← Ελλάδα

2033-decision-540-2012

ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΙΘ. 540 /VII/2012 ∗ Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συνεδρίασε στην Αίθουσα Συνεδριάσεων του 1ου ορόφου του κτιρίου των γραφείων της, επί της οδού Κότσικα 1Α, Αθήνα, την 5η Απριλίου 2012, ηµέρα Πέµπτη και ώρα 10:00, µε την εξής σύνθεση: Πρόεδρος: Δηµήτριος Κυριτσάκης. Αντιπρόεδρος: Δηµήτριος Λουκάς. Μέλη: Ιωάννης Μπιτούνης (Εισηγητής), Εµµανουέλα Τρούλη, Βικτωρία Μερτικοπούλου, Δηµήτριος Δανηλάτος και Ιωάννης Αυγερινός. Γραµµατέας: Ευαγγελία Ρουµπή. Θέµα της συνεδρίασης: Καταγγελία (µε αρ. πρωτ. 6697/15.11.07) της ανώνυµης εταιρίας µε την επωνυµία «ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ CINE ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΑΕΕ» κατά της ανώνυµης εταιρίας µε την επωνυµία «ODEON ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΘΕΑΜΑΤΩΝ ΑΕ», σύµφωνα µε τα άρθρα 2 και 2α του ν. 703/1977, ως ίσχυε κατά τον επίµαχο χρόνο. Στη συνεδρίαση τα νοµίµως κλητευθέντα µέρη παραστάθηκαν ως εξής: α) η εταιρία «ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ CINE ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΑΕΕ» µε τη νόµιµη εκπρόσωπό της Ιφιγένεια Τσαγκαράκη, µετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της, Μαρίας Παπατσαρά και β) η εταιρία «ODEON ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΘΕΑΜΑΤΩΝ ΑΕ» µε το νόµιµο εκπρόσωπο της Μόσχο Διαµαντόπουλο, µετά των πληρεξουσίων δικηγόρων της, Εµµανουήλ Δρυλλεράκη, Ανδροµάχης Αιλιανού και Κλεοµένη Γιαννίκα. Στην αρχή της συζήτησης, ο Πρόεδρος έδωσε το λόγο στον αρµόδιο Εισηγητή της υπόθεσης, Ιωάννη Μπιτούνη, ο οποίος ανέπτυξε συνοπτικά την υπ’ αριθ. πρωτ. 45/3.1.2012 Έκθεσή του και, για τους λόγους που αναφέρονται αναλυτικά σε αυτήν εισηγήθηκε την Από την παρούσα απόφαση έχουν παραλειφθεί, σύµφωνα µε το άρθρο 26 παρ.7 του Κανονισµού Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής Ανταγωνισµού (ΦΕΚ 1890/Β’/29.12.2006), τα στοιχεία εκείνα, τα οποία κρίθηκε ότι αποτελούν επιχειρηµατικό απόρρητο. Στη θέση των στοιχείων που έχουν παραλειφθεί υπάρχει η ένδειξη […]. Όπου ήταν δυνατό τα στοιχεία που παραλείφθηκαν αντικαταστάθηκαν µε ενδεικτικά ποσά και αριθµούς ή µε γενικές περιγραφές (εντός […]). ∗ 1 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ απόρριψη της καταγγελίας της ανώνυµης εταιρίας µε την επωνυµία «ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ CINE ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΑΕΕ» κατά της ανώνυµης εταιρίας µε την επωνυµία «ODEON ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΘΕΑΜΑΤΩΝ ΑΕ», ως προς τα κατωτέρω: α) παράβαση του άρθρου 2 του ν. 703/1977 από την καταγγελλόµενη εταιρία, και β) παράβαση του άρθρου 2α του ν. 703/1977 από την καταγγελλόµενη εταιρία. Κατόπιν το λόγο έλαβαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι και νόµιµοι εκπρόσωποι των ενδιαφεροµένων µερών, οι οποίοι τοποθετήθηκαν επί της εισηγήσεως, ανέπτυξαν τις απόψεις τους, έδωσαν διευκρινίσεις και απάντησαν σε ερωτήσεις που τους υπέβαλαν ο Πρόεδρος και τα µέλη της Επιτροπής Ανταγωνισµού. Με την ολοκλήρωση της ακροαµατικής διαδικασίας και την εξέταση των µαρτύρων οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των µερών ζήτησαν και ο Πρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισµού χορήγησε προθεσµία τριών

(3)εργάσιµων ηµερών µετά την παραλαβή των πρακτικών από τα ενδιαφερόµενα µέρη, προκειµένου να υποβάλουν τα συµπληρωµατικά υποµνήµατά τους. Η Επιτροπή συνήλθε σε διάσκεψη την 7η Ιουνίου 2012 στην ως άνω αίθουσα συνεδριάσεων του 1ου ορόφου των Γραφείων της µε τη συµµετοχή του Εισηγητή Ιωάννη Μπιτούνη, ο οποίος δεν έλαβε µέρος στην ψηφοφορία, και αφού έλαβε υπόψη της την Έκθεση του αρµοδίου Εισηγητή, τις απόψεις που διατύπωσαν τα ενδιαφερόµενα µέρη προφορικώς κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και µε τα υποµνήµατα τα οποία υπέβαλαν, αρχικά και συµπληρωµατικά, τα όσα κατέθεσαν ανωµοτί οι νόµιµοι εκπρόσωποι των ενδιαφερόµενων µερών κατά την ακροαµατική διαδικασία, τα στοιχεία του φακέλου της κρινόµενης υπόθεσης και το ισχύον νοµικό πλαίσιο, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΩΣ ΕΞΗΣ: Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΙΣΤΟΡΙΚΟ
  1. Με το µε ηµ. αρ. πρωτ. 6697/15.11.07 έγγραφό της, η ανώνυµη εταιρία µε την επωνυµία «ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ CINE ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΑΕΕ» (εφεξής ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ), η οποία δραστηριοποιείται στη διαχείριση και εκµετάλλευση κινηµατογραφικών αιθουσών στο Ηράκλειο Κρήτης, κατέθεσε στην Επιτροπή Ανταγωνισµού καταγγελία κατά της ανώνυµης εταιρίας µε την επωνυµία «ODEON ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΘΕΑΜΑΤΩΝ ΑΕ» (εφεξής ODEON), η οποία δραστηριοποιείται κυρίως στη διανοµή ελληνικών και ξένων κινηµατογραφικών ταινιών, για παράβαση των άρθρων 2 και 2α του ν. 703/1977, ως ίσχυε κατά τον επίµαχο χρόνο. Ο καταγγέλλων ζητούσε από την Επιτροπή: • Να διατάξει την ODEON να παύσει την καταγγελλόµενη συµπεριφορά της και να την παραλείψει στο µέλλον, απειλώντας την και µε επιβολή προστίµων. • Να διατάξει την ODEON να προµηθεύει έγκαιρα την εταιρία ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ τουλάχιστον µε µία κόπια από κάθε ταινία της πρώτης προβολής, ήδη από την πρώτη ηµέρα προβολής στις αίθουσες και υπό όρους που συνάδουν µε τους κανόνες της αγοράς. 2 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ • Να επιβάλλει στην ODEON τα κατά το νόµο προβλεπόµενα πρόστιµα για τις παραβιάσεις των άρθρων 2 και 2α του ν. 703/
  2. Για τη διερεύνηση της προαναφερόµενης καταγγελίας η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισµού έστειλε σειρά ερωτηµατολογίων, µεταξύ άλλων, προς την ODEON A.E, τις υπόλοιπες τρεις µεγάλες εταιρίες διανοµής, καθώς και σε εταιρίεςκινηµατογράφους […].
  3. Επί της ως άνω καταγγελίας, κατατέθηκε η υπ’ αριθµ. πρωτ. 4131/24.06.08 Εισήγηση της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισµού, βάσει της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αρ. 429/V/2009 Απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισµού που διαπίστωσε ότι δεν στοιχειοθετείται παράβαση του άρθρου 2 του ν. 703/1977, εν απουσία δεσπόζουσας θέσης της ODEON στην υπό εξέταση αγορά διανοµής ταινιών. Επιπλέον, µε την ίδια Απόφαση, η Επιτροπή Ανταγωνισµού απέρριψε κατά πλειοψηφία ως αβάσιµη την αποδιδόµενη µε την Εισήγηση της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισµού παράβαση από την ODEON του άρθρου 2α του ν. 703/1977 περί καταχρηστικής εκµετάλλευσης σχέσης οικονοµικής εξάρτησης. Ειδικότερα, σύµφωνα µε την άποψη της πλειοψηφίας των µελών της Επιτροπής Ανταγωνισµού στην υπ’ αρ. 429/V/2009 Απόφαση, για να µπορεί να στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη οικονοµικής εξάρτησης είναι απαραίτητο να υπάρχει υφιστάµενη ή και προϋπάρχουσα πελατειακή σχέση µεταξύ της εξαρτώµενης και της εξαρτώσας επιχείρησης. Συνεπώς, εφόσον η καταγγέλλουσα δε διατηρούσε καµία συµβατική σχέση, ευκαιριακή ή µόνιµη, µε την καταγγελλόµενη, δεν υφίστατο σχέση οικονοµικής εξάρτησης µεταξύ της καταγγέλλουσας και της εταιρίας ODEON. Κατά συνέπεια, σύµφωνα µε την πλειοψηφούσα άποψη, παρήλκε η περαιτέρω εξέταση της εν λόγω υπόθεσης, δεδοµένου ότι εξέλειπε η πρώτη και βασική από τις τασσόµενες από το νόµο προϋποθέσεις για την εφαρµογή του άρθρου 2α του ν. 703/
  4. Στη συνέχεια, η εταιρία ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ προσέφυγε στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, το οποίο και ακύρωσε την προαναφερθείσα Απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισµού, ως προς το κεφάλαιο, µε το οποίο απορρίφθηκε η καταγγελία για παράβαση του άρθρου 2α του ν. 703/
  5. Πιο συγκεκριµένα, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, µε την 2498/2010 απόφασή του, έκρινε ότι η προβλεπόµενη από τις διατάξεις του άρθρου 2α του ν. 703/1977 οικονοµική εξάρτηση δεν προϋποθέτει υφιστάµενη ή προϋπάρχουσα πελατειακή σχέση και, ως εκ τούτου, ανέπεµψε στην Επιτροπή Ανταγωνισµού την υπόθεση, προκειµένου αυτή να αποφανθεί στην ουσία για την ως άνω καταγγελία και ειδικότερα για την συνδροµή ή όχι στην εν λόγω περίπτωση και των λοιπών προϋποθέσεων εφαρµογής του άρθρου 2α του ν. 703/
  6. 3 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΙΙ. ΤΑ ΕΜΠΛΕΚΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΙΙ.1 Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΥΣΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ
  7. Η εταιρία «ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ CINE TΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΑΕΕ» είναι µία οικογενειακή επιχείρηση, η οποία δραστηριοποιείται από το έτος 1986 στον τοµέα της παροχής υπηρεσιών ψυχαγωγίας και ειδικότερα στη διαχείριση και εκµετάλλευση κινηµατογραφικών αιθουσών στο Ηράκλειο Κρήτης. Το έτος 1986 λειτούργησε στην πόλη του Ηρακλείου την πρώτη της κινηµατογραφική αίθουσα (Cine Studio). Το έτος 1994 εγκαινίασε το κινηµατοθέατρο Βιτσέντζος Κορνάρος που διαθέτει δύο
(2)αίθουσες. Το έτος 2004 δηµιούργησε τον πρώτο πολυχώρο ψυχαγωγίας στο Ηράκλειο, το ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ, που διαθέτει πέντε
(5)σύγχρονες κινηµατογραφικές αίθουσες (multiplex), ένα ανοιχτό (υπαίθριο) θέατρο όπου προβάλλονται και ταινίες, χώρους εστίασης, παιδική χαρά και χώρο στάθµευσης. Στην εταιρία απασχολούνταν κατά το χρόνο υποβολής της καταγγελίας συνολικά 32 εργαζόµενοι. ΙΙ.2 Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΜΕΝΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ODEON
  1. Η καταγγελλόµενη εταιρία ODEON Α.Ε. ανήκει στον όµιλο της ODEON και δραστηριοποιείται στον κλάδο διανοµής κινηµατογραφικών ταινιών στην εθνική αγορά, αντιπροσωπεύοντας κατ’ αποκλειστικότητα την 20th Century Fox, καθώς και άλλες εταιρίες παραγωγής ταινιών, όπως τις CAPITOL FILMS LIMITED, CONSTANTIN FILM VERLEIH GMBH, BOY/GIRL DISTRIBUTION LIMITED, FILM & TV HOUSE LIMITED, LUMINA FILMS LIMITED, SEVEN ARTS INTERNATIONAL, TF1 INTERNATIONAL, HANWAY FILMS LIMITED, REZO FILMS, GAUMONT και VELVET OCTOPUS LTD. Επιπλέον, δραστηριοποιείται στην τηλεοπτική και δια βιντεοκασετών και ψηφιακών βιντεοδίσκων (DVD) εκµετάλλευση ταινιών. Οι δραστηριότητές της επεκτείνονται και στο χώρο εκµετάλλευσης κινηµατογραφικών αιθουσών, µε τις οποίες η εταιρία έχει συµβάσεις εκµετάλλευσης, φέρουν την κοινή ονοµασία «ODEON» και διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: στους κινηµατογράφους, οι οποίοι έχουν εκµισθωθεί από τους ιδιοκτήτες τους στην ODEON και σε εκείνους, τους οποίους λειτουργούν οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες τους, προς τους οποίους όµως η ODEON παρέχει συγκεκριµένα δικαιώµατα (σηµατοποίηση, µεταφορά τεχνογνωσίας).
  2. Ο όµιλος της ODEON αποτελείται από τις ακόλουθες εταιρίες (βλ. ιστοσελίδα της ODEON http://www.odeon.gr): ODEON CINEPLEX A.E. Η εταιρία ODEON CINEPLEX A.E. αναπτύσσει σε ολόκληρη την Ελλάδα ένα πλέγµα πολυκινηµατογράφων που, ως επί το πλείστον, εντάσσονται σε ευρύτερες επενδύσεις ψυχαγωγικού προσανατολισµού. Οι πολυκινηµατογράφοι που ανήκουν στην Odeon Cineplex, σύµφωνα µε τα στοιχεία που απέστειλε στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισµού η ODEON, είναι: § ODEON Kosmopolis, Μαρούσι - Αθήνα, 12 αίθουσες 4 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ § ODEON StarCity - Αθήνα, 10 αίθουσες § ODEON Πλατεία - Θεσσαλονίκη, 8 αίθουσες § ODEON Kosmopolis - Κοµοτηνή, 5 αίθουσες § ODEON Paralimnio - Ιωάννινα, 6 αίθουσες § ODEON Cosmos - Ξάνθη, 4 αίθουσες ODEON LICENSING A.E. H δραστηριότητα της εν λόγω εταιρίας επιµερίζεται σε: α) διαχείριση δικαιωµάτων πνευµατικής ιδιοκτησίας (licensing και merchandising) και β) πώληση διαφηµιστικού χώρου και χρόνου. Η εταιρία δραστηριοποιείται στο χώρο του licensing από το 1989, µε στόχο τη χρήση και την εµπορική εκµετάλλευση, σύµφωνα µε τους ισχύοντες νόµους περί πνευµατικής ιδιοκτησίας, χαρακτήρων, συµβόλων, ονοµάτων, λογοτύπων κ.α. Το licensing έχει σαν πεδίο εφαρµογής προωθητικές ενέργειες, διαφηµιστικές καµπάνιες κ.τ.λ. PARADE A.E. Η Parade είναι εξειδικευµένη διαφηµιστική εταιρία κινηµατογραφικής επικοινωνίας, η οποία διαχειρίζεται τις ανάγκες προβολής και προώθησης των υπηρεσιών και προϊόντων των εταιριών που ανήκουν στον Όµιλο. ROSEBUD A.E. Η Rosebud A.E. είναι ηγέτιδα εταιρία στο χώρο της διανοµής καλλιτεχνικών ταινιών και διανέµει περίπου 40 ταινίες ετησίως. Η δραστηριότητά της διευρύνει και συµπληρώνει τη γκάµα των ταινιών που διανέµονται από τον Όµιλο. e-CENTRIC A.E. Η εταιρία e-Centric δραστηριοποιείται στο χώρο της πληροφορικής από το 2000 και παρέχει διαδικτυακές λύσεις που απευθύνονται σε εµπορικές επιχειρήσεις και εταιρίες παροχής υπηρεσιών. Διαθέτει ένα κέντρο τηλεξυπηρέτησης, για την πώληση υπηρεσιών και προϊόντων των πελατών της, καθώς και ένα help desk, για την καλύτερη και άµεση εξυπηρέτησή τους. DIGITAL PRESS ΗELLAS A.E. H Digital Press Hellas A.E. λειτουργεί από το 1987 και αποτελεί την πρώτη εταιρία κατασκευής ψηφιακών δίσκων µουσικής (CDs) στην Ελλάδα. ΙΙΙ. ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ
  3. Στην υπ’ αριθµ. πρωτ. 6697/15.11.07 καταγγελία της, η εταιρία ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ αναφέρει τα εξής:
  4. « […] Στις 11 Ιουλίου του 2007 η ODEON ξεκίνησε µέσω της θυγατρικής της εταιρίας ‘CRETA CINEMAS KΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ’ να λειτουργεί 5 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ πολυκινηµατογράφο µε οκτώ
