← Ελλάδα

1973-decision-571-2013

ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΙΘΜ. ∗571/VΙI/2013 Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συνεδρίασε στην Αίθουσα Συνεδριάσεων του 1ου ορόφου του κτιρίου των γραφείων της, επί της οδού Κότσικα 1Α, Αθήνα, την 24η Απριλίου 2013, ηµέρα Τετάρτη και ώρα 10:00, µε την εξής σύνθεση: Πρόεδρος: ∆ηµήτριος Κυριτσάκης Μέλη: ∆ηµήτριος Λουκάς (Αντιπρόεδρος) Ιωάννης Μπιτούνης, Εµµανουέλα Τρούλη, Βικτωρία Μερτικοπούλου, ∆ηµήτριος ∆ανηλάτος και Ιωάννης Αυγερινός Γραµµατέας: Ηλιάνα Κούτρα Θέµα της συνεδρίασης: Λήψη απόφασης επί της αυτεπάγγελτης έρευνας σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον κλάδο των σχολών υποψηφίων οδηγών, για τη διαπίστωση τυχόν παραβάσεων των διατάξεων των άρθρων 1 του ν. 703/1977 -ν. 3959/2011 και 101 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Πριν την έναρξη της συζήτησης ο Πρόεδρος όρισε Γραµµατέα της υπόθεσης την Ηλιάνα Κούτρα, µε αναπληρώτρια την Παρασκευή Ζαχαριά. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης τα νοµίµως κλητευθέντα ενδιαφερόµενα µέρη παραστάθηκαν ως εξής: 1) ο Σύλλογος Σχολών Οδηγών Πελοποννήσου και ∆υτικής Ελλάδος «ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ» µε το νόµιµο εκπρόσωπό του, Νικόλαο Τσάµη µετά του πληρεξουσίου δικηγόρου ∆ηµητρίου Παπακωστόπουλου, 2) το Σωµατείο Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων και ∆ικύκλων Θεσσαλονίκης «Ο ΛΕΥΚΟΣ ΠΥΡΓΟΣ» µε το νόµιµο εκπρόσωπό του Ηλία Τσαµασλή µετά του πληρεξουσίου δικηγόρου, Γεωργίου ∆αούκα, 3) ο Σύλλογος Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων Ν. Ευβοίας και Βοιωτίας µε τους νοµίµους εκπροσώπους ∆ηµήτριο Παππά και Παναγιώτη Αλεξίου µετά του πληρεξουσίου δικηγόρου, Ισαάκ Γεροντίδη, 4) το Σωµατείο Επαγγελµατιών Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων και ∆ικύκλων Νοµού Άρτας «Ο ΑΡΑΧΘΟΣ», µε το νόµιµο εκπρόσωπό του Κωνσταντίνο Κουτσαντούλα, 5) η Ένωση Επαγγελµατιών Εκγυµναστών Οδηγών Αυτοκινήτων Μοτοσικλετιστών Ηπείρου και Επτανήσων «ΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ» µε το νόµιµο εκπρόσωπό της Γεώργιο Παπαγεωργίου µετά του ∗ Η παρούσα απόφαση εκδίδεται σε 22 επιπλέον εκδόσεις: Μία για το ΦΕΚ και από µία για κάθε ένα διάδικο µέρος. Από τις παραπάνω εκδόσεις έχουν αφαιρεθεί τα απόρρητα επιχειρηµατικά στοιχεία (όπου η ένδειξη […]) τα οποία δεν θα πρέπει να περιέλθουν σε γνώση τρίτων καθώς και των αποδεκτών αυτής, σύµφωνα µε το άρθρο 28 του Κανονισµού Λειτουργίας και ∆ιαχείρισης της Επιτροπής Ανταγωνισµού (ΦΕΚ 54/Β΄/16.1.2013) και µε το άρθρο 41 του ν. 3959/2011 (ΦΕΚ 93/Α΄/20.4.2011), ως ισχύει, 1 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου ∆ήµα, 6) το Σωµατείο Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων Κεντρικής Ελλάδος µε το νόµιµο εκπρόσωπο Γεώργιο Γεωργαντά µετά του πληρεξουσίου δικηγόρου, Χρήστου Γιαταγάνα, 7) το Σωµατείο Εκπαιδευτών Υποψηφίων Οδηγών Κορινθίας µε το νόµιµο εκπρόσωπο Θωµά Σακελλαρίου µετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Παναγιώτου, 8) η Πανελλήνια Οµοσπονδία Εκπαιδευτών Οδηγών (Π.Ο.Ε.Ο.) µε τους νοµίµους εκπροσώπους Κωνσταντίνο Μαυράκη και Παναγιώτη Χαρµπή µετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου ∆ήµα, 9) η Σχολή Οδηγών Σερ. Βόκαλης - Βασ. Βλάχος Ο.Ε. διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Ανδρέου, 10) η Σχολή Οδηγών Χαράλαµπος Λιάγκας διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Ανδρέου, 11) η Σχολή Οδηγών Γεώργιος Κατόπης µε το νόµιµο εκπρόσωπό της Γεώργιο Κατόπη µετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Ανδρέου, 12) η Σχολή Οδηγών Ιωάννης Κορνέζος διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Ανδρέου, 13) η Σχολή Οδηγών Παναγιώτης Λυσιγάκης διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Ανδρέου, 14) η Σχολή Οδηγών Παναγιώτης Κρουστάλης διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Ανδρέου, 15) η Σχολή Οδηγών Απόστολος Καψάλης µε το νόµιµο εκπρόσωπο Απόστολο Καψάλη µετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Ανδρέου, 16) η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος διά των πληρεξουσίων δικηγόρων Αικατερίνης Γκίκα και Ιωάννη Λιναρίτη, 17) η τράπεζα EUROBANK διά των πληρεξουσίων δικηγόρων Αυγουστίνας Αλµυρούδη και Μαρίνας Ανδρουλακάκη, 18) η τράπεζα Πειραιώς διά των πληρεξουσίων δικηγόρων Ιωσήφ Κτενίδη και Νικολάου Παπαχρήστου και 19) η Συνεταιριστική Τράπεζα Λαµίας διά του πληρεξουσίου δικηγόρου, Χρήστου Γιαταγάνα. Το Σωµατείο Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων Θεσσαλονίκης «ΜΑΚΕ∆ΟΝΙΑ» και το Σωµατείο Εκπαιδευτών Υποψηφίων Οδηγών Αυτοκινήτου ∆υτικής Κρήτης καίτοι κλητεύθηκαν νοµίµως (σχετικές οι υπ’ αριθ. 5857/Γ/6.3.2013 και 10150/Γ/6.3.2013 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιµελητών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Θεόδωρου Ιωαννίδη και Χανίων, Ευάγγελου Πανηγυράκη, αντίστοιχα), δεν παραστάθηκαν. Αρχικά, εξετάστηκαν οι προτεινόµενες δεσµεύσεις, που υπέβαλαν µε τα υποµνήµατά τους, ο Σύλλογος Σχολών Οδηγών Πελοποννήσου και ∆υτικής Ελλάδος και ο Σύλλογος Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων Ν. Ευβοίας και Βοιωτίας. Επί των προτεινόµενων δεσµεύσεων των ως άνω Συλλόγων, η αρµόδια Εισηγήτρια, Εµµανουέλα Τρούλη, ανέπτυξε συνοπτικά τις µε αριθ. πρωτ. 3380/18.4.2013 και 3379/18.4.2013 εισηγήσεις της, αντίστοιχα και λαµβάνοντας υπόψη όσα αναφέρονται αναλυτικά σε αυτές, πρότεινε την απόρριψη της πρότασης ανάληψης δεσµεύσεως για τον κάθε ένα ως άνω Σύλλογο. Κατόπιν το λόγο έλαβαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των ενδιαφεροµένων µερών, οι οποίοι τοποθετήθηκαν επί των εν λόγω εισηγήσεων, ανέπτυξαν τις απόψεις τους, έδωσαν διευκρινήσεις και απάντησαν σε ερωτήσεις, που τους υπέβαλαν ο Πρόεδρος και τα µέλη της Ε.Α. 2 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Στη συνέχεια η Επιτροπή διασκέφθηκε επί των προτεινόµενων δεσµεύσεων, αφού αποχώρησαν από την αίθουσα τα ενδιαφερόµενα µέρη και οι παριστάµενοι υπηρεσιακοί παράγοντες της Γενικής ∆ιεύθυνσης Ανταγωνισµού και µετά από διαλογική συζήτηση, αφού έλαβε υπόψη της τα στοιχεία του φακέλου, τις εισηγήσεις του αρµόδιου Εισηγητή, τις απόψεις που διατύπωσαν προφορικώς τα ενδιαφερόµενα µέρη κατά τη συζήτηση επί των ως άνω προτεινόµενων δεσµεύσεων, αποφάσισε οµόφωνα την απόρριψη της πρότασης ανάληψης δεσµεύσεως για τον κάθε ένα ως άνω Σύλλογο. Ειδικότερα, έκρινε ότι οι σχετικές παραβάσεις, όπως αυτές αποδίδονται στη σχετική εισήγηση (αριθµ. πρωτ. 1497/14.2.2013), ανάγονται στον «σκληρό πυρήνα» του δικαίου του ανταγωνισµού και των σκοπών που ικανοποιούνται µε τις διατάξεις του, ενώ δεν προκύπτουν λόγοι αποτελεσµατικότητας, ώστε να δικαιολογούν τη µη διαπίστωση των παραβάσεων ή/και την ενδεχόµενη µη επιβολή προστίµου. Περαιτέρω, οι προτεινόµενες δεσµεύσεις κρίθηκαν ανεπαρκείς εξ απόψεως της αποτελεσµατικότητάς τους. Εξάλλου, οι επίµαχες παραβάσεις έπαυσαν µετά το 2010, και, ως εκ τούτου, οι επί παραβάσεων που έχουν ήδη παύσει δεσµεύσεις δεν είναι δυνατόν να γίνουν δεκτές. Εποµένως, οι αποδιδόµενες παραβάσεις πρέπει να τύχουν περαιτέρω εξέτασης. Μετά την απόρριψη των δεσµεύσεων η συζήτηση συνεχίσθηκε µε την εξέταση επί της ουσίας της υπόθεσης και ολοκληρώθηκε κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής η Ανταγωνισµού, την 25 Απριλίου 2013 (ηµέρα Πέµπτη και ώρα12:00). Εν αρχή η αρµόδια Εισηγήτρια Εµµανουέλα Τρούλη, ανέπτυξε συνοπτικά την υπ’ αριθ. πρωτ. 1497/14.2.2013 γραπτή εισήγησή της, και αφού έλαβε υπόψη όσα αναφέρονται αναλυτικά σε αυτήν, πρότεινε: Να διαπιστωθεί η παράβαση του άρθρου 1 του ν. 703/1977-3959/2011, αναφορικά µε την περιγραφόµενη στο ως άνω σκεπτικό παράβαση του καθορισµού των τιµών Α. Αναφορικά µε την ένωση επιχειρήσεων µε την επωνυµία Σύλλογος Σχολών Οδηγών Πελοποννήσου και ∆υτικής Ελλάδας «Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ»: για το διάστηµα από την 21-11-2008 έως τουλάχιστον την 15-9-2010, Β. Αναφορικά µε την ένωση επιχειρήσεων µε την επωνυµία Σωµατείο Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων Θεσσαλονίκης «ΜΑΚΕ∆ΟΝΙΑ»: για το διάστηµα από την 303-1994 έως τουλάχιστον τη Γ.Σ. που έπεται του ∆.Σ. της 17-4-1995, Γ. Αναφορικά µε την ένωση επιχειρήσεων µε την επωνυµία Σωµατείο Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων και ∆ικύκλων Θεσσαλονίκης «Ο ΛΕΥΚΟΣ ΠΥΡΓΟΣ»: για τα διαστήµατα από την 1-2-2000 έως την 4-6-2002 και από την 8-3-2006 έως τουλάχιστον την 15-9-2010, ∆. Αναφορικά µε την ένωση επιχειρήσεων µε την επωνυµία Σύλλογος Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων Ν. ΕΥΒΟΙΑΣ-ΒΟΙΩΤΙΑΣ: για τα διαστήµατα από τον 1-111999 έως τουλάχιστον την 27-1-2000 και από την 28-6-2008 έως τουλάχιστον την 30-92010, 3 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Ε. Αναφορικά µε την ένωση επιχειρήσεων µε την επωνυµία Σωµατείο Επαγγελµατιών Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων και ∆ικύκλων Άρτας «Ο ΑΡΑΧΘΟΣ»: για το διάστηµα από την 9-6-2009 έως τουλάχιστον την 4-11-2010, ΣΤ. Αναφορικά µε την ένωση επιχειρήσεων µε την επωνυµία Ένωση Επαγγελµατιών Εκγυµναστών Οδηγών Αυτοκινήτων – Μοτοσικλετών Ηπείρου και Επτανήσων «ΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ»: για τα διαστήµατα από την 21-1-1998 έως τουλάχιστον την Γ.Σ. που έπεται αυτής της 4-12-2004 και από την 8-1-2010 έως τουλάχιστον την 311-2010, Ζ. Αναφορικά µε την ένωση επιχειρήσεων µε την επωνυµία Σωµατείο Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΛΛΑ∆ΟΣ: τουλάχιστον για το διάστηµα από το πρώτο εξάµηνο του έτους 2008 έως την 30-9-2010, Η. Αναφορικά µε την ένωση επιχειρήσεων µε την επωνυµία Σωµατείο Εκπαιδευτών Υποψηφίων Οδηγών Αυτοκινήτου – Μοτοσικλέτας ∆ΥΤΙΚΗΣ ΚΡΗΤΗΣ: για το διάστηµα από την 12-8-1992 έως τουλάχιστον την 21-12-1995, Θ. Αναφορικά µε την ένωση επιχειρήσεων µε την επωνυµία «Π.Ο.Ε.Ο.»: για το διάστηµα από την 18-19 Σεπτεµβρίου 2010 έως τουλάχιστον την 18-11-2011, 1. να υποχρεωθούν η οµοσπονδία και οι καθ’ έκαστον κατά τα ανωτέρω Σύλλογοι να παύσουν την ως άνω διαπιστωθείσα παράβαση και να παραλείπουν αυτή στο µέλλον, 2. να επιβληθεί πρόστιµο στην οµοσπονδία και τους Συλλόγους για την ως άνω διαπιστωθείσα παράβαση, υπολογιζόµενο επί του συνολικού κύκλου εργασιών αυτής ή των µελών της, 3. να απειληθεί κατά της οµοσπονδίας και των Συλλόγων πρόστιµο και χρηµατική ποινή, όταν µε απόφαση της επιτροπής βεβαιώνεται η συνέχιση ή η επανάληψη της διαπιστωθείσας παράβασης, 4. να υποχρεωθεί η οµοσπονδία και οι Σύλλογοι στα ακόλουθα µέτρα: • να ανακαλέσουν ή/και να τροποποιήσουν προς αυτή την κατεύθυνση τυχόν εκδοθείσες αποφάσεις/συστάσεις/ανακοινώσεις/κανονισµούς προς τα µέλη της που αφορούν καθορισµό τιµών και ελήφθησαν εντός των οργάνων της (διοικητικό συµβούλιο ή γενική συνέλευση), • να ενηµερώσουν µε επιστολή όλα τα µέλη τους, εντός προθεσµίας είκοσι

(20)ηµερών από την κοινοποίηση σε αυτήν της απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισµού για την ανάκληση των αποφάσεων/συστάσεων/ανακοινώσεων/κανονισµών που αφορούν στον καθορισµό τιµών, καθώς για την υποχρέωσή της να µην εµπλακεί από εδώ και στο εξής σε οιαδήποτε πρωτοβουλία που θα συνεπάγεται τον άµεσο ή έµµεσο καθορισµό τιµών στο πλαίσιο της δραστηριότητάς της και µεταξύ των µελών της, • να αναρτήσει η οµοσπονδία στην ιστοσελίδα της και όσοι από τους συλλόγους διαθέτουν (ιστοσελίδα) για ένα
(1)έτος την ως άνω επιστολή, εντός προθεσµίας τριάντα
(30)ηµερών από την κοινοποίηση σε αυτήν της απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισµού. Στην εν λόγω επιστολή να γίνεται ρητή αναφορά ότι συντάχθηκε σε συµµόρφωση µε υποχρέωση που επέβαλε στην εν λόγω οµοσπονδία η Επιτροπή Ανταγωνισµού µε απόφασή της, • να υποχρεωθούν εντός προθεσµίας σαράντα πέντε
(45)ηµερών από την κοινοποίηση σε καθ’ ένα από αυτούς της απόφασης της Επιτροπής 4 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Ανταγωνισµού, να δηµοσιεύσει δύο φορές την ως άνω επιστολή σε δύο κυριακάτικες εφηµερίδες πανελλήνιας κυκλοφορίας. Η πρώτη δηµοσίευση να απέχει δεκαπέντε
(15)ηµέρες από τη δεύτερη δηµοσίευση, • να κοινοποιήσουν στην Επιτροπή Ανταγωνισµού, εντός προθεσµίας πέντε
(5)µηνών από την κοινοποίηση σε αυτούς της απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισµού, τα µέτρα που έλαβαν σε υλοποίηση των ανωτέρω υποχρεώσεων και • να απειληθούν µε πρόστιµο και χρηµατική ποινή, όταν µε απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισµού βεβαιώνεται η µη τήρηση των ως άνω υποχρεώσεων. • Επιπλέον για τους Συλλόγους Ν. Εύβοιας-Βοιωτίας και ΗπείρουΕπτανήσων «Τα Γιάννενα» τα ανωτέρω υπό 1-4 να προβλεφθούν και για την παράβαση του άρθρου 1 του ν.703/77-3959/2011, αναφορικά µε την περιγραφόµενη στο ως άνω σκεπτικό παράβαση του περιορισµού παραγωγήςδιάθεσης παροχής υπηρεσιών για το διάστηµα από 1-8-2006 έως 15-8-2006 για το Σύλλογο Ν. Εύβοιας-Βοιωτίας και για τα διαστήµατα από 4-8-2007 έως 19-82007, από 1-8-2009 έως 17-8-2009 και για τα διαστήµατα των θερινών διακοπών των ετών 2005 και 2006 για το Σύλλογο Ηπείρου-Επτανήσων «Τα Γιάννενα». Ι. Αναφορικά µε τις επτά
(7)µεµονωµένες Σχολές Οδηγών του Νοµού Βοιωτίας:
  1. να διαπιστωθεί η παράβαση του άρθρου 1 του ν. 703/1977-3959/2011, αναφορικά µε την περιγραφόµενη στο ως άνω σκεπτικό παράβαση του καθορισµού των τιµών για κάθε µία από τις εν λόγω επιχειρήσεις τουλάχιστον για το διάστηµα από το πρώτο εξάµηνο του έτους 2009 έως τα τέλη του έτους 2010,
  2. να υποχρεωθούν οι εν λόγω επιχειρήσεις να παύσουν την ως άνω διαπιστωθείσα παράβαση και να παραλείπουν αυτή στο µέλλον,
  3. να επιβληθεί πρόστιµο στις εν λόγω επιχειρήσεις για την ως άνω διαπιστωθείσα παράβαση, υπολογιζόµενο επί των ετησίων ακαθάριστων εσόδων από υπηρεσίες που αφορούν στην διαπιστωθείσα παράβαση, για κάθε έτος της παράβασης, λαµβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που παρατίθενται στο κεφάλαιο VII.
  4. ανάλογα µε τη διάρκεια συµµετοχής της καθεµίας εξ αυτών στην παράβαση και
  5. να απειληθούν οι εν λόγω επιχειρήσεις µε πρόστιµο και χρηµατική ποινή, όταν µε απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισµού βεβαιώνεται η συνέχιση ή η επανάληψη της διαπιστωθείσας παράβασης. Κ. Αναφορικά µε τις τράπεζες ως προς τον (εξεταζόµενο) ρόλο τους ως επιχειρήσεων που διευκόλυναν την σύµπραξη (cartel facilitator):
  6. να µην διαπιστωθεί παράβαση για τις τράπεζες ΠΕΙΡΑΙΩΣ και EUROBANK,
  7. να διαπιστωθεί η παράβαση του άρθρου 1 του ν. 703/1977-3959/2011, αναφορικά µε την περιγραφόµενη στο ως άνω σκεπτικό παράβαση του cartel facilitator στην εταιρία ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΑΜΙΑΣ τουλάχιστον για το διάστηµα από το πρώτο εξάµηνο του έτους 2008 έως την 30-9-2010,
  8. να υποχρεωθεί η εταιρία ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΑΜΙΑΣ να παύσει την ως άνω διαπιστωθείσα παράβαση και να παραλείπει αυτή στο µέλλον, 5 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  9. να επιβληθεί πρόστιµο στην ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΑΜΙΑΣ για την ως άνω διαπιστωθείσα παράβαση, υπολογιζόµενο επί των ετησίων ακαθάριστων εσόδων από υπηρεσίες που αφορούν στην διαπιστωθείσα παράβαση για κάθε έτος της παράβασης, λαµβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που παρατίθενται στo κεφάλαιο VII.
  10. ανάλογα µε τη διάρκεια συµµετοχής της και
  11. να απειληθεί η εν λόγω επιχείρηση µε πρόστιµο και χρηµατική ποινή, όταν µε απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισµού βεβαιώνεται η συνέχιση ή η επανάληψη της διαπιστωθείσας παράβασης. Επικουρικά, σχετικά µε την παράβαση στην οποία υπέπεσε η ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΑΜΙΑΣ:
  12. να διαπιστωθεί παράβαση του άρθρου 1 του ν. 703/1977-3959/2011, αναφορικά µε την περιγραφόµενη στο ως άνω σκεπτικό παράβαση του cartel facilitator στην εταιρία ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑ∆ΟΣ, ως διάδοχο πρόσωπο για το ανωτέρω διάστηµα,
  13. να υποχρεωθεί η εταιρία ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑ∆ΟΣ να παύσει την ως άνω διαπιστωθείσα παράβαση και να παραλείπει αυτή στο µέλλον,
  14. να επιβληθεί πρόστιµο στην ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑ∆ΟΣ για την ως άνω διαπιστωθείσα παράβαση, υπολογιζόµενο επί των ετησίων ακαθάριστων εσόδων από υπηρεσίες που αφορούν στη διαπιστωθείσα παράβαση για κάθε έτος της παράβασης, λαµβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που παρατίθενται στο κεφάλαιο VII.
