής διαφορετικό από τον καθοριζόμενο στο ενωσιακό δίκαιο, χωρίς τούτο να αντίκειται στη 120 26 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ διαδικαστικών ρυθμίσεων που προαναφέρθηκαν, η αρμοδιότητα της Επιτροπής Ανταγωνισμού να επιβάλει πρόστιμα για τη διαπιστωθείσα παράβαση, όχι μόνον των εθνικών, αλλά και των ενωσιακών διατάξεων του ανταγωνισμού (101 ΣΛΕΕ), δεν έχει παραγραφεί, και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι.
- Συναφώς, και ενόψει των ανωτέρω, έχει κριθεί σε συναφή υπόθεση ανταγωνισμού ότι δεν τίθεται θέμα παραγραφής, δεδομένου ότι η Επιτροπή Ανταγωνισμού διέπεται από το εθνικό ρυθμιστικό πλαίσιο (το οποίο και δεν προέβλεπε την επίμαχη χρονική περίοδο σχετική ρύθμιση περί παραγραφής)
- Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι εφαρμόζονται οι διατάξεις περί παραγραφής του άρθρου 42 ν. 3959/2011, δεν τίθεται εν προκειμένω περίπτωση παραγραφής της εξουσίας της Αρχής να επιβάλει πρόστιμο, αφενός λόγω του ενιαίου και διαρκούς της παράβασης, και αφετέρου λόγω των πολλαπλών, διακοπτικών της παραγραφής, γεγονότων που έχουν μεσολαβήσει (τόσο πριν, όσο και μετά την έκδοση της προδικαστικής απόφασης του 2009). Συγκεκριμένα, πρόκειται για διαρκή παράβαση που εκτείνεται από το 1999 έως το 2008 (βλ. ενότητα IX.5 κατωτέρω), ενώ δεν έχει παρέλθει πενταετία από την τεκμαιρόμενη λήξη της
(2008)έως και το πρώτο μέτρο έρευνας ή άλλη διαδικαστική πράξη προς διερεύνησής της, ούτε και μεταξύ των διαδοχικών μέτρων έρευνας ή άλλων διαδικαστικών πράξεων που ακολούθησαν. Εξάλλου, η διενέργεια πολλαπλών και διαδοχικών ερευνητικών πράξεων μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 453/V/2009 προδικαστικής απόφασης (ενδεικτικά, διαδοχικές επιστολές για παροχή στοιχείων, διενέργεια επιτόπιου ελέγχου, κλήρωση υπόθεσης, κοινοποίησης νέας εισήγησης), ειδικότερα κατά τα έτη 2011, 2013 και 2014 (βλ. ενδεικτικά ενότητα Ι ανωτέρω), την οποία επικαλείται και η ίδια η C-P προς απόδειξη του ισχυρισμού της περί (δήθεν) παραβίασης της εύλογης διάρκειας της διοικητικής διαδικασίας, καταδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω το οποιοδήποτε ζήτημα παραγραφής ως προς την επιβολή προστίμου (ακόμη κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι υπήρχε τέτοια δυνατότητα παραγραφής υπό το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο στην υπό κρίση υπόθεση, γεγονός που η Επιτροπή απορρίπτει κατά τα προεκτεθέντα), δεδομένου ότι μια τέτοια παραγραφή θα είχε ούτως ή άλλως διακοπεί από τις πράξεις που διενήργησε η Επιτροπή και μνημονεύονται, ενδεικτικά, στο άρθρο 42 παρ. 3 του ν. 3959/2011 (το οποίο και πάλι επικαλείται η ίδια η C-P). γενική αρχή ασφάλειας δικαίου (και δη σε περιπτώσεις που προθεσμία παραγραφής δεν έχει καθοριστεί εκ των προτέρων), το δε ενωσιακό δίκαιο στις περιπτώσεις αυτές δεν μπορεί να εφαρμοσθεί ούτε και αναλογικά (βλ. ενδεικτικά ΠΕΚ Τ- 38/02, Groupe Danone κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σκ. 352 επ. (και στην προγενέστερη πάγια νομολογία στην οποία παραπέμπει), καθώς και σχετ. ΔΕΕ C-201/10 και C-202/10 Ze Fu Fleischhandel GmbH και Vion Trading GmbH κατά Hauptzollamt Hamburg-Jonas, σκ. 32επ. καθώς και Competition Court of Appeal, Quarmby Construction Company Limited, St James Securities Holdings Limited v Office of Fair Trading [2011] WL 1151032). Τούτο δε για δύο κυρίως λόγους: πρώτον, επειδή αναλογική εφαρμογή διατάξεων κανονισμών από απόψεως ενωσιακού δικαίου δεν είναι επιτρεπτή, απουσία κενού δικαίου, λόγω του ειδικού τρόπου θέσπισης των συγκεκριμένων κανόνων δικαίου. Δεύτερον, επειδή ο καθορισμός μακρότερων προθεσμιών παραγραφής στο εθνικό δίκαιο είναι απόλυτα σύμφωνος με την αρχή της αποτελεσματικότητας των ενωσιακών ρυθμίσεων. 125 Βλ. ΔΕφΑθ 3807/2014, σκ.
- 27 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ III.4 Ακυρότητα διαδικασίας λόγω κακής συγκρότησης Ε.Α.
