← Ελλάδα

2041-decision-565-2013

ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΙΘΜ.  563/VΙI/2013 Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συνεδρίασε στην Αίθουσα Συνεδριάσεων του 1ου ορόφου του κτιρίου των γραφείων της, επί της οδού Κότσικα 1Α, Αθήνα, την 29η Οκτωβρίου 2012, ημέρα Δευτέρα και ώρα 10:00, με την εξής σύνθεση: Πρόεδρος: Δημήτριος Κυριτσάκης Αντιπρόεδρος: Δημήτριος Λουκάς Μέλη: Ιωάννης Μπιτούνης, Εμμανουέλα Τρούλη, Βικτωρία Μερτικοπούλου, Δημήτριος Δανηλάτος και Ιωάννης Αυγερινός Γραμματέας: Ηλιάνα Κούτρα Θέμα της συνεδρίασης: Λήψη απόφασης επί της αυτεπάγγελτης έρευνας στην εγχώρια αγορά της κρεοπαραγωγού πτηνοτροφίας για ενδεχόμενη παράβαση του άρθρου 1 ν. 703/77 (ήδη άρθρο 1 ν. 3959/2011) και του άρθρου 101 ΣΛΕΕ. Πριν την έναρξη της συζήτησης ο Πρόεδρος όρισε Γραμματέα της υπόθεσης την Ηλιάνα Κούτρα, με αναπληρώτρια την Παρασκευή Ζαχαριά. Η υπόθεση συζητήθηκε μετά από αναβολή της αρχικά ορισθείσας ημερομηνίας συζήτησης, την 10η Οκτωβρίου 2012, κατόπιν αιτήματος των ενδιαφερομένων μερών. Η συζήτηση συνεχίσθηκε κατά τις συνεδριάσεις της Επιτροπής στις 30 και 31 Οκτωβρίου 2012, όπου και ολοκληρώθηκε. Στη συζήτηση της υπόθεσης τα νομίμως κλητευθέντα μέρη παραστάθηκαν ως εξής: α) ο ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Κοσμίδη, β) η εταιρία Θ. ΝΙΤΣΙΑΚΟΣ ΑΒΕΕ ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ με τους νομίμους εκπροσώπους της Θεόδωρο Νιτσιάκο (Πρόεδρος) και Κων/νο Νιτσιάκο (Αντιπρόεδρος) μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων, Εμμανουήλ Δρυλλεράκη, Κλεομένη Γιαννίκα, Σωτήρη Δεμπεγιώτη και Χρήστο Αναστασίου, γ) ο Αγροτικός Πτηνοτροφικός Συνεταιρισμός Ιωαννίνων  Η παρούσα απόφαση εκδίδεται σε 15 επιπλέον εκδόσεις: Μία για το ΦΕΚ και από μία για κάθε ένα διάδικο μέρος. Από τις παραπάνω εκδόσεις έχουν αφαιρεθεί τα απόρρητα επιχειρηματικά στοιχεία (όπου η ένδειξη […]) τα οποία δεν θα πρέπει να περιέλθουν σε γνώση τρίτων καθώς και των αποδεκτών αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Κανονισμού Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΦΕΚ 54/Β΄/16.1.2013) και με το άρθρο 41 του ν. 3959/2011 (ΦΕΚ 93/Α΄/20.4.2011), ως ισχύει, 1 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΠΙΝΔΟΣ με τους νομίμους εκπροσώπους του Ανδρέα Δημητρίου (Πρόεδρος) και Λάζαρο Τσακανίκα (Γενικός Δ/ντής) μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων Εμμανουήλ Δρυλλεράκη, Κλεομένη Γιαννίκα, Σωτήρη Δεμπεγιώτη, δ) η εταιρία ΥΙΟΙ Π. ΣΑΡΑΜΟΥΡΤΣΗ ΑΒΕΕ διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Πετρίδη, ε) η εταιρία ΚΟΤΙΝΟ ΑΕΒΕ με το νόμιμο εκπρόσωπό της Ηλία Σαρηγιαννίδη μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπύρου Αγγελή, στ) ο ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΑΡΤΑΣ με το νόμιμο εκπρόσωπό του, Λεωνίδα Τσιαντή (Πρόεδρος) μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων Εμμανουήλ Δρυλλεράκη, Κλεομένη Γιαννίκα, Σωτήρη Δεμπεγιώτη και Περίανδρου Τσίτσικα, ζ) η εταιρία Δ. ΚΕΛΑΪΔΙΤΗΣ & ΣΙΑ ΕΠΕ με το νόμιμο εκπρόσωπό της Αδαμάντιο Συρίγο μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων Ιωάννη Χατζηπροδρόμου και Ευθυμίας Κινινή, η) η εταιρία ΑΜΒΡΟΣΙΑΔΗΣ ΚΟΤΟΠΟΥΛΑ ΕΞΟΧΗΣ ΑΒΕΕ με το νόμιμο εκπρόσωπό της Ιωακείμ Αμβροσιάδη (Πρόεδρος) μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων Εμμανουήλ Δρυλλεράκη, Κλεομένη Γιαννίκα, Σωτήρη Δεμπεγιώτη, θ) η εταιρία ΑΓΡΟΖΩΗ ΑΒΕΕ με το νόμιμο εκπρόσωπό της Λάμπρο Ζώη (Πρόεδρος) μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων Εμμανουήλ Δρυλλεράκη, Κλεομένη Γιαννίκα, Σωτήρη Δεμπεγιώτη, ι) η εταιρία ΜΑΖΑΡΑΚΙ ΑΒΕΕ με το νόμιμο εκπρόσωπό της Αδαμάντιο Συρίγο μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων Ιωάννη Χατζηπροδρόμου και Ευθυμίας Κινινή, κ) η εταιρία ΒΙΟΚΟΤ ΑΕ με το νόμιμο εκπρόσωπό της Τριαντάφυλλο Ζούρα μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων Εμμανουήλ Δρυλλεράκη, Κλεομένη Γιαννίκα, Σωτήρη Δεμπεγιώτη, λ) η εταιρία ΦΡΕΣΚΟΤ-ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΕΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ με τη νόμιμη εκπρόσωπό της Ελένη Κουτσού μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γιώργου Γουλιέλμου και μ) η εταιρία ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΗ Α.Ε με το νόμιμο εκπρόσωπό της Αθανάσιο Αγγελάκη μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων Ανέστη Παπαδόπουλου, Γεωργίου Τσαπρούνη και την ασκούμενη δικηγόρο Γεωργία Γρετσίστα. Από τα ως άνω νομίμως κλητευθέντα μέρη, η εταιρία ΦΡΕΣΚΟΤΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΕΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ, παραστάθηκε κατά τη συνεδρίαση της 29ης Οκτωβρίου 2012 και η εταιρία ΥΙΟΙ Π. ΣΑΡΑΜΟΥΡΤΣΗ ΑΒΕΕ, παραστάθηκε κατά τις συνεδριάσεις της 29ης και 30ης Οκτωβρίου

  1. Η εταιρία ΑΦΟΙ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ καίτοι κλητεύθηκε νομίμως (σχετικές οι υπ’ αριθ. 5863 Γ΄/22.8.2012 και 5955Γ΄/14.9.2012 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκίδας, […]), δεν παραστάθηκε. Στην αρχή της συζήτησης, ο Πρόεδρος έδωσε το λόγο στην Εισηγήτρια της υπόθεσης, Βικτωρία Μερτικοπούλου, η οποία ανέπτυξε συνοπτικά την υπ’ αριθμ. πρωτ. 6258/2.8.2012 γραπτή Εισήγηση επί της κρινόμενης υπόθεσης και πρότεινε, για τους λόγους που αναφέρονται αναλυτικά στην Εισήγηση: «Α. Να διαπιστωθεί η ως άνω περιγραφείσα παράβαση (οριζόντια σύμπραξη με βασικό αντικείμενο τον καθορισμό τιμών) του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 703/1977, όπως ίσχυε, και 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, για το χρονικό διάστημα 1996 έως
  2. 2 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Β. Να επιβληθεί πρόστιμο στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και το ΣΠΕΕ για την ως άνω παράβαση του άρθρου 1 του ν. 703/1977, όπως ίσχυε, και το άρθρο 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, το οποίο θα υπολογισθεί βάσει του άρθρου 25 παρ. 2 του ν. 3959/2011, ως ακολούθως:  ΣΠΕΕ: Σεπτέμβριος 1996 - Σεπτέμβριος 2010  Θ. Νιτσιάκος ΑΒΕΕ: Απρίλιος 1997 – Σεπτέμβριος 2010  ΑΠΣΙ Πίνδος: Απρίλιος 1997 - Σεπτέμβριος 2010  ΑΠΣ Άρτας: Απρίλιος 1997 - Σεπτέμβριος 2010  Αφοί Λειβαδίτη ΑΒΕΕ: Απρίλιος 1997 - Σεπτέμβριος 2010  Δ. Κελαϊδίτης & Σία ΕΠΕ: Απρίλιος 1997 - Σεπτέμβριος 2010  Αμβροσιάδης Κοτόπουλα Εξοχής ΑΒΕΕ: Σεπτέμβριος 1998 - Σεπτέμβριος 2010  Αγροζωή ΑΒΕΕ: Σεπτέμβριος 1997 - Σεπτέμβριος 2010  Μαζαράκι ΑΒΕΕ: Αύγουστος 2002 - Σεπτέμβριος 2010  Κοτίνο ΑΕΒΕ: Ιούνιος 2001- Σεπτέμβριος 2010  Βιοκότ ΑΕ: Οκτώβριος 2002- Σεπτέμβριος 2010  Υιοί Π. Σαραμούρτση ΑΒΕΕ: Σεπτέμβριος 1998- Σεπτέμβριος 2010  Φρεσκότ ΑΕ: Απρίλιος 1997- Σεπτέμβριος 2010  Αγγελάκης ΑΕ: Οκτώβριος 1997 - Σεπτέμβριος
  3. Γ. Να γίνει σύσταση προς το ΣΠΕΕ να απαλειφθούν ή άλλως να αναδιατυπωθούν από το καταστατικό του ΣΠΕΕ και συγκεκριμένα από το άρθρο 2 αυτού, οι ακόλουθοι σκοποί του σωματείου, ως αντικείμενοι στα άρθρα 1 παρ. 1 ν. 703/1977, 1 παρ. 1 ν. 3959/2011 και 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, και συνεπώς άκυροι: i) η παράγραφος 2: «ο προγραμματισμός και έλεγχος εισαγωγής νεοσσών αναπαραγωγής του κλάδου κρεοπαραγωγής και αυγοπαραγωγής βάσει των αναγκών της εσωτερικής αγοράς και των εξαγωγών σε κρέας πουλερικών και σε αυγά καταναλώσεως», ii) η παράγραφος 5: «στατιστική παρακολούθηση της παραγωγικής δραστηριότητας του κλάδου προς τον σκοπό προγραμματισμένης αναπτύξεως των εργασιών των μελών και αποτελεσματικής προλήψεως των περιοδικώς παρουσιαζομένων κρίσεων στον κλάδο. Προς τούτο εις τα Γραφεία του Συνδέσμου θα συγκεντρώνονται συστηματικά στατιστικά στοιχεία, βάσει παρεχόμενων πληροφοριών από τα μέλη επί της εισαγωγής νεοσσών πατρογονικών, επί της τοποθέτησης εκκολάψιμων αυγών εις τις μηχανές, επί της παραγωγής και πωλήσεως νεοσσών BROILERS και αυγοπαραγωγής», 3 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ iii) η παράγραφος 6: «σύνταξη μηνιαίου δελτίου επί της υφιστάμενης παραγωγικής δραστηριότητας του κλάδου και των προοπτικών αναπτύξεως αυτού, σε συνδυασμό με την υφιστάμενη και προβλεπόμενη κατανάλωση κρέατος πουλερικών και αυγών στην εσωτερική αγορά, λαμβανομένων υπόψη και των εξαγωγών» και iv) η παράγραφος 7: «εκπόνηση ετήσιων και μακροχρόνιων προγραμμάτων αναπτύξεως του κλάδου προς εξασφάλιση ορθολογικών κριτηρίων εις τα μέλη κατά τη λήψη αποφάσεως περαιτέρω επεκτάσεων με σκοπό την αποφυγή και πρόληψη μονιμότερων οικονομικών κρίσεων». Δ. Να υποχρεωθούν οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και ο ΣΠΕΕ να παύσουν τις ως άνω παραβάσεις και να παραλείπουν αυτές στο μέλλον. Ε. Να απειληθούν οι ανωτέρω επιχειρήσεις και ο ΣΠΕΕ με πρόστιμο και χρηματική ποινή, αν με απόφαση της Επιτροπής βεβαιώνεται η συνέχιση ή η επανάληψη των διαπιστωθεισών παραβάσεων». Κατόπιν το λόγο έλαβαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των ενδιαφερομένων μερών καθώς και οι νόμιμοι εκπρόσωποί τους, οι οποίοι τοποθετήθηκαν επί της εισηγήσεως, ανέπτυξαν τις απόψεις τους, έδωσαν διευκρινήσεις και απάντησαν σε ερωτήσεις, που τους υπέβαλαν ο Πρόεδρος και τα Μέλη της ΕΑ. Για τη θεμελίωση των ισχυρισμών τους οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των εταιριών ζήτησαν την εξέταση μαρτύρων. Η Επιτροπή αποδεχόμενη το αίτημα εξέτασε τους μάρτυρες: 1) […], 2) […], 3) […], 4) […], 5) […], 6) […], 7) […] και 8) […]. Επίσης, κατόπιν αιτήματος των πληρεξουσίων δικηγόρων των εταιριών Δ. ΚΕΛΑΪΔΙΤΗΣ & ΣΙΑ ΕΠΕ και ΜΑΖΑΡΑΚΙ ΑΒΕΕ, η Επιτροπή την 29η Οκτωβρίου 2012 κάλεσε τηλεφωνικά μέσω της Γραμματέως της υπόθεσης, για μία ακόμη φορά, τον […] να προσέλθει στην Επιτροπή προκειμένου να καταθέσει ως μάρτυρας. Ο […] απάντησε προς τη Γραμματέα, Ηλιάνα Κούτρα ότι αδυνατεί να προσέλθει ενώπιον της Επιτροπής γιατί δεν μπορεί να μετακινηθεί και η συζυγός του είναι βαριά άρρωστη. Στην υπόμνηση δε ότι θα του στείλουμε γιατρό στο σπίτι δήλωσε ότι «δεν ξέρω, εγώ πάντως δεν μπορώ να έρθω». Η Επιτροπή συνήλθε σε διάσκεψη την 24η Ιανουαρίου 2013 (ημέρα Πέμπτη και ώρα 13:00), η οποία συνεχίσθηκε και ολοκληρώθηκε την 15η Φεβρουαρίου 2013 (ημέρα Παρασκευή και ώρα 11:00, στην ως άνω αίθουσα συνεδριάσεων του 1ου ορόφου των Γραφείων, επί της ως άνω υπόθεσης με τη συμμετοχή της Εισηγήτριας Βικτωρίας Μερτικοπούλου, η οποία δεν έλαβε μέρος στην ψηφοφορία και, αφού έλαβε υπόψη της τα στοιχεία του φακέλου της κρινόμενης υπόθεσης, περί των οποίων κατωτέρω, την Εισήγηση, τις απόψεις που διατύπωσαν προφορικώς τα ενδιαφερόμενα μέρη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και με τα υπομνήματα τα οποία υπέβαλαν, καθώς και τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες κατά την ακροαματική διαδικασία, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΩΣ ΑΚΟΛΟΥΘΩΣ: 4 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  4. Στις 2/9/2010, με βάση πληροφορίες που περιήλθαν σε γνώση της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού (εφεξής ΓΔΑ) για επικείμενη συντονισμένη αύξηση των τιμών των παραγόμενων προϊόντων πολλών εταιριών του κλάδου της κρεοπαραγωγού πτηνοτροφίας από 1/09/2010, αποφασίστηκε η διενέργεια σχετικής αυτεπάγγελτης έρευνας για ενδεχόμενη παράβαση του άρθρου 1 ν. 703/77 (ήδη άρθρο 1 ν. 3959/20011) και του άρθρου 101 ΣΛΕΕ.
  5. Στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης αυτής έρευνας, μεταξύ άλλων: (α) διενεργήθηκαν αιφνιδιαστικοί επιτόπιοι έλεγχοι σε τέσσερις

(4)επιχειρήσεις του κλάδου,1 καθώς και στο Σύνδεσμο Πτηνοτροφικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (εφεξής και «Σύνδεσμος» ή «ΣΠΕΕ»), στα γραφεία της ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΗΣ - Κεντρικής Κλαδικής Συνεταιριστικής Ένωσης Πτηνοτροφικών Προϊόντων (εφεξής και Πτηνοτροφική-Συνεταιριστική Ένωση), καθώς και στα γραφεία της Πανελλήνιας Ένωσης Οργανώσεων Πτηνοτρόφων Παραγωγών (εφεξής και ΠΕΟΠΠ), (β) στάλθηκε σειρά ερωτηματολογίων σε είκοσι επτά
(27)επιχειρήσεις του κλάδου2, οι περισσότερες εκ των οποίων μέλη του ΣΠΕΕ, για τη συλλογή απαραίτητων για τον αυτεπάγγελτο έλεγχο στοιχείων· το άθροισμα του κύκλου εργασιών των εν λόγω επιχειρήσεων εκτιμάται σε περίπου 90% του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών της αγοράς (στοιχεία 2010), και (γ) κλήθηκαν στα γραφεία της υπηρεσίας για παροχή πληροφοριών εκπρόσωποι δεκαπέντε
(15)επιχειρήσεων και συνεταιρισμών του κλάδου3, καθώς και […] από την Πτηνοτροφική-Συνεταιριστική Ένωση
  1. Όπως περιγράφεται εκτενώς στις ακόλουθες ενότητες, με βάση τα στοιχεία της έρευνας και της συνακόλουθης (προφορικής και γραπτής) διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής, διαπιστώθηκε ότι, επί πολλά έτη, και ειδικότερα από το 1996 έως και το 2010, πολλές 1 Συγκεκριμένα, αιφνιδιαστικοί επιτόπιοι έλεγχοι από κλιμάκια της ΓΔΑ διενεργήθηκαν στις εταιρίες Βιοκότ – Πτηνοσφαγεία Αττικοβοιωτίας ΑΕ, Θ. Νιτσιάκος Α.Β.Ε.Ε, Αφοί Λειβαδίτη Α.Β.Ε.Ε και Αγροτικός Πτηνοτροφικός Συνεταιρισμός Άρτας στις 3/9/
  2. Περαιτέρω, στα γραφεία του ΣΠΕΕ διενεργήθηκαν έλεγχοι στις 3/9/2010 και 21/9/
  3. Στην Πτηνοτροφική – Συνεταιριστική Ένωση, ο έλεγχος διενεργήθηκε στις 12/01/
  4. Στην ΠΕΟΠΠ ο έλεγχος διενεργήθηκε στις 12/01/
  5. 2 Συγκεκριμένα, αιτήματα παροχής πληροφοριών εστάλησαν στις εταιρίες Θ. Νιτσιάκος ΑΒΕΕ, Αφοί Λειβαδίτη ΑΒΕΕ, Αγροζωή ΑΒΕΕ, Φρεσκότ πτηνοτροφικές εμπορικές επιχειρήσεις Α.Ε, Αμβροσιάδης Κοτόπουλα Εξοχής ΑΒΕΕ, Λεβεντάκης ΑΕΒΕ, Αγγελάκης ΑΕ, Μαζαράκι ΑΒΕΕ, Καραγιαννάκης Ανδρέας Α.Ε, Δ & Κ Γεννάδιος ΑΒΕΕ, Υιοί Φ. Κουσιάκη ΟΕ, Κοτίνο ΑΒΕΕ, Υιοί Π. Σαραμούρτση ΑΒΕΕ, Πτηνοπαραγωγή Α.Ε, Χ. Λιόγκας & Υιοί ΑΕΒΕ, Βιοκότ ΑΒΕΕ, Όρνιθα ΑΒΕΕ, H.Q.F. ΑΕΤ, Λεσβιακή Πτηνοτροφία Α.Ε, Πτηνοτροφικές Επιχειρήσεις Άρτας ΑΒΕΕ, Κοτόπουλα Μεσημερίου Γαλανός ΑΕ, Κωσταρής Στυλιανός, Κρέτα Πτηνέκ - Καζάκης Α.Ε, Σιμόπουλος ΟΕ, Δ. Κελαϊδίτης & Σια ΕΠΕ, ΑΠΣ Άρτας και ΑΠΣΙ Πίνδος. 3 Συγκεκριμένα, κλήθηκαν εκπρόσωποι των εταιριών Βιοκότ ΑΕ, Κελαϊδίτης ΑΕ, Μαζαράκι ΑΒΕΕ, ΑΠΣΙ Πίνδος, Αγγελάκης ΑΕ, Αγροζωή ΑΒΕΕ, Αμβροσιάδης Κοτόπουλα Εξοχής ΑΒΕΕ, ΑΠΣ ΑΡΤΑΣ, Κοτίνο ΑΕΒΕ, Αφοί Λειβαδίτη ΑΒΕΕ, Όρνιθα ΑΒΕΕ, Υιοί Π. Σαραμούρτση ΑΒΕΕ, Φρεσκότ ΑΕ, HQF AET και Θ. Νιτσιάκος ΑΒΕΕ. 4 Πρόκειται για […] της Πτηνοτροφικής – Συνεταιριστικής Ένωσης. 5 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον κλάδο της κρεοπαραγωγού πτηνοτροφίας συνεννοούνταν μεταξύ τους για το συντονισμό της εμπορικής τους πολιτικής, με κύριο σκοπό τον από κοινού καθορισμό τιμών πώλησης των προϊόντων τους (ήτοι του νωπού και κατεψυγμένου κοτόπουλου) προς το επόμενο επίπεδο της παραγωγικής αλυσίδας (χονδρέμποροι, σούπερ μάρκετ, ψησταριές, κρεοπώλες). Περαιτέρω, οι ίδιες επιχειρήσεις συνεννούνταν για τον καταμερισμό πελατών, με συμπληρωματικό σκοπό τη διατήρηση της υφιστάμενης κατανομής πελατείας, προκειμένου να ισχυροποιηθεί η αντιανταγωνιστική μεταξύ τους σύμπραξη. Στο πλαίσιο της εν λόγω σύμπραξης, ο ΣΠΕΕ είχε σημαντικό ρόλο στην οργάνωση των συναντήσεων, στις οποίες συμφωνούνταν η κοινή εμπορική στρατηγική των ανταγωνιζόμενων επιχειρήσεων, καθώς και στην εν γένει υποστήριξη της σύμπραξης. Πιο συγκεκριμένα, όπως αναλύεται κατωτέρω, οι εμπλεκόμενες πτηνοτροφικές επιχειρήσεις επέδειξαν για πολλά έτη (1996 – 2010) την επιθυμία τους να καθορίσουν από κοινού τις τιμές πώλησης των προϊόντων τους, με την παρότρυνση και ενεργό συμμετοχή του ΣΠΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, έλαβαν χώρα πολλές συναντήσεις μεταξύ ανταγωνιστών, η θεματολογία των οποίων, όπως αποδεικνύεται από τα ευρήματα των επιτόπιων ελέγχων, αφορά στη διαμόρφωση των τιμών των προϊόντων τους, ενώ η εναρκτήρια σχετική συμφωνία είχε καταγραφεί και σε έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό. Οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα βρίσκονταν σε άμεση επικοινωνία, επαφή και συνεννόηση, αντάλλασσαν απόψεις και πληροφορίες σχετικά με την εμπορική, και ειδικότερα την τιμολογιακή, πολιτική τους και κατάρτισαν από κοινού σχέδιο με στόχο τον καθορισμό τιμών. Με τις ενέργειές τους, αποσκοπούσαν συστηματικά στην τεχνική διαμόρφωση του επιπέδου των τιμών πώλησης των προϊόντων τους εντός της ελληνικής επικράτειας, αντί να καθορίζουν αυτοτελώς την εμπορική τους πολιτική στην αγορά. Το ενιαίο αντι-ανταγωνιστικό αυτό σχέδιο ήταν λεπτομερές στη σύλληψη, ανάπτυξη και εφαρμογή του, ενώ και η διάρθρωση της υπό κρίση σύμπραξης ήταν τέτοιας μορφής και έντασης, ώστε να διασφαλίζεται εντέλει η διαχρονικότητά της (1996 – 2010). Τα εμπλεκόμενα μέρη είχαν πολλαπλές και συνεχείς συνεννοήσεις καθόλη την εξεταζόμενη περίοδο, συμμετείχαν σε πολλές μεταξύ τους συναντήσεις με αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού, και ειδικότερα προσδιόριζαν απο κοινού και συμφωνούσαν συγκεκριμένο επίπεδο τιμών ανά κανάλι διανομής σε τακτά χρονικά διαστήματα. Περαιτέρω, η σύμπραξη καταλάμβανε και ρήτρες κατανομής πελατείας (διατήρηση υφιστάμενης κατανομής πελατείας). Ο Σύνδεσμος των πτηνοτροφικών επιχειρήσεων, ΣΠΕΕ, είχε ενεργό ρόλο προς διευκόλυνση του αντι-ανταγωνιστικού σχεδίου. Και τούτο, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι στην σύμπραξη συμμετείχαν και επιχειρήσεις που δεν ήταν μέλη του ΣΠΕΕ. Ειδικότερα, μέσω του [ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΣΠΕΕ] και της γραμματείας του Συνδέσμου, επιλαμβάνεται, σε μεγάλο βαθμό, της οργάνωσης των συναντήσεων, στις οποίες γίνεται η συζήτηση και συνάπτονται συμφωνίες σε σχέση με τον καθορισμό των τιμών (και την κατανομή της πελατείας). Στο πλαίσιο αυτό, επιλαμβάνεται των προσκλήσεων, της τήρησης των πρακτικών σχετικά με όσα συζητούνται και συμφωνούνται, της αποστολής ενημερώσεων - επιστολών 6 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ υπενθύμισης των συμφωνηθέντων, της συλλογής στοιχείων που χρησιμοποιεί για τη διαμόρφωση των προτεινόμενων τιμών και για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τα συμφωνηθέντα, ενίοτε δε απευθύνει προς τα μέλη παροτρύνσεις με αντιανταγωνιστικό περιεχόμενο. Α. ΤΑ ΕΜΠΛΕΚΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ
  6. Τα εμπλεκόμενα μέρη στην κρινόμενη υπόθεση είναι ένας μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον κλάδο της κρεοπαραγωγού πτηνοτροφίας, καθώς και ο ΣΠΕΕ που αποτελεί το κλαδικό όργανο στο οποίο ανήκουν οι περισσότερες από αυτές. Α.
