ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΙΘΜ. 838/2023 Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συνεδρίασε στην Αίθουσα Συνεδριάσεων του 1ου ορόφου του κτιρίου των γραφείων της, επί της οδού Κότσικα 1Α, Αθήνα, την Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2023 και ώρα 14:00 π.μ., με την εξής σύνθεση: Πρόεδρος: Ιωάννης Λιανός. Μέλη: Χαρίκλεια Νικολοπούλου (Αντιπρόεδρος), Παναγιώτης Φώτης (Εισηγητής), Ιωάννης Στεφάτος, Χαρίκλεια Βλάχου, Παντελής Μπορόβας, Άννα Γκάτζιου, Χρυσοβαλάντου – Βασιλική Μήλλιου και Μιχαήλ Πολέμης Γραμματέας: Ηλιάνα Κούτρα. Θέμα της συνεδρίασης: Λήψη απόφασης επί των συνεκδικαζόμενων υποθέσεων (α) αυτεπάγγελτης έρευνας της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού (εφεξής «ΓΔΑ») στην αγορά της παροχής τραπεζικών υπηρεσιών, και ειδικότερα στις επιμέρους αγορές της λιανικής και επιχειρηματικής τραπεζικής, της έκδοσης και αποδοχής καρτών, καθώς και στις αγορές διατραπεζικών συστημάτων, υπηρεσιών πληρωμών και ηλεκτρονικών συναλλαγών και (β) καταγγελίας και αυτεπάγγελτης έρευνας της ΓΔΑ στις αγορές της παροχής υπηρεσιών πληρωμών, έκδοσης και αποδοχής καρτών, παροχής υπηρεσιών εμπορικού δικτύου συναλλαγών μέσω ηλεκτρονικών και άλλων τερματικών μηχανημάτων, παροχής υπηρεσιών επεξεργασίας των δεδομένων που σχετίζονται με την αποδοχή των καρτών και διατραπεζικών συστημάτων, προκειμένου να διερευνηθεί τυχόν παράβαση των άρθρων 1 και 2 του Ν. 3959/2011 περί «Προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού», ως ισχύει, καθώς και των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), σε συνέχεια των Προτάσεων Διευθέτησης Διαφοράς των εταιριών με τις επωνυμίες «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ Η παρούσα απόφαση εκδίδεται σε επτά
(7)επιπλέον εκδόσεις με τα διακριτικά: 1) Έκδοση για το ΦΕΚ, 2) Έκδοση για την εταιρεία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», 3) Έκδοση για την εταιρεία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», 4) Έκδοση για την εταιρεία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», 5) Έκδοση για την εταιρεία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», 6) Έκδοση για την εταιρεία «ATTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», 7) Έκδοση για την εταιρεία «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΤΡΑΠΕΖΩΝ». Από τις εκδόσεις έχουν αφαιρεθεί τα απόρρητα επιχειρηματικά στοιχεία (όπου η ένδειξη […]) τα οποία δεν θα πρέπει να περιέλθουν σε γνώση του αντίστοιχου αποδέκτη της έκδοσης, σύμφωνα με το άρθρο 41 του Ν. 3959/2011 (ΦΕΚ 93 Α΄/20.4.2011), όπως ισχύει, και τον Κανονισμό Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΦΕΚ 1790/ Β΄/21.1.2023). 1 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και «ATTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», καθώς και της «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΤΡΑΠΕΖΩΝ». Πριν την έναρξη της συζητήσεως, o Πρόεδρος της Επιτροπής όρισε Γραμματέα της υπόθεσης την υπάλληλο, Ηλιάνα Κούτρα με αναπληρώτρια την Ευγενία Ντόρντα. Αρχικά ο Πρόεδρος έδωσε τον λόγο στον αρμόδιο Εισηγητή Παναγιώτη Φώτη, ο οποίος ανέπτυξε συνοπτικά την υπ’ αριθ. πρωτ. 9283/30.11.2023 γραπτή εισήγησή του, και λαμβάνοντας υπόψη όσα αναφέρονται αναλυτικά στην εισήγηση 1, πρότεινε δυνάμει του άρθρου 29Α του Ν. 3959/2011 και της παρ. 35 της υπ’ αρ. 790/2022 Απόφασης της Ολομέλειας της ΕΑ, την αποδοχή, σύμφωνα με το ανωτέρω σκεπτικό, των ως άνω αναφερομένων Προτάσεων Διευθέτησης Διαφοράς που υπεβλήθησαν από τις εταιρίες Τράπεζα Πειραιώς, Εθνική Τράπεζα, Alpha Bank, Eurobank και Attica Bank, καθώς και την Ελληνική Ένωση Τραπεζών και την έκδοση απόφασης με την οποία η Επιτροπή Σας θα: Α. Διαπιστώνει ότι οι επιχειρήσεις «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», «ATTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», και η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΤΡΑΠΕΖΩΝ παραβίασαν, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο ως άνω σκεπτικό, τα άρθρα 1 του Ν. 3959/2011 και 101 ΣΛΕΕ λόγω της συμμετοχής τους σε απαγορευμένη σύμπραξη δυνάμει των πρακτικών που συνοπτικά, στο πλαίσιο της Διαδικασίας Διευθέτησης Διαφορών, περιγράφησαν ανωτέρω. Β. Υποχρεώνει τις προαναφερόμενες επιχειρήσεις και την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΤΡΑΠΕΖΩΝ να παύσουν, εφόσον δεν το έχουν ήδη πράξει, και να παραλείπουν στο μέλλον τις διαπιστωθείσες στο ως άνω σκεπτικό παραβάσεις των άρθρων 1 του Ν. 3959/2011 και 101 ΣΛΕΕ. Γ. Επιβάλλει τα πρόστιμα που αναλύθηκαν σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο ως άνω σκεπτικό, για την τέλεση των διαπιστωθεισών στο ως άνω σκεπτικό παραβάσεων των άρθρων 1 του Ν. 3959/2011 και 101 ΣΛΕΕ. Δ. Υποχρεώνει τις προαναφερόμενες επιχειρήσεις να μειώσουν από την 1η Ιανουαρίου 2024 το ύψος της προμήθειας DAF ανά συναλλαγή ανάληψης μετρητών από ΑΤΜ σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο ως άνω σκεπτικό, ως ακολούθως: - Τράπεζα Πειραιώς: έως 2,00 € από το ποσό των 3,00 € - Εθνική Τράπεζα: έως 1,90 € από το ποσό των 2,60 € - Alpha Bank: έως 1,80 € από το ποσό των 2,50 € - Eurobank: έως 1,80 € από το ποσό των 2,50 € - Attica Bank: έως 1,50 € από το ποσό των 2,00 €. Βλ. σχετικά και τις υπ’ αριθμ. πρωτ. 318/18.12.2023 (Attica Bank), 320/18.12.2023 (Eurobank), 321/18.12.2023 (Τράπεζα Πειραιώς), 322/19.12.2023 (Alpha Bank) και 323/19.12.2023 (Εθνική Τράπεζα) επιστολές των τραπεζών καθώς και την Ενότητα «ΕΠΙΒΟΛΗ ΜΕΤΡΟΥ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ» της παρούσας. 1 2 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Ε. Υποχρεώνει εκάστη εκ των προαναφερόμενων επιχειρήσεων όπως διατηρήσουν τα ως άνω επίπεδα προμήθειας DAF για χρονικό διάστημα τριών
(3)ετών από την εφαρμογή του μέτρου, με ρήτρα επανεξέτασης από την ΕΑ έως δύο
(2)επιπλέον έτη, μετά τη λήξη των τριών
(3)ετών και με δυνατότητα επιβολής προστίμου από την ΕΑ σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς το ανωτέρω μέτρο συμπεριφοράς. ΣΤ. Αποδέχεται την πρόταση της ΕΕΤ για εφαρμογή, εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση της Απόφασης Διευθέτησης, εσωτερικού προγράμματος συμμόρφωσης, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο ως άνω σκεπτικό, προς τον σκοπό της παράλειψης στο μέλλον των διαπιστωθεισών στο ως άνω σκεπτικό παραβάσεων των άρθρων 1 του Ν. 3959/2011 και 101 ΣΛΕΕ. Η Επιτροπή στη συνέχεια, αφού αποχώρησαν από την αίθουσα οι υπηρεσιακοί παράγοντες προχώρησε σε διάσκεψη, η οποία συνεχίσθηκε και ολοκληρώθηκε την Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2023 και ώρα 11:00, επί τη υπόθεσης με τη συμμετοχή του Εισηγητή Παναγιώτη Φώτη, ο οποίος δεν έλαβε μέρος στην ψηφοφορία, και αφού έλαβε υπόψη την υπ΄ αριθ. πρωτ. 9283/30.11.2023 Έκθεση του αρμόδιου Εισηγητή τα στοιχεία του φακέλου της κρινόμενης υπόθεσης, και το ισχύον νομικό πλαίσιο, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΩΣ ΕΞΗΣ: ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΟΙ ΣΥΝΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ
- Η παρούσα Απόφαση διευθέτησης αφορά (α) στην αυτεπάγγελτη έρευνα της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού (εφεξής και «ΓΔΑ») στην αγορά της παροχής τραπεζικών υπηρεσιών, και ειδικότερα στις επιμέρους αγορές της λιανικής και επιχειρηματικής τραπεζικής, της έκδοσης και αποδοχής καρτών, καθώς και στις αγορές διατραπεζικών συστημάτων, υπηρεσιών πληρωμών και ηλεκτρονικών συναλλαγών και (β) στην καταγγελία και την αυτεπάγγελτη έρευνα της ΓΔΑ στις αγορές της παροχής υπηρεσιών πληρωμών, έκδοσης και αποδοχής καρτών, παροχής υπηρεσιών εμπορικού δικτύου συναλλαγών μέσω ηλεκτρονικών και άλλων τερματικών μηχανημάτων, παροχής υπηρεσιών επεξεργασίας των δεδομένων που σχετίζονται με την αποδοχή των καρτών και διατραπεζικών συστημάτων, προκειμένου να διερευνηθεί τυχόν παράβαση των άρθρων 1 και 2 του Ν. 3959/2011 περί «Προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού», ως ισχύει, καθώς και των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής και «ΣΛΕΕ»). Η αυτεπάγγελτη έρευνα της ΕΑ στην αγορά παροχής τραπεζικών υπηρεσιών
- Αφορμή για την έναρξη της αυτεπάγγελτης έρευνας της ΓΔΑ αποτέλεσαν δημοσιεύματα του τύπου σχετικά με νέες προμήθειες για τις αναλήψεις μετρητών με τη χρήση ΑΤΜs, καθώς και επιπρόσθετες επιβληθείσες χρεώσεις για την πραγματοποίηση άλλων τραπεζικών συναλλαγών. Στα εν λόγω δημοσιεύματα θα πρέπει να προστεθούν και γραπτές αναφορές φυσικών και νομικών προσώπων προς την Επιτροπή Ανταγωνισμού (εφεξής και «ΕΑ») που έκαναν λόγο για νέες χρεώσεις που επιβάλλονται από τα τραπεζικά ιδρύματα στην Ελλάδα. 3 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Η καταγγελία της VIVA
- Στις 21.06.2019, η εταιρία με την επωνυμία «VIVA ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ Α.Ε.» (ήδη «VIVA ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», εφεξής και «VIVA» ή «καταγγέλλουσα») υπέβαλε την υπ’ αριθ. πρωτ. 4182 καταγγελία της κατά: (α) του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, με την επωνυμία «Ελληνική Ένωση Τραπεζών» (εφεξής και «ΕΕΤ» ή «Ένωση», (β) της εταιρίας με την επωνυμία […], (γ) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ» (εφεξής και «Εθνική Τράπεζα» ή «Εθνική» ή «ΕΤΕ»), (δ) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (εφεξής και «Τράπεζα Πειραιώς»), (ε) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (εφεξής και «Alpha Bank»), (στ) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.» (ήδη «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», εφεξής και «Eurobank» ή «EFG») και (ζ) της εταιρίας με την επωνυμία […]. Στις παραγράφους της παρούσας ενότητας που ακολουθούν, περιγράφονται συνοπτικά όσες εκ των καταγγελλόμενων πρακτικών αποτελούν αντικείμενο της παρούσαςΑπόφασης.
- Στην καταγγελία αναφέρεται ότι τo 2018 και στις αρχές του 2019 οι καταγγελλόμενες τράπεζες επέβαλαν συντονισμένα και μεθοδευμένα απευθείας προμήθεια (εφεξής «Direct Access Fee» ή «DAF») στους κατόχους των καρτών VIVA Wallet Debit Master Card για κάθε ανάληψη μετρητών που αυτοί πραγματοποιούν από τα ATMs του δικτύου των καταγγελλόμενων τραπεζών. Εκείνη την περίοδο, αντίστοιχη προμήθεια δεν επιβαλλόταν σε καμία άλλη ελληνική κάρτα, παρά μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις αναλήψεων μετρητών ξένων καρτών. Συνεπώς, σύμφωνα με την καταγγελία, πρόκειται για μέτρο που οι καταγγελλόμενες τράπεζες επιλεκτικά επέβαλαν στους πελάτες της VIVA. Στην καταγγελία αναφέρεται ότι η επιβολή της εν λόγω προμήθειας παραβίαζε, κατά το χρόνο που επιβλήθηκε από τις καταγγελλόμενες τράπεζες, τον Κανονισμό του Διεθνούς Οργανισμού Καρτών ‘Mastercard’. Εκ των υστέρων τροποποιήθηκε ο προαναφέρομενος κανονισμός για να προβλεφθεί η δυνατότητα επιβολής μιας τέτοιας προμήθειας ειδικά στην Ελλάδα. Κατά τα διαλαμβανόμενα στην καταγγελία, σκοπός των ανωτέρω μεθοδεύσεων στο σύνολό τους είναι ο εκτοπισμός της VIVA από τις σχετικές αγορές παροχής υπηρεσιών και σε κάθε περίπτωση η με κάθε τρόπο ανάσχεση και δυσχέρανση της ανάπτυξής της και της διάδοσης των προϊόντων της.
- Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την καταγγελία, τον Ιούλιο του 2015 η VIVA απέστειλε στην Ένωση Ελληνικών Τραπεζών «εφεξής και «ΕΕΤ») αίτημα ένταξής της σε αυτή ως μέλους. Κατά το χρόνο υποβολής του αιτήματος, το Άρθρο 2
(3)του Καταστατικού της ΕΕΤ προέβλεπε ότι μπορούν να καταστούν συνδεδεμένα μέλη αυτής οι κάθε μορφής επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα που λειτουργούν στην Ελλάδα (συνεπώς και τα ιδρύματα πληρωμών καθώς και τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, όπως η VIVA). Τον Ιούλιο του 2016 (ήτοι ένα χρόνο μετά), η VIVA αναφέρει πως έλαβε προφορική αρνητική απάντηση από την ΕΕΤ. Επιπλέον, από την υποβολή του αιτήματος μέχρι την απόρριψή του, η ΕΕΤ τροποποίησε το Άρθρο 2 του καταστατικού που πλέον προέβλεπε πως συνδεδεμένα μέλη μπορούν να γίνουν μόνο «οι εταιρίες χρηματοδοτικών μισθώσεων (leasing), οι εταιρίες πρακτορείας 4 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring) και οι εταιρίες παροχής πιστώσεων που λειτουργούν στην Ελλάδα ή θυγατρικές επιχειρήσεις τακτικών μελών της Ένωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα», με συνέπεια να αποκλείονται πλέον τα ιδρύματα υπηρεσιών πληρωμών και τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, τα οποία κάλυπτε η προηγούμενη διατύπωση του καταστατικού και συνεπώς και η VIVA.