- Οι επιχειρήσεις του ομίλου C-P Ελλάδος πρόβαλαν, επίσης, ένσταση ακυρότητας της διαδικασίας (και ειδικότερα, συγκεκριμένων μέτρων έρευνας και προπαρασκευαστικών πράξεων κατά την προδικασία), λόγω κακής συγκρότησης της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Και τούτο, διότι ο μη διορισμός ενός ΕισηγητήΜέλους, στη θέση Εισηγητή-Μέλους που ακολούθως επελέγη και διορίστηκε Αντιπρόεδρος της Αρχής, καθιστά – κατά την εκτίμησή τους πάντοτε – πλημμελή τη συγκρότηση του συλλογικού οργάνου (το οποίο αποτελείτο για ορισμένη χρονική περίοδο από επτά μόνο μέλη, αντί των οκτώ που όριζε ο νόμος)
- Εντούτοις, όπως έχει ήδη κριθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας αναφορικά με τον ίδιο προβαλλόμενο λόγο127 σε άλλες υποθέσεις, ο εν λόγω ισχυρσιμός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα, από το σύνολο των σχετικών διατάξεων (ιδίως άρθρο 12 παρ. 2 και 3, άρθρο 15 παρ. 7 και άρθρο 50 ν. 3959/2011) προκύπτει ότι ο νομοθέτης κατέστρωσε ένα προστατευτικό της απρόσκοπτης λειτουργίας της Επιτροπής πλέγμα διατάξεων που προέβλεψε τη μερική ανασυγκρότηση της Επιτροπής κατά το στάδιο μετάβασης από το καθεστώς του ν. 703/1977 σε αυτό του 3959/2011, κλιμακωτή θητεία των μελών και συνέχεια του συλλογικού οργάνου σε περίπτωση θανάτου/ παραίτησης/έκπτωσης κάποιου μέλους. Κατά συνέπεια, η προφανής συστηματική και τελολογική ανάγνωση των προστατευτικών της απρόσκοπτης λειτουργίας της Επιτροπής διατάξεων του ν. 3959/2011 καταλάμβανε και την προκείμενη περίπτωση «κενού στη συγκρότηση», το οποίο επικαλούνται οι ελεγχόμενες εταιρίες C-P στα υπομνήματά τους. Ουδέν ζήτημα, λοιπόν, ανακύπτει ως προς τη συγκρότηση της Ε.Α. και η σχετική ένσταση θα πρέπει να απορριφθεί. IV ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ
- Ο όμιλος C-P παράγει και εμπορεύεται απορρυπαντικά προϊόντα ρούχων και πιάτων, μαλακτικών για τα ρούχα, καθαριστικών προϊόντων, καλλυντικά και προϊόντα για την ατομική (στοματική) υγιεινή. IV.1 Σχετική Αγορά Προϊόντων
- Η σχετική αγορά προϊόντων περιλαμβάνει το προϊόν ή τα προϊόντα που αφορούν στην υπό εξέταση περίπτωση καθώς και όλα τα προϊόντα που θεωρούνται εναλλάξιμα ή δυνάμενα να υποκατασταθούν μεταξύ τους είτε από πλευράς ζήτησης ή από πλευρά προσφοράς (demand or supply substitution) λόγω των ιδιοτήτων, της τιμής τους και της χρήσης για την οποία προορίζονται, των οποίων η διαθεσιμότητα (ή δυνητική διαθεσιμότητα) εμποδίζει τις υπό εξέταση επιχειρήσεις να αυξήσουν την τιμή τους κατά ένα μικρό αλλά σημαντικό ποσοστό 126 Βλ. Υπόμνημα C-P, σελ. 12-
- Βλ. ΣτΕ 4448/2014, όπου κρίθηκε ακριβώς το ίδιο ζήτημα. Πιο συγκεκριμένα, με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι: «... και σε περίπτωση, όπως η κρινόμενη, που μέλος της Επιτροπής (εισηγητής) ορίσθηκε ως Αντιπρόεδρος, κατά δε τον τρόπο αυτό κενώθηκε η θέση του, δεν υφίσταται πλημμελής συγκρότηση αυτής, ανεξαρτήτως του κατά πόσο ορίσθηκε άλλος στην κενωθείσα θέση. Συνεπώς, η πιο πάνω κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης δεν αιτιολογείται νομίμως, όπως βασίμως προβάλλεται, η δε κρινόμενη αίτηση θα πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση...». 127 28 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα
- Η υποκατάσταση από την πλευρά της ζήτησης αποτελεί το πλέον άμεσο και αποτελεσματικό μέσο ελέγχου των προμηθευτών ενός δεδομένου προϊόντος, ιδίως όσον αφορά τις αποφάσεις τους για τον καθορισμό των τιμών
- Με βάση τα στοιχεία του φακέλου, και λαμβάνοντας υπόψη προηγούμενες αποφάσεις της ΕΑ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στην υπό κρίση υπόθεση μπορεί να οριοθετηθούν οι ακόλουθες επιμέρους σχετικές αγορές προϊόντων: Αγορά των απορρυπαντικών/καθαριστικών οικιακής χρήσης (εφεξής αναφερόμενα και συνολικά ως απορρυπαντικά) i. Απορρυπαντικών ρούχων για πλύσιμο στο χέρι (περιλαμβάνει προϊόντα υψηλού αφρισμού, προϊόντα για μάλλινα, μεταξωτά, μαύρα ρούχα, για λευκά, απορρυπαντικά με σαπούνι Μασσαλίας). ii. Μαλακτικών ρούχων (περιλαμβάνονται και τα μαλακτικά σε μορφή ταμπλέτας ενώ δεν περιλαμβάνονται προϊόντα που χρησιμοποιούνται στο σιδέρωμα). iii. Απορρυπαντικών πιάτων και σκευών για πλύσιμο στο χέρι. iv. Προϊόντων καθαρισμού για γυάλινες επιφάνειες / τζάμια. v. Λοιπών προϊόντων καθαρισμού σπιτιού μεγάλων επιφανειών και γενικής χρήσης (περιλαμβάνονται τα πολυκαθαριστικά προϊόντα, προϊόντα καθαρισμού επιφανειών, προϊόντα φροντίδας τουαλέτας, χλώρια και άλλα αντισηπτικά για το σπίτι, κ.λπ.130)
- Καλλυντικά και προϊόντα ατομικής υγιεινής ευρείας διανομής (εφεξής αναφερόμενα συνολικά και ως καλλυντικά): i. Αγορά προϊόντων περιποίησης μαλλιών (σαμπουάν) ii. Αγορά προϊόντων υγιεινής (καθαρισμού) σώματος (αφρόλουτρα και αφροντούς) iii. Αγορά αποσμητικών σώματος iv. Αγορά προϊόντων αφρού ξυρίσματος v. Αγορά προϊόντων σαπώνων: α) σε στερεή και β) σε υγρή μορφή vi. Αγορά προϊόντων στοματικής υγιεινής α) Επιμέρους αγορά οδοντόκρεμας β) Επιμέρους αγορά στοματικού διαλύματος γ) Επιμέρους αγορά οδοντόβουρτσας 128 Βλ. ενδεικτικά Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον ορισμό της σχετικής αγοράς (97/C 372/03), σημ. 13-14, καθώς και ΓενΔΕΕ Τ-177/04 EasyJet κατά Επιτροπής, Συλλ. [2006], σελ. ΙΙ1931, σκ.
- 129 Βλ. οπ.π. σχετικά ΕΕL C 372, 9.12.1997, σελ.
- 130 Βλ. σχετικά και μερίδια αγορών, Ενότητα IV.