  15. ανάλογα µε τη διάρκεια συµµετοχής της και
  16. να απειληθεί η εν λόγω επιχείρηση µε πρόστιµο και χρηµατική ποινή, όταν µε απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισµού βεβαιώνεται η συνέχιση ή η επανάληψη της διαπιστωθείσας παράβασης. Να µην διαπιστωθεί παράβαση για το Σωµατείο Εκπαιδευτών Υποψηφίων Οδηγών Κορινθίας. Κατόπιν το λόγο έλαβαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι και οι νόµιµοι εκπρόσωποι των ενδιαφεροµένων µερών, οι οποίοι τοποθετήθηκαν επί της εισηγήσεως, ανέπτυξαν τις απόψεις τους, έδωσαν διευκρινήσεις και απάντησαν σε ερωτήσεις, που τους υπέβαλαν ο Πρόεδρος και τα µέλη της Ε.Α. και για τη θεµελίωση των ισχυρισµών τους ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Τράπεζας Πειραιώς ζήτησε την εξέταση µάρτυρα. Η Επιτροπή αποδεχόµενη το αίτηµά της εξέτασε τον µάρτυρα «…». Με την ολοκλήρωση της ακροαµατικής διαδικασίας και την εξέταση των µαρτύρων οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των µερών ζήτησαν και ο Πρόεδρος της Επιτροπής χορήγησε προθεσµία τριών
(3)εργάσιµων ηµερών µετά την παραλαβή των πρακτικών από τα ενδιαφερόµενα µέρη, προκειµένου να υποβάλουν τα συµπληρωµατικά υποµνήµατά τους. Η Επιτροπή συνήλθε σε διάσκεψη την 7η Ιουνίου 2013 (ηµέρα Παρασκευή και ώρα 12:30), η οποία συνεχίσθηκε και ολοκληρώθηκε την 29η Ιουλίου 2013 (ηµέρα ∆ευτέρα και ώρα 12:00) στην ως άνω αίθουσα συνεδριάσεων του 1ου ορόφου των Γραφείων της, αφού έλαβε υπόψη της τα στοιχεία του φακέλου της κρινόµενης υπόθεσης, την υπ’ 6 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ αριθµ. 1497/14.2.2013 Εισήγηση, τις απόψεις που διατύπωσαν προφορικώς τα ενδιαφερόµενα µέρη κατά την συζήτηση της υπόθεσης και µε τα υποµνήµατά τα οποία υπέβαλαν, καθώς και τα όσα κατέθεσε ο µάρτυρας κατά την ακροαµατική διαδικασία, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΩΣ ΕΞΗΣ: I. ΣΥΝΟΠΤΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
  1. Στις 8-9-2010 διαβιβάστηκε στην Επιτροπή Ανταγωνισµού (υπ’ αριθ. πρωτ. 5403), από τη Νοµαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αχαΐας, η από 31-8-2010 αναφορά […] σχετικά µε την πρακτική που ακολουθούν οι σχολές οδηγών της Πάτρας, βάσει της οποίας οι τελευταίες ακολουθούν την ίδια τιµολογιακή πολιτική όσον αφορά στην απόκτηση ερασιτεχνικής άδειας οδήγησης αυτοκινήτου. Στη συγκεκριµένη αναφορά καταγράφεται ότι […] πληροφορήθηκε από µέλος του ∆ιοικητικού Συµβουλίου του οικείου σωµατείου ότι έχει ληφθεί σχετική απόφαση από τις σχολές οδήγησης της Πάτρας.1
  2. Στις 15-9-2010 και σε συνέχεια της ανωτέρω αναφοράς, η οποία χρησιµοποιήθηκε και ως έναυσµα για την εκκίνηση της αυτεπάγγελτης έρευνας, διενεργήθηκαν από τη Γ∆Α, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 703/1977 (νυν άρθρο 39 του ν. 3959/2011), αιφνιδιαστικοί επιτόπιοι έλεγχοι στην έδρα του Συλλόγου Σχολών Οδηγών Πελοποννήσου και ∆υτικής Ελλάδος «Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ» και στη σχολή οδηγών […], […] του εν λόγω σωµατείου. Την ίδια ηµέρα διενεργήθηκε επιτόπιος έλεγχος στην έδρα της Πανελλήνιας Οµοσπονδίας Εκπαιδευτών Οδήγησης (Π.Ο.Ε.Ο.), καθώς και στην έδρα του Σωµατείου Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων και ∆ικύκλων Θεσσαλονίκης «Ο ΛΕΥΚΟΣ ΠΥΡΓΟΣ». Περαιτέρω, την ίδια ηµέρα διενεργήθηκε επιτόπιος έλεγχος στην έδρα του Σωµατείου Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων Θεσσαλονίκης «ΜΑΚΕ∆ΟΝΙΑ», η οποία ταυτιζόταν κατά την ηµεροµηνία αυτή µε την έδρα της σχολής οδηγών […], καθώς και στη σχολή οδηγών […] του σωµατείου «ΜΑΚΕ∆ΟΝΙΑ».
  3. Στις 30-9-2010 διενεργήθηκαν επιτόπιοι έλεγχοι στο Σύλλογο Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων Νοµού Ευβοίας – Βοιωτίας, στις σχολές οδηγών των […] του εν λόγω συλλόγου, […] του συλλόγου και εκπροσώπου του στην Πανελλήνια Οµοσπονδία Εκπαιδευτών Οδήγησης (Π.Ο.Ε.Ο.) και […] του συλλόγου. Επίσης, την ίδια ηµέρα, διενεργήθηκε επιτόπιος έλεγχος στη σχολή οδηγών του […], […] του Σωµατείου Εκπαιδευτών Οδηγών Κεντρικής Ελλάδος, η οποία ταυτιζόταν […] µε την έδρα του εν λόγω σωµατείου.
  4. Στις 8-10-2010 διενεργήθηκαν έλεγχοι στις σχολές οδηγών των […], […] και […] οι οποίες έχουν έδρα τη Θήβα.
  5. Στις 3-11-2010 διενεργήθηκαν επιτόπιοι έλεγχοι στη σχολή οδηγών […], […] της Ένωσης Επαγγελµατιών Εκγυµναστών Οδηγών Αυτοκινήτων – Μοτοσικλετών Ηπείρου και Επτανήσων «ΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ», καθώς και στην έδρα της εν λόγω ένωσης (η οποία πάντως βρισκόταν κατά την ηµεροµηνία αυτή στη σχολή οδηγών του […]). Την ίδια ηµεροµηνία διενεργήθηκαν επιτόπιοι 1 Νωρίτερα, στις 10-11-2009, η Γ.∆.Α. είχε λάβει e-mail (αριθ. πρωτ. 8095) από σχολή οδηγών στη Θεσσαλονίκη, στο οποίο αναφερόταν, µεταξύ άλλων, ότι ο σύλλογος έχει προτείνει συγκεκριµένο ποσό αµοιβής για την παροχή των υπηρεσιών εκπαίδευσης υποψηφίων οδηγών, αλλά ορισµένες σχολές δεν τις εφαρµόζουν. 7 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ έλεγχοι στην έδρα του Σωµατείου Εκπαιδευτών Υποψηφίων Οδηγών Αυτοκινήτου - Μοτοσυκλέτας ∆υτικής Κρήτης και στη σχολή οδηγών […] του εν λόγω σωµατείου
  6. Στις 4-11-2010 η Γ.∆.Α. διεξήγαγε αιφνιδιαστικούς επιτόπιους ελέγχους στο Σωµατείο Επαγγελµατιών Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων και ∆ικύκλων Άρτας «Ο ΑΡΑΧΘΟΣ» και στη σχολή οδηγών […] του εν λόγω σωµατείου).
  7. Στις 5-7-2011 διενεργήθηκε επιτόπιος έλεγχος στο Σύλλογο Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων και Μοτοσικλετών Ανατολικής Πελοποννήσου, ο οποίος εδρεύει στη σχολή οδηγών […], καθώς και στη σχολή οδηγών […].
  8. Κατά τη διάρκεια των ανωτέρω επιτόπιων ελέγχων της Γ.∆.Α. λήφθηκαν ανωµοτί καταθέσεις από τους ελεγχόµενους3 και συνεργάτες τους, όποτε αυτό κρίθηκε αναγκαίο.
  9. Στις 8 και 9 Μαρτίου 2012, στελέχη της Γ.∆.Α. έλαβαν ανωµοτί καταθέσεις από τους κ.κ.: - […], […] του Συλλόγου Σχολών Οδηγών Πελοποννήσου και ∆υτικής Ελλάδος «Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ», […], - […], […] του Σωµατείου Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων Θεσσαλονίκης «ΜΑΚΕ∆ΟΝΙΑ» […], - […], […] του Σωµατείου Επαγγελµατιών Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων Θεσσαλονίκης «Ο ΛΕΥΚΟΣ ΠΥΡΓΟΣ» […], κατά το χρόνο της από 9-3-2012 ανωµοτί του κατάθεσης , - […], […] του Σωµατείου Επαγγελµατιών Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων Θεσσαλονίκης «Ο ΛΕΥΚΟΣ ΠΥΡΓΟΣ» και […] της Πανελλήνιας Οµοσπονδίας Εκπαιδευτών Οδήγησης (Π.Ο.Ε.Ο.), - […], […] του Συλλόγου Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων Νοµού Εύβοιας – Βοιωτίας[…], - […], […] της Ένωσης Επαγγελµατιών Εκγυµναστών Οδηγών Αυτοκινήτων – Μοτοσικλετών Ηπείρου και Επτανήσων «ΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ» […], - […], […] του Σωµατείου Επαγγελµατιών Εκπαιδευτών Αυτοκινήτων και ∆ικύκλων Άρτας «Ο ΑΡΑΧΘΟΣ», […], Οδηγών - […], […] του Σωµατείου Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων Κεντρικής Ελλάδος […], - […] και […], ιδιοκτήτες της σχολής οδηγών «[…]» στη Θήβα, 2 Κατά την αξιολόγηση των ευρηµάτων του επιτόπιου ελέγχου στο σωµατείο ∆υτικής Κρήτης κρίθηκε σκόπιµο να ερευνηθεί η δράση των δύο νεώτερων σωµατείων που δραστηριοποιούνται στην περιοχή της ∆υτικής Κρήτης, ήτοι της Ένωσης Εκπαιδευτών Υποψηφίων Οδηγών Αυτοκινήτου – Μοτοσικλέτας Νοµού Χανίων και του Σωµατείου Εκπαιδευτών Υποψηφίων Οδηγών Αυτοκινήτων και Μοτοσικλετών Νοµού Ρεθύµνης. Στα πλαίσια αυτά, λήφθηκαν καταθέσεις από […] των εν λόγω σωµατείων […] και […] αντίστοιχα (βλ. και κατωτέρω σκ. 9), ενώ επίσης προσκοµίστηκαν τα πρακτικά συνεδριάσεων ∆.Σ. και Γ.Σ. των εν λόγω σωµατείων από της ιδρύσεώς τους µέχρι σήµερα. Από την επισκόπηση των σχετικών πρακτικών ∆.Σ. και Γ.Σ. και από τις καταθέσεις των Προέδρων τους δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να καταδεικνύει ότι υπήρξαν περιοριστικές του ανταγωνισµού αποφάσεις των ως άνω συλλόγων ή έστω και σχετικές συζητήσεις µε αντιανταγωνιστικό περιεχόµενο. Ως εκ τούτου, τα εν λόγω σωµατεία Χανίων και Ρεθύµνης δεν αποτέλεσαν µέρη για τους σκοπούς της εισήγησης και της παρούσας απόφασης. 3 Ειδικότερα, ελήφθησαν ανωµοτί καταθέσεις από τους […]. Σε ορισµένες περιπτώσεις, οι καταθέσεις αφορούσαν αποκλειστικά στο χώρο τήρησης των βιβλίων των ελεγχόµενων σωµατείων. 8 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ - […], ιδιοκτήτη σχολής οδηγών στη Θήβα, - […], […] του Σωµατείου Εκπαιδευτών Υποψηφίων Οδηγών Αυτοκινήτου – Μοτοσυκλέτας ∆υτικής Κρήτης […] και - […], […] του Σωµατείου Εκπαιδευτών Υποψηφίων Οδηγών Αυτοκινήτων και Μοτοσικλετών Νοµού Ρεθύµνης, […].
  10. Κατά τις ίδιες ηµέρες, κλήθηκαν και παρείχαν διευκρινίσεις ενώπιον των στελεχών της Γ.∆.Α. οι κ.κ.: - […], […] του καταστήµατος της τράπεζας Πειραιώς επί της οδού Ρήγα Φεραίου 52, στην Πάτρα, […], - […], […] της Συνεταιριστικής Τράπεζας Λαµίας, […], - […], […] της ∆ιεύθυνσης «[…]» της τράπεζας Eurobank, […] και - […], […] του καταστήµατος της Eurobank στη Θήβα […].
  11. Στις 20 Απριλίου 2012 προσήλθε στα γραφεία της Γ.∆.Α. και παρείχε διευκρινίσεις επί της υπόθεσης ο […], ∆ιευθυντής του καταστήµατος της Eurobank στην Άρτα […].
  12. Στις 27 Απριλίου 2012 ελήφθη από τα στελέχη της Γ.∆.Α. ανωµοτί κατάθεση από τον […], µέλος του Σωµατείου Εκπαιδευτών Υποψηφίων Οδηγών Αυτοκινήτου – Μοτοσυκλέτας ∆υτικής Κρήτης, […]. ΙΙ. ΤΑ ΕΜΠΛΕΚΟΜΕΝΑ ΣΤΗΝ ΥΠ’ΑΡΙΘΜ. 1497/14.2.2013 ΈΚΘΕΣΗ ΜΕΡΗ ΙΙ.
  13. ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΣΧΟΛΩΝ Ο∆ΗΓΩΝ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ ΚΑΙ ∆ΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑ∆ΟΣ «Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ»
  14. Ο Σύλλογος Σχολών Οδηγών Πελοποννήσου και ∆υτικής Ελλάδος «Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ» αναγνωρίστηκε µε την υπ’ αριθ. 728/1971 απόφαση του Πρωτοδικείου Πατρών και σύµφωνα µε τα στοιχεία του φακέλου τροποποιήθηκε διαδοχικά µε τις υπ’ αριθ. 679/80 και 470/87 αποφάσεις του ανωτέρω Πρωτοδικείου. Ο εν λόγω σύλλογος κατά το χρονικό διάστηµα 2005-2011 αριθµούσε, κατά δήλωσή του, 120 µέλη4 και το ∆.Σ. αποτελούνταν, στις 29-22012, από τους εξής: Τσάµης Παναγιώτης (Πρόεδρος), Νεόφυτος Σπυρίδων (Αντιπρόεδρος), Σακκάς Νικόλαος (Αντιπρόεδρος), Βερύκιος Άγγελος (Γραµµατέας), Κανελλόπουλος Κωνσταντίνος (Ταµίας), Κατσίβελης ∆ιονύσιος (Μέλος), Κοττας Μάριος (Μέλος), Παπακωστόπουλος Παναγιώτης (Μέλος), Χρυσος ∆ηµήτρης (Μέλος). ΙΙ.
  15. ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΚΠΑΙ∆ΕΥΤΩΝ Ο∆ΗΓΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ «ΜΑΚΕ∆ΟΝΙΑ» ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ
  16. Το Σωµατείο Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων Θεσσαλονίκης «ΜΑΚΕ∆ΟΝΙΑ» αναγνωρίστηκε µε την υπ’ αριθ. 776/25-6-1992 απόφαση του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και σύµφωνα µε τα στοιχεία του φακέλου τουλάχιστον µέχρι την 19-6-2012 δεν είχε τροποποιηθεί ή διαλυθεί
  17. Ως προς τον αριθµό των µελών του σωµατείου, δεν έχει περιέλθει στη Γ.∆.Α. έγγραφο µε 4 Βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. 1877/2-3-2012 απαντητική επιστολή του ως άνω συλλόγου στo υπ’ αριθ. πρωτ. 1427/16-2-2012 αίτηµα παροχής στοιχείων της Γ.∆.Α. 5 Βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. 24289/19-6-2012 σχετικό πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. 9 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ σχετικές πληροφορίες σε απάντηση στις υπ’ αριθ. πρωτ. 1426/16-2-2012, 4332/14-5-2012, 5103/14-6-2012 και 6697/29-8-2012 σχετικές συστηµένες επιστολές της προς το σωµατείο.
  18. Το ∆.Σ. του εν λόγω σωµατείου αποτελούνταν στις 22-6-2011 από τους εξής: Χριστοδούλου Αθανάσιος (Πρόεδρος), Θεοδότου ∆ηµήτριος (Αντιπρόεδρος), Λέντζιου Ευφροσύνη (Γραµµατέας), Φάκας Αναστάσιος (Μέλος), Ταχµατζίδης ∆ηµήτριος (Μέλος), Χαραλαµπίδης ∆ηµήτριος (Μέλος). Σηµειωτέον ότι όπως προκύπτει από τα υπ’ αριθ. 7/22-6-2011 και 8/19-9-2011 πρακτικά ∆.Σ. του εν λόγω σωµατείου, που απέστειλε στη Γ.∆.Α. µαζί µε τη συνηµµένη έγγραφη παραίτησή του ο κ. Θεοδότου ∆ηµήτριος,6 καθώς και από την υπ’ αριθ. πρωτ. 5116/14-6-2012 επιστολή του κ. Χριστοδούλου Αθανασίου προς την Γ.∆.Α, σύσσωµο το ∆.Σ. του σωµατείου υπό την ανωτέρω σύνθεσή του παραιτήθηκε στις 19-9-2011, ο δε κ. Χριστοδούλου Αθανάσιος, σύµφωνα µε την ως άνω επιστολή του παραιτήθηκε και από µέλος του εν λόγω σωµατείου λόγω συνταξιοδότησης
  19. Επισηµαίνεται, ότι η Γ∆Α είχε αποστείλει την υπ’ αριθ. 5194/19-6-2012 επιστολή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης µε την οποία ζητούσε α) αντίγραφο του καταστατικού του σωµατείου και των τροποποιήσεων του, β) αντίγραφα των πρακτικών των Γενικών Συνελεύσεων (Τακτικών και Έκτακτων) και ∆ιοικητικού Συµβουλίου, από ιδρύσεώς του έως σήµερα και γ) τυχόν πρακτικό διάλυσης του εν λόγω σωµατείου. Με το υπ’ αριθ. πρωτ. 5328/22-6-2012 έγγραφό του, το Τµήµα Πιστοποιητικών του ανωτέρω Πρωτοδικείου απέστειλε στην Υπηρεσία συνηµµένα: α) το υπ’ αριθ. πρωτ. 24289/19-6-2012 πιστοποιητικό µεταβολών, από το οποίο προκύπτει ότι το εν λόγω σωµατείο δεν έχει τροποποιηθεί ή διαλυθεί µέχρι και την 19-6-2012, β) το από 5-5-1992 καταστατικό του σωµατείου, γ) το από 28-2-1992 πρακτικό ίδρυσής του και δ) τα πρακτικά αρχαιρεσιών του σωµατείου από ιδρύσεως του σωµατείου έως και το έτος
  20. Τέλος, µε το ως άνω έγγραφο γνωστοποιήθηκε στην Υπηρεσία ότι στο σχετικό φάκελο που υπάρχει στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δεν υπάρχουν άλλα πρακτικά Γ.Σ. και ∆.Σ. του σωµατείου ούτε και πρακτικό διάλυσής του.
  21. Όσον αφορά στη σχέση του µε τα λοιπά σωµατεία της Θεσσαλονίκης, όπως δηλώνεται στην από 15-9-2010 ανωµοτί κατάθεση της […]8, […] του σωµατείου […] και […] του σωµατείου, υπό διάφορες ιδιότητες (µεταξύ των οποίων και εκείνης της Αντιπροέδρου), […], «Πολλά από τα µέλη όµως του σωµατείου ΜΑΚΕ∆ΟΝΙΑ είναι εγγεγραµµένα και ως µέλη του ΛΕΥΚΟΥ ΠΥΡΓΟΥ. Παρά τις κατά περιόδους εντάσεις που έχουν προκαλέσει διάφοροι παράγοντες (π.χ. προσωπικές φιλοδοξίες και αδυναµία συνεννόησης µελών) οι σχέσεις των σωµατείων ΜΑΚΕ∆ΟΝΙΑ και ΛΕΥΚΟΣ ΠΥΡΓΟΣ είναι κατά βάση αρµονικές. Μάλιστα -µε αφορµή και το διαχωρισµό της ∆/νσης Συγκοινωνιών του Υπουργείου Μεταφορών σε Ανατολικής και ∆υτικής Θεσ/νίκης- τα δύο σωµατεία έχουν συµφωνήσει ότι σε γενικές γραµµές το σωµατείο ΜΑΚΕ∆ΟΝΙΑ θα επιλαµβάνεται 6 Βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. 5320/22-6-2012 εισερχόµενο της Γ.∆.Α.. Έκτοτε δεν έχουν περιέλθει στη Γ.∆.Α. πληροφορίες σχετικά µε την νέα σύνθεση του ∆.Σ. του εν λόγω συλλόγου. Ειδικότερα, στην τελευταία υπ’ αριθ. πρωτ. 6697/29-8-2012 επιστολή παροχής στοιχείων που απέστειλε η Γ.∆.Α. στο σύλλογο αιτούµενη, µεταξύ άλλων, την τρέχουσα σύνθεση του ∆.Σ., δεν ελήφθη απάντηση. Σύµφωνα δε µε τα στοιχεία που απέστειλαν στην Υπηρεσία τα Ελληνικά Ταχυδροµεία ΑΕ στο σχετικό υπ’ αριθ. πρωτ. 9341/27-11-2012 αίτηµα της Υπηρεσίας, η σχετική από 29-8-2012 επιστολή παροχής στοιχείων της Γ.∆.Α. δεν επιδόθηκε στο σωµατείο, αλλά επιστράφηκε στον αποστολέα στις 14-9-2012 µε την ένδειξη «ο παραλήπτης έφυγε χωρίς να αφήσει διεύθυνση» (βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. 9483/30-11-2012 απαντητική επιστολή ΕΛΤΑ). 8 Η συγκεκριµένη κατάθεση ελήφθη κατά τη διάρκεια του επιτόπιου ελέγχου που διενήργησε η Γ.∆.Α. στη σχολή οδηγών […]. 7 10 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ζητηµάτων που εµπίπτουν στις αρµοδιότητες της ∆/νσης Συγκοινωνιών ∆υτικής Θεσ/νίκης του Υπ. Μεταφορών και το σωµατείο ΛΕΥΚΟΣ ΠΥΡΓΟΣ ζητηµάτων που εµπίπτουν στις αρµοδιότητες της ∆/νσης Συγκοινωνιών Ανατολικής Θεσ/νίκης. Ο εν λόγω διαχωρισµός αρµοδιοτήτων των δύο σωµατείων είναι άτυπος και όχι αυστηρός: ανάλογα µε τις περιστάσεις το κάθε σωµατείο µπορεί να επιληφθεί ζητηµάτων που υπάγονται στις ατύπως οριοθετηµένες αρµοδιότητες του άλλου. Εκτός των δύο αυτών σωµατείων λειτουργούν επίσης και άλλα 2 ανεξάρτητα σωµατεία. Αυτά είναι τα ακόλουθα:
  22. […] και
  23. […]. Τα µέλη οποιουδήποτε εκ των τεσσάρων συνολικά σωµατείων µπορεί να είναι εγγεγραµµένα ως µέλη και όλων των λοιπών σωµατείων. Μοναδικός περιορισµός είναι ότι θα µπορούν να ψηφίζουν για την ανάδειξη µελών ∆.Σ. σε µία µόνο Οµοσπονδία, ενώ δικαιούνται να ψηφίζουν στις εκλογές για το ∆.Σ. όλων των σωµατείων, στα οποία ανήκουν.».
  24. Σχετικά µε τα ανωτέρω, ο […], […] του εν λόγω σωµατείου […], στην από 9-32012 ανωµοτί κατάθεσή του στους υπαλλήλους της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης τόνισε ότι δεν υπάρχει συµφωνία µεταξύ του συγκεκριµένου σωµατείου και του Σωµατείου Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων και ∆ικύκλων Θεσσαλονίκης «Ο ΛΕΥΚΟΣ ΠΥΡΓΟΣ» που να αφορά στην επίλυση των ζητηµάτων που εµπίπτουν στην αρµοδιότητα των ∆ιευθύνσεων Συγκοινωνιών Ανατολικής και ∆υτικής Θεσσαλονίκης και δεν τίθεται θέµα άρνησης από κάποια σχολή για την εκπαίδευση υποψήφιου οδηγού, οπουδήποτε και αν κατοικεί αυτός. Όσον αφορά στα άλλα δύο σωµατεία που λειτουργούν στη Θεσσαλονίκη[…]), ο […] δήλωσε ότι δεν υπάρχει συγκεκριµένος χώρος δραστηριοποίησής τους.
  25. Αντίστοιχη ήταν η δήλωση του […], µέλους [….]9 του Σωµατείου Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων και ∆ικύκλων Θεσσαλονίκης «Ο ΛΕΥΚΟΣ ΠΥΡΓΟΣ» και […], κατά το χρόνο της από 9-3-2012 ανωµοτί του κατάθεσης, κατά την οποία ανέφερε στα στελέχη της Γ.∆.Α. ότι «∆εν υπήρξε καµία συµφωνία του σωµατείου µας µε το σωµατείο “ΜΑΚΕ∆ΟΝΙΑ” σχετικά µε το διαχωρισµό αρµοδιοτήτων. Ο “ΛΕΥΚΟΣ ΠΥΡΓΟΣ” καλύπτει ολόκληρο το νοµό Θεσσαλονίκης και τα µέλη του είναι διασκορπισµένα σε αυτόν. Άτυπα, επειδή η έδρα του σωµατείου “ΜΑΚΕ∆ΟΝΙΑ” βρίσκεται στα δυτικά του νοµού, όπως και τα µέλη του, τα µέλη του εν λόγω σωµατείου δραστηριοποιούνται κυρίως στην περιοχή που εµπίπτει στην αρµοδιότητα της ∆ιεύθυνσης Συγκοινωνιών ∆υτικής Θεσσαλονίκης. Το σωµατείο “ΜΑΚΕ∆ΟΝΙΑ”, όπως και τα λοιπά σωµατεία της Θεσσαλονίκης, είναι πολύ µικρότερο από το “ΛΕΥΚΟ ΠΥΡΓΟ”.». Σε άλλο σηµείο της κατάθεσής του, ο […] τόνισε ότι δεν υπάρχει γεωγραφικός περιορισµός στην παροχή υπηρεσιών από τα µέλη των δύο προαναφερόµενων σωµατείων, ενώ, σε ερώτηση σχετικά µε τα άλλα δύο σωµατεία που λειτουργούν στη Θεσσαλονίκη[…]), δήλωσε ότι δε γνωρίζει πού εδρεύουν ούτε πού δραστηριοποιούνται τα µέλη τους. ΙΙ.
