ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΙΘ. 553/VII/2012* Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συνεδρίασε στην Αίθουσα Συνεδριάσεων του 1ου ορόφου του κτιρίου των γραφείων της, επί της οδού Κότσικα 1Α, Αθήνα, την 13η ∆εκεµβρίου 2012, ηµέρα Πέµπτη και ώρα 13:30, µε την εξής σύνθεση: Πρόεδρος: ∆ηµήτριος Κυριτσάκης. Αντιπρόεδρος: ∆ηµήτριος Λουκάς. Μέλη: Ιωάννης Μπιτούνης (Εισηγητής), Εµµανουέλα Τρούλη, Βικτωρία Μερτικοπούλου, ∆ηµήτριος ∆ανηλάτος και Ιωάννης Αυγερινός. Γραµµατέας: Ευαγγελία Ρουµπή. Θέµα της συνεδρίασης: Λήψη απόφασης επί της γνωστοποίησης συγκέντρωσης κατ’ άρθρο 6 παρ. 1 - 3 του ν. 3959/2011 (ΦΕΚ 93 Α΄/20.04.2011) της ανώνυµης τραπεζικής εταιρίας µε την επωνυµία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.» σε σχέση µε την απόκτηση του αποκλειστικού ελέγχου της ανώνυµης τραπεζικής εταιρίας µε την επωνυµία «ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑ∆ΟΣ Α.Ε.». Στη αρχή της συζήτησης, ο Πρόεδρος έδωσε το λόγο στον αρµόδιο Εισηγητή, Ιωάννη Μπιτούνη, ο οποίος ανέπτυξε συνοπτικά την υπ΄ αριθµ. πρωτ. οικ. 9836/11.12.2012 Έκθεσή του και πρότεινε για τους λόγους που αναφέρονται αναλυτικά σε αυτή, την έγκριση από την Επιτροπή Ανταγωνισµού, κατ’ άρθρο 8 παρ. 3 ν. 3959/2011, της γνωστοποιηθείσας συγκέντρωσης που προκύπτει από την απόκτηση από την ανώνυµη τραπεζική εταιρία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.» του αποκλειστικού ελέγχου της ανώνυµης τραπεζικής εταιρίας µε την επωνυµία «ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑ∆ΟΣ Α.Ε.», δεδοµένου ότι η εν λόγω συγκέντρωση, παρότι εµπίπτει στο πεδίο εφαρµογής της παραγράφου 1 του άρθρου 6 ν. 3959/2011, δεν προκαλεί σοβαρές αµφιβολίες ως προς το συµβατό αυτής µε τις απαιτήσεις λειτουργίας του ανταγωνισµού στις σχετικές αγορές στις οποίες αφορά. Με την ολοκλήρωση της ανάπτυξης της εισήγησης, η Επιτροπή προχώρησε σε διάσκεψη επί της ως άνω υπόθεσης µε τη συµµετοχή του Εισηγητή Ιωάννη Μπιτούνη, ο οποίος δεν έλαβε µέρος στην ψηφοφορία, και αφού έλαβε υπόψη της την * Από την παρούσα απόφαση έχουν παραλειφθεί, σύµφωνα µε το άρθρο 28 του Κανονισµού Λειτουργίας και ∆ιαχείρισης της Επιτροπής Ανταγωνισµού (ΦΕΚ 54 Β´/16.1.2013), τα στοιχεία εκείνα, τα οποία κρίθηκε ότι αποτελούν επιχειρηµατικό απόρρητο. Στη θέση των στοιχείων που έχουν παραλειφθεί υπάρχει η ένδειξη […]. Όπου ήταν δυνατό τα στοιχεία που παραλείφθηκαν αντικαταστάθηκαν µε ενδεικτικά ποσά και αριθµούς ή µε γενικές περιγραφές (εντός […]). ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Έκθεση του εν λόγω Εισηγητή, τα στοιχεία του φακέλου της κρινόµενης υπόθεσης και το ισχύον νοµικό πλαίσιο, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΩΣ ΕΞΗΣ Α. Η ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΘΕΙΣΑ ΠΡΑΞΗ Mε το υπ’ αρ. πρωτ. 8186/19.10.2012 έγγραφό του, το πιστωτικό ίδρυµα µε την επωνυµία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.» (εφεξής και «ΠΕΙΡΑΙΩΣ» ή «γνωστοποιούσα»), µε έδρα την Ελλάδα, γνωστοποίησε στην Επιτροπή Ανταγωνισµού (εφεξής και «ΕΑ»), σύµφωνα µε τις διατάξεις του ν.3959/2011, την από 19.10.2012 Σύµβαση Αγοράς και Εκχώρησης (εφεξής και ως «Σύµβαση»), µεταξύ του ιδίου και του πιστωτικού ιδρύµατος µε την επωνυµία «SOCIÉTÉ GÉNÉRALΕ» (εφεξής και «SG»), µε έδρα την Γαλλία. Με την εν λόγω Σύµβαση συµφωνείται να µεταβιβαστούν από την SG στην ΠΕΙΡΑΙΩΣ,
(2006)32, σ. 23. 35 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ γ) την αµοιβή της εκκαθαρίστριας τράπεζας µε την οποία καλύπτει τα λειτουργικά κυρίως κόστη που συνεπάγεται η κάθε συναλλαγή και εξασφαλίζει το τυχόν επιθυµητό περιθώριο κέρδους87. Σηµειώνεται ότι είναι δυνατό το τεχνικό τµήµα των υπηρεσιών αποδοχής καρτών, ήτοι η επεξεργασία/διόδευση των συναλλαγών, καθώς και η εκκαθάριση και ο συµψηφισµός των λογαριασµών εκδοτών/αποδεκτών, όπως εξάλλου και η εγκατάσταση και σύνδεση των τερµατικών µηχανηµάτων POS στις εµπορικές επιχειρήσεις, να µην παρέχεται απευθείας από τους εκκαθαριστές, αλλά να ανατίθεται από αυτούς σε τρίτες εταιρίες, µέσω συµβάσεων εξωπορισµού (outsourcing). Επισηµαίνεται ότι οι ως άνω υπηρεσίες παροχής υπηρεσιών εµπορικού δικτύου συναλλαγών µέσω ηλεκτρονικών και άλλων τερµατικών µηχανηµάτων (POS Network Service Provision) και παροχής υπηρεσιών επεξεργασίας των, σχετικών µε την αποδοχή τραπεζικών καρτών, δεδοµένων (Card Acquiring Processing) συνιστούν διακριτές αγορές88 και βρίσκονται σε προηγούµενο στάδιο σε σχέση µε τις υπηρεσίες αποδοχής καρτών. Εξάλλου, διερευνήθηκε περαιτέρω το ενδεχόµενο διάκρισης της αγοράς παροχής υπηρεσιών αποδοχής καρτών σε επιµέρους υπο-αγορές ανάλογα µε: α) την κατηγορία του πελάτη (ιδιώτες/επιχειρήσεις), β) τον τύπο της κάρτας (χρεωστική/πιστωτική), γ) την εµβέλεια χρήσης της κάρτας (εγχώρια/διεθνής), καθώς και δ) το διεθνές σήµα που φέρει η κάρτα (VISA, MASTERCARD κ.