ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΙΘ. 731/2021 Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συνεδρίασε στην Αίθουσα Συνεδριάσεων του 1ου ορόφου του κτηρίου των γραφείων της, επί της οδού Κότσικα 1Α, Αθήνα, την 2α Φεβρουαρίου 2021, ημέρα Τρίτη και ώρα 10:00, με την εξής σύνθεση: Πρόεδρος: Ιωάννης Λιανός Μέλη: Καλλιόπη Μπενετάτου (Αντιπρόεδρο) Παναγιώτης Φώτης (Εισηγητής) Ιωάννης Στεφάτος Μαρία Ιωάννα Ράντου Μαρία Ιωαννίδου Σωτήριος Καρκαλάκος και Ιωάννης Πετρόγλου Γραμματέας: Ηλιάνα Κούτρα Θέμα της συνεδρίασης: Λήψη απόφασης επί της καταγγελίας κατά επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην αγορά της παροχής υπηρεσιών ασφαλείας για παράβαση των άρθρων 1 Ν. 703/1977 και 1 Ν. 3959/2011 και 101 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες έχουν μείνει εκτός της διαδικασίας διευθέτησης, η οποία κατέληξε στην απόφαση ΕΑ 721/2020, και συγκεκριμένα κατά των επιχειρήσεων α) MONDIALPOL HELLAS SECURITY SERVICES ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ (δ.τ. «MONDIALPOL HELLAS SECURITY SERVICES A.E.»), β) ESA SECURITY SOLUTIONS ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ (δ.τ. «ESA SECURITY SOLUTIONS S.A.»), καθώς και της αυτεπάγγελτης έρευνας της Υπηρεσίας σε επιχειρήσεις στην αγορά της παροχής υπηρεσιών ασφαλείας για παράβαση των άρθρων 1 Ν. 703/1977 και 1 Ν. 3959/2011 και 101 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η παρούσα απόφαση εκδίδεται σε 6 επιπλέον εκδόσεις με τα διακριτικά:
(1)Προς Δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως,
(2)Έκδοση για την εταιρεία […],
(3)Έκδοση για την εταιρεία «MONDIALPOL HELLAS SECURITY SERVICES A.E.»,
(4)Έκδοση για την εταιρεία «ESA SECURITY SOLUTIONS S.A.»,
(5)Έκδοση για τον «ΣΥΝΔΕΣΜΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΑΝΔΡΩΜΕΝΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ»,
(6)Έκδοση για την ατομική επιχείρηση «ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗΣ SECURITY». Από τις παραπάνω εκδόσεις έχουν αφαιρεθεί τα απόρρητα επιχειρηματικά στοιχεία (όπου η ένδειξη […]) τα οποία δεν θα πρέπει να περιέλθουν σε γνώση του αντίστοιχου αποδέκτη της έκδοσης, σύμφωνα με το άρθρο 41 του ν. 3959/2011 (ΦΕΚ 93 Α΄/20.4.2011), όπως ισχύει, και τον Κανονισμό Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΦΕΚ 54 Β΄/16.1.2013). 1 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Πριν την έναρξη της συζήτησης, Γραμματέας της συνεδρίασης ορίσθηκε η υπάλληλος της Γραμματείας Προέδρου, Αντιπροέδρου και Εισηγητών, Ηλιάνα Κούτρα με αναπληρώτρια την Ευγενία Ντόρντα. Η συζήτηση της υπόθεσης συνεχίσθηκε και ολοκληρώθηκε την 12η Φεβρουαρίου 2021, ημέρα Παρασκευή και ώρα 12:
- Στη συζήτηση της υπόθεσης τα νομίμως κλητευθέντα μέρη παραστάθηκαν ως εξής: α) η εταιρεία ESA SECURITY SOLUTIONS S.A. (νυν επωνυμία της ISS ASPIS SECURITY ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΑΕ) διά των πληρεξουσίων δικηγόρων Αθανάσιου Ταλιαδούρου και Αλέξανδρου Ντάλλα και β) η εταιρεία MONDIALPOL HELLAS SECURITY SERVICES A.E. με τον σύνδικο πτώχευσης Θεόδωρο Κρίθυμο. Τα λοιπά Μέρη, ήτοι: α) ο ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΑΝΔΡΩΜΕΝΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ, β) η ατομική επιχείρηση ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗΣ SECURITY, καθώς και γ) η εταιρεία […], καίτοι νομίμως κλητευθέντες δεν προσήλθαν. Στην υπόθεση κατέθεσε για λογαριασμό των εταιρειών ΔΡΑΣΙΣ ΑΕ και MEGA SPRINT ΑΕ, η κα Αναστασία Σταυροπουλου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 23 παρ. 1 του Κανονισμού Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΚΥΑ 117/4.1.2013, ΦΕΚ Β΄ 54/16.1.2013), Στην αρχή της συζήτησης τον λόγο έλαβε ο Εισηγητής της υπόθεσης, Παναγιώτης Φώτης, ο οποίος ανέπτυξε συνοπτικά το περιεχόμενο της υπ’ αριθ. πρωτ. 5073/09.06.2020 γραπτής Εισήγησης επί της κρινόμενης υπόθεσης και πρότεινε, για τους λόγους που αναφέρονται αναλυτικά στην ανωτέρω Εισήγηση, α) να διαπιστωθεί η παράβαση των άρθρων 1 του Ν. 3959/2011, 1 Ν. 703/1977 και 101 ΣΛΕΕ για τον ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΑΝΔΡΩΜΕΝΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ, με βάση το σκεπτικό της Εισήγησης, για το χρονικό διάστημα από 25.5.2009 έως 6.9.2011, β) να διαπιστωθεί η παράβαση των άρθρων 1 Ν. 3959/2011 και 1 Ν. 703/1977, με βάση το σκεπτικό της Εισήγησης, για την ατομική επιχείρηση ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗΣ SECURITY για το χρονικό διάστημα από 11/12.11.2010 έως 12.4.2011, γ) να επιβληθεί πρόστιμο αναφορικά με τις εκτιθέμενες παραβάσεις στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις για τη διάρκεια συμμετοχής έκαστης στις αντίστοιχες παραβάσεις, δ) να υποχρεωθούν οι ανωτέρω επιχειρήσεις να παραλείπουν στο μέλλον τις διαπιστωθείσες παραβάσεις, ε) να απειληθούν οι ανωτέρω επιχειρήσεις με πρόστιμο και χρηματική ποινή εάν με απόφαση της Επιτροπής βεβαιώνεται η επανάληψη των διαπιστωθεισών παραβάσεων στο μέλλον και στ) να μην διαπιστωθεί η παράβαση των 2 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ άρθρων 1 του Ν. 3959/2011, 1 του Ν. 703/1977, κατά το σκεπτικό στην προαναφερόμενη Εισήγηση από τις εταιρείες MONDIALPOL HELLAS SECURITY SERVICES A.E. και ESA SECURITY SOLUTIONS S.A. (νυν επωνυμία της ISS ASPIS SECURITY ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΑΕ). Κατά την ως άνω συνεδρίαση οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των εμπλεκομένων μερών, έδωσαν διευκρινίσεις και απάντησαν σε ερωτήσεις, που τους υπέβαλαν ο Πρόεδρος και τα μέλη της Επιτροπής. Με την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι ζήτησαν και ο Πρόεδρος της Επιτροπής χορήγησε προθεσμία μίας ημερολογιακής εβδομάδας μετά την παραλαβή των πρακτικών από τα ενδιαφερόμενα μέρη, προκειμένου να υποβάλουν το συμπληρωματικό υπόμνημά τους. Η Επιτροπή συνήλθε σε διάσκεψη την 17η Μαρτίου 2021, ημέρα Τετάρτη και ώρα 11:00, η οποία συνεχίσθηκε την 26η Μαρτίου 2021, ημέρα Παρασκευή και ώρα 15:00, με τη συμμετοχή του Εισηγητή της υπόθεσης, Πανγιώτη Φώτη, ο οποίος δεν έλαβε μέρος στην ψηφοφορία, και αφού έλαβε υπόψη την υπ’ αριθ. πρωτ. 5073/9.6.2020 Εισήγηση του αρμοδίου Εισηγητή, τα στοιχεία του φακέλου της κρινόμενης υπόθεσης, το ισχύον νομικό πλαίσιο, και τις απόψεις που διατυπώθηκαν εγγράφως με τα υπομνήματα που κατέθεσαν και προφορικώς κατά τη συζήτηση της υπόθεσης τα ενδιαφερόμενα Μέρη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΩΣ ΕΞΗΣ 1 ΕΙΣΑΓΩΓΗ
- Την 21.7.2011 (με ημ. αρ. πρωτ. 4744) η εταιρεία με την επωνυμία […]) κοινοποίησε στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού (εφεξής και «ΓΔΑ») καταγγελία κατά των εταιριών α) «MEGA SPRINT GUARD ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΑΕ» (εφεξής και «MEGA SPRINT»), β) «MONDIALPOL HELLAS SECURITY SERVICES ΑΕ» (εφεξής και ως «MONDIALPOL») και γ) «ISS ASPIS SECURITY ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΑΕ» (εφεξής και «ISS»)1, για παράβαση των άρθρων 1 του Ν. 703/1977, όπως ίσχυε, και 1 του Ν. 3959/
- Με αφορμή την ως άνω καταγγελία, τον Μάρτιο του 2012, η Υπηρεσία εκκίνησε Η επωνυμία της εταιρείας σήμερα είναι «ESA SECURITY SOLUTIONS ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ». Στην παρούσα χρησιμοποιούμε και τις δύο επωνυμίες. 1 3 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ και αυτεπάγγελτη έρευνα στην αγορά της παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, για διερεύνηση τυχόν παραβάσεων των ως άνω διατάξεων. 2 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ2
- Η καταγγέλλουσα στρεφόμενη κατά των εταιριών MEGA SPRINT, ISS και MONDIALPOL αναφέρεται σε μη νόμιμη εναρμονισμένη πρακτική από τις τρεις εταιρείες σχετικά με υπηρεσίες φύλαξης, κατά παράβαση της νομοθεσίας του ανταγωνισμού. Η καταγγέλλουσα αναφέρεται σε δυο διαγωνισμούς, για τους οποίους υποστήριξε ότι υπήρξε εναρμόνιση των οικονομικών προσφορών των εταιριών, κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 703/1977 και του Ν. 3959/
- Ειδικότερα, στην καταγγελία της, η καταγγέλλουσα ανέφερε ότι οι εταιρείες MEGA SPRINT, ISS και MONDIALPOL προέβησαν σε υποβολή όμοιων και ισότιμων οικονομικών προσφορών (ύψους […]ευρώ, πλέον Φ.Π.Α.), σε […] διαγωνισμό του […]
- Σύμφωνα με την καταγγελία, ο εν λόγω διαγωνισμός, με προϋπολογισμό […], είχε ως αντικείμενο την επιλογή αναδόχου για την παροχή υπηρεσιών φύλαξης […], για χρονικό διάστημα […], με κριτήριο κατακύρωσης […]. Σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, οι συγκεκριμένες ανταγωνίστριες εταιρείες υπέβαλαν για ένα «[…] πολύπλοκο και απαιτητικό έργο […] ίδιες ακριβώς οικονομικές προσφορές με ταύτιση ακόμη και στα εκατοστά των λεπτών του ευρώ […]», δηλαδή εφήρμοσαν «εναρμονισμένη πρακτική», με απώτερο σκοπό: • «[τ]ον παράνομο έλεγχο και την παράνομη χειραγώγηση του σχετικού διαγωνισμού», • «[τ]ην αποστέρηση των λοιπών εταιριών από την δυνατότητα της δικαστικής προστασίας λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος (ως τέταρτες, πέμπτες κ.ο.κ. εταιρείες στην κατάταξη των οικονομικών προσφορών) αλλά και», • «[τ]ην παράνομη κατακύρωση του διαγωνισμού είτε σε μια από τις τρείς εναρμονισμένες εταιρείες είτε και στις τρεις εταιρείες από κοινού».
- Συνεπώς, σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, «[…] οι τρεις παραπάνω θεωρητικά ανταγωνίστριες εταιρείες παραβιάζουν κατάφορα την ίδια την Διακήρυξη αλλά και νοθεύουν παράνομα και αθέμιτα τον ελεύθερο ανταγωνισμό καθώς και την ειδική νομοθεσία περί ανταγωνισμού (Ν.703/1977, Ν.3959/2011, Ν, 3959/2011)». 2 3 Βλ. σχετικά και Ενότητα «ΕΠΙ ΤΩΝ ΚΑΤΑΓΓΕΛΟΜΕΝΩΝ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΩΝ» κατωτέρω. […]. 4 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Επιπροσθέτως, η καταγγέλλουσα ανέφερε ότι οι εταιρείες MONDIALPOL και ISS παρανόμως εναρμόνισαν τις προσφορές τους στον […]διαγωνισμό […]
- Ο εν λόγω διαγωνισμός, με προϋπολογισμό […] και κριτήριο κατακύρωσης […], είχε ως αντικείμενο την επιλογή αναδόχου για την ανάθεση […]. Η καταγγέλλουσα ανέφερε ότι οι εταιρείες MONDIALPOL και ISS «έχουν υποβάλλει ακριβώς όμοιες προσφορές οικονομικές ποσού […] (όμοιες ακόμη και στα εκατοστά των λεπτών του ευρώ) και έχουν εφαρμόσει παράνομη εναρμονισμένη πρακτική με σκοπό την κατακύρωση και χειραγώγηση της κατακύρωσης […]». 3 ΕΡΕΥΝΑ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
- Στο πλαίσιο εξέτασης της παρούσας υπόθεσης, έλαβαν χώρα σειρά μέτρων έρευνας και ειδικότερα α) διενεργήθηκαν, σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες της περιόδου 2012-2016 (21.3.2012 και 10.2.2016), επιτόπιοι έλεγχοι στα γραφεία εταιρειών παροχής υπηρεσιών φύλαξης, στον ΣΥΝΔΕΣΜΟ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ (ΣΕΕΑ) και στον ΣΥΝΔΕΣΜΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΑΝΔΡΩΜΕΝΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ (ΣΕΕΥΑ), λαμβάνοντας αντίγραφα εγγράφων και ηλεκτρονικών αρχείων σχετικών με την παρούσα υπόθεση, καθώς και ανωμοτί καταθέσεις από εκπροσώπους ή/και στελέχη αυτών κατά τη διάρκεια των επιτόπιων ελέγχων, β) στάλθηκαν ερωτηματολόγια σε εταιρείες του κλάδου και σε αναθέτουσες αρχές, γ) λήφθηκαν ανωμοτί καταθέσεις από εκπροσώπους εταιριών παροχής υπηρεσιών φύλαξης στα γραφεία της ΕΑ, καθώς και από […] και δ) στελέχη της Υπηρεσίας μετέβησαν στα γραφεία […] για να αιτηθούν […] τη συνδρομή τους, μέσω παροχής στοιχείων σχετικά με τον καταγγελλόμενο διαγωνισμό παροχής υπηρεσιών φύλαξης του οργανισμού, αλλά και για τους λοιπούς σχετικούς διαγωνισμούς […] κατά την τελευταία πενταετία. 4 Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
- Σε συνέχεια της κοινοποίησης της προαναφερόμενης Εισήγησης, έξι
(6)επιχειρήσεις, ήτοι οι MEGA SPRINT GUARD Α.Ε., ΔΙΑΣ SPRINT GUARD, ΔΡΑΣΙΣ SECURITY GROUP, ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, BRINK’S SECURITY SERVICES S.A. και BRINK’S AVIATION SECURITY SERVICES S.A. (εφεξής και «μέρη που συμμετείχαν στη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών (εφεξής και «ΔΔΔ»), εκδήλωσαν εγγράφως το ενδιαφέρον τους για διερεύνηση της δυνατότητας υπαγωγής τους στη ΔΔΔ και 4 […]. 5 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ κατέθεσαν σχετικό αίτημα, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στην παρ. 30 της Ανακοίνωσης για τη ΔΔΔ.
- Σε συνέχεια των εν λόγω αιτημάτων, η ΕΑ σε συνεδρίασή της στις 17.9.2020 έκρινε ομόφωνα ότι η υπόθεση είναι πρόσφορη και μπορεί να υπαχθεί στην εν λόγω διαδικασία διευθέτησης, καθώς πληροί τα κριτήρια υπαγωγής σε αυτή
- Κατόπιν τούτου, κατά τα προβλεπόμενα στην παρ. 32 της Ανακοίνωσης για τη ΔΔΔ, η ΕΑ ενημέρωσε σχετικά τα μέρη που συμμετείχαν στη ΔΔΔ με σχετικές κλητεύσεις, όρισε ημερομηνία έναρξης των διμερών συσκέψεων μεταξύ της Επιτροπής και έκαστης από τις εν λόγω επιχειρήσεις και ανέβαλε την συζήτηση της υπόθεσης ως προς τις λοιπές εμπλεκόμενες κατά την Εισήγηση επιχειρήσεις, οι οποίες δεν υπέβαλαν αίτημα διευθέτησης.
- Με την ολοκλήρωση των διμερών συσκέψεων και της υποβολής Προτάσεων Διευθέτησης Διαφοράς από τα μέρη που συμμετείχαν στη ΔΔΔ, τους κοινοποίηθηκε η υπ’ αριθ. πρωτ. 9513/10.11.2020 Εισήγηση Διευθέτησης του Εισηγητή Π. Φώτη, σύμφωνα με το άρθρο 25α του ν. 3959/2011 και της υπ’ αριθ. 704/2020 Απόφασης ΕΑ
- Το σύνολο των μερών που συμμετείχαν στη ΔΔΔ υπέβαλε, στη βάση της προαναφερόμενης Εισήγησης Διευθέτησης, Δήλωση Διευθέτησης Διαφοράς, κατά την παράγραφο 37 της Ανακοίνωσης για τη ΔΔΔ, με την οποία έκαστο επιβεβαίωσε ανέκκλητα, ανεπιφύλακτα και με σαφήνεια ότι η προαναφερθείσα Εισήγηση Διευθέτησης απηχούσε τις Προτάσεις Διευθέτησης Διαφοράς που είχαν καταθέσει
- Την 30η Νοεμβρίου 2020, η ΕΑ, σε Ολομέλεια ομόφωνα έλαβε την υπ’ αριθ. 721/2020 Απόφαση Διευθέτησης, (αριθ. ΦΕΚ 5992/Β΄/30.12.2020), η οποία εκδόθηκε κατ’ απλοποιημένη διαδικασία, κατά τα προβλεπόμενα στις παραγράφους 39 επ. της Ανακοίνωσης για τη ΔΔΔ. Η Απόφαση Διευθέτησης θεμελιώνεται, από πραγματική και νομική άποψη, στο σύνολο των στοιχείων του φακέλου της υπόθεσης και στην ανεπιφύλακτη και ρητή παραδοχή από τα μέρη που συμμετείχαν στη ΔΔΔ των πραγματικών περιστατικών, του νομικού χαρακτηρισμού τους, της συμμετοχής τους στις παραβάσεις που διαπιστώνονται και της ευθύνης τους από τη συμμετοχή αυτή. Η Απόφαση Διευθέτησης δεν προδικάζει ούτε αποφαίνεται για τη συμμετοχή και την ευθύνη από τη συμμετοχή στις παραβάσεις που διαπιστώνονται όσων εμπλεκομένων εταιριών δεν υπέβαλαν αίτημα υπαγωγής στη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών. Κατά την εν λόγω διαδικασία, εξάλλου, την Επιτροπή Ανταγωνισμού δεν απασχόλησε το θέμα συμμετοχής ή ευθύνης στις παραβάσεις που Βλ. Ανακοίνωση για τη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών, ενότητα ΙΙ, παρ. 6-9 και
- Βλ. για τη ΔΔΔ, βλ. https://www.epant.gr/nomothesia/nomothesia-antagonismou/diadikasia-diefthetisis.html. 7 Βλ. υπ’ αριθμ. 721/2020 Απόφαση Διευθέτησης της ΕΑ, σκ. 15-
- 5 6 6 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ διαπιστώθηκαν των φερόμενων ως εμπλεκομένων εταιριών που δεν υπέβαλαν αίτημα υπαγωγής στη διαδικασία διευθέτησης διαφορών και δεν σχημάτισε δικανική πεποίθηση ως προς το ζήτημα αυτό.