- 131 Η εν λόγω αγορά δύναται να διαιρεθεί και σε περαιτέρω υποκατηγορίες, όμως η Υπηρεσία εκτιμά ότι τυχόν περαιτέρω κατηγοριοποίηση δεν θα μετέβαλλε την αξιολόγηση της παρούσας υπόθεσης. 29 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ IV.2 Γεωγραφική οριοθέτηση αγορών
- Σύμφωνα με τα στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνα της ΓΔΑ, τα προϊόντα των βασικών ανταγωνιστριών επιχειρήσεων στην αγορά απορρυπαντικών/ καθαριστικών και καλλυντικών και προϊόντων ατομικής υγιεινής προσφέρονται στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας υπό επαρκώς ομοιογενείς συνθήκες ανταγωνισμού (η εμπορική πολιτική των εταιριών καθώς και οι καταναλωτικές συνήθειες δεν διαφοροποιούνται με βάση γεωγραφικά κριτήρια). Ως εκ τούτου η ΓΔΑ καταλήγει ότι ως σχετική γεωγραφική αγορά θα πρέπει να θεωρηθεί το σύνολο της ελληνικής επικράτειας. Περαιτέρω, από σχετικές έρευνες, αλλά και σύμφωνα με σχετικές αποφάσεις τόσο της ΕΑ όσο και της Ε.Επ, προέκυψε ότι οι συνθήκες προσφοράς και οι ανταγωνιστές των ελεγχόμενων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στις εν λόγω προϊοντικές αγορές, όπως και οι προτιμήσεις καταναλωτών, δύναται να διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών σε ορισμένες από τις σχετικές αγορές στην προκειμένη υπόθεση. Περαιτέρω, η διαπραγμάτευση της εμπορικής πολιτικής των σημαντικότερων προμηθευτών με τους πελάτες τους λαμβάνει χώρα σε εθνικό επίπεδο. Συνεπώς, ως σχετική γεωγραφική αγορά στην υπό κρίση υπόθεση ορίζεται το σύνολο της ελληνικής επικράτειας. IV.3 Μερίδια Αγοράς – Δομή και χαρακτηριστικά σχετικών αγορών
- Τα μερίδια του ομίλου C-P και των βασικότερων ανταγωνιστών τους για κάθε επιμέρους σχετική προϊόντική αγορά, καθώς και η εξέλιξή τους διαχρονικά για τα έτη 2000-2010, σύμφωνα με εκτιμήσεις της ίδιας της εταιρίας 132 είναι τα κάτωθι: IV.3.1 Μερίδια Αγοράς στις αγορές απορρυπαντικών – καθαριστικών οικιακής χρήσης Πίνακας 3: Μερίδια σχετικών αγορών απορρυπαντικών / καθαριστικών οικιακής χρήσης Έτος Απορρυπαντικά ρούχων για πλύσιμο στο χέρι Μαλακτικά ρούχων Απορρυπαντικά πιάτων & σκευών για πλύσιμο στο χέρι Λοιπά προϊόντα καθαρισμού μεγάλων επιφανειών & γενικής χρήσης Προϊόντα καθαρισμού γυάλινων επιφανειών (τζάμια, καθρέπτες) 2000 [15-25]% [35-45]% [15-25]% μ/δ [65-75]% 2001 μ/δ [35-45]% [15-25]% μ/δ [55-65]% 2002 μ/δ [35-45]% [15-25]% μ/δ [65-75]% 2003 μ/δ [35-45]% [15-25]% [25-35]% [65-75]% 2004 μ/δ [35-45]% [15-25]% [25-35]% [65-75]% 2005 μ/δ [35-45]% [15-25]% [25-35]% [65-75]% 2006 μ/δ [25-35]% [15-25]% [25-35]% [55-65]% 2007 μ/δ [25-35]% [15-25]% μ/δ [65-75]% 2008 μ/δ [35-45]% [15-25]% μ/δ [65-75]% 2009 μ/δ [35-45]% [15-25]% μ/δ [65-75]% [5-10]% [25-35]% [10-15]% Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων C-P από τη ΓΔΑ μ/δ [65-75]% 2010 132 Βλ. τις υπ’ αριθ. πρωτ. 6688/24.10.2005, 5080/7.9.2007 7521/30.09.2013, 7522/30.09.2013, 8876 και 8877/12.11.2013, 3580 και 3581/19.5.2014 επιστολές των εταιριών C-P. 30 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ IV.3.2 Μερίδια Αγοράς στις αγορές καλλυντικών – προϊόντων ατομικής υγιεινής ευρείας διανομής Πίνακας 4: Μερίδια σχετικών αγορών καλλυντικών και ειδών ατομικής υγιεινής ευρείας διανομής Έτος Προϊόντα περιποίησ ης μαλλιών (σαμπουάν) Προϊόντα υγιεινής /καθαρισμού σώματος (αφρόλουτρα & αφροντούς) Αποσμ ητικά σώματ ος Αφρός ξυρίσμα-τος Σαπούνια σε στερεή μορφή Σαπούνια σε υγρή μορφή Στοματικό διάλυμα Οδοντόκρεμες Οδοντόβουρτσες 2000 [5-10]% [15-25]% [25-35]% μ/δ [35-45]% [10-15]% 2001 [5-10]% [15-25]% 25-35]% μ/δ [35-45]% [10-15]% 2002 [10-15]% [15-25]% [25-35]% μ/δ [35-45]% [10-15]% [35-45]% [10-15]% 2003 [10-15]% [10-15]% [25-35]% μ/δ 2004 10-15]% [10-15]% [25-35]% μ/δ [35-45]% [15-25]% [10-15]% [25-35]% [10-15]% [35-45]% [15-25]% 2005 […]* [10-15]% […]* [0-10]%** 2006 [10-15]% [15-25]% [25-35]% [35-45]% [15-25]% 2007 [10-15]% [15-25]% [25-35]% [35-45]% [15-25]% 2008 [15-25]% [15-25]% [25-35]% [35-45]% [15-25]% 2009 [15-25]% [10-15]% [15-25]% [35-45]% [15-25]% 2010 [15-25]% [15-25]% [15-25]% [45-55]% [15-25]% Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων C-P από τη ΓΔΑ *[…] **Από την υπόθεση M. 3732 της Ε.Επ.