λ.π.)89. Σχετικά µε την πρώτη διάκριση, επισηµαίνεται ότι δεν υπάρχει οιοδήποτε έρεισµα που να συνηγορεί υπέρ της διάκρισης υπο-αγορών. Η κατηγορία του πελάτη της εµπορικής επιχείρησης στην οποία γίνεται η αγορά, από άποψης αποδοχής καρτών, είναι αδιάφορη. Επίσης, η κατάτµηση της υπό εξέταση αγοράς ανάλογα µε τον τύπο της κάρτας, δεν θεωρείται απαραίτητη λαµβάνοντας υπόψη κυρίως τους παράγοντες που επηρεάζουν την υποκατάσταση ζήτησης στην αγορά αποδοχής καρτών, ήτοι τους παράγοντες που λαµβάνουν υπόψη τους οι επιχειρήσεις προκειµένου να επιλέξουν την εκκαθαρίστρια τράπεζα µε την οποία θα συνεργαστούν, όπως: 86 Πρόκειται για τη διατραπεζική προµήθεια (interchange fee) που δίδεται από την εκκαθαρίστρια τράπεζα στην εκδότρια τράπεζα και καθορίζεται από το εκάστοτε διεθνές σήµα που φέρει η κάρτα που χρησιµοποιήθηκε στην συναλλαγή. Επισηµαίνεται ότι η εν λόγω προµήθεια αποδίδεται από την εκκαθαρίστρια τράπεζα στην εταιρία διεθνούς σήµατος η οποία εν συνεχεία την καταβάλει στην εκδότρια τράπεζα. 87 Όπως για παράδειγµα κόστος διαχείρισης και επεξεργασίας, κόστος υποδοµής κ.ά. 88 Βλ.υπόθεση ΕΕπ COMP/ M. 4316-ATOS ORIGIN/BANKSYS/BCC, ακ. 19, 34. 89 Υπόθεση ΕΕπCOMP/ M. 4814-AIB/FDC/JV, COMP/ M. 4316-ATOS ORIGIN/BANKSYS/BCC, M.5241-AMERICAN EXPRESS/FORTIS/ALPHA CARD, και COMP/ M. 5968- ADVENT/BAIN CAPITAL/RBS WORLDPAY. Οι εν λόγω αποφάσεις όµως αφήνουν το ζήτηµα της περαιτέρω διάκρισης ανοιχτό. 36 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ • το επίπεδο εξυπηρέτησης πελατών, • την προµήθεια που η εκκαθαρίστρια τράπεζα θα τις χρεώνει, • τη δυνατότητα παροχής πρόσθετων υπηρεσιών διευκόλυνσης από τις εκκαθαρίστριες τράπεζες90, • το δίκτυο των υποκαταστηµάτων της τράπεζας (π.χ. την υφιστάµενη συνεργασία µε γειτονικά της επιχείρησης υποκαταστήµατα), • την υφιστάµενη συνεργασία µε την εκάστοτε τράπεζα σε άλλους τοµείς δραστηριότητας, • την παροχή καινοτόµων προϊόντων και υπηρεσιών από την τράπεζα91. Οι επιχειρήσεις προτιµούν να συνεργάζονται µε εκκαθαρίστριες τράπεζες οι οποίες αναλαµβάνουν την αποδοχή καρτών µε τη µεγαλύτερη ζήτηση και καλύπτουν κατ’ επέκταση το µεγαλύτερο όγκο συναλλαγών στην αγορά προκειµένου να είναι σε θέση να εξυπηρετήσουν όσο το δυνατόν περισσότερους πελάτες. Εύλογα, συνεπώς, από την έρευνα της Υπηρεσίας προέκυψε ότι το σύνολο των εκκαθαριστριών τραπεζών εξυπηρετεί όλους τους τύπους των καρτών (συνεπώς δεν είναι απαραίτητο ο επιχειρηµατίας να στραφεί σε διαφορετικό προµηθευτή για την εκκαθάριση των πιστωτικών και των χρεωστικών καρτών), ενώ η προµήθεια της εκκαθαρίστριας τράπεζας δεν διαφοροποιείται ανάλογα µε τον τύπο της κάρτας (χρεωστική/πιστωτική) που χρησιµοποιείται στη συναλλαγή, ή τουλάχιστον όχι σε µεγάλο βαθµό92. Σχετικά δε µε τους λοιπούς παράγοντες επιλογής εκ µέρους των επιχειρήσεων της συνεργαζόµενης εκκαθαρίστριας τράπεζας, επισηµαίνεται ότι αυτοί δεν σχετίζονται µε τον τύπο της κάρτας και συνεπώς δεν θεωρούνται κρίσιµοι για την περαιτέρω κατάτµηση της αγοράς µε βάση την προαναφερθείσα ανάλυση. Από πλευράς υποκατάστασης προσφοράς, η υποκαταστασιµότητα είναι απόλυτη: από τη στιγµή που η εκκαθαρίστρια τράπεζα εκκαθαρίζει τις πιστωτικές κάρτες ενός σήµατος, αυτόµατα είναι σε θέση να εκκαθαρίζει και τις χρεωστικές κάρτες που έχουν εκδοθεί υπό το συγκεκριµένο σήµα. Συνεπώς, από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η παροχή υπηρεσίας αποδοχής πιστωτικών και χρεωστικών καρτών ανήκουν στην ενιαία αγορά αποδοχής καρτών. 90 Αναφορικά µε πρόσθετες παροχές που προσφέρονται από τις εκκαθαρίστριες τράπεζες στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών αποδοχής καρτών, επισηµαίνεται ότι οι τράπεζες […], […], […], […] και […], που δραστηριοποιούνται στην εν λόγω αγορά δεν παρέχουν επιπλέον προνόµια στις επιχειρήσεις µε τις οποίες συνεργάζονται. Αντιθέτως, άλλες τράπεζες παρέχουν ως επιπρόσθετη παροχή τη δυνατότητα προεξόφλησης άτοκων δόσεων. Επιπρόσθετα, η […] σε σχετική ερώτηση ανέφερε µεταξύ των επιπρόσθετων παροχών προς τις επιχειρήσεις και το προαιρετικό άνοιγµα τραπεζικού λογαριασµού µε καρνέ επιταγών, καθώς και τις on line υπηρεσίες εµβασµάτων µε χρήση […]. 91 Όπως, λ.χ. η τεχνολογία ανέπαφων συναλλαγών. 