- Συγκεκριμένα με την απόφαση Διευθέτησης, η ΕΑ διαπίστωσε ότι οι εταιρείες MEGA SPRINT GUARD Α.Ε., ΔΙΑΣ SPRINT GUARD, ΔΡΑΣΙΣ SECURITY GROUP, ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ παραβίασαν, κατόπιν παραδοχής τους, τα άρθρα 1 N. 3959/2011 και 1 Ν. 703/1977 και οι εταιρείες BRINK’S SECURITY SERVICES S.A. και BRINK’S AVIATION SECURITY SERVICES S.A., παραβίασαν, κατόπιν παραδοχής τους, τα άρθρα 1 N. 3959/2011, 1 Ν. 703/1977 και 101 ΣΛΕΕ, τις επέβαλε πρόστιμο για τη διάρκεια συμμετοχής έκαστης στη διαπιστωθείσα στο σκεπτικό της ανωτέρω Απόφασης Διευθέτησης παράβασης και υποχρέωσε τις προαναφερόμενες επιχειρήσεις να παραλείπουν στο μέλλον τις διαπιστωθείσες στο ως άνω σκεπτικό παραβάσεις. 5 Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ 5.1 ΤΑ ΕΜΠΛΕΚΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ
- Τα εμπλεκόμενα μέρη της παρούσας Απόφασης είναι η καταγγέλλουσα εταιρεία, καθώς και οι ερευνώμενες εταιρείες - αποδέκτες της Εισήγησης (εφεξής «τα συμμετέχοντα στην παρούσα διαδικασία μέρη»), ήτοι οι καταγγελλόμενες εταιρείες, MONDIALPOL HELLAS SECURITY SERVICES A.E., ESA SECURITY SOLUTIONS S.A. (νυν επωνυμία ISS SECURITIES), και οι ερευνώμενες επιχειρήσεις / ενώσεις επιχειρήσεων ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΑΝΔΡΩΜΕΝΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ (ΣΕΕΥΑ) και η ατομική επιχείρηση ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗΣ SECURITY. 5.2 Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΥΣΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
- Η καταγγέλλουσα εταιρεία […]8, 9, 10, αποτελεί συνέχεια των εταιρειών […]με δ.τ. […]
- Το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας με θητεία έως την […]έχει ως εξής11: […] Βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. […]επιστολή της εταιρείας. Σύμφωνα με το προσκομισθέν κωδικοποιημένο καταστατικό έδρα της εταιρείας είναι […]ενώ στον καταστατικό της σκοπό […] 10 Σύμφωνα με την απάντηση της ίδιας της εταιρείας, […] 11 Ανακοίνωση ΓΕΜΗ […] 8 9 7 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Ο κύκλος εργασιών της εν λόγω εταιρείας στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών φύλαξης από το έτος 2009 έως και 2012 παρατίθεται στον ακόλουθο πίνακα: Πίνακας 1: Κύκλος εργασιών της καταγγέλλουσας στην παροχή υπηρεσιών φύλαξης (σε ευρώ) 2009 2010 01/01/201114/07/2011 15/07/201131/12/2011 01/01/201230/06/2012 01/07/201231/12/2012 […] […] […] […] […] […] […] […] Πηγή: Υπ’ αριθ. πρωτ. […] απαντητική επιστολή της εταιρείας 5.3 «MONDIALPOL HELLAS SECURITY SERVICES ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ»
- Η καταγγελλόμενη εταιρεία «MONDIALPOL HELLAS SECURITY SERVICES ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ»12 (με δ.τ. «MONDIALPOL HELLAS SECURITY SERVICES A.E.»)13 από τις αρχές του 2017 έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης
- Σύμφωνα με το από 1.8.2016 πρακτικό Δ.Σ. της εταιρείας, η σύνθεση Δ.Σ. με θητεία έως την 31.7.2021 είναι η ακόλουθη: […]
- Ο κύκλος εργασιών της εταιρείας στην παροχή υπηρεσιών φύλαξης για τα έτη 2009- 2012 παρουσιάζεται στον πίνακα που ακολουθεί 15: Πίνακας 2: Κύκλος εργασιών παροχής υπηρεσιών φύλαξης MONDIALPOL (σε ευρώ) 2009 2010 2011 2012 […] […] […] […] Πηγή: Υ’ αριθ. πρωτ. […] και […] απαντητικές επιστολές της εταιρείας 5.4 ISS ASPIS SECURITY ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Ο καταστατικός σκοπός της εταιρείας περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την «παροχή κάθε φύσεως υπηρεσιών προστασίας, φυλάξεως και ασφαλείας σε κάθε είδους εγκαταστάσεις, κτίρια, γραφεία, εργοστάσια, αποθήκες, καταστήματα, νοσοκομεία, εκπαιδευτικά ιδρύματα, περιοχές, οικισμούς, εκδηλώσεις, πρόσωπα και κινητά και ακίνητα πράγματα γενικώς». Επίσης, η εταιρεία […] (βλ. στοιχεία Γ.Ε.ΜΗ. https://www.businessregistry.gr/publicity/show/394501000). 13 Με έδρα τον Δήμο Αθηναίων. 14 Η εταιρεία έχει πτωχεύσει, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. πρωτ. 4932/22.3.2017 δημοσιευθείσα στο ΓΕΜΗ ανακοίνωση (απόφαση πτώχευσης 177/2017 ΜονΠρωτΑθ, με την οποία ορίζεται χρόνος παύσεως πληρωμών αυτής την 1.6.2016 και διορίζεται σύνδικος ο Δικηγόρος Αθηνών ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΡΙΘΥΜΟΣ (ΔΣΑ / 030147)). 15 Σύμφωνα με […]η εταιρεία παρέχει υπηρεσίες φύλαξης και ηλεκτρονικών συστημάτων, αλλά δεν παρέχει μεταφορά πολύτιμων αντικειμένων. Οι περιοχές στις οποίες δραστηριοποιείται είναι οι νομοί […]. Επίσης, ο κύκλος εργασιών της MONDIALPOL που αφορούσε δημόσια έργα, ως ποσοστό του συνολικού κύκλου εργασιών, αντιστοιχούσε (περίπου) στο […]για το 2009, στο […]για το 2010 και στο […]για το 2011 (Βλ. την από 21.3.2012 ανωμοτί κατάθεση […]). 12 8 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Η καταγγελλόμενη εταιρεία «ISS ASPIS Security Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας Ανώνυμη Εταιρεία.» (με δ.τ. «ISS ASPIS Security S.A.»)16 έχει έδρα το Δήμο Μενεμένης Θεσσαλονίκης. Δια της από 7.9.2011 απόφασης Γ.Σ. η επωνυμία της τροποποιήθηκε σε «ISS Security Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας Ανώνυμη Εταιρεία» με δ.τ. «ISS Security S.A.»17 και ακολούθως δια της από 29.7.2015 απόφασης Γ.Σ. επήλθε εκ νέου τροποποίηση της επωνυμίας της σε «ESA SECURITY SOLUTIONS ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» και δ.τ. «ESA SECURITY SOLUTIONS S.A.»18, όπως ισχύει μέχρι σήμερα
- Καταστατικός σκοπός της εταιρείας είναι «[η] παροχή υπηρεσιών ασφαλείας υπό τις προϋποθέσεις του νόμου και ιδίως: αα) η επιτήρηση ή φύλαξη κινητών και ακίνητων περιουσιακών αγαθών και εγκαταστάσεων, όπως ενδεικτικά καταστημάτων τραπεζών, οργανισμών, αποθηκών, κτιρίων, ανοιχτών χώρων κλπ. ββ) η προστασία φυσικών προσώπων […]»
- H σύνθεση του Δ.Σ. της εταιρείας από 9.9.2008 έως 7.10.2010 ήταν η κάτωθι21 […], Πρόεδρος […], Αντιπρόεδρος […], Δ/νων Σύμβουλος. […], Μέλος […], Μέλος22
- H σύνθεση του Δ.Σ. της εταιρείας από 8.10.2010 με πενταετή θητεία ήταν η κάτωθι23: […], Πρόεδρος […], Αντιπρόεδρος και Δ/νων Σύμβουλος. […], Μέλος Η ανώνυμη εταιρεία που είχε συσταθεί με την επωνυμία «ASPIS Security Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας Ανώνυμη Εταιρεία» και δ.τ. «ASPIS SECURITY SA» (ΤΑΕ-ΕΠΕ 2569/20.5.1998, τροποποιήθηκε αρχικά σε «ASPIS Security Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας Ανώνυμη Εταιρεία» και διακριτικό τίτλο «ASPIS SECURITY SA» ΦΕΚ ΤΑΕ-ΕΠΕ 9431/9.9.2003) και εν συνεχεία σε «ISS ASPIS Security Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας Ανώνυμη Εταιρεία» με διακριτικό τίτλο «ISS ASPIS Security S.A.» (ΦΕΚ ΤΑΕ-ΕΠΕ 10587/16.9.2008). 17 ΦΕΚ ΤΑΕ-ΕΠΕ 10154/22.9.
- 18 Βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. 13960/24.8.2015 δημοσίευση ΓΕΜΗ. 19 Βλ. και την υπ’ αριθ. πρωτ. 4066/15.5.2020 επιστολή της εταιρείας. 20 Βλ. στοιχεία ΓΕΜΗ https://www.businessregistry.gr/publicity/show/
- 21 ΦΕΚ ΤΑΕ-ΕΠΕ 10669/17.9.
- 22 Σημειώνεται ότι ο […]είχε την ιδιότητα του Δ/ντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας στα εκλεγμένα με πενταετή θητεία από 5.5.2003 και 24.8.2006 Δ.Σ. (βλ. ΦΕΚ ΤΑΕ-ΕΠΕ 3362/5.5.2003 και 9739/11.9.2006). 23 ΦΕΚ ΤΑΕ-ΕΠΕ 11973/14.10.
- Για την ερευνώμενη περίοδο ακολούθησαν δύο νέες εκλογές Δ.Σ. πενταμελούς θητείας ήτοι την 27.4.2011 και την 29.7.2011, σε έκαστη εκ των οποίων εξελέγη νέος Πρόεδρος, ενώ τα υπόλοιπα μέλη και οι ιδιότητές τους παρέμειναν αμετάβλητα (βλ. ΦΕΚ ΤΑΕ-ΕΠΕ 2752/13.5.2011, όπου ορίζεται ως Πρόεδρος ο […]και ΦΕΚ ΤΑΕ-ΕΠΕ 8676/19.8.2011 όπου ορίζεται ως Πρόεδρος ο […]). 16 9 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ […], Μέλος
- Η ισχύουσα σύνθεση του Δ.Σ. της εταιρείας με θητεία από 16.7.2019 έως 1.7.2024 έχει ως εξής24: […], Πρόεδρος […], Αντιπρόεδρος και Δ/νων Σύμβουλος […], Μέλος
- Ο συνολικός κύκλος εργασιών της εταιρείας. στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών φύλαξης για τα έτη 2009-2012 παρουσιάζεται στον ακόλουθο πίνακα 25: Πίνακας 3: Κύκλος εργασιών παροχής υπηρεσιών φύλαξης ISS (σε ευρώ) 2009 2010 2011 2012 […] […] […] Πηγή: Υπ’ αριθ. πρωτ. […] απαντητική επιστολή της εταιρείας […] 5.5 ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
- Η ατομική επιχείρηση «ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ» (με δ.τ. «ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗΣ SECURITY») έχει έδρα στην Ξάνθη
- Σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 487/29.09.2020 υπόμνημα της η σύζυγος του Εμμανουήλ Καλογεράκη […], ενημερώνει την ΕΑ ότι ο σύζυγος της απεβίωσε στις 10.03.2020 στην Ξάνθη ([…]). Με το ίδιο υπόμνημα η […]αναφέρει ότι έχει προβεί «……….[…]» και ότι «…… […]……». Για τον σκοπό αυτό, η […] αναφέρει ότι «……[…]».
- Σύμφωνα δε με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 33/22.01.2021 υπόμνημα της, η […] ενημερώνει την ΕΑ ότι επί της ανωτέρω αιτήσεως της ώστε να λάβει άδεια και να προβεί για λογαριασμό […], «…….[…]». Κατόπιν της εν λόγω απόφασης, η […] στις […] προέβη εμπροθέσμως «……..[…]……» της, δυνάμει της υπ’ αριθμ. […].
- Δυνάμει της υπ’ αριθμ. […] δεν αποδείχθηκε ότι ο […] κατά τον χρόνο […], σύμφωνα με τα στοιχεία του Ε9 κατά το έτος 2020, «……[…]». […] δεν υπερβαίνει […], ενώ βαρύνονται με δύο
(2)[…]
- Επίσης, σύμφωνα πάντα με την ίδια απόφαση, «……[…]». Συνεπώς, κατά την ανωτέρω απόφαση, «…….[…]». Kατά δήλωση της εταιρείας (την από 21.3.2012 ανωμοτί κατάθεση του […]), «κανένα από τα σημερινά μέλη της διοίκησης της εταιρείας μας δεν ήταν μέλος της διοίκησης έως το έτος 2011 (ο σημερινός πρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρείας […]εξελέγη στο Δ.Σ. της εταιρείας το 2011, μετά την αποχώρηση της εταιρείας από το σωματείο), ενώ και η μετοχική σύνθεση της εταιρείας μας έχει μεταβληθεί πλήρως έκτοτε.». 25 Σύμφωνα με […], ο κύκλος εργασιών της ISS ο οποίος αφορούσε δημόσια έργα, ως ποσοστό του συνολικού κύκλου εργασιών, αντιστοιχούσε (περίπου) στο […] για το 2009, στο […] για το 2010 και στο […] για το 2011 (Βλ. την από 21.3.2012 ανωμοτί κατάθεση […]). 26 Βλ. στοιχεία ΓΕΜΗ. https://www.businessregistry.gr/publicity/show/
- 27 Βλ. τα υπ’ αριθμ. πρωτ. […]. 24 10 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 5.6 ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ
- Ο ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΑΝΔΡΩΜΕΝΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΠΑΝΔΡΩΜΕΝΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ιδρύθηκε το 200328, με έδρα στην Αθήνα. Αποτελεί σωματείο μη κερδοσκοπικό και ειδικότερα εργοδοτική επαγγελματική οργάνωση που έχει συσταθεί και λειτουργεί με βάση το Ν. 1712/1987, όπως ισχύει29, το οποίο σύμφωνα με το 1ο άρθρο του καταστατικό του δύναται για την πραγμάτωση των σκοπών του «[ν]α αποφασίζει την ίδρυση και την εγκατάσταση παραρτημάτων, γραφείων και Υπηρεσιών του Σωματείου σε άλλες, εκτός έδρας του, πόλεις Ελλάδος ή εξωτερικού». Σύμφωνα δε με το 2ο άρθρο του καταστατικού του30, ως γενικοί σκοποί του σωματείου ορίζονται «[η] διαφύλαξη και προαγωγή των κοινών συμφερόντων των μελών αυτού και γενικότερα του κλάδου των υπηρεσιών ασφαλείας στο σύνολο τους από νομικής, οικονομικής, κοινωνικής και ηθικής άποψης».
- Σχετικά με τα μέλη του σωματείου, στο 4ο άρθρο31 του καταστατικού προβλέπεται μεταξύ άλλων ότι: «Τακτικά μέλη Σωματείου[32] είναι τα ιδρυτικά μέλη του και οι επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών επανδρωμένων φυλάξεων, έστω και αν ασχολούνται και με άλλο αντικείμενο του Ν.2518/97 εκτός των παραπάνω. Διευκρινίζεται ότι όπου στο παρόν καταστατικό αναφέρεται ο όρος «Επιχείρηση» ως τέτοια νοείται κάθε φυσικό είτε νομικό πρόσωπο που ασκεί δραστηριότητα παροχής υπηρεσιών επανδρωμένων φυλάξεων σε κάθε περιοχή της Ελλάδας[…]». Στο ίδιο άρθρο περιγράφονται η διαδικασία και οι προϋποθέσεις απόκτησης της ιδιότητας του μέλους, ενώ επίσης υπάρχει πρόβλεψη για τα επίτιμα μέλη του σωματείου καθώς και για την υποχρέωση του τελευταίου να τηρεί μητρώο μελών.
- Το σωματείο διοικείται από 9μελές Διοικητικό Συμβούλιο που εκλέγεται κάθε δυο έτη από την ετήσια Γενική Συνέλευση των μελών του, με μυστική ψηφοφορία και η θητεία για όλα τα μέλη είναι διετής. Το Δ.Σ. είναι υπεύθυνο για την υλοποίηση των σκοπών του σωματείου στο πλαίσιο των σχετικών αποφάσεων της Γ.Σ. και των καταστατικών σκοπών του και εκπροσωπεί το σωματείο στις σχέσεις του με τρίτους
- Με αριθμό μητρώου 24994/ειδ. 5541 και αριθμό απόφασης αναγνώρισης 6581/28.11.2003 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Σύμφωνα με το υπ’ αριθ. ημ. πρωτ. 405/17.1.2020 πιστοποιητικό περί κατάθεσης σωματείου του Πρωτοδικείου Αθηνών, το εν λόγω σωματείο δεν έχει λυθεί. 29 «Εκσυγχρονισμός επαγγελματικών οργανώσεων των εμπόρων, βιοτεχνών και λοιπών επαγγελματιών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 115). 30 Το εν λόγω καταστατικό συλλέχθηκε στο πλαίσιο του επιτόπιου ελέγχου […]. Επίσης υποβλήθηκε από την 28 καταγγέλλουσα […]στο πλαίσιο της υπ’ αριθ. πρωτ. […] 31 Υπό τον τίτλο «Μέλη – διάκριση και τρόπος εγγραφής». 32 Η έμφαση του καταστατικού. 33 Βλ. 8ο άρθρο του καταστατικού. Περαιτέρω, στο ίδιο άρθρο αναφέρεται ότι «Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου εκπροσωπεί το Σωματείο σε κάθε δημόσια, δικαστική ή εκκλησιαστική αρχή και σε κάθε άλλο νομικό πρόσωπο, προϊσταται και διευθύνει τη συζήτηση κατά τις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και υπογράφει 11 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Στο 14ο άρθρο του καταστατικού του ΣΕΕΥΑ προβλέπονται πειθαρχικές κυρώσεις σε βάρος των μελών του συλλόγου σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις αποφάσεις Δ.Σ. και Γ.Σ.
- Ως προς την οικειοθελή αποχώρηση μέλους δεν υπάρχει σχετικό άρθρο στο καταστατικό, ως εκ τούτου εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις του αστικού δικαίου (άρθρο 87 ΑΚ). ▪ Η διοίκηση του ΣΕΕΥΑ
- Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία στο φάκελο της υπόθεσης, ως προς τη διοίκηση του Συνδέσμου και αναφορικά με τα κρίσιμα της διερευνώμενης παράβασης έτη, σημειώνονται τα κάτωθι.
- Στις αρχαιρεσίες της 24.9.200835, 36, για την ανάδειξη Δ.Σ. του ΣΕΕΥΑ, εξελέγησαν με διετή θητεία, σύμφωνα με το καταστατικό του 37, από την Έκτακτη Γενική Συνέλευση του σωματείου ως τακτικά μέλη οι: […]38, […]
- Σύμφωνα με τις ίδιες αρχαιρεσίες της 24.9.2008 εξελέγησαν ως αναπληρωματικά μέλη Δ.Σ. οι: […]
- μαζί με τον ταμία και τον Γενικό Γραμματέα κάθε έγγραφο εισπράξεως πληρωμής . ‘Όταν ο Πρόεδρος απουσιάζει ή κωλύεται τον αναπληρώνει ο Αντιπρόεδρος και αν κωλύεται και αυτός το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου που αυτό θα ορίζει με σχετική απόφασή του». 34 Βλ. άρθρο 14ο του καταστατικού, όπου ορίζεται ότι: «Ι. Κάθε μέλος του Σωματείου, τακτικό ή επίτιμο που αντιτίθεται στις επιδιώξεις και τους σκοπούς του, ή παρεμβάλει εμπόδια στην εκτέλεση των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και της Γενικής Συνελεύσεως, ή επιδεικνύει διαγωγή ανάρμοστη και ασυμβίβαστη σε άλλα μέλη του Σωματείου ή στην άσκηση του επαγγέλματός του και γενικά διαγωγή που δεν ταιριάζει στην αξιοπρέπεια και τα συμφέροντα του Σωματείου του Κλάδου και των μελών του τιμωρείται πειθαρχικά. Οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης είναι με τη σειρά οι ακόλουθες α. έγγραφη επίπληξη β. πρόστιμο από 20 έως 150 ΕΥΡΩ γ. προσωρινή στέρηση της ιδιότητας του μέλους του Σωματείου από 10 μέρες μέχρι 1 χρόνο δ. οριστική διαγραφή […]». 35 Οι εν λόγω αρχαιρεσίες αποτελούν και τις τελευταίες που διεξήχθησαν από τη Γ.Σ. ΣΕΕΥΑ, σύμφωνα με την έρευνα της Υπηρεσίας στην αρμόδια Υπηρεσία Τήρησης Πρακτικών Αρχαιρεσιών του Πρωτοδικείου. Το σχετικό πρακτικό αρχαιρεσιών συλλέχθηκε από το Πρωτοδικείο αλλά και συμπεριλαμβάνεται στις υπ’ αριθ. πρωτ. 7755/21.12.2015 και 4259/19.5.2020 υποβολές στοιχείων […] και της καταγγέλλουσας […]. 36 Σύμφωνα με το εν λόγω πρακτικό τα ταμειακώς εντάξει μέλη ήταν
- 37 Σημειώνεται ότι όπως προέκυψε από το πρωτόκολλο ψηφοφορίας των εκλογών του Διοικητικού Συμβουλίου και Εξελεγκτικής Επιτροπής της 24.9.2008 του ΣΕΕΥΑ που συγκαταλέγεται στα συλλεγέντα από το Πρωτοδικείο έγγραφα και περιλαμβάνεται στην υπ’ αριθ. πρωτ. 7755/21.12.2015 υποβολή στοιχείων […] και στην υπ’ αριθ. πρωτ. 4259/19.5.2020 υποβολή στοιχείων της καταγγέλλουσας […]στην ψηφοφορία συμμετείχαν οι ακόλουθοι: […] 38 Στα ιδρυτικά μέλη του ΣΕΕΥΑ ως παρατίθενται στο καταστατικό του Συνδέσμου αναφέρεται […]Στα λοιπά διαθέσιμα στοιχεία εμφαίνεται ως μέλος […]Η τελευταία είναι η εταιρεία με το δ.τ. […]εφεξής και ως […]όπως προκύπτει και από την […]βεβαίωση της εταιρείας απευθυνόμενη στο ΣΕΕΥΑ. Στο εν λόγω έγγραφο, το οποίο συλλέχθηκε στο πλαίσιο της επιτόπιας έρευνας στο ΣΕΕΥΑ, η εταιρεία βεβαιώνει ότι είναι μέλος του Συνδέσμου. 39 Βλ. από 24.8.2008 πρακτικό αρχαιρεσιών για την ανάδειξη Δ.Σ. και άλλων οργάνων του ΣΕΕΥΑ. 12 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Ακολούθως, το Δ.Σ. συγκροτήθηκε σε σώμα ως εξής40: Πρόεδρος […]Αντιπρόεδρος […] Γενικός Γραμματέας […], Ειδικός Γραμματέας […], Ταμίας […] και μέλη οι […] και […]
- Κατά τη συνεδρίαση του Δ.Σ. ΣΕΕΥΑ της 1.7.2009, αποφασίστηκε η ανασύστασή του Δ.Σ.41, η οποία ανακοινώθηκε στα μέλη του την 22.7.