(8)κινηµατογραφικές αίθουσες στην περιοχή ΤΑΛΩΣ Ηρακλείου, στο οµώνυµο εµπορικό κέντρο, το οποίο, όπως και το ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ, διαθέτει εστιατόρια, καφετέριες χώρο στάθµευσης κλπ. Ο νέος πολυκινηµατογράφος είναι ευθέως ανταγωνιστικός µε τον δικό µας. […] Η ODEON βρίσκεται πάντοτε σε µία από τις τρεις πρώτες θέσεις στην αγορά διανοµής µε µερίδιο που σταθερά υπερβαίνει το 22%-23% (χωρίς σε αυτό το ποσοστό να συνυπολογίζεται το µερίδιο της εταιρίας Rosebud), ενώ συχνά ταινίες της αποτελούν µακράν την µεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία της χρονιάς. […] Στην αγορά διαχείρισης και εκµετάλλευσης κινηµατογραφικών αιθουσών δραστηριοποιούνται αυτόνοµα ή µέσω θυγατρικών και οι τρεις µεγαλύτερες εταιρίες διανοµής, ήτοι η ODEON, η Village Roadshow και η Audiovisual, οι οποίες είναι µε τον τρόπο αυτό καθετοποιηµένες. […] Οι ανωτέρω λοιπόν τρεις εταιρίες έχουν δύο µοναδικά συγκριτικά πλεονεκτήµατα σε σχέση µε τις άλλες εταιρίες που δραστηριοποιούνται στην αγορά κινηµατογράφου στη χώρα: Πρώτον, αναπτύσσουν δραστηριότητα τόσο στον κλάδο διανοµής ταινιών όσο και στον κλάδο διαχείρισης και εκµετάλλευσης κινηµατογραφικών αιθουσών, ιδίως µέσω πολυκινηµατογράφων. Δεύτερον, είναι οι µόνες που εκµεταλλεύονται µεγάλο αριθµό αιθουσών και πολυκινηµατογράφων στη Αθήνα και την υπόλοιπη Ελλάδα. […] Προτού εισέλθει αυτόνοµα στην αγορά διαχείρισης αιθουσών στο Ηράκλειο µέσω της θυγατρικής της ‘CRETA CINEMAS KΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ’, η ODEON διένειµε ταινίες της αποκλειστικά σε ανταγωνιστή µας, τον κ. […] που κατείχε µία αίθουσα, η οποία και έκλεισε όταν άνοιξαν τα ODEOΝ TALOS. Η εταιρία µας ζήτησε κατά το παρελθόν (σε περίοδο που λειτουργούσαµε µόνο µε τις τρεις αίθουσες των κινηµατογράφων Cine Studio και Βιτσέντζος Κορνάρος) από την ODEON να της χορηγηθούν ορισµένες ταινίες αλλά συνάντησε την άρνηση λόγω ακριβώς της ανωτέρω σχέσης αποκλειστικότητας. Στο αίτηµά µας δεν επιµείναµε, επειδή οι κινηµατογράφοι, στους οποίους προβάλλονταν οι εν λόγω ταινίες δεν ήταν ευθέως ανταγωνιστικοί προς τον πολυκινηµατογράφο µας και, εποµένως, δεν συνιστούσε συγκριτικό µειονέκτηµά µας έναντι οµοειδών ανταγωνιστών και άρα δεν µας προκαλούσε σοβαρή ζηµιά. Το αίτηµα για προβολή ταινιών της ODEON το επαναφέραµε προφορικά στην καταγγελλοµένη και στα τέλη του 2004, όταν ανοίξαµε τον πολυχώρο Τεχνόπολις, δεδοµένου ότι πλέον είχαµε υπό τη διαχείρισή µας άλλες έξι και µάλιστα µεγάλης χωρητικότητας αίθουσες. Ωστόσο, και σε αυτή την περίπτωση η προφορική απάντηση που λάβαµε ήταν κατηγορηµατικά αρνητική, για τους ως άνω λόγους, στους οποίους προστέθηκε και το επιχείρηµα ότι όντας το µοναδικό multiplex στο Ηράκλειο, θα εξοβελίζαµε τον υπολειπόµενο ανταγωνισµό αν είχαµε τη δυνατότητα να προβάλλουµε ταινίες όλων των µεγάλων διανοµέων. […] Στον ευθέως ανταγωνιστικό πολυκινηµατογράφο ODEON TALOS διαπιστώσαµε από την πρώτη ηµέρα λειτουργίας του ότι διέθετε προς προβολή (και ορθώς) ταινίες 6 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ οποιασδήποτε εταιρίας διανοµής επιθυµούσε, συµπεριλαµβανοµένων των τεσσάρων µεγάλων (ODEON, Audiovisual, Village Roadshow και UIP). Άλλωστε αυτή είναι η σταθερή και µόνη σύννοµη πρακτική στο σύνολο της Ελληνικής Επικράτειας, δηλαδή οι ανωτέρω τρεις εταιρίες (όπως και η UIP που δεν έχει δικές της αίθουσες) να προµηθεύουν τις ταινίες τους η µία στους πολυκινηµατογράφους της άλλης (αλλά και στους λοιπούς πολυκινηµατογράφους) και µάλιστα από την πρώτη ηµέρα προβολής τους. Τούτη η πρακτική ακολουθείται, όχι µόνο επειδή το επιβάλλουν οι αρχές του ελεύθερου και θεµιτού ανταγωνισµού. Επιπλέον, επιβάλλεται για λόγους οικονοµικής βιωσιµότητας των πολυκινηµατογράφων, όπως θα αναλυθεί κατωτέρω. [...] µε την από 10/08/2007 επιστολή µας προς την ODEON (και αφού προγενέστερες προφορικές επαφές απέβην άκαρπες) ζητήσαµε την προώθηση των ταινιών της ODEON και στην εταιρία µας. Στην από 22/08/2007 απάντησή της η ODEOΝ αρνήθηκε ότι έχει την όποια υποχρέωση προµήθειας, αναφέροντας επί λέξει τα εξής: «…Ορθώς δεν έχετε επιµείνει για τόσα χρόνια τώρα να τροφοδοτείστε µε κόπιες από το σύνολο των ταινιών που διανέµει η Εταιρία µας. Και τούτο διότι γνωρίζετε πως είναι απολύτως ανέφικτο να ικανοποιηθεί το σύνολο των αιθουσαρχών της Επικράτειας – και δη συγχρόνως- µε τις υποχρεωτικά πολύ περιορισµένες κόπιες για κάθε µια ταινία που έχει στη διάθεσή του ο Διανοµέας. Ο Διανοµέας µε τις περιορισµένες αυτές κόπιες ανά ταινία, τις διαχειρίζεται µε γνώµονα τη βέλτιστη δυνατή ικανοποίηση του φιλοθεάµονος κοινού τις συµβάσεις που έχει συνάψει και καλείται να εξυπηρετήσει και την Οικονοµική Δυνατότητα. Στα πλαίσια αυτά πάντα του θεµιτού ανταγωνισµού όπως αυτά µε σαφήνεια έχουν καταγραφεί από την ανώτατη προς τούτο αρχή του τόπου, την Επιτροπή Ανταγωνισµού. Ασφαλώς, η στενότης αυτή σε κόπιες δεν παρατηρείται σε όλες τις ταινίες. Δεν παρατηρείται δηλαδή σε ταινίες που δεν είναι ‘πρώτης προβολής’.Να θεωρήσετε βέβαιο, πως στις περιπτώσεις αυτές, εφόσον εκδηλώνετε ενδιαφέρον και αµοιβαία ο προγραµµατισµός σας και αυτός της Εταιρίας το επιτρέπει, θα προωθούνται σε εσάς κόπιες από ταινίες της ταινιοθήκης µας…». [...] Με την από 24/08/2007 επιστολή µας διαµαρτυρηθήκαµε για το περιεχόµενο της απάντησης της ODEON και επαναφέραµε το νόµιµο αίτηµά µας για προµήθεια ταινιών της, “αρχής γενοµένης από την ταινία ‘the simpsons movie’…την Πέµπτη 30 Αυγούστου”. Παράλληλα, αποκρούσαµε τον ισχυρισµό περί δήθεν έλλειψης επαρκούς αριθµού από κόπιες για τις ταινίες, όσο και την ειρωνική και απαράδεκτη προσφορά για προώθηση σε εµάς ταινιών β` προβολής της ODEON και µάλιστα µόνο αν τούτο το επιτρέπει ο προγραµµατισµός της. Η ανωτέρω επιστολή µας απαντήθηκε από την ODEON στις 28/08/2007, όπου αναφέρονται µεταξύ άλλων τα εξής: «…το όψιµο ενδιαφέρον σας στις ταινίες µας είναι προσχηµατικό και οφείλεται, όπως αναγνωρίζεται στην από 16/08/2007 επιστολή σας, στο γεγονός της διάθεσης ταινίας εκ µέρους γραφείου διανοµής συνεργαζόµενου αποκλειστικά µέχρι σήµερα µε εσάς στην ανταγωνιστική προς εσάς επιχείρηση που εκµεταλλεύεται το νέο Πολυκινηµατογράφο “TALOS”. Με άλλα λόγια, κατά την άποψή σας, η “στεγανοποίηση”, την οποία επί χρόνια είχατε εξασφαλίσει για τον εαυτό σας 7 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ συνεργαζόµενοι αποκλειστικά µε συγκεκριµένα γραφεία διανοµής στον χώρο της κινηµατογραφικής διανοµής, προάγει τον υγιή ανταγωνισµό όταν ωφελεί αποκλειστικά τα συµφέροντά σας και αποκλείει οποιονδήποτε άλλο ανταγωνιστή σας. Η άποψή σας αυτή µας βρίσκει κάθετα αντίθετους. Το ενδιαφέρον σας είναι επιπρόσθετα και προσχηµατικό, γιατί αν επιθυµούσατε να συνεργαστείτε µαζί µας θα είχατε προσέλθει έγκαιρα να διαπραγµατευτούµε καλόπιστα τους όρους αυτής της συνεργασίας, όπως ακριβώς κάνουµε µε όλους τους πελάτες µας, µε τους οποίους διατηρούµε συνεργασίες διαρκείας και στους οποίους περιλαµβάνεται πλέον και η επιχείρηση που λειτουργεί στον νέο Πολυκινηµατογράφο. Τέλος, θέλουµε να τονίσουµε ότι η εταιρία µας στα πλαίσια του Νόµου διατηρεί το δικαίωµα ελεύθερης επιλογής διαµόρφωσης της επιχειρηµατικής της δράσης κατά τρόπο που θεωρεί προσφορότερο για τη βέλτιστη εµπορική εκµετάλλευση των κινηµατογραφικών της ταινιών και δεν προτίθεται να “προσχωρήσει” στις θέσεις σας υπό το κράτος των φορτικών πιέσεων και “προειδοποιήσεών” σας.». [...] Με την από 31/08/2007 επιστολή µας δηλώσαµε τη λύπη µας για τον αντιδεοντολογικό και φανερά σκόπιµο τρόπο που η ODEON επιχειρεί να παραποιήσει την αλήθεια και ενηµερώσαµε την ODEON ότι για την παράνοµη και καταχρηστική άρνηση πώλησης θα προσφύγουµε πλέον στις αρµόδιες αρχές».
  1. Η καταγγέλλουσα υποστηρίζει ότι η άρνηση πώλησης εκ µέρους της ODEON αντιβαίνει στο άρθρο 2α του ν. 703/1977, δεδοµένου ότι η εταιρία ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ βρίσκεται σε σχέση οικονοµικής εξάρτησης από την ODEON, τουλάχιστον από το χρονικό σηµείο που εγκαινιάστηκαν τα ODEON TALOS και ένθεν. Κατά την άποψή της, πριν από την έναρξη της λειτουργίας των πολυκινηµατογράφων (ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ και ODEON TALOS, για την περιοχή του Ηρακλείου Κρήτης), οι ιδιοκτήτες µεµονωµένων κινηµατογραφικών αιθουσών είχαν, συνήθως, αποκλειστικές συνεργασίες µε τις εταιρίες διανοµής, οι οποίες τους παρείχαν το δικαίωµα προβολής των ταινιών τους και δεν υπήρχε συχνά η ανάγκη ταυτόχρονης συνεργασίας µε περισσότερες από µία εξ αυτών. Ωστόσο, η κατάσταση είναι διαφορετική για την περίπτωση των πολυκινηµατογράφων (multiplex), καθώς η ταυτόχρονη (επιτυχής) λειτουργία πολλών αιθουσών προβολής επιβάλλει την ταυτόχρονη συνεργασία µε διαφορετικές εταιρίες διανοµής. Ειδικότερα, οι πολυκινηµατογράφοι, έχοντας πολλές αίθουσες και µεγάλα λειτουργικά έξοδα, απαιτείται να λειτουργούν µε σηµαντικές µέσες πληρότητες ανά αίθουσα. Καθώς οι δηµοφιλείς ταινίες είναι πεπερασµένου αριθµού, σηµαντική µέση πληρότητα δεν επιτυγχάνεται αν δεν υπάρχει η δυνατότητα επιλογής ανάµεσα στο σύνολο των εταιριών διανοµής και δη στο σύνολο των τεσσάρων µεγαλύτερων εξ αυτών, οι οποίες διαθέτουν τα δικαιώµατα για τις πλέον εµπορικές ταινίες. Σε αυτό το πλαίσιο, η µη παροχή ταινιών εκ µέρους µιας µεγάλης εταιρίας διανοµής µπορεί να συνεπάγεται την περιέλευση του πολυκινηµατογράφου σε σηµαντικά µειονεκτική θέση έναντι του ανταγωνισµού. 8 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  2. Σύµφωνα µε την καταγγέλλουσα, στην υπό εξέταση περίπτωση, ο µοναδικός ουσιαστικά ανταγωνιστής του ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ στην αγορά του Ηρακλείου είναι ο προαναφερθείς πολυκινηµατογράφος (ODEON TALOS), της θυγατρικής της ODEON
  3. Τα ODEON TALOS διαθέτουν τη δυνατότητα πρόσβασης στο σύνολο της ταινιοθήκης των µεγάλων διανοµέων, σε αντίθεση µε το ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ, που δεν µπορεί να έχει τις ταινίες της ODEON (ούτε και της Rosebud). Χωρίς τη δυνατότητα να έχει ο πολυκινηµατογράφος ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ έργα της καταγγελλόµενης, δηλαδή, έργα που κατά µέσο όρο αντιπροσωπεύουν, όπως υποστηρίζει η καταγγέλλουσα, αφενός περισσότερο από το 20% των ετήσιων εισιτηρίων, αφετέρου περισσότερο από το 30-40% ανά βραχύτερες (σε επίπεδο µήνα) περιόδους, όταν και οι ταινίες της είναι οι πλέον δηµοφιλείς, περιέρχεται η ίδια σε δεινή έναντι του ανταγωνισµού θέση, οδηγούµενη σε συρρίκνωση και εξοβελισµό από την αγορά.
  4. Περαιτέρω, κατά την άποψη της καταγγέλλουσας, η κατάχρηση της σχέσης οικονοµικής εξάρτησης προκύπτει και από το γεγονός ότι ο βαθµός διανοµής των ταινιών της ODEON στις οµοειδείς επιχειρήσεις στη σχετική γεωγραφική αγορά του Ηρακλείου (δηλαδή τα ODEON TALOS που είναι η µοναδική οµοειδής επιχείρηση) είναι 100%. Μάλιστα, όπως υποστηρίζεται, ο αυτός βαθµός διανοµής (100%) υπάρχει για όλους τους πολυκινηµατογράφους στη χώρα, που σηµαίνει ότι όλες οι οµοειδείς επιχειρήσεις, στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας (όχι, δηλαδή, απλά στο Ηράκλειο) διαθέτουν ταινίες και των τεσσάρων µεγάλων εταιριών διανοµής. Τούτο καταδεικνύει ότι ο κανόνας της αγοράς είναι οι πολυκινηµατογράφοι να µην παρεµποδίζονται στην πρόσβαση στις ταινίες των τεσσάρων µεγάλων διανοµέων και η άρνηση πώλησης εκ µέρους της ODEON αποτελεί διακριτική µεταχείριση, σε βάρος της καταγγελλόµενης
  5. Εξάλλου, η δυνατότητα διανοµής από άλλες εταιρίες (πλην της ODEON) δεν εξασφαλίζει κατά την καταγγέλλουσα τις απαραίτητες «ισοδύναµες εναλλακτικές λύσεις», ώστε να µπορεί το ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ να ανταγωνιστεί αποτελεσµατικά τα ODEON TALOS. Οι λοιπές εταιρίες διανοµής δεν διαθέτουν επαρκή αριθµό εµπορικών ταινιών για να καλύψουν τη χρήση του συνόλου των αιθουσών της εταιρίας ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ, καθόσον οι ταινίες της ODEON καταλαµβάνουν συνήθως αναλογία περίπου ίση µε το 1/3 του αριθµού των αιθουσών. Με τη συµπεριφορά της ODEON, δεν έχει απλά µειωθεί η ικανότητα της εταιρίας ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ να ανταπεξέλθει στον ανταγωνισµό, αλλά, όπως η ίδια υποστηρίζει, απειλείται και η 1 Στην πόλη λειτουργεί και ο κινηµατογράφος ΚΡΟΝΟΣ, µε δύο αίθουσες και χωρίς τις τεχνολογικές και λοιπές παροχές που προσφέρουν τα δύο multiplex, συνεπώς δεν µπορεί να θεωρηθεί ότι ασκεί σηµαντική ανταγωνιστική πίεση στους δύο πολυκινηµατογράφους του Ηρακλείου. 2 Προς επίρρωση των ανωτέρω, η καταγγέλλουσα σηµειώνει ότι οι εταιρίες διανοµής ODEON, Village και Audiovisual, που δραστηριοποιούνται και στην εκµετάλλευση κινηµατογραφικών αιθουσών, παρέχουν χωρίς περιορισµό τις ταινίες τους η µία στους πολυκινηµατογράφους και τις λοιπές αίθουσες της άλλης. Αυτό είναι εύλογο και από οικονοµική άποψη, καθώς οι πολυκινηµατογράφοι αποτελούν τον πιο µοντέρνο και ελκυστικό για το κοινό χώρο προβολής, όπου οι εταιρίες διανοµής έχουν κάθε οικονοµικό συµφέρον να προβάλλονται οι ταινίες τους (δεδοµένου ότι αµείβονται µε ποσοστά επί των εισπράξεων). 9 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ίδια η βιωσιµότητά της, δεδοµένου ότι ο κύκλος εργασιών µειώνεται δραµατικά και οι δανειακές υποχρεώσεις είναι σε εξέλιξη (όπως καταδεικνύεται µε στοιχεία που υπέβαλε στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισµού)
  6. Αντίστοιχη είναι και η µείωση στον κύκλο εργασιών των εστιατορίων και λοιπών καταστηµάτων που λειτουργούν εντός του πολυκινηµατογράφου ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ, καθώς η πορεία τους είναι άµεσα συνδεδεµένη µε την εµπορική κίνηση στις πέντε αίθουσες κινηµατογράφου.
  7. Επίσης, η άρνηση πώλησης εκ µέρους της ODEON, σύµφωνα πάντα µε την καταγγέλλουσα, γίνεται χωρίς αντικειµενικό λόγο, καθόσον: α) η εταιρία ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ πάντοτε ανταποκρίνεται στις οικονοµικές υποχρεώσεις της, β) ο πολυκινηµατογράφος ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ, αλλά και οι λοιπές αίθουσες, είναι από πλευράς χωρητικότητας, αισθητικής, ποιότητας και ασφάλειας τουλάχιστον ισοδύναµες µε τις αίθουσες του ODEOΝ TALOS, γ) δεν υπάρχουν τεχνικοί ή οικονοµικοί λόγοι για την άρνηση προµήθειας. Όπως υποστηρίζει η εταιρία ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ, ο αριθµός σε κόπιες που λαµβάνει η ODEON από τους παραγωγούς κάθε ταινίας είναι πολύ µεγάλος, η δε αναπαραγωγή κάθε κόπιας δεν έχει µεγάλο κόστος. Σε κάθε δε περίπτωση, η καταγγέλλουσα θεωρεί ότι θα µπορούσε η ODEON να δίνει τουλάχιστον µία κόπια ανά ταινία της.
  8. Τέλος, όπως υποστηρίζει η εταιρία ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ, δεν υπάρχει ωφέλεια για τον καταναλωτή από την πρακτική της ODEON. Συγκεκριµένα, ο καταναλωτής του Ηρακλείου στερείται της δυνατότητας µεγαλύτερης επιλογής ως προς την αίθουσα, την ηµέρα και την ώρα προβολής µιας ταινίας της ODEON. Επιπλέον, στερείται της δυνατότητας να απολαύσει καλύτερη τιµή, δεδοµένου ότι τα εισιτήρια της εταιρίας ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ ήταν κατά το χρόνο υποβολής της καταγγελίας, κατά µέσο όρο, φθηνότερα κατά 1 ευρώ από αυτά της ODEON, για τους δε χρήστες της κάρτας µέλους της εταιρίας, η ωφέλεια έφτανε τα 2 ευρώ ανά εισιτήριο. Τέλος, µε τον εξοβελισµό της εταιρίας ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ από την αγορά, ο καταναλωτής δεν θα έχει πλέον ουδεµία επιλογή παρά µόνο τα ODEON TALOS στο Ηράκλειο (γεγονός, το οποίο ενδεχοµένως να επηρεάσει και µελλοντικά την τιµολογιακή πολιτική της ODEON).
  9. Τους ως άνω ισχυρισµούς επανέλαβε η καταγγέλλουσα και κατά τη διάρκεια της επανεξέτασης της υπόθεσης από την Επιτροπή Ανταγωνισµού (συνεπεία της υπ’ αριθµ. 2498/2010 αναπεµπτικής απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών). 3 Επιπροσθέτως, σύµφωνα µε την καταγγέλλουσα (επιστολή µε αρ. πρωτ. 3020/6.05.08) προκειµένου να υπολογιστεί η πραγµατική ζηµία της από τη συµπεριφορά της καταγγελλόµενης, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα διαφυγόντα κέρδη από τα εισιτήρια του συνολικού προγράµµατος διανοµής ταινιών της ODEON, τα οποία εξ’ ολοκλήρου περιήλθαν αποκλειστικά και µόνον στο ODEON TALOS. Υπό αυτή την έννοια, η ζηµία του ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ, από τη µείωση των εισιτηρίων του, είναι µεγαλύτερη από αυτή που φαίνεται. 10 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΙV. Η ΑΠΟΨΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΜΕΝΗΣ
  10. Η καταγγελλόµενη εταιρία ODEON απορρίπτει τις προαναφερόµενες αιτιάσεις της καταγγέλλουσας, επισηµαίνοντας µεταξύ άλλων τα ακόλουθα (βλ. υπ’ αριθµ. πρωτ. 1194/20.02.08 επιστολή): « [...] Ο καταγγέλλων δεν είχε ζητήσει µέχρι την 16/8/2007 οιαδήποτε ταινία µας. Αυτό επιβεβαιώνεται εκ µέρους του από την µεταξύ µας αλληλογραφία […]. Σύµφωνα µε την από 16/8/2007 επιστολή του ο καταγγέλλων υποβάλλει το γενικό αίτηµα να του παρέχονται όλες οι ταινίες µας, ενώ άριστα γνωρίζει ότι ο αριθµός των κοπιών της εκάστοτε ταινίας είναι εκ των προτέρων περιορισµένος έτσι ώστε να µην είναι εφικτή η ικανοποίηση κάθε αιτήµατος αιθουσάρχη ανά την Ελλάδα. Στο ως άνω γενικό αίτηµά του η εταιρία µας του απάντησε αιτιολογηµένα µε την από 22/8/2007 επιστολή της, σύµφωνα δε µε αυτήν ουδέποτε αρνήθηκε να του παράσχει άδεια προβολής ταινίας της εφόσον υπάρχουν διαθέσιµες κόπιες και ο αµοιβαίος προγραµµατισµός το επιτρέπει. [...] Η µόνη ταινία που ο καταγγέλλων ζήτησε µε την από 24/8/2007 επιστολή του ήταν η ταινία «THE SIMPSON MOVIE» της 20th Century Fox, της οποίας η πρώτη κινηµατογραφική προβολή είχε προγραµµατιστεί µεταξύ της τελευταίας και της εταιρίας µας την 30/8/
  11. Ενόψει του καθυστερηµένου αιτήµατός του, -µία µόλις εβδοµάδα πριν την πρώτη προβολή της- η εταιρία µας δεν κατέστη δυνατό να ικανοποιήσει το αίτηµα της προβολής της στο ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ ελλείψει διαθέσιµης κόπιας, διότι ο αριθµός των κοπιών της ταινίας που η εταιρία µας σύµφωνα µε τα σχετικά αιτήµατα των αιθουσαρχών είχε παραγγείλει και παραλάβει ήδη κατά την 24/8/2007 από την αλλοδαπή εταιρία 20th Century Fox είχε ήδη προγραµµατιστεί για αποστολή και προβολή στις κινηµατογραφικές αίθουσες ανά την Ελλάδα που είχαν έγκαιρα υποβάλει σχετικό αίτηµα».