92 Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι στην περίπτωση των τραπεζών […], […], […], […], […] και […] δεν υφίσταται διαφοροποίηση της τελικής προµήθειας ανάλογα µε τον τύπο της κάρτας. 37 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Αντίστοιχα, δεν µπορεί να υποστηριχθεί ότι η εµβέλεια της κάρτας οριοθετεί διακριτές αγορές, δεδοµένου ότι τόσο από την άποψη της υποκατάστασης ζήτησης, όσο και από αυτήν της προσφοράς, η εµβέλεια της κάρτας ουδόλως επηρεάζει τις ανταγωνιστικές συνθήκες, αρκεί αφενός ο επιχειρηµατίας κι αφετέρου ο εκκαθαριστής να συµµετέχουν στο «σχήµα» συνεργασίας. Όσον αφορά τη διάκριση των αγορών ανάλογα µε το σήµα, επισηµαίνεται καταρχάς ότι οι επιχειρήσεις, από τη στιγµή που συµµετέχουν στην αγορά της αποδοχής καρτών, προκειµένου να προσελκύσουν όσο δυνατόν περισσότερους πελάτες που προτιµούν την αγορά αγαθών και υπηρεσιών µέσω καρτών και όχι µέσω µετρητών, «υποχρεούνται» να συνεργάζονται και µε τα δύο δηµοφιλέστερα σήµατα, τη VISA και τη MASTERCARD93. Απουσία ενός από τα δύο σήµατα σηµαίνει, κατά κανόνα, απώλεια κρίσιµης µάζας πελατείας. Όλες δε οι εκκαθαρίστριες τράπεζες, σύµφωνα µε την έρευνα της Υπηρεσίας, προκειµένου να παρέχουν την υπηρεσία εκκαθάρισης προς όσο το δυνατόν περισσότερες επιχειρήσεις, εκκαθαρίζουν συναλλαγές και των δύο σηµάτων94, αποτέλεσµα αναµενόµενο σε µία αγορά µε ισχυρά φαινόµενα δικτύου. Συνεπώς, παρέλκει η διάκριση µεταξύ αγορών που καθορίζονται από τα δύο βασικά σήµατα, δεδοµένου ότι αντιµετωπίζονται από τις τράπεζες και τις επιχειρήσεις ως must-have υπηρεσίες µε ίδια χαρακτηριστικά, ενώ οι εµπορικές επιχειρήσεις στρέφονται, για λόγους αποτελεσµατικότητας (συνήθως) προς µία τράπεζα για την εκκαθάριση τόσο της VISA όσο και της MASTERCARD. Παράγοντες όπως η τιµολόγηση του σήµατος και οι λοιποί όροι εξυπηρέτησης δεν αφορούν εν προκειµένω, διότι η ζήτηση δεν καθορίζεται ενδογενώς από την αλληλεπίδραση µεταξύ εκκαθαρίστριας και επιχείρησης, αλλά εξαρτάται και κατευθύνεται από τη χρήση του εκάστοτε σήµατος από τους καταναλωτές95, οι οποίοι, λαµβάνοντας υπόψη τα πλεονεκτήµατα και µειονεκτήµατα που τους προσφέρει το διεθνές σήµα και η εκδότρια της κάρτας τράπεζα, επιλέγουν την κάρτα που προσαρµόζεται στις ανάγκες τους. Έτσι, η ζήτηση των επιχειρήσεων αντανακλά επακριβώς τη ζήτηση των καταναλωτών, οι οποίοι θεωρούν τις κάρτες VISA και MASTERCARD µεταξύ τους εναλλάξιµες96. Τα λοιπά διεθνή σήµατα καταλαµβάνουν πολύ µικρότερο µερίδιο στη σχετική αγορά97, εποµένως παρέλκει η εξέταση του ενδεχοµένου µη συµπερίληψής τους σε αυτήν. 93 Πάνω από […]% της αποδοχής καρτών αφορά σε σήµατα VISA και MASTERCARD. 94 Ενδεικτικά, σύµφωνα µε τις σχετικές απαντήσεις τραπεζών, η […] και η […] εκκαθαρίζουν ή/και διοδεύουν συναλλαγές µε κάρτες που φέρουν το σήµα […], ενώ η […] εκκαθαρίζει αποκλειστικά συναλλαγές µε κάρτα που φέρουν το σήµα της […]. 95 Εξάλλου, ενισχυτικά, σηµειώνεται ότι παρά το γεγονός ότι από την έρευνα της Υπηρεσίας προέκυψε ότι η τιµολόγηση των διεθνών σηµάτων ποικίλει, η ίδια αποτελεί ένα µικρό ποσοστό της συνολικής προµήθειας που παρακρατείται από τον έµπορο. 96 Βλ. ανάλυση ανωτέρω που αφορά στην αγορά έκδοσης καρτών. 97 Συγκεκριµένα, µε βάση την αξία των συναλλαγών οι κάρτες που φέρουν το σήµα της DINERS έχουν µερίδιο που κυµαίνεται από […]% έως […]%, ενώ το αντίστοιχο µερίδιο της AMERICAN EXPRESS δεν ξεπερνάει το […]%. 38 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Σε κάθε περίπτωση, δεν απαιτείται, στην προκείµενη περίπτωση, δεσµευτική οριοθέτηση των αγορών, δεδοµένου ότι µε οιοδήποτε εναλλακτικό ορισµό της αγοράς, δεν θα µεταβάλλονταν τα αποτελέσµατα της αξιολόγησης της επίπτωσης της γνωστοποιηθείσας πράξης στον ανταγωνισµό. Εποµένως, λαµβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, καθώς και τη νοµολογία της ΕΑ98 και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής99, η αγορά της παροχής υπηρεσιών αποδοχής καρτών για τους σκοπούς της παρούσας συγκέντρωσης θεωρείται ενιαία και διακριτή. Ε.1.4.4. Ορισµός αγορών Με βάση τις ως άνω σκέψεις, ως σχετικές µε την υπό κρίση συγκέντρωση ορίζονται οι αγορές: α) της έκδοσης πιστωτικών καρτών β) της έκδοσης χρεωστικών καρτών και γ) της παροχής υπηρεσιών αποδοχής καρτών. Ε.1.5. Η αγορά της πρακτορείας επιχειρηµατικών απαιτήσεων (factoring) Η πρακτορεία επιχειρηµατικών απαιτήσεων (factoring) αποτελεί χρηµατοδοτική υπηρεσία βραχυπρόθεσµου χαρακτήρα, η οποία διέπεται από το ν. 1905/1990100, όπως ισχύει. Οι υπηρεσίες factoring απευθύνονται κυρίως σε µικρές και µεσαίες επιχειρήσεις101 και συνιστούν µια τριµερή συνεργασία µεταξύ του