- Περαιτέρω, η VIVA καταγγέλλει ότι απευθύνθηκε στις καταγγελλόμενες Τράπεζες ώστε να συνδεθεί μέσω αυτών στο Σύστημα της ΔΙΑΣ. Ωστόσο, κατά την καταγγελία, οι καταγγελλόμενες Τράπεζες συντονισμένα προέβαλαν προσκόμματα στη διασύνδεση της VIVA με το σύστημα, αρνούμενες την ουσιαστική συνεργασία με αυτή. Οι σχετικές επαφές με τις καταγγελλόμενες τράπεζες, οι οποίες είχαν ξεκινήσει αρκετά νωρίτερα, εντατικοποιήθηκαν από το Νοέμβριο του 2017 και για το επόμενο χρονικό διάστημα, ιδίως μέσω συναντήσεων. Όπως επισημαίνει η καταγγέλλουσα, οι επαφές αυτές απέβησαν άκαρπες λόγω της αδικαιολόγητης άρνησης των καταγγελλόμενων Τραπεζών. Κατόπιν των ανωτέρω συστηματικών, συντονισμένων και συνεχών αρνήσεων των καταγγελλόμενων τραπεζών, η VIVA απευθύνθηκε […] και στην […], ώστε μέσω αυτής να καταστεί δυνατή η ένταξή της στην υπηρεσία DIAS CREDIT TRANSFER από 04.06.
- Μετά την υπαναχώρηση και της εν λόγω Τράπεζας, η καταγγέλλουσα απευθύνθηκε στην […] και εν τέλει εντάχθηκε στο ανωτέρω σύστημα την 25.7.2018, μέσω απευθείας τεχνικής διασύνδεσης, με καθυστέρηση 2 περίπου μηνών από την αρχική ημερομηνία κατά την οποία είχε προγραμματιστεί η έναρξη παροχής εκ μέρους της των σχετικών υπηρεσιών.
- Επιπλέον, σύμφωνα πάντα με την καταγγέλλουσα, μετά την ένταξή της στο σύστημα πληρωμών της ΔΙΑΣ την 25.07.2018 για τη διακίνηση εμβασμάτων, απευθύνθηκε σε κάθε μία από τις καταγγελλόμενες τράπεζες προκειμένου να συνάψει με κάθε μία από αυτές διμερή συμφωνία για το ύψος των μεταξύ τους χρεώσεων για τη διακίνηση των εμβασμάτων (διατραπεζικές προμήθειες). Ωστόσο, οι καταγγελλόμενες τράπεζες συντονισμένα (α) κωλυσιέργησαν στην πλειονότητα τους τη σύναψη των ανωτέρω συμφωνιών, αρνούμενες για ικανό χρόνο την ουσιαστική διαπραγμάτευση με τη VIVA και (β) στο σύνολό τους επέβαλαν στη VIVA διατραπεζικές προμήθειες, οι οποίες είναι ιδιαιτέρως υψηλές και σε κάθε περίπτωση υψηλότερες από τις μεταξύ τους εφαρμοζόμενες διατραπεζικές προμήθειες, με συνέπεια η VIVA να τίθεται σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση σε σχέση με τους ανταγωνιστές της. Η σχετική κωλυσιεργία κατά την VIVA αφορά […] (η VIVA απέστειλε την πρότασή της στις […] και η σχετική συμφωνία υπεγράφη στις […]) και στην […] (η VIVA απέστειλε την πρότασή της στις […] και η σχετική συμφωνία υπεγράφη στις […]). Η άρνηση ουσιαστικής διαπραγμάτευσης καταδεικνύεται, κατά την άποψη της καταγγέλλουσας, και από το ύψος των επιβαλλόμενων διατραπεζικών προμηθειών, που αναγκάστηκε να αποδεχθεί η VIVA, λόγω της αδύναμης δικής της θέσης έναντι των συντονισμένων ενεργειών και της ισχυρής διαπραγματευτικής ισχύος των τραπεζών και υπό την ασφυκτική πίεση της εύρυθμης και αποτελεσματικής ένταξής της στο εργαλείο DIAS CREDIT TRANSFER. Οι καταγγελλόμενες τράπεζες στο σύνολό τους επέβαλαν στη VIVA διατραπεζικές προμήθειες, οι οποίες είναι ιδιαιτέρως υψηλές και σε κάθε περίπτωση υψηλότερες από τις μεταξύ τους εφαρμοζόμενες διατραπεζικές προμήθειες, με συνέπεια η VIVA να καταγγέλλει ότι έχει τεθεί σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση σε σχέση με τους ανταγωνιστές της και ειδικότερα τις καταγγελλόμενες τράπεζες. Συγκεκριμένα, οι 5 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ επιβαλλόμενες σε αυτή προμήθειες, τις οποίες αναγκάστηκε να αποδεχθεί, διαφέρουν κατά πολύ από τις διατραπεζικές προμήθειες που έχουν συμφωνήσει μεταξύ τους οι καταγγελλόμενες τράπεζες, πιθανώς και από τις διατραπεζικές προμήθειες που έχουν επιβάλει σε συνεταιριστική τράπεζα.
- Στις 24.10.2019, προς συμπλήρωση και υποστήριξη της καταγγελίας της, η VIVA υπέβαλε συμπληρωματικά στοιχεία με την υπ’ αριθ. πρωτ. 6895 επιστολή της. Η έρευνα της Υπηρεσίας
- Αρχικά, η ΓΔΑ, τον Ιούλιο του 2019, απέστειλε επιστολές παροχής στοιχείων σε […] που δραστηριοποιούνται στην ελληνική επικράτεια. Συγκεκριμένα απέστειλε επιστολές στις:
- Εθνική Τράπεζα,
- Eurobank,
- Attica Bank,
- Τράπεζα Πειραιώς,
- Alpha Bank, […]2 […]
- Σε συνέχεια των ανωτέρω επιστολών, η Υπηρεσία προέβη στη διεξαγωγή αιφνιδιαστικών επιτόπιων ελέγχων, οι οποίοι πραγματοποιήθηκαν στις […] στις τέσσερεις συστημικές τράπεζες, ήτοι στην Τράπεζα Πειραιώς, Εθνική Τράπεζα, Alpha Bank και Eurobank4,5, στην Attica Bank6,7, καθώς και στην Ελληνική Ένωση Τραπεζών 8,9 και […]
- Σημειώνεται ότι κατά τη διάρκεια των ανωτέρω επιτόπιων ελέγχων στα γραφεία των τραπεζών, λήφθηκαν οι ακόλουθες ανωμοτί καταθέσεις: • Για την Τράπεζα Πειραιώς, […]. • Για την Alpha Bank, […]. • Για την Eurobank, […]. • Για την Attica Bank, […]
- […]. Βλ. τις υπ’ αριθ. πρωτ. 4683/16.7.2019, 4684/16.7.2019, 4685/16.7.2019, 4686/16.7.2019, 4690/16.7.2019, 4691/16.7.2019, 4692/16.7.2019, 4693/16.7.2019, 4694/16.7.2019, 4695/16.7.2019, 4698/16.7.2019, 4700/16.7.2019, 4701/16.7.2019 επιστολές παροχής στοιχείων της ΓΔΑ, αντίστοιχα. Στα προαναφερθέντα ερωτηματολόγια, οι τράπεζες απέστειλαν τις εξής απαντητικές επιστολές: η Εθνική Τράπεζα τις υπ’ αριθ. πρωτ. 6292/7.10.2019 και 6992/30.10.2019, η Eurobank τις υπ’ αριθ. πρωτ. 5096/2.8.2019, 5877/23.9.2019 και 6209/3.10.2019, η Attica τις υπ’ αριθ. πρωτ. 5177/7.8.2019 και 6306/7.10.2019, η Τράπεζα Πειραιώς τις υπ’ αριθ. πρωτ. 5093/2.8.2019, 5850/20.9.2019 και 6532/11.10.2019, η Alpha Bank τις υπ’ αριθ. πρωτ. 5094/2.8.2019, 6208/3.10.2019, 6888/23.10.2019 και 6903/24.10.2019, […] τις υπ’ αριθ. πρωτ. 4996/29.7.2019 και 5863/23.9.2019, […] την υπ’ αριθ. πρωτ. 5641/13.9.2019, […] τις υπ’ αριθ. πρωτ. 5001/29.7.2019, 5658/16.9.2019 και 5828/20.9.2019, […] τις υπ’ αριθ. πρωτ. 5009/30.7.2019 και 5650/13.9.2019, […] την υπ’ αριθ. πρωτ. 5173/7.8.2019, […] τις υπ’ αριθ. πρωτ. 4975/29.7.2019 και 5695/16.9.2019, […] τις υπ’ αριθ. πρωτ. 4977/29.7.2019, 5651/13.9.2019 και 6269/7.10.2019, […] τις υπ’ αριθ. πρωτ. 5304/26.8.2019 και 6427/9.10.
- 4 Σύμφωνα με τις υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7163/6.11.2019, 7161/6.11.2019, 7160/6.11.2019 και 7162/6.11.2019 εντολές για τη διενέργεια ελέγχου, αντίστοιχα. 5 Σημειώνεται ότι με κάποιες από τις ελεγχόμενες τράπεζες υπήρξε αλληλογραφία με τη ΓΔΑ, καθότι οι εν λόγω τράπεζες […] 6 Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7164/6.11.2019 εντολή για τη διενέργεια ελέγχου. 7 Η Attica Bank στα πλαίσια της διαδικασίας της αποσφράγισης των ηλεκτρονικών αρχείων που λήφθηκαν από τη ΓΔΑ κατά τη διάρκεια του ελέγχου που πραγματοποιήθηκε στις […] 8 Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7165/6.11.2019 εντολή για τη διενέργεια ελέγχου. 9 Η ΕΕΤ κατέθεσε το υπ’ αριθ. πρωτ. 6675/20.7.2020 […]. 10 Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7166/6.11.2019 εντολή για τη διενέργεια ελέγχου. 11 Σημειώνεται ότι […] κατέθεσε το υπ’ αριθ. πρωτ. 7423/18.11.2019 υπόμνημα προς συμπλήρωση της κατάθεσής του. 2 3 6 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Παράλληλα και σε συνέχεια της κατά τα ανωτέρω καταγγελίας, η Υπηρεσία εκκίνησε σχετική έρευνα με πρώτο μέτρο αυτής τη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου στις […] στις καταγγελλόμενες εταιρίες Εθνική Τράπεζα12,13, Τράπεζα Πειραιώς14,15, Alpha Bank16,17, Eurobank18,19, […]20, […]21 […]
- Επιπλέον, στις 4.12.201923 προσήλθε στα γραφεία της Επιτροπής Ανταγωνισμού για ανωμοτί κατάθεση […]
- Περαιτέρω, το 2021 η ΓΔΑ προχώρησε σε έναν επιπλέον έλεγχο, προκειμένου να συλλέξει περαιτέρω στοιχεία για την έρευνά της στο πλαίσιο της κατά τα ανωτέρω καταγγελίας. Συγκεκριμένα πραγματοποίησε έλεγχο στη […] στις 14.12.