- Με βάση τα εν λόγω στοιχεία, στην υπό-αγορά προϊόντων καθαρισμού για γυάλινες επιφάνειες (τζάμια, καθρέπτες) τα μερίδια αγοράς των εταιριών C-P, καθ’ όλη την περίοδο αναφοράς, υπερβαίνουν διαρκώς το […] σε όρους αξίας, και επομένως οι εταιρίες C-P προκύπτει ότι – με όρους μεριδίου αγοράς και συνακόλουθα τεκμήρια της εθνικής και ενωσιακής νομολογίας – κατέχουν δεσπόζουσα θέση στην εν λόγω σχετική αγορά. Περαιτέρω, ο όμιλος C-P παρουσιάζει σημαντικά μερίδια και ισχυρά σήματα και σε άλλες επιμέρους αγορές, και ειδικότερα κατέχει: α) την […] θέση σε τρεις επιπλέον αγορές στις οποίες δραστηριοποιείται (μαλακτικά ρούχων, σαπούνια σε υγρή μορφή, οδοντόκρεμες) και β) τη […] ή […] θέση σε επιπλέον αγορές στις οποίες δραστηριοποιείται (απορρυπαντικά πιάτων για πλύσιμο στο χέρι, λοιπά προϊόντα καθαρισμού μεγάλων επιφανειών και γενικής χρήσης, οδοντόβουρτσες, αφρόλουτρα και σαπούνια σε στερεή μορφή)
- IV.3.3 Εμπορικό σήμα (brand name)
- Η καθιέρωση σήματος είναι ιδιαίτερα σημαντική στις αγορές που αφορά η παρούσα υπόθεση134, όπως προκύπτει και από εσωτερικά έγγραφα της 133 Βλ. και σχετικό έγγραφο Ε91, με τίτλο «Ανταγωνιστική Θέση» για το έτος
- Σύμφωνα με την περιοδική έκδοση Σελφ Σερβις (Ιούνιος 2011) τρία από τα προϊόντα του ομίλου CP εμφανίζονται στον κατάλογο με τα αναφερόμενα ως «Τα Top 50 brands της ελληνικής αγοράς το 2010», και συγκεκριμένα τα: οδοντόκρεμα Colgate (36η θέση), μαλακτικό ρούχων Soupline (39η θέση) και καθαριστικά Azax (47η θέση) 134 31 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ελεγχόμενης
- Μάλιστα, σύμφωνα με εκτιμήσεις της ίδιας της C-P ABEE, το γεγονός αυτό την καθιστά ιδανικό στόχο παράλληλων εισαγωγών
- Ειδικά στα προϊόντα καθαρισμού γυάλινων επιφανειών), σύμφωνα με μετρήσεις της Nielsen137 το έτος 2003, η σταθμισμένη διανομή (weighted distribution)138 των καθαριστικών τζαμιών (σήμα AZAX) ήταν ιδιαίτερα υψηλή και ανέρχοταν σε […]%. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι ο καταναλωτής μπορούσε να βρει τα προϊόντα αυτά σχεδόν σε όλα τα καταστήματα. Σε άλλη έρευνα που διενήργησε η C-P ΑΒΕΕ στους ιδιοκτήτες μικρών καταστημάτων139 και συγκεκριμένα σε ερώτηση που έθεσε σχετικά με το ποια προϊόντα της εταιρίας C-P ΑΒΕΕ περιμένει να βρει ο αγοραστής σε ένα μικρό παραδοσιακό κατάστημα, η συντριπτική πλειοψηφία των ερωτηθέντων (ποσοστό […]%) απάντησαν τα καθαριστικά τζαμιών «AZAX». Το γεγονός αυτό καταδεικνύει τη σημασία του εν λόγω προϊόντος, ακόμα και για τα μικρά σημεία πώλησης. Σύμφωνα δε με έρευνα της C-P ΜΕΠΕ στην Ελλάδα το έτος 2008140 το καθαριστικό τζαμιών «AZAX» είναι «ΤΟ» καθαριστικό τζαμιών («THE» glass cleaner), αναγνωρίσιμο από όλους ([…]% αναγνωρισιμότητα) και χρησιμοποιούμενο σχεδόν από όλους ([…]%), όντας το κύριο προϊόν για το […]% των νοικοκυριών. Με βάση τη δύναμη και την αναγνωρισιμότητα του σήματος, η C-P διεκδικούσε στην υποκατηγορία αυτή τουλάχιστον […] μερίδιου ραφιού
- Σύμφωνα με μετρήσεις της C-P ΜΕΠΕ142 για την κατηγορία καθαριστικών τζαμιών και τον τρόπο παρουσίασής της στο ράφι, για το έτος 2007, το μερίδιο κωδικολογίου της («% SKUs») ήταν […]% ενώ το μερίδιο προσώπων της στο ράφι («% facings») ήταν αντίστοιχα […]
- Τα αντίστοιχα ποσοστά των καθαριστικών τζαμιών της εν λόγω εταιρίας ανά μεγάλη αλυσίδα σούπερ μάρκετ, κυμαίνονται (min-max) για το μερίδιο κωδικολογίου από […]% […] έως […]% ([…]) και για το μερίδιο προσώπων στο ράφι από […]% ([…]) έως […]% ([…]). IV.3.4 Δυνητικός Ανταγωνισμός – Εμπόδια Εισόδου
- Αναφορικά με τη δυνατότητα εισόδου νέων επιχειρήσεων144 στις επιμέρους σχετικές αγορές οι εταιρίες C-P ΑΒΕΕ και C-P ΜΕΠΕ υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχουν σημαντικά εμπόδια εισόδου, πέραν του ύψους της επένδυσης για δίκτυο διανομής και της διαφήμισης / προώθησης, ενώ το κόστος εγκατάστασης παραγωγικής μονάδας μπορεί κάλλιστα να αποφευχθεί με τη σύναψη συμφωνιών 135 Βλ. σχετικά το υπ’ αριθ. πρωτ. 6688/24.10.2005, Βλ. σχετικό Ε28: ηλεκτρονικό μήνυμα του […], της 10.6.2004), όπου επισημαίνεται ότι «… γ) «Η Colgate αποτελεί τον ιδανικό στόχο για παράλληλο εμπόριο καθώς έχει i) ισχυρά σήματα και ηγετική θέση στην αγορά …» 137 Σχετικό Ε129, Nielsen Retail Data, Weighted Distribution, Total Greece Food. 138 Η σταθμισμένη διανομή είναι το ποσοστό του κύκλου εργασιών που έχουν τα σημεία πωλήσεως (από τα οποία διαθέτει η επιχείρηση τα προϊόντα της) στο σύνολο του κύκλου εργασιών των σχετικών με τα προϊόντα σημείων πωλήσεως που υπάρχουν στην αγορά. Εν γένει η σταθμισμένη διανομή θεωρείται το σημαντικότερο κριτήριο του εύρους του δικτύου διανομής μιας εταιρίας. 139 Σχετικό Ε