  26. ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΚΠΑΙ∆ΕΥΤΩΝ Ο∆ΗΓΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ∆ΙΚΥΚΛΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ «Ο ΛΕΥΚΟΣ ΠΥΡΓΟΣ»
  27. Το Σωµατείο Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων και ∆ικύκλων Θεσσαλονίκης «Ο ΛΕΥΚΟΣ ΠΥΡΓΟΣ» αναγνωρίστηκε µε την υπ’ αριθ. 2204/1935 απόφαση του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και σύµφωνα µε τα στοιχεία του φακέλου τροποποιήθηκε διαδοχικά µε τις υπ’ αριθ. 1021/66, 998/73, 209/79, 863/90, 19392/95, 20838/97 και 7335/04 αποφάσεις του ανωτέρω Πρωτοδικείου. Το εν 9 Βλ. την από 9-3-2012 ανωµοτί κατάθεσή του, σύµφωνα µε την οποία «είµαι […] του σωµατείου. Κατέχω τη θέση αυτή […]». 11 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ λόγω σωµατείο κατά το χρονικό διάστηµα 1999-2011 αριθµούσε, κατά δήλωσή του, 376 µέλη10 και το ∆.Σ. αποτελείτο, στις 5-3-2012, από τους εξής: Τσαµασλής Ηλίας (Πρόεδρος), Ταµουρίδου Κυριακή (Αντιπρόεδρος), Κωνσταντινάκης Απόστολος (Γραµµατέας), Σικαλίδου Αικατερίνη (Ταµίας), Κωνσταντίνου Κωνσταντίνος (Μέλος), Πουταχίδης Θεόδωρος (Μέλος), Φωτεινάκη Ελένη (Μέλος), Τσακνάκης Κωνσταντίνος (Μέλος), Ματσιώρης Μιχαήλ (Μέλος). ΙΙ.
  28. ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΚΠΑΙ∆ΕΥΤΩΝ Ο∆ΗΓΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ Ν. ΕΥΒΟΙΑΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ
  29. Ο Σύλλογος Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων Ν. Ευβοίας και Βοιωτίας αναγνωρίστηκε µε την υπ’ αριθ. 269/1982 απόφαση του Πρωτοδικείου Χαλκίδας και σύµφωνα µε τα στοιχεία του φακέλου τροποποιήθηκε µε την υπ’ αριθ. 237/91 απόφαση του ανωτέρω Πρωτοδικείου. Ο εν λόγω σύλλογος κατά το χρονικό διάστηµα 1998-2011 αριθµούσε, κατά δήλωσή του, 41 µέλη11 και το ∆.Σ. αποτελούνταν, στις 8-3-2012, από τους εξής: Παππάς ∆ηµήτριος (Πρόεδρος), Καλόγηρος Κωνσταντίνος (Αντιπρόεδρος), Αλεξίου Παναγιώτης (Γραµµατέας), Πετρόπουλος Γεώργιος (Ταµίας), Βλάχος ∆ηµήτριος (Μέλος). ΙΙ.
  30. ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΕΚΠΑΙ∆ΕΥΤΩΝ Ο∆ΗΓΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ∆ΙΚΥΚΛΩΝ ΝΟΜΟΥ ΑΡΤΑΣ «Ο ΑΡΑΧΘΟΣ»
  31. Το Σωµατείο Επαγγελµατιών Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων και ∆ικύκλων «Ο ΑΡΑΧΘΟΣ» αναγνωρίστηκε µε την υπ’ αριθ. 222/2007 απόφαση του Πρωτοδικείου Άρτας και σύµφωνα µε τα στοιχεία του φακέλου δεν έχει τροποποιηθεί. Το εν λόγω σωµατείο κατά το χρονικό διάστηµα 2006-2011 αριθµούσε, κατά δήλωσή του, 23 µέλη12 και το ∆.Σ. αποτελούνταν, στις 2-32012, από τους εξής: Κουτσαντουλας Κωνσταντίνος (Πρόεδρος), Κόκκινος Γεώργιος (Αντιπρόεδρος), Μπόνιος Κωνσταντίνος (Γραµµατέας), Ζιώγας Κωνσταντίνος (Ταµίας), Μανιφάβας Νικόλαος (Μέλος). ΙΙ.
  32. ΕΝΩΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΕΚΓΥΜΝΑΣΤΩΝ Ο∆ΗΓΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ – ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΩΝ ΗΠΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΕΠΤΑΝΗΣΩΝ «ΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ»
  33. Η Ένωση Επαγγελµατιών Εκγυµναστών Οδηγών Αυτοκινήτων – Μοτοσικλετιστών Ηπείρου και Επτανήσων «ΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ» αναγνωρίστηκε µε την υπ’ αριθ. 520/1982 απόφαση του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και σύµφωνα µε τα στοιχεία του φακέλου τροποποιήθηκε διαδοχικά µε τις υπ’ αριθ. 151/1987 και 164/2010 αποφάσεις του ανωτέρω Πρωτοδικείου. Η εν λόγω ένωση κατά το χρονικό διάστηµα 1997-2011 αριθµούσε, κατά δήλωσή της, 51 µέλη13 και το ∆.Σ. αποτελείτο, στις 8-3-2012, από τους εξής: Ντίβας ∆ηµήτριος (Πρόεδρος), Χολέβας Χρήστος (Αντιπρόεδρος), ∆ήµος Ευριπίδης (Γραµµατέας), Λένας Μηνάς (Ταµίας), Αθανασίου Χρήστος (Μέλος). 10 Βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. 2145/5-3-2012 απαντητική επιστολή του ως άνω συλλόγου στο υπ’ αριθ. πρωτ. 1429/16-2-2012 αίτηµα παροχής στοιχείων της Γ.∆.Α. 11 Βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. 2365/12-3-2012 απαντητική επιστολή του ως άνω συλλόγου στο υπ’ αριθ. πρωτ. 1425/16-2-2012 αίτηµα παροχής στοιχείων της Γ.∆.Α. 12 Βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. 1878/2-3-2012 απαντητική επιστολή του ως άνω συλλόγου στο υπ’ αριθ. πρωτ. 1424/16-2-2012 αίτηµα παροχής στοιχείων της Γ.∆.Α. 13 Βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. 2243/8-3-2012 απαντητική επιστολή του ως άνω συλλόγου στο υπ’ αριθ. πρωτ. 1428/16-2-2012 αίτηµα παροχής στοιχείων της Γ.∆.Α. 12 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΙΙ.
  34. ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΚΠΑΙ∆ΕΥΤΩΝ Ο∆ΗΓΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΛΛΑ∆ΟΣ
  35. Το Σωµατείο Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων Κεντρικής Ελλάδος αναγνωρίστηκε µε την υπ’ αριθ. 188/1997 απόφαση του Πρωτοδικείου Λαµίας και σύµφωνα µε τα στοιχεία του φακέλου δεν έχει τροποποιηθεί. Το εν λόγω σωµατείο κατά το χρονικό διάστηµα 2000-2011 αριθµούσε, κατά δήλωσή του, 40 µέλη14 και το ∆.Σ. αποτελείτο, στις 1-3-2012, από τους εξής: Γεωργαντάς Γεώργιος (Πρόεδρος), Αρβανίτης ∆ηµήτριος (Αντιπρόεδρος), Μπακογεωργος ∆ηµήτριος (Γραµµατέας), Καρακίτσος Πέτρος (Ταµίας), Πανάγος Γεώργιος (Μέλος), Πιλάλης Ιωάννης (Μέλος), Σελέκος Νικόλαος (Μέλος). ΙΙ.
  36. ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΚΠΑΙ∆ΕΥΤΩΝ ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ Ο∆ΗΓΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ ∆ΥΤΙΚΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
  37. Το Σωµατείο Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων ∆υτικής Κρήτης µε έδρα τα Χανιά αναγνωρίστηκε µε την υπ’ αριθ. 81/1980 απόφαση του Πρωτοδικείου Χανίων και σύµφωνα µε τα στοιχεία του φακέλου τροποποιήθηκε µε την υπ’ αριθ. 379/2000 απόφαση του ανωτέρω Πρωτοδικείου και τουλάχιστον µέχρι την 21-1-2013 δεν είχε τροποποιηθεί ή διαλυθεί
  38. Ως προς τον αριθµό των µελών και τα µέλη ∆.Σ. του σωµατείου δεν έχει περιέλθει στη Γ.∆.Α. έγγραφο µε σχετικές πληροφορίες σε απάντηση στις υπ’ αριθ. πρωτ. 1454/16-2-2012 και 4331/14-5-2012 συστηµένες επιστολές της προς το εν λόγω σωµατείο.
  39. Όπως διευκρίνισε ο […] […] της Ένωσης Εκπαιδευτών Υποψηφίων Οδηγών Αυτοκινήτου – Μοτοσυκλέτας Νοµού Χανίων16 και επιβεβαίωσε ο […], […] του σωµατείου Ρεθύµνης, στο παρελθόν οι εκπαιδευτές υποψηφίων οδηγών των νοµών Ρεθύµνου και Χανίων ανήκαν στο κοινό αυτό σωµατείο, καθώς ο αριθµός των εκπαιδευτών του νοµού Ρεθύµνου ήταν µικρότερος από τον εκ του νόµου απαιτούµενο για την ίδρυση σωµατείου, γεγονός το οποίο δεν ισχύει πλέον
  40. Περαιτέρω, στην υπ’ αριθ. πρωτ. 1569/22-2-2012 επιστολή του προς τη Γ∆Α, ο […] ισχυρίζεται ότι το σωµατείο ∆υτικής Κρήτης έχει παύσει πλέον να υφίσταται και στη θέση του υπάρχουν τα δύο ενεργά σωµατεία Χανίων και Ρεθύµνης
  41. Εντούτοις, σύµφωνα µε το υπ’ αριθ. πρωτ. 240/21-1-2013 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Χανίων, το σωµατείο ∆υτικής Κρήτης, τουλάχιστον µέχρι την 21-1-2013, δεν είχε διαλυθεί ή τροποποιηθεί. ΙΙ.
  42. ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΚΠΑΙ∆ΕΥΤΩΝ ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ Ο∆ΗΓΩΝ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ
  43. Το Σωµατείο Εκπαιδευτών Υποψηφίων Οδηγών Κορινθίας (πρώην Σύλλογος Εκπαιδευτών Οδηγών Αυτοκινήτων και Μοτοσυκλετών Ανατολικής Πελοποννήσου) αναγνωρίστηκε µε την υπ’ αριθ. 565/1983 απόφαση του Πρωτοδικείου Κορίνθου και σύµφωνα µε τα στοιχεία του φακέλου τροποποιήθηκε µε την υπ’ αριθ. 617/2008 απόφαση του ανωτέρω Πρωτοδικείου. 14 Βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. 1839/1-3-2012 απαντητική επιστολή του ως άνω συλλόγου στο υπ’ αριθ. πρωτ. 1430/16-2-2012 αίτηµα παροχής στοιχείων της Γ.∆.Α. 15 Βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. 240/21-1-2013 σχετικό πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Χανίων. 16 Βλ. ανωµοτί κατάθεση του µε ηµεροµηνία 9-3-2012 στα στελέχη της Γ.∆.Α. και της Περιφερειακής Ενότητας Χανίων. 17 Βλ. ανωµοτί κατάθεση του µε ηµεροµηνία 9-3-2012 στα στελέχη της Γ.∆.Α. 18 Όπως προαναφέρθηκε (βλ. υποσ. 4) η δράση των σωµατείων Χανίων και Ρεθύµνης ερευνήθηκε από την Γ.∆.Α., χωρίς ωστόσο να προκύψει κανένα στοιχείο που να καταδεικνύει την ύπαρξη αποφάσεων ή έστω συζητήσεων µε αντιανταγωνιστικό περιεχόµενο, στα πλαίσια των συνεδριάσεων ∆.Σ. και Γ.Σ. των εν λόγω σωµατείων. 13 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Το εν λόγω σωµατείο κατά το χρονικό διάστηµα 2005-2011 αριθµούσε, κατά δήλωσή του, 41 µέλη
  44. ΙΙ.
  45. ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝ∆ΙΑ ΕΚΠΑΙ∆ΕΥΤΩΝ Ο∆ΗΓΩΝ (Π.Ο.Ε.Ο.)
  46. Η Π.Ο.Ε.Ο. (πρώην Π.Ο.Ε.Ε.Ο.Α.Μ. – Πανελλήνια Οµοσπονδία Επαγγελµατιών Εκπαιδευτών Υποψηφίων Οδηγών και Οδηγών Αυτοκινήτων και Μοτοσικλετών) αναγνωρίστηκε µε την υπ’ αριθ. 3234/1977 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών και σύµφωνα µε τα στοιχεία του φακέλου τροποποιήθηκε διαδοχικά µε τις υπ’ αριθ. 5191/2004 και 4591/2010 αποφάσεις του ανωτέρω Πρωτοδικείου
  47. Το ∆.Σ. της Π.Ο.Ε.Ο αποτελούνταν, στις 16-1-2013 από τους εξής: Μαυράκης Κων/νος (Πρόεδρος), Αθανασίου Χρήστος (Α΄Αντιπρόεδρος), Βαρσάµης Ιωάννης (Β΄ Αντιπρόεδρος), Ηλιάδης ∆ιαµαντής (Γενικός Γραµµατέας), Γκατσόπουλος Κωνσταντίνος (Ταµίας), Μιχελάκης Ελεύθεριος (Αναπληρωµατικός Γραµµατέας), Κανδιας Κοσµάς ( Μέλος), Πουλιάσης Νικόλαος (Μέλος), και Χαρµπής Παναγιώτης (Μέλος).
  48. Σηµειώνεται, ότι όπως καταγράφεται στην υπ’ αριθ. 106/22-9-2008 επιστολή της οµοσπονδίας προς τη Γενική ∆ιευθύντρια Μεταφορών του Υπουργείου Υποδοµών, Μεταφορών και ∆ικτύων, µε κοινοποίηση στη ∆ιεύθυνση Οδικής Ασφάλειας και Περιβάλλοντος του εν λόγω Υπουργείου και στα µέλη του κλάδου, µε θέµα «∆εύτερη Οµοσπονδία Εκπαιδευτών Οδήγησης»21, υπάρχει και δεύτερη οµοσπονδία εκπαιδευτών οδήγησης, η οποία διαθέτει σηµαντικά λιγότερα µέλη. Ειδικότερα, στην επιστολή αναφέρεται ότι ο συγκεκριµένος κλάδος διέθετε, το έτος 2008, συνολικά 44 επαγγελµατικά σωµατεία (µε σύνολο εκπαιδευτών περίπου 3.500), εκ των οποίων τα 35 ανήκαν στη δύναµη της Π.Ο.Ε.Ο. (µε σύνολο εκπαιδευτών περίπου 3.200), τα 5 ανήκαν στη δεύτερη Οµοσπονδία (Ο.Ε.Υ.Ο.Α.Μ.Ε. - Οµοσπονδία Εκπαιδευτών Υποψηφίων Οδηγών Αυτοκινήτων Μοτοσικλετών Ελλάδος) (µε σύνολο εκπαιδευτών περίπου 140), ενώ τα 4 επαγγελµατικά σωµατεία ήταν ανεξάρτητα (µε σύνολο εκπαιδευτών περίπου 160). Όπως σηµειώνεται στη συνέχεια της επιστολής, ο αριθµός των µελών της Ο.Ε.Υ.Ο.Α.Μ.Ε. είχε µειωθεί, κατά το έτος 2008, από 8 (που ήταν όταν δηµιουργήθηκε) σε 5, µε συνέπεια αυτή να µην πληρεί την προϋπόθεση του σχετικού νόµου22 για τη δηµιουργία οµοσπονδίας (συµπερίληψη τουλάχιστον 6 κλαδικών σωµατείων) και να µην αναγνωρίζεται ως νόµιµη από την Π.Ο.Ε.Ο. ΙΙ.
  49. ΕΠΤΑ
(7)ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΣΧΟΛΕΣ Ο∆ΗΓΩΝ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΒΟΙΩΤΙΑΣ 30. Πρόκειται για επτά
(7)Σχολές Οδηγών που δραστηριοποιούνται στο νοµό Βοιωτίας και ειδικότερα στις περιοχές των Θηβών, του ∆ηλεσίου και του Σχηµαταρίου, οι οποίες είναι: […] µε έδρα τη Θήβα Βοιωτίας, […] µε έδρα τη Θήβα Βοιωτίας, […] µε έδρα τη Θήβα Βοιωτίας, […] µε έδρα το ∆ήλεσι 19 Βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. 7627/3-10-2012 λίστα µελών που απέστειλε ο ως άνω σύλλογος σε απάντηση στα υπ’ αριθ. πρωτ. 5216/20-6-2012 και 6695/29-8-2012 αιτήµατα παροχής στοιχείων της Γ.∆.Α. 20 Με την τελευταία αυτή τροποποίηση του καταστατικού της 19-1-2008 έλαβε και την ισχύουσα επωνυµία της ως Π.Ο.Ε.Ο. 21 Η συγκεκριµένη επιστολή βρίσκεται αναρτηµένη στην ιστοσελίδα της οµοσπονδίας (http://www.ekpaideftis.gr), στην ενότητα «Εξερχόµενα Έγγραφα» (http://www.ekpaideftis.gr/frontend/decisions.php?task=outgoing&page=8). 22 N. 1712/1987 «Εκσυγχρονισµός επαγγελµατικών οργανώσεων των εµπόρων, βιοτεχνών και λοιπών επαγγελµατιών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 115). 14 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Βοιωτίας, […] µε έδρα το Σχηµατάρι Βοιωτίας, […] µε έδρα τη Θήβα Βοιωτίας και […] µε έδρα το Σχηµατάρι Βοιωτίας. ΙΙ.12. ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΑΜΙΑΣ ΣΥΝ.ΠΕ. 31. Η Συνεταιριστική Τράπεζα Λαµίας αποτέλεσε την πρώτη τράπεζα που λειτούργησε στην Ελλάδα από το έτος 1900 µε τη µορφή συνεταιρισµού. Μέχρι την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της η τράπεζα δραστηριοποιούνταν µέσω οκτώ
(8)καταστηµάτων στους νοµούς Φθιώτιδας, Φωκίδας και Ευρυτανίας. Όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. πρωτ. 6971/14-9-2012 απαντητική επιστολή της Συνεταιριστικής Τράπεζας Λαµίας, (µε έδρα τη Λαµία, Αθανασίου ∆ιάκου, 1), το ∆ιοικητικό Συµβούλιο της τράπεζας, σύµφωνα µε το υπ’ αριθ. 19/15-112011 απόσπασµα πρακτικού συνεδρίασης ∆.Σ., αποτελείται από τους εξής: ∆ηµήτριο Καρδάκο (Πρόεδρο), Γεώργιο Γεωργαντά (Α΄ Αντιπρόεδρο), Γεώργιο Καββαδία (Β΄ Αντιπρόεδρο), ∆ηµήτριο Μπριάννη (Γραµµατέα), ∆ηµήτριο Καρανίκα (Ταµία), Ιωάννη Παπαδηµητρίου (Μέλος), Κωνσταντίνο Γκουζια (Μέλος), Χρήστο Μπλουκα (Μέλος), ∆ηµήτριο Μαντζανα (Μέλος) και ∆ηµήτριο Σεϊντη (Μέλος – Εκπρόσωπος Εργαζοµένων). […].
  1. Ειδικότερα, σύµφωνα µε το υπ’ αριθ. πρωτ. 5630/19.9.201223 έγγραφο που απεύθυνε η Τράπεζα της Ελλάδος στην Γ.∆.Α.: […]. . II.
  2. ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑ∆ΟΣ Α.Ε.
  3. Η ΕΤΕ, µε έδρα την Αθήνα (Αιόλου 86), ιδρύθηκε το 1841 ως εµπορική τράπεζα και µέχρι το 1928 είχε το αποκλειστικό εκδοτικό προνόµιο του νοµίσµατος της Ελλάδος. Εισήχθη στο Χρηµατιστήριο Αξιών Αθηνών το
  4. Αποτελεί τη µεγαλύτερη ελληνική εµπορική τράπεζα, ενώ, σύµφωνα µε τα οικονοµικά στοιχεία της 31.12.2011, το ενεργητικό της ΕΤΕ και του Οµίλου που ηγείται, υπερβαίνει τα 87 δις και τα 106 δις ευρώ αντίστοιχα
  5. Σύµφωνα µε την υπ’ αριθ. πρωτ. 7103/19-12-2012 επιστολή παροχής στοιχείων της ΕΤΕ προς τη Γ.∆.Α., […]25 […]. Κατά την ίδια ως άνω επιστολή παροχής στοιχείων, το ∆.Σ. της ΕΤΕ αποτελείτο στις 30-8-2012 από τους εξής: Γεώργιος Ζανιάς (Πρόεδρος), Αλέξανδρος Τουρκολιάς (∆ιευθύνων Σύµβουλος), Πέτρος Χριστοδούλου (Αναπληρωτής ∆ιευθύνων Σύµβουλος), Σεβασµιώτατος Μητροπολίτης Ιωαννίνων κ.κ. Θεόκλητος (Μέλος), Στέφανος Βαβαλίδης (Μέλος), Ιωάννης Γιαννίδης (Μέλος), Σπυρίδων Θεοδωρόπουλος (Μέλος), Ευθύµιος Κατσίκας (Μέλος), Σταύρος Κούκος (Μέλος), Αλεξάνδρα ΠαπαλεξοπούλουΜπενοπούλου (Μέλος), Πέτρος Σαµπατακάκης (Μέλος), Μαρία Φραγκίστα (Μέλος), Αλέξανδρος Μακρίδης (Μέλος), Χαράλαµπος Μάκκας (Μέλος). Οι αιτηθέντες από τη Γ.∆.Α. κύκλοι εργασιών της εν λόγω τράπεζας για τα έτη 2007-2012 στην αγορά των καταθέσεων παρατίθενται αναλυτικά στο συνηµµένο Παράρτηµα 4 της υπ’ αριθµ. 1497/14.2.2013 έκθεσης. II.
  6. ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.26 23 Αριθ. πρωτ. Γ.∆.Α. 7188/21-9-
  7. Βλ. http://www.nbg.gr. 25 […] 26 Βλ. ΕΑ 549/VII/2012, υπό Β.
  8. 24 15 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  9. Η τράπεζα Πειραιώς, µε έδρα την Αθήνα (Αµερικής 4), ιδρύθηκε το 1916, ενώ το 1918 οι µετοχές της εισήχθησαν στο Χρηµατιστήριο Αξιών Αθηνών. Η Τράπεζα Πειραιώς είναι πολυµετοχική εταιρεία. Η µετοχική της βάση παρουσιάζει µεγάλη διασπορά και αποτελείται από θεσµικούς επενδυτές του εσωτερικού και εξωτερικού, άλλα νοµικά πρόσωπα καθώς και πολλούς ιδιώτες επενδυτές. Το ∆.Σ. της ΕΤΕ αποτελείτο στις 30-8-2012 από τους εξής: Σάλλας Μιχάλης (Μη Εκτελεστικό Μέλος – Πρόεδρος ∆.Σ.), Γεωργάνας Ιάκωβος (Μη εκτελεστικό Μέλος – Α’ Αντιπρόεδρος), Ρουµελιώτης Παναγιώτης (Μη εκτελεστικό Μέλος – Αντιπρόεδρος), Λεκκάκος Σταύρος (Εκτελεστικό Μέλος – ∆ιευθύνων Σύµβουλος & C.E.O.), Μάνος Αλέξανδρος (Εκτελεστικό Μέλος – ∆ιευθύνων Σύµβουλος), Αλεξανδρίδης Γεώργιος (Ανεξάρτητο µη Εκτελεστικό Μέλος), Αντωνιάδης Χριστόδουλος (Εκτελεστικό Μέλος – Αναπληρωτής ∆ιευθύνων Σύµβουλος), Απαλαγάκη Χαρίκλεια (Μη εκτελεστικό Μέλος), Βασιλάκης Ευτύχιος (Μη εκτελεστικό Μέλος), Γκολέµης Στυλιανός (Ανεξάρτητο µη Εκτελεστικό Μέλος), Μίλης Ηλίας (Εκτελεστικό Μέλος – Αναπληρωτής ∆ιευθύνων Σύµβουλος), Μυλωνάς Θεόδωρος (Ανεξάρτητο µη Εκτελεστικό Μέλος), Παπασπύρου Σπυρίδων (Εκτελεστικό Μέλος – Αναπληρωτής ∆ιευθύνων Σύµβουλος), Φουρλής Βασίλειος (Μη εκτελεστικό Μέλος), Jiri Smejc (Μη εκτελεστικό Μέλος), Konstantin Yanakov (Μη εκτελεστικό Μέλος), Αθανάσιος Τσούµας (Εκπρόσωπος Ελληνικού ∆ηµοσίου του ν. 3723/2008), Μπεράχας Σολοµών (Εκπρόσωπος Ταµείου Χρηµατοπιστωτικής Σταθερότητας του ν. 3864/2010), Μπερίτση Αικατερίνη (Εκπρόσωπος Ταµείου Χρηµατοπιστωτικής Σταθερότητας του ν. 3864/2010). II.