προµηθευτή, του οφειλέτη του και ενός εξειδικευµένου χρηµατοοικονοµικού ενδιάµεσου/πράκτορα, ο οποίος αναλαµβάνει τη λογιστική παρακολούθηση, διαχείριση και είσπραξη των επί πιστώσει βραχυπρόθεσµων εµπορικών απαιτήσεων (trade receivables).102 Συγκεκριµένα, οι εν λόγω υπηρεσίες περιλαµβάνουν όλες ή ορισµένες εκ των κάτωθι εργασιών: την εκχώρηση απαιτήσεων από τον προµηθευτή στον πράκτορα (µε ή χωρίς δικαίωµα αναγωγής), την παροχή εξουσιοδότησης από τον προµηθευτή στον πράκτορα για την είσπραξη απαιτήσεων, τη χρηµατοδότηση του προµηθευτή µέσω προεξόφλησης των (εκχωρηθεισών) απαιτήσεων αυτού κατά των πελατών του, τη λογιστική ή νοµική παρακολούθηση των απαιτήσεων του προµηθευτή και τη 98 Βλ. απόφαση Ε.Α. 534/VI/2012 – ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ/ ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ. 99 Βλ. αποφάσεις Ευρωπαϊκής Επιτροπής M.2567-NORDBANKEN/POSTGIROT, παρ. 17-18, M.5241-AMERICAN EXPRESS/FORTIS/ALPHA CARD, παρ. 28-31, M.3740-BARCLAYS BANK/FORENINGSSPARBANKEN/JV παρ. 12-15, COMP/ M.4814-AIB/FDC/JV παρ. 13-14, COMP/ M.4316-ATOS ORIGIN/BANKSYS/BCC παρ. 23 και COMP/ M.5968- ADVENT/BAIN CAPITAL/RBS WORLDPAY παρ. 12-13, στις οποίες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε ότι το ζήτηµα της περαιτέρω διάκρισης µπορούσε να παραµείνει ανοιχτό εφόσον µε τη γνωστοποιηθείσα πράξη δεν εγείρετο ανησυχία ως προς την απρόσκοπτη λειτουργία του αποτελεσµατικού ανταγωνισµού στην αγορά. 100 «Για τη σύµβαση πρακτορείας επιχειρηµατικών απαιτήσεων και άλλες διατάξεις», (ΦΕΚ/147/Α). 101 Σύµφωνα µε τη ∆ιεθνή Ένωση Factoring Factors Chain International (FCI), Annual Review - 2011, σελ. 11. 102 Βλ. και διαδικτυακούς τόπους της ∆ιεθνούς Ένωσης Factoring (www.fci.nl), της Ελληνικής Ένωσης Factoring (www.hellenicfactors.
- gr)και τις ιστοσελίδες τραπεζών-πρακτόρων. 39 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ διαχείρισή τους από τον πράκτορα, την ολική ή µερική κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου του προµηθευτή από τον πράκτορα. Μεταξύ του πράκτορα και του προµηθευτή καταρτίζεται «σύµβαση-πλαίσιο», µε την οποία καθορίζονται οι όροι συνεργασίας των µερών, όπως το είδος του factoring, το ανώτατο ποσό (πλαφόν), µέχρι το οποίο δέχεται ο πράκτορας να χρηµατοδοτήσει τον προµηθευτή, η αµοιβή και οι προµήθειες του πράκτορα103 και ο τρόπος µε τον οποίο θα γίνεται η εκχώρηση των απαιτήσεων104. ∆εδοµένου του διαρκούς χαρακτήρα της σχέσης που δηµιουργείται µε τη σύµβαση factoring, της συνεχούς εκχώρησης απαιτήσεων του προµηθευτή στον πράκτορα και της αντίστοιχης πίστωσης του προµηθευτή µε τα ποσά που εισπράττονται ή πρόκειται να εισπραχθούν105, η εξυπηρέτηση της σύµβασης factoring γίνεται συνήθως µε την τήρηση από τον πράκτορα ενός ανοικτού λογαριασµού στο όνοµα του προµηθευτή.106 Οι υπηρεσίες factoring διακρίνονται, µεταξύ άλλων, στις εξής κατηγορίες107: α) Εγχώριο factoring, το οποίο αφορά στην κάλυψη των αναγκών των επιχειρήσεων στην εγχώρια αγορά, β) ∆ιεθνές factoring, το οποίο αφορά στην κάλυψη των αναγκών των επιχειρήσεων στις συναλλαγές τους µε το εξωτερικό, µε περαιτέρω διάκριση σε: • Εξαγωγικό factoring: απευθύνεται σε εξαγωγικές επιχειρήσεις που πωλούν µε όρους ανοικτής πίστωσης και • Εισαγωγικό factoring: απευθύνεται σε εισαγωγικές επιχειρήσεις που αγοράζουν µε όρους ανοικτής πίστωσης. Ανάλογα δε µε την ανάληψη ή µη του πιστωτικού κινδύνου, το factoring διακρίνεται σε: 103 Η τιµολόγηση των συναλλαγών factoring ενέχει: • την προµήθεια προεξόφλησης (επιτόκιο χρηµατοδότησης), η οποία αντικατοπτρίζει το κόστος άντλησης ρευστότητας του πράκτορα και την αµοιβή κινδύνου (risk premium), και την προµήθεια διαχείρισης, η οποία επιβάλλεται επί της ονοµαστικής αξίας των απαιτήσεων και ενσωµατώνει τα πραγµατικά κόστη διαχείρισης των απαιτήσεων, όπως αυτά προκύπτουν από το µέγεθος και την πολυπλοκότητα της διαχείρισης, αλλά και το ενδεχόµενο κόστος ασφάλισης (για τις περιπτώσεις του factoring χωρίς δικαίωµα αναγωγής). 104 Βλ. ΑΠ 880/ 2010. 105 Ο τρόπος εκχώρησης εξαρτάται από το συµφωνηθέν είδος factoring, αφαιρουµένων των αµοιβών, προµηθειών και προεξοφλητικών τόκων. 106 Σύµφωνα µε το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 1905/1990, η συγκεκριµένη δραστηριότητα µπορεί να ασκηθεί µόνο από τράπεζες που έχουν εγκατασταθεί και λειτουργούν νόµιµα στην Ελλάδα και από ανώνυµες εταιρίες µε αποκλειστικό σκοπό την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών. 107 Βλ. διαδικτυακούς τόπους της ∆ιεθνούς Ένωσης Factoring (www.fci.