- Η νέα σύνθεση του Δ.Σ., που προέκυψε κατόπιν μυστικής ψηφοφορίας, είχε ως εξής: Πρόεδρος […], Γενικός Γραμματέας […], Αντιπρόεδρος ο […], Ειδικός Γραμματέας […], Ταμίας […], Μέλη […] και […].
- Μετά τη λήξη της διετούς θητείας του ως άνω - εκλεγμένου από 24.9.2008 - Δ.Σ., κατατέθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η από 2.11.2010 αίτηση διορισμού προσωρινής διοίκησης ΣΕΕΥΑ κατ’ άρθρο 69 ΑΚ 43 για το λόγο ότι στερείται πλέον διοίκησης
- Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 927/201145 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία διορίστηκαν ως εννεαμελές προσωρινό διοικητικό συμβούλιο του ΣΕΕΥΑ τα κάτωθι πρόσωπα46: 1) […] 2) […] 3) […] 4) […] , 5) […] 6) […] 7) […] 8) […] και 9) […] Η απόφαση όριζε περαιτέρω ότι οι παραπάνω, «αφού συγκροτηθούν σε σώμα σε διάστημα ενός
(1)μηνός από τη δημοσίευση της απόφασης, θα επιμεληθούν των υποθέσεων του ως άνω σωματείου, που έχουν επείγοντα χαρακτήρα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η εκκαθάριση των μελών του, και θα συγκαλέσουν μέσα σε έξι
(6)μήνες από τη συγκρότησή τους σε σώμα έκτακτη Γενική Συνέλευση των μελών του σωματείου, με πρόσκληση του Προέδρου της προσωρινής αυτής διοίκησης ή του αναπληρωτή του, που θα γίνει μέσα σε Η εδώ παρατεθείσα συγκρότηση Δ.Σ. προκύπτει άμεσα από το αμέσως κατωτέρω αναφερόμενο πρακτικό Δ.Σ. ΣΕΕΥΑ περί ανασύστασής του, όπου πριν την ψήφιση της ανασύστασης, αναφέρεται το Δ.Σ. στην αρχική του μορφή. 41 Βλ. από 1.7.2009 πρακτικό Δ.Σ. του ΣΕΕΥΑ με θέμα ημερήσιας διάταξης «Ανασύσταση του Δ.Σ. του Συνδέσμου» όπου αναφέρεται «Για το θέμα αυτό ο Πρόεδρος του Δ.Σ. έλαβε το λόγο και ενημέρωσε τα μέλη αναφορικά με την αναγκαιότητα ανασύστασης του Δ.Σ. του συνδέσμου, προκειμένου με την αναδιοργάνωση αυτή το διοικητικό σχήμα να είναι πιο ευέλικτο και λειτουργικό». Από το εν λόγω πρακτικό προκύπτει και η προηγούμενη σύνθεση του Δ.Σ, προ της ανασύστασης του, όπως προεκτέθηκε. Το εν λόγω πρακτικό περιλαμβάνεται στην υπ’ αριθ. πρωτ. 7755/21.12.2015 υποβολή στοιχείων του […]. 42 Βλ. από 22.7.2009 επιστολή ΣΕΕΥΑ προς τα μέλη του με θέμα «Ανασύσταση Δ.Σ.». Με την εν λόγω ανασύσταση Δ.Σ. ουσιαστικά συντελέστηκε αλλαγή θέσεων μεταξύ των αρχικώς ψηφισθέντων ως Πρόεδρο και Γενικό Γραμματέα. Το εν λόγω έγγραφο συλλέχθηκε στο πλαίσιο του επιτόπιου ελέγχου […] 43 Σύμφωνα με το σχετικό άρθρο, ως ίσχυε «Αν λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για τη διοίκηση του νομικού προσώπου, ή, αν τα συμφέροντά τους συγκρούονται προς εκείνα του νομικού προσώπου, ο πρόεδρος των πρωτοδικών διορίζει προσωρινή διοίκηση ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον». 44 Η εν λόγω αίτηση κατατέθηκε από την εταιρεία […]Ασκήθηκαν δε κύριες παρεμβάσεις από την εταιρεία με την επωνυμία […]και από τον ίδιο το Σύλλογο με αίτημα διορισμού προσωρινής διοίκησης των αντιστοίχως προτεινόμενων ατόμων. Βλ. σχετικά και από […]υπεύθυνη δήλωση […] 45 Ημερομηνία έκδοσης 24.2.2011. Το εν λόγω έγγραφο περιλαμβάνεται στην υπ’ αριθ. πρωτ. 1026/11.2.2016 υποβολή στοιχείων. 46 Βλ. και ΑΠ 561/2018 «Πρέπει να σημειωθεί, ότι η επιλογή των κατάλληλων προσώπων για το διορισμό της προσωρινής διοικήσεως του νομικού προσώπου ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 512/2013)». 40 13 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ δεκαπέντε
(15)ημερών πριν τη σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης, για την εκλογή νέων οργάνων διοίκησής του, όπως το καταστατικό ορίζει»
- Στις 14.4.2011, κατόπιν της ως άνω υπ’ αριθ. 927/2011 απόφασης, το προσωρινό Δ.Σ. συγκροτήθηκε σε σώμα48 με την ακόλουθη σύνθεση: Πρόεδρος […] Γενικός Γραμματέας […] Αντιπρόεδρος ο […], και Ταμίας […] Ο […], ο οποίος ως αναφέρθηκε δυνάμει της σχετικής δικαστικής απόφασης εκτελεί χρέη αντιπροέδρου στην προσωρινή διοίκηση του ΣΕΕΥΑ, διατηρεί την […]
- Σύμφωνα με στοιχεία που συλλέχθηκαν στο πλαίσιο της επιτόπιας έρευνας στο Σύνδεσμο η εν λόγω εταιρεία υπέβαλε αίτηση εγγραφής στον εν λόγω Σύνδεσμο την […]
- Τα λοιπά εκ των παρόντων μελών, ήτοι οι […]51 και […].
- Ο Πρόεδρος του προσωρινού Δ.Σ. […] ήδη από 7.6.2011, κοινοποίησε στα μέλη του Δ.Σ. έγγραφη επιστολή του με την οποία δήλωνε την παραίτησή του από το αξίωμα του προέδρου και εν γένει από τη διοίκηση του ανωτέρω σωματείου, ενώ με την από 1.9.2011 […] δήλωσε εκ νέου ότι παραιτείται από πρόεδρος και μέλος Δ.Σ. αλλά και από μέλος του σωματείου εν γένει, επιθυμώντας την άμεση αποχώρησή του από αυτό
- Στο εν λόγω […] αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι από την ημερομηνία συγκρότησης σε σώμα του προσωρινού Δ.Σ. (14.4.2011) «και μέχρι σήμερα καμία άλλη πράξη ή ενέργεια έχει αναλάβει η διοίκηση του ανωτέρω σωματείου. […]Εντωμεταξύ, είχε ήδη εκδηλώσει τη βούλησή της να αποχωρήσει από μέλος του ΣΕΕΥΑ η εταιρεία «[…]»
- Κατά τον επιτόπιο έλεγχο που διενήργησε η Υπηρεσία το 2016 […]έδρα του ΣΕΕΥΑ, […]καθώς είχε πραγματοποιηθεί διαδικασία […]
- 47 Κατά της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκε η υπ’ αριθ. […]έφεση η συζήτηση της οποίας εντέλει ματαιώθηκε, […]. Βλ. από 14.4.2011 πρακτικό προσωρινού Δ.Σ. ΣΕΕΥΑ, στο οποίο ήταν παρόντα τα διορισθέντα από το δικαστήριο μέλη, με εξαίρεση τους […]και […]Ο τελευταίος, […]ανέφερε σχετικά στην αριθ. πρωτ. 1864/17.3.2015 απαντητική επιστολή […] 48 Με αριθμό ΓΕΜΗ […]και έδρα τον […]. Σημειώνεται ότι όπως προκύπτει από τα στοιχεία δημοσιότητας του ΓΕΜΗ η εν λόγω εταιρεία […]έχει διαγραφεί. 50 Στην αίτηση εγγραφής αναφέρεται το ΑΦΜ της εταιρείας ήτοι […] 51 […]όπως προκύπτει από την από […]απευθυνόμενη προς τον […]η οποία θυροκολλήθηκε στην τελευταία έδρα του, […] 52 Βλ. από […] 53 Ήτοι η εταιρεία με δ.τ. […]Βλ. από […]επιστολή της εν λόγω εταιρείας προς τον ΣΕΕΥΑ […]Η συγκεκριμένη επιστολή […]γεγονός που υποδηλώνει ότι ο σύνδεσμος έλαβε γνώση του συγκεκριμένου εγγράφου. Σημειώνεται ότι […]δυνάμει της ανωτέρω δικαστικής απόφασης διορισμού προσωρινής διοίκησης, ήταν κατά το κρίσιμο διάστημα του δικαστικού διορισμού του αλλά και της σύνταξης της ως άνω επιστολής αποχώρησης, […] 54 Βλ. την υπ’ αριθ. 670/24.4.2012 έκθεση […], όπως προσκομίστηκε δια της υπ’ αριθ. πρωτ. 1220/17.2.2016 υποβολής στοιχείων. Ακολούθως η Υπηρεσία έλαβε αντίγραφα των […]όπως προκύπτει από τα […]και […]. 49 14 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ▪ Τα μέλη του ΣΕΕΥΑ
- Σύμφωνα με το Καταστατικό του ΣΕΕΥΑ,
(22)εταιρείες ήταν τα ιδρυτικά μέλη του
- Εν συνεχεία, σύμφωνα με κατάσταση μελών του ΣΕΕΥΑ της 14.11.2007, η οποία περιλαμβάνεται μεταξύ των στοιχείων, που συλλέχθηκαν κατά τον επιτόπιο έλεγχο στα γραφεία του εν λόγω Συνδέσμου56, προκύπτει ότι εκ των ως άνω 22 ιδρυτικών του συνδέσμου εταιριών, οι 21 παραμένουν μέλη του κατά την ως άνω ημερομηνία
- Επιπλέον, στη λίστα των μελών του ΣΕΕΥΑ προστίθενται 12 ακόμη εταιρείες. Ο πίνακας που ακολουθεί εμφανίζει την ως άνω κατάσταση των μελών του συνδέσμου με τα ονόματα των αντίστοιχων εκπροσώπων. Πίνακας 4: Μέλη ΣΕΕΥΑ βάσει της από 14.11.2007 κατάστασης μελών α/α Εταιρεία Ον/μο εκπροσώπου 1 […] […] […] […] […] […] […] […]58 […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 55 […] Η εν λόγω κατάσταση απευθύνεται στην εταιρεία […]. Σημειώνεται ότι η ίδια κατάσταση μελών με ημερομηνία 24.10.2007 απευθυνόμενη στην εταιρεία […] 57 Επιπλέον σημειώνεται ότι αντί της ιδρυτικής εταιρείας […]στην ως άνω λίστα εμφανίζεται η εταιρεία με το δ.τ. […]με αριθμό ΓΕΜΗ […]στην οποία […]εμφανίζεται στα μέλη Δ.Σ. […] 58 Πρόκειται για την εταιρεία […]με δ.τ. […]Σημειώνεται ότι η εν λόγω εταιρεία στην από […]επιστολή παροχής στοιχείων επιβεβαιώνει ότι υπήρξε μέλος του ΣΕΕΥΑ από το
- 56 15 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ α/α Εταιρεία Ον/μο εκπροσώπου 27 […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] 28 29 30 31 32 33 Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων ΕΑ.
- Περαιτέρω, κατά τον επιτόπιο έλεγχο στα γραφεία […]το 201659 βρέθηκε βεβαίωση σχετικά με τα μέλη του ΣΕΕΥΑ60, με ημερομηνία 12.5.2010, στην οποία αναφέρονται οι ακόλουθες 39 εταιρείες ως μέλη του. Από την επεξεργασία των πινάκων 4 και 5, προκύπτει ότι στις 33 εταιρείες μέλη του ΣΕΕΥΑ του Πίνακα 4 προστίθενται επιπλέον 6 εταιρείες στη λίστα μελών του Πίνακα
- Πίνακας 5: Μέλη ΣΕΕΥΑ βάσει της από 12.5.2010 βεβαίωσης μελών α/α 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 59 60 Εταιρεία Ον/μο εκπροσώπου […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] Βλ. υπ’ αριθ. […] Την εν λόγω βεβαίωση υπογράφουν […]και […] 16 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ α/α Εταιρεία Ον/μο εκπροσώπου 27 […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 39 Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων ΕΑ.
- Με τις υπ’ αριθ. πρωτ. 171 και 172/18.03.2021 επιστολές της, η ΕΑ προς τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (εφεξής και «ΔΟΥ») Ψυχικού και Χολαργού, ζήτησε τις υποβληθείσες οικονομικές καταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων και των φορολογικών δηλώσεων, του ΣΕΕΥΑ για τις οικονομικές χρήσεις από το 2003 (οικονομικό έτος 2004) έως το 2019 (οικονομικό έτος 2020), προκειμένου να καταστεί δυνατόν από την Ολομέλεια της Επιτροπής Ανταγωνισμού να εκδώσει άμεσα απόφαση επί της παρούσας υπόθεσης.
- Η ΔΟΥ Ψυχικού με την υπ’ αριθ. πρωτ. 178/24.03.2021 απάντηση της απέστειλε φωτοτυπίες των δηλώσεων φόρου εισοδήματος οικ. ετών 2011 έως και 2013 που υποβλήθηκαν στην ίδια και εκτυπώσεις των δηλώσεων φορολογικών ετών 2014 έως και 2019 (έντυπα Ν και Ε3) που υποβλήθηκαν ηλεκτρονικά. Κατά δήλωση της […] Η δήλωση αυτή είναι μηδενική όπως και των προηγούμενων οικ. ετών. […]».
- Από τα προσκομισθέντα στοιχεία της ΔΟΥ Ψυχικού (αριθ. πρωτ. 178/24.03.2021) προκύπτει ότι για το οικονομικό έτος 2011 ο ΣΕΕΥΑ εμφάνισε έσοδα από συνδρομές μελών του ύψους 6.000 ευρώ και έξοδα (ενοίκιο) ύψους 4.200 ευρώ. Για τα οικονομικά έτη 2012 – 2020 (χρήσεις 2011 – 2019) προκύπτει ότι οι κατατεθημένες στη ΔΟΥ Ψυχικού φορολογικές δηλώσεις του ΣΕΕΥΑ είναι μηδενικές.
- Με την υπ’ αριθ. πρωτ. 174/18.03.2021 απάντηση της η ΔΟΥ Χολαργού ενημέρωσε την ΕΑ ότι το αίτημα της Υπηρεσίας με την υπ’ αριθ. πρωτ. 172/18.03.2021 επιστολή της δεν μπορεί να ικανοποιηθεί διότι έχει καταστρέψει αρχεία δηλώσεων και δικαιολογητικών μέχρι το οικονομικό έτος 2010 (χρήση 2009), σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 16/20 Απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών. 17 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 6 ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΑΓΟΡΩΝ
- Στο πλαίσιο ορισμού της σχετικής αγοράς τίθενται τα όρια μέσα στα οποία επικρατούν σχετικά ομοιογενείς συνθήκες ανταγωνισμού. Η σχετική αγορά ορίζεται σε συνάρτηση με τους ανταγωνιστικούς περιορισμούς που υπάρχουν για τις επιχειρήσεις σε προϊόντα και γεωγραφικές αγορές. Συνεπώς, η σχετική αγορά προσδιορίζεται ως προς δύο διαστάσεις: • Τα προϊόντα/υπηρεσίες που πωλούνται/προσφέρονται στην εν λόγω αγορά (σχετική αγορά προϊόντων) • Τη γεωγραφική περιοχή στην οποία πωλούνται/προσφέρονται τα προϊόντα/ υπηρεσίες (σχετική γεωγραφική αγορά). 6.1 ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ 61
- Σύμφωνα με πάγια ελληνική και ευρωπαϊκή νομολογία62, σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 1 Ν. 3959/2011 ή 101 ΣΛΕΕ και όταν η κρινόμενη οριζόντια σύμπραξη έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού, η ακριβής οριοθέτηση της σχετικής αγοράς προϊόντος παρέλκει διότι δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη νομική αξιολόγησή της. Άλλωστε, στις περιπτώσεις αυτές, «δεν είναι η εκάστοτε αρχή ανταγωνισμού που επιλέγει κάθε φορά “κατ’ αυθαίρετο” τρόπο τη σχετική αγορά προϊόντων, αλλά οι ίδιες οι συμπράττουσες επιχειρήσεις που επικεντρώνουν την αντι-ανταγωνιστική τους συμπεριφορά σε ορισμένο/-α προϊόν/τα (καθορίζοντας έτσι και το εύρος της σχετικής έρευνας)»
- Εν προκειμένω, οι εμπλεκόμενες εταιρείες δραστηριοποιούνται στην ευρύτερη αγορά υπηρεσιών ασφαλείας, η οποία περιλαμβάνει τις επιμέρους υποαγορές των υπηρεσιών φύλαξης, των χρηματαποστολών και της μεταφοράς πολύτιμων αντικειμένων, και των ηλεκτρονικών συστημάτων ασφαλείας64, η παροχή των οποίων γίνεται προς ιδιώτες, ιδιωτικές εταιρείες και φορείς του Δημοσίου τομέα. Παρόλο που η εξεταζόμενη Η σχετική αγορά προϊόντων/υπηρεσιών περιλαμβάνει το σύνολο των προϊόντων/υπηρεσιών που θεωρούνται από τον καταναλωτή εναλλάξιμα ή δυνάμενα να υποκατασταθούν μεταξύ τους, λόγω των χαρακτηριστικών τους, των τιμών τους και της σκοπούμενης χρήσης τους. Η σχετική αγορά προϊόντων/υπηρεσιών ενδέχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αποτελείται από επί μέρους προϊόντα/υπηρεσίες που παρουσιάζουν σε μεγάλο βαθμό όμοια φυσικά ή τεχνικά χαρακτηριστικά και είναι εναλλάξιμα. 62 Βλ. ενδεικτικά Απόφαση ΕΑ 643/2017, 583/VII/2012 παρ. 42επ., απόφαση ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4, Αποφάσεις ΠΕΚ T-38/02 Groupe Danone κατά Επιτροπής, σκ. 99, απόφαση ΠΕΚ Τ-71/03, Tokai Carbon κατά Επιτροπής, σκ. 90 καιT-48/02 Brouwerij Haacht NV κατά Επιτροπής, σκ. 58 (καθώς και στη σχετική νομολογία που παραπέμπουν). Αναφορικά με τον κλάδο παροχής υπηρεσιών φύλαξης βλ. Case No COMP/M.5993SECURITAS/RELIANCE SECURITY SERVICES/ RELIANCESE CURITY SERVICES SCOTLAND, Case No COMP/M.6292 - SECURITAS/NISCAYAH GROUP. 63 Απόφαση ΕΑ 583/VII/2012, σκ. 42, η οποία παραπέμπει και στην απόφαση ΠΕΚ Τ-71/03, Tokai Carbon κατά Επιτροπής, σκ.
- 64 Βλ. απόφαση ΕΑ 325/V/2007, σελ.
- 61 18 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ συμπεριφορά των εμπλεκομένων εταιριών αφορά κατά κύριο λόγο στην παροχή υπηρεσιών φύλαξης προς φορείς του δημοσίου τομέα, για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, η αγορά υπηρεσιών φύλαξης θα πρέπει να θεωρηθεί ενιαία, ήτοι περιλαμβάνοντας τις υπηρεσίες προς ιδιώτες, ιδιωτικές εταιρείες και το Δημόσιο και τούτο διότι: • υπάρχει σχεδόν απόλυτη υποκατάσταση από την πλευρά της προσφοράς μεταξύ των υπηρεσιών φύλαξης65, • δεν υπάρχει διαφοροποίηση ως προς τις εταιρείες που προμηθεύουν υπηρεσίες ασφαλείας66, • δεν υπάρχουν σημαντικά εμπόδια εισόδου στην εν λόγω αγορά τόσο προς το Δημόσιο, όσο και προς τον ιδιωτικό τομέα67, • δεν υφίσταται διαφοροποίηση των τιμών εργατικού κόστους υπηρεσιών παροχής ασφαλείας μεταξύ δημοσίων και ιδιωτικών διαγωνισμών όπως προκύπτει από τις Κλαδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (εφεξής και «ΚΣΣΕ») των ετών 2009 και
- Σε σχετικό ερώτημα της Υπηρεσίας εάν υφίσταται εξειδίκευση των εταιριών παροχής υπηρεσιών φύλαξης μεταξύ της παροχής των εν λόγω υπηρεσιών προς Δημόσιους οργανισμούς και επιχειρήσεις και προς ιδιώτες/ιδιωτικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με την από 21.3.2012 ανωμοτί κατάθεση του […] προκύπτει ότι υπάρχουν εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην παροχή υπηρεσιών προς τον ιδιωτικό τομέα, κυρίως γιατί δεν πληρούν τις αυξημένες απαιτήσεις των δημοσίων διαγωνισμών, όπως χρόνια λειτουργίας, εξειδίκευση, τα αναληφθέντα έργα, εκπαίδευση, πελατολόγιο κ.α. Ωστόσο, κατά την εκτίμηση της Υπηρεσίας η ανωτέρω διαφοροποίηση/επιχειρηματολογία σχετίζεται με τα έτη λειτουργίας μίας επιχείρησης και όχι με ουσιαστική διαφοροποίηση μεταξύ των εκάστοτε παρεχόμενων υπηρεσιών. Βλ. σχετ. και τις εταιρείες […] ανωτέρω, όπου όπως προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, ο κύκλος εργασιών τους από υπηρεσίες φύλαξης σε δημόσια έργα είναι ποσοστό του συνολικού κύκλου εργασιών από υπηρεσίες φύλαξης των εν λόγω εταιρειών. 66 Ο.π. 67 Βασική προϋπόθεση παροχής της υπηρεσίας είναι η κατοχή άδειας εργασίας σε επαγγέλματα παροχής ασφαλείας από τους εργαζόμενους-φύλακες των εταιριών (βάσει της ΚΥΑ 4892/1/76-Γ και της τροποποίησης του Ν.3707/2008), η οποία εκδίδεται από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη. Επίσης, δεν θεωρούνται εμπόδια εισόδου οι προϋποθέσεις συμμετοχής που προβλέπει το νομοθετικό πλαίσιο, ήτοι ο κανονισμός προμηθειών για τους δημόσιους διαγωνισμούς. 68 Βλ. Παράρτημα Γ’, σελ. 10 της ΚΣΣΕ του 2009 και 2010, όπου αναγράφεται «Σε δημόσιους και ιδιωτικούς διαγωνισμούς κάθε τιμή κάτω του νόμιμου εργατικού κόστους που προέκυψε μετά από μελέτη που ανατέθηκε σε αρμόδιο ορκωτό λογιστή (όπως προσδιορίζεται στο παρόν παράρτημα και στον συνημμένο πίνακα) θα θεωρείται ως μη νόμιμη με συνέπεια εκ του προοιμίου ποινή αποκλεισμού του υποψηφίου» 65 19 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Σε αντίθεση με την προαναφερθείσα κατάθεση […], σύμφωνα με τις ανωμοτί καταθέσεις των […] που ελήφθησαν στις 21.3.2012, προκύπτει ότι δεν υφίσταται διαφορά ανάμεσα στην παροχή υπηρεσιών προς τον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα.