  12. Όσον αφορά τον ισχυρισµό της καταγγέλλουσας ότι η άρνηση πώλησης της ODEON στην πράξη αφορά και την ελεγχόµενη από την ODEON εταιρία διανοµής Rosebud, η ODEON αναφέρει ότι η εταιρία ROSEBUD Α.Ε. (η οποία δεν διαθέτει δικές της κινηµατογραφικές αίθουσες), διαθέτει απόλυτη αυτονοµία τόσο ως προς την επιλογή των ταινιών, τα δικαιώµατα των οποίων διά συµβάσεων µε τους παραγωγούς αυτών αποκτά, όσο και ως προς την επιλογή των κινηµατογραφικών αιθουσών, στις οποίες επιθυµεί να προγραµµατίζει την προβολή τους. Σηµειώνει δε ότι λόγω της έµφασης στην «καλλιτεχνικότητα» των ταινιών που επιλέγει η Rosebud, η διανοµή τους δεν προγραµµατίζεται κατά κανόνα στους πολυκινηµατογράφους. 11 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ V. ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗ ΑΓΟΡΑΣ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ/ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ V.1 ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ/ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
  13. Η σχετική αγορά προϊόντων περιλαµβάνει το σύνολο των προϊόντων ή/και υπηρεσιών που θεωρούνται από τον καταναλωτή εναλλάξιµα ή δυνάµενα να υποκατασταθούν µεταξύ τους, λόγω των χαρακτηριστικών τους, των τιµών τους και της σκοπούµενης χρήσης τους. (α) Διανοµή κινηµατογραφικών ταινιών
  14. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά, καταρχήν, στη σχετική αγορά διανοµής κινηµατογραφικών ταινιών. Στην εν λόγω αγορά δραστηριοποιούνται εταιρίες διανοµής, οι οποίες βάσει συµβολαίων έχουν, συνήθως κατ’ αποκλειστικότητα και για το σύνολο µιας χώρας (εν προκειµένω της Ελλάδας), αποκτήσει το δικαίωµα διανοµής ταινιών προς τις εταιρίες εκµετάλλευσης αιθουσών. Το δικαίωµα αυτό το αποκτούν µε συµβάσεις αντιπροσώπευσης από τους παραγωγούς ταινιών, που στην πλειοψηφία τους είναι οι µεγάλες εταιρίες του Χόλιγουντ.
  15. Κατά κανόνα, οι εταιρίες διανοµής εισάγουν και οι κινηµατογραφικές αίθουσες προβάλλουν, όλα τα είδη κινηµατογραφικών ταινιών, κατά τη διάρκεια ενός έτους και δεν εξειδικεύονται σε κάποιο συγκεκριµένο εξ αυτών. Όπως αναφέρεται στις υπ’ αρ. 239 και 240/ΙΙΙ/2003 Αποφάσεις της Επιτροπής Ανταγωνισµού, «Με εξαίρεση ορισµένες ταινίες που θα µπορούσαν να θεωρηθούν “µοναδικές”, ήτοι τα ντοκιµαντέρ και οι µικρού µήκους ταινίες, οι περισσότερες ταινίες απλώς παρέχουν ενενήντα λεπτά ψυχαγωγίας και συνεπώς θα πρέπει να θεωρηθούν εναλλάξιµες τόσο από την πλευρά θεατών όσο και από την πλευρά των επιχειρήσεων εκµετάλλευσης κινηµατογραφικών αιθουσών. Ο µέσος θεατής συνήθως παρακολουθεί όλα τα είδη κινηµατογράφου και δεν προσανατολίζεται αποκλειστικά σε κωµωδίες, αστυνοµικά ή περιπέτειες ή ελληνικές ή ξένες ταινίες». Υπό αυτή την έννοια, η σχετική αγορά της διανοµής κινηµατογραφικών ταινιών µπορεί να θεωρηθεί ενιαία όσον αφορά στο είδος του περιεχοµένου τους.
  16. Από την άλλη πλευρά, µε γνώµονα το χρόνο διάθεσης των ταινιών, η σχετική αγορά µπορεί να διακριθεί σε δύο επιµέρους αγορές, εκείνη της διανοµής ταινιών πρώτης προβολής και εκείνη της διανοµής ταινιών δεύτερης προβολής, αντίστοιχα (τη διάκριση αυτή πραγµατοποιεί, άλλωστε και η καταγγελλόµενη στην από 22/08/07 επιστολή της προς την καταγγέλλουσα). Πρώτη προβολή θεωρείται, συνήθως, η προβολή της ταινίας κατά την ηµεροµηνία εξόδου της στους κινηµατογράφους, ενώ δεύτερη προβολή εκείνη που πραγµατοποιείται 3 εβδοµάδες και πλέον µετά την ηµεροµηνία εξόδου της ταινίας στους κινηµατογράφους, στην ίδια γεωγραφική αγορά. Είναι ευνόητο ότι οι συνθήκες ανταγωνισµού διαφοροποιούνται µεταξύ των δύο επιµέρους σχετικών αγορών, ιδιαίτερα µάλιστα όταν πρόκειται για διαφηµισµένες και αναµενόµενες από το κοινό εµπορικές ταινίες, για τις οποίες το µεγαλύτερο µέρος των εισιτηρίων προέρχεται από τις πρώτες ηµέρες προβολής 12 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ τους. Όπως, άλλωστε, υποστηρίζει και η καταγγελλόµενη στην από 22/08/07 επιστολή της προς την καταγγέλλουσα, στην επιµέρους αγορά της διανοµής ταινιών δεύτερης προβολής δεν παρατηρείται στενότητα σε κόπιες. Στο πλαίσιο της εξέτασης της παρούσας υπόθεσης, κρίνεται αναγκαία η στενότερη οριοθέτηση της ευρύτερης σχετικής αγοράς διανοµής κινηµατογραφικών ταινιών σε αυτή της σχετικής αγοράς διανοµής κινηµατογραφικών ταινιών πρώτης προβολής, δεδοµένου ιδίως ότι η οικονοµική βιωσιµότητα των πολυκινηµατογράφων εξαρτάται, σε µεγάλο βαθµό, από την προµήθεια ταινιών πρώτης προβολής. (β) Διαχείριση και εκµετάλλευση κινηµατογραφικών αιθουσών
  17. Στη σχετική αγορά διαχείρισης και εκµετάλλευσης κινηµατογραφικών αιθουσών δραστηριοποιούνται και τα δύο εµπλεκόµενα µέρη. Οι επιχειρήσεις του κλάδου προβάλλουν στις αίθουσές τους τις ταινίες που προµηθεύονται από τις εταιρίες διανοµής, η δε αµοιβή των τελευταίων κατά κανόνα συµφωνείται ως ποσοστό επί των εισπράξεων. Στην αγορά αυτή δραστηριοποιούνται οι επιχειρήσεις που κατέχουν µεµονωµένες αίθουσες, αλλά και επιχειρήσεις που κατέχουν πολυκινηµατογράφους µε περισσότερες αίθουσες (πολυκινηµατογράφοι ή multiplex). Τα multiplex λειτουργούν στη χώρα µας την τελευταία δεκαετία και έχουν ραγδαίο ρυθµό ανάπτυξης, µε αντίστοιχη συρρίκνωση της παρουσίας των µεµονωµένων αιθουσών.
  18. Ειδικότερα, σύµφωνα µε την ίδια την καταγγελλόµενη, τα σταθερά ποιοτικά κριτήρια επιλογής των κινηµατογραφικών αιθουσών αφορούν στην κατάσταση και την εικόνα που παρουσιάζουν στο κινηµατογραφόφιλο κοινό, έτσι ώστε να προτιµώνται οι αίθουσες που είναι καινούργιες ή έχουν πρόσφατα ανακαινισθεί και προσφέρουν τις καλύτερες συνθήκες προβολής για την πελατεία τους, δηλαδή άνεση, σύγχρονα µηχανήµατα προβολής και ήχου, δυνατότητες τηλεφωνικής κράτησης εισιτηρίων και υψηλό γενικό επίπεδο παροχής υπηρεσιών. Έµφαση δίδεται πλέον στους πολυκινηµατογράφους, οι οποίοι ως πολυσυλλεκτικά κέντρα ψυχαγωγίας αποφέρουν κατά κανόνα και το µεγαλύτερο µέρος των πραγµατοποιούµενων εισιτηρίων.
  19. Συναφώς, σύµφωνα πάντα µε την ίδια την καταγγελλόµενη ODEON, σηµαντικοί παράγοντες επιλογής κινηµατογραφικής αίθουσας είναι η θέση του κινηµατογράφου και η τυχόν γειτνίαση µε άλλους, η «φυσιογνωµία» που έχει δηµιουργήσει στο κοινό, ο χαρακτήρας του ως πολυσυλλεκτικού κέντρου ψυχαγωγίας, όπως είναι οι πολυκινηµατογράφοι (οι οποίοι, µάλιστα, συγκεντρώνουν αποκλειστικά την προτίµηση της νεολαίας, της µερίδας, δηλαδή, των θεατών µε το υψηλότερο ποσοστό επισκεψιµότητας των κινηµατογράφων), η ύπαρξη µακράς διάρκειας συνεργασίας µε κάποιον αιθουσάρχη και η δυνατότητα συνέχισης της προβολής για όσο το δυνατό µεγαλύτερο χρονικό διάστηµα της ταινίας. Λαµβάνονται, επίσης, υπόψη και άλλοι παράγοντες, όπου υπαγορεύονται από τον ανταγωνισµό, όπως η διαθεσιµότητα του επιλεγέντος κινηµατογράφου κατά το συγκεκριµένο χρονικό διάστηµα προγραµµατισµένου χρόνου προβολής κάποιας ταινίας, υπό την έννοια ότι 13 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ δεν θα έχει αυτός ανειληµµένες υποχρεώσεις ως προς την προβολή ταινιών άλλων εταιριών διανοµής.
  20. Σε γενικές γραµµές, οι πολυκινηµατογράφοι παρουσιάζουν, όπως προαναφέρθηκε, συγκεκριµένα χαρακτηριστικά που τους διαφοροποιούν σαφώς από τις περισσότερες µεµονωµένες αίθουσες, όπως η προσφορά µεγαλύτερης ποικιλίας στην επιλογή ταινίας, οι αριθµηµένες θέσεις, η δυνατότητα τηλεφωνικής κράτησης µε τη χρήση πιστωτικής κάρτας, οι σύγχρονοι χώροι, καθώς και η συστέγαση στον ίδιο πολυχώρο µε εστιατόρια, bar και άλλα καταστήµατα υπηρεσιών αναψυχής και διασκέδασης. Σε αυτούς τους λόγους οφείλεται, άλλωστε, και η επιτυχία τους σε σχέση µε τις µεµονωµένες αίθουσες.
  21. Με βάση τα ανωτέρω, στο πλαίσιο της εξέτασης της παρούσας υπόθεσης, κρίνεται ότι η διαχείριση και εκµετάλλευση πολυκινηµατογράφων µε περισσότερες κινηµατογραφικές αίθουσες συνιστά διακριτή σχετική αγορά. V.2 ΣΧΕΤΙΚΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ/ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
  22. Η σχετική γεωγραφική αγορά περιλαµβάνει την περιοχή όπου οι ενδιαφερόµενες επιχειρήσεις συµµετέχουν στην προµήθεια προϊόντων ή υπηρεσιών και οι όροι του ανταγωνισµού είναι επαρκώς οµοιογενείς και η οποία µπορεί να διακριθεί από γειτονικές κυρίως περιοχές, διότι στις εν λόγω περιοχές οι όροι του ανταγωνισµού διαφέρουν σηµαντικά.
  23. Στην υπό εξέταση υπόθεση, ως σχετική γεωγραφική αγορά, σύµφωνα και µε τις υπ’ αρ. 239 και 240/ΙΙΙ/2003 Αποφάσεις της Επιτροπής Ανταγωνισµού, στις οποίες ο ορισµός της σχετικής αγοράς πραγµατοποιήθηκε σε επίπεδο πόλης, θεωρείται η γεωγραφική αγορά του Ηρακλείου Κρήτης. Αυτό συµβαίνει διότι ο καταναλωτής (σε αυτήν την περίπτωση, ο θεατής – επισκέπτης του κινηµατογράφου) δεν µπορεί να θεωρηθεί ότι θα µετακινηθεί εκτός της πόλης, στην οποία διαµένει, προκειµένου να δει κάποια ταινία που τον ενδιαφέρει, δεδοµένου µάλιστα ότι οι κινηµατογράφοι του Ηρακλείου διαθέτουν το σύνολο των ταινιών των µεγάλων εταιριών διανοµής.
  24. Εν προκειµένω, στην ίδια εκτίµηση ως προς τον ορισµό τοπικών σχετικών αγορών συγκλίνουν, άλλωστε, τόσο η καταγγέλλουσα όσο και η καταγγελλόµενη
  25. V.3 ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ – ΜΕΡΙΔΙΑ ΑΓΟΡΑΣ
  26. Η καταγγελλόµενη εταιρία, ODEON Α.Ε., δραστηριοποιείται τόσο στην αγορά διανοµής κινηµατογραφικών ταινιών, όσο και στην αγορά διαχείρισης και εκµετάλλευσης κινηµατογραφικών αιθουσών. Η καταγγέλλουσα εταιρία, «ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ CINE TΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΑΕΕ», δραστηριοποιείται µόνο στην αγορά διαχείρισης και εκµετάλλευσης κινηµατογραφικών αιθουσών. 4 Βλ. ενδεικτικά Πρακτικά 5-4-2012, σελ. 11 (κατάθεση […]: «…Προσέξτε όµως αυτό που είναι κρίσιµο, είναι ότι η κάθε αγορά δηλαδή η Θεσ/νίκη σε σχέση µε τη Λάρισα, η Λάρισα σε σχέση µε την Αθήνα, η Αθήνα σε σχέση µε το Ηράκλειο, είναι άλλη αγορά.», καθώς και Πρακτικά 5-4-2012, σελ. 21 (κατάθεση […]: «…Δηλαδή, µια ταινία που δεν έχει παιχτεί ποτέ στην Κρήτη, όταν φτάνει στην Κρήτη µπορείς να την πεις πρώτης προβολής … Για την τοπική αγορά είναι πρώτης προβολής…». 14 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  27. Κατά συνέπεια, η εταιρία ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ αποτελεί (δυνητικό) πελάτη της ODEON στην αγορά διανοµής κινηµατογραφικών ταινιών και ανταγωνιστή της στην αγορά διαχείρισης και εκµετάλλευσης κινηµατογραφικών αιθουσών. Δεδοµένου ότι η καταγγελλόµενη συµπεριφορά αφορά στην πελατειακή σχέση της καταγγέλλουσας µε την ODEON, στο πλαίσιο της πρώτης αγοράς, η ανάλυση πρόκειται να επικεντρωθεί σε αυτήν. Ωστόσο, για λόγους πληρότητας, παρατίθενται κατωτέρω και ορισµένα στοιχεία σχετικά µε την ισχύ της καταγγελλόµενης στη δεύτερη αγορά. (α) Διανοµή κινηµατογραφικών ταινιών
  28. Ελλείψει αξιόπιστων, δηµοσιευµένων και ευρέως παραδεκτών στοιχείων που να προσδιορίζουν τα µερίδια αγοράς των δραστηριοποιούµενων στον κλάδο εταιριών, η έρευνα της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισµού βασίσθηκε κυρίως στις απαντήσεις των ίδιων των εταιριών. Κατά τους ισχυρισµούς της καταγγέλλουσας, στην Ελλάδα, οι τέσσερις σηµαντικότερες εταιρίες διανοµής από απόψεως εισπράξεων και αριθµού εισιτηρίων είναι η ODEON, η Village Roadshow (µέσω των θυγατρικών της Warner Roadshow Α.Ε. και της Village Roadshow Διανοµείς Ταινιών ΕΠΕ), η Audiovisual (Επιχειρήσεις Ήχου και Εικόνας ΑΕ) και η UIP ΕΠΕ. Οι τέσσερις αυτές εταιρίες συνθέτουν ένα ολιγοπώλιο στην αγορά διανοµής, κατέχοντας µερίδιο που σταθερά υπερβαίνει το 80%. Οι εν λόγω εταιρίες µάλιστα αντιπροσωπεύουν σχεδόν το σύνολο των µεγάλων εταιριών του Χόλιγουντ, έχοντας έτσι αποκλειστική πρόσβαση στη διάθεση των κατά κανόνα πλέον εµπορικών ταινιών.
  29. Σύµφωνα µε την ODEON, οι κυριότεροι ανταγωνιστές της στη σχετική αγορά διανοµής κινηµατογραφικών ταινιών, είναι πρωτίστως οι εταιρίες VILLAGE ROADSHOW, AUDIOVISUAL, U.I.P. και δευτερευόντως οι εταιρίες ΣΠΕΝΤΖΟΣ, PLAYTIME και PCV. Όπως εκτιµάται από την ίδια την καταγγελλόµενη, τα µεγαλύτερα µερίδια αγοράς διαθέτουν η VILLAGE ROADSHOW και η AUDIOVISUAL (ιδίως µετά την εξαγορά εκ µέρους της τελευταίας της εταιρίας «ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ»), ενώ το µερίδιό της στη σχετική αγορά διανοµής κινηµατογραφικών ταινιών κυµάνθηκε πανελλαδικά, […]. Σύµφωνα µε τον µάρτυρα της ODEON κ. […],[…] της εταιρίας ODEON, το µερίδιο αγοράς της εταιρίας στην περιφέρεια, αλλά και στο Ηράκλειο Κρήτης, χωρίς ο ίδιος να έχει τα ακριβή στοιχεία, είναι περίπου […] (βλ. 1390η συνεδρίαση της Επιτροπής Ανταγωνισµού, Πρακτικά της 06-11-2008, σελ. 5, κατάθεση […]). Ειδικότερα, ως προς τη γεωγραφική αγορά του Ηρακλείου Κρήτης, η ODEON εκτιµά ότι το µερίδιο αγοράς της είναι σηµαντικά µικρότερο εξαιτίας του ότι οι ταινίες – όπως γενικότερα σε όλη την επαρχία – σηµειώνουν σταθερά µειωµένο αριθµό εισιτηρίων σε σχέση µε την Αθήνα.