- Πέραν των ανωτέρω μέτρων έρευνας και των επιτόπιων ελέγχων και σε συνέχεια των ευρημάτων, απεστάλησαν εκ νέου επιστολές παροχής στοιχείων σε τράπεζες το 202126, το Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7172/6.11.2019 εντολής για τη διενέργεια ελέγχου. Σημειώνεται ότι η Εθνική Τράπεζα απέστειλε την υπ’ αριθ. πρωτ. 8990/20.10.2020 […] 14 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7173/6.11.2019 εντολής για τη διενέργεια ελέγχου. 15 Η Τράπεζα Πειραιώς με την υπ’ αριθ. πρωτ. 8224/16.12.2019 επιστολή της αναφέρθηκε […] 16 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7169/6.11.2019 εντολής για τη διενέργεια ελέγχου. 17 Η Alpha Bank απέστειλε την υπ’ αριθ. πρωτ. 7679/26.11.2019 […] 18 Κατόπιν των υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7175/6.11.2019 και 7176/6.11.2019 εντολών για τη διενέργεια ελέγχου. 19 Η Eurobank με την υπ’ αριθ. πρωτ. 7500/20.11.2019 επιστολή της αναφέρθηκε […] 20 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7171/6.11.2019 εντολής για τη διενέργεια ελέγχου. 21 Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7174/6.11.2019 εντολή για τη διενέργεια ελέγχου. 22 Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7167/6.11.2019 εντολή για τη διενέργεια ελέγχου. 23 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7579/21.11.2019 κλήσης σύμφωνα με τα άρθρα 39 παρ. 1ζ και 44 του Ν. 3959/2011, όπως ισχύει. 24 Σε συνέχεια της κατάθεσης, εστάλη και το υπ’ αριθ. πρωτ. 78/8.1.2020 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από την Εθνική Τράπεζα. 25 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 9920/8.12.2021 εντολής για τη διενέργεια ελέγχου. 26 Συγκεκριμένα η ΓΔΑ απέστειλε τις επιστολές με αριθ. πρωτ. οικ. 1826/26.2.2021 (και οικ. 6407/28.7.2021), 1827/26.2.2021, 1828/26.2.2021, 1829/26.2.2021, 1830/26.2.2021, 1831/26.2.2021, 1832/26.2.2021, 1833/26.2.2021, 1834/26.2.2021, 1835/26.2.2021, 1836/26.2.2021, 1837/26.2.2021, 1838/26.2.2021 προς τις Eurobank, Alpha Bank, Εθνική Τράπεζα, Τρ. Πειραιώς, Attica Bank, […] αντίστοιχα. Σε συνέχεια των ερωτηματολογίων, έλαβε τις υπ’ αριθ. πρωτ. 2401/17.3.2021 (και 6562/4.8.2021), 2498/19.3.2021 (και 3369/15.4.2021,8311/12.10.2021), 2332/16.3.2021, 2280/13.3.2021, 2360/16.3.2021, 2626/23.3.2021, 2304/12.3.2021, 2303/12.3.2021, 2452/18.3.2021, 2304/12.3.2021, 2369/16.3.2021, 2544/19.3.2021, 2474/18.3.2021 απαντητικές επιστολές, αντίστοιχα. 12 13 7 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 202227 και το
- Επιπλέον, η ΓΔΑ απηύθυνε επιστολές παροχής στοιχείων τόσο στην καταγγέλλουσα VIVA29, όσο και σε λοιπά μέρη. Συγκεκριμένα, η ΓΔΑ απευθύνθηκε […]30, […]31, στην ΕΕΤ32, σε […] τα οποία δραστηριοποιούνται στην ελληνική επικράτεια 33 και […]34 […]. Αναλυτικότερα η ΓΔΑ απέστειλε τις υπ’ αριθ. πρωτ. 7027/20.7.2022, 7028/20.7.2022, 7030/20.7.2022, 7031/20.7.2022 και 7032/20.7.2022 επιστολές παροχής στοιχείων στις Alpha Bank, Eurobank, Attica Bank, Εθνική Τράπεζα και Τράπεζα Πειραιώς, αντίστοιχα, και έλαβε τις υπ’ αριθ. πρωτ. 7551/8.8.2022, 8176/8.9.2022 και 8416/19.9.2022 απαντητικές επιστολές από την Alpha Bank, τις υπ’ αριθ. πρωτ. 7528/5.8.2022 και 8057/5.9.2022 από τη Eurobank, την υπ’ αριθ. πρωτ. 7281/1.8.2022 από την Attica Bank, τις υπ’ αριθ. πρωτ. 7328/1.8.2022 και 8173/8.9.2022 από την Εθνική Τράπεζα και τις υπ’ αριθ. πρωτ. 7539/8.8.2022 και 7983/1.9.2022 από την Τράπεζα Πειραιώς. Σε συνέχεια των προαναφερθεισών επιστολών, η ΓΔΑ απέστειλε εκ νέου επιστολές στις εν λόγω τράπεζες με διευκρινιστικές και νέες ερωτήσεις. Ειδικότερα απέστειλε τις υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 10751/25.11.2022 και οικ. 11336/14.12.2022 επιστολές παροχής στοιχείων στην Alpha Bank, τις υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 10750/25.11.2022 και 11335/14.12.2022 στην Eurobank, την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 11381/15.12.2022 στην Attica Bank, τις υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 10753/25.11.2022 και 11337/14.12.2022 στην Εθνική Τράπεζα, τις υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 10749/25.11.2022 και 11338/14.12.2022 στην Τρ. Πειραιώς και έλαβε τις υπ’ αριθ. πρωτ. 474/17.1.2023, 910/30.1.2023 και 102/5.1.2023 απαντητικές επιστολές από την Alpha Bank, τις υπ’ αριθ. πρωτ. 475/17.1.2023, 1130/3.2.2023 και 1404/14.2.2023 απαντητικές επιστολές από τη Eurobank, τις υπ’ αριθ. πρωτ. 207/11.1.2023, 1008/1.2.2023 και 1279/9.2.2023 απαντητικές επιστολές από την Attica Bank, τις υπ’ αριθ. πρωτ. 11512/20.12.2022, 476/17.1.2023, 1079/2.2.2023 και 11805/28.12.2022 απαντητικές επιστολές από την Εθνική Τράπεζα και τις υπ’ αριθ. πρωτ. 484/17.1.2023, 616.20.1.2023 και 11849/29.12.2022 απαντητικές επιστολές από την Τρ.Πειραιώς. 28 Βλ. τις υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 3329/27.4.2023 και 3371/2.5.2023 επιστολές παροχής στοιχείων της ΓΔΑ προς […] και […], αντίστοιχα. Στα εν λόγω ερωτηματολόγια απάντησαν με την υπ’ αριθ. πρωτ. 3596/8.5.2023 […] και με τις υπ’ αριθ. πρωτ. 4068/23.5.2023 και 4380/31.5.2023 επιστολές […]. Επιπλέον, στις 25.5.2023 η ΓΔΑ απέστειλε εκ νέου ερωτηματολόγια στις τέσσερεις συστημικές τράπεζες, καθώς και στην Attica Bank (βλ. τις υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 4178/25.5.2023, 4179/25.5.2023, 4180/25.5.2023, 4181/25.5.2023 και 4182/25.5.2023 επιστολές προς Εθνική Τράπεζα, Alpha Bank, Eurobank, Πειραιώς και Attica Bank, αντίστοιχα). Στα προαναφερθέντα ερωτηματολόγια η Εθνική Τράπεζα απάντησε με τις υπ’ αριθ. πρωτ. 4674/9.6.2023 και 5147/26.6.2023 επιστολές, η Alpha Bank με τις υπ’ αριθ. πρωτ. 4788/14.6.2023, 5054/21.6.2023 και 5493/6.7.2023 επιστολές, η Eurobank με τις υπ’ αριθ. πρωτ. 4677/12.6.2023 και 5052/21.6.2023 επιστολές, η Τράπεζα Πειραιώς με τις υπ’ αριθ. πρωτ. 5478/6.7.2023 και 5543/10.7.2023 επιστολές και η Attica Bank με τις υπ’ αριθ. πρωτ. 4735/13.6.2023, 5183/27.6.2023 και 5796/18.7.2023 επιστολές. 29 Βλ. τις υπ’ αριθ. πρωτ. 9407/24.10.2022 και 849/27.1.2023 επιστολές παροχής στοιχείων της ΓΔΑ και τις υπ’ αριθ. πρωτ. 10739/25.11.2022, 404/16.1.2023 και 1682/22.2.2023 απαντητικές επιστολές της VIVA. 30 Βλ. τις υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 6283/24.6.2022, 1876/1.3.2023, 2517/27.3.2023 και 3956/18.5.2023 επιστολές παροχής στοιχείων της ΓΔΑ και τις απαντητικές επιστολές […] με αριθ. πρωτ. 6661/7.7.2022, 2129/10.3.2023, 3072/13.4.2023 και 4256/29.5.2023, αντίστοιχα. 31 Ειδικότερα η ΓΔΑ απέστειλε τις υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 9644/27.10.2022 και 586/19.1.2023 επιστολές παροχής στοιχείων […] και έλαβε τις υπ’ αριθ. πρωτ. 10710/24.11.2022 και 1062/1.2.2023 απαντητικές επιστολές. Όσον αφορά […], απεστάλησαν οι υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 9643/27.10.2022, 585/19.1.2023, 2118/10.3.2023 και 3280/26.4.2023 επιστολές από τη ΓΔΑ, στις οποίες […] απάντησε με τις υπ’ αριθ. πρωτ. 10784/28.11.2022, 1390/13.2.2023, 2684/3.4.2023, 2760/4.4.2023 και 3842/16.5.2023 επιστολές. 32 Βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 1587/20.2.2023 επιστολή παροχής στοιχείων της ΓΔΑ, στην οποία απάντησε η ΕΕΤ με την υπ’ αριθ. πρωτ. 1924/2.3.2023 απαντητική επιστολή της. 33 Αναλυτικότερα, η ΓΔΑ απέστειλε τις υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 1397/14.2.2023, 1398/14.2.2023 (και την 3006/11.4.2023 με διευκρινιστικές ερωτήσεις), 1399/14.2.2023, 1400/14.2.2023, 1402/14.2.2023, 1403/14.2.2023, 1431/14.2.2023 επιστολές παροχής στοιχείων στις […]αντίστοιχα. Στις εν λόγω επιστολές, έλαβε τις υπ’ αριθ. πρωτ. 1964/3.3.2023, 1998/6.3.2023 (και την 3185/21.4.2023), 2091/9.3.2023, 1865/1.3.2023 (και την 2022/6.3.2023), 1864/1.3.2023, 1962/3.3.2023, 1881/1.3.2023 απαντητικές επιστολές, αντίστοιχα. 34 Βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 11575/21.12.2022 επιστολή παροχής στοιχείων της ΓΔΑ και την απαντητική επιστολή της […]με αριθ. πρωτ. 780/25.1.
- 27 8 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Επιπλέον, η ΓΔΑ στο πλαίσιο της έρευνάς της έλαβε επιπλέον ανωμοτί καταθέσεις στα γραφεία της Υπηρεσίας από λοιπά πλην των τραπεζικών ιδρυμάτων μέρη. Αναλυτικότερα, στις […] έλαβε ανωμοτί καταθέσεις, από […] και συγκεκριμένα από: • […]35, […] • […]36, […], • […]37, […]και • […]38, […]
- Επιπρόσθετα, στις […] η ΓΔΑ έλαβε ανωμοτί καταθέσεις από […]39, […] και […]40, […]
- Στις […] λήφθηκε ανωμοτί κατάθεση και από […]42, ενώ στις […]43, […] και παράλληλα λήφθηκε κατάθεση και από […]44, […]. Στις […] πραγματοποιήθηκε […]45, […].
- Περαιτέρω, η ΓΔΑ απευθύνθηκε σε εταιρίες και φορείς προκειμένου να συλλέξει τα απαραίτητα στοιχεία για την πληρότητα της έρευνάς της.
- […]46 και […]47, όσο και […]48, […]
- Επιπλέον, […] Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 8850/6.10.2022 κλήσης σύμφωνα με τα άρθρα 39 παρ. 1ζ και 44 του Ν. 3959/2011, όπως ισχύει. 36 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 8772/3.10.2022 κλήσης σύμφωνα με τα άρθρα 39 παρ. 1ζ και 44 του Ν. 3959/2011, όπως ισχύει. 37 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 8773/3.10.2022 κλήσης σύμφωνα με τα άρθρα 39 παρ. 1ζ και 44 του Ν. 3959/2011, όπως ισχύει. 38 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 8774/3.10.2022 κλήσης σύμφωνα με τα άρθρα 39 παρ. 1ζ και 44 του Ν. 3959/2011, όπως ισχύει. 39 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 1185/6.2.2023 κλήσης σύμφωνα με τα άρθρα 39 παρ. 1ζ και 44 του Ν. 3959/2011, όπως ισχύει. 40 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 1186/6.2.2023 κλήσης σύμφωνα με τα άρθρα 39 παρ. 1ζ και 44 του Ν. 3959/2011, όπως ισχύει. Σημειώνεται ότι σε συνέχεια της εν λόγω κατάθεσης υποβλήθηκαν τα υπ’ αριθ. πρωτ. 1775/24.2.2023 συμπληρωματικά στοιχεία. 41 Με την υπ’ αριθ. πρωτ. 1775/24.2.2023, οι εκπρόσωποι της ΕΕΤ κατέθεσαν συμπληρωματικά στοιχεία σε συνέχεια των ανωμοτί καταθέσεών τους. 42 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 1616/20.2.2023 κλήσης σύμφωνα με τα άρθρα 39 παρ. 1ζ και 44 του Ν. 3959/2011, όπως ισχύει. 43 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 3094/18.4.2023 κλήσης σύμφωνα με τα άρθρα 39 παρ. 1ζ και 44 του Ν. 3959/2011, όπως ισχύει. Σε συνέχεια της κατάθεσης προσκομίστηκαν τα υπ’ αριθ. πρωτ. 3586/5.5.2023 συμπληρωματικά στοιχεία. 44 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 3096/18.4.2023 κλήσης σύμφωνα με τα άρθρα 39 παρ. 1ζ και 44 του Ν. 3959/2011, όπως ισχύει. 45 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 3617/8.5.2023 κλήσης σύμφωνα με τα άρθρα 39 παρ. 1ζ και 44 του Ν. 3959/2011, όπως ισχύει. 46 Ειδικότερα στη […] βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 11033/7.12.2022 επιστολή της ΓΔΑ και την υπ’ αριθ. πρωτ. 11374/15.12.2022 απαντητική επιστολή του […]. 47 Ειδικότερα στην […], βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 10660/23.11.2022, καθώς και την υπ’ αριθ. πρωτ. 10760/28.11.2022 απαντητική επιστολή. 48 Βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 421/16.1.2023 επιστολή της ΓΔΑ και την υπ’ αριθ. πρωτ. 601/19.1.2023 απαντητική επιστολή της […]. 49 Συγκεκριμένα, στην […], βλ. τις υπ’ αριθ. πρωτ. […] και […] επιστολές της ΓΔΑ, καθώς και την υπ’ αριθ. πρωτ. […] απαντητική επιστολή. 35 9 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- […]50, […]
- […]52 […]. ΤΑ ΕΜΠΛΕΚΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ Οι ελεγχόμενες Τράπεζα Πειραιώς Ανώνυμος Εταιρεία
- Η Τράπεζα Πειραιώς ιδρύθηκε το 1916 και η έδρα της βρίσκεται στον Δήμο Αθηναίων. Ανήκει στον Όμιλο Πειραιώς με μητρική εταιρία την «Πειραιώς Financial Holdings Α.Ε.», η οποία είναι χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών. Η δραστηριοποίηση του Ομίλου είναι κυρίως στην Ελλάδα αλλά επεκτείνεται και εκτός ορίων εθνικής επικράτειας και συγκεκριμένα στις χώρες Αλβανία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Σερβία, Ουκρανία, Κύπρο, Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Ιρλανδία και Αίγυπτο
- Η Τράπεζα Πειραιώς παρέχει χρηματοοικονομικά προϊόντα και υπηρεσίες […] καταστήματα54 και […]ΑΤΜ στην Ελλάδα
- Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α. Ε.
- Η Εθνική Τράπεζα ιδρύθηκε το 1841, με έδρα στο Δήμο Αθηναίων. Δραστηριοποιείται στην Ελλάδα με […] καταστήματα και […] ΑΤΜ56 και στο εξωτερικό, συγκεκριμένα σε Κύπρο, Β. Μακεδονία, Βουλγαρία και Αίγυπτο, όλες τις τραπεζικές, επενδυτικές και γενικότερα χρηματοπιστωτικές εργασίες που επιτρέπονται σε πιστωτικά ιδρύματα από την ισχύουσα, κάθε φορά, ελληνική, κοινοτική και αλλοδαπή νομοθεσία
- Άλφα Τράπεζα Ανώνυμη Εταιρεία
- Η Alpha Bank ιδρύθηκε το 1879 και η έδρα της βρίσκεται στο Δήμο Αθηναίων. Ο Όμιλος Alpha Bank δραστηριοποιείται στον χρηματοοικονομικό τομέα στην Ελλάδα, προσφέροντας χρηματοοικονομικά προϊόντα και υπηρεσίες στην εγχώρια και τη διεθνή αγορά, με παρουσία […]. Βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 4624/27.5.2020 επιστολή παροχής στοιχείων της ΓΔΑ και την απαντητική επιστολή του […] με αριθ. πρωτ. 5551/18.6.
- 52 Βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 687/23.1.2023 επιστολή παροχής στοιχείων της ΓΔΑ και την απαντητική επιστολή του […] με αριθ. πρωτ. 1156/3.2.