- Ειδικότερα, σε σχετικό ερώτημα της Υπηρεσίας εάν υφίσταται εξειδίκευση των εταιριών παροχής υπηρεσιών φύλαξης μεταξύ της παροχής των εν λόγω υπηρεσιών προς Δημόσιους οργανισμούς και επιχειρήσεις και προς ιδιώτες/ιδιωτικές επιχειρήσεις, […] αναφέρει ότι δεν υφίσταται εξειδίκευση καθώς «όλες οι επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα». Αντίστοιχα, σύμφωνα με […] «η υπηρεσία είναι η ίδια ακριβώς». Σύμφωνα δε με […] της εταιρείας […] «δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στους δημόσιους διαγωνισμούς. Όλες οι εταιρείες καταβαίνουν και σε δημόσιους και σε ιδιωτικούς διαγωνισμούς», ενώ συμπληρώνει ότι κατά την εκτίμησή του «εξειδικευμένος – έμπειρος θεωρείται αυτός στον οποίο έχουν κατακυρωθεί πλείονες δημόσιες υπηρεσίες – φορείς πχ Υπουργεία, Δημόσιου Οργανισμοί, Δημόσια Ταμεία κ.λ.π.».
- Ως εκ τούτου, κατά την Υπηρεσία και βάσει των στοιχείων του φακέλου της υπόθεσης, ως σχετική αγορά για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης θεωρείται η παροχή υπηρεσιών φύλαξης. 6.2 ΣΧΕΤΙΚΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΑΓΟΡΑ69
- Οι υπηρεσίες φύλαξης προσφέρονται στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας υπό επαρκώς ομοιογενείς συνθήκες ανταγωνισμού, καθώς η εμπορική πολιτική των εταιριών δεν διαφοροποιείται βάσει γεωγραφικών κριτηρίων. Ως εκ τούτου, ως γεωγραφική αγορά στην παρούσα υπόθεση ορίζεται το σύνολο της ελληνικής επικράτειας
- 7 Η ΑΓΟΡΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΦΥΛΑΞΗΣ 7.1 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΟΥ ΚΛΑΔΟΥ
- Η παροχή υπηρεσιών ασφάλειας στην ελληνική επικράτεια χαρακτηρίζεται από σημαντικό αριθμό αδειοδοτημένων εταιριών. Σύμφωνα με σχετική κλαδική μελέτη της εταιρείας ICAP (στοιχεία του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας), κατά τον Οκτώβριο του 2012, 1.741 επιχειρήσεις διέθεταν άδεια λειτουργίας, με σκοπό την παροχή υπηρεσιών Η σχετική γεωγραφική αγορά περιλαμβάνει την περιοχή στην οποία οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις πωλούν τα σχετικά προϊόντα υπό επαρκώς ομοιογενείς συνθήκες ανταγωνισμού και η οποία μπορεί να διακριθεί από άλλες γειτονικές γεωγραφικές περιοχές, ιδίως λόγω των αισθητά διαφορετικών συνθηκών ανταγωνισμού που επικρατούν σε αυτές. 70 Βλ. απόφαση ΕΑ 325/V/2007,σελ. 5 και υπόθεση COMP/M.3653-SIEMENS/VA TECH, σκ.
- 69 20 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ασφαλείας, κατά τα οριζόμενα στο νόμο 3707/
- Σύμφωνα με αναφερόμενα στην ίδια κλαδική μελέτη, ο αριθμός των εν λόγω επιχειρήσεων κυμαίνονταν σε 2.067 στις 31.12.2010 και 1.250 στις 31.12.
- Παράλληλα, περί τα τέλη του 2012 εκτιμάται ότι υπήρχαν σε ισχύ πάνω από 50.000 άδειες εργασίας προσωπικού ασφαλείας
- Ωστόσο, παρά το σημαντικό αριθμό των αδειοδοτημένων εταιρειών, σύμφωνα πάντα με την μελέτη της ICAP, η ελληνική αγορά χαρακτηρίζεται από την παρουσία λίγων μεγάλων εταιριών, με την πλειονότητα των δραστηριοποιούμενων επιχειρήσεων να είναι μικρού μεγέθους. Συναφώς, το εύρος των υπηρεσιών και προϊόντων που προσφέρει η κάθε επιχείρηση ποικίλει, ανάλογα με το μέγεθος και τη δυναμικότητά της, το βαθμό εξειδίκευσης σε κάποια συγκεκριμένη κατηγορία υπηρεσιών, καθώς και το βαθμό συνεργασίας με άλλες επιχειρήσεις του κλάδου. Παράλληλα, πολλές από τις εταιρείες του κλάδου συμμετέχουν σε δημόσιους και ιδιωτικούς διαγωνισμούς σε όλη την ελληνική επικράτεια.
- Ειδικότερα, σημειώνεται ότι σύμφωνα με την προαναφερθείσα μελέτη της ICAP: • οι μεγαλύτερες εταιρείες παροχής υπηρεσιών ασφαλείας διαθέτουν δίκτυα αποκλειστικών αντιπροσώπων στην περιφέρεια, πετυχαίνοντας έτσι πληρέστερη γεωγραφική κάλυψη της αγοράς, αλλά και ευρύτερη γκάμα υπηρεσιών, • αρκετές από τις δραστηριοποιούμενες εταιρείες ασχολούνται παράλληλα με την εισαγωγή ή/και την εμπορία ηλεκτρονικών συστημάτων ασφαλείας (συναγερμούς, κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης - CCTV κλπ.) και αναλαμβάνουν τη μελέτη των φυλασσόμενων χώρων, την εγκατάσταση, τη συντήρηση (after sales service) των συστημάτων, καθώς και την παρακολούθηση αυτών μέσω του κέντρου λήψεως σημάτων που διαθέτουν, ενώ υπάρχουν και αρκετές εταιρείες οι οποίες παρέχουν υπηρεσίες φύλαξης (παράλληλα με την εισαγωγή και διάθεση ηλεκτρονικών συστημάτων ασφαλείας) μόνο μέσω κέντρου λήψης σημάτων, χωρίς να παρέχουν άλλου είδους υπηρεσίες φύλαξης, ενώ τέλος • στον ευρύτερο κλάδο δραστηριοποιούνται και εμπορικές εταιρείες, οι οποίες εισάγουν και διαθέτουν στην αγορά ηλεκτρονικά συστήματα ασφαλείας, χωρίς ωστόσο να παρέχουν οποιαδήποτε υπηρεσία.
- Ο ανταγωνισμός κυρίως μεταξύ των μεγαλυτέρων εταιριών παροχής υπηρεσιών ασφαλείας είναι έντονος, ενώ επιτείνεται με την εμφάνιση επιχειρήσεων (συνήθως μικρού μεγέθους), οι οποίες δραστηριοποιούνται για μικρό χρονικό διάστημα παρέχοντας υπηρεσίες Βλ. την Κλαδική Μελέτη ICAP «Ιδιωτικές Υπηρεσίες Ασφαλείας – Ηλεκτρονικά Συστήματα Ασφαλείας», Νοεμβρίου 2012, ιδίως ενότητα 3.1 αυτής. 72 Ο.π. 71 21 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ χαμηλής ποιότητας σε μειωμένες τιμές, ακολουθώντας δικές τους προδιαγραφές χωρίς να υπόκεινται σε οποιοδήποτε έλεγχο.
- Οι υπηρεσίες ασφαλείας, όπως έχει ήδη αναφερθεί, παρέχονται σε φορείς του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, τράπεζες, οικίες, καθώς και φυσικά πρόσωπα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ICAP για το 201173, στις υπηρεσίες φύλαξης ο ιδιωτικός τομέας (επιχειρήσεις, εμπορικά κέντρα κλπ) κάλυψε κατά μέσο όρο το 49% της ζήτησης, με το δημόσιο τομέα (σχολεία, χώροι δημοσίων έργων, οργανισμοί κ.ά) να ακολουθεί , καλύπτοντας το 40% της ζήτησης το ίδιο έτος, oι τράπεζες το 7% και οι λοιποί (φυσικά πρόσωπα κ.ά.) το 4%.
- Ειδικότερα, οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον κλάδο της παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, ενδέχεται να προσφέρουν μία ή και περισσότερες από τις κάτωθι αναφερθείσες υπηρεσίες: • Επιτήρηση ή φύλαξη ιδιωτικής ή δημόσιας περιουσίας και χώρων. • Φύλαξη ή προστασία φυσικών προσώπων • Φύλαξη χώρων μαζικής συγκέντρωσης (εκθέσεις, συνέδρια, αθλητικά γεγονότα, πολιτιστικά γεγονότα και θεάματα, διαγωνισμοί κτλ) • Έλεγχος εισόδου επιβατών και αποσκευών σε αεροδρόμια, λιμάνια και σιδηροδρομικούς σταθμούς • Χρηματαποστολές, φύλαξη και μεταφορά πολύτιμων αντικειμένων • Εμπόριο, εγκατάσταση και υποστήριξη ηλεκτρονικών συστημάτων ασφαλείας διαχείριση του κέντρου λήψεως σημάτων. • Εκπόνηση μελετών για τις ως άνω υπηρεσίες.
- Σημειώνεται σχετικά ότι οι υπηρεσίες φύλαξης (Physical Security Services)74 περιλαμβάνουν τις υπηρεσίες επιτήρησης ιδιωτικής ή δημόσιας περιουσίας (κυρίως φρούρηση κτιρίων και εγκαταστάσεων), την προστασία φυσικών προσώπων, τη φύλαξη χώρων μαζικής συγκέντρωσης, καθώς και τον έλεγχο εισόδου σε άτομα και αποσκευές. Η φύλαξη μπορεί να γίνεται σε στατική βάση (στατικές φυλάξεις), όπου ο φύλακας έχει συγκεκριμένη θέση, ή/και με περιπολίες (με αυτοκίνητα ή πεζοί). Οι χώροι που συνήθως φυλάσσονται είναι τράπεζες, γραφεία, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, αεροδρόμια, σταθμοί μετρό, πολυκαταστήματα, οικίες, σχολεία κ.ά. Δεδομένης της ιδιαίτερης σημασίας που έχει (τα τελευταία κυρίως χρόνια) ο τομέας της φύλαξης αεροδρομίων, υπάρχει (διεθνώς) τάση Οι εκτιμήσεις των αναφερόμενων ποσοστών προέρχονται από στοιχεία που παρέθεσαν στην ICAP επιχειρήσεις του κλάδου. 74 Βλ σελ 17 της Κλαδικής Μελέτη ICAP «Ιδιωτικές Υπηρεσίες Ασφαλείας – Ηλεκτρονικά Συστήματα Ασφαλείας », Νοεμβρίου
- 73 22 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ διαχωρισμού των επί μέρους αυτών υπηρεσιών φύλαξης (αεροδρομίων και αεροπορικών συγκοινωνιών), από τις λοιπές υπηρεσίες φύλαξης εν γένει. Ωστόσο για τις ανάγκες της παρούσας ο διαχωρισμός αυτός δεν κρίνεται σκόπιμος καθώς αμφότερες οι κατηγορίες περιλαμβάνουν τη φυσική παρουσία εργαζομένων στους χώρους που φυλάσσονται και ως εκ τούτου ενδεχόμενη διάκρισή τους παρέλκει.
- Στον πίνακα 6 παρατίθεται το συνολικό μέγεθος της αγοράς παροχής υπηρεσιών ασφάλειας σε όρους κύκλου εργασιών ανά κατηγορία υπηρεσίας για τα έτη 2009-2012, διακρίνοντας μεταξύ των υπό εξέταση υπηρεσιών φύλαξης και των λοιπών υπηρεσιών ασφαλείας σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ICAP
- Πίνακας 6: Εγχώρια αγορά ιδιωτικών υπηρεσιών ασφαλείας ανά κατηγορία, (2009 – 2012) (σε ευρώ) Κατηγορία 2009 2010 2011 2012* Αεροπορικές υπηρεσίες ασφαλείας (Aviation Security) […] […] […] […] Λοιπές Φυλάξεις […] […] […] […] Σύνολο […] […] […] […] Χρηματαποστολές & μεταφορά πολύτιμων αντικειμένων […] […] […] […] Ηλεκτρονικά συστήματα ασφαλείας– […] […] […] […] […] […] […] […] Κέντρο λήψης σημάτων Σύνολο * Πρόβλεψη Πηγή: ICAP Group A.E. - Εκτιμήσεις αγοράς
- Από τα στοιχεία του πίνακα 6, συνάγεται ότι η κατηγορία των υπηρεσιών φύλαξης (physical security services) αποτελεί τη σημαντικότερη κατηγορία του κλάδου υπηρεσιών ασφάλειας καθώς παράγει διαχρονικά άνω του 65% του συνολικού κύκλου εργασιών του (ευρύτερου) κλάδου υπηρεσιών ασφάλειας (69,06% κατά το 2009, 66,80% για το 2010, 66,46% για το 2011 και 65,95% σύμφωνα με τις προβλέψεις της ICAP για το 2012). Η δε κατανομή μεταξύ των υπηρεσιών αεροπορικής φύλαξης και λοιπών υπηρεσιών φύλαξης διαμορφώνεται σε περί το 13% και 87% αντιστοίχως. 7.2 ΜΕΡΙΔΙΑ ΑΓΟΡΑΣ ΕΤΑΙΡΙΩΝ
- Η Υπηρεσία προκειμένου να εκτιμήσει τα μερίδια αγοράς των εμπλεκομένων μερών και λοιπών δραστηριοποιούμενων εταιριών στη σχετική αγορά συνέλλεξε στοιχεία τόσο από Βλ Πίνακα 4.2 της Κλαδικής Μελέτη ICAP «Ιδιωτικές Υπηρεσίες Ασφαλείας – Ηλεκτρονικά Συστήματα Ασφαλείας », Νοεμβρίου
- 75 23 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ κλαδικές μελέτες της εταιρείας ICAP, όσο και από τις δραστηριοποιούμενες εταιρείες του κλάδου. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΓΔΑ 76 τα μερίδια αγοράς των δραστηριοποιούμενων εταιριών για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, παρατίθενται στον ακόλουθο πίνακα
- Πίνακας 7: Κύκλοι Εργασιών (σε ευρώ) και Μερίδια Αγοράς στην Αγορά των Υπηρεσιών Φύλαξης 2009 α/α Εταιρεία 1 ATHENS SECURITY S.A. 2 CRONOS SECURITY Ε.Π.Ε. 3 ΔΡΑΣΙΣ SECURITY GROUP 4 ISS 5 FALCON SECURITY 6 ΖΕΥΣ SECURITY Εταιρείες Ομίλου G4S 7 G4S AVIATION AND PORTS SECURE SOLUTIONS S.A. G4S SECURE SOLUTIONS S.A. 8 ICTS 9 ΙΝΤΕΡ ΣΤΑΡ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΙ Ε.Π.Ε. 10 MEGA SECURITY Α.Ε. 11 MEGA SPRINT 12 SWEDISH 13 ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΩΝ ΕΦΑΡΜΟΓΩΝ Α.Ε. 14 ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ78 15 MONDIALPOL 16 JCB 17 Εταιρείες Ομίλου BRINK’S BRINK’S SECURITY SERVICES S.A. BRINK’S AVIATION SECURITY SERVICES S.A. 2010 2011 K.E* M.A K.E M.A K.E M.A […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] […] 18 ARGOS SECURITY A.E. […] […] […] […] […] […] 19 OCEANIC SECURITY A.E. […] […] […] […] […] […] 20 SECURITEK SECURITY SERVICES A.E. […] […] […] […] […] […] 21 ΗΦΑΙΣΤΟΣ SECURITY Ε.Π.Ε. […] […] […] […] […] […] Οι εκτιμήσεις της Υπηρεσίας βασίστηκαν στους κύκλους εργασιών των εταιριών, όπως τους παρέθεσαν οι ίδιες οι εταιρείες στις απαντητικές επιστολές τους λαμβάνοντας υπόψη το συνολικό μέγεθος της αγοράς, όπως αυτό εμφανίζεται στις κλαδικές μελέτες της ICAP για τα έτη 2009, 2010 και
- 77 Τα εν λόγω στοιχεία δεν μεταβάλλονται ουσιωδώς σε σχέση με τα στοιχεία των κλαδικών μελετών της ICAP. 78 Ο κύκλος εργασιών είναι κατ’ εκτίμηση της ίδιας της εταιρείας (βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. 3794/11.5.2020 & 3857/12.5.2020 απαντητικές επιστολές της εταιρείας) 76 24 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 2009 α/α 2010 2011 Εταιρεία K.E* M.A K.E M.A K.E M.A ΣΥΝΟΛΟ […] […] […] […] […] […] […] […] […] ΣΥΝΟΛΟ ΑΓΟΡΑΣ ΦΥΛΑΞΗΣ Επεξηγήσεις: *Κ.Ε.: κύκλος εργασιών Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων εταιρειών
- Ειδικότερα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Υπηρεσίας κατά το 2009 η εταιρεία ISS κατείχε το […]
- Αντιστοίχως το 2010, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Υπηρεσίας, η εταιρεία ISS κατείχε το […]
- Κατά το έτος 2011, σύμφωνα πάντα με τις εκτιμήσεις της ΓΔΑ, η εταιρεία ISS κατείχε το […]
- Όσον αφορά στα μερίδια αγοράς των λοιπών εμπλεκόμενων μερών, σημειώνονται τα ακόλουθα: • Το μερίδιο της […] στην αγορά παροχής υπηρεσιών φύλαξης για τα έτη 2010 και 2011, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, κυμαινόταν […]82 αντίστοιχα, ενώ σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Υπηρεσίας για τα έτη 2009-2011 ανήλθε σε […] • Το μερίδιο της MONDIALPOL στην αγορά παροχής υπηρεσιών φύλαξης για τα έτη 2009, 2010 και 2011, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΓΔΑ, ανήλθε σε […] αντίστοιχα
- • Όσον αφορά στην εταιρεία ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗΣ SECURITY για την οποία δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία ώστε να εξαχθούν τα σχετικά μερίδιά της - σημειώνεται ότι πρόκειται για Τα εν λόγω μερίδια αγοράς συνάδουν με τις εκτιμήσεις των ίδιων των εταιριών. Ειδικότερα, τα μερίδια στην αγορά φύλαξης σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ISS, BRINK’S SECURITY SERVICES S.A., G4S SECURE SOLUTIONS S.A. το 2009 ανέρχονται σε: […] αντίστοιχα, συγκεντρώνοντας το […] περίπου της συγκεκριμένης αγοράς (βλ τις υπ’ αριθ. πρωτ. 4066/15.5.2020, 3777/8.5.2020 και 4054/15.5.2020 απαντητικές επιστολές τους αντίστοιχα). Η εταιρεία MEGA SPRINΤ δεν παρείχε σχετική πρόβλεψη για την ειδικότερη αγορά των υπηρεσιών φύλαξης κατά το συγκεκριμένο έτος (βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. 3843/12.5.2020 απαντητική επιστολή). 80 Τα εν λόγω μερίδια αγοράς συνάδουν με τις εκτιμήσεις των ίδιων των εταιριών. Ειδικότερα, τα μερίδια στην αγορά φύλαξης, των εταιριών ISS, BRINK S SECURITY SERVICES S.A., G4S SECURE SOLUTIONS S.A. (σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ίδιων των εταιριών) το 2010 ανέρχονταν σε: […]αντίστοιχα, συγκεντρώνοντας προσεγγιστικά ποσοστό που δεν ξεπερνά το […] της συγκεκριμένης αγοράς (βλ τις υπ’ αριθ. πρωτ. 4066/15.5.2020, 3777/8.5.2020, 4054/15.5.2020 και 3843/12.5.2020 απαντητικές επιστολές τους αντίστοιχα). Η εταιρεία MEGA SPRINΤ δεν παρείχε σχετική πρόβλεψη για την ειδικότερη αγορά των υπηρεσιών φύλαξης κατά το συγκεκριμένο έτος (βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. 3843/12.5.2020 απαντητική επιστολή). 81 Τα εν λόγω μερίδια αγορά συνάδουν με τις εκτιμήσεις των ίδιων των εταιριών. Ειδικότερα, τα μερίδια στην αγορά φύλαξης (χωρίς την συμπερίληψη των υπηρεσιών αεροπορικής φύλαξης) ISS, BRINK S SECURITY SERVICES S.A., G4S SECURE SOLUTIONS S.A. και MEGA SPRINT (σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ίδιων των εταιριών) το 2011 ανέρχονταν σε: […]αντίστοιχα, συγκεντρώνοντας ποσοστό που δεν ξεπερνά το […] της συγκεκριμένης αγοράς αντίστοιχα (βλ τις υπ’ αριθ. πρωτ. 4066/15.5.2020, 3777/8.5.2020, 4054/15.5.2020 και 3843/12.5.2020 απαντητικές επιστολές τους αντίστοιχα). 82 Βλ. υπ’ αριθ. πρωτ[…]απαντητική επιστολή της εταιρείας. Όπως αναφέρει η εταιρεία […] για το 2009 πιθανολογεί, καθώς δεν διαθέτει σχετικά στοιχεία, ότι το μερίδιο αγοράς της […] 83 Σύμφωνα με τις υπ’ αριθ. πρωτ. 4260/19.5.2020 και 4404/21.5.2020 επιστολές η εταιρεία MONDIALPOL τέθηκε σε πτώχευση με την υπ’ αριθ. 177/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ως εκ τούτου ο σύνδικός πτώχευσης που υπογράφει τις ανωτέρω επιστολές όπως αναφέρει «δεν μπορώ να απαντήσω με ακρίβεια […] η εταιρεία ήταν από τις παλαιότερες του κλάδου […]. Ήταν στις 4-5 μεγαλύτερες εταιρείες του κλάδου εκείνη την περίοδο». 79 25 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ μικρή ατομική επιχειρήση και σε σύγκριση με αντίστοιχου μεγέθους εταιρείες του κλάδου για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, εκτιμάται ότι το μερίδιό της δεν ξεπερνούσε, κατά την εξεταζόμενη χρονική περίοδο, το […].