- nl)και της Ελληνικής Ένωσης Factoring (www.hellenicfactors.
- gr)• 40 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ α) Factoring µε δικαίωµα αναγωγής (with recourse), δηλαδή, χωρίς τη µεταβίβαση από τον προµηθευτή στον πράκτορα του κινδύνου αφερεγγυότητας του οφειλέτη και β) Factoring χωρίς δικαίωµα αναγωγής (non-recourse), δηλαδή µε µεταβίβαση από τον προµηθευτή στον πράκτορα του κινδύνου αφερεγγυότητας του οφειλέτη. Περαιτέρω, ανάλογα µε το χρόνο εξόφλησης των απαιτήσεων από τον πράκτορα προς τον προµηθευτή, το factoring διακρίνεται σε: α) Factoring µε προεξόφληση, αν η πίστωση του λογαριασµού του προµηθευτή γίνεται αµέσως µετά την εκχώρηση, δηλαδή τη χορήγηση στον πράκτορα αντιγράφων των τιµολογίων ή καταστάσεων µε τις εκχωρούµενες αξιώσεις, και β) Factoring χωρίς προεξόφληση, αν ο πράκτορας εξοφλεί τις απαιτήσεις (πιστώνει µε το ποσό τους το λογαριασµό του προµηθευτή), κατά το χρόνο που γίνονται αυτές ληξιπρόθεσµες. Επιπλέον, µεταξύ των εργασιών του factoring συγκαταλέγονται και η χρηµατοδότηση εφοδιαστικής αλυσίδας (Reverse factoring), η διαχείριση ταµειακών ροών (Back-toback factoring), η χρηµατοδότηση τιµολογίων µε ή χωρίς δικαίωµα αναγωγής (Invoice Financing) και forfaiting108. Σύµφωνα µε τη σχετική πρακτική της Ε.Α.109 και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής110, η παροχή των εν λόγω υπηρεσιών συνιστά ενιαία και διακριτή αγορά υπηρεσιών, ορισµός ο οποίος υιοθετείται και για τους σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση συγκέντρωσης. Ειδικότερα, έχει κριθεί ότι οι υπηρεσίες factoring λειτουργούν µεν συµπληρωµατικά προς τις λοιπές υπηρεσίες παροχής χρηµατοδότησης, ωστόσο, διακρίνονται από αυτές, όπως επίσης και από τις υπηρεσίες ασφάλισης πιστώσεων111. 108 To forfaiting αφορά προεξόφληση απαιτήσεων και σύµφωνα µε τη ∆ιεθνή Ένωση Forfaitors (International Forfaitors Association) χαρακτηρίζεται από 100% χρηµατοδότηση χωρίς δικαίωµα αναγωγής (non-recourse), δηλαδή µε µεταβίβαση από τον προµηθευτή στον πράκτορα του κινδύνου αφερεγγυότητας του οφειλέτη, µπορεί να έχει µέσο-µακροπρόθεσµο χαρακτήρα (έως και 10 έτη), συνήθως συνοδεύεται από εγγύηση τράπεζας αλλά και κάποιο αποδεικτικό το οποίο είναι µεταβιβάσιµο και διαπραγµατεύσιµο στη δευτερογενή αγορά, αφορά ποσά από κυµαίνονται από 100.000 δολάρια έως 200 εκατοµµύρια δολάρια και τα ποσά χρηµατοδότησης εκφράζονται σε δολάρια ή ευρώ ή κάποιο άλλο ισχυρό νόµισµα. Στην ελληνική αγορά σήµερα στην υπο-αγορά του forfaiting δραστηριοποιούνται κατά δήλωση τους, η […] (υπ.’αρ.πρωτ. […] επιστολή), η […] (υπ.’αρ.πρωτ. […] επιστολή) και η […] (υπ.’αρ.πρωτ. […] επιστολή). 109 Βλ. απόφαση Ε.Α. 67/II/1999 ΆΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ/ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑ∆ΟΣ, σελ. 4 και απόφαση Ε.Α. 534/VI/2012 – ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ/ ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ παρ. 86. 110 Βλ. υποθέσεις ΕΕπM.3894-UNICREDITO/HVB, σκ. 29, M.4155-BNP PARIBAS/BNL, παρ. 15, και M.4844-FORTIS/ABN AMRO ASSETS, σκ. 31-32. 111 Βλ.υπόθεση ΕΕπ M.4844-FORTIS/ABN AMRO ASSETS, σκ. 30. 41 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Θα µπορούσε ενδεχοµένως να υποστηριχθεί ότι η αγορά του εγχώριου factoring διακρίνεται από αυτήν του διεθνούς factoring, δεδοµένου ότι απευθύνεται σε διαφορετικές επιχειρήσεις (αφενός σ’ αυτές µε έδρα στην Ελλάδα κι αφετέρου σε εκείνες µε έδρα το εξωτερικό), ωστόσο ο ακριβής ορισµός των σχετικών αγορών παρέλκει, δεδοµένου ότι υπό οποιαδήποτε θεώρηση, η αξιολόγηση των συνεπειών της γνωστοποιηθείσας πράξης στη λειτουργία του ανταγωνισµού, δεν αλλάζει. Στη σχετική αγορά δραστηριοποιείται τόσο η ΠΕΙΡΑΙΩΣ, µέσω της θυγατρικής της εταιρίας «PIRAEUS FACTORING ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ»112), όσο και η ΓΕΝΙΚΗ113. Ε.1.6. Η αγορά των αµοιβαίων κεφαλαίων Ε.1.6.1. Εισαγωγικά Σύµφωνα µε το άρθρο 12 του ν. 3283/2004 «Ανώνυµες εταιρείες διαχείρισης αµοιβαίων κεφαλαίων, οργανισµοί συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες, αµοιβαία κεφάλαια και άλλες διατάξεις» , το Αµοιβαίο Κεφάλαιο είναι οµάδα περιουσίας που αποτελείται από κινητές αξίες, µέσα χρηµαταγοράς και µετρητά και της οποίας τα επιµέρους στοιχεία ανήκουν εξ αδιαιρέτου σε περισσότερους του ενός µεριδιούχους. Επί της ουσίας, ένα Αµοιβαίο Κεφάλαιο λειτουργεί ως ένας οργανισµός - εταιρία, ο οποίος µέσω της πώλησης «µετοχών» - µεριδίων του, συγκεντρώνει κεφάλαια, τα οποία επενδύει σε µετοχές, οµόλογα και άλλες κινητές αξίες. Ο κάθε επενδυτής αγοράζει «µετοχές» - µερίδια του οργανισµού που αντιπροσωπεύουν ένα ποσοστό του κεφαλαίου του. Ο οργανισµός που λειτουργεί κατ’ αυτόν τον τρόπο ονοµάζεται και Οργανισµός Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.). Το Αµοιβαίο κεφάλαιο δεν αποτελεί νοµικό πρόσωπο και οι µεριδιούχοι εκπροσωπούνται δικαστικώς και εξωδίκως, ως προς τις έννοµες σχέσεις από τη διαχείριση του Αµοιβαίου Κεφαλαίου και τα δικαιώµατά τους επί του ενεργητικού του, από τις Ανώνυµη Εταιρία ∆ιαχείρισης Αµοιβαίων Κεφαλαίων (Α.