  7. ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΛΑΔΟΥ ΚΡΕΟΠΑΡΑΓΩΓΟΥ ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑΣ
  8. Βασική δραστηριότητα των επιχειρήσεων του κλάδου κρεοπαραγωγού πτηνοτροφίας είναι η σφαγή, τυποποίηση και χονδρική πώληση κοτόπουλου προς τέσσερα, κυρίως, κανάλια διανομής: χονδρέμπορους, σούπερ μάρκετ, κρεοπωλεία και ψητοπωλεία. Το κοτόπουλο μπορεί να πωλείται συσκευασμένο ή μη, ολόκληρο ή μη (ήτοι συσκευασμένο ανά μέρος του σώματος), επεξεργασμένο ή μη, νωπό ή κατεψυγμένο. Από το συνδυασμό αυτών των χαρακτηριστικών προκύπτουν πολλά παράγωγα προϊόντα, τα οποία και καλούνται από κοινού «προϊόντα κοτόπουλου» για το σκοπό της παρούσας απόφασης.
  9. Η τυπική επιχείρηση του κλάδου παραλαμβάνει νεοσσούς από πιστοποιημένα εκκολαπτήρια, αναλαμβάνει την πάχυνση και σφαγή τους, και κατόπιν τα προωθεί προς τα τέσσερα προαναφερόμενα κανάλια διανομής. Ωστόσο, οι περισσότερες επιχειρήσεις, και δη οι μεγαλύτερες, είναι πλήρως καθετοποιημένες, δεδομένου ότι δραστηριοποιούνται, τόσο στην εκκόλαψη, όσο και στην επεξεργασία και διανομή των προϊόντων τους, ενώ συμμετέχουν και σε άλλες συναφείς αγορές, όπως αυτές των φυραμάτων και λοιπών ζωοτροφών.
  10. Στα αρχικά στάδια, η έρευνα της υπηρεσίας επεκτάθηκε σε 26 επιχειρήσεις του κλάδου. Ωστόσο, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία του φακέλου, η έρευνα επικεντρώθηκε εν τέλει στη συμπεριφορά των κάτωθι επιχειρήσεων (παρατίθενται με τυχαία σειρά): ΕΤΑΙΡΙΕΣ Επωνυμία Αμβροσιάδης Παραγωγή και Εμπορία Πτηνοτροφικών Ζωικών Προϊόντων Α.Β.Ε.Ε. Υιοί Π. Σαραμούρτση Α.Β.Ε.Ε. Παραγωγή και Επεξεργασία Πουλερικών Δημ. Κελαϊδίτης & Σία Ε.Π.Ε Αφοί Λειβαδίτη Παραγωγή και Εμπορία Πτηνοτροφικών Προϊόντων και Πτηνοτροφών Α.Β.Ε.Ε. Αγροτικός Πτηνοτροφικός Συνεταιρισμός Διακριτικός Τίτλος Αμβροσιάδης Κοτόπουλα Εξοχής Α.Β.Ε.Ε. Χάρμα Δημ. Κελαϊδίτης Ε.Π.Ε. Αφοί Λειβαδίτη Α.Β.Ε.Ε. ΑΠΣ Άρτας 7 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Πίνδος – Αγροτικός Πτηνοτροφικός Συνεταιρισμός Ιωαννίνων Θ. Νιτσιάκος Α.Β.Ε.Ε. Πτηνοτροφικές Επιχειρήσεις Κοτίνο Ανώνυμη Πτηνοτροφική Εμπορική και Βιομηχανική Επιχείρηση Αγροζωή Α.Β.Ε.Ε. – Αγροτικές και Πτηνοτροφικές Επιχειρήσεις Αγγελάκης Βιομηχανική και Πτηνοτροφική Α.Ε. Hellenic Quality Foods Ανώνυμος Εταιρία Τροφίμων Μαζαράκι Α.Β.Ε.Ε. Πτηνοτροφικών Προϊόντων Φρεσκότ – Πτηνοτροφικές Εμπορικές Επιχειρήσεις Α.Ε. Βιοκότ Πτηνοσφαγεία Αττικοβοιωτίας Βιομηχανική Εμπορική Τροφίμων Α.Ε.
  11. ΑΠΣΙ Πίνδος Θ. Νιτσιάκος Α.Β.Ε.Ε. Κοτίνο Α.Ε.Β.Ε. Αγροζωή Α.Β.Ε.Ε. Αγγελάκης Α.Ε. H.Q.F. Μαζαράκι Α.Β.Ε.Ε. Φρεσκότ Α.Ε. Βιοκότ Α.Ε. Στο Παράρτημα 1 της παρούσας παρουσιάζονται πληροφορίες σχετικά με κάθε μία από τις ανωτέρω εμπλεκόμενες επιχειρήσεις. Α.
  12. ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΣΠΕΕ) Α.2.
  13. Ίδρυση –έδρα –σκοπός.
  14. Ο ΣΠΕΕ συνιστά μη κερδοσκοπικό Επαγγελματικό Σωματείο με έδρα την οδό Μενάνδρου 54 στην Αθήνα
  15. Ιδρύθηκε κατόπιν τροποποίησης του καταστατικού του προϋπάρχοντος Συνδέσμου Εκκολαπτών Νεοσσών Κρεοπαραγωγής, στον οποίο συμπεριελήφθησαν οι κλάδοι της αυγοπαραγωγού και κρεοπαραγωγού πτηνοτροφίας
  16. Πέραν των Συνεταιρισμών, στο ΣΠΕΕ συμμετέχουν ως μέλη οι μεγαλύτερες ιδιωτικές επιχειρήσεις του κλάδου της κρεοπαραγωγού πτηνοτροφίας.
  17. Βάσει του προσκομισθέντος καταστατικού, οι σκοποί του ΣΠΕΕ περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη μελέτη, την προστασία και την προαγωγή των επαγγελματικών και οικονομικών συμφερόντων των μελών του, την παρακολούθηση της παραγωγικής δραστηριότητας του κλάδου και τη σύνταξη σχετικού μηνιαίου δελτίου, καθώς και την εκπόνηση ετησίων και μακροχρονίων προγραμμάτων αναπτύξεως του κλάδου. Α.2.
  18. Διοικητικό Συμβούλιο.
  19. Κατά την ίδρυσή του, στο ΔΣ του ΣΠΕΕ εκπροσωπούνταν και οι τρεις επαγγελματικές κατηγορίες στον κλάδο της πτηνοτροφίας, ήτοι κρεοπαραγωγοί, εκκoλάπτες και αυγοπαραγωγοί. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια υπάρχει σχετική ανισοκατανομή μεταξύ των μελών, δεδομένων των πολλών μελών προερχόμενων από κρεοπαραγωγικές 5 Διά της υπ’ αριθμ. 5245/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εγκρίθηκε στις 2/11/2009 η τροποποίηση Καταστατικού Σωματείου υπό την επωνυμία Σύνδεσμος Πτηνοτροφικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (Σ.Π.Ε.Ε.), το οποίο είχε αναγνωρισθεί με την υπ’ αριθμ. 131/1973 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. 6 Βλ. απαντητική επιστολή ΣΠΕΕ με αρ. πρωτ. 474/25.01.
  20. Βλ. και την από […] ένορκη κατάθεση του […] (εφεξής ως [ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΣΠΕΕ]). 8 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ επιχειρήσεις. Κατά την έναρξη της έρευνας της Υπηρεσίας, το Σεπτέμβριο του 2010, η σύνθεση του ΔΣ του ΣΠΕΕ είχε ως εξής7: Θέση Όνομα Εκπρ. Επιχείρηση Κλάδος ΠΡΟΕΔΡΟΣ Δημήτρης Λειβαδίτης Αφοί Λειβαδίτη ΑΒΕΕ Κρεοπαραγωγή ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Γιάννης Βλαχάκης Βλαχάκης ΑΠΕΕ Αυγοπαραγωγή ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Θεόδωρος Νιτσιάκος Θ. Νιτσιάκος ΑΒΒΕ Κρεοπαραγωγή ΤΑΜΙΑΣ Τάκης Σκούρτης Π. Σκούρτης ΑΒΕΕ Αυγοπαραγωγή ΜΕΛΟΣ Αριστείδης Λεβεντάκης Λεβεντάκης ΑΕΒΕ Κρεοπαραγωγή ΜΕΛΟΣ Αδαμάντιος Συρίγος Μαζαράκι ΑΒΕΕ Κρεοπαραγωγή ΜΕΛΟΣ Ιωάννης Ζούρας Ζούρας Φαρμ ΑΕ Αυγοπαραγωγή ΜΕΛΟΣ Γιάννης Πανάρετος Φρεσκότ ΑΕ Κρεοπαραγωγή ΜΕΛΟΣ Άγγελος Κούρκαφας Ευροφάρμα ΑΕ Εκκολάπτης Αμβροσιάδης Κοτόπουλα Εξοχής ΑΒΕΕ Κρεοπαραγωγή ΜΕΛΟΣ
  21. Ιωακείμ Αμβροσιάδης 8 Η ισχύς της θητείας του ανωτέρω αναφερόμενου Δ.Σ ήταν διετής, από τις 19/11/2008 έως 16/11/
  22. Στις 16/11/2010, εκλέχθηκε νέο ΔΣ με επίσης διετή θητεία, δηλ. μέχρι την 16/11/2012, και την εξής σύνθεση: 7 Η σύνθεση των ΔΣ προηγούμενων ετών έχει ως εξής: Κατά την περίοδο 31/5/1995-30/4/1998: Γιώργος Μιμίκος (Μιμίκος ΑΕ) Πρόεδρος, Τάκης Γεωργασόπουλος (Χάι-Λάιν Γεωργασόπουλος) Α΄Αντιπρόεδρος, Παντελής Σκούρτης (Π. Σκούρτης ΑΒΕΕ) Β’ Αντιπρόεδρος, Δημήτρης Λειβαδίτης (Αφοί Λειβαδίτη ΑΒΕΕ) Γενικός Γραμματέας, Χρίστος Τσαούσης (Ευρωπτηνοτροφική ΑΕ) Ταμίας, Αδαμάντιος Συρίγος (Σαρ-Συρ ΑΕ) Μέλος, Ευάγγελος Νίκας (Φρεσκότ ΑΕ) Μέλος, Μιχάλης Μιμίκος (Μιμίκος ΑΕ) Μέλος, Νίκος Τετώρος (Αφοί Τετώρου ΑΒΕ) Μέλος. Κατά την περίοδο 1/5/199931/04/2001: Παντελής Σκούρτης (Π. Σκούρτης ΑΒΕΕ) Πρόεδρος, Δημήτρης Λειβαδίτης (Αφοί Λειβαδίτη ΑΒΕΕ) Αντιπρόεδρος, Γιάννης Λαλαγιάννης (Λαλαγιάννης ΑΕ) Γενικός Γραμματέας, Ιωάννης Ζούρας (Ζούρας Φαρμ ΑΕ) Ταμίας, Σταύρος Μαλλιώρης (Σύνκο ΑΒΕΕ) Μέλος, Θεόδωρος Νιτσιάκος (Θ. Νιτσιάκος ΑΒΕΕ) Μέλος, Αδαμάντιος Συρίγος (Σαρ-Συρ ΑΕ) Μέλος, Ιωάννης Βλαχάκης (Βλαχάκης ΑΠΕΕ) Μέλος, Ευάγγελος Νίκας (Φρεσκότ ΑΕ) Μέλος. Κατά την περίοδο 2/5/2001-27/01/2004: Δημήτρης Λειβαδίτης (Αφοί Λειβαδίτη ΑΒΕΕ) Πρόεδρος, Ιωάννης Ζούρας (Ζούρας Φαρμ ΑΕ) Αντιπρόεδρος, Θεόδωρος Νιτσιάκος (Θ. Νιτσιάκος ΑΒΕΕ) Γενικός Γραμματέας, Τάκης Σκούρτης (Π. Σκούρτης ΑΒΕΕ) Ταμίας, Κωνσταντίνος Γιαζιτζόγλου (HQF ΑΕΤ) Μέλος, Αδαμάντιος Συρίγος (Μαζαράκι ΑΒΕΕ) Μέλος, Ιωάννης Λαλαγιάννης (Λαλαγιάννης ΑΕ) Μέλος, Χρήστος Σαραμούρτσης (Υιοί Π. Σαραμούρτση ΑΒΕΕ) Μέλος, Ανέστης Θεοδωρίδης (Μεγαφάρμ ΑΒΕΕ) Μέλος. Κατά την περίοδο 28/1/2004-11/1/2006: Δημήτρης Λειβαδίτης (Αφοί Λειβαδίτη ΑΒΕΕ) Πρόεδρος, Ιωάννης Ζούρας (Ζούρας Φαρμ ΑΕ) Αντιπρόεδρος, Θεόδωρος Νιτσιάκος (Θ. Νιτσιάκος ΑΒΕΕ) Γενικός Γραμματέας, Τάκης Σκούρτης (Π. Σκούρτης ΑΒΕΕ) Ταμίας, Κωνσταντίνος Γιαζιτζόγλου (HQF ΑΕΤ) Μέλος, Αδαμάντιος Συρίγος (Μαζαράκι ΑΒΕΕ) Μέλος, Ιωάννης Βλαχάκης (Βλαχάκης ΑΠΕΕ) Μέλος, Ανέστης Θεοδωρίδης (Μεγαφάρμ ΑΒΕΕ) Μέλος, Παφύλας Στέλιος ( Σύνκο ΑΒΕΕ) Μέλος. Κατά την περίοδο 12/1/2006-2/2/2008: Δημήτρης Λειβαδίτης (Αφοί Λειβαδίτης ΑΒΕΕ) Πρόεδρος, Ιωάννης Ζούρας (Ζούρας Φαρμ ΑΕ) Αντιπρόεδρος, Θεόδωρος Νιτσιάκος (Θ. Νιτσιάκος ΑΒΕΕ) Γενικός Γραμματέας, Τάκης Σκούρτης (Π. Σκούρτης ΑΒΕΕ) Ταμίας, Αδαμάντιος Συρίγος (Μαζαράκι ΑΒΕΕ) Μέλος, Κωνσταντίνος Γιαζιτζόγλου (HQF ΑΕΤ) Μέλος, Ιωάννης Βλαχάκης (Βλαχάκης ΑΠΕΕ) Μέλος, Διονύσης Θεοφιλόπουλος (Δ & Κ Γεννάδιος ΑΒΕΕ) Μέλος, Ανέστης Θεοδωρίδης (Μεγαφάρμ ΑΒΕΕ) Μέλος. 8 Αντικατέστησε τον Κ. Γιαζιτζόγλου από 17/11/2009, εκπρόσωπο της επιχείρησης HQF AET. Η σχετική επιστολή παραίτησης του κ. Γιαζιτζόγλου από το ΔΣ του Συνδέσμου προσκομίστηκε στην Υπηρεσία με την υπ’ αριθμ. πρωτ. 652/24.01.2012 απαντητική επιστολή της εταιρίας. 9 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Θέση Όνομα Εκπρ. Επιχείρηση Κλάδος ΠΡΟΕΔΡΟΣ Αδαμάντιος Συρίγος Μαζαράκι ΑΒΕΕ Κρεοπαραγωγή ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Χρίστος Τσαούσης Ευρωπτηνοτροφική ΑΕ Αυγοπαραγωγή ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Θόδωρος Νιτσιάκος Θ. Νιτσιάκος ΑΒΕΕ Κρεοπαραγωγή ΤΑΜΙΑΣ Αριστείδης Λεβεντάκης Λεβεντάκης ΑΕΒΕ Κρεοπαραγωγή ΜΕΛΟΣ Ιωακείμ Αμβροσιάδης Αμβροσιάδης Κοτόπουλα Εξοχής ΑΒΕΕ Κρεοπαραγωγή ΜΕΛΟΣ Γιάννης Πανάρετος Φρεσκότ ΑΕ Κρεοπαραγωγή ΜΕΛΟΣ Γιάννης Λαλαγιάννης Λαλαγιάννης ΑΕ Εκκολάπτης ΜΕΛΟΣ Αθανάσιος Αγγελάκης Αγγελάκης ΑΕ Κρεοπαραγωγή Α.2.
  23. Διευθυντής
  24. Ο […] (εφεξής [ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΣΠΕΕ]) υπήρξε, κατά δήλωσή του, Διευθυντής του Συνδέσμου από ιδρύσεώς του. Ο [ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΣΠΕΕ], είναι συνταξιούχος οικονομολόγος και συνιδρυτής του Συνδέσμου, ενώ η ενασχόλησή του με τον κλάδο είχε αρχίσει ήδη από το 1973, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση του ΣΠΕΕ από αμιγώς Σύνδεσμο Εκκολαπτών σε συλλογικό όργανο που εκπροσωπεί και τους τρεις κλάδους της πτηνοτροφίας
  25. Κατά την έρευνα της Υπηρεσίας, βρέθηκε πλήθος στοιχείων (επιστολές, προσκλήσεις, εσωτερικά σημειώματα κλπ) που χρονολογούνται από το 2000 και εντεύθεν στα οποία ο [ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΣΠΕΕ] υπογράφει με την ιδιότητα του Διευθυντή του Συνδέσμου. Μετά τον αιφνίδιο επιτόπιο έλεγχο στα γραφεία του ΣΠΕΕ στις 3/9/2010, ο [ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΣΠΕΕ] παραιτήθηκε από τη θέση του
  26. Βάσει του καταστατικού του ΣΠΕΕ, τα καθήκοντα του Διευθυντή περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την επεξεργασία εμπιστευτικών και προσωπικών στοιχείων που συγκεντρώνονται για την παραγωγική δραστηριότητα του κλάδου, την εκπροσώπηση των μελών και προβολή των δράσεων του Συνδέσμου προς κρατικές/δημόσιες υπηρεσίες, την εκπόνηση προγραμμάτων ελέγχου και οικονομικών αναλύσεων της τρέχουσας δραστηριότητας του κλάδου και τη συνακόλουθη εισήγηση προς το ΔΣ για μέτρα αντιμετώπισης βραχυχρόνιων προβλημάτων, την εκπόνηση μελετών ετήσιων και μακροπρόθεσμων προγραμμάτων ανάπτυξης του κλάδου, την εποπτεία των υπηρεσιών του Συνδέσμου, την εισήγηση των θεμάτων ημερήσιας διάταξης του ΔΣ, την τήρηση του μητρώου των μελών, των πρακτικών συνεδριάσεων και της σφραγίδας του Συνδέσμου, καθώς και τη διεξαγωγή της συνήθους αλληλογραφίας του Συνδέσμου κατ’ εξουσιοδότηση του Προέδρου. Πράγματι, από τα στοιχεία της έρευνας, προκύπτει ότι οι αρμοδιότητες του [ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΣΠΕΕ] ήταν ποικίλες και ουσιαστικές. Ειδικότερα, βάσει ενόρκων και ανωμοτί καταθέσεων που ελήφθησαν από εκπρόσωπους των 9 Βλέπε ένορκη κατάθεση του [ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΣΠΕΕ] στα γραφεία του ΣΠΕΕ ημερομηνίας […]. Βλ. υπ’ αριθμ πρωτ. 474/25.01.2011 επιστολή του ΣΠΕΕ προς τη ΓΔΑ, στην οποία, σε ερώτημα σχετικά με το συντάκτη χειρόγραφων σημειώσεων που βρέθηκαν κατά τον επιτόπιο έλεγχο της Υπηρεσίας, αναφέρεται ότι: «Ο συντάκτης των ως άνω σημειώσεων είναι ο [ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΣΠΕΕ], πρώην Γενικός Διευθυντής του Συνδέσμου». 10 10 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ελεγχόμενων επιχειρήσεων11, ο [ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΣΠΕΕ] φρόντιζε για την επικοινωνία του Συνδέσμου με φορείς και αρχές σχετικές με τον κλάδο της πτηνοτροφίας, διαχειριζόταν τους τραπεζικούς λογαριασμούς του Συνδέσμου, συνέλεγε στοιχεία και τηρούσε στατιστικά αναφορικά με τις τοποθετήσεις νεοσσών, το κόστος παραγωγής, τις τιμές του νωπού κοτόπουλου και των αυγών στην Ελλάδα και στην Ευρώπη.