  10. ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.27
  11. Η τράπεζα Eurobank µε έδρα την Αθήνα (Αµαλίας 20), ιδρύθηκε το 1990, ενώ το 1999 οι µετοχές της εισήχθησαν στο Χρηµατιστήριο Αξιών Αθηνών. Προσφέρει στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, µέσω του Οµίλου Eurobank, ευρεία γκάµα τραπεζικών και χρηµατοοικονοµικών υπηρεσιών και προϊόντων. Η Τράπεζα Eurobank είναι πολυµετοχική εταιρεία. Η µετοχική της βάση παρουσιάζει µεγάλη διασπορά και αποτελείται από ιδιώτες µετόχους, θεσµικούς επενδυτές και λοιπά νοµικά πρόσωπα. Το ∆.Σ. της Eurobank αποτελείτο στις 510-2012 από τους εξής: Ευθύµιος Ν. Χριστοδούλου (Πρόεδρος, Μη Εκτελεστικό Μέλος), Γεώργιος Κ. Γόντικας (Αντιπρόεδρος, Μη Εκτελεστικό Μέλος), Νικόλαος Κ. Νανόπουλος (∆ιευθύνων Σύµβουλος, Εκτελεστικό Μέλος), Νικόλαος Β. Καραµούζης (Αναπληρωτής ∆ιευθύνων Σύµβουλος, Εκτελεστικό Μέλος), Μιχαήλ Η. Κολακίδης (Αναπληρωτής ∆ιευθύνων Σύµβουλος, Εκτελεστικό Μέλος), Βύρων Ν. Μπαλλής (Αναπληρωτής ∆ιευθύνων Σύµβουλος, Εκτελεστικό Μέλος), Νικόλαος Κ. Παυλίδης (Εκτελεστικό Μέλος), Αγγελική Ν. Φράγκου (Μη Εκτελεστικό Μέλος, Σύµβουλος), Γιώργος Α. ∆αυίδ (Μη Εκτελεστικό Μέλος, Σύµβουλος), Νικόλαος Μ. Στασινόπουλος (Μη Εκτελεστικό Μέλος, Σύµβουλος), ∆ηµήτρης Θ. Παπαλεξόλουλος (Ανεξάρτητο Μη Εκτελεστικό Μέλος), ∆ρ. Παναγιώτης Β. Τρίδηµας (Ανεξάρτητο Μη Εκτελεστικό Μέλος), Σπύρος Λ. Λορεντζιάδης (Ανεξάρτητο Μη Εκτελεστικό Μέλος), Αθανάσιος Ι. Μαρτίνος (Ανεξάρτητο Μη Εκτελεστικό Μέλος), ∆ηµήτριος Α. Γεωργούτσος (Ανεξάρτητο Μη Εκτελεστικό Μέλος), Χρήστος Μ. Γκλαβάνης (Ανεξάρτητο Μη Εκτελεστικό Μέλος). 27 http://www.eurobank.gr. 16 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΙΙΙ. ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
  12. Βάσει των σχετικών διατάξεων του π.δ. 208/200228, όπως ισχύει, κάθε εκπαιδευτής και κάθε νοµικό πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργία σχολής οδηγών, έχει δικαίωµα ίδρυσης και λειτουργίας σχολών οδηγών ή υποκαταστηµάτων της σχολής (ή των σχολών) σε ένα ή περισσότερους νοµούς (άρθρο 7 παρ. 12). Υποχρεούται δε να ασκεί το επάγγελµα του εκπαιδευτή, αποκλειστικά εντός του νοµού όπου βρίσκεται η έδρα της σχολής ή σε νοµό που έχει υποκατάστηµα η σχολή οδηγών (άρθρο 2 παρ. 3).
  13. Σύµφωνα µε το άρθρο 7 παρ. 8, εδ. 2, περ. β) του ως άνω π.δ., όπως ίσχυε29: «…Στον εσωτερικό χώρο της Σχολής Οδηγών και σε ευδιάκριτη θέση αναρτάται: …β) η ωριαία αποζηµίωση για την παροχή πρακτικής εκπαίδευσης για κάθε κατηγορία οχήµατος. Ο κατάλογος µε τις ωριαίες αποζηµιώσεις κοινοποιείται υποχρεωτικά και ωριαία αποζηµίωση για την παροχή πρακτικής εκπαίδευσης για κάθε κατηγορία στις οικείες υπηρεσίες Μεταφορών και Επικοινωνιών και στις ∆ηµόσιες Οικονοµικές Υπηρεσίες.», ενώ σύµφωνα µε το άρθρο 8 παρ. 12 περ. β) του ως άνω π.δ., όπως ισχύει: ««…Στον εσωτερικό χώρο του Κέντρου Θεωρητικής Εκπαίδευσης και της Σχολής Οδηγών και σε ευδιάκριτη θέση αναρτάται: …β) η ωριαία αποζηµίωση για την παροχή θεωρητικής εκπαίδευσης για κάθε κατηγορία οχήµατος. Ο κατάλογος µε τις ωριαίες αποζηµιώσεις κοινοποιείται υποχρεωτικά και στις οικείες υπηρεσίες Μεταφορών και Επικοινωνιών και ∆.Ο.Υ.» Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η υποχρεωτική ανάρτηση της ωριαίας αποζηµίωσης στο χώρο της σχολής οδηγών και η αντίστοιχη υποχρεωτική κοινοποίησή της στις αρµόδιες υπηρεσίες εξακολουθεί να ισχύει µόνο για τα θεωρητικά µαθήµατα, ενώ στον τοµέα των πρακτικών µαθηµάτων έπαψε να ισχύει ήδη από το τέλος του έτους
  14. Περαιτέρω, σύµφωνα µε το άρθρο 15 παρ. 1 της Υ.Α. οικ. 58930/480/9931, όπως ισχύει: « Οι υποψήφιοι οδηγοί αυτοκινήτων και µοτοσικλετών, προκειµένου να λάβουν µέρος στην θεωρητική (γραπτή) και στην πρακτική εξέταση, που διενεργούνται από τις αρµόδιες υπηρεσίες Μεταφορών και Επικοινωνιών των Νοµαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, υποχρεούνται από 1 Νοεµβρίου 1999, να έχουν πραγµατοποιήσει, προηγουµένως, έναν ελάχιστο αριθµό ωρών θεωρητικής ή πρακτικής εκπαίδευσης, σύµφωνα µε όσα ορίζονται στην παρούσα απόφαση
  15. Η ως άνω Υ.Α. ρυθµίζει επίσης τη διαδικασία προγραµµατισµού της συµµετοχής στην θεωρητική και πρακτική εξέταση. Ειδικότερα: Στις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 15 της εν λόγω Υ.Α., προβλεπόταν µέχρι και τον Ιούλιο του έτους 2005, οπότε και καταργήθηκαν οι σχετικές διατάξεις δυνάµει της Υ.Α. οικ. 41002/4504/200533 τα ακόλουθα: «
  16. Ο υποψήφιος οδηγός ή όποιο άλλο πρόσωπο προσέρχεται στην αρµόδια υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών, για τον προγραµµατισµό συµµετοχής στην θεωρητική εξέταση, καταθέτει, από 1 Νοεµβρίου 1999, απόδειξη παροχής υπηρεσιών του Κέντρου Θεωρητικής Εκπαίδευσης ή της σχολής οδηγών που 28 «Εκπαιδευτές υποψηφίων οδηγών, σχολές οδηγών, κέντρα θεωρητικής εκπαίδευσης υποψηφίων οδηγών και ρυθµίσεις συναφών θεµάτων» (ΦΕΚ Α’ 194/23-8-2002). 29 Σηµειωτέον ότι µε το άρθρο 4 παρ. 3 του π.δ. 337/2003 (ΦΕΚ Α’ 291/18-12-2003) καταργήθηκε η σχετική διάταξη. 30 Τουτέστιν ίσχυσε για περίπου ένα
(1)χρόνο. 31 «Άδειες οδήγησης αυτοκινήτων, µοτοσικλετών και τετρακύκλων» (ΦΕΚ Β’ 526/1999). 32 Για τον ελάχιστο απαιτούµενο αριθµό ωρών θεωρητικών και πρακτικών µαθηµάτων ανά κατηγορία εκπαίδευσης βλ. αναλυτικά άρθρα 16 και 17 αντίστοιχα της παρούσας Υ.Α., όπως εκτίθενται στο Παράρτηµα 1 της υπ’ αριθµ. 1497/14.2.2013 Έκθεσης. 33 ΦΕΚ 949 Β’/8-7-
  1. 17 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ πραγµατοποίησε την θεωρητική του εκπαίδευση, θεωρηµένη από την οικεία ∆.Ο.Υ, στην οποία θα αναγράφονται: α. Το ονοµατεπώνυµο του υποψηφίου. β. Οι ώρες της θεωρητικής εκπαίδευσης, και γ. Το ποσό που καταβλήθηκε για την Θεωρητική εκπαίδευση.
  2. Κατά την πρακτική εξέταση του υποψηφίου οδηγού υποβάλλονται από 1 Νοεµβρίου 1999, από τον εκπαιδευτή, στην εξεταστική επιτροπή, αποδείξεις παροχής υπηρεσιών της σχολής οδηγών που πραγµατοποίησε την πρακτική του εκπαίδευση, θεωρηµένα από την οικεία ∆.Ο.Υ., στην οποία θα αναγράφονται : α. Το ονοµατεπώνυµο του υποψηφίου, β. Οι ώρες της πρακτικής εκπαίδευσης, γ. Το ποσό που καταβλήθηκε για την πρακτική εκπαίδευσή του και το ποσό που αντιστοιχεί στα έξοδα παράστασης του εκπαιδευτή κατά την εξέταση.» Η δε παράγραφος 6 του άρθρου 15 της εν λόγω Υ.Α., ως ισχύει, προβλέπει: «Οι Σχολές Οδηγών και τα Κέντρα Θεωρητικής Εκπαίδευσης Υποψηφίων Οδηγών υποχρεούνται, για τον προγραµµατισµό συµµετοχής στη θεωρητική εξέταση και κατά την πρακτική εξέταση, να υποβάλλουν µαζί µε τα δελτία παροχής υπηρεσιών και υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/86, σε απλό χαρτί, όπου αναγράφονται τα στοιχεία που προβλέπονται στην υπ` αριθ. 10668985/900/Τ. και Ε.Φ/12.7.2001 (Β` 950) απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών, υπογεγραµµένη από τον υπεύθυνο της Σχολής ή του Κέντρου Θεωρητικής Εκπαίδευσης, µε την οποία να δηλώνεται ότι ο ενδιαφερόµενος υποψήφιος παρακολούθησε τις προβλεπόµενες ώρες θεωρητικής και πρακτικής εκπαίδευσης»
  3. Επιπλέον, σύµφωνα µε το άρθρο 29 παρ. 1 της ως άνω Υ.Α., όπως ισχύει: «Ο προγραµµατισµός της πρωτοβάθµιας πρακτικής εξέτασης γίνεται από το αρµόδιο τµήµα ή γραφείο της Υπηρεσίας Μεταφορών και Επικοινωνιών της οικείας Νοµαρχιακής Αυτοδιοίκησης, αφού προσκοµισθεί εκεί το ∆ελτίο Εκπαίδευσης Εξέτασης (∆.Ε.Ε.) του υποψηφίου, από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο σύµφωνα µε τα οριζόµενα στην παράγραφο 2β του άρθρου 2 της παρούσας απόφασης. Ο προγραµµατισµός της πρακτικής εξέτασης γίνεται µόνον εφόσον ο υποψήφιος έχει επιτύχει στη θεωρητική (γραπτή) εξέταση. Ο προγραµµατισµός της πρακτικής εξέτασης, δεν µπορεί να γίνει σε ηµεροµηνία που υπερβαίνει τις δεκαπέντε
(15)ηµέρες από την ηµεροµηνία που προσκοµίζεται το ∆.Ε.Ε., στο οποίο αναγράφεται η επιτυχία στις θεωρητικές εξετάσεις». Στη δε παράγραφο 2 του ανωτέρω άρθρου προβλέπεται ότι ο προγραµµατισµός της δευτεροβάθµιας πρακτικής εξέτασης γίνεται από την οικεία Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών.
  1. Εκ των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η κατάθεση των αποδείξεων παροχής υπηρεσιών (Α.Π.Υ.) των υποψηφίων οδηγών στην αρµόδια Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών προβλεπόταν µόνο έως το έτος 2005 και µόνο για τον προγραµµατισµό της θεωρητικής εκπαίδευσης ενώ για τον προγραµµατισµό της πρακτικής εκπαίδευσης δεν υπήρχε ποτέ καµία σχετική ρύθµιση
  2. Περαιτέρω, η παράγραφος 3 του ανωτέρω άρθρου προέβλεπε µέχρι και τον Ιούλιο του έτους 2005, οπότε και καταργήθηκαν οι σχετικές διατάξεις δυνάµει 34 Η σχετική παράγραφος 6 του άρθρου 15 της εν λόγω Υ.Α. προστέθηκε µε την απόφ. υπ’ αριθ. 17428/1799 (ΦΕΚ Β΄ 407/4-4-2002), άρθρο µόνο παρ.
  3. 35 Αυτό που ίσχυε έως το έτος 2005 σχετικά µε την πρακτική εκπαίδευση ήταν η υποβολή των Α.Π.Υ. των υποψηφίων οδηγών στην εξεταστική επιτροπή κατά την πρακτική εξέταση και όχι κατά τον προγραµµατισµό αυτής στην αρµόδια υπηρεσία (άρθρο 5 της ως άνω Υ.Α.). 18 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ της Υ.Α. οικ. 41002/4504/200536, ότι οι πρακτικές εξετάσεις (πρωτοβάθµιες και δευτεροβάθµιες) δεν πραγµατοποιούνταν σε ορισµένες χρονικές περιόδους, ήτοι: α) Κατά την περίοδο των Χριστουγέννων και του Νέου Έτους από την 23 ∆εκεµβρίου έως την 7 Ιανουαρίου. β) Κατά την περίοδο του Πάσχα από την Μεγάλη Πέµπτη έως την Τετάρτη του Πάσχα. γ) Κατά την περίοδο του καλοκαιριού από την 1 Αυγούστου έως την 21 Αυγούστου. δ) Γενικά όταν οι καιρικές συνθήκες (βροχή, κρύο, χιόνι, ζέστη κλπ.) το απαιτούν, κατά την κρίση του οικείου Νοµάρχη ή Επάρχου κατά περίπτωση. ΙV. ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΑΓΟΡΩΝ
  4. H οριοθέτηση των σχετικών αγορών περιλαµβάνει τον προσδιορισµό των ανταγωνιστικών προϊόντων ή υπηρεσιών, καθώς και την γεωγραφική περιοχή µέσα στην οποία ο ανταγωνισµός µεταξύ των προϊόντων ή υπηρεσιών αυτών λαµβάνει χώρα καθορίζοντας και την τιµή τους. ΙV.
  5. ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
  6. Η σχετική αγορά υπηρεσιών περιλαµβάνει το σύνολο των υπηρεσιών που θεωρούνται από τον καταναλωτή εναλλάξιµες ή δυνάµενες να υποκατασταθούν µεταξύ τους λόγω των χαρακτηριστικών, των τιµών τους και της σκοπούµενης χρήσης τους. Για τον ορισµό της σχετικής αγοράς πρέπει να προσδιορισθούν οι περιορισµοί κατά τον καθορισµό της τιµολογιακής πολιτικής των εταιρειών που προκύπτουν από τη δυνατότητα υποκατάστασης από πλευράς ζήτησης και προσφοράς.
  7. Οι υπηρεσίες που παρέχουν οι σχολές οδηγών περιλαµβάνουν την παροχή θεωρητικών και πρακτικών µαθηµάτων οδήγησης. Όπως προαναφέρθηκε (βλ. κεφάλαιο ΙΙΙ), βάσει νοµοθεσίας (βλ. Υ.Α. 58930/480 µε ηµεροµηνία εφαρµογής 3.5.1999), από 1η Νοεµβρίου 1999, υπάρχει ένας ελάχιστος αριθµός θεωρητικών και πρακτικών µαθηµάτων ανάλογα µε κάθε κατηγορία διπλώµατος. Για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης ως σχετική αγορά ορίζεται η υπηρεσία εκµάθησης οδήγησης αυτοκινήτου, (ερασιτεχνικά, επαγγελµατικά) ή µηχανής από επιχειρήσεις οι οποίες κατέχουν τη σχετική άδεια παροχής υπηρεσιών. ΙV.
  8. ΣΧΕΤΙΚΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΑΓΟΡΑ
  9. Η σχετική γεωγραφική αγορά περιλαµβάνει την περιοχή στην οποία οι ενδιαφερόµενες επιχειρήσεις παρέχουν τις σχετικές υπηρεσίες υπό επαρκώς οµοιογενείς συνθήκες ανταγωνισµού και η οποία µπορεί να διακριθεί από άλλες γειτονικές γεωγραφικές περιοχές, ιδίως λόγω των αισθητά διαφορετικών συνθηκών ανταγωνισµού που επικρατούν σε αυτές. Η σχετική γεωγραφική αγορά ταυτίζεται µε την περιοχή, µέσα στα όρια της οποίας δραστηριοποιούνται και ανταγωνίζονται (ή τουλάχιστον έχουν τη δυνατότητα αυτή) οι επιχειρήσεις ως πωλητές των σχετικών υπηρεσιών. 36 ΦΕΚ 949 Β’/8-7-2005, 19 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  10. Η παρ. 3 του άρθρου 2 του π.δ. 208/2002, όπως ισχύει, ορίζει ότι: «Ο εκπαιδευτής υποψηφίων οδηγών υποχρεούται να ασκεί το επάγγελµα του εκπαιδευτή, αποκλειστικά εντός του νοµού όπου βρίσκεται η έδρα της Σχολής ή σε νοµό που έχει υποκατάστηµα η Σχολή Οδηγών. Για τους σκοπούς του παρόντος, οι νοµοί νοούνται σύµφωνα µε την γεωγραφική διαίρεση της χώρας [...]». Επίσης, σύµφωνα µε το άρθρο 7 παρ. 12 του π.δ. 208/2002, όπως ισχύει «[…] Κάθε εκπαιδευτής και κάθε νοµικό πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας Σχολής Οδηγών, έχει δικαίωµα ίδρυσης και λειτουργίας σχολών οδηγών ή υποκαταστηµάτων της σχολής (ή των σχολών) σε έναν ή περισσότερους νοµούς […]».
  11. Σύµφωνα µε το υφιστάµενο νοµικό πλαίσιο, τα όρια µέσα στα οποία δύναται να παρέχει τις υπηρεσίες της (θεωρητικά και πρακτικά µαθήµατα) µια σχολή οδηγών είναι εντός του νοµού όπου εδρεύει. Με άλλα λόγια, υπάρχουν νοµικά εµπόδια τα οποία συνίστανται στην απαγόρευση παροχής θεωρητικών και πρακτικών µαθηµάτων µιας σχολής οδηγών σε υποψήφιους οδηγούς οι οποίοι κατοικούν σε περιοχές που βρίσκονται εκτός του νοµού εγκατάστασής της. Η µόνη περίπτωση όπου επιτρέπεται η παροχή µαθηµάτων µιας σχολής οδηγών σε υποψήφιους οδηγούς που κατοικούν σε άλλο νοµό είναι όταν η εν λόγω σχολή έχει υποκατάστηµα σε αυτόν τον νοµό. Είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχουν γεωγραφικοί περιορισµοί στην παροχή υπηρεσιών θεωρητικών και πρακτικών µαθηµάτων, οπότε ως σχετική γεωγραφική αγορά θα πρέπει να θεωρηθεί ο νοµός στον οποίο εδρεύει η επιχείρηση σχολών οδήγησης ή ο νοµός στον οποίο έχει αυτή υποκατάστηµα.
  12. Στα θεωρητικά µαθήµατα, ο υποψήφιος οδηγός υποχρεούται να µεταβεί στην έδρα της επιχείρησης εντός της οποίας υπάρχει ειδικά διαµορφωµένος χώρος (Κέντρο Θεωρητικής Εκπαίδευσης Υποψηφίων Οδηγών – ΚΕ.Θ.Ε.Υ.Ο.) εκµάθησης των θεωρητικών µαθηµάτων.