  30. Με βάση τα στοιχεία που γνωστοποίησε στην Υπηρεσία η U.I.P., το µερίδιο αγοράς της κυµαίνεται γύρω στο […] ετησίως και ποικίλλει σηµαντικά ανάλογα µε το προϊόν κάθε χρονιά. Αντίστοιχα, το µερίδιο αγοράς των άλλων τριών κυριότερων ανταγωνιστών της (ήτοι των εταιριών VILLAGE, AUDIO VISUAL και ODEON) εκτιµά ότι κυµαίνεται περίπου στο 25% για τον καθένα. Ειδικότερα, τα µερίδια 15 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ αγοράς της στη γεωγραφική περιοχή του Ηρακλείου Κρήτης, κατά την εκτίµηση της U.I.P., είναι αντίστοιχα µε τα µερίδιά της στο σύνολο της Ελλάδας.
  31. Αντίστοιχα, σύµφωνα µε τις απαντήσεις της VILLAGE, τα µερίδια αγοράς της διαµορφώθηκαν πανελλαδικά κατά προσέγγιση ως εξής: […]. Συγκεκριµένα, για την περιοχή του Ηρακλείου Κρήτης, η VILLAGE υπολογίζει ότι τα αντίστοιχα µερίδιά της είχαν ως εξής: […]. Όπως η ίδια τονίζει, τα εν λόγω µερίδια είναι ενδεικτικά και δεν υπάρχει σίγουρος και αξιόπιστος τρόπος για τη µέτρησή τους, καθώς συχνά, για εµπορικούς λόγους, οι εταιρίες διανοµής πιθανόν να υπερβάλλουν για τις πωλήσεις και τα ποσοστά τους, ενώ δεν παρέχουν όλοι οι κινηµατογράφοι στοιχεία εισιτηρίων, ούτε είναι όλοι ειλικρινείς για τις πραγµατοποιούµενες από αυτούς πωλήσεις εισιτηρίων. Για το λόγο αυτό, η εταιρία δεν µπορεί να εκτιµήσει τα µερίδια των ανταγωνιστών της στην Ελλάδα και στη σχετική αγορά του Ηρακλείου Κρήτης.
  32. Τέλος, η Audio Visual, δεν προσκόµισε στοιχεία σχετικά µε τα µερίδια αγοράς της ίδιας και των ανταγωνιστών της, καθόσον θεωρεί ότι δεν είναι σαφές ποιο µέγεθος πρέπει να χρησιµοποιείται για τον προσδιορισµό των µεριδίων αγοράς και ειδικότερα αν αυτό θα πρέπει να είναι: α) ο αριθµός των εισιτηρίων, β) ο κύκλος εργασιών, γ) ο αριθµός των προβαλλόµενων ταινιών, δ) ταινίες που προβάλλονται σε πρώτη προβολή ή παλαιότερες ταινίες σε επανάληψη. Σε κάθε περίπτωση, υποστηρίζει ότι η κινηµατογραφική αγορά παρουσιάζει ιδιοµορφίες και η όποια προσπάθεια προσδιορισµού µεριδίων αγοράς θα κατέληγε σε επισφαλή αποτελέσµατα. Αυτό συµβαίνει, κυρίως, για το λόγο ότι τα εκάστοτε µερίδια αγοράς είναι ρευστά, καθώς τελούν σε άµεση συνάρτηση και µε την εµπορικότητα των ταινιών που προβάλλονται κάθε φορά. (β) Διαχείριση και εκµετάλλευση κινηµατογραφικών αιθουσών
  33. Στην εν λόγω αγορά δραστηριοποιούνται, καταρχήν, εταιρίες που ανήκουν στους Οµίλους των τριών µεγαλύτερων εταιριών διανοµής (ODEON, Village Roadshow και Audiovisual). Η Village Roadshow κατέχει τους πολυκινηµατογράφους Village, η εταιρία Audio Visual συµµετέχει στην εταιρία STER CINEMAS Α.Ε., στην οποία ανήκουν οι πολυκινηµατογράφοι Ster Cinemas, και η εταιρία ODEON CINEPLEX, µέλος του Οµίλου της ODEON, κατέχει τους πολυκινηµατογράφους ODEON, όλες τους µε παρουσία στην Αθήνα και την υπόλοιπη Ελλάδα
  34. Οι ανωτέρω τρεις εταιρίες είναι οι µόνες που εκµεταλλεύονται µεγάλο αριθµό αιθουσών και πολυκινηµατογράφων
  35. 5 Η ODEON έχει συµβάσεις εκµετάλλευσης µε µεµονωµένες κινηµατογραφικές αίθουσες. Σύµφωνα µε την ODEON, οι κυριότεροι ανταγωνιστές της στην αγορά διαχείρισης και εκµετάλλευσης κινηµατογραφικών αιθουσών, αν θεωρηθεί ως κριτήριο ο αριθµός των κινηµατογραφικών αιθουσών, είναι η εταιρία VILLAGE ROADSHOW (η οποία κατείχε κατά το χρόνο υποβολής της καταγγελίας 6 πολυκινηµατογράφους πανελλαδικά, µε 63, συνολικά, κινηµατογραφικές αίθουσες) και η εταιρία AUDIOVISUAL (η οποία κατείχε κατά το χρόνο υποβολής της καταγγελίας 6 πολυκινηµατογράφους πανελλαδικά, µε 53, συνολικά, κινηµατογραφικές αίθουσες). Η εταιρία ODEON CINEPLEX κατείχε κατά το χρόνο υποβολής της καταγγελίας επίσης 6 πολυκινηµατογράφους πανελλαδικά, µε 45, συνολικά, κινηµατογραφικές αίθουσες. 6 16 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  36. Πέραν αυτών, στη συγκεκριµένη αγορά δραστηριοποιούνται πολλές µικρές επιχειρήσεις, οι οποίες διαχειρίζονται µεµονωµένες ή µικρό αριθµό κινηµατογραφικών αιθουσών.
  37. Οι κινηµατογραφικές αίθουσες µε τις οποίες η ODEON έχει συµβάσεις εκµετάλλευσης φέρουν την κοινή ονοµασία «ODEON» και διακρίνονται σε δύο βασικές κατηγορίες. Στην πρώτη περιλαµβάνονται εκείνοι οι κινηµατογράφοι που έχουν εκµισθωθεί από τους ιδιοκτήτες τους στην ODEON, ενώ στη δεύτερη περιλαµβάνονται οι κινηµατογράφοι τους οποίους λειτουργούν οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες τους, […].
  38. Όσον αφορά το µερίδιο αγοράς της ODEON στην εν λόγω σχετική αγορά πανελλαδικά, όπως υποστηρίζει η ίδια η εταιρία, αυτό δεν υπερβαίνει το […], καθόσον δεν εκµεταλλεύεται πολυκινηµατογράφους
  39. Ωστόσο, δεδοµένου ότι η εταιρία ODEON CINEPLEX αποτελεί µέρος του Οµίλου ODEON, προκειµένου να εξακριβωθεί η ισχύς της ODEON στην εν λόγω αγορά, κρίνεται ορθότερο να ληφθούν υπόψη και τα στοιχεία που αφορούν στην ODEON CINEPLEX.
  40. Ο µοναδικός οµοειδής ανταγωνιστής του πολυκινηµατογράφου ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ στην αγορά του Ηρακλείου είναι ο πολυκινηµατογράφος ODEON TALOS, […], η οποία ανήκει στον Όµιλο της ODEON. Τα ODEON TALOS διαθέτουν τη δυνατότητα πρόσβασης στο σύνολο της ταινιοθήκης των µεγάλων διανοµέων, σε αντίθεση µε το ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ που δεν µπορεί να έχει τις ταινίες της ODEON (ούτε και της Rosebud). Για παράδειγµα, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του προγράµµατος των κινηµατογραφικών αιθουσών στην περιοχή του Ηρακλείου Κρήτης κατά τις περιόδους Σεπτεµβρίου, Οκτωβρίου, Δεκεµβρίου 2007 και Μαίου 2008, ο βαθµός διανοµής των ταινιών της ODEON στις οµοειδείς επιχειρήσεις στη σχετική γεωγραφική αγορά του Ηρακλείου (δηλ. τα ODEON TALOS) είναι 100%, για το σύνολο των χρονικών περιόδων που εξετάστηκαν, ενώ καµία κόπια από τις ταινίες της ODEON δεν είχε δοθεί στον πολυκινηµατογράφο ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ. Επιπρόσθετα, σύµφωνα µε το ανωτέρω πρόγραµµα των κινηµατογραφικών αιθουσών, ο πολυκινηµατογράφος ODEON TALOS διαθέτει ταινίες και των τεσσάρων µεγάλων εταιριών διανοµής, ήτοι των ODEON (συµπεριλαµβανοµένης και της Rosebud), Village, U.I.P. και Audio Visual, ενώ το ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ διαθέτει ταινίες µόνο από τις εταιρίες Village, U.I.P. και Audio Visual.
  41. Σε ερώτηση που υπεβλήθη κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής Ανταγωνισµού της 06-11-2008 στο […] της ODEON αν υπάρχει και άλλος πολυκινηµατογράφος στην Ελλάδα, τον οποίο η ODEON δεν προµηθεύει µε ταινίες, απάντησε ότι υπάρχει τέτοιος πολυκινηµατογράφος στη Ρόδο8,
  42. 7 Σύµφωνα µε τα γνωστοποιηθέντα στοιχεία η ODEON δεν εκµεταλλεύεται πολυκινηµατογράφους, παρά µόνο κινηµατογράφους. 8 1390η συνεδρίαση της Επιτροπής Ανταγωνισµού, Πρακτικά της 06-11-2008, σελ. 11, κατάθεση […]. Ωστόσο, η περίπτωση του Ηρακλείου διακρίνεται από την αντίστοιχη της Ρόδου, όπου δύο 17 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  43. Με βάση τα στοιχεία του φακέλου, στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας, οι τέσσερις µεγάλες εταιρίες διανοµής (συµπεριλαµβανοµένης και της U.I.P. που δεν έχει δικές της αίθουσες) προµηθεύουν τις ταινίες τους, ως γενική πρακτική, σε όλους τους πολυκινηµατογράφους, ανεξαρτήτως ιδιοκτησιακού καθεστώτος τους (δηλαδή κάθε εταιρία διανοµής διανέµει τις ταινίες της και σε πολυκινηµατογράφους που ανήκουν στον όµιλο άλλων εταιριών διανοµής), µε την εξαίρεση µεµονωµένων περιπτώσεων. Κάτι τέτοιο είναι, άλλωστε, εµπορικά ορθολογικότερο, αποτελεσµατικότερο και οικονοµικά πιο συµφέρον. Πιο συγκεκριµένα, µε βάση τις απαντήσεις της VILLAGE, U.I.P. και Audio Visual αναφορικά µε τη διανοµή κινηµατογραφικών ταινιών σε πολυκινηµατογράφους και µεµονωµένους κινηµατογράφους, προκύπτουν τα εξής10: • Σύµφωνα µε τη VILLAGE: «Αποτελεί συνήθη πρακτική οι λεγόµενες blockbuster ταινίες να βγαίνουν σε πολλά αντίτυπα κοπιών και κατ’ επέκταση σε πολλές περιοχές της Ελλάδος, οπότε σε αυτή την περίπτωση να προµηθεύονται όλοι οι πολυκινηµατογράφοι κόπιες. Για τις λοιπές ταινίες, απαραίτητη προϋπόθεση, ακόµα και στην περίπτωση των πολυκινηµατογράφων, είναι η εφαρµογή ορισµένων κριτηρίων και η απόφαση παροχής κόπιας από την εταιρία λαµβάνεται αναλόγως του συνολικού αριθµού κοπιών, του προφίλ και της κατηγορίας κοινού στο οποίο απευθύνεται η ταινία». Επιπλέον, σύµφωνα µε τη VILLAGE, οι αίθουσες που κατέχει στην Αθήνα αλλά και την υπόλοιπη Ελλάδα προµηθεύονται ταινίες και από τις τρεις εταιρίες διανοµής. • Η U.I.P. σηµειώνει ότι: «Πρόκειται µόνο για εκτίµηση, ότι η πλειονότητα των εµπορικών ταινιών προβάλλεται στην πλειονότητα των πολυκινηµατογράφων (οποιασδήποτε ιδιοκτησίας). Οι περισσότερες εµπορικές και πάλι ταινίες τείνουν να βγαίνουν ταυτόχρονα τουλάχιστον στις εµπορικότερες πόλεις της Ελλάδας. Ως “εµπορικές ταινίες” εννοούµε εκείνες που ο διανοµέας έχει προσδοκίες πολλών εισιτηρίων και τις βγάζει µε πολλές κόπιες και ως εµπορικότερες πόλεις αυτές που κάνουν σηµαντικό αριθµό εισιτηρίων». • Η Audio Visual αναφέρει ότι: «Από την εµπειρία µας προκύπτει ότι η εφαρµογή των ως άνω κριτηρίων δεν σχετίζεται µε το ιδιοκτησιακό καθεστώς του κινηµατογράφου, αλλά µε τον ίδιο τον κινηµατογράφο και κατά πόσο αυτός πληροί ή όχι τα ως άνω αντικειµενικά κριτήρια στη συγκεκριµένη γεωγραφική αγορά. Είναι φυσικό ταινίες µιας εταιρίας διανοµής να προβάλλονται σε όλους τους κινηµατογράφους, ανεξάρτητα αν αυτές ανήκουν ή τις εκµεταλλεύονται άλλες εταιρίες διανοµής. Άλλωστε, σήµερα, µε την λειτουργία των πολυκινηµατογράφων (multiplex), οι ταινίες µιας εταιρίας διανοµής δεν θα επαρκούσαν ποτέ να πολυκινηµατογράφοι ανταγωνίζονται µε ταινίες που προµηθεύονται από κοινές εταιρείες διανοµής, αλλά και από µία αποκλειστική συνεργασία η κάθε µία: βλ. και Πρακτικά 5-4-2012, σελ. 23, 47 και
  44. 9 Σηµειώνεται ότι στη Ρόδο λειτουργεί επίσης, ο πολυκινηµατογράφος Metropol Odeon Multi-Cinema, γεγονός που επιβεβαιώνεται και στο Υπόµνηµα της Τεχνόπολις. 10 Βλ. απαντήσεις στα υπ’ αριθµ. πρωτ. 426, 427 και 428/24.1.2008 ερωτηµατολόγια της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισµού. 18 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ καλύψουν τις ανάγκες ενός τέτοιου πολυκινηµατογράφου». Σύµφωνα µε την Audio Visual, η ίδια δεν δραστηριοποιείται στο χώρο της εκµετάλλευσης κινηµατογραφικών αιθουσών και δεν κατέχει κινηµατογραφικές αίθουσες, συµµετέχει µόνο στην εταιρία ΣΤΕΡ ΣΙΝΕΜΑΣ Α.Ε., η οποία έχει ως αντικείµενο την εκµετάλλευση κινηµατογραφικών αιθουσών, ενώ εξ όσων έχουν τεθεί υπόψη της, η ως άνω εταιρία προµηθεύεται ταινίες από όλες τις εταιρίες διανοµής. • Επιπρόσθετα, η ODEON, ειδικά για το ανωτέρω θέµα, αναφέρει τα εξής: «Θα µπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι τρεις µεγαλύτερες εταιρίες διανοµής επιθυµούν να προβάλλονται οι ταινίες τους σε όλους τους πολυκινηµατογράφους, υπό την προϋπόθεση ότι η στρατηγική της βέλτιστης εµπορικής εκµετάλλευσης της εκάστοτε ταινίας θα επέτρεπε τη διαθεσιµότητα ισάριθµων µε τις αίθουσες των πολυκινηµατογράφων κοπιών και θα ικανοποιούσε ταυτόχρονα την sine qua non προϋπόθεση της κατά το µέγιστο δυνατό βαθµό ‘διασποράς’ της ταινίας σε κινηµατογραφικές περιοχές, δεδοµένου ότι µε αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται η επίτευξη µεγαλύτερου αριθµού πραγµατοποιούµενων κινηµατογραφικών εισιτηρίων. Εφαρµόζοντας αδιακρίτως την εµπορική στρατηγική της, η εταιρία µας κατά καιρούς ήρθε σε σφοδρή αντιδικία µε αιθουσάρχες µονών κινηµατογράφων αλλά και µε την ανταγωνίστρια της εταιρία […], επειδή δεν ικανοποίησε αιτήµατά τους σχετικά µε τη διάθεση κοπιών ταινιών της στις αίθουσές τους».
  45. Με βάση τα στοιχεία από την έρευνα που διενήργησε η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισµού, τα οποία και δεν αναιρέθηκαν από την ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισµού διαδικασία, οι αιθουσάρχες ακολουθούν, ως επί το πλείστον, την προφορική διαδικασία υποβολής αιτήµατος προβολής ταινιών στις εταιρίες διανοµής κινηµατογραφικών ταινιών. Η ακριβής διαδικασία και ο απαιτούµενος χρόνος υποβολής του αιτήµατος ποικίλλει, ανάλογα µε την εταιρία διανοµής. Ειδικότερα, ανά εταιρία διανοµής: • Η εταιρία ODEON […]. Όσον αφορά την αµοιβή της ως κινηµατογραφικού διανοµέα, αυτή είναι κατά βάση ποσοστιαία, κυµαινόµενη µεταξύ […] επί των εσόδων από τα εισιτήρια. • Η Village […]. Οι κόπιες των ταινιών αποστέλλονται µε δελτίο αποστολής κάθε εβδοµάδα, σε κάθε αιθουσάρχη που θα προβάλει την εκάστοτε ταινία. Ορισµένες φορές υπάρχει και έγγραφη επικοινωνία µεταξύ των υπαλλήλων της εταιρίας και των αιθουσαρχών. Η τελική επιβεβαίωση των ταινιών που θα προβάλουν οι επιλεχθέντες κινηµατογράφοι, κατόπιν αιτήσεώς τους, γίνεται […] ηµέρες πριν την προγραµµατισµένη προβολή, εκτός εάν εξαιτίας συγκεκριµένων ιδιαιτεροτήτων της ταινίας και τυχόν ανάγκες επαρκούς διαφήµισης της ταινίας σε διαφηµιστικά µέσα (τηλεόραση, ραδιόφωνο, αφίσες, περιοδικά, εφηµερίδες κλπ.), χρειάζεται προγενέστερη επιβεβαίωση, ώστε να υπάρχει ικανός χρόνος για διαφήµιση και προώθηση της ταινίας από τον αιθουσάρχη. 19 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ • Η U.I.P. αναφέρει στην απάντησή της ότι, […].
  46. Όσον αφορά στο Ηράκλειο Κρήτης, η ODEON συνεργαζόταν από το έτος 1992 µέχρι το έτος 2007 µε τον κινηµατογράφο ΑΣΤΟΡΙΑ11, ενώ από τον Ιούλιο του έτους 2007 αποκλειστικά µε τον πολυκινηµατογράφο ODEON TALOS
  47. Ειδικότερα:
  48. Σύµφωνα µε τον κατάλογο των ταινιών, τις οποίες διένειµε η ODEON στην περιοχή του Ηρακλείου Κρήτης13, κατά την τριετία που προηγήθηκε της καταγγελίας, προκύπτει ότι κατά το έτος 2005 συνεργαζόταν µε τον κινηµατογράφο ODEON ΑΣΤΟΡΙΑ, κατά το έτος 2006 συνεργαζόταν µε τους κινηµατογράφους ODEON ΑΣΤΟΡΙΑ και ΚΡΟΝΟΣ και κατά το έτος 2007 (από 1.01.07 έως 9.08.07) συνεργαζόταν µε τους κινηµατογράφους ODEON ΑΣΤΟΡΙΑ, ODEON TALOS, ΚΡΟΝΟΣ και ΠΑΛΛΑΣ. Σηµειώνεται δε ότι όλες οι προβληθείσες ταινίες στους κινηµατογράφους ΑΣΤΟΡΙΑ και ODEON TALOS ήταν πρώτης προβολής και όλες οι προβληθείσες ταινίες στους κινηµατογράφους ΚΡΟΝΟΣ και ΠΑΛΛΑΣ δεύτερης προβολής. Ωστόσο, από τον Ιούλιο του 2007 (ηµεροµηνία έναρξης λειτουργίας του πολυκινηµατογράφου ODEON TALOS στην περιοχή του Ηρακλείου Κρήτης), η ODEON συνεργάζεται µόνο µε το συγκεκριµένο πολυκινηµατογράφο, ενώ δεν διαθέτει πλέον ταινίες σε κανέναν από τους ανωτέρω κινηµατογράφους.