  27. Ήταν, επίσης, και εκδότης και Διευθυντής του περιοδικού του ΣΠΕΕ, μέσω του οποίου υπεδείκνυε «στους παραγωγούς κάθε μήνα […] σε ποιο επίπεδο ποσότητας πρέπει να διαμορφώσουν την παραγωγή τους για να τους συμφέρει για να μην πέφτει η τιμή»
  28. Περαιτέρω, από τη μελέτη των στοιχείων του φακέλου, προκύπτει ότι ο [ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΣΠΕΕ], μέσω του περιοδικού, έκανε και παραινέσεις για την αναπροσαρμογή των τιμών.
  29. Τέλος, ο [ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΣΠΕΕ] κρατούσε τα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου και των κάθε μορφής συναντήσεων και μεριμνούσε για την ενημέρωση των μελών προφορικώς και εγγράφως, ιδίως μέσω φαξ και σπανιότερα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
  30. Α.2.
  31. Μέλη ΣΠΕΕ
  32. Οι κρεοπαραγωγικές πτηνοτροφικές εταιρίες που, κατά την περίοδο του Ιανουάριου του 2011, ήταν μέλη του ΣΠΕΕ, είναι οι εξής14: Πίνακας 1 ΕΤΑΙΡΙΕΣ Θ. Νιτσιάκος ΑΒΕΕ Αφοί Λειβαδίτη ΑΒΕΕ Αγροζωή ΑΒΕΕ16 Φρεσκοτ Α.Ε Αμβροσιάδης Κοτόπουλα Εξοχής ΑΒΕΕ Λεβεντάκης ΑΕΒΕ Αγγελάκης Α.Ε Μαζαράκι ΑΒΕΕ Καραγιαννάκης Ανδρέας Α.Ε Υιοί Φ. Κουσιάκη Ο.Ε Κοτίνο ΑΕΒΕ Υιοί Π. Σαραμούρτση ΑΒΕΕ Χ.Λιόγκας & Υιοί ΑΕΒΕ Μέλος από 1978 1995 2002 1986 1999 2003 10/2005 2001 10/2005 1991 2000 1999 10/2005 Μέλος έως15 Σήμερα Σήμερα Σήμερα Σήμερα Σήμερα Σήμερα Σήμερα Σήμερα Σήμερα Σήμερα Σήμερα Σήμερα Σήμερα 11 Βλ. ενδεικτικά καταθέσεις των […]- [ΚΑΤΑΘΕΣΗ 17], [ΚΑΤΑΘΕΣΗ 1], [ΚΑΤΑΘΕΣΗ 2], [ΚΑΤΑΘΕΣΗ 7], [ΚΑΤΑΘΕΣΗ 10] και [ΚΑΤΑΘΕΣΗ 11] αντίστοιχα. 12 Βλ. ένορκη κατάθεση του [ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΣΠΕΕ] στα γραφεία του ΣΠΕΕ ημερομηνίας […]. 13 Βλ. κατάθεση του […]-[ΚΑΤΑΘΕΣΗ 19]. 14 Βλ. υπ’ αριθμ. πρωτ. 474/25.01.2011 απαντητική επιστολή του ΣΠΕΕ. 15 Η ένδειξη «Σήμερα» αφορά την ημερομηνία κατά την οποία ελήφθησαν, κατόπιν σχετικού ερωτήματος της ΓΔΑ, τα σχετικά στοιχεία, ήτοι τον Ιανουάριο του
  33. 16 Μέχρι το 2006 ως Σύνκο ΑΒΕΕ. Μετά από συγχώνευση της Σύνκο ΑΒΕΕ με την Αγροτική Ζωοτεχνική Ηπείρου ΑΕ το 2006 προέκυψε η Αγροζωή ΑΒΕΕ. 11 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ Όρνιθα ΑΒΕΕ Πτηνοτροφικές Επιχειρήσεις Άρτας ΑΒΕΕ Κοτόπουλα Μεσημερίου Γαλανός Α.Ε Βιοκότ Α.Ε Πτηνοπαραγωγή Α.Ε Λεσβιακή Πτηνοτροφία ΑΕ Κωσταρής Στέλιος Σιμόπουλος Ο.Ε H.Q.F ΑΕΤ Δ. Κελαϊδίτης & Σια Ε.Π.Ε Δ.&Κ. Γεννάδιος ΑΒΕΕ Κρέτα Πτηνέκ – Καζάκης Α.Ε Μέλος από 10/2005 10/2005 10/2005 2005 10/2005 10/2005 2009 10/2005 2000 1974 1999 2010 Μέλος έως15 Σήμερα Σήμερα Σήμερα Σήμερα 12/2007 2008 (ένα έτος) 2006 11/2009 2005 Σήμερα Σήμερα
  34. Μέλη του ΣΠΕΕ τυγχάνουν και εκκολαπτικές/αυγοπαραγωγές επιχειρήσεις, οι οποίες ωστόσο δεν αποτελούν αντικείμενο της κρινόμενης υπόθεσης.
  35. Από την άλλη πλευρά, όπως προαναφέρθηκε, στην υπό κρίση σύμπραξη συμμετείχαν και επιχειρήσεις μη μέλη του ΣΠΕΕ. Β. ΥΠΟΒΛΗΘΕΙΣΕΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ Β.
  36. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ
  37. Στα υπομνήματά τους, αλλά και στη συζήτηση ενώπιον της Επιτροπής, ορισμένες από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ισχυρίστηκαν ότι, εν προκειμένω, θίγεται η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, αλλά και ότι προκαλείται σε αυτές δικονομική βλάβη εκ του γεγονότος ότι καλούνται κατ’ ουσίαν να απολογηθούν για αποδιδόμενες συμπεριφορές και πράξεις που έλαβαν χώρα προ δέκα και δεκαπέντε ετών (από το 1997), ενώ η διαδικασία λαμβάνει χώρα το
  38. Υφίσταται, επομένως, κατά την άποψή τους, αντικειμενική αδυναμία αποτελεσματικής άμυνάς τους
  39. Ο εν λόγω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά πρώτον διότι τα μέρη είχαν στη διάθεσή τους όλα τα πραγματικά και νομικά στοιχεία για την αντίκρουση των αποδιδόμενων παραβάσεων στο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, ενώ άσκησαν πλήρως και τα διαδικαστικά τους δικαιώματα κατά τις κείμενες διατάξεις. Επισημαίνεται, καταρχήν, ότι η εισήγηση στην προκειμένη περίπτωση βασίζεται, σε μεγάλο βαθμό, σε πρακτικά και (χειρόγραφες ή δακτυλογραφημένες) σημειώσεις από τις επίμαχες 17 Βλ. π.χ. Υπόμνημα Θ. Νιτσιάκος ΑΒΕΕ, ενότητα 1.02, Υπόμνημα ΑΠΣΙ Πίνδος, ενότητα 1.03, Υπόμνημα ΑΠΣ Άρτας, ενότητα 1.02, Υπόμνημα Αγροζωή ΑΒΕΕ, ενότητα 1.03, Υπόμνημα ΒΙΟΚΟΤ ΑΕ, ενότητα 1.04, Υπόμνημα Αμβροσιάδης ΑΒΕΕ, ενότητα 1.
  40. 12 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ συναντήσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων στα γραφεία του ΣΠΕΕ18, που συντάχθηκαν σε ανύποπτο, και σύγχρονο με τη διενέργεια των συναντήσεων, χρόνο (contemporaneous documents in tempore non suspectο), και από συντάκτη με αυτοπρόσωπη παρουσία στις εν λόγω συναντήσεις (βλ. και ενότητα Ε.4.2 κατωτέρω). Περαιτέρω, οι εκπρόσωποι των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων που συμμετείχαν και στις επίμαχες συναντήσεις ήταν κατά κανόνα οι ίδιοι, καθόλη τη διάρκεια της παράβασης, και έκτοτε συνεχίζουν να διευθύνουν ή/και να απασχολούνται στις ίδιες επιχειρήσεις (εκτός ελαχίστων εξαιρέσων). Μάλιστα, πολλοί παραστάθηκαν και αυτοπροσώπως στη συζήτηση ενώπιον της Επιτροπής προς αντίκρουση των αποδιδόμενων στην επιχείρησή τους παραβάσεων. Και τούτο, χωρίς να αρνούνται τη διενέργεια των συναντήσεων αυτών καθεαυτών, αλλά το ακριβές περιεχόμενο και την ουσιαστική του αξιολόγηση (βλ. ενότητα Ε.4.2 κατωτέρω). Πράγματι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, στις σχετικές συναντήσεις οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις διατηρούσαν σε αξιοσημείωτο βαθμό, ίσως λόγω και του οικογενειακού τους χαρακτήρα, τα ίδια διευθυντικά στελέχη και εκπροσώπους, και μάλιστα σε κομβικές για την επιχείρηση και για την εξεταζόμενη οριζόντια σύμπραξη θέσεις. Τα εν λόγω στελέχη αντικαθίστανται κατά το δυνατόν σπανιότερα, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις εναλλάσσονται και μεταξύ επιχειρήσεων που έχουν στενούς μετοχικούς ή άλλους δεσμούς. Δεδομένης της σταθερότητας ως προς τους συμμετέχοντες στις επίμαχες συναντήσεις και της θέσης των εν λόγω διευθυντικών στελεχών / εκπροσώπων στις επιμέρους εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, καθώς και του ενεργού ρόλου των ίδιων διευθυντικών στελεχών και εκπροσώπων στη διοικητική διαδικασία εν γένει, δεν γεννάται, κατά την κρίση της Επιτροπής, θέμα αδυναμίας αποτελεσματικής άμυνας από μέρους των συμπραττουσών επιχειρήσεων στην υπό κρίση υπόθεση, απορριπτέων των ισχυρισμών περί του αντιθέτου.
  41. Η πλήρης άσκηση από μέρους των εμπλεκόμενων μερών των διαδικαστικών τους δικαιωμάτων κατά τις κείμενες διατάξεις καταδεικνύει, επίσης, ότι άσκησαν αποτελεσματικά τα δικαιώματα άμυνάς τους. Στο πλαίσιο αυτό, και πέραν των καταθέσεων ή/και μαρτυριών εκπροσώπων τους κατά τη διαδικασία, οι οποίοι και είχαν ιδία αντίληψη πολλών από τα πραγματικά περιστατικά που μνημονεύονται στην εισήγηση, τα μέρη συγκέντρωσαν και προσκόμισαν και ανταποδείξεις, συμπεριλαμβανομένων οικονομικών στοιχείων, προς αντίκρουση των αποδιδόμενων παραβάσεων.
  42. Κατά δεύτερον, ο προαναφερόμενος ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση τυχόν παρέλευσης υπερβολικού χρόνου για λόγους που αποδίδονται στη διενεργούσα την έρευνα διοικητική αρχή, και η οποία να είχε επίπτωση στην ικανότητα των επιχειρήσεων να αμυνθούν 18 Πρόκειται για χειρόγραφες, κατά βάση, καταγραφές των πεπραγμένων της συνάντησης, στις οποίες κατά κανόνα εκτίθεται ο τίτλος (λ.χ. «Σύσκεψη Κρεοπαραγωγού Πτηνοτροφίας»), η ημερομηνία, οι παρόντες, το περιεχόμενο των όσων συζητήθηκαν και συμφωνήθηκαν (ιδίως σε σχέση με τις τιμές: η ημερομηνία αλλαγής των τιμών και οι νέες τιμές που συμφωνούνται ανά κατηγορία προϊόντος και κανάλι διανομής). 13 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ αποτελεσματικά
  43. Τουναντίον, η αυτεπάγγελτη έρευνα της ΓΔΑ στην κρινόμενη υπόθεση ξεκίνησε άμεσα, και συγκεκριμένα μόλις λίγες μέρες από τότε που περιήλθαν για πρώτη φορά σε γνώση της υπηρεσίας πληροφορίες για επικείμενη συντονισμένη αύξηση τιμών το Σεπτέμβριο του 2010 (και ενόσω συνεχιζόταν η παράβαση). Είναι προφανές, κατά συνέπεια, ότι η Επιτροπή Ανταγωνισμού έδρασε εντός ευλόγου χρόνου στις περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης20 και ότι, επίσης, δεν τίθεται εν προκειμένω θέμα τυχόν προσβολής δικαιωμάτων άμυνας για λόγους που οφείλονται στο γεγονός ότι το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας ήταν χωρίς εύλογη αιτία μακρό. Άλλωστε, ούτε και οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις αποδίδουν στην Επιτροπή τέτοια ευθύνη. Το γεγονός ότι η διαπιστωθείσα (ενιαία και διαρκής) παράβαση ανατρέχει στην περίοδο 1996-1997 είναι αποκλειστικώς δική τους ευθύνη και δεν νοείται ευνοϊκή τους μεταχείριση για το λόγο αυτό.
  44. Τέλος, η προβληθείσα αυτή ένσταση είναι απορριπτέα και ως αόριστη. Και τούτο, διότι βασίζεται σε αφηρημένους και αόριστους ισχυρισμούς, χωρίς οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις να τεκμηριώνουν τις αιτιάσεις τους περί (δήθεν) αδυναμίας αντίκρουσης συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων, παρότι έφεραν το σχετικό βάρος απόδειξης
  45. Β.
  46. ΕΝΣΤΑΣΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΑΚΡΟΑΣΗΣ ΚΑΙ ΑΜΥΝΑΣ ΛΟΓΩ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΕΙΣΗΓΗΣΗΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΠΟΙΝΩΝ – ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΡΟΔΙΚΑΣΙΑΣ
  47. Ορισμένα εμπλεκόμενη μέρη ισχυρίζονται, ακόμη, ότι παραβιάστηκε το συνταγματικά αλλά και στην ΕΣΔΑ κατοχυρωμένο δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης και άμυνάς τους, καθώς η εισήγηση δεν περιλάμβανε – κατά την άποψή τους –αναφορά στο ύψος του προτεινόμενου προς επιβολή προστίμου, και δεν έδωσε έτσι τη δυνατότητα για πλήρη αντίκρουση του κατηγορητηρίου
  48. 19 Βλ. ενδεικτικά, απόφαση ΠΕΚ Τ-60/05 UFEX κατά Επιτροπής, σκ. 56-57: κατά πάγια νομολογία, για να αποδειχθεί προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, περιλαμβανομένης της προσβολής λόγω της υπερβολικής διάρκειας του ερευνητικού σταδίου, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η δυνατότητα της επιχείρησης να αντικρούσει τις αιτιάσεις της αρχής ανταγωνισμού όντως περιορίστηκε για λόγους που οφείλονται στο γεγονός ότι το πρώτο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας ήταν χωρίς εύλογη αιτία μακρό. Βλ. και ΔΕφΑθ 3793/2012, σκ.
  49. 20 Τόσο κατά το στάδιο της έρευνας, όσο και στο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας μετά την κοινοποίηση αιτιάσεων. Έτι περισσότερο, ενόψει των πραγματικών περιστατικών και νομικών ζητημάτων προς στοιχειοθέτηση της παράβασης, τα οποία και εντοπίστηκαν με μόνη την αυτεπάγγελτη δράση της (χωρίς καταγγελία ή αίτηση επείκειας από τα μέρη), και της ανάγκης ανασύστασης του ιστορικού της μυστικής σύμπραξης – διαδικασία που ολοκληρώθηκε και σε συντομότερο χρόνο σε σχέση με αντίστοιχες υποθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή άλλων αρχών ανταγωνισμού. 21 Βλ. αναλ. απόφαση ΠΕΚ Τ-405/06 ArcelorMittal κλπ. κατά Επιτροπής, σκ.
  50. Βλ. και ΔΕΚ C113/04 P Technische Unie BV κατά Επιτροπής, σκ. 61-69 (οι οποίες, όμως, και πάλι προϋποθέτουν υπερβολική διάρκεια της ερευνητικής διαδικασίας για λόγους που αποδίδονται στη διοικητική αρχή, γεγονός που δεν συντρέχει εν προκειμένω). 22 Βλ. π.χ. Υπόμνημα Θ. Νιτσιάκος ΑΒΕΕ, ενότητα 1.05, Υπόμνημα ΑΠΣΙ Πίνδος, ενότητα 1.06, Υπόμνημα ΑΠΣ Άρτας, ενότητα 1.05, Υπόμνημα Αγροζωή ΑΒΕΕ, ενότητα 1.06, Υπόμνημα ΒΙΟΚΟΤ ΑΕ, ενότητα 1.07, Υπόμνημα Αμβροσιάδης ΑΒΕΕ, ενότητα 1.
  51. 14 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  52. Η εν λόγω ένσταση είναι, επίσης, απορριπτέα ως αβάσιμη. Η σχετική εισήγηση περιλάμβανε όλα τα κρίσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία για τον υπολογισμό του προστίμου (συμπεριλαμβανομένων των ετήσιων ακαθαρίστων εσόδων κάθε συμπράττουσας εταιρίας, καθώς και στοιχείων για τη σοβαρότητα και διάρκεια της παράβασης), τα οποία, σε συνδυασμό με τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων, ήταν τουλάχιστον επαρκή για να επιτρέψουν στα εμπλεκόμενα μέρη να προσδιορίσουν το ενδεχόμενο ύψος του επαπειλούμενου προστίμου και το βαθμό έκθεσής τους σε αυτό, ώστε να προετοιμάσουν αποτελεσματικά την άμυνά τους και ως προς το ειδικότερο αυτό σημείο. Εξάλλου, τα σχετικά οικονομικά στοιχεία ήταν πρωτίστως στη διάθεση των ίδιων των εμπλεκόμενων μερών. Πράγματι, στα υπομνήματα και στη συζήτηση ενώπιον της Επιτροπής, οι συμπράττουσες εταιρίες τοποθετήθηκαν εκτενώς και λεπτομερώς έναντι όχι μόνο της ενδεχόμενης διαπίστωσης της παράβασης, αλλά και έναντι της ενδεχόμενης επιβολής του προστίμου. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκαν μάλιστα εκτενώς στις ιδιαιτερότητες του κλάδου και της οικονομικής συγκυρίας, προκειμένου να τύχουν ευνοϊκής μεταχείρισης εν γένει, ενώ προσκόμισαν και λεπτομερή στοιχεία για τη χρηματοοικονομική κατάστασή τους, προκειμένου να επιτύχουν ειδική μείωση του επιβαλλόμενου προστίμου ανά περίπτωση. Δεν υφίσταται πλημμέλεια, εξαιτίας της οποίας παραβιάστηκε το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης και άμυνας των συμπραττουσών επιχειρήσεων, δεδομένου ότι η εισήγηση περιείχε τα κύρια πραγματικά και νομικά στοιχεία που μπορούσαν να επισύρουν πρόστιμο στην υπό κρίση υπόθεση, καθώς και τα βασικά επιμέρους στοιχεία για τον υπολογισμό του
  53. Β.
  54. ΕΛΛΕΙΨΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΗΓΗΣΗΣ – ΕΙΔΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΕΡΙ ΚΟΙΝΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΙΑΚΟΙ
  55. Περαιτέρω, στα υπομνήματά τους, αλλά και στη συζήτηση ενώπιον της Επιτροπής, ορισμένες από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ισχυρίστηκαν ότι η εισήγηση πάσχει νόμιμης αιτιολογίας, δεδομένου ότι δεν διερεύνησε ειδικώς εάν εφαρμόζονται οι κανόνες ανταγωνισμού στον τομέα παραγωγής και εμπορίου των υπό εξέταση αγροτικών προϊόντων και, σε κάθε περίπτωση, δεν έλαβε υπόψη της το ειδικό – κατά την άποψή τους – νομικό πλαίσιο της όλης υποθέσεως και των ιδιαιτεροτήτων του κλάδου υπό το πρίσμα των άρθρων 39επ. ΣΛΕΕ περί κοινής αγροτικής πολιτικής
  56. Η προαναφερόμενη ένσταση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, δεδομένου ότι η παραγωγή και εμπορία (νωπού ή κατεψυγμένου) κρέατος κοτόπουλου δεν εξαιρείται από την 23 Βλ. ενδεικτικά ΔΕφΑθ 548/2012, σκ. 12, ΔΕφΑθ 3529/2013, σκ. 3, ΔΕφΑθ 888/2010, σκ. 9, ΔΕφΑθ 3008/2009, σκ. 21, ΔΕφΑθ 1682/2009, σκ. 16, καθώς και Αποφάσεις ΔΕΚ 322/81 Michelin κατά Επιτροπής, σκ. 19-20, ΔΕΚ C-189/02P, C-202/02P, C-205/02P έως C-208/02P και C-213/02P Dansk Rørindustri κλπ. κατά Επιτροπής, σκ. 428-429, και ΔΕΚ C-328/05P SGL Carbon AG κατά Επιτροπής, σκ.
  57. 24 Βλ. π.χ. Υπόμνημα Θ. Νιτσιάκος ΑΒΕΕ, ενότητα 1.03, Συμπληρωματικό Υπόμνημα Θ. Νιτσιάκος ΑΒΕΕ, ενότητα 1.03, Υπόμνημα ΑΠΣΙ Πίνδος, ενότητα 1.04, Συμπληρωματικό Υπόμνημα ΑΠΣΙ Πίνδος, ενότητα 1.03, Υπόμνημα ΑΠΣ Άρτας, ενότητα 1.03, Συμπληρωματικό Υπόμνημα ΑΠΣ Άρτας, ενότητα 1.03, Υπόμνημα Αγροζωή ΑΒΕΕ, ενότητα 1.04, Υπόμνημα ΒΙΟΚΟΤ ΑΕ, ενότητα 1.05, Υπόμνημα Αμβροσιάδης ΑΒΕΕ, ενότητα 1.03, 15 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ εφαρμογή των εθνικών και ενωσιακών κανόνων περί ελεύθερου ανταγωνισμού για λόγους κοινής αγροτικής πολιτικής. Τουναντίον, εμπίπτει ευθέως στο πεδίο εφαρμογής τους, όπως άλλωστε προκύπτει και από το άρθρο 1 του Κανονισμού 1186/2006 που επικαλούνται οι ίδιες οι συμπράττουσες επιχειρήσεις. Ούτε και συντρέχει, εν προκειμένω, κάποια τυχόν εξαίρεση από αυτές που απαριθμούνται περιοριστικά στο άρθρο 2 του ίδιου Κανονισμού. Σημειωτέον δε ότι η υπό κρίση σχετική αγορά έχει αποτελέσει αντικείμενο έρευνας για αντι-ανταγωνιστικές συμπράξεις και από άλλες Αρχές Ανταγωνισμού των κρατών μελών της Ένωσης κατά το παρελθόν, με τη διαπίστωση παραβάσεων και τη συνακόλουθη επιβολή προστίμων.