  13. Στα πρακτικά µαθήµατα, ο υποψήφιος οδηγός δύναται, είτε να µεταβεί στην σχολή οδηγών για να ξεκινήσει από εκεί το πρακτικό µάθηµα οδήγησης (διάρκεια 45 λεπτών), είτε ο δάσκαλος οδήγησης να µεταβεί στον τόπο κατοικίας του υποψηφίου οδηγού από όπου και θα ξεκινήσει το µάθηµα. Πρακτικά, όσο µεγαλύτερη είναι η απόσταση µεταξύ της σχολής οδηγών και του τόπου κατοικίας του εν δυνάµει υποψηφίου οδηγού τόσο λιγότερες είναι οι πιθανότητες να υπάρξει µια εµπορική συµφωνία µεταξύ των δύο καθώς το κόστος (χρήµα, χρόνος µετάβασης) αυξάνει σε συνάρτηση µε την απόσταση
  14. Με βάση τα ανωτέρω και για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, η σχετική γεωγραφική αγορά δύναται να οριοθετηθεί τοπικά (localised) σε επίπεδο νοµού ή ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής στα όρια της οποίας η φύση και το είδος του ανταγωνισµού δεν διαφοροποιούνται
  15. Σε κάθε περίπτωση τα συµπεράσµατα 37 Για παράδειγµα, µια σχολή οδηγών µε έδρα το Χολαργό, έχει λίγες πιθανότητες να δραστηριοποιείται στη περιοχή του Πειραιά προσφέροντας ανταγωνιστικές υπηρεσίες. Επίσης, µια σχολή οδηγών µε έδρα την πόλη της Άρτας έχει λίγες πιθανότητες να δραστηριοποιείται στην πόλη των Ιωαννίνων προσφέροντας ανταγωνιστικές υπηρεσίες. 38 Επισηµαίνεται τέλος ότι, σε κάθε περίπτωση, ακόµα και αν η σχετική γεωγραφική αγορά είχε οριοθετηθεί ευρύτερα, και εποµένως το µερίδιο αγοράς των εµπλεκόµενων επιχειρήσεων οριζόταν σε πολύ χαµηλά επίπεδα, δεν θα ετίθετο ζήτηµα εξαίρεσης από την εφαρµογή του άρθρου 1 του ν. 703/77-3959/2011 των υπό εξέταση συµφωνιών µε βάσει τις ρυθµίσεις για τις συµφωνίες ήσσονος σηµασίας. Και τούτο διότι οι σχολές οδηγών ελέγχονται για κάποιες από τις σοβαρότερες παραβάσεις του άρθρου 1 των ανωτέρω νόµων (βλ. νοµική εκτίµηση κατωτέρω) οι οποίες δεν εµπίπτουν στον προστατευτικό κανόνα περί συµφωνιών ήσσονος σηµασίας (de minimis). Σαφής είναι ως προς το σηµείο αυτό τόσο η Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά µε τις συµφωνίες ήσσονος σηµασίας (2001/C 368/07), όσο και η αντίστοιχη από 10.3.2006 ανακοίνωση της Επιτροπής 20 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ για το είδος και τη φύση των παραβάσεων του ν. 703/1977-3959/2011, όπως αυτά αξιολογούνται στις επόµενες ενότητες, δεν µεταβάλλονται από την οριοθέτηση της σχετικής γεωγραφικής αγοράς. V. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΣΧΕΤΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ - ∆ΟΜΗ ΑΓΟΡΑΣ / ΕΜΠΟ∆ΙΑ ΕΙΣΟ∆ΟΥ
  16. Από την έρευνα της Γ.∆.Α. και την ακροαµατική διαδικασία ενώπιον της Ε.Α. δεν προέκυψαν στατιστικά στοιχεία σχετικά µε τη δραστηριότητα της παροχής υπηρεσιών εκπαίδευσης οδηγών, ενώ δεν ανευρέθηκε καµία σχετική κλαδική µελέτη. Για το λόγο αυτό, ζητήθηκαν στοιχεία (για τη χρονική περίοδο από το έτος 1991 έως σήµερα) από την Ελληνική Στατιστική Αρχή. Τα στοιχεία που παρασχέθηκαν καλύπτουν την περίοδο 2000-200739 και εµφανίζονται στους ακόλουθους πίνακες: Ανταγωνισµού, όπου προβλέπεται ότι ο κανόνας de minimis δεν ισχύει για τις συµφωνίες που περιλαµβάνουν ιδιαίτερα σοβαρούς περιορισµούς, οι οποίοι άµεσα ή έµµεσα, µεµονωµένα ή σε συνδυασµό µε άλλους παράγοντες που ελέγχονται από τα µέρη, έχουν – µεταξύ άλλων- ως αντικείµενο τον καθορισµό των τιµών πώλησης του εκάστοτε προϊόντος σε τρίτους και τον περιορισµό της παραγωγής-διάθεσης. 39 Η Ελληνική Στατιστική Αρχή δε διαθέτει στοιχεία για τα λοιπά έτη. 21 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Πίνακας Ι. Αριθµός επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνταν στον κλάδο «∆ραστηριότητες εκπαιδευτών οδηγών» (8041 κατά ΣΤΑΚΟ∆-03), ανά νοµό και ανά έτος, 2000 – 2007 Αριθµός επιχειρήσεων40 ΝΟΜΟΣ ΑΙΤΩΛ/ΝΙΑ Σ ΑΡΓΟΛΙ∆Α Σ ΑΡΚΑ∆ΙΑΣ ΑΡΤΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ ΑΧΑΙΑΣ ΒΟΙΩΤΙΑΣ ΓΡΕΒΕΝΩΝ ∆ΡΑΜΑΣ ∆Ω∆/ΝΗΣΟ Υ ΕΒΡΟΥ ΕΥΒΟΙΑΣ ΕΥΡΥΤΑΝΙ ΑΣ ΖΑΚΥΝΘΟ Υ ΗΛΕΙΑΣ ΗΜΑΘΙΑΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟ Υ ΘΕΣ/ΝΙΚΗ Σ ΘΕΣΠΡΩΤΙ 2000 20 (1,35) 12 (0,81) 9 (0,61) 9 (0,61) 597 (40,3 1) 30 (2,03) 10 (0,68) 6 (0,41) 11 (0,74) 24 (1,62) 13 (0,88) 29 (1,96) 2001 25 (1,60) 11 (0,70) 7 (0,45) 7 (0,45) 623 (39,8 3) 39 (2,49) 8 (0,51) 6 (0,38) 11 (0,70) 24 (1,53) 14 (0,90) 32 (2,05) 2002 28 (1,63) 19 (1,10) 6 (0,35) 8 (0,47) 658 (38,2 6) 39 (2,27) 14 (0,81) 7 (0,41) 12 (0,70) 25 (1,45) 15 (0,87) 33 (1,92) 4 7 (0,27) (0,41) 19 20 23 (1,28) (1,28) (1,34) 13 16 20 (0,88) (1,02) (1,16) 56 58 60 (3,78) (3,71) (3,49) 169 181 196 (11,4 (11,5 (11,4 1) 7) 0) 7 9 8 2003 31 (1,70) 18 (0,99) 6 (0,33) 9 (0,49) 674 (37,0 5) 51 (2,80) 12 (0,66) 5 (0,27) 15 (0,82) 30 (1,65) 15 (0,82) 34 (1,87) 4 (0,22) 9 (0,49) 25 (1,37) 25 (1,37) 67 (3,68) 215 (11,8 2) 9 40 2004 33 (1,74) 22 (1,16) 7 (0,37) 9 (0,47) 689 (36,2 6) 60 (3,16) 14 (0,74) 5 (0,26) 15 (0,79) 36 (1,89) 20 (1,05) 36 (1,89) 2005 34 (1,78) 22 (1,15) 6 (0,31) 9 (0,47) 686 (35,8 8) 63 (3,29) 14 (0,73) 5 (0,26) 18 (0,94) 37 (1,94) 20 (1,05) 38 (1,99) 2006 37 (1,82) 22 (1,08) 7 (0,34) 11 (0,54) 706 (34,7 6) 71 (3,50) 14 (0,69) 5 (0,25) 18 (0,89) 41 (2,02) 20 (0,98) 38 (1,87) 2007 38 (1,81) 26 (1,24) 12 (0,57) 11 (0,52) 719 (34,1 6) 69 (3,28) 15 (0,71) 5 (0,24) 19 (0,90) 45 (2,14) 22 (1,05) 39 (1,85) 9 (0,47) 26 (1,37) 28 (1,47) 72 (3,79) 223 (11,7 4) 9 11 (0,58) 28 (1,46) 27 (1,41) 74 (3,87) 226 (11,8 2) 7 14 (0,69) 31 (1,53) 27 (1,33) 93 (4,58) 243 (11,9 6) 8 14 (0,67) 33 (1,57) 25 (1,19) 96 (4,56) 251 (11,9 2) 9 ΜΕΡ Μ %41 0,10 0,12 0,04 0,03 0,03 0,13 0,06 -0,03 0,08 0,09 0,08 0,04 0,20 0,08 0,10 0,08 0,06 0,04 Τα ποσοστά στις παρενθέσεις αφορούν µερίδια αγοράς κάθε νοµού στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας. . 41 Μέσος Ετήσιος Ρυθµός Μεταβολής (ΜΕΡΜ %) = [(XT/XA)1/ν-1] – 1, όπου XT = Τελικό έτος, XΑ = Αρχικό έτος και ν = έτη. 22 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Αριθµός επιχειρήσεων40 ΝΟΜΟΣ ΑΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩ Ν ΚΑΒΑΛΑΣ ΚΑΡ∆ΙΤΣΑ Σ ΚΑΣΤΟΡΙΑ Σ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΚΕΦΑΛ/ΝΙ ΑΣ ΚΙΛΚΙΣ ΚΟΖΑΝΗΣ ΚΟΡΙΝΘΙΑ Σ ΚΥΚΛΑ∆Ω Ν ΛΑΚΩΝΙΑΣ ΛΑΡΙΣΑΣ ΛΑΣΙΘΙΟΥ ΛΕΣΒΟΥ 2000 (0,47) 29 (1,96) 18 (1,22) 10 (0,68) 2001 (0,58) 33 (2,11) 19 (1,21) 18 (1,15) 17 18 (1,15) (1,15) 5 4 (0,34) (0,26) 4 (0,26) 19 16 (1,08) (1,21) 10 16 (0,68) (1,02) 15 17 (1,01) (1,09) 18 18 (1,22) (1,15) 23 18 (1,55) (1,15) 12 14 (0,81) (0,90) 9 11 (0,74) (0,58) ΛΕΥΚΑ∆Α Σ 20 21 ΜΑΓΝΗΣΙΑ (1,35) (1,34) Σ 31 26 ΜΕΣΣΗΝΙΑ (2,09) (1,66) Σ 13 15 ΞΑΝΘΗΣ (0,88) (0,96) 11 11 ΠΕΛΛΑΣ (0,74) (0,70) 19 20 ΠΙΕΡΙΑΣ (1,28) (1,28) 15 14 ΠΡΕΒΕΖΑΣ (1,01) (0,90) 12 15 ΡΕΘΥΜΝΗ (0,81) (0,96) Σ 14 13 ΡΟ∆ΟΠΗΣ (0,95) (0,83) 5 8 ΣΑΜΟΥ 2002 (0,47) 35 (2,03) 24 (1,40) 21 (1,22) 5 (0,29) 20 (1,16) 9 (0,52) 20 (1,16) 17 (0,99) 18 (1,05) 17 (0,99) 17 (0,99) 13 (0,76) 11 (0,64) 5 (0,29) 25 (1,45) 34 (1,98) 15 (0,87) 13 (0,76) 22 (1,28) 15 (0,87) 13 (0,76) 12 (0,70) 9 2003 (0,49) 37 (2,03) 24 (1,32) 25 (1,37) 9 (0,49) 17 (0,93) 9 (0,49) 24 (1,32) 19 (1,04) 19 (1,04) 19 (1,04) 17 (0,93) 14 (0,77) 11 (0,60) 7 (0,38) 26 (1,43) 35 (1,92) 15 (0,82) 17 (0,93) 26 (1,43) 16 (0,88) 14 (0,77) 19 (1,04) 8 23 2004 (0,47) 40 (2,11) 24 (1,26) 27 (1,42) 10 (0,53) 20 (1,05) 11 (0,58) 25 (1,32) 23 (1,21) 15 (0,79) 20 (1,05) 16 (0,84) 15 (0,79) 13 (0,68) 5 (0,26) 24 (1,26) 33 (1,74) 15 (0,79) 20 (1,05) 26 (1,37) 14 (0,74) 15 (0,79) 20 (1,05) 10 2005 (0,37) 43 (2,25) 23 (1,20) 27 (1,41) 9 (0,47) 19 (0,99) 11 (0,58) 25 (1,31) 24 (1,26) 17 (0,89) 20 (1,05) 17 (0,89) 14 (0,73) 12 (0,63) 5 (0,26) 26 (1,36) 33 (1,73) 17 (0,89) 19 (0,99) 22 (1,15) 15 (0,78) 13 (0,68) 21 (1,10) 9 2006 (0,39) 44 (2,17) 24 (1,18) 30 (1,48) 12 (0,59) 21 (1,03) 11 (0,54) 4 (0,20) 27 (1,33) 25 (1,23) 21 (1,03) 20 (0,98) 21 (1,03) 14 (0,69) 15 (0,74) 5 (0,25) 25 (1,23) 32 (1,58) 16 (0,79) 19 (0,94) 22 (1,08) 14 (0,69) 15 (0,74) 21 (1,03) 10 2007 (0,43) 46 (2,19) 26 (1,24) 30 (1,43) 12 (0,57) 22 (1,05) 11 (0,52) 5 (0,24) 30 (1,43) 26 (1,24) 23 (1,09) 22 (1,05) 21 (1,00) 16 (0,76) 14 (0,67) 6 (0,29) 25 (1,19) 33 (1,57) 22 (1,05) 24 (1,14) 22 (1,05) 13 (0,62) 15 (0,71) 20 (0,95) 9 ΜΕΡ Μ %41 0,07 0,05 0,17 0,19 0,04 0,12 0,04 0,09 0,15 0,06 0,03 -0,01 0,04 0,04 0,04 0,03 0,01 0,08 0,12 0,02 -0,02 0,03 0,05 0,09 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Αριθµός επιχειρήσεων40 ΝΟΜΟΣ 2000 (0,34) 22 (1,49) 21 (1,42) 20 (1,35) 6 (0,41) 4 (0,27) 10 (0,68) 24 (1,62) 12 (0,81) 2001 (0,51) 24 (1,53) 21 (1,34) 23 (1,47) 6 (0,38) 4 (0,26) 9 (0,58) 22 (1,41) 14 (0,90) 2002 (0,52) 24 ΣΕΡΡΩΝ (1,40) 23 ΤΡΙΚΑΛΩΝ (1,34) 25 ΦΘΙΩΤΙ∆Α (1,45) Σ 6 ΦΛΩΡΙΝΑΣ (0,35) 4 ΦΩΚΙ∆ΑΣ (0,23) 9 ΧΑΛΚΙ∆ΙΚ (0,52) ΗΣ 23 ΧΑΝΙΩΝ (1,34) 18 ΧΙΟΥ (1,05) 20 ΑΓΝΩΣΤΟ (1,16) Σ ΣΥΝΟΛΟ 1.481 1.564 1.720 Πηγή: Ελληνική Στατιστική Αρχή 2003 (0,44) 24 (1,32) 23 (1,26) 24 (1,32) 6 (0,33) 4 (0,22) 12 (0,66) 25 (1,37) 20 (1,10) 2004 (0,53) 26 (1,37) 21 (1,11) 28 (1,47) 6 (0,32) 4 (0,21) 15 (0,79) 26 (1,37) 20 (1,05) 2005 (0,47) 27 (1,41) 16 (0,84) 28 (1,46) 7 (0,37) 5 (0,26) 17 (0,89) 27 (1,41) 19 (0,99) 2006 (0,49) 31 (1,53) 18 (0,89) 29 (1,43) 7 (0,34) 6 (0,30) 19 (0,94) 28 (1,38) 19 (0,94) 2007 (0,43) 32 (1,52) 19 (0,90) 31 (1,47) 9 (0,43) 7 (0,33) 22 (1,05) 27 (1,28) 17 (0,81) 1.819 1.900 1.912 2.031 2.105 ΜΕΡ Μ %41 0,05 -0,01 0,06 0,06 0,08 0,12 0,02 0,05 0,05 Πίνακας ΙΙ. Κύκλος εργασιών (σε χιλ. ευρώ) επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνταν στον κλάδο «∆ραστηριότητες εκπαιδευτών οδηγών» (8041 κατά ΣΤΑΚΟ∆-03), ανά νοµό και ανά έτος, 2000 - 2007 Κύκλος εργασιών (χιλ. ευρώ) 42 ΝΟΜΟΣ ΑΙΤΩΛ/ ΝΙΑΣ ΑΡΓΟΛΙ ∆ΑΣ ΑΡΚΑ∆Ι ΑΣ ΑΡΤΑΣ 2000 481,8 57 (1,09) 488,2 39 (1,11) 525,4 83 (1,19) 547,3 2001 868,7 17 (1,40) 265,9 08 (0,43) 657,1 08 (1,06) 721,5 2002 1.070, 980 (1,67) 526,2 24 (0,82) 785,3 57 (1,22) 408,2 2003 1.143, 425 (1,63) 579,8 06 (0,83) 664,1 03 (0,95) 431,0 42 2004 1.325, 169 (1,69) 666,4 43 (0,85) 665,6 57 (0,85) 459,6 2005 1.091, 358 (1,44) 698,0 46 (0,92) 775,0 52 (1,02) 439,0 2006 919,4 36 (1,23) 701,6 30 (0,94) 679,7 42 (0,91) 398,2 2007 1.064, 336 (1,43) 707,9 48 (0,95) 627,5 13 (0,84) 386,2 ΜΕ ΡΜ %43 0,12 0,05 0,03 - Τα ποσοστά στις παρενθέσεις αφορούν µερίδια αγοράς κάθε νοµού στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας. 43 Μέσος Ετήσιος Ρυθµός Μεταβολής (ΜΕΡΜ %) = [(XT/XA)1/ν-1] – 1, όπου XT = Τελικό έτος, XΑ = Αρχικό έτος και ν=έτη. 24 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Κύκλος εργασιών (χιλ. ευρώ) 42 ΝΟΜΟΣ ΑΤΤΙΚΗ Σ ΑΧΑΙΑΣ ΒΟΙΩΤΙ ΑΣ ΓΡΕΒΕΝ ΩΝ ∆ΡΑΜΑ Σ ∆Ω∆/ΝΗ ΣΟΥ ΕΒΡΟΥ ΕΥΒΟΙΑ Σ 2000 30 (1,24) 15.37 3,206 (34,82 ) 1.307, 475 (2,96) 311,5 63 (0,71) 112,4 74 (0,25) 461,8 42 (1,05) 1.263, 659 (2,86) 651,5 27 (1,48) 905,2 00 (2,05) 2001 18 (1,16) 27.68 8,684 (44,51 ) 1.829, 689 (2,94) 295,7 94 (0,48) 113,9 66 (0,18) 455,1 45 (0,73) 1.538, 319 (2,47) 1.315, 416 (2,11) 1.024, 207 (1,65) 2002 50 (0,64) 23.33 8,767 (36,39 ) 1.893, 263 (2,95) 729,8 77 (1,14) 131,8 74 (0,21) 486,9 07 (0,76) 1.478, 399 (2,30) 1.096, 429 (1,71) 1.102, 625 (1,72) 689,0 05 (1,11) 872,4 52 (1,40) 1.482, 038 218,5 72 (0,34) 681,2 26 (1,06) 1.082, 988 (1,69) 2.387, 327 ΕΥΡΥΤ ΑΝΙΑΣ ΖΑΚΥΝ ΘΟΥ ΗΛΕΙΑΣ ΗΜΑΘΙ ΑΣ ΗΡΑΚΛ ΕΙΟΥ 248,0 88 (0,56) 583,0 67 (1,32) 770,7 16 (1,75) 1.625, 639 2003 57 (0,61) 26.97 7,566 (38,41 ) 2.239, 680 (3,19) 602,5 47 (0,86) 121,9 52 (0,17) 517,0 66 (0,74) 1.336, 112 (1,90) 1.176, 691 (1,68) 1.091, 736 (1,55) 69,46 8 (0,10) 299,6 91 (0,43) 814,1 00 (1,16) 1.186, 174 (1,69) 2.708, 508 25 2004 48 (0,59) 31.25 2,730 (39,91 ) 2.348, 139 (3,00) 659,2 85 (0,84) 123,3 60 (0,16) 783,2 97 (1,00) 1.449, 257 (1,85) 1.243, 698 (1,59) 1.135, 744 (1,45) 2005 21 (0,58) 29.89 6,161 (39,33 ) 2.207, 549 (2,90) 647,0 30 (0,85) 123,9 08 (0,16) 882,3 78 (1,16) 1.546, 536 (2,03) 1.032, 091 (1,36) 1.260, 323 (1,66) 2006 58 (0,53) 32.70 1,819 (43,78 ) 1.637, 547 (2,19) 422,4 07 (0,57) 99,39 1 (0,13) 951,8 42 (1,27) 1.425, 053 (1,91) 862,6 68 (1,15) 975,4 13 (1,31) 2007 83 (0,52) 29.22 1,673 (39,32 ) 1.883, 082 (2,53) 516,0 45 (0,69) 76,88 6 (0,10) 1.014, 885 (1,37) 1.585, 455 (2,13) 850,0 33 (1,14) 1.029, 409 (1,39) 362,5 93 (0,46) 849,2 81 (1,08) 1.221, 797 (1,56) 3.013, 628 333,6 14 (0,44) 707,0 46 (0,93) 961,7 93 (1,27) 3.016, 831 256,1 98 (0,34) 773,3 50 (1,04) 828,5 41 (1,11) 2.874, 842 344,5 69 (0,46) 847,0 35 (1,14) 810,8 11 (1,09) 3.554, 523 ΜΕ ΡΜ %43 0,05 0,10 0,05 0,07 0,05 0,12 0,03 0,04 0,02 0,05 0,05 0,01 0,12 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Κύκλος εργασιών (χιλ. ευρώ) 42 ΝΟΜΟΣ ΘΕΣ/ΝΙ ΚΗΣ ΘΕΣΠΡ ΩΤΙΑΣ ΙΩΑΝΝΙ ΝΩΝ ΚΑΒΑΛ ΑΣ ΚΑΡ∆ΙΤ ΣΑΣ 2000 (3,68) 4.866, 915 (11,02 ) 213,2 57 (0,48) 1.145, 643 (2,59) 471,6 30 (1,07) 347,0 57 (0,79) 2001 (2,38) 4.943, 942 2002 (3,72) 6.077, 575 2003 (3,86) 6.836, 026 2004 (3,85) 7.235, 951 2005 (3,97) 6.728, 517 2006 (3,85) 6.208, 247 2007 (4,78) 5.921, 063 (7,95) 263,2 33 (0,42) 1.200, 400 (1,93) 757,4 94 (1,22) 480,9 45 (0,77) (9,47) 292,7 35 (0,46) 1.486, 810 (2,32) 980,1 37 (1,53) 461,1 67 (0,72) 426,5 49 (0,66) 1.108, 507 (1,73) 188,1 12 (0,29) (9,73) 355,5 87 (0,51) 1.565, 202 (2,23) 1.160, 409 (1,65) 571,4 09 (0,81) 226,4 06 (0,32) 957,7 48 (1,36) 201,6 38 (0,29) (9,24) 337,9 81 (0,43) 1.459, 038 (1,86) 1.400, 975 (1,79) 608,2 20 (0,78) 216,1 85 (0,28) 1.091, 397 (1,39) 214,6 29 (0,27) (8,85) 258,0 08 (0,34) 1.216, 340 (1,60) 1.266, 100 (1,67) 628,2 12 (0,83) 215,5 71 (0,28) 1.056, 878 (1,39) 253,8 48 (0,33) (8,31) 203,2 26 (0,27) 1.118, 974 (1,50) 1.195, 209 (1,60) 644,9 12 (0,86) 222,8 37 (0,30) 983,2 96 (1,32) 234,4 56 (0,31) 1.669, 558 (2,24) 906,2 81 (1,21) 573,2 01 (0,77) 687,0 19 (0,92) 388,1 66 (0,52) (7,97) 248,0 80 (0,33) 1.120, 710 (1,51) 2.399, 940 (3,23) 824,8 17 (1,11) 196,7 21 (0,26) 978,3 87 (1,32) 257,1 34 (0,35) 201,0 47 (0,27) 972,7 38 (1,31) 650,9 00 (0,88) 881,1 25 (1,19) 434,2 07 (0,58) ΚΑΣΤΟ ΡΙΑΣ ΚΕΡΚΥ ΡΑΣ ΚΕΦΑΛ/ ΝΙΑΣ 633,4 54 (1,43) 129,5 36 (0,29) ΚΙΛΚΙΣ ΚΟΖΑΝ ΗΣ ΚΟΡΙΝ ΘΙΑΣ ΚΥΚΛΑ ∆ΩΝ ΛΑΚΩΝ ΙΑΣ 551,5 23 (1,25) 222,4 20 (0,50) 350,9 98 (0,80) 389,4 20 (0,88) 1.287, 680 (2,07) 109,8 27 (0,18) 240,0 65 (0,39) 886,5 12 (1,42) 569,8 79 (0,92) 566,7 83 (0,91) 251,8 89 (0,40) 1.096, 431 (1,71) 604,1 51 (0,94) 658,4 47 (1,03) 343,1 65 (0,53) 1.054, 019 (1,50) 569,7 76 (0,81) 607,9 89 (0,87) 450,9 18 (0,64) 26 1.151, 502 (1,47) 561,9 58 (0,72) 725,6 00 (0,93) 517,8 21 (0,66) 1.171, 302 (1,54) 785,9 16 (1,03) 689,8 61 (0,91) 414,5 29 (0,55) ΜΕ ΡΜ %43 0,03 0,02 0,00 3 0,26 0,13 0,14 0,06 0,10 0,03 0,08 0,17 0,14 0,02 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Κύκλος εργασιών (χιλ. ευρώ) 42 ΝΟΜΟΣ ΛΑΡΙΣΑ Σ ΛΑΣΙΘΙ ΟΥ ΛΕΣΒΟ Υ 2000 854,6 26 (1,94) 355,9 90 (0,81) 388,4 55 (0,88) 2001 988,6 30 (1,59) 458,4 53 (0,74) 278,9 78 (0,45) ΛΕΥΚΑ ∆ΑΣ ΜΑΓΝΗ ΣΙΑΣ ΜΕΣΣΗ ΝΙΑΣ ΞΑΝΘΗ Σ ΠΕΛΛΑ Σ ΠΙΕΡΙΑ Σ ΠΡΕΒΕ ΖΑΣ ΡΕΘΥΜ ΝΗΣ ΡΟ∆ΟΠ ΗΣ ΣΑΜΟΥ ΣΕΡΡΩ Ν 788,6 92 (1,79) 655,6 33 (1,49) 399,7 07 (0,91) 308,7 10 (0,70) 427,0 87 (0,97) 445,5 74 (1,01) 331,1 76 (0,75) 376,3 33 (0,85) 455,9 52 (1,03) 618,3 58 882,8 02 (1,42) 570,1 12 (0,92) 687,6 52 (1,11) 449,5 41 (0,72) 371,1 77 (0,60) 466,4 35 (0,75) 560,5 80 (0,90) 618,6 98 (0,99) 434,4 28 (0,70) 755,5 87 2002 1.154, 598 (1,80) 396,5 04 (0,62) 412,5 69 (0,64) 167,9 24 (0,26) 1.149, 383 (1,79) 928,5 76 (1,45) 781,1 42 (1,22) 487,6 03 (0,76) 460,5 27 (0,72) 435,2 22 (0,68) 776,7 14 (1,21) 663,5 02 (1,03) 330,5 21 (0,52) 809,2 87 2003 1.250, 611 (1,78) 535,4 06 (0,76) 547,1 23 (0,78) 155,5 90 (0,22) 1.248, 122 (1,78) 952,9 87 (1,36) 807,9 96 (1,15) 744,2 55 (1,06) 527,9 92 (0,75) 492,2 53 (0,70) 554,9 39 (0,79) 641,3 53 (0,91) 274,9 91 (0,39) 818,9 24 27 2004 1.409, 254 (1,80) 541,7 95 (0,69) 579,7 84 (0,74) 223,1 00 (0,28) 1.404, 876 (1,79) 955,6 05 (1,22) 840,7 93 (1,07) 1.017, 064 (1,30) 601,4 62 (0,77) 540,1 79 (0,69) 630,6 82 (0,81) 703,0 40 (0,90) 359,0 24 (0,46) 824,5 54 2005 1.540, 578 (2,03) 736,7 90 (0,97) 451,8 43 (0,59) 253,4 45 (0,33) 1.571, 634 (2,07) 1.048, 906 (1,38) 906,0 74 (1,19) 644,7 27 (0,85) 619,6 45 (0,82) 570,7 55 (0,75) 742,6 98 (0,98) 645,4 98 (0,85) 292,8 05 (0,39) 833,4 08 2006 1.352, 672 (1,81) 492,6 76 (0,66) 502,6 35 (0,67) 197,6 23 (0,26) 914,3 57 (1,22) 814,6 73 (1,09) 601,9 10 (0,81) 567,7 26 (0,76) 446,1 97 (0,60) 453,3 75 (0,61) 641,4 59 (0,86) 468,8 17 (0,63) 422,0 89 (0,57) 720,9 06 2007 1.472, 239 (1,98) 670,4 47 (0,90) 563,0 00 (0,76) 216,1 12 (0,29) 1.442, 868 (1,94) 868,4 33 (1,17) 708,7 51 (0,95) 695,5 15 (0,94) 503,1 16 (0,68) 330,6 02 (0,44) 643,2 17 (0,87) 455,2 82 (0,61) 199,2 17 (0,27) 858,4 32 ΜΕ ΡΜ %43 0,08 0,09 0,05 0,05 0,09 0,04 0,09 0,12 0,02 0,04 0,10 0,03 0,11 0,05 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Κύκλος εργασιών (χιλ. ευρώ) 42 ΝΟΜΟΣ 2000 (1,40) 346,5 89 (0,79) 1.003, 494 (2,27) 251,1 37 (0,57) 103,9 52 (0,24) 250,5 72 (0,57) 518,8 77 (1,18) 288,7 85 (0,65) 2001 (1,21) 444,3 20 (0,71) 1.142, 637 (1,84) 218,8 80 (0,35) 126,8 43 (0,20) 209,1 59 (0,34) 577,8 37 (0,93) 594,6 29 (0,96) 2002 (1,26) 489,2 ΤΡΙΚΑΛ 37 ΩΝ (0,76) 1.076, ΦΘΙΩΤΙ 622 ∆ΑΣ (1,68) 275,8 ΦΛΩΡΙ 82 ΝΑΣ (0,43) 119,9 ΦΩΚΙ∆ 67 ΑΣ (0,19) 243,6 ΧΑΛΚΙ∆ 46 ΙΚΗΣ (0,38) 630,3 ΧΑΝΙΩ 42 Ν (0,98) 633,2 53 ΧΙΟΥ (0,99) 578,0 ΑΓΝΩΣ 45 ΤΟΣ (0,90) ΣΥΝΟΛ 44.14 62.21 64.14 Ο 8,914 3,996 3,917 Πηγή: Ελληνική Στατιστική Αρχή 2003 (1,17) 449,7 07 (0,64) 1.345, 494 (1,92) 287,2 54 (0,41) 157,1 30 (0,22) 326,0 76 (0,46) 1.039, 151 (1,48) 557,9 79 (0,790 2004 (1,05) 410,6 71 (0,52) 1.147, 941 (1,47) 290,8 37 (0,37) 172,9 37 (0,22) 336,4 66 (0,43) 1.711, 256 (2,19) 527,4 67 (0,67) 2005 (1,10) 546,5 30 (0,72) 1.079, 075 (1,42) 354,0 06 (0,47) 164,3 97 (0,22) 427,3 37 (0,56) 1.754, 043 (2,31) 518,8 64 (0,68) 2006 (0,97) 429,0 09 (0,57) 1.014, 273 (1,36) 380,5 03 (0,51) 165,3 11 (0,22) 468,2 77 (0,63) 1.572, 663 (2,11) 529,8 11 (0,71) 2007 (1,16) 471,7 50 (0,63) 1.165, 033 (1,57) 342,4 04 (0,46) 141,1 34 (0,19) 574,5 51 (0,77) 1.746, 440 (2,35) 635,8 29 (0,86) 70.23 2,142 78.30 9,770 76.00 6,875 74.70 0,480 74.31 1,725 ΜΕ ΡΜ %43 0,05 0,02 0,05 0,04 0,13 0,19 0,12 0,08
  17. Όπως φαίνεται από τους ανωτέρω πίνακες, ο συνολικός αριθµός των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνταν στον υπό εξέταση κλάδο, κατά τη χρονική περίοδο 2000 – 2007, έβαινε διαρκώς αυξανόµενος, µε ποσοστό αύξησης µεταξύ 0,6% (το έτος 2005) και 10% (το έτος 2002).