Ε.∆.Α.Κ.)114. Σύµφωνα µε το άρθρο 4 του ν. 3283/2004, οι Α.Ε.∆.Α.Κ. έχουν ως αποκλειστικό σκοπό τη διαχείριση Αµοιβαίων Κεφαλαίων και επιπρόσθετα την ανάληψη της διαχείρισης Ο.Σ.Ε.Κ.Α. κατά την έννοια της Οδηγίας 85/611/ΕΟΚ. Σύµφωνα µε την παρ. 1.ββ του ίδιου άρθρου, στη διαχείριση περιλαµβάνονται, µεταξύ άλλων, η διαχείριση επενδύσεων, η διοίκηση του Αµοιβαίου Κεφαλαίου (νοµικές υπηρεσίες, λογιστική διαχείριση, εξυπηρέτηση πελατών κ.ά.) και η έκδοση και εξαγορά µεριδίων Αµοιβαίων Κεφαλαίων. Κατά συνέπεια, ο διαχειριστής ενός Αµοιβαίου Κεφαλαίου είναι και ο εκδότης των µεριδίων. 112 Σύµφωνα µε την υπ.’αρ.πρωτ. […] απαντητική επιστολή της ΠΕΙΡΑΙΩΣ, η τελευταία κατέχει το […]% της εν λόγω θυγατρικής. 113 Βλ. http://www.hellenicfactors.gr/EEF_3.aspx, http://www.geniki.gr/Default.aspx?tabid=223&language=el-GR 114 Βλ. άρθρο 3 στοιχ. 4 και 5 του ν. 3283/2004 42 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Για τη διαδικασία σύστασης µίας ΑΕ∆ΑΚ απαιτείται άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και ελάχιστο µετοχικό κεφάλαιο ύψους 1.200.000 ευρώ (άρθρα 5 και 6), ενώ ο ίδιος νόµος ορίζει τις αντίστοιχες διαδικασίες για τη λειτουργία (µε εγκατάσταση ή χωρίς) εταιρίας διαχείρισης άλλου κράτους µέλους (άρθρα 39 και επόµενα). Βάσει δε του άρθρου 15 (παρ 4) µία Α.Ε.∆.Α.Κ. µπορεί να διαθέτει µερίδια του αµοιβαίου κεφαλαίου και διαµέσου αντιπροσώπων της. Ως αντιπρόσωποι αµοιβαίου κεφαλαίου δύνανται να ενεργούν µόνο τα πιστωτικά ιδρύµατα, οι Α.Ε.∆.Α.Κ., οι ασφαλιστικές εταιρείες και οι Α.Ε.Π.Ε.Υ, ενώ σύµφωνα µε το άρθρο 5 παρ 5, το 51% του µετοχικού κεφαλαίου µίας ΑΕ∆ΑΚ πρέπει να ανήκει α) σε ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύµατα ή ασφαλιστικές εταιρίες ή ΑΕΠΕΥ, ή β) σε µία ή περισσότερες εταιρίες συµµετοχών, ή γ) σε ένα ή περισσότερα ασφαλιστικά ταµεία. Ε.1.6.2. Είδη αµοιβαίων κεφαλαίων Τα αµοιβαία κεφάλαια, ανάλογα µε το είδος των χρηµατοπιστωτικών µέσων στα οποία επενδύουν το ενεργητικό τους άµεσα ή έµµεσα (µε τη χρήση παράγωγων χρηµατοπιστωτικών µέσων), κατατάσσονται στις εξής κατηγορίες115: • Μετοχικά (επενδύουν κυρίως116 σε µετοχές), • Οµολογιακά (επενδύουν κυρίως σε µακροχρόνιους τίτλους σταθερού εισοδήµατος), • Αµοιβαία Κεφάλαια Χρηµαταγοράς (επενδύουν κυρίως σε τίτλους της χρηµαταγοράς και διακρίνονται στις υποκατηγορίες ∆ιαχείρισης Βραχυπρόθεσµων ∆ιαθεσίµων και ∆ιαχείρισης ∆ιαθεσίµων), • Μικτά (ενεργούν σε συνδυασµό των προηγούµενων κατηγοριών) και • Σύνθετα Αµοιβαία Κεφάλαια (µπορούν να επενδύουν σε όλα τα χρηµατοπιστωτικά µέσα που προβλέπονται στο ν. 3283/2004). • Αµοιβαία Κεφάλαια Κεφαλαίων - Funds of Funds (επενδύουν σε µερίδια άλλων Αµοιβαίων Κεφαλαίων ή οργανισµών συλλογικών επενδύσεων της ίδιας ή διαφορετικής εταιρείας διαχείρισης) • Αµοιβαία Κεφάλαια ∆είκτη (παθητικά επενδυτικά κεφάλαια που παρακολουθούν ένα δείκτη αναφοράς µε σκοπό την αναπαραγωγή της απόδοσης του δείκτη)117. 115 Απόφαση 6/587/2.6.2011 του ∆.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (ΦΕΚ 1428Β/16.6.2011) µε θέµα την κατηγοριοποίηση αµοιβαίων κεφαλαίων (http://www.hcmc.gr). 116 Η έκφραση «κυρίως» υπονοεί ποσοστό τουλάχιστον 65% επί του συνολικού ενεργητικού του Αµοιβαίου Κεφαλαίου, το οποίο υπολογίζεται κατά µέσο όρο τριµηνίας και θα πρέπει να είναι επενδεδυµένο στην αντίστοιχη κατηγορία τίτλων/µέσων. Βλέπε απόφαση 129/14.4.1998 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, http://www.hcmc.gr/photos/Apofaseis1998/files/129_14.4.98_ak.pdf 117 Επίσης, µέχρι πρόσφατα µε βάση τη γεωγραφική κατανοµή του ενεργητικού τους κάθε µία από τις προηγούµενες κατηγορίες Αµοιβαίων Κεφαλαίων διακρινόταν περαιτέρω σε (α) Εσωτερικού, (β) Εξωτερικού και (γ) ∆ιεθνή (εσωτερικού-εξωτερικού). Η γεωγραφική διάκριση ωστόσο δεν υφίσταται πλέον βάσει της απόφασης 6/587/2.6.2011 του ∆.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (ΦΕΚ 1428Β/16.6.2011 – βλ. http://www.hcmc.gr/photos/nea/files/6_587_2.6.2011.pdf. 43 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Επίσης σηµειώνεται ότι όταν οι Ο.Σ.Ε.