  58. Εξάλλου, και οι ίδιες οι συμπράττουσες επιχειρήσεις δεν επικαλούνται ευθέως κάποια ρητή εξαίρεση από την εφαρμογή των εθνικών και ενωσιακών κανόνων του ανταγωνισμού στην προκειμένη περίπτωση. Απλώς, αποπειρώνται να συσχετίσουν την κρινόμενη υπόθεση με την κοινή αγροτική πολιτική, σε μια προσπάθεια να αναδείξουν τις ιδιαιτερότητες, δήθεν, του υπό εξέταση κλάδου της οικονομίας και να αιτηθούν εντέλει ευνοϊκής μεταχείρισης κατά την επιμέτρηση των προστίμων
  59. Κατά το σκέλος όμως αυτό, η εξεταζόμενη ένσταση συνδέεται κατ΄ουσίαν με τη στοιχειοθέτηση ή μη της συνδρομής τυχόν ελαφρυντικών περιστάσεων κατά την επιβολή των προβλεπόμενων στο νόμο κυρώσεων26 και, ως εκ τούτου, εξετάζεται στην ενότητα Θ.2.3 κατωτέρω.
  60. Σε κάθε περίπτωση, κατά το σκέλος που αναφέρεται σε δήθεν έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της εισήγησης, η εν λόγω ένσταση, πέραν του ότι προβάλλεται αλυσιτελώς, δεδομένου ότι η ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού δεν είναι αρμόδια να ερμηνεύσει, ούτε και να εφαρμόσει τα άρθρα της ΣΛΕΕ περί κοινής αγροτικής πολιτικής, είναι και απορριπτέα ως αβάσιμη. Β.
  61. ΛΟΙΠΕΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ
  62. Οι λοιπές «ενστάσεις» που προβλήθηκαν από τα εμπλεκόμενα μέρη στα υπομνήματά τους και στη συζήτηση ενώπιον της Επιτροπής δεν αφορούν σε θέματα διαδικαστικής / δικονομικής φύσης, αλλά σε θέματα ουσίας. Ως εκ τούτου, εξετάζονται στις οικείες ενότητες κατωτέρω – βλ. ιδίως:  Ένσταση παραγραφής για την περίοδο μέχρι το 2005 27: βλ. ενότητα Ε.4.5 κατωτέρω. 25 Στο ίδιο πλαίσιο, η επίκληση της υπ’ αριθμ. 312/2006 Απόφασης της Ε.Α. αναφορικά με τις διαπιστωθείσες παραβάσεις της Ένωσης Κονσερβοποιών Μεταποιητικών Αγροτικών Προϊόντων Ελλάδος είναι τουλάχιστον αδόκιμη, δεδομένου ότι αναφέρεται σε πραγματικά και νομικά στοιχεία που δεν παρουσιάζουν ομοιότητες με την κρινόμη υπόθεση. 26 Βλ. ενδεικτικά Συμπληρωματικό Υπόμνημα Θ. Νιτσιάκος ΑΒΕΕ, ενότητα 1.03, Συμπληρωματικό Υπόμνημα ΑΠΣΙ Πίνδος, ενότητα 1.03, Συμπληρωματικό Υπόμνημα Αμβροσιάδης ΑΒΕΕ, ενότητα 1.
  63. 27 Βλ. Υπόμνημα Θ. Νιτσιάκος ΑΒΕΕ, ενότητα 1.04, Συμπληρωματικό Υπόμνημα Θ. Νιτσιάκος ΑΒΕΕ, ενότητα 1.02, Συμπληρωματικό Υπόμνημα Μαζαράκι ΑΒΕΕ, σελ. 7 επ, Υπόμνημα ΑΠΣΙ Πίνδος, ενότητα 1.05, Συμπληρωματικό Υπόμνημα ΑΠΣΙ Πίνδος, ενότητα 1.02, Υπόμνημα Αγγελάκης ΑΕ, σελ. 24 επ, Συμπληρωματικό Υπόμνημα Αγγελάκης ΑΕ, σελ. 7 επ, Υπόμνημα ΑΠΣ Άρτας, ενότητα 1.04, Συμπληρωματικό Υπόμνημα ΑΠΣ Άρτας, ενότητα 1.02, Συμπληρωματικό Υπόμνημα Κελαϊδίτης & Σια ΕΠΕ ΑΒΕΕ, σελ. 7 επ, Υπόμνημα Αγροζωή ΑΒΕΕ, ενότητα 1.05, Υπόμνημα ΒΙΟΚΟΤ ΑΕ, ενότητα 1.06, Υπόμνημα ΦΡΕΣΚΟΤ ΑΕ, σελ. 12 επ, Υπόμνημα Αμβροσιάδης ΑΒΕΕ, 16 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ  Ένσταση περί εσφαλμένου υπολογισμού των μεριδίων αγοράς28: βλ. ενότητα Γ.2 κατωτέρω. Γ. ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ Γ.
  64. Η ΑΓΟΡΑ ΤΗΣ ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑΣ - ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ
  65. Με τον όρο «πτηνοτροφία» εννοείται η εκτροφή πτηνών, ήτοι όρνιθας, πάπιας, γαλοπούλας, χήνας, φασιανού, φραγκόκοτας, στρουθοκαμήλου και λοιπών πτηνών. Για τις ανάγκες της παρούσας υπόθεσης ο όρος «πτηνοτροφία» αφορά αποκλειστικά στην εκτροφή ορνίθων, η οποία καλύπτει το 98% της εγχώριας παραγωγής κρέατος όλων των πουλερικών στη χώρα
  66. Ο κλάδος της πτηνοτροφίας είναι ιδιαίτερα σημαντικός για την εθνική οικονομία και αντιπροσωπεύει το 5% της αξίας της συνολικής αγροτικής παραγωγής στην Ελλάδα, ενώ καλύπτει και σε ποσοστό 70-75% την εγχώρια κατανάλωση κρέατος κοτόπουλου
  67. Συνιστά δε το δυναμικότερο κλάδο παραγωγής κρέατος, με το μεγαλύτερο βαθμό καθετοποίησης
  68. Το 2009 η παραγωγή άγγιξε τους 190.00032 τόνους, ήτοι αύξηση παραγωγής της τάξης του 19% σε σχέση με το
  69. Γ.1.1 Αλυσίδα παραγωγής προϊόντος
  70. Η τυπική παραγωγική διαδικασία που ακολουθείται από τις επιχειρήσεις του κλάδου ξεκινά από την προμήθεια νεοσσών μιας ημέρας, που προέκυψαν από είκοσι μία μέρες εκκόλαψης, προς πάχυνση, η οποία γίνεται από πιστοποιημένα εκκολαπτήρια της εγχώριας ή (κατά μικρότερο μέρος) της ευρωπαϊκής αγοράς.
  71. Οι νεοσσοί τοποθετούνται για ανάπτυξη (πάχυνση) για περίοδο που κυμαίνεται από 43 έως 60 ημέρες, ανάλογα με τις συνθήκες εκτροφής. Η πάχυνση πραγματοποιείται είτε σε ενότητα 1.04, Συμπληρωματικό Υπόμνημα Αμβροσιάδης ΑΒΕΕ, ενότητα 1.02, Υπόμνημα Υιοί Π. Σαραμούρτση ΑΒΕΕ, σελ. 11, Συμπληρωματικό Υπόμνημα Υιοί Π. Σαραμούρτση ΑΒΕΕ, σελ. 1, Υπόμνημα ΚΟΤΙΝΟ ΑΕΒΕ, σελ. 47 επ. 28 Βλ. ενδεικτικά Υπόμνημα Θ. Νιτσιάκος ΑΒΕΕ, ενότητα 1.01 και Υπόμνημα ΑΠΣΙ Πίνδος, ενότητα 1.
  72. 29 Βλ. έρευνα «Προοπτικές Τομέα Πτηνοτροφίας», Σεπτέμβριος 2007, Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης. 30 Βλέπε σχετικά κλαδική μελέτη ICAP για το Κρέας, Μάιος 2011, Προοπτικές Τομέα Πτηνοτροφίας, Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Σεπτέμβριος 2007, καθώς και υπ’ αριθμ. πρωτ. 474/25.01.2011 επιστολή του ΣΠΕΕ. 31 Βλ. έρευνα από Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων - Γενική Διεύθυνση Ζωικής παραγωγής, «Ελληνική Κτηνοτροφία», Αθήνα
  73. 32 Στοιχεία από τη μελέτη της ICAP «Κρέας», Μάιος
  74. 33 Η αύξηση αυτή κρίνεται σημαντική, δεδομένου ότι κατά τη διάρκεια της εικοσαετίας έκτακτα σοβαρά γεγονότα (πχ ολλανδική γρίπη, μολυσμένα με διοξίνες πουλερικά, γρίπη των πτηνών) έπληξαν απρόσμενα τον κλάδο, επιφέροντας πρόσκαιρα ραγδαίες μειώσεις της κατανάλωσης (ιδίως κατά το διάστημα 2006-2007). 17 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ διάφορα πτηνοτροφεία με τα οποία συνεργάζονται οι εταιρίες του κλάδου34, είτε σε ενοικιαζόμενα ή ιδιόκτητα πτηνοτροφεία. Αφού ολοκληρώσει το πτηνό τον κύκλο εκτροφής του και φτάσει στο επιδιωκόμενο βάρος, είτε συνεχίζεται η εκτροφή του για ωοτοκία (μετά την παρέλευση 24-26 εβδομάδων), ώστε να αρχίσει εκ νέου ο κύκλος της παραγωγής, είτε προωθείται στο πτηνοσφαγείο της επιχείρησης ή σε συνεργαζόμενα σφαγεία (εφόσον η εταιρία δεν είναι καθετοποιημένη). Εκεί, το πτηνό σφάζεται, τεμαχίζεται, αποστεώνεται και τυποποιείται σε συσκευασίες που προορίζονται είτε για επαγγελματική χρήση (σε μονάδες εστίασης, τουριστικές μονάδες κλπ) είτε για λιανική πώληση ή ακόμη και για παραγωγή κρεατοσκευασμάτων από άλλες μεταποιητικές επιχειρήσεις. Ακολουθεί η διάθεσή του (είτε αυτούσιου είτε επεξεργασμένου) σε νωπή ή κατεψυγμένη μορφή στους πελάτες της επιχείρησης.
  75. Τον «τυπικό πελάτη» των εταιριών κρεοπαραγωγής, αποτελούν οι διακινητές/χονδρέμποροι, τα super markets, τα κρεοπωλεία και οι επιχειρήσεις μαζικής εστίασης (κυρίως ψητοπωλεία). Στην πλειοψηφία τους, οι ελεγχόμενες εταιρίες προμηθεύουν όλα τα ανωτέρω κανάλια διανομής. Γ.1.
  76. Διάρθρωση του κλάδου
  77. Ο αριθμός των εγχώριων επιχειρήσεων του κλάδου της πτηνοτροφίας, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που δραστηριοποιούνται στην αυγοπαραγωγή και την εκκόλαψη νεοσσών, είναι εξήντα εννέα
(69), ενώ οι αμιγώς κρεοπαραγωγικές επιχειρήσεις περίπου σαράντα πέντε
(45)
  1. 10 – 12 μεγάλες επιχειρήσεις έλεγχουν έως και το 80% της αγοράς. Το 75,4% των επιχειρήσεων του κλάδου παρουσίασε κερδοφόρα αποτελέσματα το 2009 έναντι 71,6% το 2008, γεγονός που μπορεί να θεωρηθεί ως σχετική ανάκαμψη του κλάδου πριν την εμφάνιση της οικονομικής ύφεσης.
  2. Κύριο γνώρισμα του κλάδου είναι η πληθώρα επιχειρήσεων του παραγωγικού τομέα (τόσο σε συνάρτηση με τη συνολική παραγωγή, όσο και με τον πληθυσμό), σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου ο αριθμός των επιχειρήσεων τους δεν ξεπερνάει τις πέντε
  3. Ωστόσο, λίγες είναι οι μεγάλες βιομηχανίες υψηλής παραγωγικότητας που λειτουργούν ως σύνθετες πλήρως καθετοποιημένες μονάδες. Οι υπόλοιπες είναι κυρίως μικρομεσαίες μονάδες παραγωγής κρέατος πουλερικών χαμηλής σχετικά παραγωγικότητας. Σε γενικές γραμμές, οι ελληνικές επιχειρήσεις είναι προσανατολισμένες γενικά στην εγχώρια αγορά και δεν υπάρχει εξαγωγικός σχεδιασμός εκτός από ορισμένες περιπτώσεις αδιάθετων κατεψυγμένων αποθεμάτων. 34 Είτε με τη μέθοδο «φασόν», δηλαδή της ανάπτυξης των πουλερικών με παραχώρηση στους πτηνοτρόφους όλων των αναγκαίων μέσων (νεοσσοί, πτηνοτροφές, φυράματα κλπ) και της καταβολής συμφωνημένης αμοιβής σε αυτούς για όλη τη διαδικασία, είτε με τη μέθοδο της πώλησης νεοσσών και πτηνοτροφών και της επαναγοράς ανεπτυγμένου πουλερικού. Οι πτηνοτρόφοι συνήθως υπογράφουν ρήτρες αποκλειστικής συνεργασίας. 35 Βλ. χρηματοοικονομική κλαδική μελέτη της ηλεκτρονικής βιβλιοθήκης Ι-ΜΕΝΤΟR (Μάρτιος 2010) για τον κλάδο της πτηνοτροφίας. 36 Π.χ. Ιταλία, Γαλλία, Ολλανδία και Γερμανία. Βλ. και τη με αριθ.πρωτ.8357/27.12.2010 επιστολή της Θ. Νιτσιάκος ΑΒΕΕ. 18 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  4. Σε επίπεδο μετοχικής σύνδεσης, παρατηρείται ότι αρκετές από τις δραστηριοποιούμενες εταιρίες δύναται θεωρηθούν συνδεδεμένες, μετοχικά ή διοικητικά, μέσω άμεσων ή εμμέσων συμμετοχών. Ενδεικτικά αναφέρονται κάποιες από αυτές τις μετοχικές συνδέσεις που εντοπίστηκαν κατά την έρευνα:  […]
  5.  […]38, […].  […].  […]
  6. Γ.1.
  7. Εμπορικές συνεργασίες
  8. Δεδομένου ότι η διατηρησιμότητα του νωπού προϊόντος είναι περιορισμένη (μέχρι πρόσφατα, 6-8 μέρες από τη σφαγή μέχρι την τελική κατανάλωση, 12-15 ημέρες με τη νέα μέθοδο της αερόψυξης), δημιουργούνται ανισορροπίες (πλεονάσματα ή ελλείψεις) αναφορικά με την προσφερόμενη ποσότητα
  9. Έτσι, οι εταιρίες προβαίνουν συχνά σε συμφωνίες αλληλοεξυπηρέτησης, προκειμένου να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των πελατών τους41,
  10. Περαιτέρω, οι εταιρίες του κλάδου συναλλάσσονται μεταξύ τους για την προμήθεια υλών απαραίτητων στην παραγωγική διαδικασία, όπως είναι οι νεοσσοί ή τα φυράματα
  11. Υπάρχουν, επίσης, συνεργασίες για την παροχή υπηρεσιών, όπως συμβάσεις συνεργασίας εκτροφής και επαναγοράς πουλερικών ή σφαγής πουλερικών, συμβάσεις παραχώρησης χρήσης σήματος, συμβάσεις μίσθωσης εγκαταστάσεων44,45 κλπ. Οι ως άνω εμπορικές συνεργασίες διευρύνουν τις ευκαιρίες επικοινωνίας μεταξύ των ελεγχόμενων εταιριών. 37 […]. […]. 39 Λοιποί μέτοχοι της […]. 40 Βλ. και τη με αριθ. πρωτ. 8357/28-12-2010 επιστολή της Θ. Νιτσιάκος ΑΒΕΕ. 41 Οι συμφωνίες αλληλοεξυπηρέτησης αφορούν τις συνεργασίες των εταιριών σε στάδια της παραγωγικής αλυσίδας. Για παράδειγμα, η εταιρία […] έχει αναπτύξει στενή συνεργασία με […], καθώς προμηθεύεται από […] ζώντα πουλερικά, αυγά και πρώτες ύλες για την παραγωγή φυράματος ενώ πωλεί […] νεοσσούς και βιολογικό φύραμα. Επίσης, οι εταιρίες […] και […] προμηθεύουν τη […] με όρνιθες κρεοπαραγωγής ενώ […] με νεοσσούς. Η εταιρία […], κατά δήλωσή της, ανταλλάσσει πουλερικά με τις […] (σημειώνεται ότι οι εταιρίες […] και […] είναι συνδεδεμένες καθώς από το […] και εξής η τελευταία συμμετέχει στο μετοχικό κεφάλαιο της πρώτης κατά περίπου […]). Η εταιρία […] χρησιμοποιεί τα σφαγεία της […] και προμηθεύεται νωπά κοτόπουλα από τις […]. […] συνεργάζεται με […] στην πώληση πατρογονικών αυγών και με τις εταιρίες […] στην πώληση νεοσσών. 42 Οι συναλλαγές αυτές επιβεβαιώνονται και μέσα από την ανάλυση τιμολογίων των εταιριών. Επίσης, όπως αναφέρει η εταιρία Μαζαράκι ΑΒΕΕ στη με αρ. πρωτ. 4/3.1.2011 επιστολή της προς τη ΓΔΑ, οι συναλλαγές αυτές γίνονται σε τέτοια (συμφωνημένη) τιμή ώστε να μην επιβαρύνεται κάποιο μέρος προς όφελος του άλλου. 43 Οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ κάποιων εκ των εταιριών του κλάδου, επιβεβαιώνεται από τις σχετικές απαντήσεις των εταιριών κατά την περιγραφή της παραγωγικής διαδικασίας όσο κι από τιμολόγια πωλήσεως νεοσσών που εντοπίστηκαν κατά την έρευνα. 44 […]. 45 […]. 38 19 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Γ.1.
  12. Μηχανισμός διαμόρφωσης κόστους/τιμής κοτόπουλου
  13. Σύμφωνα με το ΣΠΕΕ, η τιμή πώλησης των προϊόντων κοτόπουλου, (όπως και κάθε άλλου προϊόντος που διατίθεται στην αγορά), αφορά τη συνάθροιση του κόστους παραγωγής κοτόπουλου (κόστος παραγωγής = δημητριακά, φάρμακα, αγορά νεοσσών, μισθοδοσία, ασφαλιστικά) και του περιθωρίου κέρδους, το οποίο μεταβάλλεται ανάλογα με τις ανάγκες της αγοράς (εισαγωγές, μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων-σκληρός ανταγωνισμός-πίεση της τιμής πώλησης λόγω της ανάγκης άμεσης διάθεσης του προϊόντος λόγω μικρής διατηρησιμότητας (3 ημέρες για τον παραγωγό)=μείωση του περιθωρίου κέρδους)
  14. Το κόστος φυραμάτων είναι πολύ σημαντικό, αν και διαφέρει σε μεγάλο βαθμό από επιχείρηση σε επιχείρηση. Το λοιπό κόστος διαμορφώνεται από παράγοντες λειτουργικού και παγίου κόστους, οι οποίοι δεν διαφέρουν σημαντικά από αυτούς οποιασδήποτε παραγωγικής επιχείρησης. Γ.
  15. ΟΡΙΣΜΟΣ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΑΓΟΡΩΝ
  16. Η ακριβής οριοθέτηση της σχετικής αγοράς δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη νομική αξιολόγηση της υπό κρίση σύμπραξης. Και τούτο, διότι κατά πάγια ενωσιακή νομολογία και πρακτική δεν απαιτείται η ακριβής οριοθέτηση της σχετικής αγοράς για την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, όταν οι κρινόμενες συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές έχουν ως αντικείμενό τους τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού
  17. Συναφώς, δεν απαιτείται, κατ’αρχήν, για τη διαπίστωση παράβασης ειδική οικονομική ανάλυση για τις συνθήκες της οικείας αγοράς, ούτε και για τον προσδιορισμό αυτής
  18. Η αρχή αυτή μπορεί να εφαρμοστεί αναλογικά και στην περίπτωση του άρθρου 1 του ν. 703/77 (πλέον άρθρο 1 του ν. 3959/2011). Συναφώς, έχει κριθεί ότι δεν είναι η εκάστοτε αρχή ανταγωνισμού που επιλέγει κάθε φορά «κατ’ αυθαίρετο» τρόπο τη σχετική αγορά προϊόντων, αλλά οι ίδιες οι συμπράττουσες επιχειρήσεις που επικεντρώνουν την αντιανταγωνιστική τους συμπεριφορά σε ορισμένο/-α προϊόν/τα (καθορίζοντας έτσι και το εύρος της σχετικής έρευνας)
  19. Περαιτέρω, η υπό κρίση υπόθεση αφορά σε σοβαρούς περιορισμούς του ανταγωνισμού κατά την έννοια των ενωσιακών και εθνικών διατάξεων περί ανταγωνισμού (βλ. ενότητες Δ.1.3.2 και Δ.1.3.3 κατωτέρω). Τέτοιου είδους συμφωνίες μεταξύ ανταγωνιστών συνιστούν παράβαση, ανεξαρτήτως του μεριδίου των συμπραττουσών στη σχετική αγορά, και δεν μπορούν να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής των απαγορευτικών διατάξεων των άρθρων 1 ν. 703/77 και 101 ΣΛΕΕ
  20. Κατά συνέπεια, ακόμη κι αν η 46 Βλέπε σχετικά υπ’ αριθμ πρωτ 474/25.01.2077 απαντητική επιστολή του ΣΠΕΕ. Βλ. ενδεικτικά Αποφάσεις ΠΕΚ T-38/02 Groupe Danone κατά Επιτροπής, σκ. 99, και T-48/02 Brouwerij Haacht NV κατά Επιτροπής, σκ. 58 (καθώς και στη σχετική νομολογία που παραπέμπουν). 48 Βλ. απόφαση ΣτΕ 2780/2012, σκ.
  21. 49 Βλ. απόφαση ΠΕΚ Τ-71/03, Tokai Carbon κατά Επιτροπής, σκ.