  18. Ο συνολικός κύκλος εργασιών των εν λόγω επιχειρήσεων, κατά την ίδια χρονική περίοδο, δεν παρουσίασε την ανάλογη συνεχή αυξητική τάση. Ειδικότερα, κατά την περίοδο 2001 – 2004, ο συνολικός κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνταν στον κλάδο της παροχής υπηρεσιών εκπαίδευσης οδηγών παρουσίασε µεν συχνά σηµαντική αύξηση της τάξης του 3 – 41%, σε σχέση µε την (εκάστοτε) προηγούµενη χρονιά (µε τη µεγαλύτερη αύξηση να σηµειώνεται το έτος 2001), κατά την περίοδο 2005 – 200, ωστόσο, εµφάνισε µικρή µείωση, της τάξης του 0,5 – 2,9%. 28 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  19. Αναφορικά µε το µέσο ετήσιο ρυθµό µεταβολής, αυτός, κατά τη χρονική περίοδο 2000 – 2007, ήταν θετικός για την πλειονότητα των Νοµών, τόσο σε όρους αριθµού επιχειρήσεων όσο και σε όρους κύκλου εργασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι Νοµοί Γρεβενών και Πρέβεζας, οι οποίοι εµφάνισαν αρνητικό µέσο ετήσιο ρυθµό µεταβολής, όσον αφορά, τόσο στον αριθµό των επιχειρήσεων όσο και στον κύκλο εργασιών, οι Νοµοί Λάρισας και Τρικάλων, οι οποίοι εµφάνισαν αρνητικό µέσο ετήσιο ρυθµό µεταβολής του αριθµού των επιχειρήσεων αλλά θετικό µέσο ετήσιο ρυθµό µεταβολής του κύκλου εργασιών τους και οι Νοµοί Άρτας, Καστοριάς, Κιλκίς και Σάµου, οι οποίοι εµφάνισαν αρνητικό µέσο ετήσιο ρυθµό µεταβολής του κύκλου εργασιών των δραστηριοποιούµενων στον υπό εξέταση κλάδο επιχειρήσεων, αλλά θετικό µέσο ετήσιο ρυθµό µεταβολής του αριθµού τους.
  20. Η πλειονότητα των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην αγορά παροχής υπηρεσιών εκπαίδευσης οδηγών βρίσκεται εγκατεστηµένη στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη. Έτσι, οι σχολές οδηγών της Αττικής αντιπροσώπευαν, κατά τη συγκεκριµένη χρονική περίοδο, ποσοστό 34 – 40% του συνολικού αριθµού των σχολών οδηγών και πραγµατοποίησαν ποσοστό 34,8 – 44,5% του συνολικού κύκλου εργασιών. Αντίστοιχα, οι σχολές οδηγών της Θεσσαλονίκης αντιπροσώπευαν ποσοστό 11,4 – 11,96% του συνολικού αριθµού των σχολών οδηγών και πραγµατοποίησαν ποσοστό 7,9 - 11% του συνολικού κύκλου εργασιών.
  21. ∆ιευκρινίζεται, πάντως, ότι τα ανωτέρω στοιχεία αφορούν γενικά στις λειτουργούσες σχολές οδηγών, ανεξάρτητα από το εάν αυτές ανήκουν ή όχι στους κατά τόπους συλλόγους εκπαιδευτών. VI. ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΩΝ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1 ΤΟΥ Ν. 703/1977 & Ν. 3959/2011 & ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 101 ΣΛΕΕ VI.
  22. ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ∆ΙΑΤΑΞΕΙΣ ν.703/1977 και ν. 3959/2011
  23. Με την έναρξη ισχύος του ν. 3959/2011 για την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισµού (ΦΕΚ Α’ 93) την 20.4.2011 καταργήθηκε ο ν. 703/77 περί ελέγχου µονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισµού (ΦΕΚ Α’ 278)
  24. Βάσει των αρχών που διέπουν τη διαχρονική εφαρµογή του δικαίου, καθώς και των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογηµένης εµπιστοσύνης του διοικούµενου, εφαρµοστέες είναι οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες ίσχυαν κατά τον χρόνο επελεύσεως των γεγονότων που συνιστούν την παράβαση, χωρίς να έχει σηµασία ο χρόνος κατά τον οποίο εφαρµόζονται οι σχετικές διατάξεις και επιβάλλονται οι σχετικές κυρώσεις
  25. Έτσι, κάθε συµπεριφορά η οποία έλαβε χώρα µέχρι την 20.4.2011 (ηµεροµηνία κατάργησης του ν. 703/1977 και θέσης σε ισχύ του ν. 3959/2011) και η οποία πιθανολογείται ότι πληροί την αντικειµενική και υποκειµενική υπόσταση της προβλεπόµενης στα άρθρα 1 και 2 του ν. 703/1977 παράβασης, αξιολογείται βάσει των προαναφερόµενων άρθρων. Συνεπώς, στα πραγµατικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, τα οποία εκτιµάται ότι εµπίπτουν στο ratione materiae 44 Βλ. άρθ. 51 Ν. 3959/
  26. Βλ. απόφαση ∆ΕΕ, υποθ.C-201/09 και C-216/09, ArcelorMittal Luxembourg SA κ. Επιτροπής (µη δηµοσιευµένη ακόµα στη Συλλογή), σκ. 67-
  27. 45 29 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ και ratione temporis πεδίο εφαρµογής των άρθρων 1 και 2 του ν. 703/1977 εφαρµόζονται οι ουσιαστικού δικαίου κανόνες των εν λόγω άρθρων. Ωστόσο, τυχόν διαρκείς παραβάσεις, οι οποίες αν και ξεκίνησαν να λαµβάνουν χώρα νωρίτερα, συνεχίστηκαν να τελούνται και µετά το χρονικό σηµείο έναρξης ισχύος του ν. 3959/2011, αξιολογούνται υπό τις νέες διατάξεις του νόµου.
  28. Σε κάθε περίπτωση, υπενθυµίζεται ότι τα άρθρα 1 και 2 του ν. 703/77 είναι αντίστοιχα (και σχεδόν πανοµοιότυπα) µε τα άρθρα 1 και 2 του ν. 3959/2011 και η αξιολόγηση των καταγγελλοµένων συµπεριφορών δε θα διαφοροποιούνταν µε την εφαρµογή των παλαιότερων ή των νεότερων διατάξεων. VI.
  29. ΕΠΗΡΕΑΣΜΟΣ ∆ΙΑΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 101 ΣΛΕΕ VI.2.
  30. Γενικό πλαίσιο
  31. Κάθε φορά που η Επιτροπή Ανταγωνισµού εφαρµόζει το άρθρο 1 και το άρθρο 2 του ν. 703/1977 ή/και το άρθρο 1 και 2 του ν. 3959/2011, οφείλει να εφαρµόσει παράλληλα το άρθρο 101 και 102 ΣΛΕΕ (πρώην 81 και 82 ΣυνθΕΚ), εφόσον η εν λόγω σύµπραξη µπορεί να επηρεάσει το διακοινοτικό εµπόριο
  32. Η διάταξη του άρθρου 101 ΣΛΕΕ είναι αντίστοιχη αυτής του άρθρου 1 του ν. 703/1977-3959/
  33. Μοναδική επιπλέον προϋπόθεση εφαρµογής της κοινοτικής διάταξης, σε σχέση µε τη διάταξη του εθνικού δικαίου, αποτελεί αυτή της «δυνατότητας σοβαρής επίδρασης στο ενδοκοινοτικό εµπόριο».
  34. Το κριτήριο του επηρεασµού του διακοινοτικού εµπορίου είναι αυτόνοµο κριτήριο της κοινοτικής νοµοθεσίας, το οποίο πρέπει να εκτιµάται ad hoc και οριοθετεί το πεδίο εφαρµογής του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισµού. Το κριτήριο αυτό πληρούται, όταν οι υπό εξέταση κάθε φορά συµφωνίες και πρακτικές δύνανται να έχουν ένα ελάχιστο επίπεδο διασυνοριακών επιπτώσεων στο εσωτερικό της Κοινότητας.48
  35. Από τη διατύπωση των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ [81 και 82 ΣυνθΕΚ] και από τη νοµολογία των κοινοτικών δικαστηρίων προκύπτει ότι κατά την εφαρµογή του κριτηρίου του επηρεασµού του εµπορίου πρέπει να εκτιµώνται ιδίως τα ακόλουθα τρία στοιχεία: VI.2.1.
  36. Η έννοια του «εµπορίου µεταξύ κρατών µελών»
  37. Πρόκειται για ευρεία έννοια που καλύπτει καταρχήν όλες τις διασυνοριακές οικονοµικές δραστηριότητες µεταξύ δύο τουλάχιστον κρατών µελών, ανεξαρτήτως εάν οι δραστηριότητες αυτές αφορούν το σύνολο ή τµήµα κράτους µέλους, υπό την προϋπόθεση όµως ότι ο επηρεασµός του εµπορίου είναι αισθητός (βλ. και κατωτέρω υπό VI.2.1.3.)
  38. Βλ. παράγραφο 1 του άρθρου 3 του Κανονισµού 1/2003 του Συµβουλίου της 16ης ∆εκεµβρίου 2002, ΕΕ 2003 L1/
  39. 47 Βλ. και ΣτΕ 1731/2001, Επισκ.Εµπ.∆ικ 2003, σελ. 1053, σύµφωνα µε την οποία η «διάταξη του άρθρου 1 του ν. 703/1977 είναι σχεδόν πανοµοιότυπη µε τη διάταξη του [άρθρου 81 ΣυνθΕΚ]»,. 48 Βλ. Ανακοίνωση της Ευρ. Επιτροπής, Κατευθυντήριες γραµµές σχετικά µε την έννοια του επηρεασµού του εµπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, EE 2004 C101/81, παρ. 12-13 και τη σχετική νοµολογία στην οποία παραπέµπει. 49 Βλ. Ανακοίνωση της Ευρ. Επιτροπής, Κατευθυντήριες γραµµές σχετικά µε την έννοια του επηρεασµού του εµπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, EE 2004 C101/81, παρ.
  40. 46 30 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ VI.2.1.
  41. Η έννοια του «δύνανται να επηρεαστούν»
  42. Κατά πάγια νοµολογία, για να µπορεί µια απόφαση, συµφωνία ή πρακτική να επηρεάσει το εµπόριο µεταξύ κρατών µελών πρέπει, βάσει ενός συνόλου νοµικών και πραγµατικών στοιχείων, να µπορεί να πιθανολογηθεί επαρκώς ότι µπορεί να ασκήσει άµεση ή έµµεση, πραγµατική ή δυνητική επίδραση στα εµπορικά ρεύµατα µεταξύ κρατών µελών, τούτο δε κατά τρόπο που να προκαλείται φόβος ότι θα µπορούσε να εµποδίσει την πραγµατοποίηση ενιαίας αγοράς µεταξύ κρατών µελών
  43. Όπως γίνεται δεκτό, ορισµένες αντιανταγωνιστικές πρακτικές, π.χ. οι διασυνοριακές συµπράξεις, δύνανται, από την ίδια τη φύση τους, να επηρεάσουν το εµπόριο µεταξύ κρατών µελών. Επίσης, κάποιες φορές η ίδια η φύση των προϊόντων διευκολύνει τις διασυνοριακές συναλλαγές ή τα καθιστά ιδιαίτερα σηµαντικά για επιχειρήσεις που επιθυµούν να εγκατασταθούν ή να αναπτύξουν τις δραστηριότητές τους σε άλλα κράτη µέλη. Στις περιπτώσεις αυτές, το εφαρµοστέο του κοινοτικού δικαίου προσδιορίζεται ευκολότερα από ό,τι σε περιπτώσεις στις οποίες η ζήτηση για προϊόντα προµηθευτών από άλλα κράτη µέλη είναι, λόγω της φύσης τους, πιο περιορισµένη, ή στις οποίες τα προϊόντα παρουσιάζουν µικρότερο ενδιαφέρον από την άποψη της διασυνοριακής εγκατάστασης ή της επέκτασης της οικονοµικής δραστηριότητας που ασκείται µέσω παρόµοιας εγκατάστασης. Η εγκατάσταση περιλαµβάνει τη σύσταση, από επιχείρηση εγκατεστηµένη σε ένα κράτος µέλος, γραφείων, υποκαταστηµάτων ή θυγατρικών σε άλλο κράτος µέλος
  44. VI.2.1.
  45. Η έννοια του «αισθητού» επηρεασµού
  46. Η εκτίµηση του αισθητού χαρακτήρα του επηρεασµού εξαρτάται από τις περιστάσεις κάθε µεµονωµένης περίπτωσης και ιδίως από τη φύση της συµφωνίας ή πρακτικής, από τη φύση των καλυπτόµενων προϊόντων ή υπηρεσιών και από τη θέση των ενδιαφερόµενων επιχειρήσεων στην αγορά. Εάν από την ίδια τη φύση της, η συµφωνία ή πρακτική δύναται να επηρεάσει το εµπόριο µεταξύ κρατών µελών, το όριο του αισθητού επηρεασµού είναι χαµηλότερο από ό,τι στην περίπτωση συµφωνιών ή πρακτικών που δεν δύνανται, από τη φύση τους, να επηρεάσουν το εµπόριο µεταξύ κρατών µελών
  47. ∆εν είναι δυνατό να καθοριστούν γενικά ποσοτικά κριτήρια που να καλύπτουν όλες τις κατηγορίες συµφωνιών και να επιτρέπουν να προσδιοριστεί πότε το εµπόριο µεταξύ κρατών µελών µπορεί να επηρεαστεί αισθητά. Είναι, ωστόσο, δυνατό να προσδιοριστεί πότε το εµπόριο δεν δύναται κανονικά να επηρεαστεί σε αισθητό βαθµό. Στην ανακοίνωσή της για τις συµφωνίες ήσσονος σηµασίας που δεν περιορίζουν αισθητά τον ανταγωνισµό κατά την έννοια του άρθρου 81 παρ. 1 της Συνθήκης (κανόνας de minimis) η Επιτροπή διευκρίνισε ότι οι συµφωνίες µεταξύ µικρών και µεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ), όπως ορίζονται στο παράρτηµα της σύστασης 96/280/ΕΚ της Επιτροπής δεν δύνανται κανονικά να επηρεάσουν το εµπόριο µεταξύ κρατών µελών. Αυτό τεκµαίρεται από το γεγονός ότι οι δραστηριότητες των ΜΜΕ έχουν συνήθως τοπικό ή το πολύ περιφερειακό χαρακτήρα. Ωστόσο, οι ΜΜΕ µπορούν να εµπίπτουν στις 50 Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις ∆ΕΕ, συνεκδ. υποθ. C-209-215/78 και 218/78, Van Landewyck κ.λπ κατά Επιτροπής, Συλλ. 1980, σελ. ΙΙΙ-207, σκ. 170 και υπόθ. C-219/95, Ferriere Nord Spa κατά Επιτροπής, Συλλ. 1997, σελ. Ι-4411, σκ. 20 καθώς και απόφαση EA 370/V/2007, σελ.
  48. 51 Βλ. Ανακοίνωση της Ευρ. Επιτροπής, Κατευθυντήριες γραµµές σχετικά µε την έννοια του επηρεασµού του εµπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ΕΕ 2004 C101/81, παρ. 29-
  49. 52 Βλ. Ανακοίνωση της Ευρ. Επιτροπής, Κατευθυντήριες γραµµές σχετικά µε την έννοια του επηρεασµού του εµπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ΕΕ 2004 C101/81, παρ.
  50. 31 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, ιδίως όταν ασκούν διασυνοριακή οικονοµική δραστηριότητα
  51. Έχει θεωρηθεί (ως µαχητό αρνητικό τεκµήριο) ότι οι συµφωνίες, ανεξαρτήτως της φύσης τους, δεν δύνανται, καταρχήν, να επηρεάσουν αισθητά το εµπόριο µεταξύ κρατών µελών εάν πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) το συνολικό µερίδιο αγοράς των µερών σε οποιαδήποτε σχετική αγορά της Κοινότητας που επηρεάζεται από τη συµφωνία δεν υπερβαίνει το 5 % και β) στην περίπτωση των οριζόντιων συµφωνιών, ο συνολικός Κοινοτικός κύκλος εργασιών που πραγµατοποιούν οι ενδιαφερόµενες επιχειρήσεις στα σχετικά προϊόντα που καλύπτονται από την συµφωνία δεν υπερβαίνει τα 40 εκατ. Ευρώ
  52. Η υπέρβαση και µόνο των εν λόγω ορίων δεν οδηγεί µε βεβαιότητα στο συµπέρασµα ότι οι εξεταζόµενες πρακτικές είναι άνευ ετέρου ικανές να επηρεάσουν σε αισθητό βαθµό το διακοινοτικό εµπόριο. Είναι κάλλιστα δυνατό, σε συγκεκριµένες περιπτώσεις, συµφωνίες µεταξύ επιχειρήσεων που υπερβαίνουν τα προβλεπόµενα όρια να επηρεάζουν µόνο σε αµελητέο βαθµό το εµπόριο µεταξύ κρατών µελών και κατά συνέπεια να µην εµπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ
  53. Έχει εντούτοις καθιερωθεί (ως µαχητό θετικό τεκµήριο) ότι εάν µια συµφωνία δύναται από τη φύση της να επηρεάσει το εµπόριο µεταξύ κρατών µελών, διότι για παράδειγµα αφορά εισαγωγές ή εξαγωγές ή καλύπτει περισσότερα του ενός κράτη µέλη, η επίδρασή της στο εµπόριο είναι αισθητή εάν ο κύκλος εργασιών των µερών µε τα προϊόντα που καλύπτει η συµφωνία υπερβαίνει τα 40 εκατ. Ευρώ ή εάν το µερίδιο αγοράς των µερών υπερβαίνει το όριο του 5%. Ωστόσο, το τεκµήριο αυτό δεν ισχύει εάν η συµφωνία καλύπτει µέρος µόνο κράτους µέλους
  54. VI.2.
  55. Συµφωνίες που καλύπτουν ένα µόνο κράτος µέλος ή µέρος µόνο κράτους µέλους
  56. Η εφαρµογή του κριτηρίου του επηρεασµού του εµπορίου δεν εξαρτάται από τον ορισµό των γεωγραφικών αγορών αναφοράς. Το εµπόριο µεταξύ των κρατών µελών µπορεί να επηρεαστεί επίσης σε περιπτώσεις στις οποίες η οικεία αγορά είναι η εθνική αγορά ή και τµήµα της εθνικής αγοράς
  57. Κατά κανόνα, οι οριζόντιες συµπράξεις που καλύπτουν το σύνολο ενός κράτους µέλους δύνανται να επηρεάσουν το διακοινοτικό εµπόριο. Κατά πάγια νοµολογία του ∆ικαστηρίου της Ε.Ε. (πρώην ∆ΕΚ, εφεξής ∆ΕΕ) οι περιοριστικές του ανταγωνισµού πρακτικές που καλύπτουν ολόκληρο το έδαφος ενός των κρατών µελών, ζωτικό δηλαδή τµήµα της κοινής αγοράς, έχουν εξ ορισµού ως αποτέλεσµα την παγίωση στεγανοποιήσεων της εθνικής αγοράς και 53 Βλ. Ανακοίνωση της Ευρ. Επιτροπής, Κατευθυντήριες γραµµές σχετικά µε την έννοια του επηρεασµού του εµπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ΕΕ 2004 C101/81, παρ.