- 53 Βλ. Ετήσια Οικονομική Έκθεση 2022 του Ομίλου. Επιπλέον, αναφέρεται ότι το […] των καθαρών εσόδων του Ομίλου προέρχεται από την Ελλάδα. 54 Βλ. και ιστοσελίδα της τράπεζας www.piraeusholdings.gr. 55 Αφορά τον αριθμό των ΑΤΜs στο τέλος του 2022, βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. 5478/6.7.2023 επιστολή της τράπεζας. 56 Αφορά τον αριθμό των ΑΤΜs στο τέλος του 2022, βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. 4674/9.6.2023 επιστολή της τράπεζας. 57 Βλ. ιστοσελίδα της τράπεζας www.nbg.gr 50 51 10 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ στην Κύπρο, τη Ρουμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και το Λουξεμβούργο. Στην Ελλάδα, το Δίκτυο της Alpha αριθμεί […] Καταστήματα58 και […]59 ΑΤΜ. Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία
- Η Eurobank εδρεύει στον Δήμο Αθηναίων. Ο Όμιλος Eurobank60, αποτελούμενος από την τράπεζα Eurobank και τις θυγατρικές της, είναι ένας χρηματοοικονομικός οργανισμός με παρουσία σε 6 χώρες και συγκεκριμένα σε Ελλάδα, Κύπρο, Λουξεμβούργο, Σερβία, Βουλγαρία και Ηνωμένο Βασίλειο. Το Δίκτυο της Eurobank στην Ελλάδα αριθμεί περί τα […] Καταστήματα61 και […] ΑΤΜ
- Attica Bank Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία
- Η Attica Bank ιδρύθηκε το 1925, με έδρα στον Δήμο Αθηναίων και δραστηριοποιείται κυρίως στον χρηματοοικονομικό τομέα παρέχοντας χρηματοοικονομικές υπηρεσίες σε ιδιώτες και επιχειρήσεις. Ο Όμιλος της Attica Bank, εκτός από την μητρική εταιρεία, περιλαμβάνει μία θυγατρική και μία συγγενή εταιρεία, οι οποίες δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα. Η Τράπεζα διαθέτει […] καταστήματα εκ των οποίων […] καταστήματα λιανικής τραπεζικής και […]επιχειρηματικά κέντρα63, καθώς και […] ΑΤΜ
- Η Ελληνική Ένωση Τραπεζών
- Η Ελληνική Ένωση Τραπεζών είναι ο φορέας εκπροσώπησης των ελληνικών και ξένων πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν στην Ελλάδα. Η ΕΕΤ ιδρύθηκε το 1928 και είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Η έδρα της βρίσκεται στο Δήμο Αθηναίων και σήμερα αριθμεί 20 τράπεζες-μέλη, 10 τακτικά65 και 10 συνδεδεμένα
- Η VIVA ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΜΟΝΟΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
- Η VIVA εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, οδός Αμαρουσίου- Χαλανδρίου 18-
- Η VIVA ιδρύθηκε το 2010 και τροποποίησε την επωνυμία της από «HELLAS PAY ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ Α.Ε.» σε «VIVA ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ Α.Ε.» το
- Βλ. ιστοσελίδα της τράπεζας www.alpha.gr. Αφορά τον αριθμό των ΑΤΜs στο τέλος του 2022, βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. 4788/14.6.2023 επιστολή της τράπεζας. 60 Η μητρική εταιρία του Ομίλου Eurobank είναι η Eurobank Ergasias Υπηρεσιών και Συμμετοχών Α.Ε. 61 Βλ. σχετ. την ιστοσελίδα της τράπεζας www.eurobank.gr. 62 Αφορά τον αριθμό των ΑΤΜs στο τέλος του 2022, βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. 4677/12.6.2023 επιστολή της τράπεζας. 63 Βλ. την ιστοσελίδας της τράπεζας, www.atticabank.gr 64 Αφορά τον αριθμό των ΑΤΜs στο τέλος του 2022, Βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. 4735/13.6.2023 επιστολή της τράπεζας. 65 Συγκεκριμένα τα τακτικά μέλη της Ένωσης είναι: Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε., Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., Alpha Bank, Τράπεζα Eurobank A.E., Attica Bank Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία, Παγκρήτια Τράπεζα Α.Ε., Optima Bank A.E., Aegean Baltic Bank (ABB), Citibank Europe PLC, Vivabank A.E. 66 Συγκεκριμένα τα συνδεδεμένα μέλη της Ένωσης είναι: Bank of America Europe Designated Activity Company, Athens Branch, Deutsche Bank AG, Πειραιώς Χρηματοδοτικές Μισθώσεις ΜΑΕ, Εθνική Leasing Α.Ε. – Χρηματοδοτικές Μισθώσεις, Alpha Leasing – Χρηματοδοτικές Μισθώσεις, Eurobank – Χρηματοδοτικές Μισθώσεις, Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών Ελλάδος, ProCredit Bank, tbi bank και ΤΜΕΔΕ Microfinance Solutions. 58 59 11 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Η VIVA ανήκει στον Όμιλο VIVA WALLET67, ο οποίος σήμερα αποτελείται από τη μητρική εταιρεία συμμετοχών «Viva Wallet Holdings Development of Software SA» και τις κατά 100% θυγατρικές Vivabank Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία (τραπεζικές υπηρεσίες), Viva Wallet.com Ltd (με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο), καθώς και την καταγγέλλουσα
- Η VIVA δραστηριοποιείται στην παροχή υπηρεσιών πληρωμών
- Όπως αναφέρεται στην καταγγελία, η VIVA λειτουργεί ως αδειοδοτημένο Ίδρυμα Ηλεκτρονικού Χρήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4021/2011 και δυνάμει άδειας που της χορηγήθηκε με την υπ' αριθ. 121/6/30.10.2014 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν. 4021/2011, καταλαμβάνει και το σύνολο των δραστηριοτήτων Ιδρύματος Πληρωμών του Ν. 4537/2018 (πρώην Ν. 3862/2010) (χωρίς να απαιτείται ξεχωριστή προς το σκοπό αυτό άδεια), τις οποίες η VIVA ασκεί ήδη από το 2011 δυνάμει της σχετικής, απαιτούμενης κατά τη διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 3862/2010, άδειας που είχε λάβει με τις υπ' αριθ. 11/6/14.06.2011 και 23/21.11.2011 αποφάσεις της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (για την παροχή των υπηρεσιών πληρωμών που αναφέρονται στις περιπτώσεις α, γ, ε, στ και ζ της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του Ν. 3862/10)
- Η εταιρεία αποτελεί παράλληλα principal member των διεθνών σχημάτων καρτών VISA και MasterCard για την έκδοση και αποδοχή καρτών (issuing & acquiring), ενώ έχει προσχωρήσει από τις […] στα σχήματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Πληρωμών Single Euro Payments Area (εφεξής SEPA) Credit Transfer, SEPA Direct Debit Core και SEPA Direct Debit Business-toBusiness.
- Η VIVA αποτελεί, επίσης, πάροχο υπηρεσιών πληρωμών προσβάσιμο από το Σύστημα Πληρωμών ΔΙΑΣ, ωστόσο όχι από το σύνολο των εργαλείων πληρωμών. Η VIVA δραστηριοποιείται σήμερα μέσω υποκαταστημάτων στις ακόλουθες χώρες: Ελλάδα, Βουλγαρία, Ισπανία, Κύπρο, Ρουμανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Πορτογαλία, Πολωνία, Σουηδία, Ηνωμένο Βασίλειο, Αυστρία, Βέλγιο, Τσεχία, Δανία, Εσθονία, Φινλανδία, Ουγγαρία, Ισλανδία, Ιρλανδία, Λετονία, Λιχτενστάιν, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Μάλτα, Ολλανδία, Νορβηγία, Σλοβακία, Σλοβενία και Κροατία. Στις χώρες Βέλγιο, Κύπρο, Ιταλία, Ρουμανία, Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία, Πολωνία, Πορτογαλία και Ισπανία. Σύμφωνα με τις Ετήσιες Χρηματοοικονομικές Καταστάσεις 2022, η JP Morgan κατέχει πλέον θέση στο μετοχικό κεφαλαίο της εταιρείας με ποσοστό συμμετοχής 48,5%. Συγκεκριμένα, στις 16 Δεκεμβρίου 2022 ανακοινώθηκε ότι η συναλλαγή με την JP Morgan που είχε υπογραφεί νωρίτερα εντός του έτους, στις 24 Ιανουαρίου 2022, ολοκληρώθηκε. 68 Βλ. Ετήσιες Χρηματοοικονομικές Καταστάσεις 2022 του Ομίλου. 69 Βλ. σχετ. τις δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις της εταιρίας για την χρήση του 2022 αλλά για παλαιότερες χρήσεις, όπως ενδεικτικά του
- Αντιστοίχως τη δραστηριοποίηση της καταγγέλλουσας στις υπηρεσίες πληρωμών αναφέρει και ο […]. 70 Η εν λόγω άδεια της VIVA ως Ιδρύματος Ηλεκτρονικού Χρήματος ανανεώθηκε, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην Οδηγία 2015/2366/ΕΕ (στο πλαίσιο διαδικασίας επαναδειοδότησης της εταιρείας μας) δυνάμει της υπ' αριθμ. 280/23.07.2018 απόφασης της ως άνω Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία χορηγήθηκε «άδεια λειτουργίας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος προκειμένου να ασκεί τις δυνατότητες έκδοσης, διανομής και εξαργύρωσης ηλεκτρονικού χρήματος του Ν. 4021/2011 και της ΠΕΕ 33/2013 και να παρέχει τις υπηρεσίες πληρωμών των στοιχείων α, β, γ, ε, και στ της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του Ν. 4537/2018». 67 12 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ Εισαγωγή
- Η σχετική αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών περιλαμβάνει το σύνολο των προϊόντων ή υπηρεσιών που θεωρούνται από τον καταναλωτή εναλλάξιμες ή δυνάμενες να υποκατασταθούν μεταξύ τους, λόγω των χαρακτηριστικών τους, της τιμής τους και της σκοπούμενης χρήσης τους
- Κατά πάγια ενωσιακή νομολογία και πρακτική όταν οι κρινόμενες συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές έχουν ως αντικείμενο τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού, δεν απαιτείται η ακριβής οριοθέτηση της σχετικής αγοράς για την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ
- Συναφώς, δεν απαιτείται, κατ’ αρχήν, για τη διαπίστωση παράβασης ειδική οικονομική ανάλυση για τις συνθήκες της οικείας αγοράς, ούτε και για τον προσδιορισμό αυτής
- Η αρχή αυτή μπορεί να εφαρμοστεί αναλογικά και στην περίπτωση του άρθρου 1 του Ν. 3959/
- Συναφώς, έχει κριθεί ότι δεν είναι η εκάστοτε αρχή ανταγωνισμού που επιλέγει κάθε φορά «κατ’ αυθαίρετο» τρόπο τη σχετική αγορά προϊόντων, αλλά οι ίδιες οι συμπράττουσες επιχειρήσεις που επικεντρώνουν την αντί-ανταγωνιστική τους συμπεριφορά σε ορισμένο/-α προϊόν/τα (καθορίζοντας έτσι και το εύρος της σχετικής έρευνας) 74,
- Ως εκ τούτου, τα εμπλεκόμενα μέρη (συμπεριλαμβανομένης, εν προκειμένω και της ΕΕΤ), συμπράττοντας και επικεντρώνοντας την συμπεριφορά τους σε συγκεκριμένες υπηρεσίες, οδηγούν σε συγκεκριμένο καθορισμό του εύρους της σχετικής αγοράς στις πρακτικές της παρούσας, οι οποίες αφορούν σε εξ’ αντικειμένου περιορισμό του ανταγωνισμού. Συνεπώς, στην ανάλυση που ακολουθεί, η ακριβής οριοθέτηση της σχετικής αγοράς στις περιπτώσεις των εξ’ αντικειμένου παραβατικών συμπεριφορών παρέλκει, δεδομένου ότι δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη νομική αξιολόγησή τους.
- Αντιθέτως, σε ό,τι αφορά πρακτικές για τις οποίες κρίνεται ότι παραβιάζουν εξ αποτελέσματος τα άρθρα 1 του Ν. 3959/2011 και 101 της ΣΛΕΕ κρίνεται σκόπιμη η ακριβής οριοθέτηση της σχετικής αγοράς την οποία αφορά η παράβαση. Αναλυτικότερα, ενώ οι συμφωνίες που έχουν ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού θεωρούνται από τη φύση τους ικανές να περιορίσουν τον ανταγωνισμό, για να θεωρηθεί ότι μία συμφωνία παράγει αποτελέσματα που περιορίζουν τον ανταγωνισμό, πρέπει να επηρεάζει τον πραγματικό ή δυνητικό ανταγωνισμό σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπορούν ευλόγως να αναμένονται αρνητικές επιπτώσεις στη σχετική αγορά όσον αφορά τις τιμές, την παραγωγή, την καινοτομία ή την ποικιλία ή την ποιότητα των Βλ. Ανακοίνωση της Ε.Επ. «όσον αφορά τον ορισμό της σχετικής αγοράς για τους σκοπούς του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού», Επίσημη εφημερίδα («ΕΕ») αριθ. C 372 της 09/12/
- Στη σχετική αγορά προϊόντων περιλαμβάνονται το προϊόν (ή προϊόντα) που αφορούν στην υπό εξέταση υπόθεση, καθώς και όλα τα προϊόντα που είναι υποκατάστατά τους είτε από πλευράς ζήτησης είτε από πλευράς προσφοράς και των οποίων η διαθεσιμότητα (ή δυνητική διαθεσιμότητα) εμποδίζει τις ελεγχόμενες επιχειρήσεις να αυξήσουν επικερδώς την τιμή τους κατά ένα μικρό αλλά σημαντικό ποσοστό για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. 72 Βλ. ενδεικτικά Αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου T-38/02 Groupe Danone κατά Επιτροπής, σκ. 99, και T-48/02 Brouwerij Haacht NV κατά Επιτροπής, σκ. 58 (καθώς και στη σχετική νομολογία που παραπέμπουν). 73 Βλ. Απόφαση ΣτΕ 2780/2012, σκ.
- 74 Βλ. Απόφαση Τ-71/03, Tokai Carbon κατά Επιτροπής, σκ.
- 75 Βλ. και Faull & Nikpay «The EU Law of Competition», 3η έκδοση, παρ. 8.
- 71 13 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ προϊόντων και υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, για την ανάλυση των περιοριστικών αποτελεσμάτων μιας συμφωνίας πρέπει κατά κανόνα να ορισθεί η σχετική αγορά
- Σχετικές αγορές προϊόντων
- Δεδομένου ότι τα εμπλεκόμενα μέρη προέβησαν σε επιμέρους πρακτικές σύμπραξης επί διαφορετικών κατηγοριών παρεχόμενων υπηρεσιών, η ανάλυση επί των σχετικών αγορών κρίνεται σκόπιμο όπως δομηθεί με βάση τις ως άνω κατηγορίες. Κατωτέρω αρχικώς παρατίθεται η σχετική ανάλυση οριοθέτησης σχετικής αγοράς ως προς τις πρακτικές που οδήγησαν εκ του αποτελέσματος σε περιορισμό του ανταγωνισμού. - Υπηρεσίες εκτός δικτύου (off-us) ανάληψης μετρητών μέσω Αυτόματων Ταμειολογιστικών Μηχανών (ΑΤΜ)
- Εν προκειμένω αντικείμενο συνεννόησης μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών, όπως θα αναλυθεί στη συνέχεια της παρούσης77, υπήρξε ο τρόπος και το ύψος της τιμολόγησης των συναλλαγών ανάληψης μετρητών μέσω των ΑΤΜ σε κατόχους καρτών εκδοθεισών από τρίτα τραπεζικά ιδρύματα / παρόχους υπηρεσιών πληρωμών (ΠΥΠ) (off – us αναλήψεις).
- Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με μελέτη/έρευνα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ/ECB) το 201978, παρότι τα τελευταία χρόνια η χρήση μέσων πληρωμών χωρίς τη χρήση μετρητών έχει αυξηθεί στην ευρωζώνη, με διαφορετικό ρυθμό από χώρα σε χώρα, η χρήση των μετρητών παραμένει η πλέον διαδεδομένη μέθοδος πληρωμών στις χώρες της ευρωζώνης79,
- Ως εκ τούτου η ζήτηση για ανάληψη και χρήση μετρητών θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα βαθμό ανελαστική. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι σύμφωνα με το Ν. 4537/2018 ο οποίος ενσωματώνει στην ελληνική έννομη τάξη την Οδηγία 2015/2366/ΕΕ (PSD II) σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, οι υπηρεσίες ανάληψης μετρητών από λογαριασμό πληρωμών φαίνεται να κατατάσσονται μεταξύ των επιμέρους υπηρεσιών πληρωμών
- Ωστόσο, οι υπηρεσίες ανάληψης μετρητών σε σχέση με τις λοιπές υπηρεσίες πληρωμών, όπως εκείνες ορίζονται στο άρθρο 3 παρ. 4 του Ν. 4537/2018, δέον είναι όπως θεωρηθούν ότι συνιστούν διακριτές σχετικές αγορές υπηρεσιών, καθώς εκάστη υπηρεσία Βλ. σχετ. Ανακοίνωση της Ε.Επ. «Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης» (2004/C 101/08) παρ. 24 επόμ. 77 Βλ. Ενότητα «Ενιαία και διαρκής παράβαση αναφορικά με τις χρεώσεις για τις off-us συναλλαγές ανάληψης μετρητών από ATM» της παρούσας. 78 Η έρευνα διεξήχθη κατά την περίοδο Μαρτίου – Δεκεμβρίου 2019, με τη συλλογή 41.155 απαντήσεων σε 17 χώρες. Στην έρευνα συμπεριλήφθηκαν και 2.061 απαντήσεις από την Γερμανία και 22.103 απαντήσεις από την Ολλανδία που είχαν συλλεχθεί στο πλαίσιο μελετών των κεντρικών τραπεζών τους κατά το 2017 και 2019 αντίστοιχα. 79 Σημειώνεται ότι η χρήση αυτών των μέσων ενισχύθηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας, όμως δεν είναι ακόμα σαφές κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί ως μία σταθερή και εδραιωμένη τάση. 80 Study on the payment attitudes of consumers in the euro-area (SPACE), ECB December 2020, πρόλογος σελ
- «The survey results indicate that cash is still the most used retail payment instrument in the euro area, but cashless means of payment are increasing their share across euro area countries, albeit at varying speeds. The trend towards cashless payments seems to have accelerated during the pandemic, although the consolidation of this provisional finding is still uncertain». 81 Βλ. άρθρο 4 περ. 3 του Ν. 4537/2018 (ΦΕΚ Α 84/15.5.2018): «Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους ισχύουν οι εξής ορισμοί: […] 3) “υπηρεσίες πληρωμών”: οι εξής επιχειρηματικές δραστηριότητες: […] β) υπηρεσίες που επιτρέπουν τις αναλήψεις μετρητών από λογαριασμό πληρωμών, καθώς και όλες τις δραστηριότητες που απαιτούνται για την τήρηση λογαριασμού πληρωμών». 76 14 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ πληρωμών εξυπηρετεί διαφορετική ανάγκη του συναλλασσόμενου ,όχι μόνο ως προς το μέσο αλλά και το είδος της πληρωμής. Ως εκ τούτου, εξ απόψεως υποκατάστασης ζήτησης, κρίνεται σκόπιμο όπως η υπηρεσία ανάληψης μετρητών ιδωθεί διακριτά από τις λοιπές υπηρεσίες πληρωμών
- Η δε διάκριση των υπηρεσιών αναλήψεων σε σχέση με τις λοιπές υπηρεσίες πληρωμών κρίνεται βάσιμη και εξ απόψεως υποκατάστασης προσφοράς, δεδομένου ότι η δραστηριοποίηση εκάστου παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, ως εκείνος ορίζεται στο άρθρο 1 του Ν. 4537/201883 σε όλα τα επιμέρους είδη υπηρεσιών πληρωμών δεν είναι εύκολη ή άμεση. Τούτο διότι για εκάστη εκ των υπηρεσιών πληρωμών υφίστανται ξεχωριστές νομικές προϋποθέσεις αδειοδότησης και κεφαλαιακής επάρκειας, ενώ τίθενται και διαφορετικές τεχνικές και τεχνολογικές απαιτήσεις, όπως η πρόσβαση σε συστήματα πληρωμών, ο τεχνολογικός εξοπλισμός, τα συστήματα ασφαλείας, η συνεργασία με πιστωτικά ιδρύματα για τη δρομολόγηση πληρωμών και δίκτυο αντιπροσώπων 84,
- Περαιτέρω, και ως προς την υποκατάσταση προσφοράς σε επίπεδο παροχής υπηρεσιών ανάληψης μετρητών, σημειώνεται ότι η εν λόγω υπηρεσία παρέχεται μεν κατά κανόνα διαμέσου των ΑΤΜ, ωστόσο δύναται να παρασχεθεί τόσο στο πλαίσιο συναλλαγών εντός καταστημάτων τραπεζών ή άλλων φυσικών σημείων
- Δεδομένης όμως της διαφοροποίησης τόσο στο είδος της εξυπηρέτησης, π.χ. εντός των καταστημάτων των τραπεζών διεκπεραιώνονται συναλλαγές αναλήψεων από λογαριασμούς καταθέσεων που τηρούνται στην ίδια και μόνο τράπεζα (on-us αναλήψεις) όσο και του τρόπου αυτής, αφού τα ΑΤΜ παρέχουν υπηρεσίες self service σε 24ωρη βάση και σε ελάχιστο χρόνο, κρίνεται σκόπιμη η διάκριση των παρεχόμενων μέσω δικτύου ΑΤΜ υπηρεσιών αναλήψεων μετρητών. Βλ. σχετ. και υπ’ αριθ. 787/2022 Απόφαση ΕΑ-ΟΠΑΠ. Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο εν λόγω άρθρο πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών δύνανται να είναι πιστωτικά ιδρύματα περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους, ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, γραφεία ταχυδρομικών επιταγών, ιδρύματα πληρωμών, καθώς και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες όταν δεν ενεργούν με την ιδιότητά τους ως νομισματικών ή άλλων δημόσιων αρχών και το Ελληνικό Δημόσιο και τα άλλα κράτη μέλη ή οι περιφερειακές ή τοπικές αρχές τους όταν δεν ενεργούν με την ιδιότητά τους ως δημόσιων αρχών. 84 Βλ. σχετ. και υπ’ αριθ. 787/2022 Απόφαση ΕΑ-ΟΠΑΠ. 85 Ως προς τη διάκριση της αγοράς αναλήψεων βλ. και σχετ. Απόφαση της Ιταλικής Αρχής Ανταγωνισμού I849/BANCOMAT-PRELIEVI CONTANTI. 86 Βλ. ενδεικτικά υπ’ αριθ. πρωτ. 7328/1.8.2022 απάντηση της […] στην οποία αναφέρεται: «Απ’ όσο γνωρίζουμε, σχετική δυνατότητα παρέχεται από άλλον ΠΥΠ [εν. πάροχο υπηρεσιών πληρωμών] μέσω των POS αλυσίδας super-market». Επίσης στην υπ’ αριθ. πρωτ. 8176/8.9.2022 επιστολή η […] αναφέρει: «Επιπλέον, σήμερα παρέχεται η δυνατότητα στους καταναλωτές να κάνουν ανάληψη μετρητών από τους εμπόρους μέσω του POS. Ωστόσο, η σχετική δραστηριότητα δεν έχει αναπτυχθεί σε μεγάλη κλίμακα». Η […] στην υπ’ αριθ. πρωτ. 7983/1.9.2022 επιστολή της διευκρινίζει σχετικά: «Επίσης, την υπηρεσία ανάληψης μετρητών παρέχει η εταιρεία viafintech η οποία συνεργάζεται με αλυσίδα super market. Τέλος, εκτός των αναλήψεων μετρητών από ΑΤΜ, παρέχεται από τους Διεθνείς Οργανισμούς Πληρωμών, η υβριδική υπηρεσία Cashback μέσω της οποίας είναι δυνατή η ανάληψη μετρητών από σημεία λιανικού εμπορίου όπως supermarket. Ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη χρήση της υπηρεσίας ορίζεται ότι κατά την ανάληψη μετρητών πρέπει ταυτόχρονα να πραγματοποιηθεί και συναλλαγή αγοράς στον αντίστοιχο έμπορο. Δεν δύναται δηλαδή να πραγματοποιηθεί μόνο ανάληψη μετρητών». Από την πλευρά της η […] επισημαίνει στην υπ’ αριθ. πρωτ. 8057/5.9.2022 υποβολή στοιχείων: «Στην Ελληνική Επικράτεια, εκτός του Δικτύου καταστημάτων […] και […] ATMs, υπάρχει και η δυνατότητα ανάληψης μετρητών από το συνεργαζόμενο με την […]». 82 83 15 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Περαιτέρω, και εντός αυτής καθεαυτής της υπηρεσίας αναλήψεων μετρητών από ΑΤΜ, δέον είναι όπως διακριθούν οι υπηρεσίες ανάληψης από ΑΤΜ κατά τις οποίες εκδότης κάρτας και πάροχος ΑΤΜ ταυτίζονται (on-us αναλήψεις) από τις υπηρεσίες ανάληψης κατά τις οποίες τα εν λόγω μέρη δεν ταυτίζονται (off-us αναλήψεις). Τούτο διότι, αφενός η παροχή υπηρεσιών offus αναλήψεων απαιτεί τη διασυνδεσιμότητα μεταξύ των παρόχων μέσω πλατφορμών διεκπεραίωσης και εκκαθάρισης συναλλαγών, όπως η ΔΙΑΣ ή/και τα διεθνή σχήματα καρτών, π.χ. Visa, Mastercard, και αφετέρου υφίσταται σημαντική τιμολογιακή απόκλιση μεταξύ των δύο κατηγοριών αναλήψεων, δεδομένου ότι οι on us αναλήψεις μετρητών παρέχονται από το σύνολο των εμπλεκόμενων μερών με μηδενική χρέωση.
- Ειδικότερα και ως προς τις off-us αναλήψεις με κάρτες εκδοθείσες από παρόχους υπηρεσιών πληρωμών του εξωτερικού, σημειώνεται ότι παρέχεται η δυνατότητα στους χρήστες καρτών του εξωτερικού πραγματοποίησης συναλλαγών αναλήψεων με απευθείας μετατροπή νομίσματος κατά την χρέωση του λογαριασμού του στο νόμισμα χρέωσης του πελάτη (Dynamic Currency Conversion – DCC). Δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση η υπηρεσία ανάληψης δεν παρέχεται ούτε τιμολογείται αυτοτελώς αλλά σε συνδυασμό με την υπηρεσία μετατροπής νομίσματος και μάλιστα με τιμή σημαντικά διαφοροποιημένη από την τιμή των λοιπών off-us αναλήψεων, κρίνεται σκόπιμο όπως η εν λόγω κατηγορία αναλήψεων δεν περιληφθεί στο σύνολο των συναλλαγών off-us ανάληψης μετρητών αλλά ιδωθεί ξεχωριστά.
- Ενόψει των ανωτέρω, και λαμβάνοντας υπόψη τις συναλλαγές τις οποίες και αφορά η υπό παρούσα πρακτική επί του τρόπου και του ύψους τιμολόγησης των off-us συναλλαγών ανάληψης μετρητών, η σχετική αγορά προϊόντος είναι η παροχή υπηρεσιών off-us αναλήψεων μετρητών από ΑΤΜ εξαιρουμένων των συναλλαγών ανάληψης μετρητών μέσω της υπηρεσίας DCC.
- Στο συγκεκριμένο σημείο αξίζει να σημειωθεί ότι το ζήτημα της ένταξης των υπηρεσιών αναλήψεων είτε μεταξύ των υπηρεσιών αποδοχής καρτών μέσω ΑΤΜ87 είτε μεταξύ των υπηρεσιών πληρωμών, δύναται να μείνει ανοιχτό για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, καθώς σύμφωνα με την ανωτέρω ανάλυση, οι υπηρεσίες ανάληψης μετρητών από ΑΤΜ, εξαιρουμένων των συναλλαγών ανάληψης μετρητών μέσω της υπηρεσίας DCC, αποτελούν σε κάθε περίπτωση διακριτή σχετική αγορά υπηρεσιών. - Παροχή υπηρεσιών πληρωμών
- O Ν. 4537/2018 (πρώην Ν. 3862/2010), ο οποίος ενσωματώνει στην ελληνική έννομη τάξη την Οδηγία 2015/2366/ΕΕ (PSD II)88, παραθέτει τις επιμέρους υπηρεσίες πληρωμών τις οποίες δύναται να παρέχουν οι κατά το άρθρο 1 οριζόμενοι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών στους οποίους περιλαμβάνονται τόσο τα τραπεζικά ιδρύματα όσο και τα ιδρύματα πληρωμών και τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος
- Βλ. ενδεικτικά απόφαση Ε.Επ. M.7947-BANCO SANTANDER TOTTA/BANIF. Βλ. σχετ. και παρ. 37 της παρούσας. 89 Αναλυτικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 4537/2018 ως «υπηρεσίες πληρωμών» ορίζονται: «α) υπηρεσίες που επιτρέπουν τις τοποθετήσεις μετρητών σε λογαριασμό πληρωμών, καθώς και όλες οι δραστηριότητες που απαιτούνται για την τήρηση λογαριασμού πληρωμών, β) υπηρεσίες που επιτρέπουν τις 87 88 16 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
- Επισημαίνεται ότι η αγορά υπηρεσιών πληρωμών και ειδικότερα των πληρωμών χωρίς την χρήση μετρητών (συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών μεταφοράς πίστωσης και άμεσης χρέωσης) έχει κριθεί με βάση αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι δύναται να αποτελέσει διακριτή αγορά υπηρεσιών
- Για τους σκοπούς αξιολόγησης της καταγγελλόμενης άρνησης ένταξης της VIVA στην ΕΕΤ, ως σχετικές αγορές επί των οποίων αξιολογούνται τα όποια αντι-ανταγωνιστικά αποτελέσματα της εν λόγω συμπεριφοράς της ΕΕΤ λογίζεται το σύνολο των επιμέρους κατηγοριών υπηρεσιών πληρωμών επί των οποίων δραστηριοποιούνταν ή δύναντο να δραστηριοποιηθεί η VIVA. Σε συνέχεια της ανάλυσης στην προηγούμενη ενότητα91, οι επιμέρους υπηρεσίες αγορών δύνανται να αποτελέσουν διακριτές σχετικές αγορές υπηρεσιών
- Ωστόσο για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, το ζήτημα της επιμέρους στενότερης οριοθέτησης των υπηρεσιών πληρωμών κρίνεται ότι παρέλκει δεδομένου ότι τα όποια αντι-ανταγωνιστικά αποτελέσματα της πρακτικής της ΕΕΤ αφορούν εξίσου τις επιμέρους κατηγορίες υπηρεσιών πληρωμών. Ως εκ τούτου, εν προκειμένω ως σχετική αγορά υπηρεσιών ορίζεται η αγορά υπηρεσιών πληρωμών.