  22. 50 Βλ. Ανακοίνωση της Ε.Α. της 2/3/2006 σχετικά με τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας, παρ. 11
(2), καθώς και Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας (de minimis), ΕΕ C 368, 22/12/2001, παρ. 11
(2). Βλ. επίσης ενδεικτικά ΔΕφΑθ 559/2010, ΔΕφΑθ 2891/2009 και ΔΕφΑθ 1682/2009, σκ.
  1. 47 20 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ σχετική αγορά ήθελε τυχόν οριοθετηθεί με διαφορετικό τρόπο από εκείνον που προκρίνεται στην παρούσα απόφαση, όπως διατείνονται ορισμένες από τις συμπράττουσες επιχειρήσεις – ενδεχόμενο που δεν ευσταθεί κατά την κρίση της Επιτροπής – τούτο δεν επιδρά καθοριστικά ως προς τη νομική αξιολόγηση της υπό κρίση σύμπραξης.
  2. Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, οι ισχυρισμοί των εμπλεκόμενων μερών περί (δήθεν) εσφαλμένου ορισμού της σχετικής προϊοντικής και γεωγραφικής αγοράς, και συνακόλουθα περί (δήθεν) εσφαλμένου υπολογισμού των μεριδίων αγοράς κάθε συμπράττουσας επιχείρησης στην εξεταζόμενη υπόθεση 51, προβάλλονται αλυσιτελώς και είναι, ως εκ τούτου, απορριπτέοι.
  3. Περαιτέρω, και για τους λόγους που αναφέρονται ειδικότερα στις ενότητες Γ.2.1 και Γ.2.2 αμέσως κατωτέρω, οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι και απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
  4. Σε κάθε περίπτωση, και παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς των εμπλεκόμενων μερών, οι εταιρίες που εμπλέκονται στην υπό κρίση υπόθεση αντιπροσωπεύουν τη συντριπτική πλειοψηφία (άνω του 75%) του συνολικού κύκλου πωλήσεων κοτόπουλου στην Ελλάδα, γεγονός που καταδεικνύει, πέραν πάσης αμφιβολίας, το πραγματικό εύρος και τη σημασία των διαπιστούμενων παραβάσεων στην κρινόμενη υπόθεση. Γ.2.1 Σχετική Αγορά Προϊόντος52
  5. Οι ελεγχόμενες επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στην παραγωγή και πώληση κοτόπουλου, το οποίο και προμηθεύουν σε επιχειρήσεις στο επόμενο στάδιο της αλυσίδας, δηλ. κυρίως σε κρεοπωλεία, σούπερ μάρκετ και επιχειρήσεις μαζικής εστίασης. Η ζήτηση των εν λόγω αγοραστών επόμενης βαθμίδας, ήτοι των ενδιάμεσων επιχειρήσεων μεταξύ των εμπλεκόμενων εταιριών κρεοπαραγωγής κοτόπουλου και του τελικού καταναλωτή, αντανακλά και τη ζήτηση των τελευταίων. 51 Βλ. ενδεικτικά Υπόμνημα Θ. Νιτσιάκος ΑΒΕΕ, ενότητα 1.01, Υπόμνημα ΑΠΣΙ Πίνδος, ενότητα 1.01 και Υπόμνημα ΑΠΣ Άρτας, ενότητα 1.01, Υπόμνημα Μαζαράκι ΑΒΕΕ, σελ. 2, Υπόμνημα Κελαϊδίτης ΕΠΕ, σελ. 2, Υπόμνημα Αμβροσιάδης ΑΒΕΕ, ενότητα 1.01: κατά την άποψη ορισμένων, η γεωγραφική αγορά δεν θα πρέπει να περιοριστεί στην ελληνική επικράτεια, αλλά να επεκταθεί και πέραν αυτής, δεδομένης της προεξάρχουσας θέσης των εισαγωγών στην ελληνική αγορά τα τελευταία χρόνια. Τούτο έχει ως συνέπεια – κατά την άποψή τους πάντοτε – τα εμφανιζόμενα μερίδια αγοράς, αλλά και ο βαθμός συγκέντρωσης της αγοράς, να μην ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αφού κατ’ ουσίαν θα ήταν μειωμένα, εάν συνυπολογίζονταν και οι εισαγωγές. Βλ. επίσης Υπόμνημα Αγγελάκης ΑΕ, σελ. 4-5 αναφορικά με την υποκαταστασιμότητα του χοιρινού κρέατος, του ψαριού τράτας και τεμαχισμένου κοτόπουλου ειδικής εκτροφής. 52 Η σχετική αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών περιλαμβάνει το σύνολο των προϊόντων ή υπηρεσιών που θεωρούνται από τον καταναλωτή εναλλάξιμες ή δυνάμενες να υποκατασταθούν μεταξύ τους, λόγω των χαρακτηριστικών τους, της τιμής τους και της σκοπούμενης χρήσης τους. Στη σχετική αγορά προϊόντων περιλαμβάνονται αφενός το προϊόν (ή προϊόντα) που αφορούν άμεσα στην υπό εξέταση υπόθεση καθώς και όλα τα προϊόντα που είναι υποκατάστατά τους είτε από πλευράς ζήτησης είτε από πλευράς προσφοράς και των οποίων η διαθεσιμότητα (ή δυνητική διαθεσιμότητα) εμποδίζει τις ελεγχόμενες επιχειρήσεις να αυξήσουν επικερδώς την τιμή τους, κατά ένα μικρό αλλά σημαντικό ποσοστό για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. 21 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  6. Ως σχετική αγορά προϊόντος στην υπό κρίση υπόθεση ορίζεται η παραγωγή και πώληση κρέατος κοτόπουλου, νωπού ή/και κατεψυγμένου.
  7. Κατά την κρίση της Επιτροπής, το κρέας κοτόπουλου διακρίνεται σαφώς από τα λοιπά προϊόντα διατροφής, π.χ. κόκκινο κρέας, ψάρι κλπ. Και τούτο, τόσο από την άποψη της υποκατάστασης ζήτησης (διατροφικές συνήθειες, εποχικότητα, αντίληψη καταναλωτή κ.αλ.), όσο και από την άποψη της υποκατάστασης προσφοράς (δραστηριοποίηση διακριτών παραγωγικών επιχειρήσεων ανά τύπο κρέατος/ψαριού, αδυναμία εναλλαξιμότητας λόγω διαφορετικής τεχνογνωσίας, διαφορετικού τύπου εγκαταστάσεων, αναγκαιότητας νέων επενδύσεων σε εξοπλισμό, νομικά εμπόδια εισόδου κ.αλ.). Στο ίδιο συμπέρασμα κατατείνουν και σχετικές αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
  8. Περαιτέρω, η ένταξη ή μη στη σχετική προϊοντική αγορά των λοιπών, πλην κοτόπουλου, πουλερικών (π.χ. γαλοπούλας, πάπιας κ.λπ.) παρέλκει για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, δεδομένου ότι η παραγωγή κοτόπουλου αντιστοιχεί σε 98% της συνολικής παραγωγής κρέατος πουλερικών και, ως εκ τούτου, λόγω του αντικειμενικώς μικρού ποσοστού, δεν μεταβάλλεται ουσιωδώς η σχετική θεώρηση της αγοράς.
  9. Εξάλλου, κατά την κρίση της Επιτροπής, το επεξεργασμένο κρέας κοτόπουλου54 μπορεί να διακριθεί από το μη επεξεργασμένο (νωπό/κατεψυγμένο) κοτόπουλο. Και τούτο, διότι το επεξεργασμένο κρέας φέρει διαφορετικές ιδιότητες από το μη επεξεργασμένο, ιδίως λόγω της προσθήκης συστατικών και της μαγειρικής διεργασίας, όπου μέχρι και το 20% του βάρους του προέρχεται από την προσθήκη συστατικών. Συχνά, ο καταναλωτής δεν αντιμετωπίζει το επεξεργασμένο κρέας ως προερχόμενο από το σχετικό ζώο (π.χ. τα αλλαντικά δεν διακρίνονται από τον καταναλωτή ως προς την πρωτογενή προέλευσή τους) και δεν είναι σε θέση να διακρίνει τις ιδιότητες του αρχικού, μη επεξεργασμένου κρέατος στο επεξεργασμένο προϊόν για μεγάλο τμήμα των προϊόντων επεξεργασμένου κρέατος. Στο ίδιο συμπέρασμα κατατείνουν και σχετικές αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
  10. Σε κάθε περίπτωση, με βάση τις απαντήσεις των ελεγχόμενων επιχειρήσεων προκύπτει ότι το ποσοστό συμμετοχής των πωλήσεων επεξεργασμένου κοτόπουλου στο συνολικό τζίρο δεν είναι σημαντικό (<5%) και, συνεπώς, η ένταξή του ή μη στη σχετική προϊοντική αγορά δεν μεταβάλλει, επίσης, ουσιωδώς τη θεώρηση αυτής. 53 Case COMP/M.3337 – Best Agrifund/Nordfleisch, απόφαση της 19.03.2004, σκ. 23, καθώς και Case No IV/M.1262 – Cebeco/Plukon, απόφαση της 24.09.
  11. 54 Με τον όρο «επεξεργασμένο κρέας κοτόπουλου» εννοούμε το κρέας κοτόπουλου που έχει υποστεί επεξεργασία μέσω προσθήκης συστατικών (π.χ. αλάτι, μπαχαρικά) ή/και μέσω μαγειρικής διεργασίας: βλ. Case No IV/M.1313 (09/03/1999)- Danish Crown/Vestjyske Slagterier. 55 Case No COMP/M.3337 –Best Agrifund/Nordfleisch (19/3/2004), Case No COMP /M.5705Marfrig Alimentos/Seara ( 18/12/2009), Case No Comp/M1262- Cebeco/Plukon ( 24/9/1998), Case COMP/M. 2662-Danish Crown / Steff – Houlberg, 14/2/2002, σκ.
  12. Case No IV/M.1313–Danish Crown/Vestjyske Slagterier, 9/3/
  13. 22 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Γ.2.
  14. Σχετική Γεωγραφική Αγορά56
  15. Στην υπό εξέταση υπόθεση, μπορεί ασφαλώς να οριστεί ως σχετική γεωγραφική αγορά το σύνολο της ελληνικής επικράτειας. Πολλές από τις ελεγχόμενες επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται σε όλη την επικράτεια ή σε μεγάλο μέρος αυτής. Ακόμη και στην περίπτωση των μικρότερων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε περιορισμένο πλήθος νομών και γεωγραφικών διαμερισμάτων, οι περιοχές δραστηριοποίησης – στο σύνολό τους – επικαλύπτονται ή συμπληρώνονται, με αποτέλεσμα σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια να καλύπτονται οι ανάγκες της αγοράς σε κρέας κοτόπουλου, σε όλα τα επίπεδα και για όλα τα κανάλια διανομής. Επιπρόσθετα, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, η σύγχρονη τεχνολογία επιτρέπει πλέον τη διατήρηση του προϊόντος για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ειδικότερα, το κρέας κοτόπουλου μπορεί πλέον να διατηρηθεί μέχρι και 15 μέρες, γεγονός το οποίο λειτουργεί υποβοηθητικά στη διεύρυνση της γεωγραφικής εμβέλειας των δραστηριοτήτων της κάθε επιχείρησης. Τέλος, η ζήτηση κρέατος κοτόπουλου δεν διαφοροποιείται σημαντικά ως προς τις γεωγραφικές περιοχές εντός της ελληνικής επικράτειας. Τα προαναφερόμενα στοιχεία καταδεικνύουν σαφώς την εθνική διάσταση της εξεταζόμενης αγοράς. Γ.
  16. ΜΕΓΕΘΟΣ ΚΑΙ ΜΕΡΙΔΙΑ ΑΓΟΡΑΣ Γ.3.
  17. Μέγεθος αγοράς
  18. Σύμφωνα με τα επεξεργασμένα στοιχεία πωλήσεων των ερωτηθεισών πτηνοτροφικών εταιριών, ο συνολικός κύκλος εργασιών του κλάδου από όλους τους τομείς δραστηριότητας για το 2010 ανήλθε σε 728.162.735,42€ έναντι 716.381.236,77€ το 2009, και παρουσιάζουν έτσι μικρή αύξηση της τάξης του 1,6% περίπου. Λαμβάνοντας υπόψη μόνο τις πωλήσεις των πτηνοτροφικών προϊόντων που εμπίπτουν στα όρια της ορισθείσας σχετικής αγοράς, ο συνολικός κύκλος πωλήσεων των επιχειρήσεων ισοδυναμεί με 410.659.922,76€, ήτοι με το 56,40% του συνολικού τους τζίρου. Αν και στην έρευνα της υπηρεσίας δεν περιλαμβάνεται το 100% των πτηνοπαραγωγικών εταιριών που δραστηριοποιούνται στον Ελλαδικό χώρο, οι 26 εταιρίες που εξετάστηκαν αντιπροσωπεύουν τη συντριπτική πλειοψηφία (90%)57 του συνολικού κύκλου πωλήσεων της συγκεκριμένης αγοράς, και επομένως προσδίδουν μια ικανοποιητική προσέγγιση του συνολικού μεγέθους της. Γ.3.
  19. Μερίδια αγοράς – δείκτης συγκέντρωσης
  20. Από την επεξεργασία των προσκομισθέντων οικονομικών στοιχείων, τα μερίδια των εμπλεκόμενων στην υπό κρίση υπόθεση επιχειρήσεων στη ορισθείσα σχετική αγορά εκτιμώνται ως εξακολούθως: 56 Η σχετική γεωγραφική αγορά περιλαμβάνει την περιοχή, στην οποία οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις πωλούν τα σχετικά προϊόντα υπό επαρκώς ομοιογενείς συνθήκες ανταγωνισμού. 57 Σύμφωνα με την κλαδική μελέτη της ICAP «Κρέας» Μάιος 2011, η αξία της εξεταζόμενης αγοράς εκτιμάται σε 810 εκ. € περίπου για το
  21. 23 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Πίνακας 2 ΠΩΛΗΣΕΙΣ ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ 2010 Σύνολο Πωλήσεων Κύκλος Σχετική Μερίδιο στη Εργασιών(€) Αγορά (€) Σχετική Αγορά ΕΤΑΙΡΙΕΣ […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] Λοιποί ΣΥΝΟΛΟ
  22. 156.814.740,76 […] 86.621.373,41 406.229.485,32 21,32% 100,00% Από τον ανωτέρω πίνακα γίνεται σαφές ότι, στo πλαίσιo της σχετικής αγοράς, περίπου το […]% του συνολικού κύκλου εργασιών του πτηνοτροφικού κλάδου πραγματοποιείται από τρεις μεγάλες επιχειρήσεις ([…], […] και […]) οι οποίες είναι πλήρως καθετοποιημένες και καλύπτουν την παραγωγή νεοσσών, την παραγωγή πτηνοτροφών, την πρωτογενή παραγωγή ορνίθων, τη σφαγή και επεξεργασία, την εμπορία και διακίνηση. Οι λοιπές επιχειρήσεις μοιράζονται το υπόλοιπο […]%, γεγονός που καταδεικνύει πως η πλειονότητα των εταιριών του κλάδου είναι μικρής παραγωγικής ικανότητας και βιοτεχνικού χαρακτήρα, με περιορισμένη ικανότητα πραγματοποίησης επενδύσεων προκειμένου να εξελιχθούν σε αμιγώς καθετοποιημένες μονάδες. 24 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  23. Ο δείκτης Herfindahl-Hirschman (HHI) είναι υψηλός, ξεπερνώντας το «ασφαλές» όριο των 2000 μονάδων. Επομένως, και ανεξαρτήτως των έγγραφων στοιχείων και λοιπών ευρημάτων της έρευνας, η διάρθρωση της σχετικής αγοράς είναι πρόσφορη να ευνοήσει το συντονισμό μεταξύ των επιχειρήσεων. Γ.3.
  24. Εκτιμήσεις
  25. Οι περισσότερες ελεγχόμενες επιχειρήσεις, όσο και ο ΣΠΕΕ, εμφανίζονται απαισιόδοξες για το μέλλον της κρεοπαραγωγού πτηνοτροφίας, δεδομένου ότι η πλειοψηφία των συμμετεχουσών στον κλάδο επιχειρήσεων αντιμετωπίζει χρηματοοικονομικά προβλήματα και μικρά ή οριακά κέρδη, ιδίως εξαιτίας του μικρού μεγέθους και της μέτριας οργάνωσης των παραγωγικών μονάδων, αλλά και του υπερδανεισμού του παρελθόντος
  26. Κατά τους ίδιους, η υπάρχουσα οικονομική κρίση και η συνακόλουθη αλλαγή στάσης των τραπεζών δυσχέρανε έτι περαιτέρω τη δράση τους. Επιπλέον, η σημαντική διαπραγματευτική δύναμη των αλυσίδων σούπερ μάρκετ τις εξαναγκάζει σε αυξανόμενες εκπτώσεις-παροχές, μακρινές ημερομηνίες εξόφλησης τιμολογίων αγοράς και συμπίεση περιθωρίων κέρδους
  27. Σύμφωνα πάντα με τις ελεγχόμενες επιχειρήσεις, πιέσεις προκύπτουν και από την πλευρά των προμηθευτών πρώτων υλών για παραγωγή ζωοτροφών, δεδομένου του εξαιρετικά υψηλού ποσοστού συμμετοχής τους στο συνολικό κόστος παραγωγής των προϊόντων, αλλά και από την κατά καιρούς διεθνή αύξηση της τιμής των δημητριακών.
  28. Ωστόσο, η εγχώρια κατανάλωση κοτόπουλου δεν έχει εμφανίσει κάμψη. Προς τούτο, συντελούν η χαμηλότερη τιμή του κοτόπουλου σε σχέση με άλλα κρέατα, η ανελαστική ζήτηση που παρουσιάζει ως βασικό είδος διατροφής σε συνδυασμό με τη σχετικά χαμηλή εισοδηματική ελαστικότητα, καθώς και η διατροφική στροφή προς τα λεγόμενα λευκά κρέατα τα τελευταία έτη. Στους προαναφερθέντες λόγους μπορεί να προστεθεί η διαχρονικά αυξανόμενη προτίμηση των Ελλήνων καταναλωτών στα «πιστοποιημένα» σχετικά εγχώρια προϊόντα
  29. Δ. ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟΥ Δ.
  30. ΑΝΤΙ-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΡΑΞΗ ΜΕΤΑΞΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΏΝ Δ.1.
  31. Άρθρο 1 ν. 703/1977 (όπως ίσχυε)
  32. Βάσει των αρχών που διέπουν τη διαχρονική εφαρμογή του δικαίου και των γενικών αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες ίσχυαν κατά το χρόνο επέλευσης των γεγονότων που συνιστούν την παράβαση, 58 Ο υπερδανεισμός, σύμφωνα με τις ίδιες τις επιχειρήσεις, προήλθε κυρίως από έλλειψη ιδίων κεφαλαίων, πτηνοτρόφων και επιχειρήσεων, η οποία οδήγησε σε μεγάλους δανεισμούς, με υψηλότοκα δάνεια στις δεκαετίες του ‘80 και του ‘90, συσσωρεύοντας πολλά χρέη στον κλάδο. 59 Ενδεικτικά, υπ’ αριθμ. πρωτ. 120/10.01.2011 απαντητική επιστολή της Αγγελάκης ΑΕ. 60 Βλ. κλαδική έρευνα «Προοπτικές τομέα πτηνοτροφίας» 2007, Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων. 25 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ χωρίς να έχει σημασία ο χρόνος, κατά τον οποίο εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις. Έτσι, κάθε συμπεριφορά, η οποία έλαβε χώρα μέχρι την 20.4.2011 (ημερομηνία θέσης σε ισχύ του νέου ν. 3959/2011 για την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού) και η οποία πιθανολογείται ότι πληροί τις προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 1 και 2 ν. 703/1977, αξιολογείται βάσει των προαναφερόμενων άρθρων. Συνεπώς, στα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, τα οποία εμπίπτουν στο ratione materiae και ratione temporis πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 ν. 703/1977, εφαρμόζονται οι ουσιαστικού δικαίου κανόνες του εν λόγω άρθρου. Σε κάθε περίπτωση, ουδεμία ουσιαστική διαφοροποίηση υφίσταται μεταξύ των διατάξεων του άρθρου 1 ν. 703/1977 και του άρθρου 1 ν. 3959/2011, δεδομένου ότι οι διατάξεις του άρθρου 1 ν. 703/77 είναι όμοιες με τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 1 ν. 3959/
  33. Το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 703/1977 απαγορεύει όλες τις συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες τις αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού, και ιδίως εκείνες, οι οποίες συνίστανται στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής, στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής και των αγορών ή στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού. Δ.1.
  34. Άρθρο 101 ΣΛΕΕ – Επηρεασμός ενδοενωσιακού εμπορίου
  35. Αντίστοιχη με τη διάταξη του άρθρου 1 ν. 703/1977 είναι και η διάταξη του άρθρου 101 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 81 ΣυνθΕΚ). Κατά πάγια νομολογία, η «διάταξη του άρθρου 1 του ν. 703/77 είναι σχεδόν πανομοιότυπη με τη διάταξη του άρθρου 85 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας [Σ.τ.Σ.: άρθρου 101 της ΣΛΕΕ]»
  36. Ουσιαστικά, μοναδική επί πλέον προϋπόθεση εφαρμογής της ενωσιακής διάταξης, σε σχέση με τη διάταξη του εθνικού δικαίου, αποτελεί αυτή της «δυνατότητας σοβαρής επίδρασης στο ενδοκοινοτικό εμπόριο»
  37. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 1/2003, οσάκις οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ή τα εθνικά δικαστήρια εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού σε συμφωνίες, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων ή εναρμονισμένες πρακτικές κατά την έννοια του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, οι οποίες είναι πιθανόν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, οφείλουν να εφαρμόζουν επίσης το άρθρο 101 ΣΛΕΕ στις εν λόγω συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές. Κατά συνέπεια, για την παράλληλη εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ στην κρινόμενη υπόθεση θα πρέπει 61 Bλ. ενδεικτικά ΣτΕ 1731/2001, Επισκ. Εμπ. Δικ. 2003, σελ.
  38. Σημειώνεται ότι όπου εδώ γίνεται αναφορά στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ, με αυτό νοείται και το αντίστοιχο άρθρο 85 ΣυνθΕΟΚ ή το άρθρο 81 ΣυνθΕΚ, σύμφωνα με την ονομασία και την αρίθμηση που ίσχυε κατά τον αντίστοιχο χρόνο. 62 Bλ. ενδεικτικά ΣτΕ 1731/2001, ό.π. 26 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ να εξεταστεί εάν συντρέχει το κριτήριο του επηρεασμού του ενδοκοινοτικού (νυν ενδοενωσιακού) εμπορίου.