Κ.Α. έχουν έδρα στην Ελλάδα, λαµβάνουν, όπως ορίζει το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3283/2004118, τη µορφή Αµοιβαίου Κεφαλαίου. Σύµφωνα δε µε το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 3283/2004119, οι Ο.Σ.Ε.Κ.Α. που υπάγονται στην Οδηγία 85/611/ΕΟΚ, όπως ισχύει,120 µπορούν να λάβουν συµβατική µορφή αµοιβαίου κεφαλαίου διαχειριζόµενου από εταιρεία διαχείρισης, ή στα κράτη µέλη που όπου αυτό προβλέπεται από την οικεία τους νοµοθεσία, µορφή καταπιστεύµατος (unit trust) ή καταστατική µορφή (εταιρία επενδύσεων)121. Αντίθετα, όταν οι Ο.Σ.Ε.Κ.Α. έχουν έδρα και άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος122, η διάθεση στην Ελλάδα µεριδίων ή µετοχών τους παίρνει µεν τη συµβατική µορφή αµοιβαίου κεφαλαίου, ωστόσο πραγµατοποιείται υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, σύµφωνα µε το άρθρο 40 του ν. 3283/2004. Συγκεκριµένα, όπως προκύπτει από τα δηµοσιευµένα στοιχεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, τα µερίδια των αλλοδαπών Ο.Σ.Ε.Κ.Α. διατίθενται στην ελληνική αγορά βάσει συµβάσεων συνεργασίας που έχουν συναφθεί µεταξύ των εταιριών διαχείρισής τους (χρηµατοοικονοµικοί οίκοι του εξωτερικού123) και ελληνικών (Α.Ε.∆.Α.Κ.) ή/και εταιριών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (Α.Ε.Π.Ε.Υ.) ή/και τραπεζών για τη διάθεση των προϊόντων τους. Τα συγκεκριµένα µερίδια διατίθενται από περισσότερες από µία Α.Ε.∆.Α.Κ., Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή τράπεζα, η κάθε µία από τις οποίες έχει συνάψει συµφωνίες µε παραπάνω από έναν από τους προαναφερόµενους χρηµατοοικονοµικούς οίκους του εξωτερικού. Ε.1.6.3. Ορισµός αγορών Σύµφωνα µε τις εκτιµήσεις της Γ∆Α, οι ως άνω επιµέρους κατηγορίες αµοιβαίων κεφαλαίων δε συνιστούν διακριτές σχετικές αγορές, καθώς έχουν παρεµφερή χαρακτηριστικά και είναι εναλλάξιµα, τόσο από πλευράς ζήτησης, όσο και από πλευράς προσφοράς. Ενιαίο ορισµό έχει υιοθετήσει συναφώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε παλαιότερες αποφάσεις της124. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εξετάσει την αγορά ανάπτυξης και διαχείρισης Αµοιβαίων Κεφαλαίων (creation and managing 118 Σύµφωνα µε το εν λόγω άρθρο «1. Στις διατάξεις του παρόντος νόµου υπάγονται οι οργανισµοί συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (εφεξής "Ο.Σ.Ε.Κ.Α.") οι οποίοι έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα. Οι οργανισµοί αυτοί λαµβάνουν τη µορφή αµοιβαίου κεφαλαίου όπως ορίζεται στο άρθρο 12.» 119 Σύµφωνα µε το εν λόγω άρθρο «4. Οι Ο.Σ.Ε.Κ.Α. που υπάγονται στην Οδηγία 85/611/ΕΟΚ, όπως ισχύει, µπορούν να λάβουν συµβατική µορφή αµοιβαίου κεφαλαίου διαχειριζόµενο από εταιρεία διαχείρισης ή, στα κράτη µέλη όπου αυτό προβλέπεται από την οικεία τους νοµοθεσία, µορφή καταπιστεύµατος (unit trust) ή καταστατική µορφή (εταιρεία επενδύσεων).» 120 Οδηγία 85/611/ΕΟΚ του Συµβουλίου της 20ής ∆εκεµβρίου 1985 για το συντονισµό των νοµοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά µε ορισµένους οργανισµούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ), ΕΕ L 375 της 31/12/1985 σελ. 3 -18. 121 Βλ. σχετικά άρθρο 35 του ν. 3283/2004. 122 Ο.π. 123 Ενδεικτικά, αναφέρονται οι: BLACKROCK, CREDIT SUISSE, FRANKLIN TEMPLETON, GOLDMAN SACHS, JP MORGAN, PICTET, SCHRODER, UBS 124 Βλ.υποθέσεις ΕΕπ. M.4844-FORTIS/ABN AMRO ASSETS, σκ. 35, 37, 41 & 67, M.5384-BNP PARIBAS/FORTIS, σκ. 9 & 59, M.3894–UNICREDITO/HVB, σκ. 9 & 35. Επιπλέον, στις ανωτέρω αποφάσεις η ΕΕπέχει αφήσει ανοικτό και το θέµα διαχωρισµού της Αγοράς Ανάπτυξης και ∆ιαχείρισης αµοιβαίων κεφαλαίων σε ιδιώτες και επιχειρήσεις/θεσµικούς επενδυτές, καθώς δεν εγείρετο θέµα για τον ανταγωνισµό. 44 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ of mutual funds), τόσο ως ξεχωριστή ενιαία σχετική αγορά όσο και ως τµήµα της ευρύτερης αγοράς διαχείρισης χαρτοφυλακίων -asset management-, ενώ µε ανάλογη συλλογιστική και η Ε.