- Πέραν των ανωτέρω, στην παρούσα υπόθεση, τα εμπλεκόμενα μέρη προέβησαν σε πρακτικές κρινόμενες ως αντιβαίνουσες τα άρθρα 1 του Ν. 3959/2011 και 101 της ΣΛΕΕ, καθώς είχαν ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού, οι οποίες αφορούσαν επιπλέον επιμέρους προμήθειες εκπορευόμενες από ειδικότερες ή γενικότερες τραπεζικές υπηρεσίες. Αναλυτικότερα κατωτέρω παρατίθενται οι επιμέρους υπηρεσίες που αποτέλεσαν αντικείμενο των αντι-ανταγωνιστικών πρακτικών: - Υπηρεσίες έκδοσης καρτών πληρωμών (card issuing)
- Αντικείμενο συνεννόησης μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών υπήρξε η επιβολή και το ύψος της προμήθειας επιβαλλόμενης εκ μέρους του εκδότη καρτών πληρωμών σε καρτούχους στο πλαίσιο υπηρεσιών ανάληψης μετρητών σε ΑΤΜ τρίτων παρόχων (issuing fee). Εν προκειμένω, η εν λόγω πρακτική συνεννόησης καταρχάς κατατάσσεται στην αγορά της έκδοσης καρτών (card issuing)93 προς τους καταναλωτές. Αξίζει να σημειωθεί ότι όπως αναλήψεις μετρητών από λογαριασμό πληρωμών, καθώς και όλες οι δραστηριότητες που απαιτούνται για την τήρηση λογαριασμού πληρωμών, γ) εκτέλεση πράξεων πληρωμής, συμπεριλαμβανομένης της μεταφοράς κεφαλαίων σε λογαριασμό πληρωμών που τηρείται στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του χρήστη ή σε άλλο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών: αα) εκτέλεση εντολών άμεσης χρέωσης, συμπεριλαμβανομένης της εφάπαξ άμεσης χρέωσης, ββ) εκτέλεση πράξεων πληρωμής με κάρτα πληρωμής ή ανάλογο μέσο, γγ) εκτέλεση μεταφορών πίστωσης, συμπεριλαμβανομένων των πάγιων εντολών, δ) εκτέλεση πράξεων πληρωμής στο πλαίσιο των οποίων τα χρηματικά ποσά καλύπτονται από πιστωτικό άνοιγμα για τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών: αα) εκτέλεση εντολών άμεσης χρέωσης, συμπεριλαμβανομένης της εφάπαξ άμεσης χρέωσης, ββ) εκτέλεση πράξεων πληρωμής με κάρτα πληρωμής ή ανάλογο μέσο, γγ) εκτέλεση μεταφορών πίστωσης, συμπεριλαμβανομένων των πάγιων εντολών, ε) έκδοση μέσων πληρωμής και/ή αποδοχή πράξεων πληρωμής, στ) υπηρεσίες εμβασμάτων, ζ) υπηρεσίες εκκίνησης πληρωμής, η) υπηρεσίες πληροφοριών λογαριασμού». 90 Βλ. σχετ. Αποφάσεις Ε.Επ. Μ.8414 – DNB/NORDEA/LUMINOR GROUP, Μ.9744 – MASTERCARD /NETS και Μ.9971- P27 NPP/BANKGIROT. 91 Βλ. παρ. 38 και
- 92 Βλ. και υπ’ αριθ. 787/2022 Απόφαση ΕΑ-ΟΠΑΠ.. 93 Ως προς την οριοθέτηση της αγοράς έκδοσης καρτών βλ. σχετ. και αποφάσεις εθνικής και ενωσιακής νομολογίας. Ενδεικτικά αναφέρεται η υπ’ αριθ. Απόφαση ΕΑ 592/2014 ALPHA BANK-CITIBANK (ενότ. 17 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ προκύπτει και από εσωτερικά έγγραφα των εμπλεκόμενων μερών, τα έσοδα που προκύπτουν από την προμήθεια επί συναλλαγών ανάληψης μετρητών σε ΑΤΜ τρίτων παρόχων (issuing fee) φαίνεται να εντάσσονται στην αγορά της έκδοσης καρτών
- Επισημαίνεται ότι η έκδοση των πιστωτικών, χρεωστικών και προπληρωμένων καρτών (card issuing) περιλαμβάνει ιδίως τη διάθεση αυτών στους καταναλωτές και την εξυπηρέτηση πελατών μέσω υπηρεσιών που παρέχει η χρήση των καρτών πληρωμών. Τόσο η έκδοση όσο και οι υπηρεσίες που παρέχονται διά των καρτών πληρωμών στους πελάτες των εκδοτών πραγματοποιείται (συνήθως) με τη χρήση του διεθνούς σήματος και των εμπορικών όρων ιδιωτικών εταιριών κατοχής των ανωτέρω σημάτων (π.χ. Visa, Mastercard, Diners, American Express). Μεταξύ των παρεχόμενων υπηρεσιών που προσφέρει η έκδοση καρτών στους πελάτες περιλαμβάνεται και η παρεχόμενη εκ μέρους του εκδότη (issuer) υπηρεσία ανάληψης μετρητών από ΑTΜ τρίτων παρόχων με την χρήση καρτών εκδοθεισών από τα εμπλεκόμενα μέρη επί της οποίας μάλιστα επιβάλλεται η ως άνω προμήθεια issuing fee. Ως εκ τούτου, η ως άνω οριοθέτηση επί των παρεχόμενων υπηρεσιών αντικατοπτρίζει και το αντικείμενο της περιοριστικής του ανταγωνισμού πρακτικής για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, αφήνοντας σε κάθε περίπτωση το ζήτημα της ακριβούς οριοθέτησης ανοιχτό δεδομένου ότι στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υπόθεσης παρέλκει ως αναφέρθηκε ανωτέρω. - Λοιπές τραπεζικές υπηρεσίες
- Πέραν των ανωτέρω, και όπως θα αναλυθεί στη συνέχεια της παρούσας95, μεταξύ των πρακτικών περιλαμβάνεται και η συνεννόηση μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών ως προς την ενδεχόμενη εισαγωγή προμηθειών – χρεώσεων επί τραπεζικών εργασιών οι οποίες αφορούν επιμέρους κατηγορίες τραπεζικών προϊόντων και υπηρεσιών περιλαμβανομένων των υπηρεσιών έκδοσης και αποδοχής καρτών πληρωμών, χορηγήσεων, λογαριασμών πληρωμών, καθώς και υπηρεσιών πληρωμών -συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών μεταφορών πίστωσης και εμβασμάτων με την χρήση μετρητών- αλλά και λοιπών συναλλαγών.
- Δεδομένου ότι οι συνεννοήσεις επί των ως άνω χρεώσεων κρίνονται ότι είχαν ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού, η ακριβής οριοθέτηση επί των πρακτικών που αφορούν τις ως άνω προμήθειες παρέλκει κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. - Παροχή υπηρεσιών μεταφορών πίστωσης στο πλαίσιο του συστήματος DIAS CREDIT TRANSFER
- Περαιτέρω, δεδομένου ότι, όπως θα καταδειχθεί και σε επόμενες ενότητες, τα καταγγελλόμενα τραπεζικά ιδρύματα Τράπεζα Πειραιώς, Alpha Bank, Eurobank και Εθνική Τράπεζα συμμετείχαν σε συνεννόηση επί των όρων τιμολόγησης αλλά και λοιπούς όρους συναλλαγών έναντι της καταγγέλλουσας μέσω του συστήματος μεταφορών πίστωσης DIAS CREDIT TRANSFER, ενώ σε επίπεδο ΕΕΤ υπήρξε απόφαση για παρεμπόδιση συμμετοχής της Ζ.1.1) και η υπ’ αριθ. Απόφαση Ε.Επ. Μ.8414 – DNB/NORDEA/LUMINOR GROUP (παρ.4.2.8 επόμ.) με τις εκεί αναφερόμενες παραπομπές 94 Ενδεικτικά αναφέρεται η από […]. Επίσης, στο […]. Επιπλέον, στο […]. 95 Βλ. Ενότητα «Ενιαία και διαρκής παράβαση αναφορικά με την επιβολή χρεώσεων σε τραπεζικά προϊόντα και υπηρεσίες» κατωτέρω. 18 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ καταγγέλλουσας στο εν λόγω σύστημα96, κρίνεται σκόπιμο όπως το αντικείμενο των ως άνω περιοριστικών του ανταγωνισμού πρακτικών για τους σκοπούς της παρούσης Απόφασης επικεντρωθεί στην αγορά των υπηρεσιών μεταφοράς πίστωσης μέσω του συστήματος DIAS, ήτοι στην αγορά παροχής υπηρεσιών μέσω του συστήματος DIAS CREDIT TRANSFER. Σε κάθε περίπτωση, κατά τα ανωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη ότι πρόκειται για εξ αντικειμένου περιοριστικές του ανταγωνισμού συμπεριφορές η ακριβής οριοθέτηση της σχετικής αγοράς για τους σκοπούς της παρούσης παρέλκει. Σχετική γεωγραφική αγορά
- Η σχετική γεωγραφική αγορά περιλαμβάνει την περιοχή, στην οποία οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις πωλούν τα σχετικά προϊόντα και τις υπηρεσίες τους υπό επαρκώς ομοιογενείς συνθήκες ανταγωνισμού
- Στην παρούσα υπόθεση και με βάση τα ανωτέρω αναλυθέντα ως προς τις σχετικές αγορές που αφορούν οι υπό κρίση πρακτικές, ως σχετική γεωγραφική αγορά για το σύνολο των πρακτικών και σχετικών αγορών αυτών ορίζεται η ελληνική επικράτεια.
- Τούτο διότι αφενός τα εμπλεκόμενα μέρη δραστηριοποιούνται στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας και αφετέρου οι ανωτέρω αναφερθείσες πρακτικές των μερών αφορούν το σύνολο της χώρας, καθώς το αντικείμενο των συνεννοήσεων που έλαβαν χώρα αφορούσαν σε ενιαία τιμολογιακή πρακτική σε εθνικό επίπεδο, ενώ οι πρακτικές αποκλεισμού/ παρεμπόδισης επίσης δεν περιορίζονταν σε μικρότερο γεωγραφικό εύρος έναντι του πανελλαδικού. Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ Εφαρμοστέες διατάξεις
- Βάσει του άρθρου 29α του Ν. 3959/2011, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα της ΕΑ να θεσπίσει με απόφασή της διαδικασία διευθέτησης διαφορών με τις επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων που παραδέχονται την αποδιδόμενη σε αυτούς παράβαση των άρθρων 1, 1Α και 2 του Ν. 3959/2011 ή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, καθώς και βάσει του άρθρου 14 παρ. 2 περ. ιδ (εε) του Ν. 3959/2011, εκδόθηκε από την ΕΑ η υπ’ αριθ. 790/2022 απόφαση με τίτλο «Όροι, προϋποθέσεις και διαδικασία για τη διευθέτηση διαφορών σε υποθέσεις απαγορευμένων συμπράξεων, πρόσκλησης σε απαγορευμένη σύμπραξη και ανακοίνωσης μελλοντικών προθέσεων τιμολόγησης προϊόντων και υπηρεσιών μεταξύ ανταγωνιστών και περιπτώσεων κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης κατά παράβαση των άρθρων 1, 1Α και 2 του ν. 3959/2011, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 4886/2022 και ισχύει ή/και των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ» (εφεξής «Ανακοίνωση για τη διαδικασία διευθέτησης διαφορών»).
- Σκοπός της διαδικασίας διευθέτησης διαφορών (εφεξής και «ΔΔΔ»), όπως ορίζεται και στην ως άνω απόφαση, είναι η απλοποίηση και επιτάχυνση της διοικητικής διαδικασίας έκδοσης αποφάσεων από την ΕΑ για παραβάσεις των άρθρων 1, 1Α και 2 του Ν. 3959/2011 ή/και των Βλ. Ενότητες «Ανταλλαγή πληροφοριών με αντικείμενο την εισαγωγή και το ύψος του issuing fee εντός του συστήματος DIASATM» και «Παρεμπόδιση συμμετοχής της VIVA στο σύστημα DIAS CREDIT TRANSFER ως συνδεδεμένου μέλους μέσω τρίτου πιστωτικού ιδρύματος», κατωτέρω αντίστοιχα. 97 Βλ. Ανακοίνωση της Ε.Επ. «όσον αφορά τον ορισμό της σχετικής αγοράς για τους σκοπούς του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού», Επίσημη εφημερίδα («ΕΕ») αριθ. C 372 της 09/12/1997, σκ.
- 96 19 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, καθώς και ο περιορισμός του αριθμού των προσφυγών που ασκούνται κατά των αποφάσεων της ΕΑ ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών98, προκειμένου να παρασχεθεί στην ΕΑ η δυνατότητα να εξετάζει περισσότερες υποθέσεις με τους ίδιους πόρους και με λιγότερη διοικητική επιβάρυνση, να αυξάνει, έτσι, τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της δράσης της και να ενισχύει, συγχρόνως, τον ανταγωνισμό στην ελληνική οικονομία και το ενδιαφέρον των πολιτών για την αποτελεσματική και έγκαιρη τιμωρία των παραβατών. Στο πλαίσιο αυτό, στις επιχειρήσεις που συμβάλλουν στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της διοικητικής διαδικασίας ενώπιον της ΕΑ99 μπορεί να επιβάλλονται μειωμένα πρόστιμα υπό τις ειδικότερες προϋποθέσεις που αναλύονται κατωτέρω
- Η συμβολή αυτή λαμβάνει τη μορφή της ειλικρινούς, ανέκκλητης και ανεπιφύλακτης παραδοχής από μέρους της εμπλεκόμενης επιχείρησης της αποδιδόμενης σε αυτή συμμετοχής στην παράβαση και της σχετικής ευθύνης της, καθώς και της παραίτησής της από την άσκηση συγκεκριμένων δικονομικών δικαιωμάτων και δικαιολογεί μείωση του προστίμου που επιβάλλεται από την ΕΑ
- Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της ΔΔΔ οι επιχειρήσεις για τις οποίες διεξάγονται έρευνες για συμμετοχή σε απαγορευμένη σύμπραξη (οριζόντια καρτελική σύμπραξη ή κάθετη σύμπραξη) ή για πρόσκληση σε απαγορευμένη σύμπραξη και ανακοίνωσης μελλοντικών προθέσεων τιμολόγησης προϊόντων και υπηρεσιών μεταξύ ανταγωνιστών ή για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης και σε βάρος των οποίων έχουν συλλεχθεί αποδεικτικά στοιχεία και έχει/-ουν στοιχειοθετηθεί παράβαση/-σεις του άρθρου 1 ή/και του άρθρου 1Α ή/και του άρθρου 2 του Ν. 3959/2011 ή/και του άρθρου 101 και 102 ΣΛΕΕ, αναγνωρίζουν ανεπιφύλακτα τη συμμετοχή τους στην/-ις παράβαση/-σεις και την ευθύνη τους από αυτή/-ές και παραιτούνται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, από το δικαίωμά τους να λάβουν πλήρη πρόσβαση στον διοικητικό Βλ. T-456/10, Timab κ.ά. κατά Επιτροπής, σκ.