- Τέλος, αναφορικά με το μερίδιο αγοράς του ΣΕΕΥΑ, εκτιμάται ότι ανερχόταν περίπου στο […] το 2009 και […] κατά τα έτη 2010 και 201184, με βάση τα αντίστοιχα μερίδια των εταιριών – μελών του. 8 ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟΥ 8.1 ΑΝΤΙΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΡΑΞΗ ΜΕΤΑΞΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ▪ Άρθρο 1 Ν. 3959/2011 και άρθρο 1 Ν. 703/1977 – Διαχρονικό Δίκαιο
- Βάσει των αρχών που διέπουν τη διαχρονική εφαρμογή του δικαίου, καθώς και των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες ίσχυαν κατά τον χρόνο επελεύσεως των γεγονότων που συνιστούν την παράβαση, χωρίς να έχει σημασία ο χρόνος κατά τον οποίο εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις και επιβάλλονται οι σχετικές κυρώσεις
- Έτσι, κάθε συμπεριφορά η οποία έλαβε χώρα μέχρι την 20.4.2011 (ημερομηνία κατάργησης του Ν. 703/1977 και θέσης σε ισχύ του Ν. 3959/2011 86) και η οποία πιθανολογείται ότι πληροί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της προβλεπόμενης στο άρθρο 1 του Ν. 703/1977 παράβασης, αξιολογείται βάσει του προαναφερόμενου άρθρου. Παραβατική συμπεριφορά διαρκείας, με χρονική αφετηρία εκδήλωσης προγενέστερη της θέσης σε ισχύ του Ν. 3959/2011, η οποία διαρκεί και μετά τη θέσπιση του νόμου αυτού, καταλαμβάνεται από το ρυθμιστικό πεδίο του νέου νόμου που θεσπίστηκε διαρκούσης της παράβασης και κατήργησε τον παλαιότερο.
- Συνεπώς, ελλείψει ρητής διαχρονικού δικαίου διάταξης προβλεπόμενης στο Ν. 3959/2011, στα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης εφαρμόζονται οι ουσιαστικού δικαίου κανόνες του άρθρου 1 Ν. 703/1977, εφόσον οι εξεταζόμενες συμπεριφορές των εμπλεκόμενων μερών εκδηλώθηκαν και έπαυσαν προ της 20.4.2011, ενώ Σημειώνεται ότι το μερίδιο του ΣΕΕΥΑ υπολογίσθηκε ως το άθροισμα των σχετικών μεριδίων που παρατίθενται στον Πίνακα 5 ανωτέρω, που αντιστοιχούν στις εταιρείες που εμφανίζονται στην κατάσταση των μελών του Συνδέσμου της 12.5.2010 (Βλ. Ενότητα «ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΑΝΔΡΩΜΕΝΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ» ανωτέρω) και για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία στον εν λόγω πίνακα, καθώς και στην εταιρεία ΓΕΝΙΚΏΝ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΩΝ ΕΦΑΡΜΟΓΩΝ Α.Ε. η οποία στην υπ’ αριθ. πρωτ. 3230/24.4.2020 απάντησή της δήλωσε ότι υπήρξε μέλος του εν λόγω Συνδέσμου. 85 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΕ C-201/09 και C-216/09, ArcelorMittal Luxembourg SA κατά Επιτροπής, Συλλ.2011, σελ. Ι-2239, σκ. 67-
- 86 Με την έναρξη ισχύος του Ν. 3959/2011 για την «Προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού» (ΦΕΚ Α’ 93) την 20.4.2011 καταργήθηκε ο Ν. 703/1977 «Περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού» (ΦΕΚ Α’ 278) (βλ. άρθρο 51 Ν. 3959/2011). 84 26 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ εφαρμόζονται οι ουσιαστικού δικαίου κανόνες του άρθρου 1 Ν.3959/2011, όταν οι εξεταζόμενες συμπεριφορές εκδηλώνονται ή/και διαρκούν και μετά από το χρονικό αυτό σημείο
- Σε κάθε περίπτωση, ουδεμία ουσιαστική διαφοροποίηση υφίσταται μεταξύ των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 703/1977 και του άρθρου 1 του Ν. 3959/2011, δεδομένου ότι οι εν λόγω διατάξεις του προϊσχύοντος και του διάδοχου νόμου αντίστοιχα είναι πανομοιότυπες. ▪ Προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 1 παρ. 1 Ν. 3959/2011, 1 παρ. 1 Ν. 703/1977 και 101 ΣΛΕΕ
- Τα άρθρα 1 παρ. 1 Ν. 3959/2011 και 1 παρ. 1 Ν. 703/1977 απαγορεύουν όλες τις συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες τις αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού, και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής, στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής και των αγορών, ή στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού.
- Προϋποθέσεις, επομένως, εφαρμογής της ως άνω διάταξης είναι η ύπαρξη συμφωνίας, εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ επιχειρήσεων ή απόφασης ένωσης επιχειρήσεων. Αντικείμενο ή αποτέλεσμα της ανωτέρω συμφωνίας, εναρμονισμένης πρακτικής ή απόφασης να είναι ο περιορισμός, η παρακώλυση ή η νόθευση του ανταγωνισμού.
- Αντίστοιχα ισχύουν και για το άρθρο 101 ΣΛΕΕ. Σημειωτέον ότι κατά την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, η ερμηνεία που έχει δοθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι δεσμευτική για το σύνολο των εθνικών δικαστηρίων και αρχών των κρατώνμελών
- Κατά συνέπεια, θα πρέπει, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί παράβαση των εν λόγω διατάξεων να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των ως άνω προϋποθέσεων στην υπό κρίση υπόθεση. ▪ Η έννοια της «επιχείρησης»
- Ως «επιχείρηση», κατά το δίκαιο προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού, νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο ή οικονομική ενότητα που ασκεί εμπορική ή άλλη οικονομική Διάφορο ως ένα βαθμό είναι το ζήτημα της αρμοδιότητας έκδοσης απόφασης περί διαπίστωσης ή μη παράβασης και επιβολής των όποιων κυρώσεων καθώς και των εφαρμοστέων κανόνων για την επιμέτρηση του προστίμου που θα αναλυθεί στην οικεία Ενότητα. 88 Βλ. ΔΕΚ C-8/08, T-Mobile Netherlands κ.λπ., Συλλ. 2009, σελ. Ι-4529, σκ.
- 87 27 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς του και από τον τρόπο χρηματοδότησής του
- Ειδικότερα, η ύπαρξη επιχείρησης προϋποθέτει αυτονομία οικονομικής δράσης και συνακόλουθα πλήρη ανάληψη των οικονομικών κινδύνων που συνεπάγεται η εκάστοτε οικονομική δραστηριότητα
- Ως οικονομική δραστηριότητα νοείται κάθε δραστηριότητα προσφοράς αγαθών ή υπηρεσιών σε δεδομένη αγορά
- Η άσκηση αυτής της δραστηριότητας συνδέεται συνήθως με κάποιο αντιστάθμισμα, το οποίο συνίσταται στην πληρωμή αμοιβής έναντι των παρεχόμενων υπηρεσιών
- Συναφώς, ως «εργαζόμενος» («employee» ή «worker»)93, κατά το δίκαιο της Ένωσης νοείται όποιος ενεργεί υπό τις εντολές του εργοδότη, ιδίως ως προς την επιλογή του χρόνου, του τόπου και του αντικειμένου της εργασίας του, δεν συμμετέχει στους επιχειρηματικούς κινδύνους του εν λόγω εργοδότη και ενσωματώνεται στην επιχείρηση του τελευταίου καθ’ όλη τη διάρκεια της σχέσεως εργασίας, με συνέπεια τη δημιουργία μιας οικονομικής ενότητας
- Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι υπό την ανωτέρω έννοια δεν μπορούν να θεωρηθούν επιχειρήσεις, καθότι δεν καθορίζουν αυτοτελώς τη συμπεριφορά τους στην αγορά και δεν φέρουν τους οικονομικούς κινδύνους της ασκηθείσας από αυτούς δραστηριότητας, απλώς παρέχουν την εργασία τους υπό τις κατευθύνσεις και τις οδηγίες του εργοδότη, λειτουργώντας ως προστηθέντες αυτού, ενσωματωμένοι στην επιχείρησή του
- Οι δε συνδικαλιστικές οργανώσεις στις οποίες υπάγονται οι ως άνω εργαζόμενοι - πέραν του ότι προφανώς δεν λογίζονται ως ενώσεις επιχειρήσεων δεδομένου ότι δεν απαρτίζονται από επιχειρήσεις - δεν θεωρούνται κατά κανόνα ούτε επιχειρήσεις, στο βαθμό που ενεργούν ως εκπρόσωποι των μελών τους και αποτελούν απλώς όργανα για την εκτέλεση της συμφωνίας των μελών τους
- Έχει υποστηριχθεί, ωστόσο, ότι όταν οι εν λόγω Βλ. ενδεικτικά ΔΕK C-244/94, Federation Francaise des Societes d’Assurance κ.ά. κατά Ministère de l'Agriculture et de la Pêche, Συλλ. 1995, σελ. I-4013, σκ. 14 και ΔΕΚ C-180/98, Pavel Pavlov κ.ά. κατά Stichting Pensioenfonds Medische Specialisten, Συλλογή 2000, σελ. Ι-6451, σκ. 74 με περαιτέρω παραπομπές. 90 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-180/98, ό.π., σκ. 76-77 καθώς και ΕΑ 292/IV/2005, σελ. 12-13, υπό 2., επικυρωθείσα από ΣτΕ 148, 149, 150/2015 (Ολομ.) και EA 430/V/2009, σελ. 6, υπό ΙΙΙ.Β με περαιτέρω παραπομπές. Βλ. επίσης Β. Σκουρής, Ερμηνεία Συνθηκών για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, σελ.
- 91 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-118/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλ. 1987, σελ. 2599, σκ. 7, ΔΕΚ C-35/96, Επιτροπή κατά Ιταλίας (CNSD), Συλλ. 1998, σελ. 3851, σκ. 36 με περαιτέρω παραπομπές καθώς και ΔΕΕ C-138/11, Compass-Datenbank GmbH κατά Republik Österreich, Ψηφιακή Συλλογή (Γενική Συλλογή), σκ.
- 92 Βλ. Lennart Ritter/W.David Braun, European Competition Law: A Practitioner’s Guide, 3rd Edition, Kluwer Law International, 2005, σελ.
- Βλ. επίσης ΕΑ 571/VII/2013, σκ. 87, επικυρωθείσα από ΔεφΑθ 4771/
- 93 Σε αντιδιαστολή με τον όρο «αυτόαπασχολούμενος» («self-employed»). 94 Βλ. ΔΕΕ C-413/13, ό.π., σκ. 36 με περαιτέρω παραπομπές σε ενωσιακή νομολογία. 95 Βλ. ενδεικτικά ΔΕK C-22/98, Criminal Proceedings κατά Becu, Συλλ. 1999, σελ. I-5665, σκ. 26 και ΔΕΚ C217/05, Confederación Española de Empresarios de Estaciones de Servicio, Συλλ. 2006, σελ. Ι-11987, σκ.
- 96 Βλ. Alison Jones and Brenda Sufrin, EU Competition Law - Text, Cases and Materials, 4th Edition, Oxford University Press, 2011, σελ. 134 με περαιτέρω παραπομπές. Βλ. και ΔΕK C-22/98, ό.π., σκ. 27, όπου κρίθηκε 89 28 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ συνδικαλιστικές οργανώσεις αυτενεργούν σε ορισμένο βαθμό ανεξάρτητα από τη βούληση των μελών τους και δεν δρουν αποκλειστικά και μόνο σαν εκτελεστικά όργανα της συναφθείσας από τα μέλη τους συμφωνίας, τότε δύναται να λογιστούν ως επιχειρήσεις
- Στο πλαίσιο αυτό, προκειμένου να κριθεί εάν μια συνδικαλιστική οργάνωση εργαζομένων αποτελεί επιχείρηση για τους σκοπούς της εφαρμογής των οικείων περί ανταγωνισμού διατάξεων, θα πρέπει να διερευνηθεί πρώτα αν η υπό εξέταση πρακτική της μπορεί να αποδοθεί στην ίδια τη συνδικαλιστική οργάνωση και σε καταφατική περίπτωση αν η εν λόγω πρακτική είναι οικονομικής φύσεως
- Τέτοιες περιπτώσεις, όπου πληρούνται και τα δύο ως άνω κριτήρια, αποτελούν για παράδειγμα συνδικαλιστικές οργανώσεις που διαχειρίζονται ιδίω δικαιώματι υπεραγορές, ταμιευτήρια, γραφεία ταξιδίων κ.λπ99, ή που διενεργούν επενδύσεις, οι οποίες έχουν απόδοση και οικονομικό κίνδυνο
- ▪ Η έννοια της «ένωσης επιχειρήσεων»
- Η «ένωση επιχειρήσεων», κατά το δίκαιο προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού, προϋποθέτει πλειονότητα επιχειρήσεων που συνδέονται μεταξύ τους με οποιαδήποτε μορφή οργανωμένης συνεργασίας. Δεν απαιτείται η «ένωση» να φέρει νομική προσωπικότητα
- Αρκεί να εξυπηρετεί τα εμπορικά συμφέροντα των μελών της
- Σωματεία, ενώσεις, σύνδεσμοι, επαγγελματικές οργανώσεις θεωρούνται ενώσεις επιχειρήσεων, ανεξάρτητα από τη νομική τους μορφή και τον κερδοσκοπικό ή μη χαρακτήρα τους (non-profit undertakings)
- Περαιτέρω, στην έννοια των ενώσεων επιχειρήσεων εμπίπτουν και ενώσεις αποτελούμενες από ενώσεις επιχειρήσεων
- Εμπίπτουν δε ειδικότερα και οι δευτεροβάθμιες επαγγελματικές οργανώσεις (ομοσπονδίες), καθώς τα άρθρα 1 Ν. 3959/2011, 1 Ν. 703/1977 και 101 ΣΛΕΕ με την αναφορά του σε ενώσεις επιχειρήσεων στοχεύουν στο να αποτρέψουν το ενδεχόμενο επαγγελματικοί φορείς οποιασδήποτε βαθμίδας να λειτουργούν ως «forum» ότι οι λιμενεργάτες, ως «εργαζόμενοι» κατά το ενωσιακό δίκαιο, δεν μπορεί να θεωρηθούν επιχείρηση ακόμη και όταν ενεργούν συλλογικά ως ενώσεις εργαζομένων. 97 Βλ. Απόψεις Γενικού Εισαγγελέα Jacobs σε ΔΕΚ C 67/96, Albany, ό.π., παρ. 222 και
- 98 Βλ. Δικαστήριο EFTA E-14/15, ό.π., σκ. 73 και τη νομολογία στην οποία παραπέμπει. 99 Βλ. Απόψεις Γενικού Εισαγγελέα Jacobs σε ΔΕΚ C 67/96, Albany, ό.π., παρ.
- 100 Βλ. ΕΑ 438/V/2009, σελ. 31-32, υπό V.
- και V.5, όπου κρίθηκε ότι το σωματείο φορτοεκφορτωτών Κεντρικής Λαχαναγοράς Αθηνών συνιστά επιχείρηση. 101 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-395/96 P, Compagnie Μaritime Belge Transports κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλ. 2000, σελ. I- 1365, σκ.
- 102 Βλ. ενδεικτικά Απόφαση της Επιτροπής 96/438/ΕΚ, FENEX, Υπόθεση IV/34.983, σκ.
- 103 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-209/78, Van Landewyck κατά Επιτροπής, Συλλ. 1980, σελ. 3125, σκ. 87-
- Βλ. επίσης ΕΑ 369/V/2007, σκ. 231, επικυρωθείσα από ΔΕφΑθ 1682/2009, καθώς και ΕΑ 571/VII/2013, σκ. 87, επικυρωθείσα από ΔΕφΑθ 4771/2015 και τη νομολογία στην οποία παραπέμπουν. 104 Βλ. ΠΕΚ Τ-217/03, FNCBV κ.λπ. κατά Επιτροπης, Συλλ. 2006, σελ. ΙΙ-4987, σκ 49 με περαιτέρω παραπομπές. 29 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ οικονομικών συνεννοήσεων και συντονισμένης δράσης μεταξύ των ενδιαφερόμενων επαγγελματιών
- Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι προκειμένου μια επαγγελματική οργάνωση να αποτελέσει ένωση επιχειρήσεων κατά τα ανωτέρω, απαιτείται η από μέρους της άσκηση οικονομικής δραστηριότητας ή δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στη σφαίρα των οικονομικών συναλλαγών, χωρίς να αρκεί το γεγονός ότι τα μέλη της συνιστούν μεμονωμένα επιχειρήσεις. Και τούτο διότι σε ορισμένες περιπτώσεις η νομοθεσία που διέπει τις εν λόγω οργανώσεις έχει αναθέσει σε αυτές αρμοδιότητες που μπορεί να διαφοροποιούνται από τα καθήκοντα που ασκούν οι επαγγελματίες που είναι μέλη τους
- Τούτων λεχθέντων, καθίσταται προφανές ότι μια επαγγελματική οργάνωση ενεργεί ως ένωση επιχειρήσεων υπό το πρίσμα των οικείων περί ανταγωνισμού διατάξεων, όταν λαμβάνει μια απόφαση σχετική με την επιχειρηματική (οικονομική) συμπεριφορά των μελών της
- ▪ Η έννοια της απαγορευμένης σύμπραξης
- Για τους σκοπούς των άρθρων 1 παρ. 1 Ν. 3959/2011 και 1 παρ. 1 Ν.703/1977 και αντίστοιχα του άρθρου 101 παρ.1 ΣΛΕΕ θεωρείται ότι υφίσταται «συμφωνία» όταν οι επιχειρήσεις, ρητά ή σιωπηρά, εγκρίνουν από κοινού σχέδιο που καθορίζει τις κατευθυντήριες γραμμές της αμοιβαίας δράσης τους (ή αποχής από τη δράση) στην αγορά. Για τους σκοπούς εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού, αρκεί οι επιχειρήσεις να έχουν εκφράσει την κοινή τους βούληση να συμπεριφερθούν στην αγορά κατά καθορισμένο τρόπο
- Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, κάθε φορά που επιχειρήσεις εκφράζουν κοινή βούληση προς επίτευξη επιδιωκομένων τιμών ή επιδιωκομένου όγκου πωλήσεων ή κατανομής αγορών/πελατείας
- Βλ. ΕΑ 292/IV/2005, σελ. 12 υπό 1.1., επικυρωθείσα από ΣτΕ 148/2015 (Ολομ.) καθώς και ΕΑ 571/VII/2013, σκ. 93, επικυρωθείσα από ΔεφΑθ 4771/
- 106 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-309/99, Wooters v. Alegemene Raad van de Nederlandse Order van Advocaten, Συλλ. 2002, σελ. I-577, σκ.
- Βλ. επίσης ΕΑ 512/VI/2010, σκ. 106 και ΕΑ 518/VI/2011, σκ.
- 107 Βλ. ΕΑ 292/IV/2005, σελ. 13, υπό 3.1., επικυρωθείσα από ΣτΕ 148, 149, 150/2015 (Ολομ.) καθώς και ΕΑ 571/VII/2013, σκ. 94, επικυρωθείσα από ΔεφΑθ 4771/
- 108 Βλ. ΣτΕ 2007/2013, σκ. 17 και ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4-6, καθώς και ενδεικτικά ΔΕΚ C-41/69, ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής, Συλλ. 1969-1971, σελ. 397, σκ. 111-113, ΠΕΚ Τ-13/89, ICI κατά Επιτροπής, Συλλ.1992, σελ. ΙΙ-1021, σκ. 253, ΠΕΚ Τ-7/89, Hercules κατά Επιτροπής, Συλλ.1991, σελ. ΙΙ-1711, σκ. 256, ΠΕΚ Τ-305/94, Limburge κατά Επιτροπής, Συλλ. 1999, σελ. ΙΙ-945, σκ. 715, ΠΕΚ Τ-9/99, HFB Holding κατά Επιτροπής, Συλλ.2002, σελ. ΙΙ-1487, σκ. 199, ΠΕΚ Τ-49/02, Brasserie nationale κατά Επιτροπής, Συλλ. 2005, σελ. ΙΙ-3033, σκ.