  49. Επίσης, σύµφωνα µε τον κατάλογο των ταινιών που διένειµε η U.I.P. στο Ηράκλειο Κρήτης, κατά την τριετία που προηγήθηκε της καταγγελίας, προκύπτει ότι κατά τα έτη 2005 και 2006 συνεργαζόταν κυρίως µε τον κινηµατογράφο ΚΡΟΝΟΣ, ενώ κατά το έτος 2007 συνεργαζόταν και µε τους πολυκινηµατογράφους ODEON TALOS και ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ, προµηθεύοντάς τους µε κόπιες την ίδια εβδοµάδα προβολής.
  50. Αντίστοιχα, σύµφωνα µε τον κατάλογο των ταινιών που διένειµε η VILLAGE στο Ηράκλειο Κρήτης, κατά την τριετία που προηγήθηκε της καταγγελίας, προκύπτει ότι κατά τα έτη 2005 και 2006 συνεργαζόταν κυρίως µε τον κινηµατογράφο ΚΡΟΝΟΣ, ενώ κατά το έτος 2007 συνεργαζόταν και µε τους πολυκινηµατογράφους ODEON TALOS και ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ, προµηθεύοντάς τους µε κόπιες την ίδια εβδοµάδα προβολής.
  51. Οµοίως, η AUDIO VISUAL, µε βάση τον κατάλογο των ταινιών που διένειµε στο Ηράκλειο Κρήτης, κατά την τριετία που προηγήθηκε της καταγγελίας, προκύπτει ότι κατά τα έτη 2005 και 2006 συνεργαζόταν µε τους κινηµατογράφους ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ, Βιτσέντζος Κορνάρος και Studio, ενώ κατά το έτος 2007 συνεργαζόταν και µε τον πολυκινηµατογράφο ODEON TALOS και τους προµήθευε µε ταινίες της από την πρώτη ηµέρα προβολής τους. Αξίζει να σηµειωθεί ότι, ακόµη 11 […]. 12 […]. Σηµειώνεται ότι, στην περιοχή του Ηρακλείου Κρήτης, λειτουργούν, εκτός από τον πολυκινηµατογράφο ODEON TALOS, ([…]) και τον πολυκινηµατογράφο ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ, την κινηµατογραφική αίθουσα Cine Studio και το κινηµατοθέατρο Βιτσέντζος Κορνάρος (τα οποία ανήκουν στον καταγγέλλοντα) άλλοι τρεις κινηµατογράφοι, ήτοι οι: ΑΣΤΟΡΙΑ, ΚΡΟΝΟΣ και ΠΑΛΛΑΣ (θερινός κινηµατογράφος). 13 20 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ και όταν άνοιξε ο πολυκινηµατογράφος ODEON TALOS, η Audio Visual διέθετε κόπιες της στους ανωτέρω κινηµατογράφους, την ίδια εβδοµάδα.
  52. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, από τις τέσσερις µεγάλες εταιρίες διανοµής, όλες διέθεταν τις ταινίες τους και στους δύο πολυκινηµατογράφους στην περιοχή του Ηρακλείου Κρήτης και µάλιστα ορισµένες ταινίες κατά την ηµεροµηνία πρώτης προβολής τους, µε εξαίρεση την ODEON, η οποία, συνεργάζεται µόνο µε τον ODEON TALOS. VI. ΝΟΜΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ VI.1 Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 2 και 2α ν. 703/77 ως ίσχυαν
  53. Σύµφωνα µε το άρθρο 2 του νόµου 703/1977, «Απαγορεύεται η υπό µιας ή περισσοτέρων επιχειρήσεων καταχρηστική εκµετάλλευσις της δεσποζούσης θέσεως αυτών επί του συνόλου ή µέρους της αγοράς της χώρας. Η καταχρηστική αύτη εκµετάλλευσις δύναται να συνίσταται ιδία: α) εις τον άµεσον ή έµµεσον εξαναγκασµόν προς καθορισµόν είτε των τιµών αγοράς ή πωλήσεως είτε άλλων µη ευλόγων όρων συναλλαγής, β) εις τον περιορισµόν της παραγωγής, της καταναλώσεως ή της τεχνολογικής αναπτύξεως, επί ζηµία των καταναλωτών, γ) εις την εφαρµογήν ανίσων όρων δι’ ισοδυνάµους παροχάς, ιδία εις την αδικαιολόγητον άρνησιν πωλήσεων, αγορών ή άλλων συναλλαγών, κατά τρόπον ώστε επιχειρήσεις τινές να τίθενται εις µειονεκτικήν εν τω ανταγωνισµώ θέσιν, δ) εις την εξάρτησιν της συνάψεως συµβάσεων εκ της παρά των αντισυµβαλλοµένων αποδοχής προσθέτων παροχών, ή συνάψεως προσθέτων συµβάσεων αι οποίαι, κατά την φύσιν των ή συµφώνως προς τας εµπορικάς συνηθείας, δεν συνδέονται µετά του αντικειµένου των συµβάσεων τούτων».
  54. Σύµφωνα µε το άρθρο 2α του νόµου 703/1977, ως ίσχυε προ της καταργήσεώς του, «Με την επιφύλαξη της εφαρµογής των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 703/1977 και του άρθρου 81 της ΣυνθΕΚ, απαγορεύεται η καταχρηστική εκµετάλλευση, από µία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονοµικής εξάρτησης στην οποία βρίσκεται προς αυτήν ή αυτές µία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προµηθευτή, ακόµη και ως προς ένα ορισµένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναµη εναλλακτική λύση. Η καταχρηστική αυτή εκµετάλλευση της σχέσης οικονοµικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρµογή διακριτικής µεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή µακροχρόνιων εµπορικών σχέσεων».
  55. Τα άρθρα 2 και 2α του ν. 703/1977 καταλαµβάνουν µόνο συµπεριφορές επιχειρήσεων. Επιχείρηση είναι κάθε φορέας που ασκεί οικονοµική δραστηριότητα ανεξάρτητα από το νοµικό καθεστώς του και από τον τρόπο χρηµατοδότησής του. Ως οικονοµική δραστηριότητα νοείται κάθε δραστηριότητα προσφοράς αγαθών ή υπηρεσιών σε δεδοµένη αγορά. Η ύπαρξη επιχείρησης προϋποθέτει αυτονοµία 21 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ οικονοµικής δράσης και συνακόλουθα πλήρη ανάληψη των οικονοµικών κινδύνων που συνεπάγεται η εκάστοτε οικονοµική δραστηριότητα
  56. Ως οικονοµική δραστηριότητα νοείται κάθε δραστηριότητα προσφοράς αγαθών ή υπηρεσιών σε δεδοµένη αγορά
  57. Το ΔΕΚ, ορίζοντας θετικά την έννοια της οικονοµικής δραστηριότητας, περιέλαβε κάθε δραστηριότητα που µπορεί να αναληφθεί στον ιδιωτικό τοµέα ή εκείνη που βρίσκεται τουλάχιστον σε ανταγωνιστική σχέση µε παρόµοια δραστηριότητα που ασκείται από ιδιωτικές επιχειρήσεις.
  58. Εποµένως, κριτήρια χαρακτηρισµού µίας οντότητας ως επιχείρησης συνιστούν (α) η ύπαρξη οικονοµικής δραστηριότητας και (β) η αυτονοµία της οικονοµικής δράσης.
  59. Εν προκειµένω, τόσο η καταγγέλλουσα όσο και η καταγγελλόµενη ασκούν αυτοτελώς την οικονοµική δραστηριότητα της διανοµής κινηµατογραφικών ταινιών και εκµετάλλευσης κινηµατογραφικών αιθουσών και, συνεπώς, συνιστούν επιχειρήσεις κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων. VI.2 Η ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΔΕΣΠΟΖΟΥΣΑΣ ΘΕΣΗΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 2 ν. 703/77
  60. Κατά την έννοια του άρθρων 2 ν. 703/77, µία επιχείρηση θεωρείται ότι έχει δεσπόζουσα θέση όταν κατέχει θέση οικονοµικής ισχύος που της παρέχει τη δυνατότητα να εµποδίσει τη διατήρηση αποτελεσµατικού ανταγωνισµού επί της σχετικής αγοράς, και της επιτρέπει να συµπεριφέρεται σε σηµαντικό βαθµό ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές της και τους πελάτες της και, εν τέλει, από τους καταναλωτές
  61. Για την κατάφαση της ύπαρξης δεσπόζουσας θέσης, µε την έννοια που παρατίθεται παραπάνω, εξετάζεται ιδίως το µέγεθος της επιχείρησης και συγκεκριµένα το µερίδιο αγοράς που κατέχει η επιχείρηση. Εξάλλου, κατά πάγια εθνική και ενωσιακή νοµολογία, παρόλο που η σηµασία των µεριδίων αγοράς µπορεί να διαφέρει από µία αγορά σε άλλη, θα µπορούσε βάσιµα να θεωρηθεί ότι τα πολύ υψηλά µερίδια αγοράς αποτελούν από µόνα τους, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, απόδειξη της ύπαρξης δεσπόζουσας θέσης
  62. Συνεπώς,θα πρέπει να διακριβωθεί, εν προκειµένω, εάν η 14 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ, αποφάσεις ΔΕΚ C-55/96, Job Centre coop.arl, σκ.21, και C-180-184/98, Pavlov κλπ, σκ. 74, καθώς και ΕπΑντ 317/V/2006, Περίανδρος, § VII.Β.α (επικυρωµένη από ΔιοικΕφΑθ 4291/2007), όπου παραποµπές σε ΔΕΚ, αποφάσεις της 23-4-1991, Höfner και Elser, υπόθ. C-41/90· της 21-9-1999, Albany International, υπόθ. C-67/96, και της 18-6-1998, Επιτροπή κατά Ιταλίας, υπόθ. C-35/
  63. 15 Βλ. ενδεικτικά Αποφάσεις ΔΕΚ C-118/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκ. 7, και ΔΕΚ C-35/96, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκ. 36, ΔΕφΑθ 1682/2009, σκ. 27, καθώς και E.A. 430/V/2009, σελ. 6, και Ε.Α. 317/V/2006, σελ.
  64. Βλ. επίσης ΕπΑντ 336/V/2007, Νεκροταφείο Δήµου Ηλιούπολης, σκέψη 13, όπου παραποµπή σε ΔΕΚ, απόφαση της 16-11-1995, Federation Française des Sociétés d’Assurance, υπόθ. C-244/94, σκέψεις 17 και 21 16 βλ. ενδεικτικά αποφάσεις ΔΕΕ 27/76 United Brands κατά Επιτροπής Συλλ. 1978 σελ. 207, σκ. 65, ΔΕΕ 85/76 Hoffmann-La Roche κατά Επιτροπής Συλλ. 1979 σελ. 461, σκ. 38-39 και ΔΕΕ 322/81 Michelin κατά Επιτροπής (Michelin I) Συλλ. 1983, σελ. 3461, σκ.
  65. 17 Βλ. ενδεικτικά ΔΕφΑθ 2265/2010 σκ. 29-30 και ΔΕφΑθ 2116/2004, σκ. 7, καθώς και αποφάσεις ΔΕΕ 85/76 Hoffmann-La Roche κατά Επιτροπής Συλλ. 1979 σελ. 461, σκ. 41, ΓενΔΕΕ Τ-228/97 Irish Sugar Plc κατά Επιτροπής Συλλ. 1999 σελ. ΙΙ-2969, σκ. 70, ΓενΔΕΕ Τ-83/91 Tetra Pak κατά Επιτροπής (Tetra Pak II) Συλλ. 1994 σ. ΙΙ-755, σκ. 109, και ΓενΔΕΕ T-30/89 Hilti κατά Επιτροπής, Συλλ. 1991, σελ. II-1439, σκ.
  66. 22 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ καταγγελλόµενη κατέχει δεσπόζουσα θέση στις προαναφερόµενες υπό V σχετικές αγορές.
  67. Λαµβάνοντας υπόψη τη θέση της καταγγελλόµενης στις ως άνω σχετικές αγορές, όπως αυτή αντανακλάται ιδίως στα µερίδια αγοράς της σε σχέση µε τους κυριότερους ανταγωνιστές της, κρίνεται ότι αυτή δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση και, κατά συνέπεια, δεν µπορεί να στοιχειοθετηθεί εν προκειµένω παράβαση του άρθρου 2 ν. 703/
  68. Για το λόγο αυτό, παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων προϋποθέσεων του άρθρου 2 του νόµου 703/77 ως ίσχυε. Σηµειωτέον ότι µε την υπ’ αριθµ. 2498/2010 απόφασή του, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών ακύρωσε την 429/V/2009 απόφαση της Επιτροπής, και την ανέπεµψε σε αυτήν για ουσιαστική κρίση, µόνο ως προς το κεφάλαιο που αφορά την ενδεχόµενη παράβαση του άρθρου 2α ν. 7003/77, και όχι ως προς το κεφάλαιο που αφορά στην καταγγελθείσα παράβαση του άρθρου 2 ν. 703/
  69. VI.3 Η ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΕΞΑΡΤΗΣΗΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 2Α Ν. 703/77
  70. Προϋποθέσεις εφαρµογής της διάταξης του άρθρου 2α του ν. 703/77 είναι: α) Η ύπαρξη σχέσης οικονοµικής εξάρτησης µεταξύ των εµπλεκοµένων επιχειρήσεων, β) στο πλαίσιο της οποίας η εξαρτώµενη επιχείρηση δεν διαθέτει ισοδύναµη εναλλακτική λύση και γ) η καταχρηστική εκµετάλλευση της εν λόγω εξάρτησης από την εξαρτώσα επιχείρηση. Κατά συνέπεια, θα πρέπει, προκειµένου να διαπιστωθεί αν συντρέχει παράβαση του άρθρου 2α του ν.703/77, να διερευνηθεί αν στην υπό κρίση υπόθεση συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις Σηµειωτέον ότι οι προαναφερόµενες διατάξεις του άρθρου 2α εξακολουθούν να τυγχάνουν εφαρµογής από την Επιτροπή Ανταγωνισµού στην κρινόµενη υπόθεση, παρά το γεγονός ότι έχουν πλέον (από το 2009) µεταφερθεί στο πλαίσιο των διατάξεων περί αθέµιτου ανταγωνισµού και στην αρµοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων. Και τούτο, βάσει ρητής πρόβλεψης στις µεταβατικές διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 3784/2009, η οποία ρύθµισε οριστικά το ζήτηµα της αρµοδιότητας επί εκκρεµών ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισµού υποθέσεων, ως ακολούθως: «
  71. Για τις υποθέσεις που εκκρεµούν ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισµού, κατά τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόµου, το άρθρο 2α του ν. 703/77 εφαρµόζεται ως είχε προ της καταργήσεώς του.
  72. Με την επιφύλαξη της προηγούµενης παραγράφου του παρόντος άρθρου, κάθε άλλη υπόθεση που εκκρεµεί στην Επιτροπή Ανταγωνισµού και για την οποία δεν έχει εκδοθεί απόφαση από αυτή διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος νόµου». Εποµένως, η Επιτροπή Ανταγωνισµού εξακολουθεί να είναι αρµόδια επί εκκρεµών, κατά το χρόνο που τέθηκε σε ισχύ ο ν. 3784/2009 (7/9/2009), υποθέσεων 23 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ που αφορούν σε πράξεις που δύνανται να εµπίπτουν στο πεδίο εφαρµογής του άρθρου 2α. Περαιτέρω, οι εν λόγω µεταβατικές διατάξεις καταλαµβάνουν, για την ταυτότητα του νοµικού λόγου και την ασφάλεια του δικαίου, και τις υποθέσεις που αναπέµπονται εκ νέου από το Διοικητικό Εφετείο στην Επιτροπή Ανταγωνισµού για ουσιαστική κρίση, κατόπιν αποδοχής σχετικής προσφυγής. Σε διαφορετική περίπτωση, θα καθίστατο ατελέσφορη η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου και η προσφεύγουσα θα στερείτο, κατ’ αποτέλεσµα, της συνταγµατικά κατοχυρωµένης δικαστικής προστασίας
  73. α) Σχέση οικονοµικής εξάρτησης
  74. Η έννοια της οικονοµικής εξάρτησης προϋποθέτει αφ’ ενός την ύπαρξη µιας ισχυρής επιχείρησης, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προµηθευτή, και αφετέρου την ύπαρξη µιας εξαρτηµένης επιχείρησης. Σχέση οικονοµικής εξάρτησης εµπόρου από προµηθευτή µπορεί να προκύπτει από το γεγονός ότι ο πρώτος έχει λόγω των επενδύσεων, στις οποίες έχει προβεί, προσαρµοστεί στις ανάγκες διάθεσης των προϊόντων του δεύτερου, ώστε δεν θα µπορούσε χωρίς οικονοµικές θυσίες να στραφεί σε εναλλακτικές πηγές εφοδιασµού
  75. Οικονοµική εξάρτηση υφίσταται επίσης και όταν ο µέχρι τούδε πελάτης και µεταπωλητής των προϊόντων συγκεκριµένης επιχείρησης, για να ανταγωνισθεί αποτελεσµατικά άλλους µεταπωλητές/διανοµείς όµοιων ή οµοειδών προϊόντων, έχει την ανάγκη των προϊόντων της συγκεκριµένης επιχείρησης. Και αυτό, διότι τα προϊόντα της τελευταίας αναµένεται από τους καταναλωτές να συγκαταλέγονται οπωσδήποτε µεταξύ των προϊόντων, από τα οποία θα µπορούν να επιλέξουν
  76. Στην υπ’ αριθµ. 429/V/2009 Απόφασή της επί της ίδιας καταγγελίας, η Επιτροπή Ανταγωνισµού απέρριψε κατά πλειοψηφία την πλήρωση της πρώτης προϋπόθεσης αναφορικά µε την ύπαρξη σχέσης οικονοµικής εξάρτησης, για το λόγο ότι εξέλειπε προηγούµενη συµβατική σχέση µεταξύ της καταγγελλόµενης και της καταγγέλλουσας
  77. Ωστόσο, µε την υπ’ αριθµ. 2498/2010 Απόφασή του το 18 Βλ. ΔΕφΑθ 2498/2010, σκ.