  39. Το κριτήριο του επηρεασμού του ενδοενωσιακού εμπορίου είναι αυτόνομο κριτήριο του ευρωπαϊκού δικαίου, το οποίο πρέπει να εκτιμάται ad hoc και το οποίο οριοθετεί το πεδίο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου του ανταγωνισμού
  40. Το εν λόγω κριτήριο περιορίζει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 101 στις συμφωνίες και πρακτικές που δύνανται να έχουν ένα ελάχιστο επίπεδο διασυνοριακών επιπτώσεων στο εσωτερικό της Ένωσης. Κατά πάγια νομολογία, για να μπορεί μια απόφαση, συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών πρέπει, βάσει ενός συνόλου νομικών και πραγματικών στοιχείων, να μπορεί να πιθανολογηθεί επαρκώς ότι μπορεί να ασκήσει άμεση ή έμμεση, πραγματική ή δυνητική, επίδραση στα εμπορικά ρεύματα μεταξύ κρατών μελών
  41. Στην περίπτωση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, εάν η συμφωνία μπορεί στο σύνολό της να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, το ενωσιακό δίκαιο εφαρμόζεται στο σύνολο της συμφωνίας, περιλαμβανομένων και των τμημάτων της που μεμονωμένα δεν επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών
  42. Είναι, επίσης, αδιάφορο, εάν η συμμετοχή δεδομένης επιχείρησης επηρεάζει ή όχι αισθητά το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών
  43. Μία επιχείρηση δεν μπορεί να αποφύγει την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου για το λόγο ότι η συμμετοχή της που μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών είναι αμελητέα. Επίσης, η έννοια της επίδρασης στα εμπορικά ρεύματα δεν προϋποθέτει μόνο τον περιορισμό ή τη μείωση του εμπορίου, αλλά οποιαδήποτε διαφοροποίηση των εμπορικών ρευμάτων - αρκεί αυτή να είναι αισθητή
  44. Ο αισθητός χαρακτήρας του επηρεασμού μπορεί ιδίως να εκτιμηθεί κατ’ αναφορά προς τη θέση και τη σημασία των μερών στην αγορά 63 Βλ. σχετικά Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης [ΕΕ C 101/07, της 27/04/2004], παρ. 12-
  45. 64 Βλ. απόφαση ΔΕΚ της 29.10.1980, υπόθ. C-209-215/78 & 218/78, Van Landewyck κατά Επιτροπής, Συλλ. 3125, σκ. 170, απόφαση της 17.7.1997, υπόθ. C-219/95Ρ, Ferriere Nord Spa κατά Επιτροπής, Συλλ. Ι-4411, σκ. 20, καθώς και Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης ό.π., παρ.
  46. 65 Βλ. ενδεικτικά απόφαση ΔΕΚ C-193/83, Windsurfing κατά Επιτροπής, Συλλ. 611, σκ. 96, απόφαση ΠΕΚ Τ-77/94 Vereniging van Groothandelarenin Bloemkwekerijprodukten, Συλλ.. ΙΙ-759, σκ. 126, καθώς και παρ. 14 Κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ό.π. 66 Βλ. ενδεικτικά απόφαση ΠΕΚ Τ-2/89, Petrofina κατά Επιτροπής, Συλλ. ΙΙ-1087, σκ. 226, καθώς και και παρ. 15 Κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ό.π. 67 Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις ΔΕΚ C-8/72,Vereniging van Cementhandelaren κατά Επιτροπής, Συλλ. 1972-1973, σ. 221, σκ. 29 και ΔΕΚ C-42/84 Remia κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλ. 2545, σκ. 22 και ΠΕΚ Τ-29/92, SPO κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλ.ΙΙ-289, σκ.
  47. Βλ. και Ανακοίνωση Επιτροπής, ό.π., παρ. 33 και
  48. 27 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ των σχετικών προϊόντων
  49. Η εκτίμηση του αισθητού χαρακτήρα του επηρεασμού εξαρτάται από τις περιστάσεις κάθε μεμονωμένης περίπτωσης, και ιδίως από τη φύση της συμφωνίας ή της πρακτικής, από τη φύση των καλυπτόμενων προϊόντων και από τη θέση των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων στην αγορά. Εάν από την ίδια τη φύση της η συμφωνία ή πρακτική δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, το όριο του αισθητού επηρεασμού είναι χαμηλότερο από ό,τι στην περίπτωση συμφωνιών ή πρακτικών που δεν δύνανται από τη φύση τους να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Ομοίως, όσο σημαντικότερη είναι η θέση των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων στην αγορά, τόσο πιο πιθανό είναι ότι μία συμφωνία ή πρακτική δύναται να επηρεάσει αισθητά το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών
  50. Οι οριζόντιες συμπράξεις που καλύπτουν το σύνολο ενός κράτους μέλους δύνανται κατά κανόνα, να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών
  51. Κατά πάγια νομολογία, συμπράξεις που εκτείνονται στο σύνολο του εδάφους κράτους μέλους έχουν από την ίδια τους τη φύση ως αποτέλεσμα την παγίωση εθνικών στεγανοποιήσεων των αγορών και εμποδίζουν έτσι την οικονομική αλληλοδιείσδυση που επιδιώκεται από τη Συνθήκη
  52. Στην υπό κρίση υπόθεση, υφίσταται η προαναφερόμενη δυνατότητα αισθητού επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών και, κατά συνέπεια, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ. Και τούτο, για τους ακόλουθους ιδίως λόγους:  Η σχετική γεωγραφική αγορά, στην οποία δραστηριοποιούνται και διαθέτουν τα προϊόντα τους οι συμπράττουσες επιχειρήσεις, αφορά σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια
  53.  Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, παρατηρείται ένα σημαντικό ποσοστό εισαγωγών νωπού / κατεψυγμένου κοτόπουλου73, στοιχείο το οποίο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η υπό εξέταση οριζόντια πρακτική του καθορισμού ενιαίας τιμής και της κατανομής πελατείας είναι πιθανό να επηρεάσει ή και επηρεάζει αισθητά το εμπόριο μεταξύ των 68 Βλ. απόφαση ΔΕΚ C-306/96, Javico, Συλλ. Ι-1983, σκ. 17 και ΠΕΚ Τ-65/89, BPB Industries και British Gypsum, Συλλ. ΙΙ-389, σκ. 138 και Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης ό.π., παρ.
  54. 69 Βλ. απόφαση ΠΕΚ Τ-65/89, BPB Industries και British Gypsum, Συλλ. ΙΙ-389, σκ. 138 και Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης ό.π., παρ.
  55. 70 Βλ. παρ. 78 επ. Κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ό.π. 71 Βλ. ΣτΕ 1324/2013, σκ. 6, καθώς και ενδεικτικά αποφάσεις ΔΕΚ C-309/99, Wouters, Συλλ. Ι-1577, σκ. 95 και ΠΕΚ Τ-65/98, Van den Bergh Foods, Συλλ. ΙΙ- 4653, ΠΕΚ Τ-7/93, Lagnese–Iglo, Συλλ. ΙΙ1533, σκ.
  56. Βλ. επίσης αποφάσεις ΔΕφΑθ 1001/2006, ΔΕφΑθ 2891/2009 και ΔΕφΑθ 559/
  57. Βλ. επίσης Ανακοίνωση Επιτροπής, ό.π., παρ. 22, 33, 78, 86 και Μιχ. - Θεοδ. Μαρίνο, Ανακοινώσεις και Κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο δίκαιο του ανταγωνισμού - νομικές διαστάσεις μετά τον Κανονισμό 1/2003 και επιδράσεις στο εθνικό δίκαιο των συμβάσεων, ΔΕΕ 7/2006, σελ.
  58. 72 Βλ. ενότητα υπό Γ.2.
  59. ανωτέρω. 73 Βλ. ενότητες υπό Γ.1.
  60. και υπό Γ.2.
  61. ανωτέρω. 28 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ κρατών μελών. Το γεγονός ότι η σύγχρονη τεχνολογία επιτρέπει σήμερα τη διατήρηση του κρέατος κοτόπουλου για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα (και συγκεκριμένα μέχρι και 15 ημέρες) λειτουργεί ενισχυτικά ως προς τη γεωγραφική επέκταση των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων του κλάδου και την εισαγωγική διείσδυση, καθώς υπάρχει το χρονικό περιθώριο το προϊόν να μεταφερθεί χωρίς πρόβλημα σε μακρινούς προορισμούς
  62.  Εξάλλου, οι ελληνικές πτηνοτροφικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν τις εισαγωγές ως παράγοντα επηρεασμού του κόστους των προϊόντων τους75, δεδομένου ότι κατά τη διαμόρφωση της τιμολογιακής τους πολιτικής, συνεκτιμούν την επίδραση της τιμής του εισαγόμενου κοτόπουλου στην ανταγωνιστικότητα του προϊόντος τους.  Η εισαγωγική διείσδυση, ανεξαρτήτως του βαθμού εξαγωγικής δραστηριότητας των ελληνικών επιχειρήσεων, καθιστά το εξεταζόμενο προϊόν αντικείμενο διασυνοριακών συναλλαγών.
  63. H εξεταζόμενη σύμπραξη είναι, σε κάθε περίπτωση, από την ίδια τη φύση της ικανή να επηρεάσει αισθητά το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Και τούτο, διότι οι εξεταζόμενες πρακτικές καταλαμβάνουν το σύνολο της ελληνικής επικράτειας (λαμβανομένων υπόψη του εύρους τους, αλλά και της γεωγραφικής διασποράς των συμπραττουσών επιχειρήσεων). Εξάλλου, η υπό κρίση σύμπραξη είναι πολύ σημαντικού μεγέθους, όπως προκύπτει ιδίως από τον αριθμό των εμπλεκομένων σε αυτήν επιχειρήσεων, σε συνδυασμό και με το μέγεθος αυτών (το συνολικό μερίδιο αγοράς το οποίο καλύπτουν ανέρχεται σε τουλάχιστον 75%).
  64. Λαμβανομένων υπόψη της φύσης των πρακτικών που καλύπτουν κατ’ ουσίαν την ελληνική επικράτεια, του βαθμού κάλυψης της αγοράς από τις συμπράττουσες επιχειρήσεις, καθώς και του συνόλου των λοιπών νομικών και πραγματικών στοιχείων, συνάγεται ευθέως – κατά την κρίση της Επιτροπής – ότι η εξεταζόμενη συμφωνία ή/και εναρμονισμένη πρακτική δύναται να ασκήσει, άμεση ή έμμεση, πραγματική ή δυνητική, επίδραση στα εμπορικά ρεύματα μεταξύ κρατών μελών. Επομένως, στοιχειοθετείται εν προκειμένω επηρεασμός του ενδοενωσιακού εμπορίου και, ως επακόλουθο, οι σχετικές εθνικές και ενωσιακές διατάξεις εφαρμόζονται παράλληλα στην κρινόμενη υπόθεση. Δ.1.
  65. Προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 703/1977 και 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ.
  66. Προϋποθέσεις άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 703/1977 είναι: εφαρμογής της διάταξης του 74 Βλ. ενότητα υπό Γ.2.
  67. ανωτέρω. Βλ. ενδεικτικά καταθέσεις των εκπροσώπων των […] [ΚΑΤΑΘΕΣΗ 4], [ΚΑΤΑΘΕΣΗ 14], [ΚΑΤΑΘΕΣΗ 2] και [ΚΑΤΑΘΕΣΗ 10] αντίστοιχα. Βλ. επίσης υπ’ αρ. πρωτ. 474/25.01.2077 απαντητική επιστολή του ΣΠΕΕ, καθώς και υπ’ αριθμ. πρωτ. 101/10.01.2011 απαντητική επιστολή της Αφοί Λειβαδίτη ΑΒΕΕ, καθώς και κατάθεση του […] [ΚΑΤΑΘΕΣΗ 6]. 75 29 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ  Η ύπαρξη συμφωνίας, εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ επιχειρήσεων ή απόφασης ένωσης επιχειρήσεων,  Αντικείμενο ή αποτέλεσμα της ανωτέρω συμφωνίας, εναρμονισμένης πρακτικής ή απόφασης να είναι ο περιορισμός, η παρακώλυση ή η νόθευση του ανταγωνισμού.
  68. Κατά συνέπεια, προκειμένου να αξιολογηθεί αν συντρέχει παράβαση του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 703/1977, πρέπει να διερευνηθεί η συνδρομή ή μη των ως άνω προϋποθέσεων στην υπό κρίση υπόθεση. Αντίστοιχα ισχύουν και για το άρθρο 101 παρ. 1.ΣΛΕΕ.
  69. Σημειωτέον ότι κατά την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, η ερμηνεία που έχει δοθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. ενότητες κατωτέρω) είναι δεσμευτική για το σύνολο των εθνικών δικαστηρίων και αρχών των κρατών μελών
  70. Δ.1.3.
  71. Η έννοια της «επιχείρησης»
  72. Ως «επιχείρηση», κατά το δίκαιο προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο ή οικονομική ενότητα που ασκεί εμπορική ή άλλη οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς του και από τον τρόπο χρηματοδότησής του
  73. Μια τέτοια οικονομική ενότητα συνίσταται, συνεπώς, σε ενιαία οργάνωση προσωπικών, υλικών και άυλων στοιχείων, τα οποία έχουν ταχθεί στη διαρκή επιδίωξη ορισμένου οικονομικού σκοπού, η οποία οργάνωση δύναται να συντελέσει στη διάπραξη παραβάσεως προβλεπομένης από το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 3959/2011 / το άρθρο 1 ν. 703/1977 (ή και από το 101, παρ. 1 ΣΛΕΕ)
  74. Ειδικότερα, η ύπαρξη επιχείρησης προϋποθέτει αυτονομία οικονομικής δράσης και συνακόλουθα πλήρη ανάληψη των οικονομικών κινδύνων που συνεπάγεται η εκάστοτε οικονομική δραστηριότητα
  75. Ως οικονομική δραστηριότητα 76 Βλ. απόφαση ΔΕΚ C-8/08, T-Mobile Netherlands BV κ.ά. κατά Raad vanbestuurvande Nederlandse Mededingingsautoriteit, σκ.
  76. 77 Βλ. ενδεικτικά απόφαση ΠΕΚ Τ-217 και 245/03 FNSEA κ. Επιτροπής,Συλλ. 2004 σ. ΙΙ-271, και απόφ. ΔΕΚ C-101 και 110/07 Coop de France Betail and Viande κ. Επιτροπής, Συλλ. 2008 σ. Ι-10193 και αποφάσεις ΔΕΚ C-41/90, Hofner και Elser κ. Macroton GmbH, Συλλ.1991 σ. Ι-1979, C-55/96, Job Centre II, Συλλ. 1997, σ. Ι-7119, σκ. 21, C-180-184/98, Pavlov κ. Stichting Pensioenfonds Medische Specialisten, Συλλ. 2000, σ. Ι-6451, σκ.74, C-218/00, Cisal di Batistello Venanzio &Co κ.Instituto Nazionale per L’Assicurazione Contro Gli fortune Sul Lavoro (INAIL), Συλλ.2002 σ. Ι-691, σκ.
  77. 78 Βλ. π.χ. απόφαση ΠΕΚ της 11.12.2003, υπόθ. T-66/99, Μινωικές Γραμμές ΑΝΕ (Minoan Lines SA) κατά Επιτροπής, Συλλ. ΙΙ – 5515, σκ.
  78. 79 Βλ. ενδεικτικά υπόθ. Τ-23/09 Conseil national de l’Ordre des pharmaciens (CNOP), Conseil central de la section G de l’Ordre national des pharmaciens (CCG) κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σκ. 70-71, υπόθ. C-55/96, Job Centre coop.arl, Συλλογή 1997, σελ. Ι-7119, σκ.21, συνεκδ. υποθ. C-180-184/98, Pavel Pavlov κ.ά. κατά Stichting Pensioenfonds Medische Specialisten, Συλλ. 2000 σ. Ι-6451, σκ. 74, υπόθ. C-118/85 Επιτροπή κατά Ιταλίας Συλλ. 1987 σ. 2599, σκ. 7, υπόθ. C-41/90 Klaus Höfner and Fritz Elser κατά Macrotron GmbH Συλλ. 1991 σ. I-1979, σκ. 21, υπόθ. C-35/96 Επιτροπή κατά Ιταλίας (CNSD) Συλλ. 1998 σ. I-3851, σκ. 36, υπόθ. C-244/94 Fédération Française des Sociétés d’Assurance κ.ά. κατά Ministère de l'Agriculture et de la Pêche Συλλ. 1995 σ. I-4013, σκ. 14, απόφαση ΕΑ 292/IV/2005 υπό 2.
  79. 30 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ νοείται κάθε δραστηριότητα προσφοράς αγαθών ή υπηρεσιών σε δεδομένη αγορά
  80. Η έννοια της «επιχείρησης» είναι περισσότερο οικονομική παρά νομική και το αποφασιστικό κριτήριο για την έννοια αυτή στο δίκαιο προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού είναι η οικονομική, και όχι η νομική της αυτοτέλεια.
  81. Εν προκειμένω, τα εμπλεκόμενα μέρη δραστηριοποιούνται στον κλάδο της κρεοπαραγωγού πτηνοτροφίας, με κύριο αντικείμενο την παραγωγή και εμπορία κοτόπουλου. Η λειτουργία τους χαρακτηρίζεται είτε από τον κεφαλαιουχικό τους χαρακτήρα (Α.Ε., Ε.Π.Ε.) είτε από τη συνεταιριστική τους οργάνωση
  82. Επομένως, διεξάγουν κατά τρόπο αυτόνομο εμπορική και οικονομική δραστηριότητα, με ανάληψη των οικονομικών κινδύνων που συνεπάγεται η δραστηριοποίησή τους αυτή. Ως εκ τούτου, εμπίπτουν ευθέως στην έννοια της «επιχείρησης» σύμφωνα με τις διατάξεις περί ανταγωνισμού.
  83. Ειδικώς αναφορικά με το ΣΠΕΕ, επισημαίνεται ότι μια «ένωση επιχειρήσεων» προϋποθέτει πλειονότητα επιχειρήσεων που συνδέονται μεταξύ τους με οποιαδήποτε μορφή οργανωμένης συνεργασίας. Δεν απαιτείται η «ένωση επιχειρήσεων» να έχει νομική προσωπικότητα82, ούτε και η ίδια εμπορική ή παραγωγική δραστηριότητα, προκειμένου να εμπίπτει στο άρθρο 1 του Ν. 703/1977,83 αρκεί να εξυπηρετεί τα εμπορικά συμφέροντα των μελών της
  84. Και τούτο, ανεξάρτητα από τη νομική τους μορφή και τον κερδοσκοπικό ή μη χαρακτήρα τους
  85. Εν προκειμένω, ο ΣΠΕΕ συνιστά ένωση επιχειρήσεων κατά τα προκτεθέντα. Δ.1.3.
  86. Η έννοια της «συμφωνίας» ή/και «εναρμονισμένης πρακτικής» (σύμπραξης σύμφωνα με το άρθρο 1 ν. 703/1977 και 101 ΣΛΕΕ) 80 Βλ. ενδεικτικά υπόθ. C-118/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1987, σελ. 2599, σκ. 7, υπόθ. C35/96, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλ. 1998, σελ. 3851, σκ. 36, EA 430/V/2009, σελ. 6 και ΕΑ 317/V/2006, σελ. 16,
  87. 81 Ειδικότερα, για τους εμπλεκόμενους Συνεταιρισμούς σημειώνεται ότι πρόκειται για αγροτικούς συνεταιρισμούς (όπως προκύπτει και από την ίδια την επωνυμία τους), η λειτουργία των οποίων διέπεται από το ν. 2810/2000 περί «Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων». Για θέματα δε που δεν ρυθμίζονται από το νόμο αυτό, εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του Εμπορικού Δικαίου και του Αστικού Κώδικα. Ο Αγροτικός Συνεταιρισμός (ΑΣ) είναι αυτόνομη οργάνωση προσώπων (οικονομική ενότητα), η οποία συγκροτείται εθελοντικά και επιδιώκει, με την αμοιβαία βοήθεια των μελών της, την οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική ανάπτυξη και προαγωγή τους, μέσω μιας συνιδιόκτητης και δημοκρατικά διοικούμενης επιχείρησης. Οι Αγροτικοί Συνεταιρισμοί είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και έχουν εμπορική ιδιότητα. 82 Βλ. ενδεικτικά υποθ. C-395/96 P και C-396/96 P Companie maritime belge transports SA, Companie maritime belge SA και Dafra-Lines A/S (CEWAL) κατά Επιτροπής Συλλογή 2000 σ. Ι- 01365, σκ.
  88. Βλ. επίσης σχετικά και Λ. Κοτσίρη, Ευρωπαϊκό Εμπορικό Δίκαιο, 2003, σελ. 398-
  89. 83 Βλ. συνεκδ. υποθ. Τ-25/95, Τ-26/95, Τ-30/95 έως Τ-32/95, Τ-34/95 έως Τ-39/95, Τ-42/95 έως Τ46/95, Τ-48/95 έως Τ-65/95, Τ-68/95 έως Τ-71/95, Τ-87/95, Τ-88/95, Τ-103/95 και Τ-104/95, Cimenteries CBR SA κ.ά κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000 σ. ΙΙ-491, παρ.
  90. 84 Βλ. απόφαση Επιτροπής, 96/438/ΕΚ FENEX, ΕΕ 1996 L181/28, παρ.
  91. Βλ. επίσης Alison Jones/ Brenda Surfin, EC Competition Law, 2004, σελ.