- 140 Σχετικό Ε
- 141 Σχετικό Ε126 142 Σχετικό Ε
- 143 Τα προαναφερθέντα ποσοστά έχουν υπολογιστεί στο σύνολο της αγοράς οργανωμένου λιανεμπορίου (μεγάλα σούπερ μάρκετ, μικρά καταστήματα κ.λπ.). 144 Βλ. σχετικά ενδεικτικά τις υπ’ αριθ. πρωτ. 1900 και 1901/28.3.2011 και Πρακτικά Ε.Α. 136 32 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ προμήθειας από πηγές εσωτερικού ή εξωτερικού
- Ωστόσο, τα εν λόγω κόστη είναι συγκριτικά υψηλά και σημαντικά, ενώ ως εμπόδια εισόδου θα πρέπει να θεωρηθούν, κατά την κρίση της Επιτροπής, και οι νομικές ρυθμίσεις για την ελληνοποίηση της ετικέτας και την υποχρεωτική αναγραφή συγκεκριμένων στοιχείων. IV.3.5 Διανομή προϊόντων C-P στα σημεία λιανικής και χονδρικής πώλησης
- Ο όμιλος C-P διανέμει και διαθέτει τα προϊόντα του σε καταστήματα λιανικής είτε απευθείας (direct trade) είτε έμμεσα μέσω δικτύου Ειδικών ΣυνεργατώνΧονδρεμπόρων και καταστημάτων Cash & Carry (indirect trade)
- Σε σχέση με τους Ειδικούς Συνεργάτες-Χονδρεμπόρους, οι […], αντιπροσωπεύουν το […]% των πωλήσεων των Ειδικών Συνεργατών, το […]% αντιπροσωπεύουν οι […], ενώ το […]% των πωλήσεων των Ειδικών Συνεργατών αντιπροσωπεύουν οι […] (στοιχεία 2006)
- IV.3.6 Η αντισταθμιστική ισχύς των σ/μ
- Οι βασικοί πελάτες των εταιριών παραγωγής / εμπορίας απορρυπαντικών και καλλυντικών και προϊόντων ατομικής υγιεινής είναι τα καταστήματα λιανικής και χονδρικής πώλησης ειδών σ/μ. Αρκετά καταστήματα σ/μ εντάσσονται σε ομίλους κοινών αγορών, χρησιμοποιώντας κοινό εμπορικό σήμα με σκοπό να βελτιώσουν τη διαπραγματευτική δύναμη των μελών τους έναντι των προμηθευτών. Μέσω των ομίλων αγορών, οι οποίοι παρουσιάζουν σχετική ανάπτυξη την επίμαχη περίοδο, η διαπραγματευτική ικανότητα των επιχειρήσεων βελτιώνεται και επιτυγχάνονται ευνοϊκότερες τιμές και όροι πληρωμής από τους προμηθευτές.
- Σύμφωνα με τον όμιλο C-P, «[…]» και «[…]».
- Μια ένδειξη της πιθανής αγοραστικής ισχύος των μεγαλύτερων αλυσίδων σ/μ148 αποτελεί το μέγεθός τους. Στην αγορά λιανικής πώλησης ειδών σούπερ μάρκετ, δραστηριοποιούνταν μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων την επίμαχη περίοδο, χωρίς, ωστόσο, κάποια από αυτές να κατείχε αυτοτελώς ιδιαίτερα σημαντική θέση. 145 Βλ. σχετικά απαντήσεις ομίλου C-P, υπ’ αριθ. πρωτ. 6688/24.10.2005, υπ’ αριθ. πρωτ. 1900 και 1901/28.3.
- Όπως αναφέρει η εταιρία, η μέση μηνιαία δαπάνη το διάστημα 2000-2004 και 20052007 ανέρχονταν σε […]€ και […]€ αντίστοιχα 146 Βλ. σχετικά και ηλ/κό αρχείο που λήφθηκε κατά τον επιτόπιο έλεγχο της ΓΔΑ: αρχείο / έγγραφο Ε
- Η απευθείας διανομή (direct trade) αφορά στην διάθεση και διανομή προς: α) Υπεραγορές, δηλ. πολύ μεγάλα σ/μ (Hyper & Large markets), β) καταστήματα καλλυντικών, γ) απλά σ/μ, εκπτωτικά σ/μ και μεσαία/μικρά καταστήματα (μίνι-μάρκετ / superettes). Η παραπάνω δραστηριότητα διανομής και διάθεσης χαρακτηρίζεται ως η κατηγορία λιανικών πωλήσεων του ομίλου C-P, δεδομένου ότι οι παραπάνω κατηγορίες πελατών πωλούν τα προϊόντα που προμηθεύονται απευθείας στον τελικό καταναλωτή. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι μέρος της γ) ως άνω αναφερθείσας κατηγορίας δεν εξυπηρετείται απ’ ευθείας από τον όμιλο C-P, αλλά μέσω του καναλιού του έμμεσου εμπορίου. Το έμμεσο εμπόριο (indirect trade) αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, το […]% περίπου των πωλήσεων του ομίλου C-P. Σε σχέση με το έμμεσο εμπόριο, ο όμιλος C-P αποσκοπεί στη διανομή των προϊόντων του σε: α) Ειδικούς Συνεργάτες - Χονδρεμπόρους (jobbers) και β) τα σ/μ χονδρικής Cash & Carry. Δηλ. ουσιαστικά αποτελεί το κανάλι χονδρικών πωλήσεων του ομίλου C-P, καθώς τα προϊόντα που διανέμονται στις παραπάνω κατηγορίες πελατών δεν διατίθενται κατευθείαν στον τελικό καταναλωτή, αλλά με την σειρά τους διανέμονται σε μικρά καταστήματα λιανικής πώλησης ανά την επικράτεια. 147 Σχετικό Ε