  78. Βλ. ενδεικτικά Απόφαση ΕπΑντ 11/
  79. 20 Βλ. ενδεικτικά και Αποφάσεις ΕπΑντ. 49/1997, 20/ΙΙ/1998, 124/1998, 144/ΙΙ/2000, 145/ΙΙ/2000, 159/ΙΙ/
  80. 21 Βλ. πάντως και τη γνώµη της µειοψηφίας: «Αντίθετα σύµφωνα µε την µειοψηφούσα άποψη του Προέδρου της Επιτροπής Σ. Ζησιµόπουλου και των Μελών Ε. Αλεξανδρίδου, Α. Σινανιώτη και Π. Κανελλόπουλου, «το επιχείρηµα εκ του γράµµατος της διάταξης δεν είναι απροσµάχητο. Η λέξη «εξάρτηση» ερµηνεύεται και ως οικονοµική ανάγκη του εµπόρου να καταφύγει σε συγκεκριµένο προµηθευτή». (Γ. Μπαµπέτα «Οικονοµική εξάρτηση και καταχρηστική εκµετάλλευση» 2008 σελ. 212 και επ.). Εποµένως µε το άρθρο 2α, επιδιώκεται να διασφαλισθεί η υπόσταση της εξαρτηµένης επιχείρησης, η οποία τίθεται σε κίνδυνο όχι µόνον αν δεν συνεχίσει αλλά και αν δεν γίνει πελάτης της επιχείρησης από την οποία εξαρτάται σηµαντικά η επιβίωσή της (Δ. Τζουγανάτος «Ζητήµατα ανταγωνισµού στη διανοµή κινηµατογραφικών ταινιών» σε ΕΕµπΔ 1999, σελίδα 638, 657). Υπό αυτό το πρίσµα, σκοπός της διάταξης είναι η προστασία της οικονοµικής ελευθερίας των επιχειρήσεων που βρίσκονται µέσα στο πεδίο επιρροής επιχειρήσεων µε ισχύ στη σχετική αγορά, συµπεριλαµβανοµένης και της διατήρησης της ελευθερίας πρόσβασης στην αγορά αυτή. Ως εκ τούτου οικονοµική εξάρτηση είναι και εκείνη όπου ο εξαρτώµενος για να ανταγωνιστεί αποτελεσµατικά µεταπωλητές οµοειδών προϊόντων, έχει την ανάγκη των συγκεκριµένων προϊόντων. Κατά συνέπεια υφιστάµενη ή προϋπάρχουσα πελατειακή σχέση δεν αποτελούν προϋπόθεση της οικονοµικής εξάρτησης. Η άποψη αυτή επιρρωνύεται από την θεωρία και τη νοµολογία τόσο την 19 24 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Διοικητικό Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι η ύπαρξη προηγούµενης συναλλακτικής σχέσης µεταξύ καταγγέλλουσας και καταγγελλόµενης δεν συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για τη διαπίστωση σχέσης οικονοµικής εξάρτησης. Με την απόφαση αυτή, το Διοικητικό Εφετείο διέγνωσε σαφώς ότι το προστατευτικό πεδίο του άρθρου 2α ν .703/77 θα πρέπει να περιλαµβάνει και τις επιχειρήσεις που εισέρχονται σε µία αγορά και, ως εκ τούτου, ανέπεµψε την υπόθεση στην Επιτροπή Ανταγωνισµού
  81. Με βάση τα ανωτέρω, δεν αποκλείεται εκ των προτέρων η διαπίστωση οικονοµικής εξάρτησης εµπόρου από προµηθευτή για το λόγο ότι δεν υφίσταται προηγούµενη συναλλακτική σχέση, αλλά θα πρέπει να αξιολογηθούν όλα τα σχετικά κριτήρια προκειµένου να διαπιστωθεί η συνδροµή ή µη της πρώτης αυτής προϋπόθεσης. διεθνή (ιδίως του Γερµανικού Δικαίου, όπου η διάταξη έχει τύχει ιδιαίτερης θεωρητικής επεξεργασίας και νοµολογιακής εφαρµογής) όσο και ελληνική όπου ρητά αναφέρεται ότι «η διάταξη (του 2α) µπορεί να τύχει εφαρµογής και σε επιχειρήσεις που επιθυµούν να εισέλθουν το πρώτο στη σχετική αγορά. (newcomers) Λιακόπουλος Βιοµηχανική Ιδιοκτησία, έκδ. ε΄, Αθήνα 2000 σελ. 564, Δ. Τζουγανάτος «Οι πρόσφατες τροποποιήσεις του Ν. 703/77 και η προστασία του ελεύθερου ανταγωνισµού» ΕΕµπΔ 1992, σελ. 530, 535, Βλ. επίσης Απόφαση Επιτροπής Ανταγωνισµού 11/
  82. Άρα, το κατά πόσο η εφαρµογή του άρθρου 2α προϋποθέτει υφιστάµενη εµπορική σχέση ή όχι, εξαρτάται από το είδος της εκάστοτε υπό εξέταση κατάχρησης οικονοµικής εξάρτησης. Αν πρόκειται για καταχρηστική διακοπή µακροχρόνιων εµπορικών σχέσεων (όπως συµβαίνει στις περισσότερες υποθέσεις επί των οποίων η Επιτροπή Ανταγωνισµού είχε την ευκαιρία να τοποθετηθεί αναφορικά µε το 2α), δεν είναι νοητό να µην υφίσταται ήδη εµπορική συνεργασία. Αντιθέτως εάν όπως εν προκειµένω, πρόκειται για άρνηση διάθεσης προϊόντων, τέτοια προϋπόθεση είναι προφανές ότι δεν απαιτείται. Θα πρέπει εποµένως κατά την άποψη της µειοψηφίας, η Ε.Α. να προχωρήσει στην επί της ουσίας διερεύνηση της υπόθεσης.» 22 Σύµφωνα µε την ΔιοικΕφΑθ 2498/2010, «Επειδή, µε την επέκταση του ελέγχου καταχρηστικότητας µε τις διατάξεις του άρθρου 2α του ν. 703/1977 σε επιχειρήσεις, που δεν κατέχουν δεσπόζουσα θέση, αποκλείεται το παράδοξο αποτέλεσµα να υπόκειται σε έλεγχο καταχρηστικότητας η πρακτική των επιχειρήσεων µε µεγάλο µερίδιο αγοράς ενώ αυτή των εξίσου ισχυρών αλλά µε µικρό µερίδιο να εκφεύγει αυτού καθόσον η καταχρηστική εκµετάλλευση τόσο της δεσπόζουσας θέσης όσο και της οικονοµικής εξάρτησης εκλύει όµοια αντιανταγωνιστικά αποτελέσµατα αφού δεν διασφαλίζει την πρόσβαση της εξαρτώµενης επιχείρησης στην αγορά, η οποία πρέπει να διατηρείται ανοικτή και να διασφαλίζεται ισότητα ευκαιριών στις επιχειρήσεις που συµµετέχουν σ' αυτήν. Εποµένως η τελολογική προσέγγιση της εν λόγω διάταξης του άρθρου 2α του ν. 703/1977 πρέπει να υπολαµβάνει ότι δεν δύναται να διαφέρουν οι προϋποθέσεις εφαρµογής της διάταξης αυτής µε τις αντίστοιχες του άρθρου 2 του ίδιου νόµου. Συνεπώς, κατά την έννοια του άρθρου 2α του ν. 703/1977, απαγορεύεται η καταχρηστική συµπεριφορά επιχείρησης όχι µόνο επί ήδη υπαρχόντων συµβατικών σχέσεων αλλά και στις περιπτώσεις άρνησης εκ µέρους της επιχείρησης-αποδέκτη της σχετικής απαγόρευσης να συναλλαχθεί µε επιχειρήσεις που επιθυµούν να εισέλθουν για πρώτη φορά στη σχετική αγορά (new comers) ερµηνευοµένης στην περίπτωση αυτή της «οικονοµικής εξάρτησης», που προβλέπουν οι προαναφερόµενες διατάξεις του άρθρου 2α του ν. 703/1977, ως «ανάγκη» του εµπόρου να καταφύγει σε συγκεκριµένο προµηθευτή (…). Η τελολογική αυτή ερµηνεία του άρθρου 2α του ν. 703/1977, κατά την οποία, η εφαρµογή του άρθρου 2α του ν. 703/1977 δεν προϋποθέτει υφιστάµενες ή προϋφιστάµενες έννοµες σχέσεις, όπως και η εφαρµογή του άρθρου 2 του ίδιου νόµου, συνεπικουρείται και από το περιεχόµενο της εισηγητικής έκθεσης του ν. 3373/2005 (…) και στην οποία έκθεση αναφέρεται ότι: “οι περιπτώσεις που καλύπτονται από αυτή τη διάταξη δεν είναι δυνατόν να αντιµετωπιστούν µε εφαρµογή του 281 ΑΚ, λόγω της πάγιας νοµολογιακής θέσης, που περιορίζει την εφαρµογή του σε δικαιώµατα και δεν εκτείνεται σε φυσικές ευχέρειες ή ελευθερίες”», σκέψη
  83. Για το ζήτηµα αυτό βλ. µεταξύ άλλων και Μπαµπέτας, Οικονοµική Εξάρτηση και Καταχρηστική Εκµετάλλευση, 2008, σελ. 212 επ., όπου και περαιτέρω παραποµπές, του ιδίου, Το αδόµητο ρήγµα στο σύστηµα ελέγχου της καταχρηστικής συµπεριφοράς, ΔιΜΕΕ, 2009, σελ. 290, Σουφλερός, Καταχρηστική εκµετάλλευση της σχέσης οικονοµικής εξάρτησης (πρώην άρθρο 2α Ν 703/1977 και τώρα άρθρο 18α Ν 146/1914). Το ζήτηµα της ύπαρξης ή προΰπαρξης εµπορικών σχέσεων ως προϋπόθεσης για την εφαρµογή της σχετικής απαγόρευσης, ΔΕΕ, 2010, σελ. 408, και Τζουγανάτος, Οι πρόσφατες τροποποιήσεις του Ν. 703/1977 και η προστασία του ελεύθερου ανταγωνισµού (ν. 1934/91 και ν. 2000/91), ΕΕµπΔ, 1992, σελ. 517, 535 25 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  84. Εξάλλου, για έναν µεταπωλητή ή διανοµέα, σχέση οικονοµικής εξάρτησης µπορεί να υφίσταται διότι τα προϊόντα της επιχείρησης από την οποία η εξάρτηση «αναµένεται από τους καταναλωτές να συγκαταλέγονται οπωσδήποτε µεταξύ των προϊόντων, τα οποία οι µεταπωλητές/διανοµείς προσφέρουν (πωλούν)»23 ή γιατί «τα προϊόντα της (…) αναµένονται από τους λιανοπωλητές να συγκαταλέγονται οπωσδήποτε µεταξύ εκείνων που οι διανοµείς θέτουν στη διάθεση αυτών [=των λιανοπωλητών]»
  85. Συναφώς, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, σχέση οικονοµικής εξάρτησης είναι δυνατόν να στοιχειοθετηθεί και στις περιπτώσεις που τα προϊόντα της (εξαρτώσας) επιχείρησης έχουν τέτοια ποιότητα και φήµη, ώστε µια επιχείρηση που δεν τα προσφέρει στους πελάτες της να µην µπορεί να παραµείνει ανταγωνιστική στην αγορά
  86. Εφόσον, δηλαδή, οι καταναλωτές αναµένουν εύλογα ότι θα βρουν τα προϊόντα αυτά σε ανταγωνιστικά της (εξαρτώµενης) επιχείρησης καταστήµατα, η τελευταία περιέρχεται σε ιδιαίτερα δυσµενή ανταγωνιστική θέση όταν δεν µπορεί να τα διαθέτει και αυτή26 (περίπτωση η οποία αναφέρεται στη γερµανική θεωρία και 23 ΕπΑντ 514/VI/2011, Ντάκος, σκέψη 38, ΕπΑντ 450/V/2009, Reemtsa, σκέψη 14, και ΕπΑντ 297/ΙV/2006, Παπαστράτος, § I.1.α. 24 ΕπΑντ 490/VI/2010, Θωµαΐδου Ι, σκέψη
  87. Βλ. και ΔιοικΕφΑθ 644/1999, «αν και η επιχείρηση του καθ` ου η προσφυγή Ε.Σ. διαθέτει προϊόντα καπνού που προµηθεύεται και από άλλες επιχειρήσεις εκτός της προσφεύγουσας, οι λιανοπωλητές θα ανέµεναν να συγκαταλέγονται µεταξύ των προϊόντων που διαθέτει η επιχείρηση αυτή και τα προϊόντα της προσφεύγουσας, η οποία αποτελεί µία από τις µεγαλύτερες καπνοβιοµηχανίες της χώρας, και έτσι η επιχείρηση του Ε.Σ. δεν µπορούσε, εν όψει της φήµης που έχουν στην αγορά τα προϊόντα της προσφεύγουσας, να σταµατήσει τη διάθεσή τους χωρίς τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή οικονοµική ζηµία. Εποµένως πιθανολογείται ότι υπήρχε οικονοµική εξάρτηση της επιχείρησης του καθ`ου η προσφυγή Ε.Σ.» (που επικύρωσε µερικώς την ΕπΑντ 100/1998, Καρέλια). 25 Βλ. ενδεικτικά ΕπΑντ 124/ΙΙ/1998: «Δεδοµένου ότι η ανταγωνιστικότητα ενός καταστήµατος καλλυντικών και αρωµάτων εξαρτάται µεταξύ των άλλων από το εύρος της ποικιλίας των προϊόντων που διαθέτει και ενόψει του υψηλού γοήτρου και της φήµης που απολαύουν στο καταναλωτικό κοινό τα προϊόντα που εισάγουν και εµπορεύονται οι καθών, θα µπορούσε να γίνει δεκτό ότι οι αιτούσες τελούν σε σχέση οικονοµικής εξάρτησης από τις καθών µε την έννοια του άρθρου 2α ν. 703/77, αν οι αιτούσες αποδείκνυαν ότι παρά το γεγονός ότι διατηρούν κατά το άρθρο 5 της σύµβασης, την οποία αρνήθηκαν να υπογράψουν, τη δυνατότητα προµήθειας των προϊόντων µε παράλληλες εισαγωγές, οι όροι της προµήθειας µε τέτοιες εισαγωγές δεν αποτελούν γι’ αυτούς ισοδύναµη πηγή προµήθειας. Πράγµατι, σε µία αλυσίδα καταστηµάτων υψηλής στάθµης, όπως τα καταστήµατα των αιτουσών, ο καταναλωτής εύλογα αναµένει να προσφέρονται όλα τα επώνυµα προϊόντα καλλυντικών και αρωµάτων που διατίθενται από οµοειδή καταστήµατα η δε έλλειψη των προϊόντων αυτών από την ποικιλία που προσφέρουν τα καταστήµατα των αιτουσών έχει ως αποτέλεσµα ένα σηµαντικό ανταγωνιστικό µειονέκτηµα.». Βλ. και τη γνώµη της µειοψηφίας στην ΕπΑντ 49/1997 (επικυρωµένη από ΔιοικΕφΑθ 927/1999): «Η σχέση αυτή θεµελιώνεται, κατά την άποψη της µειοψηφίας στο γεγονός ότι, όπως πιθανολογήθηκε, τα προϊόντα της καθ' ης έχουν τέτοια φήµη, ώστε ένα κατάστηµα οπτικών του επιπέδου του αιτούντος που δεν θα τα προσέφερε πλέον στους καταναλωτές, να µην µπορεί να παραµείνει ανταγωνιστικό, δεδοµένου ότι οι καταναλωτές αναµένουν εύλογα ότι θα βρουν τα προϊόντα της καθ' ης σε όλα σχεδόν τα καταστήµατα οπτικών ειδών αναλόγου επιπέδου. Πιθανολογήθηκε δηλαδή ότι τα προαναφερθέντα προϊόντα της καθ' ης είναι γνωστά επώνυµα προϊόντα προστατευόµενα από το αντίστοιχο σήµα, ότι οι καταναλωτές έχουν πλήρη συνείδηση της αξίας αυτών των σηµάτων (πχ. Armani, Calvin Klein, Benetton, Yves Saint Laurent, Valentino κλπ.), ότι τα προϊόντα αυτά τα βρίσκει κανείς σε όλα τα καλά καταστήµατα οπτικών σε όλη την Ελλάδα (µεγάλος βαθµός διαδόσεως), ότι για αυτά γίνεται µεγάλη διαφήµιση και ότι δεν είναι απλώς επώνυµα, αλλά καταλαµβάνουν ένα µεγάλο µερίδιο στην σχετική αγορά. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά συµβάλλουν στη δηµιουργία της προαναφερθείσας φήµης. Εξ άλλου κατά την άποψη της µειοψηφίας η σχέση αυτή οικονοµικής εξαρτήσεως ενισχύεται στην κρινόµενη υπόθεση από το γεγονός ότι ο αιτών ήταν επί σειρά ετών η µόνη επιχείρηση οπτικών ειδών στην Κέρκυρα, η οποία διέθετε τα προϊόντα της καθ' ης. Εποµένως ο καταναλωτής της Κέρκυρας ευλόγως αναµένει ότι θα βρίσκει πάντοτε τα προϊόντα αυτά και στο κατάστηµα του αιτούντος.» 26 Βλ. ενδεικτικά ΕπΑντ 11/1995: «Εξάλλου, η παράβαση της απαγόρευσης του άρθρου 2α προϋποθέτει σχέση οικονοµικής εξάρτησης. Τέτοια σχέση γίνεται δεκτή, όταν η εξαρτηµένη επιχείρηση δεν διαθέτει ισοδύναµες 26 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ νοµολογία ως sortimentsbedingte Abhaengigkeit, η οποία και υπάγεται στην αντίστοιχη µε το άρθρο 2α ν. 703/77 ρύθµιση του γερµανικού νόµου προστασίας του ανταγωνισµού)
  88. Στις περιπτώσεις αυτές, το γεγονός ότι τα προϊόντα είναι κατά τα άλλα εναλλάξιµα δεν επηρεάζει την αναγκαιότητα προσφοράς τους από µία επιχείρηση στους πελάτες της, προκειµένου αυτή να παραµείνει ανταγωνιστική.
  89. Εν προκειµένω, από τα στοιχεία του φακέλου και την ακροαµατική διαδικασία αποδείχθηκε, κατά την κρίση των µελών της Επιτροπής, αφενός ότι η µέγιστη ποικιλία των προσφερόµενων ταινιών και η προσβασιµότητα σε ταινίες πρώτης προβολής είναι καθοριστικοί παράγοντες ανταγωνισµού (και οικονοµικής βιωσιµότητας) στην αγορά των πολυκινηµατογράφων, και αφετέρου ότι τα προϊόντα της καταγγελλόµενης αποτελούν προϊόντα φήµης (ιδιαίτερα όταν έχει προηγηθεί εκτεταµένη διαφήµιση των ταινιών της εταιρίας που πρόκειται να προβληθούν προσεχώς), τα οποία οι καταναλωτές αναµένουν να βρουν στον ανταγωνιστικό της ODEON TALOS κινηµατογράφο ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ.