- 109 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-41/69, ό.π., σκ. 112 και ΔΕΚ C- 209/78, ό.π., σκ. 86, καθώς και ΠΕΚ T-1/89, RhônePoulenc SA κατά Επιτροπής, Συλλ. 1991, σελ. II-1034, σκ. 120, Τ-15/89, Chemie Linz AG κατά Επιτροπής, Συλλ.1992, σελ. II-1280, σκ. 301, και T-310/94, Gruber &Weber κατά Επιτροπής, Συλλ. 1998, σελ. II-1043, σκ. 85,
- 105 30 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Εξάλλου, δεν είναι αναγκαίο οι συμμετέχοντες να έχουν εκ των προτέρων συμφωνήσει σε ένα ολοκληρωμένο κοινό σχέδιο. Κατά πάγια νομολογία, η έννοια της συμφωνίας καταλαμβάνει, όχι μόνον συμβάσεις με τη στενή έννοια του όρου, αλλά και συμφωνίες κυρίων110, ανεξαρτήτως μάλιστα του εάν είναι υπογεγραμμένες ή ανυπόγραφες
- Συναφώς, η ειδικότερη μορφή εκδήλωσής της δεν είναι σημαντική, εφόσον συνιστά πιστή έκφραση της βούλησης των μερών
- Υπό το φως της ενωσιακής νομολογίας, συμφωνία συνιστά και ο καθορισμός από μέρους των συμμετεχουσών σε μία συνάντηση επιχειρήσεων των «κανόνων παιχνιδιού» για τη συμπεριφορά τους στην αγορά, δεδομένου ότι εκφράστηκε η επιθυμία ή η ευχή να ακολουθηθεί η συγκεκριμένη συμπεριφορά
- Η ύπαρξη συμφωνίας μπορεί να προκύπτει άμεσα ή έμμεσα από τη συμπεριφορά των μερών, μπορεί, δε, να εφαρμόζεται σε ατελείς συνεννοήσεις, καθώς και σε επιμέρους και υπό όρους συμφωνίες κατά τη διαδικασία διαπραγμάτευσης, η οποία οδηγεί σε συμφωνία
- Συναφώς, ο όρος συμφωνία μπορεί να εφαρμοστεί όχι μόνο σε ένα γενικό σχέδιο ή σε ρητά συμφωνηθέντες όρους, αλλά και στην υλοποίηση όσων έχουν συμφωνηθεί βάσει των ίδιων μηχανισμών και κατά την επιδίωξη του ίδιου κοινού σκοπού
- Με βάση τα προεκτεθέντα, για την έννοια της συμφωνίας, είναι αδιάφορος ο γραπτός ή προφορικός τύπος, καθώς και ο δεσμευτικός ή μη χαρακτήρας της. Δεν απαιτούνται, δηλαδή, τυπικές διαδικασίες, ούτε κυρώσεις ή μέτρα εφαρμογής
- Συναφώς, αδιάφορο είναι αν οι εκπρόσωποι που συμμετέχουν στη συμφωνία ήταν εξουσιοδοτημένοι να συνάπτουν συμφωνίες με αντίστοιχο περιεχόμενο
- Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C- 41/69, ό.π., σκ.110-112, ΔΕΚ C-44/69, Buchler & Co κατά Επιτροπής, Συλλ. 1970, σελ. 734 και ΔΕΚ C-45/69, Boehringer Mannheim κατά Επιτροπής, Συλλ. 1970, σελ. 769, καθώς και ΠΕΚ Τ141/89, Trefileurope κατά Επιτροπής, Συλλ. 1995, σελ. ΙΙ-791, σκ. 95-96, ΠΕΚ T-66/99, Μινωικές Γραμμές ΑΝΕ κατά Επιτροπής, Συλλ. 2003, σελ. ΙΙ-5515, σκ. 207 και ΠΕΚ T-53/03, BPB κατά Επιτροπής, Συλλ. 2008, σελ. ΙΙ-1333, σκ. 82 111 Βλ. Faull and Nickpay, The EC Law of CompetitionΙ, 3rd Edition, Oxford University Press, 2014, σελ. 204 επ και τη σχετική νομολογία στην οποία παραπέμπει. 112 Βλ. ΣτΕ 2007/2013, σκ. 17 και ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4-6, καθώς και ενδεικτικά ΔΕΚ C-41/69, ό.π, σκ. 112, ΔΕΚ C- 74/04 P, Επιτροπή κατά Volkswagen, Συλλ. 2006, σελ. I- 6585, σκ. 37, ΠΕΚ T-41/96, Bayer κατά Επιτροπής, Συλλ. 2000, σελ. ΙΙ-3383, σκ. 67-69, ΠΕΚ T-208/01, Volkswagen κατά Επιτροπής, Συλλ. 2003, σελ. ΙΙ-5141, σκ. 30-32, και ΠΕΚ T -99/04, AC-Treuhand AG κατά Επιτροπής, Συλλ. 2008, σελ. ΙΙ-1501, σκ.
- 113 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-204/00 P, Aalborg Portland and Others κατά Επιτροπής, Συλλ.2004, σελ. Ι-123, σκ. 228,
- 114 Βλ. ενδεικτικά Απόφαση της Επιτροπής 2004/104/ΕΚ, Μεθυλογλυκαμίνη, Υπόθεση COMP/E-1/37.978, σκ. 172, καθώς και ΕΑ 369/V/2007, σελ.
- 115 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-49/92 P, Επιτροπή κατά Αnnic Partecipazioni, Συλλ. 1999, σελ. Ι-4125, σκ. 81: παράβαση μπορεί να προκύπτει όχι μόνο από μεμονωμένη ενέργεια, αλλά και από σειρά ενεργειών ή ακόμη από διαρκή συμπεριφορά. Η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να αμφισβητηθεί για το λόγο ότι ένα ή περισσότερα στοιχεία αυτής της σειράς ενεργειών ή η διαρκής αυτή συμπεριφορά θα μπορούσαν να συνιστούν και αφ' εαυτών παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ. 116 Βλ. ενδεικτικά Απόφαση της Επιτροπής 2004/104/ΕΚ (Υπόθεση COMP/E-1/37.978), ό.π., σκ.
- 117 Βλ. ενδεικτικά ΠΕΚ Τ-25/95, Cimenteries CBR κατά Επιτροπής, Συλλ. 2000, σελ. ΙΙ-491, ό.π., σκ. 928 και ΕΑ 647/2017, σκ.
- 110 31 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Επιπλέον, κατά την ενωσιακή νομολογία, ο όρος συμφωνία ενδείκνυται να καλύπτει όχι μόνο τους όρους που έχουν συμφωνηθεί ρητώς, αλλά και την εφαρμογή των συμφωνηθέντων. Πέραν αυτού, ακόμη και πριν τη σύναψη οριστικής και ολοκληρωμένης συμφωνίας, η οποία διέπει τις αμοιβαίες πράξεις και παραλείψεις των μερών στην αγορά, αντιανταγωνιστικό περιεχόμενο ενδέχεται να έχουν συμφωνίες που τελούν υπό όρους ή συνάπτονται στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων
- Οι ακριβείς όροι μιας συμφωνίας ενδέχεται να μην έχουν διατυπωθεί ποτέ ρητώς, οπότε αυτοί να πρέπει να συναχθούν από το σύνολο των περιστάσεων. Επίσης, είναι πιθανό ένα από τα μέλη της σύμπραξης να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο και να καθοδηγεί τις υπόλοιπες. Πρόσθετα, είναι πιθανόν σε μία σύνθετη και μεγάλης διάρκειας σύμπραξη να σημειώνονται προσχωρήσεις νέων μελών, αποχωρήσεις από αυτή και ανακατατάξεις εντός των μελών χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η σύμπραξη θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως νέα συμφωνία κάθε φορά που μεταβάλλεται η σύνθεσή της. Τέλος, τόσο εξ επόψεως απόδειξης, όσο και εξ επόψεως ουσιαστικού δικαίου για να θεωρηθεί ότι δεδομένη συμφωνία πράγματι υπήρξε δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει ότι καθένα από τα μετέχοντα μέλη συμμετείχε, ενέκρινε ρητώς ή έστω γνώριζε όλες ανεξαιρέτως τις επιμέρους πτυχές ή εκδηλώσεις του καρτέλ καθόλη τη διάρκεια συμμετοχής του σε αυτό
- Η έννοια της «εναρμονισμένης πρακτικής» αφορά σε μορφή συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων, η οποία, χωρίς να φθάνει μέχρι τη σύναψη συμφωνίας, αντικαθιστά ηθελημένα τους κινδύνους που ενέχει ο ανταγωνισμός με την έμπρακτη συνεργασία των επιχειρήσεων αυτών. Τα κριτήρια συντονισμού πρέπει να νοούνται υπό το φως της αντίληψης που είναι συνυφασμένη με τις περί ανταγωνισμού διατάξεις, κατά την οποία κάθε επιχειρηματίας πρέπει να καθορίζει κατά τρόπο αυτόνομο την πολιτική που προτίθεται να ακολουθήσει στη σχετική αγορά
- Αυτή η απαίτηση αυτονομίας δεν αποκλείει μεν το δικαίωμα των επιχειρηματιών να προσαρμόζονται επιτηδείως στη διαπιστούμενη ή αναμενόμενη συμπεριφορά των ανταγωνιστών, πλην όμως αντιτίθεται αυστηρώς σε κάθε άμεση ή έμμεση επαφή μεταξύ των επιχειρηματιών αυτών δυνάμενη, είτε να επηρεάσει τη συμπεριφορά ενός υφιστάμενου ή δυνητικού ανταγωνιστή στην αγορά, είτε να αποκαλύψει σε έναν ανταγωνιστή τη συμπεριφορά που ο επιχειρηματίας έχει αποφασίσει ή σκέπτεται να ακολουθήσει στην αγορά. Η προϋπόθεση δε της αμοιβαιότητας πληρούται οσάκις η από μέρους ενός ανταγωνιστή αποκάλυψη σε άλλον ανταγωνιστή των μελλοντικών του Βλ. Απόφαση της Επιτροπής 99/60/ΕΚ, Καρτέλ προμονωμένων σωλήνων , Υπόθεση IV/35691, σκ. 133 Βλ. Απόφαση της Επιτροπής 99/60/ΕΚ (Υπόθεση IV/35691), ό.π., σκ.
- 120 Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 2780/2012, σκ. 5, όπου και παραπομπές σε πάγια ενωσιακή νομολογία. 118 119 32 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ προθέσεων ή της μελλοντικής του συμπεριφοράς στην αγορά ζητήθηκε από το δεύτερο ή ο επιχειρηματίας αυτός δεν εξέφρασε καμία επιφύλαξη ή αντίρρηση όταν ο ανταγωνιστής του γνωστοποίησε τις προθέσεις του
- Κρίσιμο, εν προκειμένω είναι ότι οι ανταγωνιστές εν γνώσει τους δέχονται ή προσχωρούν σε μηχανισμούς συμπαιγνίας που διευκολύνουν το συντονισμό της εμπορικής τους πολιτικής. Επιπλέον, ο συντονισμός δεν πρέπει κατ’ ανάγκην να είναι ρητά εκφρασμένος, αρκεί να είναι και σιωπηρός
- Αντίστοιχα, έχει κριθεί ότι, ακόμη και εάν τα στάδια της διαδικασίας διαπραγματεύσεων που οδήγησαν στη σύναψη ολοκληρωμένης συμφωνίας δεν καλύπτονται από την έννοια της «συμφωνίας», πάντως η επίμαχη συμπεριφορά εξακολουθεί να εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ ως εναρμονισμένη πρακτική
- Περαιτέρω, η έννοια της εναρμονισμένης πρακτικής προϋποθέτει μεν συμπεριφορά των μετεχουσών επιχειρήσεων στην αγορά, δεν συνεπάγεται όμως κατ’ ανάγκην ότι η εν λόγω συμπεριφορά θα πρέπει και να επιφέρει, συγκεκριμένα, το περιοριστικό του ανταγωνισμού αποτέλεσμα
- Κατά πάγια ενωσιακή νομολογία, τεκμαίρεται ότι οι μετέχουσες σε συνεννοήσεις επιχειρήσεις, οι οποίες εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται στην αγορά, δεν μπορεί παρά να λαμβάνουν υπόψη τις πληροφορίες που έχουν ανταλλάξει με τους ανταγωνιστές τους, όταν καθορίζουν τη συμπεριφορά τους στην αγορά ήτοι ότι υφίσταται η απαιτούμενη κατά νόμο αιτιώδης συνάφεια μεταξύ συνεννόησης και συμπεριφοράς
- Μάλιστα, το εν λόγω τεκμήριο περί αιτιώδους συνάφειας για τη στοιχειοθέτηση εναρμονισμένης πρακτικής είναι απόρροια του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, όπως αυτό ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο, και, συνεπώς, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του εφαρμοστέου ενωσιακού δικαίου
- Στο βαθμό που η μετέχουσα στη συνεννόηση επιχείρηση συνεχίζει να δραστηριοποιείται στην οικεία αγορά, το σχετικό τεκμήριο εφαρμόζεται έστω και αν η συνεννόηση προκύπτει από μία και μόνο σύσκεψη των Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-40/73, Suiker Unie κατά Επιτροπής, Συλλ. 1975, σελ. 507, σκ. 173-174, ΔΕΚ C199/92 P, Huls κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Συλλ. 1999, Ι-4287, σκ. 162-168 και 178, καθώς και ΠΕΚ Τ-1/89, ό.π., σκ. 101-103, 113-115 και 121-123, ΠΕΚ Τ-9/99, ό.π., σκ. 211-213, ΠΕΚ Τ-25/95, ό.π,, σκ. 18-22 (περίληψης) και σκ. 1849, 1852, 1855, 1865, 3150, Βλ. επίσης ενδεικτικά ΣτΕ 1036/2016, σκ.
- 122 Βλ. ΔΕΚ C-2/01P, BAI and Commission κατά Bayer, Συλλ. 2004, σελ. Ι-23, σκ.102 και Κατευθυντήριες Γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης, ΕΕ C 101 της 27.4.2004, σελ. 97, παρ.
- 123 Βλ. Απόφαση της Επιτροπής 99/60/ΕΚ (Υπόθεση IV/35691), ό.π., παρ.
- 124 Βλ. ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4-6 καθώς και ενδεικτικά ΔΕΚ C-199/92 P, ό.π., σκ. 158-167, ΔΕΚ C-49/92 P, ό.π., σκ.121-
- 125 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-8/08, ό.π, σκ. 51-53, με περαιτέρω παραπομπές. 126 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-8/08, ό.π, σκ.
- 121 33 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων – ενισχύεται δε οσάκις η συνεννόηση λαμβάνει χώρα σε τακτά διαστήματα επί μακρά χρονική περίοδο
- Επιπλέον, η συμμετοχή επιχειρήσεων σε συναντήσεις στις οποίες έλαβαν χώρα, κατά τα προεκτεθέντα, συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές θίγουσες τον ανταγωνισμό, χωρίς να αντιταχθούν σαφώς στις συμφωνίες αυτές, αποτελεί επαρκή απόδειξη της συμμετοχής και της ευθύνης των εν λόγω επιχειρήσεων στη σύμπραξη και δεν μειώνει την ευθύνη τους για συμμετοχή σε αυτή, ανεξαρτήτως εάν οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις συμμορφώθηκαν τελικά με τα αποτελέσματα/συμφωνηθέντα στις σχετικές συναντήσεις 128 και ανεξαρτήτως εάν η συμμετοχή τους στη σύμπραξη ήταν ενδεχομένως προϊόν εξαναγκασμού από επιχειρήσεις με μεγαλύτερη οικονομική ισχύ
- Η αποστασιοποίηση και μόνο, ήτοι η δημόσια διαφοροποίηση της θέσης μιας επιχείρησης από τα συμφωνηθέντα, σηματοδοτεί την παύση της συμμετοχής μίας επιχείρησης στη σύμπραξη
- Εξάλλου, μια επιχείρηση που συμμετείχε σε παραβίαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ μπορεί να κριθεί υπεύθυνη και για συμπεριφορές που υιοθετήθηκαν από άλλες επιχειρήσεις που ήταν μέρη στην ίδια σύμπραξη, εφόσον τις γνώριζε ή θα μπορούσε να τις προβλέψει, και, ειδικότερα, εφόσον γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει αφενός ότι η συμπαιγνία στην οποία μετείχε αποτελούσε μέρος συνολικού σχεδίου με στόχο τη στρέβλωση της φυσιολογικής λειτουργίας του ανταγωνισμού και αφετέρου ότι το συνολικό αυτό σχέδιο κάλυπτε όλα τα συστατικά στοιχεία της συμπράξεως
- Τέλος, η απλή και μόνο διαπίστωση παράλληλων συμπεριφορών των επιχειρήσεων στην αγορά δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει εναρμονισμένη πρακτική παρά μόνο όταν η ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής αποτελεί τη μόνη βάσιμη εξήγηση για τη συμπεριφορά αυτή, ενόψει της φύσεως των προϊόντων, του μεγέθους και του αριθμού των δραστηριοποιούμενων επιχειρήσεων, του όγκου της σχετικής αγοράς αλλά και Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-8/08, ό.π, σκ. 58-
- Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-204/00 P, ό.π, σκ. 249 και 291, 323, 330-331, ΔΕΚ C-49/92 Ρ, ό.π, σκ. 95-100 και ΔΕΚ C-199/92 P, ό.π, σκ. 174, 180-183, ΔΕΚ C-291/98 P, Sarrio κατά Επιτροπής, Συλλ. 2000, Ι-9991, σκ. 50, ΠΕΚ Τ-310/94, ό.π., σκ. 130, ΠΕΚ Τ-5/00, DEP Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elektrotechnisch Gebied κατά Επιτροπής, Συλλ. 2003, σελ. ΙΙ-5761, σκ. 359, ΠΕΚ Τ-50/00, Dalmine κατά Επιτροπής, Συλλ. 2004, ΙΙ-2395, σκ. 162 με περαιτέρω παραπομπές, καθώς και ΠΕΚ Τ-303/02, Westfalen Gassen κατά Επιτροπής, Συλλ. 2006, ΙΙ-4575, σκ.
- 129 Βλ. ενδεικτικά ΠΕΚ Τ-9/99, ό.π., σκ.
- 130 Βλ. ενδεικτικά ΠΕΚ Τ-25/95, ό.π., σκ. 2814, 3100, 3103, 3978, ΠΕΚ T-329/01, Archer Daniels Midland κατά Επιτροπής, Συλλ. 2006, σελ. ΙΙ-3255, σκ.
- Βλ. και ΔΕΕ C-634/13 P, Total Marketing Services κατά Επιτροπής, ηλεκτρονικό αρχείο, σκ. 18επ. και ΔΕΕ C-74/14, Eturas and Others, σκ. 46επ. 131 Βλ. ενδεικτικά ΠΕΚ Τ-9/99, ό.π., σκ. 231, με περαιτέρω παραπομπές. 127 128 34 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ λαμβανομένων υπόψη των εναλλακτικών εξηγήσεων που παρέχουν τα εμπλεκόμενα μέρη
- Και τούτο διότι η απαίτηση αυτόνομης δράσης στην αγορά δεν αποκλείει το δικαίωμα των επιχειρηματιών να προσαρμόζονται επιτηδείως στη διαπιστούμενη ή αναμενόμενη συμπεριφορά των ανταγωνιστών τους. Επομένως, εάν η παράλληλη συμπεριφορά μπορεί να εξηγηθεί με εύλογους λόγους εκτός της σύμπραξης, ο παραλληλισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί παράνομος
- «Απόφαση» ένωσης επιχειρήσεων, κατά το δίκαιο προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού, αποτελεί κάθε έκφραση κοινής βούλησης της ένωσης μέσα από κάποια οργανωτική δομή, η οποία αποβλέπει στην κοινή συμπεριφορά των μελών, ανεξάρτητα από τη μορφή την οποία λαμβάνει, όπως κανονισμοί, ρήτρες καταστατικού, οδηγίες, εγκύκλιοι, απλές συστάσεις, εφόσον έχουν καταρχήν χαρακτήρα δεσμευτικό για τα μέλη και/ ή προβλέπονται κυρώσεις σε περίπτωση μη εφαρμογής τους
- Απόφαση του οργάνου διοίκησης της εκάστοτε ένωσης θεωρείται νομικά δεσμευτική, εφόσον προβλέπεται στο καταστατικό της ότι οι αποφάσεις της δεσμεύουν και είναι υποχρεωτικές για τα μέλη
- Η απαγόρευση των άρθρων 1 Ν. 3959/2011, 1 Ν. 703/1977 και 101 ΣΛΕΕ εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις που η απόφαση έχει το χαρακτήρα απλής σύστασης χωρίς δεσμευτικότητα, εφόσον αντανακλά εν τοις πράγμασι τη συλλογική βούληση των μελών της ένωσης να συντονίσουν τη δράση τους σε μία συγκεκριμένη αγορά 136 ή εφόσον η συμμόρφωση των μελών με αυτήν είναι ικανή να επιφέρει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στον ανταγωνισμό στη σχετική αγορά
- Οι συστάσεις μη δεσμευτικού χαρακτήρα οιασδήποτε ένωσης επιχειρήσεων προς τα μέλη της αναφορικά με τον καθορισμό τιμών εκ μέρους τους για την παροχή υπηρεσιών, απαγορεύονται, ακόμη και αν δεν τηρούνται εξ’ Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-89/85, Ahlström Osakeyhtiö and Others κατά Επιτροπής, Συλλ. 1994, σελ. Ι-99, σκ. 71-72, Γεν ΔΕΕ Τ-442/08, CISAC κατά Επιτροπής, σκ. 99 καθώς και ΣτΕ 1036/2016 σκ. 6, ΣτΕ 1934/2013 σκ. 12, ΣτΕ 2780/2012, σκ.