- 148 Σημειώνεται ότι από εκτιμήσεις της ΓΔΑ (σχετικό Ε51 και συνολικό κ.ε. σ/μ), η συμμετοχή των προϊόντων Colgate-Palmolive στο συνολικό κ.ε. των σ/μ για το έτος 2003, ανέρχεται σε μικρότερο του […] κατά μέσο όρο. 33 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Πίνακας 5: Μερίδια αγοράς σ/μ 2006, 2008, 2010149 Μερίδια αγοράς 2006 Μερίδια Αγοράς 2008 ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ – DIA 20,3% 18,5% Μερίδια Αγοράς 2010 23,2% ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ* 9,8% 11% 16,7% ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ 7,4% 8,4% 12,6% ΑΦΟΙ ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΙ 5,4% 5,5% 9,4% ΜΕΤΡΟ 4,9% 5% 7,2% ΜΑΣΟΥΤΗΣ 4,5% 4,4% 6,7% ΠΕΝΤΕ 3,2% 3,1% 4,7% ΑΡΒΑΝΙΤΙΔΗΣ ΠΡΟΜΗΘ. & ΚΑΤΑΝΑΛ. ΣΥΝ/ΧΜΟΣ ΠΕ. ΜΕΛΩΝ ΙΝ.ΚΑ. ΜΑΡΚΕΤ ΙΝ 1,9% 1,8% 2,5% 1,1% 1,1% 1,5% μ/δ% 0,9% 1,3% Σούπερ μάρκετ* Δεν περιλαμβάνεται η LIDL και πωλήσεις από καταστήματα franchise *Συμπεριλαμβάνεται και η ΈΝΑ CASH & CARRY Πηγή: Μελέτη ICAP, Σούπερ Μάρκετ 2007 και 2009, Πανόραμα Ελληνικών Σούπερ Μάρκετ 2011
- Περαιτέρω, η διαπραγματευτική δύναμη των αλυσίδων σ/μ εξαρτάται από την εμπορική σημασία που αυτές έχουν για τον όμιλο C-P. Όσο μεγαλύτερο μέρος των πωλήσεων της εταιρίας διοχετεύεται μέσα από την κάθε αλυσίδα, τόσο μεγαλύτερη η εμπορική σημασία της. Στον Πίνακα που ακολουθεί παρουσιάζονται οι κυριότεροι πελάτες της C-P ABEE
(2004)και της C-P MEΠΕ (2005-2007) οι οποίοι αντιπροσωπεύουν ποσοστό άνω του […]% του κύκλου εργασιών τους150, στα απορρυπαντικά / καθαριστικά οικιακής χρήσης. Με βάση τα στοιχεία αυτά, οι πέντε μεγαλύτεροι πελάτες της C-P ABEE και της C-P ΜΕΠΕ κατά τα έτη 2004 - 2007 αντιπροσωπεύουν συνολικά περίπου το […]% κατά μέσο όρο του συνολικού κύκλου εργασιών των εταιριών C-P σε απορρυπαντικά και καθαριστικά οικιακής χρήσης. Πίνακας 6: Κυριότεροι Πελάτες της CP-ΑΒΕΕ και της CP-ΜEΠΕ στα απορρυπαντικά και καθαριστικά οικιακής χρήσης Έτος Σύνολο % 2004 2005-2007 Απορ/κά - Καθαρ/κά % 2004 2005-2007 Περιποίηση Ρούχων % 2004 2005-2007 Πελάτες […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] Πηγή: Στοιχεία προσκομισθέντα από τις εταιρίες C-P με τις υπ’ αριθ. πρωτ. 6688/24.10.2005 και 5080/7.9.2007 επιστολές 149 Εάν προστεθούν και οι πωλήσεις της εταιρίας […], τα μερίδια των ανωτέρω σ/μ σαφώς θα μειωθούν. 150 Βλ. τις υπ’ αριθ. πρωτ. 6688/24.10.2005 και 5080/7.9.2007 επιστολές. 34 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Οι κυριότεροι πελάτες των ανωτέρω εταιριών στα καλλυντικά και προϊόντα ατομικής υγιεινής ευρείας διανομής παρουσιάζονται στον παρακάτω Πίνακα. Όπως προκύπτει, οι πέντε μεγαλύτεροι πελάτες των εταιριών κατά τα έτη 2004 2007 αντιπροσωπεύουν συνολικά από […] έως […] του συνολικού κύκλου εργασιών τους στα εν λόγω προϊόντα. Πίνακας 7: Κυριότεροι Πελάτες C-P ΑΒΕΕ και της C-P ΜEΠΕ στα καλλυντικά και προϊόντα ατομικής υγιεινής ευρείας διανομής Έτος 2004 2005 2006 2007 Πελάτες […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] Πηγή: Στοιχεία προσκομισθέντα από τις εταιρίες C-P με τις υπ’ αριθ. πρωτ. 1900 και 1901/28.03.2011 επιστολές
- Αναφορικά με τους ομίλους αγορών, το άθροισμα του κύκλου εργασιών των μελών τους ως ποσοστό του συνολικού κύκλου εργασιών του ομίλου C-P στα καλλυντικά και προϊόντα ατομικής υγιεινής ευρείας διανομής για την περίοδο 2004-2007 κυμαίνεται για την ΚΥΨΕΛΗ από […]% έως […]% (και για […] από […]% έως […]%151). Ο κύκλος εργασιών αυτών των Ομίλων Αγορών προκύπτει και από σχετική διαφάνεια εσωτερικής παρουσίασης
(2006)της C-P ΜΕΠΕ, με τίτλο «συγκέντρωση εμπορίου – κατάταξη 20 μεγαλύτερων λογαριασμών», όπου οι εν λόγω όμιλοι αγορών παρουσιάζονται στην […]η θέση με ποσοστό […]% και στην […]η θέση με ποσοστό […]% αντίστοιχα για το σύνολο των προϊόντων της C-P ΜΕΠΕ
- Η διακίνηση προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας από ένα σ/μ, θεωρείται ότι αυξάνει τη διαπραγματευτική του δύναμη απέναντι στους προμηθευτές του. Από τις εμπλεκόμενες αλυσίδες σ/μ, προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας για ορισμένες από τις υπό αγορές προϊόντων διαθέτουν οι […].
- Από την άλλη πλευρά. η διαπραγματευτική ισχύς των σ/μ μπορεί να περιορίζεται λόγω της αναγνωρισιμότητας του σήματος του προμηθευτή. Εν προκειμένω, το εμπορικό σήμα κάποιων εκ των προϊόντων Colgate-Palmolive (όπως Azax, Palmolive, Colgate), εμπίπτει στα εμπορικά σήματα απορρυπαντικών / καθαριστικών οικιακής χρήσης και καλλυντικών και προϊόντων ατομικής υγιεινής τα οποία πρέπει να βρίσκονται στα ράφια των σ/μ («must have»).