Α. σε προηγούµενες αποφάσεις της έχει ορίσει ως διακριτή αγορά τη σχετική αγορά ανάπτυξης και διαχείρισης Αµοιβαίων Κεφαλαίων125. Πέραν των αµοιβαίων κεφαλαίων ελληνικής παραγωγής και διαχείρισης, στην αγορά αυτή εντάσσονται και οι ΟΣΕΚΑ τους οποίους διαχειρίζονται οι ελληνικές ΑΕ∆ΑΚ, δεδοµένου ότι από πλευράς υποκατάστασης ζήτησης τα προϊόντα θεωρούνται εναλλάξιµα (βλ. και επόµενη παράγραφο). Ωστόσο, σχετική, εν προκειµένω, είναι η αγορά στο επίπεδο της διάθεσης Αµοιβαίων Κεφαλαίων (distribution of mutual funds), την οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ορίσει, σε παλαιότερες αποφάσεις της τόσο ως ξεχωριστή σχετική αγορά126, όσο και ως τµήµα της ευρύτερης αγοράς λιανικής τραπεζικής127. Η αγορά αυτή περιλαµβάνει το σύνολο των Αµοιβαίων Κεφαλαίων (ελληνικών και ξένων ΟΣΕΚΑ), ανεξαρτήτως έδρας και διαχείρισης, που είναι διαθέσιµα στην ελληνική επικράτεια, δεδοµένου ότι από τα συλλεχθέντα στοιχεία προκύπτει ότι υπάρχει µεγάλος βαθµός εναλλαξιµότητας, από πλευράς ζήτησης και πρόσβασης του επενδυτικού κοινού, µεταξύ των Αµοιβαίων Κεφαλαίων που αναπτύσσονται από ελληνικές εταιρίες και εκείνων που αναπτύσσονται και αποτελούν αντικείµενο διαχείρισης από ξένες εταιρίες και οι οποίες διατίθενται στην ελληνική αγορά. Συγκεκριµένα, τόσο τα ελληνικά Αµοιβαία Κεφάλαια όσο και οι αλλοδαποί ΟΣΕΚΑ ξένης διαχείρισης είναι διαθέσιµα στην ελληνική αγορά µέσω των τραπεζικών ιδρυµάτων, ασφαλιστικών εταιριών, Α.Ε.∆.Α.Κ. και Α.Ε.Π.Ε.Υ.128 και επιπλέον διαφηµίζονται ανοικτά στο επενδυτικό κοινό129. Εξάλλου, βάσει του ν. 3283/2004130, και για τις δύο κατηγορίες δηµοσιεύονται υποχρεωτικά στην ελληνική γλώσσα τα πλήρη και απλοποιηµένα ενηµερωτικά δελτία που περιλαµβάνουν τα χαρακτηριστικά του Ο.Σ.Ε.Κ.Α., τον Κανονισµό του και τις προµήθειες διάθεσης 125 Βλ. αποφάσεις Ε.Α. 534/VI/2012 – ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ/ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ, 488/VI/2010 ΤΑΧΥ∆ΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ/ASPIS BANK, 425/V72008 ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ/PROTON BANK, 335/V72007 FBBank/ASPIS BANK και 326/V/2007 Π&Κ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝ∆ΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ/ ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑ∆ΟΣ Α.Ε. Επισηµαίνεται ότι στις ανωτέρω αποφάσεις δεν έχει γίνει διαχωρισµός των ιδιωτών από τους θεσµικούς /επιχειρήσεις. 126 Βλ. M.3894–UNICREDITO/HVB, παρ. 66 επ. και 77 επ. 127 Ή ως τµήµα της ευρύτερης αγοράς asset management. Ωστόσο, σε όλες αυτές τις αποφάσεις, η Επιτροπή άφησε ανοικτό το θέµα της ακριβούς οριοθέτησης της σχετικής αγοράς. καθώς δεν προέκυπτε ζήτηµα για τον ανταγωνισµό υπό οποιαδήποτε θεώρηση. M.5384-BNP PARIBAS/FORTIS, σκ. 13 και 59, και M.6168, RBI / EFG EUROBANK /JV, σκ. 20 και 27 επ. 128 Ως δίκτυα διανοµής των εν λόγω προϊόντων χρησιµοποιούνται συνήθως τα δίκτυα καταστηµάτων των τραπεζικών και ασφαλιστικών ιδρυµάτων, ενώ µέρος των προϊόντων διατίθενται και από τις Α.Ε.∆.Α.Κ. και Α.Ε.Π.Ε.Υ. απευθείας 129 Ενδεικτικά αναφέρονται η Πειραιώς Asset Management Α.Ε.∆.Α.Κ. που διαφηµίζει στην ιστοσελίδα της www.piraeusaedak.gr τα αµοιβαία κεφάλαια των Pioneer, JP Morgan, WIOF και άλλων, καθώς και η Solidus Χρηµατιστηριακή που διαφηµίζει στην ιστοσελίδα της 75 τύπους Αµοιβαίων Κεφαλαίων (Sicav – Parvest) της BNP Paribas. 130 Βλ. άρθρα 30, 31 και 35. 45 ΠΡΟΣ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ εξαγοράς και µεταφοράς που βαρύνουν τον µεριδιούχο καθώς και τις όποιες άλλες προµήθειες βαρύνουν το ενεργητικό του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. Συνεπώς, οι υποψήφιοι µεριδιούχοι φαίνεται πως έχουν την ίδια δυνατότητα πρόσβασης και τον ίδιο βαθµό πληροφόρησης τόσο για τα ελληνικής διαχείρισης Αµοιβαία Κεφάλαια όσο και για τους αλλοδαπούς ΟΣΕΚΑ. Έξάλλου, όπως προκύπτει από την έρευνα της Γ∆Α, η τιµολόγηση και η φορολόγηση τόσο των ελληνικής διαχείρισης Αµοιβαίων Κεφαλαίων όσο και των αλλοδαπών ΟΣΕΚΑ δεν παρουσιάζει σηµαντική διαφοροποίηση. Ενόψει των ανωτέρω, ως σχετική µε την υπό κρίση συγκέντρωση ορίζεται η αγορά στο επίπεδο της διάθεσης Αµοιβαίων Κεφαλαίων. Σηµειώνεται ότι στη σχετική αγορά δραστηριοποιείται η ΠΕΙΡΑΙΩΣ, µέσω των θυγατρικών της εταιριών «ΠΕΙΡΑΙΩΣ ASSET MANAGEMENT Α.Ε.∆.Α.Κ.» και «Α.Τ.Ε. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ∆ΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ»), ενώ η ΓΕΝΙΚΗ δραστηριοποιείται απευθείας µέσω διάθεσης προϊόντων της εταιρίας «AMUNDI»131 και της εταιρίας «ALPHA TRUST ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ∆ΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ»132. Ε.1.7. Οι αγορές της παροχής ασφαλιστικών υπηρεσιών και των υπηρεσιών ασφαλιστικής διαµεσολάβησης Ε.1.7.1. Παροχή ασφαλιστικών υπηρεσιών Σύµφωνα µε πάγια πρακτική της Ε.Α. και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής133, η ευρύτερη αγορά της παροχής ασφαλιστικών υπηρεσιών διακρίνεται περαιτέρω στις επιµέρους υπο-αγορές: (α) πρωτασφαλίσεων ζωής, που περιλαµβάνει ασφάλιστρα από πρωτασφαλίσεις, ασφάλειες ζωής συνδεδεµένες µε επενδύσεις και διαχείριση οµαδικών συντα