  58. 54 Βλ. Ανακοίνωση της Ευρ. Επιτροπής, Κατευθυντήριες γραµµές σχετικά µε την έννοια του επηρεασµού του εµπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ΕΕ 2004 C101/81, παρ.
  59. 55 Βλ. αποφάσεις Γενικού ∆ικαστηρίου, υποθ. T-9/93, Schöller κατά Επιτροπής, Συλλ. 1995, σελ. ΙΙ1611, σκ. 75 και υποθ. Τ-77/94, VGB κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλ. 1997, σελ. ΙΙ-759, σκ.
  60. 56 Βλ. Ανακοίνωση της Ευρ. Επιτροπής, Κατευθυντήριες γραµµές σχετικά µε την έννοια του επηρεασµού του εµπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ΕΕ 2004 C101/81, παρ.
  61. 57 Βλ. Ανακοίνωση της Ευρ. Επιτροπής, Κατευθυντήριες γραµµές σχετικά µε την έννοια του επηρεασµού του εµπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ΕΕ 2004 C101/81, παρ.
  62. 32 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ τη συνακόλουθη παρακώλυση της οικονοµικής αλληλοδιεισδύσεως που επιδιώκεται µε τη Συνθήκη
  63. Ωστόσο, έχει γίνει δεκτό ότι συµφωνίες που αφορούν υπηρεσίες που δεν αποτελούν αντικείµενο διασυνοριακής δραστηριότητας και οι οποίες δύσκολα θα χρησιµοποιηθούν από αλλοδαπή πελατεία, δεν επηρεάζουν κατά κανόνα το διακοινοτικό εµπόριο, έστω κι αν καλύπτουν ολόκληρο το έδαφος κράτους µέλους
  64. Παράλληλα έχει κριθεί ότι πρακτικές, η επιρροή των οποίων περιορίζεται στο έδαφος κυρίως ενός και µόνο κράτους µέλους, δεν µπορεί να γίνει δεκτό ότι επηρεάζουν το διακοινοτικό εµπόριο
  65. Επίσης, έχει παγιωθεί νοµολογιακά ότι οι συµφωνίες που έχουν τοπικό χαρακτήρα δεν δύνανται, αυτές καθαυτές, να επηρεάσουν αισθητά το εµπόριο µεταξύ κρατών µελών. Αυτό συµβαίνει ακόµα και εάν η τοπική αγορά βρίσκεται σε συνοριακή περιοχή
  66. VI.2.
  67. Η υπό κρίση υπόθεση
  68. Σε αντιστοιχία µε τα ανωτέρω αναφερόµενα (βλ. κεφάλαιο VI.2.
  69. και VI.2.2.), συντρέχουν εν προκειµένω τα ακόλουθα: VI.2.3.
  70. Ως προς την δράση του κάθε Συλλόγου
  71. α) ∆εν υφίσταται εµπόριο µεταξύ κρατών µελών. Όπως αναφέρθηκε (βλ. κεφάλαιο IV.2.), η παροχή υπηρεσιών από τις σχολές οδήγησης διεξάγεται κυρίως (αν όχι αποκλειστικά) σε τοπικό επίπεδο νοµού. Για το λόγο αυτό άλλωστε και ως σχετική γεωγραφική αγορά έχει ληφθεί υπόψη ο κάθε εξεταζόµενος νοµός ξεχωριστά. β) Οι υπό εξέταση αντιανταγωνιστικές πρακτικές δεν δύνανται να επηρεάσουν το εµπόριο µεταξύ κρατών µελών. Τούτο διότι αφενός δεν αποτελούν διασυνοριακές συµπράξεις, όπως για παράδειγµα είναι οι συµπράξεις που αφορούν εισαγωγές ή εξαγωγές ή καλύπτουν το έδαφος περισσοτέρων του ενός κρατών µελών. Αφετέρου δε δεν αφορούν σε υπηρεσίες που από τη φύση τους 58 Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις ∆ΕΕ, υποθ. 8/72, Vereeniging van Cementhandelaren κατά Επιτροπής, Συλλ. 1972, σελ. 223, σκ. 29, υποθ. 126/80, Maria Salonia κ.Giorgio Poidomani και Franca Baglieri, Συλλ. 1981, σελ. 1563, σκ. 14, υποθ. C-42/84, Remia BV κλπ κατά Επιτροπής, Συλλ. 1985, σελ. 2545, σκ. 22, υποθ. C-35/96 Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλ. 1998, σελ. Ι-3851, σκ. 48, υποθ. C-309/99, J.C.J. Wouters κ.ά. κ.Algemene Raad van de Nederlandse Orde van Advocaten, Συλλ. 2002, σελ. I-1577, σκ. 95 καθώς και αποφ. ΕΑ 277/IV/2005, σελ. 42-43, επικυρωθείσα από ∆ΕφΑθ 1001/2006, ∆∆ΙΚΗ 2008/1545, σκ.
  72. 59 Βλ. απόφαση ∆ΕΕ, υποθ.C-215/96, 216/96, Carlo Bagnasco κλπ κατά Banca Popolare di Novara και Casa di Risparmio di Genova e Imperia, Συλλ. 1999, σελ. Ι-135, σκ. 51-
  73. Στην υπόθεση αυτή έγινε δεκτό ότι συγκεκριµένες τραπεζικές υπηρεσίες χρησιµοποιούνταν µόνο από εθνική (ιταλική) και όχι άλλου κράτους-µέλους - πελατεία, µε αποτέλεσµα να καθίσταται απίθανή η εγκατάσταση αλλοδαπών τραπεζών στην Ιταλία, ενώ ταυτόχρονα η δραστηριοποίηση µη ιταλικών τραπεζών στην εν λόγω αγορά ήταν σπάνια. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι δεν υπήρχε σηµαντικός επηρεασµός του διακοινοτικού εµπορίου. 60 Βλ. απόφαση ∆ΕΕ, υποθ. C-22/78, Hugin κατά Επιτροπής, Συλλ. 1979, σελ. Ι-951, σκ. 15-25, όπου έγινε δεκτό ότι δεν υπήρχε επηρεασµός του διακοινοτικού εµπορίου από τις πρακτικές της Hugin, διότι οι δραστηριότητες της εν λόγω αγοράς - συντήρηση, επισκευή και ενοικίαση µηχανών έκδοσης αποδείξεων - περιορίζονταν σε τοπικό επίπεδο και παρέχονταν από πολλές, µικρές και εξειδικευµένες επιχειρήσεις. Βλ. επίσης απόφαση Επιτροπής, 1999/199/ΕΚ, Αεροδρόµια της Πορτογαλίας, ΕΕ 1999 L 69/31, σκ. 20, όπου έγινε δεκτό ότι πρακτικές που αφορούσαν αεροπορικές γραµµές µε αποκλειστικά εσωτερική πελατεία δεν µπορούσαν να επηρεάζουν το διακοινοτικό εµπόριο. 61 Βλ. Ανακοίνωση της Ευρ. Επιτροπής, Κατευθυντήριες γραµµές σχετικά µε την έννοια του επηρεασµού του εµπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ΕΕ 2004 C101/81, παρ.
  74. 33 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ διευκολύνουν τις διασυνοριακές συναλλαγές. Ειδικότερα, οι σχετικές δραστηριότητες, ήτοι η παροχή υπηρεσιών εκπαίδευσης από σχολές οδήγησης, στην Ελλάδα, ασκείται από µικρές και πολλές επιχειρήσεις που κατά κύριο λόγο δραστηριοποιούνται αποκλειστικά σε τοπικό επίπεδο. Η δραστηριότητά τους δεν επεκτείνεται σε άλλες περιοχές. Άλλωστε, το νοµοθετικό πλαίσιο προβλέπει την τοπική παρουσία τους σε επίπεδο νοµού ρητά. Οι πελάτες - καταναλωτές, επίσης, απευθύνονται σε επιχειρήσεις που βρίσκονται σε µικρή απόσταση από την οικία τους. Η ίδια, εποµένως, η φύση και η δοµή της αγοράς καθιστά πολύ περιορισµένη την πιθανότητα διασυνοριακών συναλλαγών, αλλά και πολύ περιορισµένη την πιθανότητα εγκατάστασης στην ελληνική επικράτεια κάποιας αλλοδαπής επιχείρησης. γ) Όπως προκύπτει από τον ανωτέρω Πίνακα II (βλ. κεφάλαιο V.), ο κύκλος εργασιών όλων των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε επίπεδο νοµού δεν ξεπερνά κατά νοµό τα 40 εκ ευρώ κατά την διάρκεια των ετών 2000-
  75. Περαιτέρω, σε επίπεδο νοµού, ο κύκλος εργασιών ιδίως των εµπλεκόµενων (κατά τα ανωτέρω αναλυόµενα) συλλόγων αποτελεί αµελητέο τµήµα σε σχέση µε το συνολικό κύκλο εργασιών που πραγµατοποιείται στο εσωτερικό της ελληνικής επικράτειας. Ως εκ τούτου, δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί ούτε η έννοια του αισθητού επηρεασµού του διακοινοτικού εµπορίου, πληρουµένου του ως άνω αναφεροµένου αρνητικού τεκµηρίου.
  76. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι δεν µπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται επηρεασµός του διακοινοτικού εµπορίου από τις πρακτικές του κάθε µεµονωµένου συλλόγου. VI.2.3.
  77. Ως προς την δράση της Π.Ο.Ε.Ο.
  78. α) Εµπόριο, µε την έννοια των διασυνοριακών δραστηριοτήτων µεταξύ δυο τουλάχιστον κρατών µελών, δεν υφίσταται εν προκειµένω. β) Ως προκύπτει εκ των ανωτέρω (βλ. κεφάλαιο ΙΙ.12.), 35 εκ των 44 συλλόγων που δραστηριοποιούνταν πανελλαδικά κατά το έτος 2008 είναι µέλη της Π.Ο.Ε.Ο. και άρα καλύπτουν το σύνολο της ελληνικής επικράτειας, γεγονός που καθιστά θεωρητικά δυνατή την τυχόν στοιχειοθέτηση του κριτηρίου του δυνητικού επηρεασµού του διακοινοτικού εµπορίου αναφορικά µε τη δράση της Π.Ο.Ε.Ο., χωρίς ωστόσο να αρκεί εν προκειµένω για την πλήρωση του εν λόγω κριτηρίου. Τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε (βλ. ανωτέρω υπό VI.2.3.1.) η φύση των ελεγχόµενων υπηρεσιών εκπαίδευσης από σχολές οδήγησης δεν συνηγορούν υπέρ της δυνατότητας επηρεασµού του διακοινοτικού εµπορίου. Πρόκειται για υπηρεσίες που παρέχονται από πλειάδα µικρών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται κατά κύριο λόγο αποκλειστικά σε επίπεδο νοµού και απευθύνονται σε πελατεία εγκατεστηµένη στα σχετικά τοπικά όρια, χωρίς να παρουσιάζουν ιδιαίτερη ζήτηση από άλλα κράτη µέλη ή µεγάλο ενδιαφέρον από την άποψη την διασυνοριακής εγκατάστασης. γ) Από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι ο συνολικός κύκλος εργασιών των συλλόγων που υπάγονται στην Π.Ο.Ε.Ο. φαίνεται να ξεπερνά τα 40 εκ. ευρώ κατ’ έτος (βλ. κεφάλαιο V). Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω στοιχεία συνάγεται ότι η δράση των εν λόγω συλλόγων καλύπτει σηµαντικό µέρος του όγκου παροχής υπηρεσιών σε σχέση µε το σύνολο της ελληνικής επικράτειας. Εντούτοις, τα ανωτέρω στοιχεία δεν είναι διαθέσιµα αναφορικά µε το έτος 2010 (οπότε και λαµβάνει χώρα η υπό εξέταση δράση της Π.Ο.Ε.Ο.), ώστε να καθίσταται δυνατό να στοιχειοθετηθεί επαρκώς η ύπαρξη τυχόν αισθητού 34 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ επηρεασµού του διακοινοτικού εµπορίου µε βάση τη θέση της Π.Ο.Ε.Ο. στην αγορά.
  79. Εξάλλου, ακόµη κι εάν υπήρχε η δυνατότητα να διακριβωθεί το µερίδιο αγοράς και ο κύκλος εργασιών της Π.Ο.Ε.Ο. για το έτος 2010, τυχόν υπέρβαση και µόνο των ως άνω αναφεροµένων ορίων δεν αρκεί ώστε να συναχθεί µε βεβαιότητα ότι η υπό εξέταση δράση της Π.Ο.Ε.Ο. είναι ικανή να επηρεάσει σε αισθητό βαθµό το διακοινοτικό εµπόριο. Τουναντίον, δεδοµένης της φύσεως των υπό κρίση υπηρεσιών εκµάθησης οδήγησης που λόγω του τοπικού τους χαρακτήρα δεν αφορούν ούτε και ενθαρρύνουν τις διασυνοριακές συναλλαγές, δεν µπορεί να γίνει λόγος για δυνητικό επηρεασµό του διασυνοριακού εµπορίου, πολλώ δε µάλλον για αισθητό επηρεασµό αυτού. Εποµένως, ούτε για τυχόν πρακτικές της Π.Ο.Ε.Ο. θα µπορούσε να διαπιστωθεί ότι υφίσταται επηρεασµός του διακοινοτικού εµπορίου και συνακόλουθη εφαρµογή του σχετικού κοινοτικού δικαίου.
  80. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, δεδοµένου ότι η Επιτροπή δεν διαπιστώνει παράβαση εκ µέρους της Π.Ο.Ε.Ο., παρέλκει το ζήτηµα αυτό. VI.2.3.
  81. Ως προς την δράση των επτά
(7)µεµονωµένων σχολών οδήγησης του νοµού Βοιωτίας
  1. Ισχύουν αντίστοιχα όσα αναφέρθηκαν στο κεφάλαιο VΙ.2.3.1 σχετικά µε τη δράση των µεµονωµένων συλλόγων. VI.
  2. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1 ΠΑΡ. 1 ΤΟΥ ν. 703/1977-3959/2011
  3. Το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 703/1977-3959/2011 απαγορεύει όλες τις συµφωνίες µεταξύ επιχειρήσεων, όλες τις αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρµονισµένη πρακτική που έχουν ως αντικείµενο ή ως αποτέλεσµα την παρεµπόδιση, τον περιορισµό ή τη νόθευση του ανταγωνισµού, και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται στον άµεσο ή έµµεσο καθορισµό των τιµών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής, στον περιορισµό ή στον έλεγχο της παραγωγής και των αγορών, ή στην κατανοµή των αγορών ή των πηγών εφοδιασµού.
  4. Προϋποθέσεις, εποµένως, εφαρµογής της ως άνω διάταξης είναι: 1) Η ύπαρξη συµφωνίας, εναρµονισµένης πρακτικής µεταξύ επιχειρήσεων ή απόφασης ένωσης επιχειρήσεων, 2) Αντικείµενο ή αποτέλεσµα της ανωτέρω συµφωνίας, εναρµονισµένης πρακτικής ή απόφασης να είναι ο περιορισµός, η παρακώλυση ή η νόθευση του ανταγωνισµού.
  5. Κατά συνέπεια, θα πρέπει, προκειµένου να στοιχειοθετηθεί παράβαση του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 703/1977-3959/2011 να ερευνηθεί η συνδροµή ή µη των ως άνω προϋποθέσεων στην υπό κρίση υπόθεση. VI.3.
  6. Έννοια της «επιχείρησης»
  7. Για τους σκοπούς του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 703/1977-3959/2011, ως «επιχείρηση» νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο ή οικονοµική ενότητα που ασκεί 35 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ εµπορική ή άλλη οικονοµική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νοµικό καθεστώς του και από τον τρόπο χρηµατοδότησής του
  8. Ειδικότερα, η ύπαρξη επιχείρησης προϋποθέτει αυτονοµία οικονοµικής δράσης και συνακόλουθα πλήρη ανάληψη των οικονοµικών κινδύνων που συνεπάγεται η εκάστοτε οικονοµική δραστηριότητα
  9. Ως οικονοµική δραστηριότητα νοείται κάθε δραστηριότητα προσφοράς αγαθών ή υπηρεσιών σε δεδοµένη αγορά
  10. Η άσκηση αυτής της δραστηριότητας συνδέεται συνήθως µε κάποιο αντιστάθµισµα, το οποίο συνίσταται στην πληρωµή αµοιβής έναντι των παρεχόµενων υπηρεσιών.
  11. Οι εργαζόµενοι µε υπαλληλική σχέση δε µπορούν να θεωρηθούν επιχειρήσεις κατά τα ως άνω, καθότι δεν φέρουν τους οικονοµικούς κινδύνους της ασκηθείσας από αυτούς δραστηριότητας, απλώς παρέχουν την εργασία τους υπό τις κατευθύνσεις και τις οδηγίες του εκάστοτε εργοδότη
  12. Οι ελεύθεροι επαγγελµατίες, ωστόσο, εφόσον δεν τελούν υπό υπαλληλική σχέση, παρέχουν αυτόνοµα τις υπηρεσίες τους σε συγκεκριµένες αγορές έναντι αµοιβής και ως εκ τούτου ασκούν οικονοµική δραστηριότητα
  13. Εν προκειµένω, οι εκπαιδευτές υποψηφίων οδηγών δύνανται να εργαστούν είτε ως ελεύθεροι επαγγελµατίες, λειτουργώντας τη δική τους σχολή οδήγησης, είτε ως υπάλληλοι, απασχολούµενοι στη σχολή οδήγησης του εργοδότη τους. Οι εκπαιδευτές υποψηφίων οδηγών που εργάζονται ως ελεύθεροι επαγγελµατίες παρέχουν, υπό την ιδιότητά τους ως ανεξάρτητων οικονοµικών µονάδων, υπηρεσίες στην αγορά των υπηρεσιών εκµάθησης οδήγησης, για τις οποίες λαµβάνουν από τους εκπαιδευόµενους µαθητές τους αµοιβή, ενώ παράλληλα αναλαµβάνουν τους χρηµατοοικονοµικούς κινδύνους που σχετίζονται µε την άσκηση των δραστηριοτήτων τους.
  14. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι ως άνω εκπαιδευτές υποψηφίων οδηγών διεξάγουν οικονοµική δραστηριότητα και ως εκ τούτου λογίζονται ως επιχειρήσεις κατά την έννοια των διατάξεων περί ελεύθερου ανταγωνισµού. VI.3.
  15. Ένωση επιχειρήσεων
  16. Η «ένωση επιχειρήσεων» προϋποθέτει πλειονότητα επιχειρήσεων που συνδέονται µεταξύ τους µε οποιαδήποτε µορφή οργανωµένης συνεργασίας. ∆εν 62 Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις ∆ΕΕ, υποθ. C-244/94, Federation Francaise des Societes d’Assurance κ.ά. κατά Ministère de l'Agriculture et de la Pêche, Συλλ. 1995, σελ. I-4013, σκ. 14, υποθ. C-55/96, Job Centre coop.arl, Συλλογή 1997, σελ. Ι-7119, σκ. 21, υποθ. C-180-184/98, Pavel Pavlov κ.ά. κατά Stichting Pensioenfonds Medische Specialisten, Συλλογή 2000, σελ. Ι-6451, σκ.
  17. 63 Βλ. ενδεικτικά απόφαση ∆ΕΕ, υποθ. C-180-184/98, Pavel Pavlov κ.ά. κατά Stichting Pensioenfonds Medische Specialisten, Συλλογή 2000, σελ. Ι-6451, σκ. 76-
  18. Βλ. επίσης Β. Σκουρής, Ερµηνεία Συνθηκών για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, σελ.
  19. 64 Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις ∆ΕΕ, υποθ. C-118/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1987, σελ. 2599, σκ. 7, υποθ. C-35/96, Επιτροπή κατά Ιταλίας (CNSD), Συλλ. 1998, σελ. 3851, σκ. 36, καθώς και EA 430/V/2009, σελ. 6, υπό ΙΙΙ.Β., και ΕΑ 317/V/2006, σελ. 16, 17, υπό VII.B.α., επικυρωθείσα από ∆ιοικ.Εφ.Αθ. 4291/
  20. 65 Βλ. ενδεικτικά απόφαση ∆ΕΕ, υποθ. C-22/98, Criminal Proceedings κατά Becu, Συλλ. 1999, σελ. I5665, σκ.
  21. 66 Βλ. ενδεικτικά απόφαση ∆ΕΕ, υποθ. C-180/98 έως 184/98, Pavel Pavlov κ.ά. κατά Stichting Pensioenfonds Medische Specialisten, Συλλ. 2000, σελ. Ι-6451, σκ.
  22. Βλ. επίσης ΕΑ 292/IV/2005, σελ. 12, υπό IV.2.1, επικυρωθείσα από ∆ιοικΕφ 1026, 1027, 1028/2007 (Α ∆ηµοσίευση ΝΟΜΟΣ) και από ΣτΕ 125, 126, 127/2009 (Α ∆ηµοσίευση ΝΟΜΟΣ). Βλ. επίσης ΕΑ 518/VI/2011, σελ. 73, σκ.
  23. 36 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ απαιτείται η «ένωση» να φέρει νοµική προσωπικότητα
  24. Αρκεί να εξυπηρετεί τα εµπορικά συµφέροντα των µελών της
  25. Σωµατεία, ενώσεις, σύνδεσµοι, επαγγελµατικές οργανώσεις θεωρούνται «ενώσεις επιχειρήσεων», ανεξάρτητα από τη νοµική τους µορφή και τον κερδοσκοπικό ή µη χαρακτήρα τους (nonprofit undertakings)
  26. Περαιτέρω, στην έννοια των «ενώσεων επιχειρήσεων» εµπίπτουν και οι δευτεροβάθµιες επαγγελµατικές οργανώσεις (οµοσπονδίες), καθώς το άρθρο 1 ν. 703/1977-3959/2011 µε την αναφορά του σε «ενώσεις επιχειρήσεων» στοχεύει στο να αποτρέψει το ενδεχόµενο επαγγελµατικοί φορείς οποιασδήποτε βαθµίδας να λειτουργούν ως «forum» οικονοµικών συνεννοήσεων και συντονισµένης δράσης µεταξύ των ενδιαφερόµενων επαγγελµατιών
  27. Θα πρέπει, ωστόσο, να σηµειωθεί ότι προκειµένου µια επαγγελµατική οργάνωση να αποτελέσει «ένωση επιχειρήσεων» κατά τα ανωτέρω, απαιτείται η από µέρους της άσκηση οικονοµικής δραστηριότητας ή δραστηριοτήτων που εµπίπτουν στη σφαίρα των οικονοµικών συναλλαγών, χωρίς να αρκεί το γεγονός ότι τα µέλη της συνιστούν µεµονωµένα «επιχειρήσεις». Και τούτο διότι σε ορισµένες περιπτώσεις η νοµοθεσία που διέπει τις εν λόγω οργανώσεις έχει αναθέσει σε αυτές αρµοδιότητες που µπορεί να διαφοροποιούνται από τα καθήκοντα που ασκούν οι επαγγελµατίες που είναι µέλη τους
  28. Τούτων λεχθέντων, καθίσταται προφανές ότι µια επαγγελµατική οργάνωση ενεργεί ως «ένωση επιχειρήσεων» για τους σκοπούς του άρθρου 1 του ν. 703/1977-3959/2011, όταν λαµβάνει µια απόφαση σχετική µε την επιχειρηµατική (οικονοµική) συµπεριφορά των µελών της
  29. Αυτό ισχύει ακόµη και όταν στη συγκεκριµένη οργάνωση γίνονται δεκτοί επαγγελµατίες που εργάζονται υπό καθεστώς υπαλλήλου, δεδοµένου ότι οι επαγγελµατικοί φορείς κανονικά και κατά κύριο λόγο εκπροσωπούν ελεύθερους επαγγελµατίες
  30. Εν προκειµένω, τα εµπλεκόµενα µέρη (σωµατεία, σύλλογοι, ενώσεις), αλλά και η πανελλήνια οµοσπονδία στην οποία ανήκουν (Π.Ο.Ε.Ο.), αποτελούν επαγγελµατικές οργανώσεις που έχουν συσταθεί και λειτουργούν µε βάση το ν. 1721/1987, όπως ισχύει
  31. Πρόκειται, δηλαδή, για σωµατεία (και την αντίστοιχη οµοσπονδία τους) που δεν ασκούν κερδοσκοπική δραστηριότητα και έχουν 67 Βλ. ενδεικτικά απόφαση ∆ΕΕ, συνεκδ. υποθ. C-395/96 P και C-396/96 P, Compagnie maritime belge transports SA, Compagnie maritime belge SA και Dafra-Lines A/S (CEWAL) κατά Επιτροπής Συλλ. 2000, σελ. I- 1365, σκ.