- 133 Βλ. ΕΑ 617/2015, ιδίως σκ. 209 επ. με περαιτέρω παραπομπές. Βλ. επίσης ΔΕφΑθ 1610/2004, που ακύρωσε την Απόφασης ΕΑ 225/ΙΙΙ/2002 διότι η τελευταία «δεν επικαλέστηκε, όπως όφειλε, κάποιο στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει η ύπαρξη συνεννοήσεως, κοινής αποφάσεως, πληροφορήσεως ή οποιασδήποτε άλλης τυχόν επαφής για τον ταυτόχρονο καθορισμό ενιαίας τιμής άρτου». Το ΔΕφΑθ επεσήμανε ότι «[η] συμπτωματική, επομένως, ομοιόμορφη πρακτική των προσφευγουσών επιχειρήσεων σχετικώς με την τιμή πωλήσεως (…) δεν αρκούσε για να υποδηλώσει, ελλείψει άλλων αποδείξεων, την ύπαρξη εναρμονισμένης μεταξύ τους πρακτικής». 134 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ, υποθ. C- 45/85, Verband der Sachversicherer κατά Επιτροπής, Συλλ 1987, σελ. 405, σκ. 28, ΠΕΚ Τ-213/95, SCK και FNK κατά Επιτροπής, Συλλ. 1997, σελ. ΙΙ-1739, σκ.157-164, καθώς και ΕΑ 277/IV/2005, σελ. 28, υπό IV.Β.1., επικυρωθείσα από Διοικ.Εφ.Αθ. 1001/
- 135 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-45/85, ό.π., σκ. 26-28, ΔΕK 209/78, ό.π., σκ. 88 καθώς και ΠΕΚ Τ-213/95, ό.π., 159160, ΠΕΚ Τ-5/00, ό.π., σκ. 289,
- Βλ. επίσης ΕΑ 571/VII/2013, σκ. 87, επικυρωθείσα από ΔΕφΑθ 4771/
- 136 Βλ. ενδεικτικά ΔΕK 209/78, ό.π., σκ. 86, ΔΕΚ C- 45/85, όπ., σκ. 32 και Απόφαση της Επιτροπής 96/438/ΕΚ (Υπόθεση IV/34.983), ό.π., σκ.
- 137 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-96/82, IAZ κατά Επιτροπής, Συλλ. 1983, σελ. 3369, σκ. 20 και ΔΕΚ 209/78, ό.π., σκ.
- 132 35 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ολοκλήρου, στο βαθμό που επιτρέπουν στα μέλη της ένωσης να αναγνωρίζουν την τιμολογιακή πολιτική των ανταγωνιστών τους, επηρεάζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο αισθητά το επίπεδο ανταγωνισμού στη σχετική αγορά, όπως αυτός εκδηλώνεται στο πεδίο των τιμών
- Δεν απαιτείται δε, προκειμένου να υπάρχει «απόφαση» ένωσης επιχειρήσεων, να έχει ληφθεί τυπική απόφαση των οργάνων αυτής, αλλά αρκεί να έχει ενταχθεί η εν λόγω συμπεριφορά στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της ένωσης
- Η βούληση της εκάστοτε ένωσης επιχειρήσεων να επηρεάσει την πολιτική των μελών της στην αγορά δύναται να αποδειχθεί από σωρεία περιστατικών όπως το ύφος και ο τρόπος διατύπωσης140 ή/και τα μέσα εξωτερίκευσης 141 των κοινοποιούμενων στα μέλη συστάσεων, η σύνταξη προτύπων συμβάσεων με αναφορά στις ελάχιστες/κατώτατες τιμές 142, ο τυχόν σύνδεσμος με ρήτρα καταστατικού ή οποιουδήποτε άλλου δεσμευτικού κώδικα143, η κατάρτιση και διανομή τιμοκαταλόγων με προτεινόμενες ή ενδεικτικές τιμές
- Συμπεριφορές, εμπίπτουσες στην ανωτέρω ορισμό της απόφασης ένωσης επιχειρήσεων μπορεί να είναι δεσμευτικές όχι μόνο ως προς τα μέλη που συμμετείχαν και ενέκριναν τη σχετική απόφαση 145, αλλά και ως προς εκείνα τα μέλη που δεν συμφώνησαν με αυτή και δεν έλαβαν μέρος κατά τη διαδικασία λήψεώς της
- Κρίσιμο είναι η απόφαση να αντανακλά την πρόθεση της ένωσης να συντονίσει τη συμπεριφορά των μελών της στην αγορά
- Για παράδειγμα ένα μέλος συνδικαλιστικής οργάνωσης μπορεί να δεσμεύεται από την απόφαση της ίδιας της οργάνωσης εάν η απόφαση έχει εκδοθεί σύμφωνα με τους κανόνες της, ακόμη κι αν το μέλος αυτό δεν συμμετείχε και δεν είναι σύμφωνο με την απόφαση
- Παρομοίως, μη-μέλη μιας συνδικαλιστικής οργάνωσης μπορεί να γίνουν εμπλεκόμενα μέρη στις αποφάσεις της εφόσον συμμορφώνονται με αυτές
- Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ, 8/72, Vereeniging van Cementhandelaren κατά Επιτροπής, Συλλ. 1972, σελ. 977, σκ. 21, ΠΕΚ T-213/95, ό.π., σκ. 164 και Απόφαση της Επιτροπής, 96/438/ΕΚ (Υπόθεση IV/34.983), ό.π., σκ.
- Βλ. επίσης ΕΑ 561/VII/2013, σκ. 79, επικυρωθείσα από ΔΕφΑθ 5583/
- 139 Β. ενδεικτικά ΠΕΚ Τ-136/94, Eurofer κατά Επιτροπής, Συλλ. 1999, σελ. ΙΙ-263, σκ.116-
- 140 Βλ. Απόφαση της Επιτροπής 2005/8/ΕΚ, Barême d’honoraires de l’Ordre des Architectes belges, Υπόθεση COMP/Α.38.549, σκ. 57, 69,
- 141 Βλ. ΕΑ 561/VII/2013, σκ. 80, επικυρωθείσα από ΔΕφΑθ 5583/
- 142 Βλ. Απόφαση της Επιτροπής 2005/8/ΕΚ (Υπόθεση COMP/Α.38.549), ό.π., σκ.
- 143 Βλ. Απόφαση της Επιτροπής 2005/8/ΕΚ (Υπόθεση COMP/Α.38.549), ό.π., σκ. 84 επ. 144 Βλ. ΔΕΚ 8/72, ό.π., σκ. 15-25, καθώς και Απόφαση της Επιτροπής 96/438/ΕΚ (Υπόθεση IV/34.983), ό.π., σκ. 32-
- Βλ. επίσης ΕΑ 571/VII/2013, σκ. 337-357, επικυρωθείσα από ΔΕφΑθ 4771/
- 145 Συμπεριφορά που ταυτίζεται με συμφωνία μεταξύ των εν λόγω μελών. 146 Αυτή είναι και η βασική διαφορά της απόφασης ενώσεως επιχειρήσεων από τη συμφωνία μεταξύ των μελών της. Βλ. Lennart Ritter/W.David Braun, ό.π., σελ. 105-106 και την εκεί αναφερόμενη νομολογία. 147 Βλ. ενδεικτικά Απόφαση της Επιτροπής 96/438/ΕΚ (Υπόθεση IV/34.983), ό.π., σκ.
- 148 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C- 45/85, όπ., σκ. 26-
- Στην υπόθεση αυτή κρίθηκε ότι με βάση το καταστατικό της η ένωση ήταν εξουσιοδοτημένη να συντονίζει τη δραστηριότητα των μελών της, ιδίως στον τομέα του ανταγωνισμού, ότι ειδική τεχνική επιτροπή στον κλάδο των βιομηχανικών κινδύνων είχε ως αποστολή να 138 36 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Η παράβαση δύναται να καταλογιστεί αποκλειστικά στην ίδια την ένωση150 ή παραλλήλως και στα μέλη της151, στο βαθμό που η ιδιότητα του μέλους συμπίπτει με συμμετοχή στη συμφωνία
- Η απαγόρευση των «αποφάσεων», πέραν των «συμφωνιών» ή «εναρμονισμένων πρακτικών», διευκολύνει την απόδειξη και την απαγόρευση συμπράξεων που λειτουργούν στο πλαίσιο ενώσεων επιχειρήσεων, ακόμη και στην περίπτωση που δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί συμφωνία ή εναρμόνιση μεταξύ των μελών της
- Εξάλλου κατά πάγια νομολογία, οι έννοιες «συμφωνία», «αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων» και ««εναρμονισμένη πρακτική» καταλαμβάνουν ουσιαστικά μορφές συμπαιγνίας που μετέχουν της ίδιας φύσης, διακρίνονται δε μόνο κατά την έντασή τους και τις επιμέρους μορφές υπό τις οποίες εκδηλώνονται
- Στο ίδιο πλαίσιο, έχει κριθεί ότι οι αρχές ανταγωνισμού δεν είναι υποχρεωμένες να προσδιορίζουν επακριβώς μία παράβαση ως προς καθεμία επιχείρηση και σε κάθε δεδομένο χρονικό σημείο ως απόφαση, συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική, διότι οι σχετικές έννοιες μπορεί να αλληλοκαλύπτονται. Μια σύμπραξη μπορεί να συνιστά ταυτόχρονα απόφαση, συμφωνία και εναρμονισμένη πρακτική συντονίζει την πολιτική τιμών των μελών καθώς και ότι οι αποφάσεις ή συστάσεις της επιτροπής θεωρούνταν οριστικές. Ως εκ τούτου έγινε δεκτό ότι «η σύσταση, οποιαδήποτε κι αν είναι η ακριβής νομική της φύση, συνιστά πιστή έκφραση της βουλήσεώς της να συντονίζει τις ενέργειες των μελών της στη γερμανική ασφαλιστική αγορά σύμφωνα με το περιεχόμενο της συστάσεως». 149 Βλ. ενδεικτικά Απόφαση της Επιτροπής 86/399/ΕΟΚ, Ασφαλτούχες επενδύσεις, Υπόθεση IV/31.371, σκ. 102, 111-113, επικυρωθείσα από ΔΕΚ 246/86, Belasco κλπ κατά Επιτροπής, Συλλ. 1989, σελ. 2117, σκ.
- 150 Βλ. ενδεικτικά υπόθεση Mastercard (Απόφαση της Επιτροπής της 19.12.2007, COMP/34.379, επικυρωθείσα από ΔΕΕ C-380/12 P, Mastercard κατά Επιτροπής). 151 Βλ. ενδεικτικά Belasco (βλ. ανωτέρω Απόφαση της Επιτροπής 86/399/ΕΟΚ επικυρωθείσα από ΔΕΚ 246/86), όπου επιβλήθηκαν πρόστιμα τόσο στην ίδια την ένωση επιχειρήσεων Belasco, όσο και στα μέλη του καρτέλ ατομικά. Στην υπόθεση αυτή διαπιστώθηκε ότι τα μέλη της Belasco είχαν συμφωνήσει, μεταξύ άλλων, στην υιοθέτηση κοινού τιμοκαταλόγου και ελάχιστων τιμών πώλησης, στον καθορισμό ποσοστώσεων στις πωλήσεις στη βελγική αγορά και στην συλλογική διαφήμιση των προϊόντων «Belasco». Η συμφωνία εφαρμοζόταν με αποφάσεις που λαμβάνονταν στο πλαίσιο των γενικών συνελεύσεων της Belasco. Η τελευταία συμμετείχε ενεργά στις διαδικασίες με διάφορους τρόπους. Ειδικότερα, απασχολούσε έναν λογιστή που παρακολουθούσε τη συμμόρφωση με τις ποσοστώσεις των πωλήσεων στο τέλος κάθε χρόνου, με σκοπό την επιβολή προστίμου στα μέλη που τις υπερέβαιναν. Επιπλέον η Belasco χρηματοδότησε την κοινή διαφήμιση του σήματος «Belasco» που είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η εντύπωση ενός ομοιογενούς προϊόντος στον καταναλωτή. Επομένως, τα μέλη της οργάνωσης δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν διαφοροποιώντας τα προϊόντα τους. Βλ. και Alison Jones and Brenda Sufrin, ό.π., σελ.
- 152 Βλ. ενδεικτικά ΠΕΚ Τ-5/00, ό.π., σκ. 355 όπου αναφέρεται: «Μόνη η ιδιότητα του μέλους μιας επαγγελματικής οργάνωσης δεν μπορεί να οδηγεί στον αυτόματο καταλογισμό της ευθύνης στο ενδιαφερόμενο μέλος για τις διάφορες παραβάσεις της ένωσης, χωρίς να αποδεικνύεται η προσωπική συμμετοχή ή η εκ μέρους του μέλους στήριξη των καταγγελλόμενων παράνομων συμπεριφορών». Στην υπόθεση αυτή, υπό το φως των αποδεικτικών στοιχείων η παράβαση καταλογίστηκε στην επαγγελματική οργάνωση και σε ένα μόνο από τα μέλη της που κρίθηκε ότι είχε ενεργό ρόλο στις αποφάσεις και συμφωνίες/εναρμονισμένες πρακτικές στις οποίες προέβη η ένωση (βλ. ως άνω απόφαση σκ. 349επ. και 382). 153 Alison Jones and Brenda Sufrin, ό.π., σελ.
- 154 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-8/08, ό.π, σκ. 23 και ΔΕΚ C-49/92, ό.π., σκ.
- Βλ. και ΣτΕ 2780/2012, σκ.
- 37 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων του νόμου και ο εν λόγω χαρακτηρισμός δεν είναι κρίσιμος για τη στοιχειοθέτηση τυχόν παράβασης
- ▪ Περιορισμός του ανταγωνισμού • Εξ αντικειμένου περιορισμός του ανταγωνισμού
- Προκειμένου να εμπίπτει μια συμφωνία/εναρμονισμένη πρακτική ή απόφαση στην απαγόρευση του άρθρων 1 παρ. 1 Ν. 3959/2011, 1 παρ. 1 Ν. 703/1977 και 101 ΣΛΕΕ πρέπει να έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της οικείας αγοράς
- Κατά πάγια ενωσιακή νομολογία157, o διαζευκτικός χαρακτήρας της προϋπόθεσης αυτής επιβάλλει καταρχάς να εξεταστεί το αντικείμενο της συμφωνίας, λαμβανομένου υπόψη του οικονομικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται.
- Σχετικά με τον χαρακτηρισμό μιας πρακτικής ως εξ αντικειμένου περιορισμού γίνεται δεκτό ότι ορισμένα είδη συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων είναι αρκούντως επιβλαβή για τον ανταγωνισμό, ώστε να μην απαιτείται εξέταση των αποτελεσμάτων τους. Τούτο στηρίζεται στο γεγονός ότι ορισμένες μορφές συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων μπορούν να λογίζονται, ως εκ της φύσεώς τους, ως παραβλάπτουσες την ομαλή λειτουργία του ανταγωνισμού
- Έτσι, δεν αμφισβητείται ότι ορισμένες μορφές συμπαιγνίας, όπως αυτές που οδηγούν στον οριζόντιο καθορισμό των τιμών από συμπράξεις, μπορούν να θεωρηθούν από τη φύση τους ως ικανές να έχουν τέτοια δυσμενή αποτελέσματα, κυρίως επί των τιμών, της ποσότητας ή της ποιότητας των προϊόντων και των υπηρεσιών, με αποτέλεσμα για τους σκοπούς εφαρμογής των άρθρων 1 παρ. 1 Ν. 3959/2011, 1 παρ. 1 Ν. 703/1977 και 101 ΣΛΕΕ, να παρέλκει να αποδειχθεί ότι έχουν συγκεκριμένα αποτελέσματα στην αγορά
- Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-49/92, σκ. 112-114 καθώς και ΠΕΚ Τ-5/00, ό.π., σκ. 279-282, 295, 300, 338, 372-374 και ΠΕΚ Τ-7/89, ό.π, παρ.
- Βλ. επίσης ΔΕφΑθ 1617/2009, σκ.
- 156 Όπως προεκτέθηκε, οι έννοιες «συμφωνία», «αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων» και «εναρμονισμένη πρακτική» καταλαμβάνουν, από υποκειμενική έποψη, μορφές συμπαιγνίας που μοιράζονται την ίδια φύση και διακρίνονται μόνον ως προς την ένταση και τις μορφές υπό τις οποίες αυτές εκδηλώνονται. Επομένως, τα κατωτέρω συναγόμενα από την ενωσιακή νομολογία κριτήρια για την εκτίμηση του αν συγκεκριμένη συμπεριφορά έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εφαρμόζονται ανεξάρτητα αν πρόκειται για συμφωνία, για απόφαση ή για εναρμονισμένη πρακτική (βλ. σχετ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-8/08, T-Mobile Netherlands κ.λπ., Συλλ. 2009, σελ. Ι-4529, σκ. 23-24). 157 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΕ C-345/14 Maxima Latvija, Συλλ. ψηφιακή (Γενική Συλλογή), σκ. 16, ΔΕΕ C-373/14 P, Toshiba Corporation κατά Επιτροπής, Συλλ. ψηφιακή (Γενική Συλλογή), σκ. 24 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία. 158 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΕ C-373/14 P, ό.π., σκ. 26, ΔΕΕ C-67/13 P, ό.π., σκ. 49-50 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία καθώς και ΣΤΕ 2780/2012, σκ.
- 159 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΕ C-345/14, ό.π., σκ. 19 και ΔΕΕ C-67/13 P, ό.π., σκ.
- Βλ. επίσης και ΓενΔΕΕ Τ208/08, Gosselin Group και Stichting Administratiekantoor Portielje κατά Επιτροπής, Συλλ. 2011, σελ. ΙΙ-3639, σκ.
- 155 38 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Σύμφωνα δε με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι οριζόντιες συμπράξεις οι σχετικές με τον καθορισμό τιμών (price fixing) και τη νόθευση διαγωνισμών (bid rigging) συγκαταλέγονται ρητώς στους εξ αντικειμένου περιορισμούς του ανταγωνισμού, οι οποίοι μάλιστα εκφεύγουν του ασφαλούς λιμένα που δημιουργείται από τα όρια μεριδίων αγοράς που προβλέπονται στην Ανακοίνωση de minimis160 ενώ συγχρόνως είναι μάλλον απίθανο να πληρούν τις προϋποθέσεις χορήγησης ατομικής απαλλαγής κατ’ άρθρο 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ
- Κατά συνέπεια, εφόσον αποδεικνύεται το θίγον τον ανταγωνισμό αντικείμενο μιας σύμπραξης, παρέλκει, ως αλυσιτελής, η περαιτέρω έρευνα και απόδειξη κινδύνου βλάβης των καταναλωτών ή επέλευσης άλλων, συγκεκριμένων αποτελεσμάτων, εν δυνάμει βλαπτικών για τον ανταγωνισμό. Ούτως, η διαπίστωση ότι η σύμπραξη έχει αντικείμενο περιοριστικό του ανταγωνισμού δεν μπορεί να ανατραπεί ούτε από ενδείξεις ότι δεν είχε αποτέλεσμα εντός της αγοράς, ή ότι δεν είχε άμεση επίδραση επί των τιμών, ούτε από τη διαπίστωση ότι οι ενδιαφερόμενοι εξασφάλισαν ταυτόχρονα, δια της πρακτικής αυτής, ορισμένα πλεονεκτήματα ως προς τον ανταγωνισμό
- Στο πλαίσιο αυτό, τυχόν παραχθέντα ή μη αποτελέσματα στην οικεία αγορά δεν μπορεί να έχουν σημασία παρά μόνο για τον υπολογισμό του ύψους των προστίμων και την αποτίμηση των δικαιωμάτων αποζημίωσης
- Συναφώς, δεν απαιτείται αντιανταγωνιστική πρόθεση, αλλά αρκεί το αντικειμενικά ενδεχόμενο αντιανταγωνιστικό αποτέλεσμα. Εφόσον το αντιανταγωνιστικό αποτέλεσμα είναι αντικειμενικά ενδεχόμενο, η σύμπραξη είναι απαγορευμένη, έστω κι αν τα μέρη δεν αποσκοπούν στα αποτέλεσμα αυτό
- Επιπλέον, μολονότι η πρόθεση των μερών δεν συνιστά στοιχείο αναγκαίο για τον προσδιορισμό του περιοριστικού χαρακτήρα μιας σύμπραξης, Βλ. Ανακοίνωση της Επιτροπής — Ανακοίνωση σχετικά με τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας οι οποίες δεν περιορίζουν σημαντικά τον ανταγωνισμό σύμφωνα με το άρθρο 101 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ΕΕ C 291 της 30.8.2014, παρ. 13, όπου και ρητή αναφορά στον καθορισμό τιμών ως περιορισμό λόγω αντικειμένου, που εκφεύγει του ασφαλούς λιμένα που δημιουργείται από τα όρια μεριδίων αγοράς που προβλέπονται στην εν λόγω Ανακοίνωση καθώς και Commission staff working document, Guidance on restrictions of competition "by object" for the purpose of defining which agreements may benefit from the De Minimis Notice, 25.6.2014, revised version of 3.6.2015, υπό 2.1 (price fixing) και 2.4 (bid rigging), όπου και ενδεικτική παράθεση νομολογίας. Βλ. αντίστοιχα και Ανακοίνωση της ΕΑ με ημερομηνία 2.3.2006 σχετικά με τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας, οι οποίες δεν περιορίζουν σημαντικά τον ανταγωνισμό σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 703/1977 (de minimis), παρ. 11
(1). 161 Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης, ό.π., παρ. 21, 23 και
- 162 Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4, ΣτΕ 1324/2013, σκ. 4 καθώς και ΣτΕ 2775/2014, σκ. 9 με εκτενείς παραπομπές σε ενωσιακή νομολογία. 163 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΕ C-32/11, ό.π., σκ. 38 και ΔΕΚ C-8/08, ό.π., σκ.