- Συνοψίζοντας, κατά την κρίση των μελών της Επιτροπής, τα σ/μ - πελάτες του ομίλου C-P διαθέτουν, καταρχήν, υπολογίσιμη διαπραγματευτική δύναμη, λόγω του αυξανόμενου βαθμού συγκέντρωσης του κλάδου των σ/μ και την ισχυρή παρουσία πέντε τουλάχιστον αλυσίδων (οι οποίοι διακινούν και προϊόντα 151 Βλ. σχετικά προσκομισθέντα στοιχεία από τις εταιρίες C-P με τις υπ’ αριθ. πρωτ. 1900 και 1901/28.03.2011 επιστολές. 152 Σχετικό Ε81, ποσοστά υπολογισμένα σε «invoiced sales, total company». 35 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ιδιωτικής ετικέτας). Εντούτοις, η διαπραγματευτική τους αυτή δύναμη περιορίζεται ευθέως στην πράξη (α) από το εύρος του χαρτοφυλακίου των προϊόντων του ομίλου C-P και (β) τη δύναμη των σημάτων τoυ στο κανάλι αυτό, τα οποία σε ορισμένες υπο-κατηγορίες έχουν μάλιστα την ιδιότητα «must have» σημάτων. Ειδικά όσον αφορά στα προϊόντα καθαρισμού γυάλινων επιφανειών – (AZAX), το οποίο σε κάθε περίπτωση καταδείχθηκε ότι αποτελεί από τα προϊόντα που πρέπει να βρίσκεται στα ράφια των καταστημάτων («must have»), θα πρέπει να θεωρηθεί ότι τα σ/μ δεν είναι σε θέση να ασκήσουν αποτελεσματική αντισταθμιστική ισχύ έναντι του ομίλου C-P (με δεδομένες, μεταξύ άλλων, τις περιορισμένες εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού και τη δύναμη των σημάτων της C-P). V ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ V.1 Θεσμικό πλαίσιο που αφορά στον κλάδο απορρυπαντικών/καθαριστικών, όπως ίσχυε κατά την υπό εξέταση χρονική περίοδο
- Σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, όπως ίσχυε κατά την περίοδο αναφοράς της παρούσας υπόθεσης, προκειμένου ένας παραγωγός ή εισαγωγέας απορρυπαντικών και προϊόντων καθαρισμού εν γένει να διαθέσει το προϊόν του στην ελληνική αγορά, θα έπρεπε να το καταχωρήσει στη Διεύθυνση Πρώτων Υλών και Βιομηχανικών Προϊόντων του Γενικού Χημείου του Κράτους
- Σύμφωνα με το σύστημα αυτό καταχώρησης, κάθε απορρυπαντικό ή προϊόν καθαρισμού που επρόκειτο να κυκλοφορήσει στην ελληνική αγορά θα έπρεπε να φέρει αριθμό καταχώρησης του μητρώου απορρυπαντικών και καθαριστικών προϊόντων που τηρείται στην ανωτέρω Διεύθυνση. Η διαδικασία καταχώρησης εφαρμοζόταν για όλα τα απορρυπαντικά που αναφέρονται στον Κανονισμό 648/2004 και υπάγονταν στις διατάξεις του. Δεν υφίστατο όριο πωλήσεων ή ποσοτήτων, προκειμένου να εφαρμοστεί η καταχώρηση. Για κάθε προϊόν υπήρχε η πρόβλεψη ότι, πριν τη διάθεσή του στην αγορά ή το αργότερο μέσα σε ένα μήνα από την κυκλοφορία του, θα έπρεπε να υποβληθεί στο Γενικό Χημείο του Κράτους από τον υπεύθυνο κατά το νόμο για τη διάθεσή του, δηλαδή είτε τον παραγωγό είτε τον εισαγωγέα είτε τον διανομέα, φάκελος με τα εξής στοιχεία154: • Την εμπορική ή χαρακτηριστική ονομασία του προϊόντος και τη χρήση αυτού. • Το όνομα, την πλήρη διεύθυνση και τον αριθμό τηλεφώνου του υπεύθυνου για τη διάθεση του προϊόντος στην ελληνική αγορά, ο οποίος είναι εγκατεστημένος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είτε πρόκειται για τον κατασκευαστή, είτε για τον εισαγωγέα είτε για το διανομέα. • Τη σύνθεση του προϊόντος. 153 Βλ. σχετικά άρθρο 4, ΥΑ 1233/1991 και 172/1992 (ΦΕΚ Β 277) «Κατάργηση της 1526/87 αποφάσεως του ΑΧΣ και καθιέρωση συστήματος καταχωρήσεως των απορρυπαντικών και των προϊόντων καθαρισμού». Σημειώνεται ότι το άρθρο 4 «Σύστημα καταχώρησης» και το στοιχείο β της παραγράφου 1 του άρθρου 8 «Κυρώσεις» της ΥΑ 1233/1991 και 172/1992 καταργήθηκαν με την υποπερίπτωση 7α της υποπαραγράφου ΣΤ
- Άρση των εμποδίων στον Ανταγωνισμό στον κλάδο του λιανικού εμπορίου, της παραγράφου ΣΤ του άρθρου 1 του Ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α 85). 154 Βλ. σχετικά και μελέτη ICAP, Απορρυπαντικά-Σαπούνια, Νοέμβριος
- 36 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ • Την επισήμανση και ταξινόμηση του προϊόντος (ετικέτα) καθώς και τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν για το σκοπό αυτό. Όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία έπρεπε να υποβληθούν στην ελληνική γλώσσα (ή και στην ελληνική γλώσσα), εκτός από τα δελτία δεδομένων ασφαλείας των πρώτων υλών του προϊόντος και τις μελέτες του τεχνικού φακέλου, τα οποία μπορούσαν να ήταν στα αγγλικά ή γαλλικά. Η διάθεση στην ελληνική αγορά των επικίνδυνων παρασκευασμάτων επιτρεπόταν μόνο εφόσον η επισήμανσή τους ήταν στην ελληνική γλώσσα ή και στην ελληνική γλώσσα155,
- Περαιτέρω, η εθνική νομοθεσία προέβλεπε ότι η συσκευασία του προϊόντος έπρεπε να φέρει ευανάγνωστα και ευδιάκριτα είτε τον αριθμό καταχώρησης είτε τον κωδικό παραγωγής που αντιστοιχούσε αποκλειστικά στον αριθμό καταχώρησης του προϊόντος