  32. 68 Βλ. ενδεικτικά απόφαση Επιτροπής, 96/438/ΕΚ, FENEX, ΕΕ 1996 L181/28, σκ.
  33. 69 Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις ∆ΕΕ, υπόθ. 209-215/78 & 218/78, Heintz van Landewyck SARL κ.ά. κατά Επιτροπής, Συλλ. 1980, σελ. 3125, σκ. 87-88, υπόθ. C-96-102, 104, 105, 108 και 110/82, IAZ κατά Επιτροπής, Συλλ. 1983, σελ. 3369, σκ.19-
  34. Βλ. επίσης ΕΑ 369/V/2007, σελ. 75, σκ. 231, επικυρωθείσα από ∆ΕφΑθ 1682/2009, ∆∆ΙΚΗ 2010/214, σκ. 38, καθώς και ΕΑ 518/VI/2011, σελ.74, σκ.
  35. 70 Βλ. απόφαση ΕΑ 292/IV/2005, σελ. 12, υπό IV.1.1., επικυρωθείσα από ∆ιοικΕφ 1026, 1027, 1028/2007 (Α΄ ∆ηµοσίευση ΝΟΜΟΣ) και από ΣτΕ 125, 126, 127/2009 (Α΄ ∆ηµοσίευση ΝΟΜΟΣ). 71 Βλ. ενδεικτικά απόφαση ∆ΕΕ, υποθ. C-309/99, Wooters v. Alegemene Raad van de Nederlandse Order van Advocaten, Συλλ. 2002, σελ. I-577, σκ.
  36. Βλ. επίσης ΕΑ 512/VI/2010, σελ. 36, σκ. 106 και ΕΑ 518/VI/2011, σελ. 73, σκ.
  37. 72 Βλ. απόφαση ΕΑ 292/IV/2005, σελ. 13, υπό IV.3.1., επικυρωθείσα από ∆ιοικΕφ 1026, 1027, 1028/2007 (Α΄ ∆ηµοσίευση ΝΟΜΟΣ) και από ΣτΕ 125, 126, 127/2009 (Α΄ ∆ηµοσίευση ΝΟΜΟΣ). 73 Βλ. Ανακοίνωση της Επιτροπής, Έκθεση σχετικά µε τον Ανταγωνισµό στον Τοµέα των Επαγγελµατιών Υπηρεσιών, COM
(2004)83 τελικό, 9.2.2004, παρ.
  1. 74 «Εκσυγχρονισµός επαγγελµατικών οργανώσεων των εµπόρων, βιοτεχνών και λοιπών επαγγελµατιών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 115). 37 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ σκοπό, µεταξύ άλλων, τη διαφύλαξη, τη µελέτη και την προαγωγή των κοινών οικονοµικών και επαγγελµατικών συµφερόντων των µελών τους
  2. Συνεπώς, µε βάση τα ανωτέρω, οι υπό εξέταση επαγγελµατικές οργανώσεις συνιστούν «ενώσεις επιχειρήσεων», καθότι, όπως καταδεικνύεται αναλυτικά κατωτέρω (βλ. κεφάλαιo VII.), πέραν του ότι απαρτίζονται κατεξοχήν από ελεύθερους επαγγελµατίες, διεξάγουν επιπλέον οικονοµική δραστηριότητα, τόσο σε θεωρητικό επίπεδο (σύµφωνα µε το ως άνω νοµικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία τους και τους επιµέρους καταστατικούς τους όρους) όσο και σε πρακτικό επίπεδο, δεδοµένου ότι η εξεταζόµενη συµπεριφορά τους αφορά στον καθορισµό της οικονοµικής δράσης των µελών τους (ιδίως στην τιµολογιακή τους πολιτική και στην παραγωγή και διάθεση των υπηρεσιών τους). VI.3.
  3. Απόφαση ένωσης επιχειρήσεων
  4. «Απόφαση» θεωρείται κάθε δήλωση βούλησης της ένωσης επιχειρήσεων προς τα µέλη της, υπό οποιαδήποτε µορφή, όπως κανονισµοί, ρήτρες καταστατικού, οδηγίες, εγκύκλιοι, απλές συστάσεις, εφόσον έχουν καταρχήν χαρακτήρα δεσµευτικό για τα µέλη και/ ή προβλέπονται κυρώσεις σε περίπτωση µη εφαρµογής τους
  5. Απόφαση του οργάνου διοίκησης της εκάστοτε ένωσης θεωρείται νοµικά δεσµευτική, εφόσον προβλέπεται στο καταστατικό της ότι οι αποφάσεις της δεσµεύουν και είναι υποχρεωτικές για τα µέλη
  6. Ωστόσο, η απαγόρευση του άρθρου 1 ν. 703/1977-3959/2011 εφαρµόζεται και σε περιπτώσεις που η απόφαση έχει το χαρακτήρα απλής σύστασης χωρίς δεσµευτικότητα, εφόσον αντανακλά εν τοις πράγµασι τη συλλογική βούληση των µελών της ένωσης να συντονίσουν τη δράση τους σε µία συγκεκριµένη αγορά78 ή εφόσον η συµµόρφωση των µελών µε αυτήν είναι ικανή να επιφέρει σηµαντικές αρνητικές επιπτώσεις στον ανταγωνισµό στη σχετική αγορά
  7. ∆εν απαιτείται δε, προκειµένου να υπάρχει «απόφαση» ένωσης επιχειρήσεων, να έχει ληφθεί τυπική απόφαση των οργάνων αυτής, αλλά αρκεί να έχει ενταχθεί η 75 Άρθρο 1 παρ. 2 και 3 ν. 1712/
  8. Βλ. επίσης και τα σχετικά άρθρα των καταστατικών των εν λόγω σωµατείων που περιγράφουν το σκοπό τους, όπως παρατίθενται αναλυτικά κατωτέρω (υπό κεφάλαιο VII.). 76 Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις ∆ΕΕ, υποθ. C- 45/85, Verband der Sachversicherer κατά Επιτροπής, Συλλ 1987, σελ. 405, σκ. 28, Γενικού ∆ικαστηρίου, συνεκδ. υποθ. Τ-213/95 και Τ-18/96, Stichting κατά Επιτροπής, Συλλ. 1997, σελ. ΙΙ-1739, σκ.157-164, καθώς και ΕΑ 277/IV/2005, σελ. 28, υπό IV.Β.1., επικυρωθείσα από ∆ιοικ.Εφ.Αθ. 1001/2006, ∆∆ΙΚΗ 2008/1545, σκ.
  9. Βλ. επίσης απόφαση Επιτροπής, 80/917/ΕΟΚ, National Sulphuric Acid, ΕΕ 1980 L260/24, σκ. 26-31, όπου οι αντιανταγωνιστικές ρήτρες του καταστατικού της ένωσης θεωρήθηκαν αυτές καθαυτές παραβατικές του άρθρου 101 παρ.1 ΣΛΕΕ, έχουσες ως αποτέλεσµα τον περιορισµό του ανταγωνισµού. 77 Βλ. ενδεικτικά απόφαση ∆ΕΕ, υποθ. C-45/85, Verband der Sachversicherer κατά Επιτροπής, Συλλ 1987, σελ. 405, σκ. 27-
  10. 78 Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις ∆ΕΕ, συνεκδ. υπόθ. 209-215/78 & 218/78, Heintz van Landewyck SARL κ.ά. κατά Επιτροπής, Συλλ. 1980, σελ. 3125, σκ. 86, 88-89, υποθ. C- 45/85, Verband der Sachversicherer κατά Επιτροπής, Συλλ 1987, σελ. 405, σκ.
  11. Βλ. επίσης αποφάσεις Επιτροπής, 96/438/ΕΚ, FENEX , ΕΕ 1996 L181/28, σκ. 41, 2005/8/ΕΚ, Barême d’honoraires de l’Ordre des Architectes belges, ΕΕ 2005 L4/10, σκ. 63-
  12. 79 Βλ. ενδεικτικά απόφαση ∆ΕΕ, υποθ. 96/82, IAZ κατά Επιτροπής, Συλλ. 1983, σελ. 3369, σκ. 20-
  13. Στην υπόθεση αυτή έγινε δεκτό ότι η συµµόρφωση ενός µεγάλου µέρους των µελών της ένωσης Anseau µε τη σύσταση της ήταν ικανή να επιφέρει σηµαντικές επιπτώσεις στον ανταγωνισµό στη σχετική αγορά, αφού επηρέαζε τη συµπεριφορά των µελών της στην αγορά. Κατά συνέπεια, επρόκειτο περί συστάσεως που µπορούσε να θεωρηθεί ως «απόφαση» ένωσης επιχειρήσεων παρά το γεγονός ότι νοµικά δεν ήταν δεσµευτική. Βλ. επίσης απόφαση ∆ΕΕ, συνεκδ. υπόθ. 209-215/78 & 218/78, Heintz van Landewyck SARL κ.ά. κατά Επιτροπής, Συλλ. 1980, σελ. 3125, σκ.
  14. 38 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ εν λόγω συµπεριφορά στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της ένωσης
  15. Επίσης, ως προς το εάν κάποιο µέλος µίας ένωσης έχει προσχωρήσει στις αντιανταγωνιστικές ενέργειες αυτής, λαµβάνεται υπόψη και το εάν αυτή (η ένωση) ενεργεί στο όνοµα των µελών της
  16. Η δυνατότητα δε επιβολής κυρώσεων ή αντιποίνων από µια ένωση προς τα µέλη της, δεν επηρεάζει τον χαρακτηρισµό µίας πράξης ως «απόφασης» ή «συµφωνίας» κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 703/77-3959/
  17. Οι συστάσεις µη δεσµευτικού χαρακτήρα οιασδήποτε ένωσης επιχειρήσεων προς τα µέλη της αναφορικά µε τον καθορισµό τιµών εκ µέρους τους για την παροχή υπηρεσιών, απαγορεύονται, ακόµη και αν δεν τηρούνται εξολοκλήρου, στο βαθµό που επιτρέπουν στα µέλη της ένωσης να αναγνωρίζουν την τιµολογιακή πολιτική των ανταγωνιστών τους, επηρεάζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο αισθητά το επίπεδο ανταγωνισµού στη σχετική αγορά, όπως αυτός εκδηλώνεται στο πεδίο των τιµών
  18. Η βούληση της εκάστοτε ένωσης επιχειρήσεων να επηρεάσει την πολιτική των µελών της στην αγορά δύναται να αποδειχθεί από σωρεία περιστατικών όπως το ύφος και ο τρόπος διατύπωσης των κοινοποιούµενων στα µέλη συστάσεων84, η σύνταξη προτύπων συµβάσεων µε αναφορά στις ελάχιστες/κατώτατες τιµές85, ο τυχόν σύνδεσµος µε ρήτρα καταστατικού ή οποιουδήποτε άλλου δεσµευτικού κώδικα86, η κατάρτιση και διανοµή τιµοκαταλόγων µε προτεινόµενες ή ενδεικτικές τιµές
  19. Αρκεί, συνεπώς, προκειµένου να θεµελιωθεί η ύπαρξη «αποφάσεως» ένωσης επιχειρήσεων, η οιαδήποτε πράξη της τελευταίας να αποτελεί τη συνεπή έκφραση της βούλησης της ιδίας να συντονίσει τη συµπεριφορά των µελών της στην εν λόγω αγορά
  20. 80 Β. ενδεικτικά απόφαση Γενικού ∆ικαστηρίου, υποθ. Τ-136/94, Eurofer κατά Επιτροπής, Συλλ. 1999, σελ. ΙΙ-263, σκ.116-
  21. 81 Βλ. ενδεικτικά απόφαση ∆ΕΕ, συνεκδ. υπόθ. 209-215/78 & 218/78, Heintz van Landewyck SARL κ.ά. κατά Επιτροπής, Συλλ. 1980, σελ. 3125, σκ.
  22. 82 Βλ. απόφαση Επιτροπής, 2003/600/ΕΚ, Γαλλικό Βοειο Κρέας, ΕΕ 2003 L 209/12, σκ. 101, 123, όπου ακριβώς στο επιχείρηµα της ένωσης FNICGV ότι δεν µπορούσε να επιβάλει τίποτα στα µέλη της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντέτεινε ότι τούτο δεν απαλλάσσει την ένωση από την ευθύνη της για παράβαση του δικαίου ανταγωνισµού. 83 Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις ∆ΕΕ, υποθ. 8/72, Vereeniging van Cementhandelaren κατά Επιτροπής, Συλλ. 1972, σελ. 977, σκ. 21, Γενικού ∆ικαστηρίου, υποθ. T-213/95 και T-18/96, Stichting Certificatie Kraanverhuurbedrijf (SCK) and Federatie van Nederlandse Kraanbedrijven (FNK) (Dutch Cranes) κατά Επιτροπής, Συλλ. 1997, σελ. ΙΙ-1739, σκ. 164 και Επιτροπής, 96/438/ΕΚ, FENEX, ΕΕ 1996 L181/28, σκ. 72-
  23. 84 Βλ. απόφαση Επιτροπής, 2005/8/ΕΚ, Barême d’honoraires de l’Ordre des Architectes belges, ΕΕ 2005 L4/10, σκ. 57, 69,
  24. 85 Βλ. απόφαση Επιτροπής, 2005/8/ΕΚ, Barême d’honoraires de l’Ordre des Architectes belges, ΕΕ 2005 L4/10, σκ.
  25. 86 Βλ. απόφαση Επιτροπής, 2005/8/ΕΚ, Barême d’honoraires de l’Ordre des Architectes belges, ΕΕ 2005 L4/10, σκ. 84 επ. 87 Βλ. ενδεικτικά απόφαση ∆ΕΕ, υποθ. 8/72, Vereeniging van Cementhandelaren κατά Επιτροπής, Συλλ. 1972, σελ. 977, σκ. 15-25, καθώς και απόφαση Επιτροπής, 96/438/ΕΚ, FENEX, ΕΕ 1996 L181/28, σκ. 32-
  26. Στην πρώτη εκ των δύο υποθέσεων, η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ακριβώς ότι οι ενδεικτικές τιµές παρείχαν µόνο µία βάση τιµολόγησης χωρίς να θίγουν την ικανότητα των επιχειρήσεων να διαµορφώσουν την τιµολογιακή τους πολιτική (βλ. σκ.16). Το ∆ΕΕ απέρριψε το εν λόγω επιχείρηµα αποφαινόµενο ότι ακόµα και οι ενδεικτικές τιµές εκ µέρους µίας ένωσης (target prices) µπορούν να επηρεάσουν την τιµολογιακή πολιτική των µελών της (βλ. σκ.19-21). Το σκεπτικό αυτό µπορεί να εφαρµοστεί ιδίως αναφορικά µε την Π.Ο.Ε.Ο. (βλ. κατωτέρω κεφάλαιο VII.10.). 88 Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις ∆ΕΕ, υποθ. C- 45/85, Verband der Sachversicherer κατά Επιτροπής, Συλλ 1987, σελ. 405, σκ. 32, Γενικού ∆ικαστηρίου, υποθ. Τ-193/02, Piau κατά Επιτροπής, Συλλ. 2005, σελ. 39 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ VI.3.
  27. Οι έννοιες της συµφωνίας και της εναρµονισµένης πρακτικής
  28. Επισηµαίνεται ότι ο ακριβής χαρακτηρισµός µιας οριζόντιας σύµπραξης ως «συµφωνίας» ή «εναρµονισµένης πρακτικής» σε ορισµένες οριακές περιπτώσεις δεν είναι κρίσιµος για τη στοιχειοθέτηση της παράβασης, διότι πρόκειται για έννοιες που είναι ελαστικές και ενδέχεται να αλληλοκαλύπτονται. Πράγµατι, ενδέχεται να µην είναι καν δυνατός ο διαχωρισµός των δύο εννοιών, καθόσον µία παράβαση µπορεί να παρουσιάζει συγχρόνως ή διαδοχικά τα χαρακτηριστικά και των δύο µορφών απαγορευµένης συµπεριφοράς, ενώ σε µεµονωµένη βάση ορισµένα στοιχεία θα µπορούσαν σαφώς να ενταχθούν στη µία ή στην άλλη εννοιολογική κατηγορία. Ωστόσο, δεν θα ήταν σκόπιµο µία διαρκής, ενιαία και κοινή πρακτική, που έχει έναν και τον αυτό στόχο να υποδιαιρεθεί σε διακριτές µορφές παράβασης. Κατά συνέπεια, µία σύµπραξη µπορεί να αποτελεί ταυτόχρονα «συµφωνία» και «εναρµονισµένη πρακτική»
  29. ∆εν είναι εποµένως απαραίτητο να χαρακτηριστεί επακριβώς µία παράβαση ως προς καθεµία επιχείρηση και σε κάθε δεδοµένο χρονικό σηµείο ως «συµφωνία» ή «εναρµονισµένη πρακτική», εφόσον σε κάθε περίπτωση οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 1 ν. 703/1977-3959/2011 καλύπτουν αµφότερες τις παραβάσεις. VI.3.4.
  30. Η έννοια της συµφωνίας
  31. Για τους σκοπούς του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 703/1977-3959/2011, θεωρείται ότι υφίσταται «συµφωνία» όταν οι εµπλεκόµενες επιχειρήσεις ρητά ή σιωπηρά90, εγκρίνουν από κοινού ένα σχέδιο που περιορίζει ή µπορεί να περιορίσει την κοινή ελευθερία τους, καθορίζοντας µεταξύ τους τις κατευθυντήριες γραµµές της αµοιβαίας δράσης τους (ή αποχής από τη δράση) στην αγορά. Αρκεί, δηλαδή, οι επιχειρήσεις να έχουν εκφράσει την κοινή τους βούληση να συµπεριφερθούν στην αγορά κατά καθορισµένο τρόπο
  32. Η ύπαρξη συµφωνίας µπορεί να προκύπτει άµεσα ή έµµεσα από τη συµπεριφορά των µερών. Είναι αδιάφορος ο γραπτός ή προφορικός χαρακτήρας της σύµβασης, καθώς και ο δεσµευτικός ή µη χαρακτήρας της, δηλαδή δεν απαιτούνται τυπικές διαδικασίες ούτε και κυρώσεις ή µέτρα εφαρµογής
  33. Η ύπαρξη της «συµφωνίας», εποµένως, στηρίζεται στην ύπαρξη συµπτώσεως των βουλήσεων ΙΙ-209, σκ.
  34. Βλ. επίσης αποφάσεις Επιτροπής, 96/438/ΕΚ FENEX, ΕΕ 1996 L181/28, σκ. 41, 80/257/ΕΟΚ, Steel Stockholders, EE 1980 L 62/28, σκ. 34, καθώς και ΕΑ 399/V/2007, σελ. 75, σκ. 233, η οποία επικυρώθηκε από την ∆ιοικ.Εφ.Αθ. 1682/2009, ∆∆ΙΚΗ 2010/214, σκ.
  35. 89 Βλ. ενδεικτικά απόφαση Γενικού ∆ικαστηρίου, υποθ. Τ-7/89, Hercules Chemicals κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Συλλ. 1999, σελ. ΙΙ-1711, σκ. 264 καθώς και απόφαση Επιτροπής, 2004/337/ΕΚ, Aυτογραφικό Xαρτί, ΕΕ 2004 L 115/1, σκ.
  36. 90 Βλ. απόφαση Γενικού ∆ικαστηρίου, υποθ. Τ-35/92, Deere κατά Επιτροπής, Συλλ. 1994, σελ. ΙΙ-957, σελ. 52,
  37. 91 Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις ∆ΕΕ, υποθ. C-41/69, Chemiefarma κατά Επιτροπής, Συλλ. 1970, σελ. 661, σκ. 111-113 και Γενικού ∆ικαστηρίου, υποθ. Τ- 1/89, Rhone Poulenc κατά Επιτροπής, Συλλ. 1991, σελ. ΙΙ-867, σκ. 120, υποθ. Τ-9/99, HFB Holding κατά Επιτροπής, Συλλ. 2002, σελ. ΙΙ 1487, σκ. 199, υποθ. T-168/01, GlaxoSmithKline Services κατά Επιτροπής, Συλλ. 2006, σελ. ΙΙ-2969, σκ.
  38. 92 Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις ∆ΕΕ, υποθ-209/78 έως 215/78 και 218/78, Van Landewyck κατά Επιτροπής, Συλλ. 1980, σελ. ΙΙΙ 207, σκ. 85-86 και Γενικού ∆ικαστηρίου υποθ. Τ- 1/89, Rhone Poulenc κατά Επιτροπής, Συλλ. 1991, σελ. ΙΙ-867, σκ. 43-44 και 97, υποθ. Τ-9/99, HFB Holding κατά Επιτροπής, Συλλ. 2002, σελ. ΙΙ 1487, σκ. 200-201, υποθ. T-56/99, Marlines κατά Επιτροπής, Συλλ. 2003, σελ. ΙΙ-5225, σκ.
  39. Βλ. επίσης ∆ιοικΕφΑθ 2560/2009, σκ.
  40. 40 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ δύο τουλάχιστον µερών, της οποίας η µορφή εκδηλώσεως δεν είναι σηµαντική, εφόσον συνιστά πιστή έκφραση των βουλήσεων αυτών
  41. Στο πλαίσιο αυτό, οι λεγόµενες «συµφωνίες κυρίων» εκφράζουν πιστά την κοινή βούληση των µελών της σύµπραξης ως προς τη συµπεριφορά τους εντός της σχετικής αγοράς.94
  42. Περαιτέρω, ο καθορισµός εκ µέρους των συµµετεχουσών σε µια συνάντηση επιχειρήσεων των «κανόνων παιχνιδιού» για τη συµπεριφορά τους στην αγορά συνιστά αναντίρρητα «συµφωνία», ακόµα κι αν δεν συνάφθηκε «τυπική συµφωνία», αλλά απλά εκφράστηκε η επιθυµία ή η ευχή να ακολουθηθεί η συγκεκριµένη συµπεριφορά
  43. Σηµειώνεται επίσης ότι µια επιχείρηση που παρίσταται σε συσκέψεις µε έκδηλο αντιανταγωνιστικό σκοπό, εάν δεν διαχωρίσει δηµοσίως τη θέση της από τα συµφωνηθέντα, θα θεωρηθεί συµβαλλόµενο µέρος των συµφωνιών, ακόµη και αν στην πραγµατικότητα δεν συµµορφωθεί µε τα αποτελέσµατα των συνεννοήσεων
  44. Τούτο διότι η επιχείρηση, η οποία εγκρίνει σιωπηρά µία παράνοµη πρωτοβουλία χωρίς να αποστασιοποιηθεί δηµοσίως από το περιεχόµενό της ή να την καταγγείλει στις διοικητικές αρχές, έχει ως αποτέλεσµα να ενθαρρύνει τη συνέχιση της παραβάσεως και δυσχεραίνει την αποκάλυψή της. Η συνέργεια αυτή συνιστά παθητικό ρόλο συµµετοχής στην παράβαση και είναι εποµένως, ικανή να επισύρει την ευθύνη της επιχειρήσεως στο πλαίσιο ενιαίας συµφωνίας
  45. Επιπλέον, για να υπάρχει παράβαση, δεν είναι αναγκαίο να έχουν εκ των προτέρων συµφωνήσει οι συµµετέχοντες σε ένα ολοκληρωµένο κοινό σχέδιο. Η έννοια της «συµφωνίας» για τους σκοπούς του δικαίου του ελεύθερου ανταγωνισµού µπορεί επίσης να εφαρµόζεται σε ατελείς συνεννοήσεις, καθώς και σε επιµέρους και υπό όρους συµφωνίες στο πλαίσιο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.