- Βλ. Timab κ.ά. κατά Επιτροπής, σκ.
- 100 Κατά πάγια ενωσιακή νομολογία, μείωση του προστίμου λόγω συνεργασίας κατά τη διοικητική διαδικασία δικαιολογείται, εάν η συμπεριφορά της επιχείρησης διευκόλυνε την εκ μέρους της Επιτροπής διαπίστωση της παράβασης και, ενδεχομένως, την παύση της (βλ. ΔΕΚ C- 297/98 P, SCA Holding κατά Επιτροπής, σκ. 36, ΔΕΚ C- 328/05 P, SGL Carbon κατά Επιτροπής, σκ. 83, και ΠΕΚ 311/94, BPB de Eendracht κατά Επιτροπής, σκ. 325). Μείωση του προστίμου δικαιολογείται επίσης και στην περίπτωση που επιχείρηση συνδράμει την Επιτροπή στην ευκολότερη διαπίστωση του υποστατού της παράβασης, ιδίως με την εκ μέρους της επιχείρησης αναγνώριση της συμμετοχής της στην παράβαση ή με την μη αμφισβήτηση των πραγματικών ισχυρισμών επί των οποίων θεμελιώνεται η παράβαση (βλ. ΔΕΚ C-298/98 P, Finnboard κατά Επιτροπής, σκ. 56, 59 και 60, C-57/02 P, Acerinox κατά Επιτροπής, σκ. 88). Βλ. επίσης ΕΑ 526/2011, σκ. 2, και Ανακοίνωση ΕΑ-Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 9 του Ν. 703/1977, παρ.
- 101 Η μείωση του προστίμου δικαιολογείται ενόψει της συνεργασίας της εμπλεκόμενης επιχείρησης υπό την παραπάνω έννοια. Η ΕΑ, ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή με αποκλειστική αρμοδιότητα την εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού με την έκδοση εκτελεστών αποφάσεων που υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο, δε διαπραγματεύεται με τις ελεγχόμενες επιχειρήσεις το ζήτημα της ύπαρξης της παράβασης και της επιβολής της κατάλληλης κύρωσης. Βλ. και Ανακοίνωση Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την διεξαγωγή διαδικασιών διευθέτησης διαφορών ενόψει της έκδοσης αποφάσεων δυνάμει του άρθρου 7 και του άρθρου 23 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου σε περιπτώσεις συμπράξεων (ΕΕ 2008 C 167/1), παρ.
- 98 99 20 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ φάκελο της υπόθεσης και από το δικαίωμα προφορικής ακρόασης κατά τη συζήτηση ενώπιον της ΕΑ102,
- Στην περίπτωση αυτή, η απόφαση διαπίστωσης παράβασης από την ΕΑ κατά το άρθρο 29α τελευταίο εδάφιο του Ν. 3959/2011 σε συνδυασμό με τα άρθρα 25 παρ. 1 και 25Β104 του ίδιου νόμου εκδίδεται κατ’ απλοποιημένη διαδικασία, αφού έχουν ληφθεί υπόψη οι ισχυρισμοί, νομικοί και πραγματικοί, και οι θέσεις των εμπλεκομένων επιχειρήσεων, όπως υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της ΔΔΔ. Με την ίδια απόφαση προβλέπεται η επιβολή προστίμου105 στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, κατά τα άρθρα 25 παρ. 1 και 25Β του Ν. 3959/2011 και σύμφωνα με την Ανακοίνωση της ΕΑ – Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων, μειωμένου κατά ποσοστό 15% λόγω υπαγωγής της υπόθεσης στην ΔΔΔ. Υπαγωγή στην παρούσα υπόθεση Εκκίνηση διαδικασίας διευθέτησης - Εκτίμηση της ΕΑ
- Με βάση το ως άνω θεσμικό πλαίσιο και σε συνέχεια των μέτρων έρευνας της Υπηρεσίας που έχουν περιγραφεί ανωτέρω, και καθώς η έρευνα της ΓΔΑ είχε φτάσει σε ώριμο στάδιο, οι ακόλουθες πέντε
(5)επιχειρήσεις και μία
(1)ένωση επιχειρήσεων, για τις οποίες είχε συλλεχθεί ισχυρό αποδεικτικό υλικό από το οποίο προέκυπταν με σαφήνεια ορισμένες παραβατικές τους συμπεριφορές, εκδήλωσαν εγγράφως το ενδιαφέρον τους για διερεύνηση της δυνατότητας υπαγωγής τους στη διαδικασία διευθέτησης διαφορών και κατέθεσαν σχετικό αίτημα, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στις παρ. 14 επ. της Ανακοίνωσης για τη διαδικασία διευθέτησης διαφορών: • «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (Τράπεζα Πειραιώς)106, • «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» (Εθνική Τράπεζα) 107, • «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (Alpha Bank)108, • «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (Eurobank)109, • «ATTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (Attica Bank)110, Βλ. άρθρο 14 παρ. 2 του Κανονισμού Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΦΕΚ Β΄ 1790/21.3.2023) (εφεξής ΚΛΔ ΕΑ). 103 Βλ. αναλυτικά Ανακοίνωση Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την διεξαγωγή διαδικασιών διευθέτησης διαφορών ενόψει της έκδοσης αποφάσεων δυνάμει του άρθρου 7 και του άρθρου 23 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου σε περιπτώσεις συμπράξεων (ΕΕ 2008 C 167/1). 104 Η παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 3959/2011 προβλέπει τις κυρώσεις, πέραν της επιβολής προστίμου, που δύναται να επιβάλει η ΕΑ σε περίπτωση διαπίστωσης παράβασης των άρθρων 1 και 2 του ίδιου νόμου και 101 και 102 της ΣΛΕΕ και το άρθρο 25Β προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα κριτήρια υπολογισμού του προστίμου και το ανώτατο όριο αυτού. Οι εν λόγω διατάξεις τυγχάνουν εφαρμογής και σε περίπτωση υπαγωγής μίας υπόθεσης στη διαδικασία διευθέτησης διαφορών. 105 Η ΕΑ δύναται στο πλαίσιο της διαδικασίας διευθέτησης διαφορών να επιβάλει κατά τη διακριτική της ευχέρεια και τις λοιπές προβλεπόμενες στο άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 3959/2011 κυρώσεις. 106 Βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. 3714/11.05.2023 επιστολή. 107 Βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. 4200/26.05.2023 επιστολή. 108 Βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. 3865/17.05.2023 επιστολή. 109 Βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. 4145/24.05.2023 επιστολή. 110 Βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. 4460/02.06.2023 επιστολή. 102 21 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ • ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΤΡΑΠΕΖΩΝ (ΕΕΤ)
- Σε συνέχεια των εν λόγω αιτημάτων, η Ολομέλεια της ΕΑ σε συνεδρίασή της στις 25.05.2023112 έκρινε ομόφωνα ότι συνεκδικαζόμενες υποθέσεις της παρούσας (βλ. παρ. 1 ανωτέρω) είναι πρόσφορες και μπορούν να υπαχθούν στη διαδικασία διευθέτησης, καθώς πληρούν τα κριτήρια υπαγωγής σε αυτή
- Προς τούτο, στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής της ευχέρειας για την υπαγωγή υποθέσεων σε διαδικασία διευθέτησης, η ΕΑ συνεκτίμησε, ιδίως, την ειλικρινή πρόθεση των ενδιαφερομένων μερών να υπαχθούν στη διαδικασία διευθέτησης διαφορών, τον αριθμό των εμπλεκομένων επιχειρήσεων που αιτούνταν την υπαγωγή τους σε διαδικασία διευθέτησης, τη φύση των εν λόγω παραβάσεων, το βαθμό αμφισβήτησης των πραγματικών περιστατικών, της νομικής τους αξιολόγησης και της συμμετοχής και ευθύνης έκαστης των εμπλεκομένων επιχειρήσεων/ ένωσης, όπου, εν προκειμένω, τα ενδιαφερόμενα μέρη αποδέχθηκαν πλήρως τις αποδιδόμενες σε αυτά παραβάσεις και τον προσδοκώμενο βαθμό επίτευξης διαδικαστικής αποτελεσματικότητας, ο οποίος κρίθηκε εν προκειμένω αισθητά μεγάλος.
- Στη συνέχεια, κατά τα προβλεπόμενα στην παρ. 32 της Ανακοίνωσης για τη διαδικασία διευθέτησης διαφορών, ο Εισηγητής ενημέρωσε τα ενδιαφερόμενα μέρη με σχετικές κλητεύσεις114, στις οποίες προσδιοριζόταν η ημερομηνία έναρξης των διμερών συσκέψεων με έκαστη από αυτές. Διμερείς συσκέψεις
- Σε συνέχεια της κατά τα ανωτέρω εκδήλωσης του ενδιαφέροντος των μερών για διερεύνηση της δυνατότητας υπαγωγής τους στη διαδικασία διευθέτησης διαφορών, έλαβαν χώρα διμερείς συσκέψεις εντός τριμήνου από την έναρξή τους, σύμφωνα με το Παράρτημα της υπ’ αριθμ. 790/2022 Απόφασης ΕΑ, ως ακολούθως: • με την Τράπεζα Πειραιώς στις […] • με την Εθνική Τράπεζα στις […] • με την Alpha Bank στις […] • με την Eurobank στις […] • με την Attica Bank στις […] • με την ΕΕΤ στις […] Κατά τις διμερείς συσκέψεις με καθένα από τα ενδιαφερόμενα μέρη για τη διευθέτηση της υπόθεσης ως προς αυτά, τα μέρη ενημερώθηκαν από τον Εισηγητή σχετικά με τα σημαντικότερα στοιχεία της υπόθεσης, κατά τα αναφερόμενα στην παρ. 20 της Ανακοίνωσης για τη διαδικασία διευθέτησης διαφορών περιλαμβανομένου του υπολογισμού του εύρους του Βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. 3689/10.05.2023 επιστολή. Βλ. εξουσιοδότηση από την Ολομέλεια της ΕΑ (αρ. πρακτικού συνεδρίασης 47/25.05.2023). 113 Βλ. Ανακοίνωση για τη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών, ενότητα ΙΙ, παρ. 6-9 και
- 114 Βλ. […] 111 112 22 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ προστίμου για έκαστο των μερών
- Κατά τη διάρκεια των διμερών συσκέψεων, κάθε εμπλεκόμενο μέρος γνωστοποίησε και ανέπτυξε επαρκώς τους νομικούς και πραγματικούς ισχυρισμούς του και τις απόψεις του επί της αποδιδόμενης σε αυτό παράβασης, οι οποίοι αξιολογήθηκαν από τον Εισηγητή και, όπου κρίθηκε απαραίτητο, ελήφθησαν υπόψη. Υποβολή προτάσεων διευθέτησης διαφοράς
- Με το πέρας των ως άνω διμερών συσκέψεων και καθώς διαπιστώθηκε από τον Εισηγητή και τα ενδιαφερόμενα μέρη ότι έχει επέλθει επαρκής βαθμός συναντίληψης αναφορικά με τα πραγματικά περιστατικά, το νομικό τους χαρακτηρισμό, τη βαρύτητα και τη χρονική διάρκεια των παραβάσεων, το βαθμό απόδειξης των αιτιάσεων βάσει των αποδεικτικών στοιχείων και τον υπολογισμό του εύρους του προστίμου για κάθε μία ενδιαφερόμενη εταιρία, υπεβλήθησαν, μετά από πρόσκληση του Εισηγητή σε έκαστη εξ αυτών, Προτάσεις Διευθέτησης Διαφοράς (εφεξής και ΠΔΔ) από τα ενδιαφερόμενα μέρη Τράπεζα Πειραιώς116, Εθνική Τράπεζα117, Alpha Bank118, Eurobank119, Attica Bank120 και ΕΕΤ
- Η Πρόταση Διευθέτησης Διαφοράς κάθε εμπλεκόμενου μέρους περιλαμβάνει τα προβλεπόμενα στην παρ. 27 της σχετικής Ανακοίνωσης: (α) ανεπιφύλακτη παραδοχή, με σαφείς όρους που δεν επιδέχονται παρερμηνεία, της συμμετοχής έκαστης επιχείρησης στις παραβάσεις των άρθρων 1 Ν. 3959/2011 και 101 ΣΛΕΕ, καθώς και της ευθύνης που συνεπάγεται η συμμετοχή αυτή, η οποία περιγράφεται συνοπτικά, όσον αφορά το αντικείμενό της, την ενδεχόμενη εφαρμογή της, τα κύρια πραγματικά περιστατικά, τον νομικό χαρακτηρισμό τους, συμπεριλαμβανομένου του ρόλου της εκάστοτε επιχείρησης, και τη διάρκεια της συμμετοχής της στις εν λόγω παραβάσεις, σύμφωνα με το αποτέλεσμα των διμερών συσκέψεων που διεξήχθησαν για τη διευθέτηση της διαφοράς, (β) αποδοχή του ανώτατου ύψους του προστίμου που μπορεί να επιβληθεί από την ΕΑ στο πλαίσιο της διαδικασίας διευθέτησης, σύμφωνα με το αποτέλεσμα των διμερών συσκέψεων, (γ) επιβεβαίωση από την ενδιαφερόμενη επιχείρηση ότι έχει ενημερωθεί επαρκώς σχετικά με την αποδιδόμενη/-ες σε αυτή παράβαση/-εις και ότι της παρασχέθηκαν επαρκείς δυνατότητες να γνωστοποιήσει τους ισχυρισμούς, νομικούς και πραγματικούς, και τις απόψεις της επί αυτών, (δ) δήλωση παραίτησης της ενδιαφερόμενης επιχείρησης από το δικαίωμά της να λάβει περαιτέρω ή/ και πλήρη πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης και από το δικαίωμα προφορικής ακρόασης ενώπιον της ΕΑ, υπό την επιφύλαξη η Εισήγηση Διευθέτησης να μην απηχεί την Πρόταση Διευθέτησης Διαφοράς ή η ΕΑ να μην αποδεχθεί με την απόφασή της την πρόταση αυτή, (ε) δήλωση παραίτησης από κάθε αμφισβήτηση της αρμοδιότητας της ΕΑ ή/και της εγκυρότητας της διαδικασίας που ακολουθείται για την επιβολή σε βάρος τους προστίμου στο πλαίσιο της Διαδικασίας Διευθέτησης Διαφορών. Οι ΠΔΔ των εμπλεκομένων Ανακοίνωση ΕΑ της 07.07.2022 αναφορικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων δυνάμει των άρθρων 25 και 25Β του Ν. 3959/2011, όπως ισχύει. 116 […] 117 […] 118 […] 119 […] 120 […] 121 […] 115 23 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ επιχειρήσεων με το ανωτέρω περιεχόμενο αποτελούν ειλικρινή έκφραση της δέσμευσής τους να συνεργασθούν με την ΕΑ (παρ. 28 της υπ’ αριθμ. 790/2022 Απόφασης ΕΑ).