- 164 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-45/85, ό.π., σκ. 35-42 καθώς και ΔΕφΑθ 559/2010, σκ. 17, ΔΕφΑθ 2891/2009, σκ. 18 και ΔΕφΑθ 1682/2009, σκ. 27, με τις οποίες επικυρώθηκε η ΕΑ 369/V/
- 160 39 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ουδόλως απαγορεύεται στις αρμόδιες για τον ανταγωνισμό αρχές να τη λαμβάνουν υπόψη κατά τη στοιχειοθέτηση της ενδεχόμενης παράβασης
- Εξάλλου, εφόσον μία σύμπραξη που έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού εμπίπτει στις απαγορευτικές διατάξεις της παρ. 1 των άρθρων 1 Ν. 3959/2011, 1 Ν. 703/77 και 101 ΣΛΕΕ κατά τα προεκτεθέντα, η εν τοις πράγμασι μη εφαρμογή (εν όλω ή εν μέρει) της, όπως αντίστοιχα και η μη συμμόρφωση (εν όλω ή εν μέρει) προς τα συμφωνηθέντα, δεν ασκούν κατά νόμο επιρροή στη διαπίστωση της παράβασης, ούτε και συνιστούν λόγο απαλλαγής – ιδίως λαμβανομένου υπόψη ότι η εκάστοτε επιχείρηση μπορεί να επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τη σύμπραξη προς όφελός της. Στο πλαίσιο αυτό τυχόν μη τήρηση της συμφωνίας δύναται να συνιστά στοιχείο ληπτέο υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής
- Επομένως, η επίκληση αμυντικών επιχειρημάτων, όπως η αμελητέα επίπτωση στον ανταγωνισμό, η τυχόν απόκλιση από τα συμφωνηθέντα, το δυσχερές οικονομικό περιβάλλον167 ή ακόμη και η άγνοια ότι πτυχές της συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής μπορούσαν να θεωρηθούν παράνομες168, δεν απαλλάσσουν τους αυτουργούς της παράβασης από τη διάπραξή της. Ούτε, επίσης, απαλλάσσει από την ευθύνη τις συμπράττουσες εταιρείες η τυχόν πεποίθησή τους ότι ενεργούσαν σύμφωνα με το νόμο
- Εξάλλου ο παραβατικός χαρακτήρας μιας σύμπραξης δεν αναιρείται επειδή επιδιώκεται με αυτήν και κάποιος νόμιμος σκοπός. Με άλλα λόγια, μία σύμπραξη δύναται να συνιστά εξ αντικειμένου περιορισμό του ανταγωνισμού, ακόμη και στην περίπτωση που εξυπηρετεί και άλλους (θεμιτούς ή/και νόμιμους) σκοπούς
- Συναφώς, εφόσον διαπιστώνεται το περιοριστικό αντικείμενο των εν λόγω συμβάσεων, δεν είναι απαραίτητο να εξεταστεί το τυχόν επιχειρηματικό συμφέρον των συμβαλλόμενων. Είναι, δηλαδή, αδιάφορο το ζήτημα αν η συμμετοχή κάποιας επιχείρησης στην εν λόγω σύμπραξη, για την οποία υπάρχουν έγγραφες αποδείξεις, υπαγορεύθηκε από συγκεκριμένους εμπορικούς λόγους ή ήταν κατ’ εκτίμηση Βλ. ενδεικτικά ΔΕΕ C-67/13 P, ό.π., σκ. 54 καθώς και ΔΕΚ C-519/06 P, Aseprofar κατά GlaxoSmithKline, απόφαση της 6 Οκτωβρίου 2009, αδημ., σκ.
- 166 Βλ. ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4, όπου και παραπομπές σε ενωσιακή νομολογία. 167 Βλ. ενδεικτικά ΔΕφΑθ 3529/2013, σκ. 13, ΔΕφΑθ 548/2012, σκ. 16, καθώς και ΔΕΚ C-238/99 P, Limburgse Vinyl Maatschappij and Others κατά Επιτροπής, Συλλ. 2002, Ι-8375, σκ. 487, ΠΕΚ T-217/03, ό.π., σκ.
- Βλ. επίσης Απόφαση της Επιτροπής 2003/600/ΕΚ, Γαλλικό βόειο κρέας, Υπόθεση COMP/C.38.279/F3, σκ.
- 168 Βλ. ενδεικτικά C-246/86, ό.π, σκ. 40 169 Βλ. ενδεικτικά ΔΕφΑθ 1001/2006, σκ.
- 170 Βλ. ΣτΕ 2775/2014, σκ. 9 και ΣτΕ 2007/2013 σκ. 17, με εκτενείς παραπομπές σε πάγια ενωσιακή νομολογία καθώς και ενδεικτικά ΔΕΚ C-209/07, Beef Industry Development and Barry Brothers, Συλλ. 2008, σελ. Ι-8637, σκ. 21, ΔΕΚ C-551/03P, General Motors κατά Επιτροπής, Συλλ. 2006, σελ. Ι-3173, σκ. 64, ΠΕΚ Τ-49/02, Brasserie Nationale κατά Επιτροπής, Συλλ. 2005 σελ. ΙΙ-3033, σκ. 85 και ΔΕΚ C-96/82, ό.π, σκ.
- 165 40 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ οικονομικά λογική ή πρόσφορη171 καθώς και το γεγονός ότι η συμμετέχουσα σε σύμπραξη επιχείρηση δεν αποκόμισε όφελος
- • Καθορισμός τιμών
- Κατά πάγια νομολογία, ο άμεσος ή έμμεσος καθορισμός τιμών συνιστά πρόδηλο περιορισμό του ανταγωνισμού (και την κυριότερη περίπτωση εξ αντικειμένου νόθευσης του ανταγωνισμού)
- Αντικείμενο του εν λόγω περιορισμού μπορεί να είναι ο καθορισμός συγκεκριμένων τιμών, κλίμακας τιμών, τιμών στόχων, τιμών πλαισίων καθώς και ενδεικτικών τιμών. Επομένως, ο όρος «τιμές» λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια περικλείοντας ακόμα και συστάσεις περί τιμών. Κατ’ επέκταση, για τη διαπίστωση άμεσου ή έμμεσου καθορισμού τιμών δε απαιτείται, κατά την έννοια των εθνικών και ενωσιακών διατάξεων περί ανταγωνισμού, ούτε η ταύτιση τιμών, ούτε και η τυχόν ομοιόμορφη αύξηση ή αναπροσαρμογή τους. Ο καθορισμός μιας τιμής, ακόμη και τιμής η οποία συνιστά απλώς και μόνο επιδιωκόμενο στόχο ή προτεινόμενη ή ενδεικτική τιμή, επηρεάζει αρνητικά τον ανταγωνισμό, διότι παρέχει σε όλους τους συμβαλλόμενους μιας σύμπραξης τη δυνατότητα να προβλέψουν με εύλογη βεβαιότητα την πολιτική τιμών που θα ακολουθήσουν οι ανταγωνιστές τους
- Εκδηλώνοντας, δηλαδή, την κοινή πρόθεση να εφαρμόσουν ένα δεδομένο επίπεδο τιμών για τις υπηρεσίες τους, οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις παύουν να καθορίζουν αυτοτελώς την πολιτική που θα ακολουθήσουν στην αγορά, αντιστρατευόμενοι έτσι την αντίληψη που εμπεριέχεται στις εθνικές και ενωσιακές διατάξεις περί ανταγωνισμού
- Ειδικά οι προκαθορισμένες και οι ελάχιστες τιμές που επιβάλλονται από ενώσεις επιχειρήσεων στα μέλη τους αποτελούν πρακτικές με τις μεγαλύτερες αρνητικές επιπτώσεις στον ανταγωνισμό, αφού μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρό περιορισμό ή και εξάλειψη των ωφελειών που προσφέρουν στους καταναλωτές οι ανταγωνιστικές αγορές
- Ομοίως, και οι απλώς συνιστώμενες τιμές μπορεί να έχουν αισθητά αρνητικές επιπτώσεις στον ανταγωνισμό, καθώς διευκολύνουν τον συντονισμό των τιμών μεταξύ των επαγγελματιών Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-403/04P και C-405/04P Sumitomo Metal Industries Ltd και Nippon Steel Corp. κατά Επιτροπής, Συλλ. 2007, Ι-729, σκ. 46 ΔΕΚ C-204/00 P, ό.π., σκ.
- 172 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-195/99P, Krupp Hoesch κατά Επιτροπής, Συλλ. 2003, Ι-10937, σκ.
- 173 Βλ. ενδεικτικά ΠΕΚ Τ-374/94, European Night Services κ.λπ κατά της Επιτροπής, Συλλ. 1998, σελ. ΙΙ- 3141, σκ. 136 και ΓενΔΕΕ Τ-208/08, ό.π., σκ.
- 174 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ 8/72, ό.π., σκ. 21, ΠΕΚ. Τ-213/95, ό.π., σκ. 157 καθώς και Απόφαση της Επιτροπής 96/438/ΕΚ (Υπόθεση IV/34.983), ό.π., σκ. 46 και 49 και Απόφαση της Επιτροπής 2005/8/ΕΚ (Υπόθεση COMP/Α.38.549), ό.π., σκ.
- 175 Βλ. ενδεικτικά ΠΕΚ T-311/94, BPB de Eendracht κατά Επιτροπής, Συλλ. 1998, σελ. II-1129, σκ.
- 176 Βλ. Ανακοίνωση Επιτροπής, Έκθεση σχετικά με τον Ανταγωνισμό στον Τομέα των Επαγγελματιών Υπηρεσιών, COM
(2004)83 τελικό της 9.2.2004, παρ.
- 171 41 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ του κλάδου και ενδέχεται να οδηγούν σε παραπλάνηση των καταναλωτών σχετικά με τα εύλογα επίπεδα τιμών
- Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε σχετικά ότι «παρά το ότι είναι φυσιολογικό για μία επαγγελματική οργάνωση να παρέχει στα μέλη της βοήθεια στη διαχείριση, δεν πρέπει να επηρεάζει άμεσα ή έμμεσα τον ανταγωνισμό, ιδίως υπό τη μορφή προτεινομένων τιμών ισχυουσών για όλες τις επιχειρήσεις ανεξάρτητα από τη διάρθρωση του κόστους τους [...] Με βάση τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι η εν λόγω οριζόντια πρακτική έχει στόχο να επηρεάσει σε σημαντικό βαθμό την αγορά και ως εκ τούτου υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 παρ. 1»
- Η κυκλοφορία από μία επαγγελματική οργάνωση πληροφοριών αναφορικά με τις τιμές από τη φύση της υποκινεί τις επιχειρήσεις που ανήκουν σε αυτή να ευθυγραμμίσουν τις τιμές τους, ανεξάρτητα από τη διάρθρωση του κόστους τους. Η μέθοδος αυτή αποθαρρύνει τις επιχειρήσεις εκείνες των οποίων το κόστος είναι μικρό να χαμηλώσουν τις τιμές τους και προσφέρει ένα τεχνητό πλεονέκτημα στις επιχειρήσεις με μεγαλύτερο κόστος παραγωγής
- Η κυκλοφορία από μία ένωση τιμοκαταλόγων με προτεινόμενες ή ενδεικτικές τιμές (δηλαδή ακόμη και μη δεσμευτικές) επηρεάζουν τον ανταγωνισμό, λόγω του ότι επιτρέπει στους ανταγωνιστές να προβλέπουν με εύλογη βεβαιότητα ποια πολιτική τιμών θα ακολουθήσουν οι ανταγωνιστές τους
- Η κυκλοφορία έστω προτεινόμενων τιμών από μία ένωση δεν μπορεί να μην έχει περιοριστικό αποτέλεσμα, αφενός στο επίπεδο των μελών της ένωσης, τα οποία, ακόμα και εάν δεν εφαρμόζουν ακριβώς τις προτεινόμενες αυτές τιμές, αναγκαστικά επηρεάζονται κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους από αυτές και αφετέρου σε επίπεδο επιχειρήσεων- μη μελών αυτής, αλλά που έχουν γνώση της τιμολογιακής πολιτικής που συνιστά η ένωση και δημοσιεύει ο επαγγελματικός τύπος, στις οποίες οι πληροφορίες αυτές επιτρέπει να προβλέπουν με εύλογη βεβαιότητα ποια πολιτική τιμών θα ακολουθήσουν οι ανταγωνιστές
- Βλ. Ανακοίνωση Επιτροπής, Έκθεση σχετικά με τον Ανταγωνισμό στον Τομέα των Επαγγελματιών Υπηρεσιών, ό.π., παρ.
- 178 Βλ. ενδεικτικά Απόφαση της Επιτροπής 96/438/ΕΚ (Υπόθεση IV/34.983), ό.π., σκ. 60,
- 179 Βλ. ενδεικτικά Απόφαση της Επιτροπής 96/438/ΕΚ (Υπόθεση IV/34.983), ό.π., σκ. 61 και Απόφαση της Επιτροπής 2005/8/ΕΚ (Υπόθεση COMP/Α.38.549), ό.π., σκ.
- 180 Βλ. και ανωτέρω, υποσ.
- 181 Βλ. Απόφαση της Επιτροπής 96/438/ΕΚ (Υπόθεση IV/34.983), ό.π., σκ.
- Βλ. επίσης ΔΕΚ C-246/86, ό.π., σκ. 13, όπου γίνεται δεκτό ότι η κοινοποίηση σε μη μέλη μίας ένωσης σχεδίων αιτήσεων αυξήσεων τιμών είχε ως σκοπό την παρακίνηση αυτών να ευθυγραμμίσουν τις τιμές τους προς εκείνες των μελών κατά τρόπο ώστε να ενισχυθούν τα αποτελέσματα της συμπράξεως και πέραν του κύκλου των μελών. 177 42 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Περαιτέρω, έχει γίνει δεκτό ότι η υιοθέτηση κοινών μεθόδων υπολογισμού των στοιχείων κόστους των επιχειρήσεων συνεπάγεται καθορισμό τιμών
- Στην υπόθεση FETTCSA, τα μέλη της συμφωνίας FETTCSA συμφώνησαν στη χρησιμοποίηση ενός κοινού μηχανισμού για τον υπολογισμό των τελών που επιβάρυναν τα τιμολόγια των ναυτιλιακών εταιρειών, μεταξύ των οποίων ήταν και το κόστος καυσίμων. Ταυτόχρονα, συμφωνήθηκε το κόστος αυτό να μετακυλίεται πλήρως στα τιμολόγια τους. Η συμφωνία αυτή θεωρήθηκε ότι είχε ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού, παρά το γεγονός ότι δεν είχε συμφωνηθεί η μετακύλιση του ανωτέρω κόστους επί του συγκεκριμένου ύψους τιμών που θα επέλεγε η εκάστοτε ναυτιλιακή εταιρεία. Ο κύριος λόγος ήταν ότι είχε καταργηθεί ο ανταγωνισμός ως προς τον υπολογισμό των πρόσθετων τελών, τα οποία δυνητικά αποτελούν ένα σημαντικό τμήμα που αφορούσε τη τελική τιμή που χρέωνε η εκάστοτε ναυτιλιακή εταιρεία
- Μάλιστα, στην εν λόγω υπόθεση λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι το πόσο επιβαρύνει το κόστος καυσίμου την κάθε εταιρεία εξαρτάται από την ικανότητα κάθε ναυτιλιακής εταιρείας να μεγιστοποιεί τα έσοδά της και να ελαχιστοποιεί το κόστος της στο μικρότερο δυνατό επίπεδο
- Επιπροσθέτως, γίνεται δεκτό ότι οι αποφάσεις ένωσης επιχειρήσεων που αφορούν συνιστώμενες τιμές δύνανται να λειτουργήσουν ως εστιακό σημείο (focal point) κατά την τιμολόγηση των υπηρεσιών των μελών της και κατ’ επέκταση να διαμορφώσουν ένα επίπεδο τιμών, το οποίο θα εφαρμόζεται ενδεχομένως στην πράξη από την πλειοψηφία ή το σύνολο των μελών της, χωρίς να υπάρχει κίνητρο τιμολόγησης κάτω από αυτό
- Συναφώς, όπως προαναφέρθηκε186, η απαίτηση αυτονομίας δράσης στην αγορά (που περικλείεται στις εθνικές και ενωσιακές διατάξεις περί ανταγωνισμού) δεν αποκλείει μεν το δικαίωμα των εταιριών να προσαρμόζονται επιτηδείως στη διαπιστούμενη ή αναμενόμενη συμπεριφορά των ανταγωνιστών τους, πλην όμως αντιτίθεται αυστηρώς σε κάθε άμεση ή έμμεση επαφή μεταξύ των εταιριών αυτών δυνάμενη, είτε να επηρεάσει τη συμπεριφορά ενός υφιστάμενου ή δυνητικού ανταγωνιστή στην αγορά, είτε να αποκαλύψει σε έναν ανταγωνιστή την τιμολογιακή πολιτική που η εταιρεία έχει αποφασίσει ή σκέπτεται να Βλ. ενδεικτικά Απόφαση της Επιτροπής 74/292/ΕΟΚ, Agreements between manufacturers of Glass Containers, Υπόθεση IV/400, σκ.19-20 και
- 183 Βλ. ΠΕΚ Τ-213/00, CMA CGM κατά Επιτροπής, παρ.131-159 και 174-182 καθώς και Απόφαση της Επιτροπής 2000/627/ΕΚ, FETTCSA, Υπόθεση IV/34.018, σκ. 22-27, 42-48, 132-
- 184 Βλ. Απόφαση της Επιτροπής, 2000/627/ΕΚ, (Υπόθεση IV/34.018), ό.π., σκ.
- Επιπλέον, στη συγκεκριμένη υπόθεση, δεν έγινε δεκτό το επιχείρημα ότι σκοπός των εταιρειών ήταν μόνο η δημιουργία μίας κοινής μεθόδου υπολογισμού των τελών, αφού υπήρχαν στις σχετικές αποφάσεις της FETTSCA ρητές αναφορές περί αξιοποίησης της κοινής αυτής μεθόδου, ώστε να μετακυλίονται τα τέλη αυτά στη τελική τιμή που χρέωνε η κάθε εταιρεία, χωρίς μάλιστα δυνατότητα χορήγησης εκπτώσεων (σκ. 154-155). 185 Βλ. ΕΑ 512/VI/2010, σκ. 154 με περαιτέρω παραπομπές, επικυρωθείσα από ΔΕφΑθ 3657/
- 186 Βλ. ανωτέρω υπό παρ.81 -
- 182 43 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ακολουθήσει στην αγορά. Περαιτέρω, οι επιχειρήσεις που συμμετέχουν σε συναντήσεις, στις οποίες ανταλλάσσονται πληροφορίες μεταξύ ανταγωνιστών που αφορούν, μεταξύ άλλων, την τιμολογιακή πολιτική που αυτοί σκοπεύουν να υιοθετήσουν στην αγορά, όχι μόνο σκοπεύουν στην εξάλειψη της προηγούμενης αβεβαιότητας ως προς τη μελλοντική συμπεριφορά των ανταγωνιστών, αλλά και δεν μπορούν παρά να λάβουν, άμεσα ή έμμεσα, υπόψη τις πληροφορίες που ανταλλάσσονται κατά τη διάρκεια των συναντήσεων αυτών κατά τον καθορισμό της μελλοντικής εμπορικής τους πολιτικής. • Η νόθευση διαγωνισμών
- Η νόθευση διαγωνισμών μέσω χειραγώγησης προσφορών προκύπτει όταν επιχειρήσεις οι οποίες, υπό κανονικές συνθήκες αναμένεται να δρουν ανταγωνιστικά μεταξύ τους, συνάπτουν μυστική συμφωνία ή εναρμονίζουν την συμπεριφορά τους με στόχο την αύξηση των τιμών ή την υποβάθμιση της ποιότητας των αγαθών ή υπηρεσιών για αγοραστές/αναθέτουσες αρχές που προμηθεύονται τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μέσω διαδικασίας (μειοδοτικών) διαγωνισμών. Οι συμφωνίες (ή/και εναρμονισμένες πρακτικές) για την νόθευση των διαγωνισμών μπορούν να λάβουν πολλές μορφές, οι οποίες όλες παρακωλύουν τις προσπάθειες των αγοραστών/αναθετουσών αρχών να προμηθεύονται προϊόντα και υπηρεσίες στη χαμηλότερη δυνατή τιμή. Οι ανταγωνιστές έρχονται εκ των προτέρων σε συμφωνία καθορίζοντας τον προμηθευτή που θα υποβάλει την επιτυχούσα προσφορά σε σύμβαση, η οποία θα κατακυρωθεί σε αυτόν μετά από μια ανταγωνιστική διαδικασία υποβολής προσφορών. Οι συμμετέχοντες, οι οποίοι συμφωνούν να μην υποβάλουν προσφορά ή να υποβάλουν αποτυχούσα προσφορά, δύνανται να λαμβάνουν ως αντάλλαγμα υπεργολαβίες ή συμβάσεις προμηθειών από τον ορισθέντα εκ των προτέρων επιτυχόντα μειοδότη. Η νόθευση διαγωνισμών δύναται, επίσης, να περιλαμβάνει ως αντάλλαγμα χρηματικές καταβολές από τον ορισθέντα ως επιτυχόντα μειοδότη σε έναν ή περισσότερους συμμετέχοντες
- Προκειμένου να διασφαλίσουν ότι η επιχείρηση η οποία έχει προεπιλεγεί ως μειοδότης για έκαστο διαγωνισμό θα είναι και ο ανάδοχος στον οποίο θα ανατεθεί το έργο/σύμβαση, οι συμπράττουσες επιχειρήσεις μπορεί να μετέρχονται πρακτικών καθορισμού τιμών, κατανομής αγορών καθώς και ανταλλαγής πληροφοριών. Συναφώς, μεθοδολογικά, η νόθευση διαγωνισμών, εκτός από ξεχωριστή κατηγορία περιορισμού του Βλ. σχετικά ΟΟΣΑ, Κατευθυντήριες για την καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμών και της χειραγώγησης προσφορών στις δ