  90. Ειδικότερα, µέχρι τη δηµιουργία του πολυκινηµατογράφου ODEON TALOS κάθε µεγάλη εταιρία διανοµής συνεργαζόταν παραδοσιακά µε συγκεκριµένους (και ως επί το πλείστον µεµονωµένους) κινηµατογράφους. Ωστόσο, οι συνθήκες ανταγωνισµού στην τοπική αγορά του Ηρακλείου Κρήτης µεταβλήθηκαν δραστικά µε τη είσοδο του πολυκινηµατογράφου της ODEON TALOS, ο οποίος είχε τη δυνατότητα να προβάλλει τις ταινίες όλων των άλλων εταιριών διανοµής, συµπεριλαµβανοµένων των ταινιών από τις εταιρίες διανοµής του οµίλου ODEON. Και τούτο, διότι οι συνθήκες ανταγωνισµού στην τοπική αγορά προσδιορίζονται πλέον από την παράµετρο της λειτουργίας πολυκινηµατογράφων, οι οποίοι προσφέρουν – όπως προαναφέρθηκε – σηµαντικά πλεονεκτήµατα έναντι των µεµονωµένων αιθουσών και ανταποκρίνονται σε άλλη λογική προσέγγισης των θεατών28, καθώς ο καταναλωτής εύλογα πλέον αναµένει να βρίσκει όλες τις πολυδιαφηµιζόµενες ταινίες πρώτης προβολής στον πολυκινηµατογράφο της επιλογής του. εναλλακτικές λύσεις υπό την έννοια είτε ότι δεν προσφέρονται καθόλου εναλλακτικές λύσεις είτε ότι οι υπάρχουσες συνδέονται µε σοβαρά ανταγωνιστικά µειονεκτήµατα για την εξαρτηµένη. Στην υπό κρίση υπόθεση, η σχέση οικονοµικής εξάρτησης θα µπορούσε να αναφέρεται είτε στην ανάγκη της αιτούσας να διαθέτει τα κρύσταλλα "Orrefors" για να µπορεί να ανταγωνισθεί αποτελεσµατικά τα οµοειδή καταστήµατα της περιοχής της είτε στην µακροχρόνια σχέση συνεργασίας της µε την καθής. H πρώτη περίπτωση θα µπορούσε ενδεχοµένως να συντρέχει, αν τα κρύσταλλα αυτά ήταν πράγµατι µοναδικά και αν υπήρχαν σε όλα σχεδόν τα οµοειδή καταστήµατα. Σε µια τέτοια περίπτωση η έλλειψή τους από το κατάστηµα της αιτούσας θα την έφερνε σε µειονεκτική θέση έναντι των ανταγωνιστών της, αφού ο καταναλωτής εύλογα θα ανέµενε να τα βρει σε κάθε κατάστηµα αυτού του είδους. Εν προκειµένω όµως πρόκειται για προϊόντα προς τα οποία υπάρχουν επαρκείς εναλλακτικές λύσεις και τα οποία δεν διατίθενται ευρέως στα οµοειδή προς εκείνο της αιτούσας καταστήµατα. Ετσι, εξάρτηση της αιτούσας που δηµιουργείται από την ανάγκη ένταξης των εν λόγω κρυστάλλων στην ποικιλία της δεν τίθεται.» Βλ. και Σουφλερός, Καταχρηστική εκµετάλλευση της σχέσης οικονοµικής εξάρτησης (πρώην άρθρο 2α Ν 703/1977 και τώρα άρθρο 18α Ν 146/1914), ΔΕΕ, 2010, σελ. 408 επ 27 Βλ. και Σουφλερός, Καταχρηστική εκµετάλλευση της σχέσης οικονοµικής εξάρτησης (πρώην άρθρο 2α Ν 703/1977 και τώρα άρθρο 18α Ν 146/1914), Τζουγανάτος, Οι πρόσφατες τροποποιήσεις του Ν. 703/1977 και η προστασία του ελεύθερου ανταγωνισµού (ν. 1934/91 και ν. 2000/91), ΕΕµπΔ, 1992, σελ., 517, 539, Μπαµπέτας, Οικονοµική Εξάρτηση και Καταχρηστική Εκµετάλλευση, 2008, σελ. 241 επ., Λιακόπουλος, Βιοµηχανική Ιδιοκτησία, ε΄έκδοση 2000, σελ. 564 επ. 28 Βλ. ενότητα V.1 (β) ανωτέρω. 27 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  91. Περαιτέρω, κατά την αποδεικτική διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισµού, τόσο η καταγγέλλουσα όσο και η καταγγελλόµενη επιβεβαίωσαν, έστω και εµµέσως, ότι η µέγιστη ποικιλία (γκάµα) των προσφερόµενων ταινιών αποτελεί σηµαντικό παράγοντα ανταγωνισµού στην αγορά των 29 πολυκινηµατογράφων . Τούτο προκύπτει, άλλωστε, και από την ίδια τη φυσιογνωµία του πολυκινηµατογράφου ως πολυσυλλεκτικού κέντρου ψυχαγωγίας και ως µοντέλου διαχείρισης και εκµετάλλευσης κινηµατογραφικών αιθουσών. Συνάγεται ευθέως ότι εάν ο πολυκινηµατογράφος της καταγγέλλουσας (ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ) δεν έχει τη µέγιστη δυνατή πρόσβαση σε ταινίες πρώτης προβολής, και µάλιστα σε ορισµένες που χαίρουν ιδιαίτερης φήµης (όπως οι ταινίες blockbuster πρώτης προβολής που συχνά διανέµει η καταγγελλόµενη) και τις οποίες οι πελάτες αναµένουν εύλογα ότι θα βρουν σε ανταγωνιστικό πολυκινηµατογράφο, αυτός περιέρχεται εξ’ αντικειµένου σε δυσχερέστατη θέση, ενώ απαξιώνεται εξ’ αυτού του λόγου συστηµατικά και διαχρονικά στα µάτια του θεατή – επισκέπτη, καθώς δεν µπορεί να ανταποκριθεί αποτελεσµατικά στην ίδια την αντίληψη που έχει ο τελευταίος για τα εύλογα και αναµενόµενα πλεονεκτήµατα ενός multiplex (ιδίως ως προς τη δυνατότητα επιλογής ταινίας από το σύνολο των πολυδιαφηµιζόµενων ταινιών πρώτης προβολής µιας συγκεκριµένης περιόδου). Για το λόγο αυτό, η ODEON αποτελεί υποχρεωτικό προµηθευτή για την καταγγέλλουσα και αυτή βρίσκεται σε θέση οικονοµικής εξάρτησης από την καταγγελλόµενη. Συντρέχει, εποµένως, στην παρούσα υπόθεση το κριτήριο της ανάγκης συναλλαγής της καταγγέλλουσας µε την καταγγελλόµενη, δεδοµένου ότι η επίµαχη άρνηση διάθεσης ταινιών πρώτης προβολής (βλ. υπό στοιχείο (γ) κατωτέρω) συνιστά – στις ειδικές περιστάσεις της κρινόµενης υπόθεσης και για τους λόγους που προαναφέρθηκαν – σηµαντικό εµπόδιο στον ανταγωνισµό, το οποίο είναι ικανό να θέσει σε κίνδυνο τη λειτουργία της ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ30 (πέραν της µείωσης της επιλογής των καταναλωτών την οποία συνεπάγεται). Οι ισχυρισµοί της καταγγελλόµενης περί συγκριτικής υπεροχής του πολυκινηµατογράφου ODEON TALOS έναντι του πολυκινηµατογράφου ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ31, παρότι είχε από πλευράς τεχνικής και εξοπλισµού πλήρη τη δυνατότητα προβολής οποιασδήποτε κατηγορίας ταινίας, ακόµη κι αν υποτεθεί ότι έχουν σε κάποιο βαθµό βάση, δεν επαρκούν για να αντικρούσουν το ενδεχόµενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης της καταγγέλλουσας από την ακολουθούµενη πρακτική της καταγγελλόµενης κατά τα προαναφερθέντα, συνεκτιµώντας ότι ο πολυκινηµατογράφος ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ δεν 29 Βλ. ενδεικτικά Πρακτικά 5-4-2012, σελ. 46 (κατάθεση […]) και Πρακτικά 5-4-2012, σελ. 16, 38 και
  92. Συναφώς, επισηµαίνεται ότι σε σχετικό ερώτηµα της Γ.Δ.Α. η εταιρία Audio Visual επιβεβαίωσε ότι «σήµερα, µε τη λειτουργία των πολυκινηµατογράφων, οι ταινίες µιας εταιρίας διανοµής δεν θα επαρκούσαν ποτέ να καλύψουν τις ανάγκες ενός τέτοιου πολυκινηµατογράφου». 30 Με βάση τα στοιχεία που προσκόµισε η καταγγέλλουσα, προκύπτει ότι η µείωση των εισιτηρίων της ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ, αφότου ξεκίνησε τη λειτουργία του ο ανταγωνιστικός πολυκινηµατογράφος Odeon Talos, ήταν πολύ σηµαντική (φτάνοντας έως και το 70% αναφορικά µε συγκεκριµένες χρονικές περιόδους). 31 Βλ. ενδεικτικά Πρακτικά 5-4-2012, σελ. 25-26 (κατάθεση […]). Τους εν λόγω ισχυρισµούς περί συγκριτικής υπεροχής του ODEON TALOS αντικρούει η καταγγέλλουσα, Βλ. Πρακτικά 5-4-2012, σελ. 48 επ. (κατάθεση […]). 28 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ είχε έως τώρα ποτέ την ευκαιρία να ανταγωνιστεί επί ίσοις όροις τον πολυκινηµατογραφο ODEON TALOS (εξαιτίας ακριβώς της ακολουθούµενης αυτής εµπορικής πολιτικής της ODEON).
  93. Εξάλλου, ιδιαιτέρως λαµβάνεται υπόψη το γεγονός ότι η επένδυση που έκανε η καταγγέλλουσα µε τη δηµιουργία πολυχώρου ψυχαγωγίας στο Ηράκλειο που διαθέτει πέντε
(5)υπερσύγχρονες κινηµατογραφικές αίθουσες είναι προσαρµοσµένη στην ανάγκη διάθεσης και προώθησης όλων των προβαλλόµενων ταινιών (και ιδίως των εκάστοτε ταινιών πρώτης προβολής), συµπεριλαµβανοµένων και των ταινιών που διανέµει η ODEON, γεγονός που έχει σαν αποτέλεσµα την περιέλευση του πολυκινηµατογράφου ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ σε σηµαντικά µειονεκτική θέση έναντι του ανταγωνισµού κατά τα προαναφερθέντα. Εποµένως, η καταγγέλλουσα τελεί πράγµατι σε σχέση οικονοµικής εξάρτησης από την καταγγελλόµενη, αφού η ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ έχει ανάγκη τις ταινίες (πρώτης προβολής) όλων των εταιριών, της ODEON συµπεριλαµβανοµένης, καθώς η ταυτόχρονη λειτουργία πολλών αιθουσών προβολής επιβάλλει την ταυτόχρονη συνεργασία µε διαφορετικές εταιρίες διανοµής, προκειµένου να είναι σε θέση να ανταγωνιστεί τον πολυκινηµατογράφο ODEON TALOS.
  1. Οι ως άνω διαπιστώσεις επιβεβαιώνονται και από το γεγονός ότι ο πολυκινηµατογράφος ODEON TALOS – σε αντίθεση µε τον πολυκινηµατογράφο ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ – απολαµβάνει εξαρχής τη µέγιστη δυνατή πρόσβαση σε ταινίες πρώτης προβολής που διανέµονται από όλες ανεξαιρέτως τις εταιρίες διανοµής και, ως εκ τούτου, διαθέτει πράγµατι προς προβολή στην τοπική αγορά του Ηρακλείου τις ταινίες όλων ανεξαιρέτως των εταιριών διανοµής.
  2. Ενόψει των ανωτέρω, ο ισχυρισµός της καταγγελλόµενης ότι η καταγγέλλουσα δεν είχε ζητήσει µέχρι το 2007 ταινίες από την ΟDEON είναι απορριπτέος, δεδοµένου ότι οι συνθήκες ανταγωνισµού στην τοπική αγορά του Ηρακλείου µεταβλήθηκαν δραστικά µε την είσοδο του πολυκινηµατογράφου ODEON TALOS και τη συνακόλουθη λειτουργία δύο ανταγωνιστικών πολυκινηµατογράφων (που διαφοροποίησαν τις συνθήκες στις σχετικές τοπικές αγορές διανοµής ταινιών και εκµετάλλευσης κινηµατογραφικών αιθουσών, κατά τα προεκτεθέντα). Εξάλλου, όπως εκτιµά και η ίδια η καταγγελλόµενη, η αξιολόγηση της συνδροµής ή µη των ουσιαστικών προϋποθέσεων εφαρµογής του άρθρου 2α ν. 703/77, δεν µπορεί παρά να βασίζεται στις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν στην τοπική αγορά του Ηρακλείου Κρήτης
  3. Κατά συνέπεια, συντρέχει εν προκειµένω η προϋπόθεση της ύπαρξης σχέσης οικονοµικής εξάρτησης µεταξύ της ODEON και της TEΧΝΟΠΟΛΙΣ. β) Η απουσία ισοδύναµης εναλλακτικής λύσης 32 Βλ. ενότητα V.1 ανωτέρω (ορισµός σχετικών αγορών), καθώς και Πρακτικά 5-4-2012, σελ. 11 και 21 (κατάθεση […]). 29 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  4. Σχετική και στενά συνδεδεµένη µε την έννοια της εξάρτησης, είναι και η δεύτερη προϋπόθεση εφαρµογής του άρθρου 2α του νόµου 703/1977, δηλαδή η έλλειψη, ακόµη και ως προς ένα ορισµένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών, ισοδύναµης εναλλακτικής λύσης, η οποία να υποκαθιστά τα εν λόγω προϊόντα ή υπηρεσίες που παρέχει η εξαρτώσα επιχείρηση σε άλλη ή άλλες επιχειρήσεις. Στην παρούσα υπόθεση, καίριο ζήτηµα είναι να διερευνηθεί εάν η καταγγέλλουσα ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ διαθέτει ισοδύναµη εναλλακτική λύση που να υποκαθιστά τις κινηµατογραφικές ταινίες της καταγγελλόµενης ODEON.
  5. Σύµφωνα µε τη νοµολογία της Επιτροπής Ανταγωνισµού, η έλλειψη ισοδύναµων εναλλακτικών λύσεων έχει την έννοια «είτε ότι δεν προσφέρονται καθόλου εναλλακτικές λύσεις, είτε ότι οι υπάρχουσες συνδέονται µε σοβαρά µειονεκτήµατα για την εξαρτηµένη επιχείρηση»
  6. Εξάλλου, γίνεται δεκτό ότι η επάρκεια εναλλακτικών λύσεων δε σχετίζεται µόνο µε το γεγονός της ύπαρξης ανταγωνιστικών της υπό κρίση επιχείρησης (δηλαδή ανταγωνιστικών της ODEON εταιριών διανοµής). Σηµαντικά είναι, αντίθετα, η θέση και η φήµη των συγκεκριµένων προϊόντων που προκύπτουν λόγω και της φήµης, της ποιότητας και της διαφήµισής τους
  7. Ωστόσο, στις περιπτώσεις οικονοµικής εξάρτησης για το λόγο ότι η εξαρτώµενη επιχείρηση υποχρεούται να παρέχει το σύνολο των προϊόντων που οι πελάτες της αναµένουν να βρουν στους ανταγωνιστές της, η πιθανότητα εξεύρεσης ισοδύναµων εναλλακτικών λύσεων είναι προφανώς περιορισµένη.
  8. Στη συγκεκριµένη υπόθεση, µε βάση τα στοιχεία από την έρευνα της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισµού και την ακροαµατική διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισµού, προέκυψε ότι σε συγκεκριµένες χρονικές περιόδους, οι ταινίες της ODEON είναι ανάµεσα στις δηµοφιλέστερες. Ο µοναδικός οµοειδής ανταγωνιστής του πολυκινηµατογράφου ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ στην αγορά του Ηρακλείου Κρήτης είναι ο πολυκινηµατογράφος ODEON TALOS, ο οποίος συνεχίζει να απολαµβάνει – σε αντίθεση µε το ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ – τη µέγιστη δυνατή πρόσβαση σε ταινίες πρώτης προβολής που διανέµονται σε αυτήν από όλες ανεξαιρέτως τις εταιρίες διανοµής και, ως εκ τούτου, διαθέτει πράγµατι προς προβολή στην τοπική αγορά του Ηρακλείου τις ταινίες όλων ανεξαιρέτως των εταιριών διανοµής. Η εναλλακτική λύση που διαθέτει το ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ, η οποία συνίσταται στο να προµηθεύεται και να προβάλλει όλες τις ταινίες πλην εκείνων της ODEON (και της Rosebud), συνεπάγεται σαφώς αφενός σοβαρή απώλεια εσόδων για την εξαρτηµένη επιχείρηση 33 Βλ. Βλ. µεταξύ άλλων, ΕπΑντ 514/VI/2011, Ντάκος, σκέψη 39, ΕπΑντ 450/V/2009, Reemtsa, σκέψη 15, και ΕπΑντ 395/V/2008, DIA, § VIII.B.β (επικυρωµένη από ΔιοικΕφΑθ 2587/2010), καθώς και ΕπΑντ 38/ΙΙ/1999, ό.π., § V. Βλ. επίσης, ΔιοικΕφΑθ 6008/2001 και 6009/2001, και Επιτροπή Ανταγωνισµού, απόφαση 99/ΙΙ/1999, ό.π., § ΙΙ· απόφαση 138/ΙΙ/2000, ό.π., § ΙΙ· απόφαση 150/ΙΙ/2000, ό.π., § ΙΙ· απόφαση 156/II/2000, ό.π., § 5· απόφαση 157/II/2000, ό.π., § 5· απόφαση 158/II/2000, ό.π., § 5· απόφαση 166/II/2000, ό.π., § IV.2, και απόφαση 297/ΙV/2006, ό.π., § Ι.1)α), καθώς και τις παλαιότερες απόφαση 144/ΙΙ/2000, ό.π., απόφαση 145/ΙΙ/2000, ό.π., 19/1996, ό.π., απόφαση 24/1996, ό.π., απόφαση 34/1996, ό.π., απόφαση 47/1996, ό.π., και απόφαση 35/ΙΙ/1999, ό.π. 34 Τζουγανάτος, Οι πρόσφατες τροποποιήσεις του Ν. 703/1977 και η προστασία του ελεύθερου ανταγωνισµού (ν. 1934/91 και ν. 2000/91), ΕΕµπΔ, 1992, σελ., 517, 534 επ. 30 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ, και αφετέρου τη σταδιακή απαξίωσή της στη συνείδηση του θεατή – επισκέπτη, ο οποίος εύλογα αναµένει να έχει στον πολυκινηµατογράφο τη δυνατότητα επιλογής όλων των πολυδιαφηµιζόµενων ταινιών πρώτης προβολής. Συνεπώς, εκ της άρνησης προµήθειας και της µη ύπαρξης εναλλακτικής λύσης η ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ εντέλει αδυνατεί να παράσχει ολοκληρωµένα και αποτελεσµατικά την εµπορική της δραστηριότητα και να ανταγωνισθεί επί ίσοις όροις τον πολυκινηµατογράφο ODEON TALOS, υφιστάµενη δυσµενή µεταχείριση σε σχέση µε την εν λόγω θυγατρική του προµηθευτή ODEON. Συναφώς, επίσης, η επιλογή για τους καταναλωτές µειώνεται, ενώ επίσης δηµιουργείται κίνδυνος αποκλεισµού και µονοπώλησης της αγοράς.
  9. Στην υποθετική περίπτωση που δεν επικρατούσαν οι προαναφερόµενες συνθήκες πολυκινηµατογράφου και η ODEON TALOS δεν προµηθευόταν ταινίες από όλες τις εταιρίες διανοµής, και υπήρχε εταιρία διανοµής ταινιών αντίστοιχης φήµης και σηµασίας µε την ODEON που η ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ θα µπορούσε να διαθέτει κατ’ αποκλειστικότητα, όπως η ODEON TALOS διαθέτει κατ’ αποκλειστικότητα τις ταινίες της ODEON35, θα ήταν δυνατόν να υποστηριχθεί ότι η ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ διαθέτει ισοδύναµη εναλλακτική λύση, αφού η τελευταία θα µπορούσε να διαθέσει τις ταινίες του άλλου διανοµέα τις οποίες ο ανταγωνιστής της δεν διαθέτει και ο ίδιος. Εφόσον, όµως, πολλές από τις ταινίες της ODEON αποτελούν, όπως προαναφέρθηκε, προϊόντα γκάµας (φάσµατος) και φήµης τα οποία οι καταναλωτές αναµένουν ότι θα βρουν στον ανταγωνιστή της ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ πολυκινηµατογράφο ODEON TALOS, όπως άλλωστε και τις ταινίες όλων των εταιριών διανοµής που προµηθεύουν την ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ, είναι σαφές ότι δεν υπάρχει για την τελευταία καµία δυνατότητα ισοδύναµης εναλλακτικής λύσης, κατά τρόπο ώστε αυτή να µην περιέρχεται σε δυσµενέστατη ανταγωνιστική θέση.
  10. Εξάλλου, µε βάση τα στοιχεία του φακέλου, προκύπτει ότι κατά κανόνα οι τέσσερις µεγάλες εταιρίες διανοµής (συµπεριλαµβανοµένης και της U.I.P. που δεν έχει δικές της αίθουσες) προµηθεύουν, ως γενική πρακτική, τις ταινίες τους σε όλους τους πολυκινηµατογράφους, ανεξαρτήτως ιδιοκτησιακού καθεστώτος τους (δηλαδή κάθε εταιρία διανοµής διανέµει τις ταινίες της και σε πολυκινηµατογράφους που τυχόν ανήκουν σε όµιλο άλλων εταιριών διανοµής)
  11. Με την εξαίρεση δε της ODEON, η ίδια εµπορική πολιτική ακολουθείται από τις υπόλοιπες εταιρίες διανοµής και στην τοπική αγορά του Ηρακλείου, οι οποίες µάλιστα διανέµουν περισσότερες της µίας
(1)κόπιας για ταινίες blockbuster πρώτης προβολής στην εν λόγω τοπική αγορά (µε αντίθεση την ODEON η οποία εκτιµά ότι η τοπική αγορά του Ηρακλείου «σηκώνει» µία
(1)µόνο τέτοια κόπια). 35 Όπως φαίνεται να αποτελεί η περίπτωση της Ρόδου, όπου δύο πολυκινηµατογράφοι ανταγωνίζονται µε ταινίες που προµηθεύονται από κοινές εταιρίες διανοµής, αλλά και από µία αποκλειστική συνεργασία η κάθε µία: βλ. Πρακτικά 5-4-2012, σελ. 23, 47 και
  1. 36 Βλ. ενδεικτικά υπ’ αριθµ. πρωτ. 426, 427 και 428/24.1.2008 απαντήσεις σε ερωτηµατολόγια της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισµού. 31 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  2. Όπως ήδη αναφέρθηκε, από την κατάσταση κίνησης εισιτηρίων του ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ αποδεικνύεται και στην πράξη ότι ο συνολικός αριθµός εισιτηρίων του για το δεύτερο εξάµηνο του έτους 2007 µειώθηκε κατά 26% σε σχέση µε το αντίστοιχο χρονικό διάστηµα του έτους 2006, ενώ το πρώτο τετράµηνο του 2008 µειώθηκε κατά 70% σε σχέση µε το αντίστοιχο τετράµηνο του
  3. Με βάση τα ανωτέρω, επιβεβαιώνεται ο ισχυρισµός της καταγγέλλουσας ότι η αδυναµία προβολής των (πρώτης προβολής) ταινιών που διανέµονται από την ODEON οδηγεί στην απαξίωση της ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ στους πελάτες της, καθώς η τελευταία δεν µπορεί να προσφέρει την πλήρη και ολοκληρωµένη ποικιλία ταινιών που παρέχει ο µοναδικός ουσιαστικός της ανταγωνιστής, ο πολυκινηµατογράφος ODEON TALOS. Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση δεν υπάρχουν ισοδύναµες εναλλακτικές λύσεις για την προµήθεια της ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ οι οποίες να διασφαλίζουν ότι αυτή δεν βρίσκεται σε θέση οικονοµικής εξάρτησης µε την ODEON και δύναται να ανταγωνιστεί στην αγορά πολυκινηµατογράφων του Ηρακλείου, όπως αυτή έχει διαµορφωθεί υπό τις ανωτέρω συνθήκες. γ) Η καταχρηστική εκµετάλλευση της σχέσεως οικονοµικής εξάρτησης
  4. Εν προκειµένω, η καταχρηστική εκµετάλλευση της σχέσης οικονοµικής εξάρτησης συνίσταται στην άρνηση προµήθειας του ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ µε ταινίες πρώτης προβολής της ODEON και, ως εκ τούτου, στην εφαρµογή διακριτικής µεταχείρισης της (καθετοποιηµένης) εταιρίας ODEON σε βάρος της εταιρίας ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ.