- Ο εν λόγω αριθμός θα έπρεπε να είναι τυπωμένος στην ετικέτα του προϊόντος πριν τη διάθεσή του στην αγορά, ή εφόσον το προϊόν είχε παρασκευασθεί σε άλλο κράτος – μέλος της Κοινότητας μπορούσε να διατεθεί στην αγορά, για μία περίοδο έξι
(6)μηνών, χωρίς να είναι τυπωμένος στην ετικέτα του προϊόντος
- V.2 Θεσμικό πλαίσιο που αφορά στον κλάδο καλλυντικών προϊόντων, όπως ίσχυε κατά την υπό εξέταση χρονική περίοδο
- Σύμφωνα με το άρθρο 5 της ΥΑ 6α/οικ3320/1997 «Εναρμόνιση της ελληνικής Νομοθεσίας περί καλλυντικών σε συμμόρφωση προς Κοινοτικές Οδηγίες», όπως 155 Βλ. σχετικά α) άρθρο 2 της Απόφασης ΑΧΣ 381/2005 (ΦΕΚ Β 539/2006) «Ορισμός αρμόδιας Εθνικής Αρχής και για τον καθορισμό μέτρων ελέγχου, τελών και κυρώσεων για την εκτέλεση του Κανονισμού (ΕΚ) 648/2004 του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τα απορρυπαντικά», β) άρθρο 11 παρ. 5 της Απόφασης ΑΧΣ 265/2002 (ΦΕΚ Β 1214) «Ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση επικίνδυνων παρασκευασμάτων σε εναρμόνιση προς την Οδηγία 1999/45/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της Οδηγίας 2001/60/ΕΚ της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κοινότητας» και γ) άρθρο 7 παρ. 4 και άρθρο 24 παρ.5 της Απόφασης ΑΧΣ 378/1994 (ΦΕΚ Β 705) «Επικίνδυνες ουσίες, ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση αυτών σε συμμόρφωση προς την οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 67/54/ΕΟΚ, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει». Αναφορικά με την επισήμανση βλ. περαιτέρω Παράρτημα VI παρ. 7 της Απόφασης ΑΧΣ 378/
- 156 Βλ. αναλυτικά ΑΔ 14/1989, όπως τροποποιήθηκε και ίσχυε (άρθρο 49). Η εν λόγω ΑΔ αντικαταστάθηκε με την ΥΑ Α2-861/2013 «Κανόνες Διακίνησης και Εμπορίας Προϊόντων και Παροχής Υπηρεσιών (ΔΙΕΠΠΥ)» (βλ. σχετικά Κεφάλαιο 5 - ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ - ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ ΜΗ ΕΔΩΔΙΜΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ- ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ). Σε κάθε προϊόν για το οποίο υποβαλλόταν φάκελος με τα ανωτέρω στοιχεία, αποδίδονταν στο προϊόν αυθημερόν αριθμός καταχώρησης. 157 Βλ. άρθρο 4 παρ. 4.2 ΥΑ 1233/1991 και 172/1992 (ΦΕΚ Β 277). 158 Βλ. άρθρο 4 παρ. 4.3 ΥΑ 1233/1991 και 172/1992 (ΦΕΚ Β 277). Σημειωτέον ότι στην ενωσιακή νομοθεσία δεν προβλέπεται αντίστοιχο σύστημα καταχώρησης απορρυπαντικών, έκδοσης αριθμού καταχώρησης και υποχρέωσης επικόλλησής του επί του προϊόντος: βλ. άρθρα 9 και 11 του Κανονισμού (ΕΚ) 648/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαρτίου
- Ο Κανονισμός δίνει τη δυνατότητα σε ένα κράτος μέλος να απαιτήσει από τον παρασκευαστή και τον διανομέα να αναγράφει στη γλώσσα του κράτους μέλους την επισήμανση αναφορικά με τη σύνθεση του προϊόντος και τη δοσολογία του. Την ίδια διακριτική ευχέρεια ενός κράτους μέλους προέβλεπε η Οδηγία 67/548/ΕΚ περί ταξινόμησης, συσκευασίας και επισήμανσης των επικίνδυνων ουσιών (άρθρο 7 παρ. 4), η οποία ενσωματώθηκε στην εθνική έννομη τάξη αρχικά με το ΠΔ 329/1983 (ΦΕΚ Α 118), το οποίο καταργήθηκε από την ΥΑ 378/1994 και η Οδηγία 1999/45/ΕΚ περί ταξινόμησης, συσκευασίας και επισήμανσης των επικίνδυνων παρασκευασμάτων (άρθρο 11 παρ.5), η οποία ενσωματώθηκε στην εθνική έννομη τάξη με την ΥΑ 265/
- 37 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ίσχυε μέχρι τις 18.3.2005, και το άρθρο 10 της ΥΑ ΔΥΓ/2005159 «Προσαρμογή Ελληνικής Νομοθεσίας προς Κοινοτικές Οδηγίες στον Τομέα των Καλλυντικών», ο Ελληνικός Οργανισμός Φαρμάκων (εφεξής ΕΟΦ) λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε τα καλλυντικά προϊόντα να διατίθενται στην αγορά μόνον αν ο περιέκτης και η συσκευασία τους, φέρουν, με ανεξίτηλους, ευανάγνωστους και ευδιάκριτους χαρακτήρες τις ακόλουθες ενδείξεις160: • Το όνομα ή την εταιρική επωνυμία και τη διεύθυνση του παρασκευαστή ή του εξουσιοδοτημένου εκπροσώπου του ή του προσώπου για λογαριασμό του οποίου παρασκευάζεται ένα καλλυντικό προϊόν ή του προσώπου που είναι υπεύθυνο για τη διάθεση εισαγόμενων καλλυντικών στην κοινοτική αγορά και είναι εγκατεστημένος στην κοινότητα, όπου τηρείται ο φάκελος πληροφοριών του προϊόντος
- Επίσης, αναγράφεται η χώρα προελεύσεως όσον αφορά στα προϊόντα που παρασκευάζονται εκτός Ε.Ε. • Το ονομαστικό περιεχόμενο κατά το χρόνο της συσκευασίας, εκφρασμένο σε βάρος ή σε όγκο, εκτός εάν πρόκειται για συσκευασίες που περιέχουν λιγότερα από πέντε γραμμάρια (5 gr.) ή πέντε χιλιοστόλιτρα (5 ml), δείγματα που διανέμονται δωρεάν και προϊόντα μιας δόσης. • Την ημερομηνία ελάχιστης περιόδου διατηρησιμότητας, η οποία επισημαίνεται με τη φράση «συνιστάτα