  92. 85 Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις ΔΕΚ 209-215/78 & 218/78 Heintz van Landewyck SARL κ.ά. κ. Επιτροπής, Συλλ. 1980, σκ. 3125, σκ. 87-88, C-96-102, 104, 105, 108 και 110/82 IAZ κ. Επιτροπής, Συλλ. 1983 σ. 03369, σκ.19-20, και C-246/86 Belasco κ. Επιτροπής, Συλλ. 1989, σκ. 2117, σκ.2,
  93. 31 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  94. Για τους σκοπούς του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 703/77, και αντίστοιχα του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, θεωρείται ότι υφίσταται «συμφωνία» όταν οι συμβαλλόμενοι, ρητά ή σιωπηρά, εγκρίνουν από κοινού σχέδιο που καθορίζει τις κατευθυντήριες γραμμές της αμοιβαίας δράσης τους (ή αποχής από τη δράση) στην αγορά. Για τους σκοπούς εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού, αρκεί οι επιχειρήσεις να έχουν εκφράσει την κοινή τους βούληση να συμπεριφερθούν στην αγορά κατά καθορισμένο τρόπο
  95. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, κάθε φορά που επιχειρήσεις εκφράζουν κοινή βούληση προς επίτευξη επιδιωκομένων τιμών ή επιδιωκομένου όγκου πωλήσεων ή κατανομής αγορών/πελατείας
  96. Εξάλλου, δεν είναι αναγκαίο οι συμμετέχοντες να έχουν εκ των προτέρων συμφωνήσει σε ένα ολοκληρωμένο κοινό σχέδιο. Κατά πάγια νομολογία, η έννοια της «συμφωνίας» θα πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικά. Καταλαμβάνει δε, όχι μόνον συμβάσεις με τη στενή έννοια του όρου, αλλά και συμφωνίες κυρίων88, και ανεξαρτήτως του εάν είναι υπογεγραμμένες ή ανυπόγραφες
  97. Συναφώς, η ειδικότερη μορφή εκδήλωσής της δεν είναι σημαντική, εφόσον συνιστά πιστή έκφραση της βούλησης των μερών
  98. Υπό το φως της ενωσιακής νομολογίας, και ο καθορισμός από μέρους των συμμετεχουσών σε μία συνάντηση επιχειρήσεων των «κανόνων παιχνιδιού» για τη συμπεριφορά τους στην αγορά συνιστά «συμφωνία» κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι εκφράστηκε η επιθυμία ή η ευχή να ακολουθηθεί η συγκεκριμένη συμπεριφορά
  99. Η ύπαρξη συμφωνίας μπορεί να προκύπτει άμεσα ή έμμεσα από τη συμπεριφορά των μερών μπορεί δε να εφαρμόζεται σε ατελείς συνεννοήσεις, καθώς και σε επιμέρους και υπό όρους συμφωνίες κατά τη 86 Βλ. αποφάσεις ΣτΕ 2007/2013, σκ. 17 και ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4-6, καθώς και ενδεικτικά αποφάσεις ΔΕΚ C-41/69, ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής, σκ. 111-113, ΠΕΚ Τ-13/89, Polypropylene, Συλλ. ΙΙ-1021, σκ. 253, απόφαση ΠΕΚ Τ-7/89, Hercules κατά Επιτροπής, Συλλ. ΙΙ-1711, σκ. 256, απόφαση ΠΕΚ της 20.4.1999, υπόθ. Τ-305/94, Limburge κατά Επιτροπής, Συλλ. ΙΙ-931, σκ. 715, απόφαση ΠΕΚ της 20.3.2002, υπόθ. Τ-9/99, HFB Holding κατά Επιτροπής, Συλλ.ΙΙ-1487, σκ.
  100. 87 Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις ΔΕΚ C-41/69, ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής, σκ. 112 και ΔΕΚ συνεκδ. υποθ. C- 209/78 έως 215/78 και 218/78, Heinz van Landewyck κατά Επιτροπής, Συλλ. 3125, σκ. 86, καθώς και αποφάσεις ΠΕΚ T-1/89, Rhône-Poulenc SA κατά Επιτροπής, Συλλ. II-867, σκ. 120, Τ-15/89, Chemie Linz AG κατά Επιτροπής, Συλλ. II-1275, σκ. 301, και T-310/94, Grueber και Weber GmbH & Co. KG κατά Επιτροπής, Συλλ. II-01043, σκ. 85,
  101. 88 Βλ. ενδεικτικά Αποφάσεις ΔΕΚ C- 41/69, ACF Chemiefarma ό.π., C-44/69, Buchler & Co κατά Επιτροπής, Συλλ. 1970, σ. 733 και C-45/69, Boehringer Mannheim κατά Επιτροπής, Συλλ. 1970, σ. 769, καθώς και Αποφάσεις ΠΕΚ T-66/99, Μινωικές Γραμμές ΑΝΕ κατά Επιτροπής, Συλλ. ΙΙ-5515, σκ. 207 και Τ-141/89, Trefileurope κατά Επιτροπής, Συλλ.ΙΙ-791, σκ. 95-
  102. Βλ. ακόμη Ζιάμου Θ. σε Σκουρή Β., Ερμηνεία Συνθηκών για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, Εκδ. Αντ.Ν.Σάκκουλα, 2003, σελ.
  103. 89 Βλ. Faull and Nickpay, The EC Law of Competition
(2007), σελ. 195 επ και τη σχετική νομολογία στην οποία παραπέμπει. 90 Βλ. αποφάσεις ΣτΕ 2007/2013, σκ. 17 και ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4-6, καθώς και ενδεικτικά αποφάσεις ΔΕΚ C-41/69, ό.π, σκ. 112, ΔΕΚ C- 74/04 P, Επιτροπή κατά Volkswagen, Συλλ. I- 6585, σκ. 37, ΠΕΚ T-41/96, Bayer κατά Επιτροπής, σκ. 67-69, ΠΕΚ T-208/01, Volkswagen κατά Επιτροπής, σκ. 30-32, και ΠΕΚ T -99/04, AC-Treuhand AG κατά Επιτροπής, σκ.
  1. 91 Βλ. ενδεικτικά Απόφαση ΔΕΚ C-204/00, Aalborg PortlandA /S κατά Επιτροπής, Συλλ. Ι-123, σκ. 228,
  2. 32 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ διαδικασία διαπραγμάτευσης, η οποία οδηγεί σε συμφωνία
  3. Συναφώς, ο όρος «συμφωνία» μπορεί να εφαρμοστεί όχι μόνο σε ένα γενικό σχέδιο ή σε ρητά συμφωνηθέντες όρους, αλλά και στην υλοποίηση όσων έχουν συμφωνηθεί βάσει των ίδιων μηχανισμών και κατά την επιδίωξη του ίδιου κοινού σκοπού
  4. Με βάση τα προεκτεθέντα, για την έννοια της «συμφωνίας», είναι αδιάφορος ο γραπτός ή προφορικός τύπος, καθώς και ο δεσμευτικός ή μη χαρακτήρας της. Δεν απαιτούνται, δηλαδή, τυπικές διαδικασίες, ούτε κυρώσεις ή μέτρα εφαρμογής. Συναφώς, αδιάφορο είναι αν οι εκπρόσωποι που συμμετέχουν στη συμφωνία ήταν εξουσιοδοτημένοι ή είχαν την αρμοδιότητα βάσει των καταστατικών προβλέψεων της ένωσης να συνάπτουν συμφωνίες με αντίστοιχο περιεχόμενο
  5. Η έννοια της εναρμονισμένης πρακτικής αφορά μορφή συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων, η οποία, χωρίς να φθάνει μέχρι τη σύναψη συμφωνίας, αντικαθιστά ηθελημένα τους κινδύνους που ενέχει ο ανταγωνισμός με την έμπρακτη συνεργασία των επιχειρήσεων αυτών. Τα κριτήρια συντονισμού πρέπει να νοούνται υπό το φως της αντίληψης που είναι συνυφασμένη με τις περί ανταγωνισμού διατάξεις, κατά την οποία κάθε επιχειρηματίας πρέπει να καθορίζει κατά τρόπο αυτόνομο την πολιτική που προτίθεται να ακολουθήσει στη σχετική αγορά
  6. Αυτή η απαίτηση αυτονομίας δεν αποκλείει μεν το δικαίωμα των επιχειρηματιών να προσαρμόζονται επιτηδείως στη διαπιστούμενη ή αναμενόμενη συμπεριφορά των ανταγωνιστών, πλην όμως αντιτίθεται αυστηρώς σε κάθε άμεση ή έμμεση επαφή μεταξύ των επιχειρηματιών αυτών δυνάμενη, είτε να επηρεάσει τη συμπεριφορά ενός υφιστάμενου ή δυνητικού ανταγωνιστή στην αγορά, είτε να αποκαλύψει σε έναν ανταγωνιστή τη συμπεριφορά που ο επιχειρηματίας έχει αποφασίσει ή σκέπτεται να ακολουθήσει στην αγορά. Η προϋπόθεση δε της αμοιβαιότητας πληρούται οσάκις η από μέρους ενός ανταγωνιστή αποκάλυψη σε άλλον ανταγωνιστή των μελλοντικών του προθέσεων ή της μελλοντικής του συμπεριφοράς στην αγορά ζητήθηκε από το δεύτερο ή ο επιχειρηματίας αυτός δεν εξέφρασε καμία επιφύλαξη ή αντίρρηση όταν ο ανταγωνιστής του γνωστοποίησε τις προθέσεις του
  7. Για να στοιχειοθετηθεί, επομένως, εναρμονισμένη πρακτική δεν είναι 92 Βλ. ενδεικτικά απόφαση Ευρ. Επιτροπής 2004/104/ΕΚ (Υπόθεση COMP/E1/37.978/Μεθυλογλυκαμίνη), παρ. 172, EE L 038 της 10/02/2004 σ. 18 – 46, καθώς και ΕΑ 369/V/2007, σελ.
  8. 93 Βλ. ενδεικτικά Απόφαση ΔΕΚ C-49/92P, Επιτροπή κατά Αnnic Partecipazioni SpA, Συλλ Ι-4125: παράβαση μπορεί να προκύπτει όχι μόνο από μεμονωμένη ενέργεια, αλλά και από σειρά ενεργειών ή ακόμη από διαρκή συμπεριφορά. Η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να αμφισβητηθεί για το λόγο ότι ένα ή περισσότερα στοιχεία αυτής της σειράς ενεργειών ή η διαρκής αυτή συμπεριφορά θα μπορούσαν να συνιστούν και αφ' εαυτών παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ. 94 Βλ. απόφαση ΠΕΚ Τ-25/95 κ.λπ., Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλ. ΙΙ-491,σκ.
  9. 95 Βλ. ενδεικτικά απόφαση ΣτΕ 2780/2012, σκ. 5 (όπου και παραπομπές σε πάγια ενωσιακή νομολογία). 96 Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις ΔΕΚ C-40 επ./73, Suiker Unie κατά Επιτροπής, σκ. 173-174, ΔΕΚ C48/69 ICI κατά Επιτροπής, σκ.64, ΔΕΚ C-199/92 P, Huls κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής σκ. 162-168 και 178, ΔΕΚ C-105/94 P σκ. 126, 135-136, 143, καθώς και αποφάσεις ΠΕΚ Τ-1/89 Rhône-Poulenc SA κατά Επιτροπής, 101-103, 113-115 και 121-123, ΠΕΚ Τ-9/99 HFB Holding κατά Επιτροπής, σκ. 33 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ αναγκαίο να αποδειχθεί ότι ένας επιχειρηματίας ανέλαβε επισήμως δέσμευση έναντι ενός ή περισσότερων άλλων να υιοθετήσει συγκεκριμένη συμπεριφορά ή ότι οι ανταγωνιστές καθόρισαν από κοινού επί τη βάσει σχεδίου τη μελλοντική τους συμπεριφορά στην αγορά. Κρίσιμο, ωστόσο, είναι ότι εν γνώσει τους δέχονται ή προσχωρούν σε μηχανισμούς συμπαιγνίας που διευκολύνουν το συντονισμό της εμπορικής τους πολιτικής. Επιπλέον, ο συντονισμός δεν πρέπει κατ’ ανάγκην να είναι ρητά εκφρασμένος, αρκεί να είναι και σιωπηρός
  10. Το κύριο χαρακτηριστικό της εναρμονισμένης πρακτικής είναι ότι αντικαθιστά τους κινδύνους του ανταγωνισμού με συνεργασία μεταξύ των επιχειρήσεων, η οποία μειώνει την αβεβαιότητα που έχει κάθε επιχείρηση σχετικά με τη συμπεριφορά που θα υιοθετήσουν οι ανταγωνιστές της στην αγορά
  11. Με βάση τα ανωτέρω, έχει κριθεί ότι συνιστά εναρμονισμένη πρακτική η συμμετοχή σε συναντήσεις που έχουν ως σκοπό τον καθορισμό επιδιωκομένων τιμών ή/και επιδιωκομένου όγκου πωλήσεων, κατά τις οποίες ανταλλάσσονται μεταξύ ανταγωνιστών πληροφορίες σχετικά με τις τιμές που σκέφτονται να εφαρμόσουν στην αγορά, σχετικά με το κατώτατο όριο συμφέρουσας λειτουργίας τους, τους περιορισμούς του όγκου πωλήσεων που κρίνουν αναγκαίους ή τα αριθμητικά στοιχεία των πωλήσεών τους, διότι τις πληροφορίες αυτές ασφαλώς και τις λαμβάνουν υπόψη οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις για να καθορίσουν τη συμπεριφορά τους στην αγορά.
  12. Περαιτέρω, η ίδια η έννοια της εναρμονισμένης πρακτικής προϋποθέτει μεν συμπεριφορά των μετεχουσών επιχειρήσεων στην αγορά, δεν συνεπάγεται όμως κατ’ ανάγκην ότι η εν λόγω συμπεριφορά θα πρέπει και να επιφέρει, συγκεκριμένα, το περιοριστικό του ανταγωνισμού αποτέλεσμα. Κατά πάγια ενωσιακή νομολογία, τεκμαίρεται ότι οι μετέχουσες σε συνεννοήσεις επιχειρήσεις, οι οποίες εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται στην αγορά, δεν μπορεί παρά να λαμβάνουν υπόψη τις πληροφορίες που έχουν ανταλλάξει με τους ανταγωνιστές τους, όταν καθορίζουν τη συμπεριφορά τους στην αγορά
  13. Μάλιστα, το εν λόγω τεκμήριο περί αιτιώδους συναφείας για τη στοιχειοθέτηση εναρμονισμένης πρακτικής είναι απόρροια του άρθρου 101, παρ. 1 ΣΛΕΕ, όπως αυτό ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο, και, συνεπώς, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του εφαρμοστέου ενωσιακού δικαίου
  14. Στο βαθμό που η μετέχουσα στη συνεννόηση επιχείρηση συνεχίζει να δραστηριοποιείται 211-213, ΠΕΚ Τ-25/95 Cimenteries CBR κατά Επιτροπής, σκ. 18-22 (περίληψης) και σκ. 1849, 1852, 1855, 1865, 3150, Βλ. επίσης ενδεικτικά απόφαση ΔΕφΑθ 1617/2009, σκ.
  15. 97 Βλ. απόφαση ΔΕΚ C-2/01P και C-3/01 P Bundesverband Arzneimittel – ImporteureeV, Συλλ.Ι-64, σκ.102 και Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την εφαρμογή του άρθρου 81 παρ. 3, 2004/C, 101/08 της 27.4.2004, παρ.
  16. 98 Βλ. π.χ. αποφάσεις ΠΕΚ T-30/91, Solvay SA κατά Επιτροπής, Συλλ. II-1775, σκ. 66, 75 και ΠΕΚ T36/91, Imperial Chemical Industries Plc κατά Επιτροπής, όπ.π. 99 Βλ. ενδεικτικά πρόσφατη απόφαση ΔΕΚ C-8/08, T-Mobile Netherlands BV κ.ά. κατά Raad vanbestuurvande Nederlandse Mededingingsautoriteit, σκ. 53 (όπου και παραπομπές σε πάγια ενωσιακή νομολογία). 100 Βλ. ενδεικτικά πρόσφατη απόφαση ΔΕΚ C-8/08, T-Mobile Netherlands BV κ.ά. κατά Raad vanbestuurvande Nederlandse Mededingingsautoriteit, σκ.
  17. 34 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ στην οικεία αγορά, το σχετικό τεκμήριο εφαρμόζεται έστω και αν η συνεννόηση προκύπτει από μία και μόνο σύσκεψη των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων – ενισχύεται δε οσάκις η συνεννόηση λαμβάνει χώρα σε τακτά διαστήματα επί μακρά χρονική περίοδο
  18. Εξάλλου, από την ίδια τη διατύπωση των άρθρων 1 ν.703/77 και 101 ΣΛΕΕ προκύπτει ότι μία εναρμονισμένη πρακτική μπορεί να εμπίπτει στις απαγορευτικές διατάξεις του νόμου, έστω και αν δεν σημειώνονται στην αγορά αποτελέσματα πλήττοντα τον ανταγωνισμό
  19. Επιπλέον, η συμμετοχή επιχειρήσεων σε συναντήσεις στις οποίες έλαβαν χώρα, κατά τα προεκτεθέντα, συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές θίγουσες τον ανταγωνισμό, χωρίς να αντιταχθούν σαφώς στις συμφωνίες αυτές, αποτελεί επαρκή απόδειξη της συμμετοχής και ευθύνης των εν λόγω επιχειρήσεων στη σύμπραξη – ανεξαρτήτως του αν οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις συμμορφώθηκαν τελικά με τα αποτελέσματα/συμφωνηθέντα των σχετικών συναντήσεων
  20. Συναφώς, το γεγονός ότι μια επιχείρηση δεν συμμορφώνεται εντέλει προς τα αποτελέσματα των συναντήσεων που έχουν αντικείμενο προδήλως αντίθετο προς τον ανταγωνισμό, δεν μειώνει την ευθύνη της για τη συμμετοχή της στη σύμπραξη, άπαξ και αυτή δεν αποστασιοποιήθηκε δημοσίως από το περιεχόμενο των συναντήσεων
  21. Εξάλλου, μια επιχείρηση που συμμετείχε σε παραβίαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ μπορεί να κριθεί υπεύθυνη και για συμπεριφορές που υιοθετήθηκαν από άλλες επιχειρήσεις που ήταν μέρη στην ίδια σύμπραξη, εφόσον τις γνώριζε ή θα μπορούσε να τις προβλέψει
  22. Τέλος, κατά πάγια νομολογία, οι διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 703/77 και 101 ΣΛΕΕ καταλαμβάνουν ουσιαστικά μορφές συμπαιγνίας που μετέχουν της ίδιας φύσης, διακρίνονται δε μόνο κατά την έντασή τους και τις επιμέρους μορφές υπό τις οποίες εκδηλώνονται. Στο ίδιο πλαίσιο, έχει κριθεί ότι οι αρχές ανταγωνισμού δεν είναι υποχρεωμένες να προσδιορίζουν επακριβώς μία παράβαση ως 101 Βλ. ενδεικτικά πρόσφατη απόφαση ΔΕΚ C-8/08, T-Mobile Netherlands BV κ.ά. κατά Raad vanbestuurvande Nederlandse Mededingingsautoriteit, σκ. 58 και
  23. 102 Βλ. αποφάσεις ΣτΕ 2007/2013, σκ. 17 και ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4-6, καθώς και ενδεικτικά αποφάσεις ΔΕΚ C-199/92 Hüls κατά Επιτροπής, σκ. 158-167, ΔΕΚ C-49/92 Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni SpA, σκ. 119-121, και ΠΕΚ T-303/02, Westfalen Gassen Nederland BV κατά Επιτροπής, σκ.
  24. 103 Βλ. ενδεικτικά Αποφάσεις ΔΕΚ C-204/00 κλπ. σκ. 249 και 291, 323, 330-331, ΔΕΚ C-49/92 Ρ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, σκ. 95-100 και ΔΕΚ C-199/92 P, Huls κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σκ. 174, 180-
  25. Βλ. επίσης Απόφαση ΔΕΚ C-291/98 P, Sarrio κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σκ. 50, Απόφαση ΠΕΚ Τ-334/94, Sarrio S.A. κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σκ. 118, ΠΕΚ T-67/00, T-68/00, T-71/00 και T-78/00, JFE Engineering κατά Επιτροπής, Συλλ. ΙΙ-2501, σκ. 327, ΠΕΚ T-48/00, Corus UK Ltd κατά Επιτροπής, Συλλ. ΙΙ-2325, σκ. 116, ΠΕΚ Τ50/00, Dalmine SpA κατά Επιτροπής, Συλλ. ΙΙ-2395, σκ. 162, ΠΕΚ T-7/89, HerculesChemicals κατά Επιτροπής, Συλλ. σ. II-1711, σκ. 232, καθώς και ΠΕΚ Τ-303/02, Westfalen Gassen κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σκ.
  26. 104 Βλ. ενδεικτικά Απόφαση ΠΕΚ Τ-310/94, Gruber και Weber, ό.π. 105 Βλ. ενδεικτικά Απόφαση ΠΕΚ Τ-9/99, HFB Holding κατά Επιτροπής, Συλλ. ΙΙ-1487, σκ. 223 επ. 35 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ προς καθεμία επιχείρηση και σε κάθε δεδομένο χρονικό σημείο ως συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική, διότι οι σχετικές έννοιες μπορεί να αλληλοκαλύπτονται. Μια σύμπραξη μπορεί να συνιστά ταυτόχρονα «συμφωνία» και «εναρμονισμένη πρακτική» κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων του νόμου και ο εν λόγω χαρακτηρισμός δεν είναι κρίσιμος για τη στοιχειοθέτηση τυχόν παράβασης
  27. Δ.1.3.
  28. Παρεμπόδιση, περιορισμός ή νόθευση του ανταγωνισμού - χαρακτήρας της παράβασης Αντικείμενο της συμφωνίας ή/και εναρμονισμένης πρακτικής
  29. Το άρθρο 1 παράγραφος 1 του ν. 703/77 και, αντιστοίχως, το άρθρο 101 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ μνημονεύουν ρητά, ως περιοριστικές του ανταγωνισμού, συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές, οι οποίες: (α) άμεσα ή έμμεσα καθορίζουν τις τιμές αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής και (β) κατανέμουν τις αγορές ή τις πηγές εφοδιασμού. Έτσι, συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές, βάσει των οποίων οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις συντονίζονται ιδίως αναφορικά με τη μελλοντική τους συμπεριφορά ως προς τις τιμές ή την κατανομή πελατείας απαγορεύονται ρητά από τις προαναφερθείσες διατάξεις. Κατά την κρίση των μελών της Επιτροπής, ακριβώς αυτά είναι και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της υπό κρίση οριζόντιας σύμπραξης – όπως καταδεικνύεται αναλυτικότερα στις ακόλουθες ενότητες (βλ. κεφάλαιο Ε).
  30. Συμφωνίες / εναρμονισμένες πρακτικές που έχουν ως αντικείμενό τους τον περιορισμό του ανταγωνισμού θεωρούνται εκείνες οι οποίες είναι από τη φύση τους ικανές να περιορίσουν τον ανταγωνισμό. Πρόκειται για περιορισμούς οι οποίοι, ενόψει των στόχων που επιδιώκουν οι εθνικοί και ενωσιακοί κανόνες ανταγωνισμού, είναι τόσο πιθανό να επηρεάσουν δυσμενώς τον ανταγωνισμό, ώστε δεν είναι ανάγκη, στο πλαίσιο της εφαρμογής των άρθρων 1 του ν. 703/77 και 101 της ΣΛΕΕ, να αποδειχθούν οι συγκεκριμένες επιπτώσεις τους στην αγορά. Ειδικότερα, στις οριζόντιες συμφωνίες / εναρμονισμένες πρακτικές που έχουν ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού συμπεριλαμβάνονται, σαφώς, και οι σχετικές με τον καθορισμό των τιμών και την κατανομή αγορών
  31. 106 Βλ. ενδεικτικά Αποφάσεις ΔΕΚ C-49/92 Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni SpA, παρ. 112-114, 131, ΔΕΚ C-123/83 BΝIC κατά Clair, ΔΕΚ C-8/08, T-Mobile Netherlands BV κ.ά. κατά Raad vanbestuurvande Nederlandse Mededingingsautoriteit, σκ. 29 επ., καθώς και Αποφάσεις ΠΕΚ Τ-5-6/00 Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elektrotechnisch Gebied κατά Επιτροπής, και ΠΕΚ Τ-7/89, SA Hercules κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παρ.