  5. Η καταγγελλόµενη ODEON, τόσο στην από 22/08/2007 απάντησή της προς την καταγγέλλουσα, όσο και κατά την ακροαµατική διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής, αρνήθηκε ότι έχει υποχρέωση προµήθειας της καταγγέλλουσας και υποστήριξε ότι δεν στοιχειοθετείται εν προκειµένω γενική άρνηση προµήθειας του ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ, αλλά απλώς µία προτίµηση ως προς την πρώτη προβολή από µέρους της του πολυκινηµατογράφου εκείνου που η ίδια η ODEON εκτιµά ότι είναι επαρκέστερος εµπορικά (δηλαδή, του πολυκινηµατογράφου ODEON TALOS που υπερτερεί αντικειµενικά κατά την κρίση της ίδιας της ODEON σε σύγκριση µε τον πολυκινηµατογράφο ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ)
  6. Περαιτέρω, διατείνεται ότι µία
(1)µόνο κόπια από µια µεγάλη ταινία επαρκεί, µε βάση εµπορικούς όρους, για να καλύψει τις ανάγκες της τοπικής αγοράς του Ηρακλείου
  1. Ωστόσο, οι ως άνω ισχυρισµοί δεν κρίνονται πειστικοί, για τους ακόλουθους ιδίως λόγους:
  2. Όπως αναλύθηκε ανωτέρω, κρίσιµη, εν προκειµένω, είναι η διασφάλιση της µέγιστης δυνατής πρόσβασης του ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ σε ταινίες πρώτης προβολής, και µάλιστα σε δηµοφιλείς και πολυδιαφηµιζόµενες ταινίες blockbuster που συχνά διανέµει η καταγγελλόµενη, και τις οποίες οι πελάτες αναµένουν εύλογα ότι θα βρουν σε ανταγωνιστικό πολυκινηµατογράφο. Από τα στοιχεία του φακέλου, δεν 37 38 Βλ. ενδεικτικά Πρακτικά 5-4-2012, σελ. 27 (κατάθεση […]). Βλ. Πρακτικά 5-4-2012, σελ. 14, 19-20, 31-32 και
  3. 32 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ υπάρχει αµφιβολία ότι η καταγγελλόµενη αρνείται συστηµατικά και διαχρονικά να προµηθεύσει την καταγγέλλουσα µε ταινίες πρώτης προβολής και, σε κάθε περίπτωση, µε ταινίες blockbuster πρώτης προβολής, κάτι άλλωστε που δεν αρνήθηκε ούτε και η ίδια κατά τη διάρκεια της συζήτησης ενώπιον της Επιτροπής
  4. Περαιτέρω, η άρνηση της ODEON να παράσχει ταινίες προς προβολή στην ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ γίνεται χωρίς αντικειµενικό λόγο, δεδοµένου ότι η εταιρία ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ ανταποκρίνεται στις οικονοµικές υποχρεώσεις της, ενώ ο πολυκινηµατογράφος της παρέχει ικανά (αν όχι αντίστοιχα της ODEON) εχέγγυα από πλευράς χωρητικότητας, αισθητικής, ποιότητας και ασφάλειας, για την αποτελεσµατική και προσοδοφόρα προώθηση ταινιών πρώτης προβολής blockbuster.
  5. Συναφώς, απορριπτέος είναι και ο ισχυρισµός της καταγγελλόµενης περί (τεχνικής) αδυναµίας διανοµής περισσότερης της µίας κόπιας για σηµαντική ταινία πρώτης προβολής στην τοπική αγορά του Ηρακλείου, λόγω ιδίως ότι ο αριθµός των κοπιών της εκάστοτε ταινίας είναι εκ των προτέρων περιορισµένος, έτσι ώστε να µην είναι εφικτή η ικανοποίηση κάθε αιτήµατος αιθουσάρχη ανά την Ελλάδα. Τουναντίον, η διανοµή πολλών αντιτύπων για τις σηµαντικές ταινίες πρώτης προβολής αποτελεί συνήθη πρακτική, ώστε να ικανοποιείται όλη η ζήτηση (και πρωτίστως η ζήτηση από πολυκινηµατογράφους), γεγονός που ευλόγως ανταποκρίνεται και στην αποτελεσµατικότερη από εµπορικής απόψεως πολιτική για τη µεγιστοποίηση κερδών. Χαρακτηριστική η σχετική απάντηση της εταιρίας διανοµής Village σε ερωτηµατολόγιο της υπηρεσίας: «αποτελεί συνήθη πρακτική οι λεγόµενες blockbuster ταινίες να βγαίνουν σε πολλά αντίτυπα κοπιών και κατ’ επέκταση σε πολλές περιοχές της Ελλάδος, οπότε σε αυτή την περίπτωση να προµηθεύονται όλοι οι πολυκινηµατογράφοι κόπιες». Εποµένως, οι κόπιες γενικά επαρκούν, τουλάχιστον για τις πολυδιαφηµιζόµενες ταινίες blockbuster, έτσι ώστε να τις προµηθεύονται όλοι οι πολυκινηµατογράφοι. Εξάλλου, κατά την ακροαµατική διαδικασία, επιβεβαιώθηκε ότι το κόστος µιας παραπάνω κόπιας δεν είναι ο πραγµατικός λόγος άρνησης της εταιρίας ODEON, να προµηθεύσει την καταγγέλλουσα, αφού µε τις σύγχρονες µεθόδους αναπαραγωγής το κόστος µιας παραπάνω κόπιας είναι αµελητέο ή έστω πολύ µικρό
  6. Σε κάθε περίπτωση, κατέστη επίσης σαφές κατά την ακροαµατική διαδικασία ότι οι ταινίες πρώτης προβολής εµφανίζονται κατά κανόνα στην επαρχία 39 Βλ. ιδίως Πρακτικά 5-4-2012, σελ. 29-30 («Πρόεδρος: Του έχετε δώσει κατάσταση ότι ξέρετε από αυτές τις τριάντα ή σαράντα που ζητάτε θα πάρετε αυτές που είναι πρώτης προβολής; Του έχετε δώσει: Του έχετε απαντήσει; ... […]: Κι αν ήταν, για να µην δηµιουργούνται εντυπώσεις, εάν σε αυτά της πρώτης προβολής ήταν κάποιο blockbuster θα ήταν εκ λάθους µας. Δεν θα προτείναµε blockbuster πρώτη προβολή στο ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ».). Επιπροσθέτως, η ODEON επικαλέσθηκε ότι η άρνηση εκ µέρους της παροχής της επίµαχης ταινίας «ΤΗΕ SIMPSON MOVIE» στην ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ οφείλετο στο καθυστερηµένο αίτηµα της καταγγέλλουσας, δεδοµένου ότι ζητήθηκε µία µόλις εβδοµάδα πριν από την πρώτη προβολή της. Ωστόσο, από την έρευνα της Γ.Δ.Α. δεν προέκυψε συγκεκριµένος χρόνος, ούτε υποβολής του αιτήµατος εκ µέρους της καταγγέλλουσας, ούτε απαντήσεως από την εταιρία διανοµής, και συνεπώς δεν αιτιολογείται η άρνηση προµήθειας ταινίας µε την επίκληση του εν λόγω ισχυρισµού. 40 Βλ. Πρακτικά 5-4-2012, σελ. 13 και
  7. 33 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ µε κάποια χρονική υστέρηση σε σύγκριση µε την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη
  8. Συνεπώς, η ODEON θα µπορούσε κάλλιστα να προγραµµατίσει την αποστολή περισσοτέρων της µίας κόπιας σε µια συγκεκριµένη επαρχιακή πόλη όπου υπάρχει ζήτηση για περισσότερες κόπιες, αφού αυτές γίνουν διαθέσιµες µε την ολοκλήρωση της χρήσης τους από κάποιους από τους πολυάριθµους κινηµατογράφους στις δύο µεγάλες πόλεις της χώρας (και έχει επιπλέον αποσβεσθεί το κόστος τους). Η ODEON, δηλαδή, θα µπορούσε να διαθέτει στην πόλη του Ηρακλείου τις ταινίες της, για τις οποίες τυχόν δεν επιθυµεί να κάνει πολλά αντίτυπα, σε χρονικό σηµείο που θα µπορεί να διαθέσει ταυτόχρονα µία κόπια για τη θυγατρική της επιχείρηση ODEON TALOS και µία κόπια για την ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ, από εκείνες που δεν χρησιµοποιούν πλέον οι κινηµατογράφοι στα µεγάλα αστικά κέντρα (δεδοµένης της χρονικής καθυστέρησης στη διανοµή ταινιών πρώτης προβολής µεταξύ Αθήνας/Θεσσαλονίκης και επαρχίας).
  9. Ενόψει των ανωτέρω, µη πειστικός και απορριπτέος κρίνεται και ο έτερος ισχυρισµός της καταγγελλόµενης ότι δήθεν η εµπορική της πολιτική έναντι του ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ στην τοπική αγορά του Ηρακλείου υπαγορεύεται από λόγους πνευµατικών δικαιωµάτων των αλλοδαπών εταιριών-παραγωγών και συνακόλουθων περιορισµών που τίθενται από αυτές ως προς τη διανοµή των ταινιών, προκειµένου για τη συνέχιση της αντιπροσώπευσης αυτών από την ίδια
  10. Πέραν, δηλαδή, από την ανωτέρω δυνατότητα της ODEON να αποστέλλει ταινίες στους πολυκινηµατογράφους του Ηρακλείου όταν αυτές θα έχουν καταστεί διαθέσιµες µετά τη χρήση τους από κάποιους κινηµατογράφους της µεγάλων αστικών κέντρων, δεν είναι σαφές πως η προµήθεια µιας κόπιας κάποιας από τις ταινίες που διανέµει η εταιρία σε έναν κινηµατογράφο θα µπορούσε να δηµιουργήσει ζήτηµα στη συµβατική της σχέση µε τις εταιρίες παραγωγής ταινιών. Συναφώς, δεν είναι σαφές πως η διάθεση µιας τέτοιας επιπλέον κόπιας σε επαρχιακή πόλη που υπάρχει σχετική ζήτηση θα µπορούσε να διακυβεύσει την αποτελεσµατικότητα και την ακεραιότητα της εταιρίας διανοµής ODEON έναντι των αντιπροσωπευόµενων από αυτή αλλοδαπών εταιριών παραγωγής ταινιών. Τουναντίον, εάν κατά τη συνήθη εµπειρία η αύξηση των σηµείων προσφοράς ενός προϊόντος (στην προκειµένη περίπτωση, η αύξηση των σηµείων προβολής µιας ταινίας, και µάλιστα χωρίς επιπλέον ή/και δυσανάλογο κόστος), αυξάνει και την κατανάλωση του προϊόντος (στην προκειµένη περίπτωση, των θεατών που θα παρακολουθούσαν µια ταινία), η άρνηση της ODEON να επιτρέπει την προβολή της σε ένα ακόµα σηµείο φαίνεται µάλλον να ζηµιώνει την αποτελεσµατικότητα στη διανοµή της εκάστοτε ταινίας και την αντιπροσωπευόµενη από αυτήν αλλοδαπή εταιρία παραγωγής ταινιών, και όχι το αντίθετο. 41 Βλ. Πρακτικά 5-4-2012, σελ. 17 (κατάθεση […]). Η εν λόγω χρονική καθυστέρηση στη διανοµή ταινιών πρώτης προβολής σε επαρχιακούς κινηµατογράφους µπορεί να είναι, ανάλογα την περίπτωση, έως και επτά εβδοµάδες από την ηµεροµηνία πρώτης προβολής της εκάστοτε ταινίας πρώτης προβολής στην Αθήνα ή/και την Θεσ/νίκη. 42 Βλ. ενδεικτικά Πρακτικά 5-4-2012, σελ.
  11. 34 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  12. Ενόψει των ανωτέρω, η ακολουθούµενη εµπορική πολιτική της ODEON έναντι του ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ δεν µπορεί ούτε και να δικαιολογηθεί µε βάση την αιτίαση ότι η τοπική αγορά του Ηρακλείου εξυπηρετείται επαρκώς µε τη διανοµή µίας
(1)µόνο κόπιας (δηλαδή, ότι η τοπική αγορά «σηκώνει» µία κόπια). Και τούτο, πέραν του ότι υφίσταται αδιαµφισβήτητα πραγµατική ζήτηση για επιπλέον κόπιες στην εν λόγω αγορά, και πέραν του ότι οι τέσσερις µεγάλες εταιρίες διανοµής κατά κανόνα προµηθεύουν, ως γενική πρακτική, τις ταινίες τους σε όλους τους πολυκινηµατογράφους ανεξαρτήτως ιδιοκτησιακού καθεστώτος, για τους ακόλουθους ιδίως λόγους: η επίµαχη πρακτική της καταγγελλόµενης στην αγορά του Ηρακλείου αντικρούεται σαφώς αφενός από την εµπορική πολιτική όλων των άλλων εταιριών διανοµής, οι οποίες αποστέλλουν ταινίες πρώτης προβολής και στους δύο πολυκινηµατογράφους της πόλης του Ηρακλείου (ODEON TALOS και ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ), εκτιµώντας προφανώς ότι η διανοµή περισσοτέρων κοπιών στο Ηράκλειο είναι και αποτελεσµατική και εµπορικά συµφέρουσα, και αφετέρου από την ίδια την εµπορική πολιτική της καταγγελλόµενης σε άλλες επαρχιακές περιοχές της χώρας, όπου αυτή διανέµει περισσότερες από µία
(1)κόπιες για την εξυπηρέτηση της αντίστοιχης τοπικής αγοράς. Σε κάθε περίπτωση, το επιχείρηµα ότι η πόλη του Ηρακλείου δεν δύναται να συντηρήσει δύο πολυκινηµατογράφους προβάλλεται αλυσιτελώς, δεδοµένου ότι δεν αφορά τις προϋποθέσεις εφαρµογής του άρθρου 2α ν. 703/
  1. Εξάλλου, το κατά πόσον αυτό µπορεί να είναι αληθές, θα προκύψει µε ασφάλεια όταν η καταγγέλλουσα, ως εξαρτώµενη επιχείρηση, αποκτήσει ταυτόχρονη πρόσβαση σε ταινίες πρώτης προβολής της καταγγελλόµενης, και οι προτιµήσεις των καταναλωτών του Ηρακλείου καταδείξουν τη δυνατότητα να συντηρήσουν δύο πολυκινηµατογράφους ή έναν, και ποιον εξ αυτών.
  2. Εποµένως, και σε αντίθεση µε τους ισχυρισµούς της καταγγελλόµενης όπως εκτίθενται στα υποµνήµατα και αναπτύχθηκαν και κατά την ακροαµατική διαδικασία, η άρνηση της ODEON να προµηθεύσει πολυδιαφηµιζόµενες ταινίες πρώτης προβολής στον ανταγωνιστή της πολυκινηµατογράφο ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ, δεν αποσκοπεί, ούτε και δικαιολογείται στη βάση αποτελεσµατικοτήτων ή/και δικαιωµάτων είτε σε επίπεδο αλλοδαπών εταιριών παραγωγής ταινιών, είτε σε επίπεδο εγχώριων εταιριών διανοµής εν γένει. Η παροχή µιας παραπάνω κόπιας θα ζηµίωνε, όπως είναι ευνόητο, µόνο την ODEON TALOS (και κατ’ επέκταση τον καθετοποιηµένο όµιλο ODEON), δεδοµένου ότι ο συνολικός αριθµός εισιτηρίων µιας blockbuster ταινίας πρώτης διανοµής δεν θα συγκεντρώνεται πλέον σε ένα πολυκινηµατογράφο, αλλά θα µοιράζεται µεταξύ δύο πολυκινηµατογράφων. Ωστόσο, παρόλο που τα οικονοµικά οφέλη µιας καθετοποιηµένης επιχείρησης είναι εξ απόψεως ανταγωνισµού κατ’ αρχήν θεµιτά, καθώς η προσδοκώµενη αύξηση της αποτελεσµατικότητας της καθετοποιηµένης επιχείρησης ενδέχεται να ωφελήσει τελικά και τον καταναλωτή (π.χ. µε µια µείωση της τιµής που θα είναι δυνατόν να περάσει η αποτελεσµατικότερη επιχείρηση στους πελάτες της), η καθετοποιηµένη αυτή εταιρία δεν επιτρέπεται να συµπεριφέρεται µε τρόπο που να οδηγεί στον 35 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ αποκλεισµό µιας εξαρτηµένης από αυτής επιχείρησης κατά τα προβλεπόµενα στο άρθρο 2α ν. 703/77 όπως ίσχυε, καθιστώντας ανενεργή την προστασία που προβλέπεται στις σχετικές διατάξεις. Αυτό ισχύει πρωτίστως στην παρούσα περίπτωση και για το λόγο ότι η αδυναµία της εξαρτώµενης επιχείρησης ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ να ανταγωνιστεί την ODEON TALOS θα οδηγήσει στον αποκλεισµό της από την αγορά και, συνακόλουθα, στη δηµιουργία µονοπωλίου στην αγορά πολυκινηµατογράφων στην περιοχή του Ηρακλείου. Εποµένως, δεν είναι µόνο θέµα της διάθεσης ή µη των ταινιών πρώτης προβολής, αλλά της επιβίωσης µιας εξίσου ανταγωνιστικής επιχείρησης πολυκινηµατογράφου στη συγκεκριµένη αγορά. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Η Επιτροπή Ανταγωνισµού σε Ολοµέλεια αποφάσισε οµοφώνως και σε φανερή ψηφοφορία τα ακόλουθα:
  3. Διαπιστώνει ότι η εταιρία µε την επωνυµία «ODEON ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΘΕΑΜΑΤΩΝ ΑΕ» παραβίασε το άρθρο 2α του ν. 703/77, όπως ίσχυε.
  4. Υποχρεώνει την εταιρία µε την επωνυµία «ODEON ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΘΕΑΜΑΤΩΝ ΑΕ» να παύσει τις παραβάσεις του άρθρου 2α του ν. 703/77, όπως αυτές αναγράφονται στο ως άνω σκεπτικό, και να παραλείπει αυτές στο µέλλον.
  5. Υποχρεώνει την εταιρία µε την επωνυµία «ODEON ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΘΕΑΜΑΤΩΝ ΑΕ» να προµηθεύει έγκαιρα στην εταιρία µε την επωνυµία «ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ CINE ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΑΕΕ» τουλάχιστον µία κόπια από κάθε ταινία πρώτης προβολής που διαθέτει στο νοµό Ηρακλείου, ήδη από την πρώτη ηµέρα προβολής στις αίθουσες του νοµού, υπό εύλογους και χωρίς διακρίσεις εµπορικούς όρους.
  6. Απειλεί κατά της ανωτέρω εταιρίας, σε περίπτωση διαπίστωσης συνέχισης ή επανάληψης της κατά το ως άνω σκεπτικό παράβασης του άρθρου 2α του ν. 703/77, χρηµατική ποινή ύψους δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ για κάθε ηµέρα µη συµµόρφωσης προς την παρούσα απόφαση. Η απόφαση εκδόθηκε την 7η Ιουνίου
  7. 36 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Η απόφαση να δηµοσιευθεί στην Εφηµερίδα της Κυβέρνησης, σύµφωνα µε το άρθρο 27 παρ. 1 του ν. 3959/
  8. Ο Πρόεδρος Δηµήτριος Κυριτσάκης Οι Συντάκτες της Απόφασης Εµµανουέλα Τρούλη και Δηµήτριος Λουκάς Η Γραµµατέας Ευαγγελία Ρουµπή 37

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.