  32. Βλ. επίσης απόφαση ΔΕφΑθ 1617/2009, σκ.
  33. 107 Βλ. ενδεικτικά Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής - Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου [101] παράγραφος 3 [ΣΛΕΕ], παρ. 21 και 23: Το εν λόγω τεκμήριο βασίζεται στο σοβαρό χαρακτήρα του περιορισμού καθώς και στην εμπειρία, από την οποία προκύπτει ότι οι συμφωνίες που έχουν ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού ενδέχεται να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην αγορά και να θέσουν σε κίνδυνο τους στόχους που επιδιώκουν οι κοινοτικοί κανόνες ανταγωνισμού. Οι περιορισμοί του ανταγωνισμού, ως αντικείμενο των εν λόγω συμφωνιών, όπως ο καθορισμός των τιμών και η κατανομή των αγορών, συνεπάγονται από τη φύση τους μείωση της παραγωγής και αύξηση των τιμών, πράγμα που οδηγεί σε κακή κατανομή των πόρων, λόγω της μη 36 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  34. Ειδικότερα, στην περίπτωση που το αντικείμενο της απόφασης, συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής στοχεύει στον περιορισμό του ανταγωνισμού κατά τα προεκτεθέντα, αυτή εμπίπτει στην απαγόρευση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 703/1977 και 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ άνευ ετέρου. Κατά πάγια εθνική και ενωσιακή νομολογία, η εκτίμηση των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων μιας σύμπραξης παρέλκει, όταν προκύπτει ότι αυτή έχει ως σκοπό την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού108: «είναι περιττό να εξετάζονται τα συγκεκριμένα αποτελέσματα μιας συμφωνίας ή απόφασης κάποιας ένωσης επιχειρήσεων, εφόσον είναι προφανές ότι αποσκοπεί στον περιορισμό, την παρεμπόδιση ή τη νόθευση του ανταγωνισμού»
  35. Συναφώς, στην περίπτωση σύμπραξης που συνιστά εξ’ αντικειμένου περιορισμό του ανταγωνισμού, «παρέλκει ως αλυσιτελής, η περαιτέρω έρευνα και απόδειξη κινδύνου βλάβης των καταναλωτών ή επεύλευσης άλλων, συγκεκριμένων αποτελεσμάτων, εν δυνάμει βλαπτικών για τον ανταγωνισμό»
  36. Ούτως, η διαπίστωση ότι η σύμπραξη έχει αντικείμενο περιοριστικό του ανταγωνισμού δεν μπορεί να ανατραπεί ούτε από ενδείξεις ότι δεν είχε κανένα αποτέλεσμα εντός της αγοράς, ή ότι δεν είχε άμεση επίδραση επί των τιμών, ούτε από τη διαπίστωση ότι οι ενδιαφερόμενοι εξασφάλισαν ταυτόχρονα, δια της πρακτικής αυτής, ορισμένα πλεονεκτήματα ως προς τον ανταγωνισμό
  37. Κατά τη σχετική αξιολόγηση του αντικειμένου της σύμπραξης, δεν εξετάζεται η υποκειμενική πρόθεση των μερών, αλλά μόνο το περιεχόμενο και ο αντικειμενικός σκοπός της συμφωνίας, υπό το φως των αμοιβαίων οικονομικών σχέσεων εντός των οποίων πρέπει να εφαρμοστεί η σχετική συμφωνία. Με άλλα λόγια, δεν απαιτείται αντι-ανταγωνιστική πρόθεση, αλλά αρκεί το αντικειμενικά ενδεχόμενο αντι-ανταγωνιστικό αποτέλεσμα. Εφόσον το αντι-ανταγωνιστικό αποτέλεσμα είναι αντικειμενικά ενδεχόμενο, η σύμπραξη είναι απαγορευμένη, έστω και αν οι συμπράττοντες δεν αποσκοπούν στο αποτέλεσμα αυτό
  38. παραγωγής των προϊόντων και υπηρεσιών που ζητούν οι πελάτες. Οδηγούν, επίσης, σε μείωση της ευημερίας των καταναλωτών, οι οποίοι υποχρεώνονται να καταβάλλουν υψηλότερες τιμές για τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες. 108 Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 2007/2013, σκ. 17, όπου και πάγια σχετική ενωσιακή νομολογία, καθώς και ΔΕφΑθ 502/2013, ΔΕφΑθ 1001/2006, σκ. 16, καθώς και Αποφάσεις ΔΕΚ υπόθ. 45/85 Verband der Sachversicherer κατά Επιτροπής, Συλλ. 1987, σ. 405, σκ. 39, ΔΕΚ C-209/07 Irish Beef, σκ. 16-21, ΠΕΚ συνεκδ. υποθ. Τ-305/94 έως Τ- 307/94, T-313/94 έως T- 316/94, T-318/94, T-325/94, T-328/94 και T-335/94 Limburgse Vinyl Maatschappij NV κλπ. κατά Επιτροπής, Συλλ. 1999 σ.ΙΙ- 931, σκ. 741 και ΠΕΚ υπόθ. T-62/98 Volkswagen κατά Επιτροπής, Συλλ. 2000, σ. ΙΙ-2707, σκ. 178 και ΠΕΚ Τ49/02, Brasserie κατά Επιτροπής, Συλλ. ΙΙ-3033, σκ. 97, 108 και
  39. 109 Βλ. απόφαση ΔΕΚ 45/85 Verband der Sachversicherer κατά Επιτροπής, Συλλ. 1987 405, σκ.
  40. 110 Βλ. απόφαση ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4 (όπου και παραπομπές σε ενωσιακή νομολογία). 111 Βλ. απόφαση ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4 (όπου και παραπομπές σε ενωσιακή νομολογία). 112 Βλ. ενδεικτικά ΔΕφΑθ 559/2010, σκ. 17, ΔΕφΑθ 2891/2009, σκ. 18, και ΔΕφΑθ 1682/2009, σκ. 27, όπου και εκτενείς παραπομπές σε σχετική ενωσιακή νομολογία. Βλ. επίσης Απόφαση ΔΕΚ C-29/83 & 30/83, Compagnie Royale Asturienne des Mines SA and Rheinzing GMBH κατά Επιτροπής, Συλλ.1984, σελ.
  41. 37 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  42. Εξάλλου, εφόσον μία σύμπραξη που έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού εμπίπτει στις απαγορευτικές διατάξεις της παρ. 1 των άρθρων 1 ν. 703/77 και 101 ΣΛΕΕ κατά τα προεκτεθέντα, η εν τοις πράγμασι μη εφαρμογή (εν όλω ή εν μέρει) της, όπως αντίστοιχα και η μη συμμόρφωση (εν όλω ή εν μέρει) προς τα συμφωνηθέντα, δεν ασκούν κατά νόμο επιρροή στη διαπίστωση της παράβασης, ούτε και συνιστούν λόγω απαλλαγής – ιδίως λαμβανομένου υπόψη ότι η εκάστοτε επιχείρηση μπορεί να επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τη σύμπραξη προς όφελός της
  43. Επομένως, η επίκληση αμυντικών επιχειρημάτων, όπως η αμελητέα επίπτωση στον ανταγωνισμό, το δυσχερές οικονομικό περιβάλλον, η τυχόν απόκλιση από τα συμφωνηθέντα, ή ακόμη και η άγνοια ότι πτυχές της συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής μπορούσαν να θεωρηθούν παράνομες, δεν απαλλάσσουν τους αυτουργούς της παράβασης από τη διάπραξή της. Ούτε, επίσης, απαλλάσσει από την ευθύνη τις συμπράττουσες εταιρίες η τυχόν πεποίθησή τους ότι ενεργούσαν σύμφωνα με το νόμο. Συναφώς, εφόσον διαπιστώνεται το περιοριστικό αντικείμενο των εν λόγω συμβάσεων, δεν είναι απαραίτητο να εξεταστεί το τυχόν επιχειρηματικό συμφέρον των συμβαλλόμενων. Είναι, δηλαδή, αδιάφορο το ζήτημα αν η συμμετοχή κάποιας επιχείρησης στην εν λόγω σύμπραξη, για την οποία υπάρχουν έγγραφες αποδείξεις, υπαγορεύθηκε από συγκεκριμένους εμπορικούς λόγους ή ήταν κατ’ εκτίμηση οικονομικά λογική ή πρόσφορη
  44. Περαιτέρω, ακόμα και αν αποδειχτεί ότι οι συμπράττουσες επιχειρήσεις ενήργησαν χωρίς να έχουν άμεση πρόθεση τον περιορισμό του ανταγωνισμού, αλλά την επικαλούμενη αντιμετώπιση της κρίσης ενός κλάδου, τέτοιοι λόγοι δεν λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1 ν. 703/77 και 101 ΣΛΕΕ
  45. Συναφώς, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, έχει κριθεί ότι η ύπαρξη κρίσης στην αγορά δεν δύναται να άρει τον παραβατικό χαρακτήρα μιας σύμπραξης
  46. Άλλωστε, κατά την έννοια των σχετικών άρθρων, απαγορεύεται κάθε σύμπραξη που έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού, ασχέτως του εάν επιδιώκεται με αυτήν και κάποιος νόμιμος σκοπός. Με άλλα λόγια, μία σύμπραξη δύναται να συνιστά εξ’ αντικειμένου περιορισμό του 113 Βλ. απόφαση ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4 (όπου και παραπομπές σε ενωσιακή νομολογία). Βλ. ενδεικτικά Αποφάσεις ΔΕΚ C-403/04P και C-405/04P Sumitomo Metal Industries Ltd και Nippon Steel Corp. κατά Επιτροπής, σκ. 46, ΔΕΚ C-204/00 P, C-205/00P, C-211/00P, C-213/00P, C217/00P and C-219/00P Aalborg κ.αλ. κατά Επιτροπής, σκ.
  47. Βλ. επίσης απόφαση ΔΕΚ C-195/99 P, Krupp Hoesch κατά Επιτροπής, σκ. 85, σύμφωνα με την οποία το άρθρο [101 ΣΛΕΕ] δεν στηρίζεται στην έννοια του πλουτισμού, αλλά στην έννοια της διακινδύνευσης του ανταγωνισμού. Βλ. επίσης ενδεικτικά ΔΕφΑθ 1001/2006, σκ.
  48. 115 Βλ. π.χ. απόφαση ΔΕΚ C-209/07, Irish Beef, σκ.
  49. 116 Βλ. ενδεικτικά ΔΕφΑθ 3529/2013, σκ. 12, ΔΕφΑθ 548/2012, σκ. 16, καθώς και Αποφάσεις ΔΕΚ C238/99 P, C- 244/99 P, C- 245/99 P, C- 247/99 P, C- 250/99 P έως C- 252/99 P και C- 254/99 P, LVM κ.λπ κατά Επιτροπής, σκ. 487, Αποφάσεις ΠΕΚ T-217/03 και Τ-245/03, FNCBV κ.λπ. κατά της Επιτροπής, σκ.
  50. Βλ. επίσης Απόφαση Ευρ. Επιτροπής (COMP/C.38.279/F3), French Beef, σκ.
  51. 114 38 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ανταγωνισμού, ακόμη και στην περίπτωση που εξυπηρετεί και άλλους (θεμιτούς ή/και νόμιμους) σκοπούς
  52. Άμεσος ή έμμεσος καθορισμός τιμών
  53. Κατά πάγια νομολογία, ο άμεσος ή έμμεσος καθορισμός τιμών συνιστά πρόδηλο περιορισμό του ανταγωνισμού
  54. Δεδομένου ότι η τιμή είναι το κυριότερο μέσο ανταγωνισμού, οι συνεννοήσεις με στόχο τον καθορισμό της τιμής περιορίζουν από την ίδια τους τη φύση τον ανταγωνισμό κατά τα προεκτεθέντα. Επειδή δε ο καθορισμός τιμών αποτελεί τόσο σοβαρό περιορισμό του ανταγωνισμού, βάσει πάγιας νομολογίας και πρακτικής, τέτοιου είδους συμφωνίες / εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ ανταγωνιστών συνιστούν παράβαση ανεξαρτήτως του μεριδίου αυτών στη σχετική αγορά, ενώ δεν μπορούν και να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής των απαγορευτικών διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 ν. 703/77 και 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ119 (ούτε και να τύχουν ατομικής εξαίρεσης βάσει της παραγράφου 3 των ίδιων άρθρων – βλ. ενότητα Ε.4.5 κατωτέρω)
  55. Αντικείμενο του εν λόγω περιορισμού μπορεί να είναι ο καθορισμός συγκεκριμένων τιμών ή κλίμακας τιμών ή τιμών-στόχων ή τιμών πλαισίων ή/και εκπτώσεων. Επομένως, ο όρος «τιμές» λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια, περικλείοντας και τις εκπτώσεις, περιθώρια κέρδους, όρους πίστωσης, ακόμα και συστάσεις περί τιμών
  56. Για τη διαπίστωση, επομένως, άμεσου ή έμμεσου καθορισμού τιμών δεν απαιτείται – κατά την έννοια των ενωσιακών και εθνικών διατάξεων περί ανταγωνισμού – ούτε η ταύτιση τιμών, ούτε και η τυχόν ομοιόμορφη αύξηση ή αναπροσαρμογή τους. Ο άμεσος ή έμμεσος καθορισμός μιας τιμής, ακόμη και τιμής η 117 Βλ. ΣτΕ 2007/2013, σκ. 17, καθώς και ενδεικτικά ΔΕφΑθ 3529/2013, σκ. 5, ΔΕφΑθ 1001/2006, σκ. 16, ΔΕφΑθ 1617/2009, σκ. 6 &
  57. Βλ. επίσης Αποφάσεις ΔΕΚ 96/82 NV IAZ International Belgium κατά Επιτροπής, σκ. 25, ΔΕΚ C-45/85 Verband κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σκ. 35-42, ΔΕΕ C-551/03 P, General Motors κατά Επιτροπής, σκ. 64, και ΔΕΚ C-246/86 Belasco κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σκ. 40-
  58. Το γεγονός ότι ένας κλάδος βρίσκεται σε κρίση θα μπορούσε να συνεκτιμηθεί μόνο ως ελαφρυντικό στοιχείο κατά το συνακόλουθο στάδιο υπολογισμού του ύψους του προστίμου: Βλ. Richard Whish, Competition Law, 5η Έκδοση
(2005), σελ. 577 και τη σχετική νομολογία στην οποία παραπέμπει. 118 Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις του ΠΕΚ Τ-374/94, Τ-375/94, Τ-384/94 και Τ-388/94 European Night Services κ.λπ κ. Επιτροπής, σκ. 136. 119 Βλ. Ανακοίνωση της Ε.Α. της 2/3/2006 σχετικά με τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας, παρ. 11
(1), καθώς και Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας (de minimis), ΕΕ C 368, 22/12/2001, παρ. 11
(1). Βλ. επίσης ενδεικτικά ΔΕφΑθ 559/2010, ΔΕφΑθ 2891/2009 και ΔΕφΑθ 1682/2009, σκ.
  1. 120 Βλ. ενδεικτικά απόφαση ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4 (όπου και παραπομπές σε ενωσιακή νομολογία). 121 Ο καθορισμός έστω και ενδεικτικών τιμών επηρεάζει τον ανταγωνισμό, λόγω του ότι επιτρέπει σε όσους συμμετέχουν να προβλέπουν με εύλογη βεβαιότητα ποια πολιτική τιμών θα ακολουθήσουν οι ανταγωνιστές τους. Η μέθοδος αυτή αποθαρρύνει τις επιχειρήσεις εκείνες, των οποίων το κόστος είναι μικρό να μειώσουν τις τιμές τους και προσφέρει ένα τεχνητό πλεονέκτημα στις επιχειρήσεις με μεγαλύτερο κόστος παραγωγής: βλ. ενδεικτικά Αποφάσεις ΔΕΚ C-45/85, Verband der Sachversicherer κατά της Επιτροπής, Συλλ. 405, σκ. 28-29, ΔΕΚ C-209/78, ό.π. σκ. 88, ΔΕΚ C-96/82 κλπ. ό.π. σκ. 19, καθώς και Απόφαση ΠΕΚ Τ-213/95, Stichting Certificatie Kraanverhuurbedrijf (SCK) και Federatie van Nederlandse Kraanbedrijven (FNK) κατά Επιτροπής, Συλλ. 1739, σκ. 169-
  2. 39 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ οποία συνιστά απλώς και μόνο επιδιωκόμενο στόχο, επηρεάζει αρνητικά τον ανταγωνισμό, διότι παρέχει σε όλους τους συμβαλλόμενους μιας σύμπραξης τη δυνατότητα να προβλέψουν με εύλογη βεβαιότητα την πολιτική τιμών που θα ακολουθήσουν οι ανταγωνιστές τους
  3. Εκδηλώνοντας την κοινή πρόθεση να εφαρμόσουν ένα δεδομένο επίπεδο τιμών για τα προϊόντα τους, οι ενδιαφερόμενοι παραγωγοί παύουν να καθορίζουν αυτοτελώς την πολιτική που θα ακολουθήσουν στην αγορά, αντιστρατευόμενοι έτσι την αντίληψη που εμπεριέχεται στις εθνικές και ενωσιακές διατάξεις περί ανταγωνισμού
  4. Συναφώς, η απαίτηση αυτονομίας δράσης στην αγορά (που περικλείεται στις εθνικές και ενωσιακές διατάξεις περί ανταγωνισμού) δεν αποκλείει μεν το δικαίωμα των εταιριών να προσαρμόζονται επιτηδείως στη διαπιστούμενη ή αναμενόμενη συμπεριφορά των ανταγωνιστών τους, πλην όμως αντιτίθεται αυστηρώς σε κάθε άμεση ή έμμεση επαφή μεταξύ των εταιριών αυτών δυνάμενη, είτε να επηρεάσει τη συμπεριφορά ενός υφιστάμενου ή δυνητικού ανταγωνιστή στην αγορά, είτε να αποκαλύψει σε έναν ανταγωνιστή την τιμολογιακή πολιτική που η εταιρία έχει αποφασίσει ή σκέπτεται να ακολουθήσει στην αγορά
  5. Περαιτέρω, οι επιχειρήσεις που συμμετέχουν σε συναντήσεις, στις οποίες ανταλλάσσονται πληροφορίες μεταξύ ανταγωνιστών που αφορούν, μεταξύ άλλων, την τιμολογιακή πολιτική που αυτοί σκοπεύουν να υιοθετήσουν στην αγορά, όχι μόνο σκοπεύουν στην εξάλειψη της προηγούμενης αβεβαιότητας ως προς τη μελλοντική συμπεριφορά των ανταγωνιστών, αλλά και δεν μπορούν παρά να λάβουν, άμεσα ή έμμεσα, υπόψη τις πληροφορίες που ανταλλάσσονται κατά τη διάρκεια των συναντήσεων αυτών κατά τον καθορισμό της μελλοντικής εμπορικής τους πολιτικής. Το συμπέρασμα αυτό εφαρμόζεται ακόμα και στις περιπτώσεις που η συμμετοχή μίας ή περισσότερων επιχειρήσεων σε συναντήσεις με αντι-ανταγωνιστικό σκοπό περιορίζεται στην απλή λήψη πληροφοριών που σχετίζονται με τη μελλοντική συμπεριφορά των ανταγωνιστών τους
  6. Τέλος, η συνεχής συμμετοχή των επιχειρήσεων αυτών σε τέτοιες συναντήσεις αρκεί για να δημιουργήσει ένα κλίμα αμοιβαίας σιγουριάς ως προς τη μελλοντική τιμολογιακή τους πολιτική
  7. Όπως θα καταδειχθεί αναλυτικά κατωτέρω, τα ως άνω τυγχάνουν ευθείας εφαρμογής και στην κρινόμενη υπόθεση. Κατανομή αγορών / πελατείας 122 Βλ. ενδεικτικά απόφαση ΔΕΚ C-8/72, Vereeniging van Cementhandelaren κατά Επιτροπής, Συλλ. 977, σκ. 21, Απόφαση ΠΕΚ Τ-64/02 Heubach κατά Επιτροπής, Συλλ. ΙΙ-5137, σκ. 81 και 111, καθώς και απόφαση ΠΕΚ Τ-224/00 Archer Daniels κατά Επιτροπής, Συλλ. ΙΙ-2597, σκ.
  8. 123 Βλ. ενδεικτικά απόφαση ΠΕΚ T-311/94 BPB de Eendracht κατά Επιτροπής, σκ.
  9. 124 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-40/73, Suiker Unie κατά Επιτροπής, σκ. 173-174, ΔΕΚ C-48/69 ICI κατά Επιτροπής, σκ. 64, καθώς και Αποφάσεις ΠΕΚ Τ-202/98 Tate & Lyle κατά Επιτροπής, σκ. 56, και ΠΕΚ Τ-54/03 Lafarge κατά Επιτροπής, σκ.
  10. 125 Βλ. ενδεικτικά Αποφάσεις ΠΕΚ T-202/98 Tate & Lyle κατά Επιτροπής, σκ. 58, ΠΕΚ T-7/89 Hercules κατά Επιτροπής, ΠΕΚ T-1/89 Rhône Poulenc κατά Επιτροπής, και ΠΕΚ T-25/95 κλπ. Cimenteries CBR κλπ. κατά Επιτροπής. 126 Βλ. ενδεικτικά Απόφαση ΠΕΚ T-202/98 Tate & Lyle κατά Επιτροπής, σκ.
  11. 40 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  12. Η κατανομή αγορών ή/και πελατείας συνιστά, επίσης, πρόδηλο περιορισμό του ανταγωνισμού
  13. Επειδή δε αποτελεί ιδιαίτερα σοβαρό περιορισμό του ανταγωνισμού, βάσει πάγιας νομολογίας και πρακτικής, τέτοιου είδους συμφωνίες / εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ ανταγωνιστών συνιστούν παράβαση ανεξαρτήτως του μεριδίου αυτών στη σχετική αγορά, ενώ δεν μπορούν και να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής των απαγορευτικών διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 703/77 και 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ128 (ούτε και να τύχουν ατομικής εξαίρεσης βάσει της παραγράφου 3 των ίδιων άρθρων – βλ. ενότητα Ε.4.5 κατωτέρω).
  14. Με βάση όλες τις προαναφερόμενες σκέψεις, για τη διαπίστωση παράβασης των άρθρων 1 ν. 703/1977 και 101 ΣΛΕΕ αρκεί να αποδειχθεί, εν προκειμένω, ότι οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις μετείχαν σε συναντήσεις ή/και συνεννοήσεις, οι οποίες είχαν ως αντικείμενο το περιορισμό του ανταγωνισμού (άμεσος ή έμμεσος καθορισμός τιμών ή/και κατανομή πελατείας, κατά την έννοια των διατάξεων περί ανταγωνισμού), χωρίς οι εν λόγω επιχειρήσεις να αντιταχθούν σαφώς στη σχετική συνεννόηση. Το γεγονός και μόνο ότι μία επιχείρηση ήταν παρούσα σε τέτοια συνάντηση αρκεί για να γίνει δε

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.