- Κατόπιν της κοινοποίησης της υπ’ αριθ. πρωτ. 9283/30.11.2023 Εισήγησης στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και την ΕΕΤ, οι τελευταίες επιβεβαίωσαν, δυνάμει της παρ. 37 της υπ’ αριθ. 790/2022 Απόφασης ΕΑ («Δήλωση Διευθέτησης»)122, «…….ανέκκλητα, ανεπιφύλακτα και με σαφήνεια, ότι η Εισήγηση Διευθέτησης απηχεί τις Προτάσεις Διευθέτησης Διαφοράς και ότι, ως εκ τούτου, ισχύει η δέσμευσή τους για υπαγωγή στη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών». Αναφορικά με […], η […] και η […]123, […]»
- Η υποβολή της ΠΔΔ κάθε εμπλεκόμενου μέρους έγινε υπό την επιφύλαξη ότι το πρόστιμο που θα επιβληθεί από την ΕΑ σε αυτό δε θα ξεπερνά το ανώτατο ποσό, το οποίο κάθε μέρος έχει αποδεχθεί για τις αποδιδόμενες σε αυτό παραβάσεις.
- Η παράθεση των γεγονότων και η νομική αξιολόγηση που ακολουθεί θεμελιώνεται σε συσχέτιση, συνδυαστική ερμηνεία και συνολική αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου της υπόθεσης και λαμβάνει υπόψη της την ανεπιφύλακτη και ρητή παραδοχή από τα εμπλεκόμενα μέρη που υπέβαλαν ΠΔΔ των πραγματικών περιστατικών, του νομικού χαρακτηρισμού τους, της συμμετοχής έκαστου στις παραβάσεις που διαπιστώνονται και της ευθύνης έκαστου από την τέλεση των εν λόγω παραβάσεων
- ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΔΙΚΑΙΟ Γενικό πλαίσιο
- Εφαρμοστέο δίκαιο για την επί της ουσίας εξέταση της παρούσας υπόθεσης είναι ο Ν. 3959/2011 (ΦΕΚ Α΄ 93). Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του N. 3959/2011, απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ επιχειρήσεων και όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού στην ελληνική επικράτεια
- Προϋποθέσεις, επομένως, εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης είναι: α) η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων και β) αντικείμενο ή αποτέλεσμα της ανωτέρω συμφωνίας να είναι ο περιορισμός, η παρακώλυση ή η νόθευση του ανταγωνισμού. Αντίστοιχες είναι και οι βασικές προϋποθέσεις που τάσσονται από τον ενωσιακό νομοθέτη για την εφαρμογή του άρθρου 101 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ
- Το άρθρο 1 παρ. 3 του N. 3959/2011 προβλέπει εξαίρεση από τον εν λόγω απαγορευτικό κανόνα για τις συμφωνίες οι οποίες: α) συμβάλλουν στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου, β) Βλ. σχετικά τις υπ’ αριθ. πρωτ. […] Δηλώσεις Διευθέτησης Διαφοράς των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων και της ΕΕΤ. 123 […] 124 […] 125 Η Τράπεζα Πειραιώς και η Alpha Bank δηλώνουν επίσης ότι οι Προτάσεις τους υποβάλλονται «[…]». 126 Κατά την περιπτωσιολογία που παρατίθεται στο άρθρο 1 παρ. 1 του N. 3959/2011, η απαγόρευση της εν λόγω διάταξης καλύπτει ιδίως τις συμφωνίες εκείνες οι οποίες συνίστανται, μεταξύ άλλων στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής. 127 Βλ. κατωτέρω Ενότητα «Τα κριτήρια των άρθρων 1 του N. 3959/2011 και 101 ΣΛΕΕ». 122 24 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ εξασφαλίζουν συγχρόνως στους καταναλωτές δίκαιο τμήμα από το όφελος που προκύπτει, γ) δεν επιβάλλουν περιορισμούς που δεν είναι απαραίτητοι για την επίτευξη των στόχων αυτών και δ) δεν παρέχουν στις επιχειρήσεις αυτές τη δυνατότητα καταργήσεως του ανταγωνισμού σε σημαντικό τμήμα των σχετικών προϊόντων. Οι τέσσερις προαναφερόμενες προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά προκειμένου να τύχει εφαρμογής η ατομική απαλλαγή που προβλέπουν οι ανωτέρω διατάξεις
- H επιχείρηση που διεκδικεί τη χορήγηση ατομικής απαλλαγής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις, με πειστικά επιχειρήματα και αποδεικτικά στοιχεία
- Οι ανωτέρω προϋποθέσεις εξαίρεσης ταυτίζονται με εκείνες που τάσσονται από τον ενωσιακό νομοθέτη για την εφαρμογή του άρθρου 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ. Επηρεασμός ενδοκοινοτικού εμπορίου & δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ
- Για την εφαρμογή, παράλληλα προς τις διατάξεις του εθνικού δικαίου, του άρθρου 101 ΣΛΕΕ βάσει του άρθρου 3 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 1/2003130, θα πρέπει να εξεταστεί εάν στην κρινόμενη υπόθεση συντρέχει το κριτήριο του επηρεασμού του διακοινοτικού εμπορίου. Το εν λόγω κριτήριο είναι αυτόνομο κριτήριο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, το οποίο εκτιμάται ad hoc, και οριοθετεί το πεδίο εφαρμογής του ευρωπαϊκού δικαίου του ανταγωνισμού
- Συγκεκριμένα, για την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, οι συμφωνίες και μονομερείς πρακτικές πρέπει να δύνανται να έχουν ένα ελάχιστο επίπεδο διασυνοριακών επιπτώσεων στο εσωτερικό της Ένωσης και ως εκ τούτου να δύνανται να επηρεάσουν «αισθητά» το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών
- Για να είναι σε θέση μια συμφωνία ή πρακτική να επηρεάσει αισθητά το εμπόριο μεταξύ κρατών-μελών, θα πρέπει, βάσει ενός συνόλου νομικών και πραγματικών στοιχείων, να μπορεί να πιθανολογηθεί επαρκώς ότι μπορεί να ασκήσει άμεση ή έμμεση, πραγματική ή δυνητική, επίδραση στα εμπορικά ρεύματα μεταξύ κρατών μελών, τούτο δε κατά τρόπο που να προκαλείται φόβος ότι θα μπορούσε να εμποδίσει την πραγματοποίηση ενιαίας αγοράς μεταξύ κρατών μελών
- Η απαίτηση να επηρεάζεται το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών συνεπάγεται την ύπαρξη συνεπειών στις διασυνοριακές οικονομικές δραστηριότητες μεταξύ δύο τουλάχιστον κρατών μελών, εντούτοις, το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών μπορεί να επηρεαστεί και στις περιπτώσεις στις οποίες η οικεία αγορά είναι η εθνική αγορά ή/και τμήμα αυτής και η συμφωνία καλύπτει Βλ. Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της Συνθήκης (νυν άρθρο 101 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ) [2004] ΕΕ C 101/97, παρ. 42 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 129 Βλ. ενδεικτικά ΔΕφΑθ 559/2010, σκ. 18, ΔΕφΑθ 2891/2009, σκ. 19 και ΔΕφΑθ 1682/2009, σκ. 28 και την εκεί παρατιθέμενη ενωσιακή νομολογία. 130 Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης, EE L 1 της 4.1.2003, σελ.
- 131 Βλ. σχετικά Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης [ΕΕ C 101/07, της 27/04/2004], εφεξής και «Κατευθυντήριες Γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης», παρ.
- 132 Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ό.π., παρ.
- 133 Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ό.π., παρ.
- 128 25 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ένα μόνο κράτος μέλος
- Είναι δε πάγια η νομολογία ότι οι περιοριστικές του ανταγωνισμού πρακτικές που καλύπτουν ολόκληρο το έδαφος ενός εκ των κρατών-μελών, ζωτικό δηλαδή τμήμα της κοινής αγοράς, έχουν εξ ορισμού αποτέλεσμα την παρακώλυση της οικονομικής αλληλοδιεισδύσεως που επιδιώκεται με τη ΣΛΕΕ και, ως εκ τούτου, πληρούται το κριτήριο επηρεασμού του διακοινοτικού εμπορίου για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ
- Η ικανότητα αυτών των συμφωνιών να κατακερματίζουν την εσωτερική αγορά οφείλεται στο γεγονός ότι οι επιχειρήσεις που συμμετέχουν σε συμπράξεις που καλύπτουν ένα μόνο κράτος μέλος, ή σημαντικό μέρος αυτού, θα επιδιώξουν κανονικά να αποκλείσουν τους ανταγωνιστές τους από άλλα κράτη μέλη
- Εν προκειμένω, τα εμπλεκόμενα μέρη, ιδιαίτερα δε οι Τράπεζα Πειραιώς, Εθνική Τράπεζα, Alpha Bank και Eurobank, δραστηριοποιούνται στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας, επομένως, οι δραστηριότητές τους δεν έχουν τοπικό ή περιφερειακό χαρακτήρα. Επιπροσθέτως, η σχετική γεωγραφική αγορά προϊόντων είναι, όπως προαναφέρθηκε, εθνική και οι εξεταζόμενες συμφωνίες/ πρακτικές καλύπτουν το σύνολο της ελληνικής επικράτειας.
- Ενόψει των ανωτέρω, εκτιμάται ότι οι πρακτικές των ελεγχόμενων εταιριών είναι ικανές να επηρεάσουν αισθητά το ενδοκοινοτικό εμπόριο, κατά την έννοια των ενωσιακών κανόνων ανταγωνισμού και, ως εκ τούτου, το άρθρο 101 ΣΛΕΕ τυγχάνει παράλληλης εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Τα κριτήρια των άρθρων 1 του N. 3959/2011 και 101 ΣΛΕΕ Η έννοια της «επιχείρησης»
- Ως «επιχείρηση», κατά το δίκαιο προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού, νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο ή οικονομική ενότητα που ασκεί εμπορική ή άλλη οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς του και από τον τρόπο χρηματοδότησής του
- Επιπροσθέτως, η ύπαρξη επιχείρησης προϋποθέτει αυτονομία οικονομικής δράσης και συνακόλουθα πλήρη ανάληψη των οικονομικών κινδύνων που συνεπάγεται η εκάστοτε Βλ. ΕΑ 580/2013 (επικυρωθείσα ως προς τα ζητήματα ουσίας από την ΔΕφΑθ 527/2016), σκ. 81 και EA 622/2015, σκ.127 με περαιτέρω παραπομπές. Βλ. επίσης Κατευθυντήριες Γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ό.π., παρ. 22, 78επ. και ιδίως 86 επ. αναφορικά με τις κάθετες συμφωνίες που καλύπτουν ένα μόνο κράτος μέλος. 135 Βλ. ΣτΕ 1324/2013, σκ. 6, καθώς και ενδεικτικά αποφάσεις ΔΕΚ C-309/99, Wouters, Συλλ. Ι-1577, σκ. 95 και ΠΕΚ Τ-65/98, Van den Bergh Foods, Συλλ. ΙΙ- 4653, ΠΕΚ Τ-7/93, Lagnese–Iglo, Συλλ. ΙΙ1533, σκ.
- Βλ. επίσης αποφάσεις ΔΕφΑθ 1001/2006, ΔΕφΑθ 2891/2009 και ΔΕφΑθ 559/
- Συναφώς, το γεγονός ότι μια σύμπραξη έχει ως αποκλειστικό αντικείμενο τη διάθεση προϊόντων στο εμπόριο σε ένα μόνο κράτος μέλος δεν αρκεί για να αποκλειστεί η δυνατότητα επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι σύμπραξη η οποία εκτείνεται στο σύνολο του εδάφους κράτους μέλους συνεπάγεται, ως εκ της φύσεώς της, την εδραίωση στεγανοποιήσεων εθνικού χαρακτήρα, εμποδίζοντας με τον τρόπο αυτό την οικονομική αλληλοδιείσδυση που επιδιώκει η ΣΛΕΕ, βλ. C-211/22, σκ. 62 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία. 136 Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ό.π., παρ. 79 και υπόθεση ΔΕΕ 246/86, SC Belasco και λοιποί κατά Επιτροπής, EU:C:1989:301, σκ. 32-
- 137 Βλ. ΔΕΕ C-41/90, Hofner και Elser, σκ. 21, C-55/96, Job Centre II, σκ. 21, C-180-184/98, Pavlov, σκ. 74, C-218/00, Cisal di Batistello Venanzio, σκ. 22 και ΕΑ 292/IV/2005, Οδοντιατρικοί Σύλλογοι, παρ.2.1, η οποία επικυρώθηκε από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών με τις υπ’ αριθ. 1026/2007, 1027/2007 και 1028/2007 αποφάσεις του, και 518/VI/2011, Μεσίτες, σκ. 102, η οποία επικυρώθηκε από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών με τις υπ’ αριθ. 2821/2013 και 502/2013 αποφάσεις του. 134 26 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ οικονομική δραστηριότητα
- Ως «οικονομική δραστηριότητα» νοείται κάθε δραστηριότητα προσφοράς αγαθών ή υπηρεσιών σε δεδομένη αγορά
- Η έννοια της «επιχείρησης» είναι περισσότερο οικονομική παρά νομική και το αποφασιστικό κριτήριο για την έννοια αυτή στο δίκαιο προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού είναι η οικονομική και όχι η νομική της αυτοτέλεια
- Οι εμπλεκόμενες Τράπεζες στην παρούσα υπόθεση συνιστούν επιχειρήσεις υπό την έννοια των άρθρων 1 παρ. 1 του N. 3959/2011 και 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ. Η ύπαρξη «συμφωνίας» ή «εναρμονισμένης πρακτικής»
- Για την εφαρμογή των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3959/2011, καθώς και 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, απαιτείται η ύπαρξη συμφωνίας που περιορίζει τον ανταγωνισμό, μεταξύ δύο τουλάχιστον ανεξάρτητων οικονομικά επιχειρήσεων. Για να υφίσταται «συμφωνία» μεταξύ επιχειρήσεων, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, αρκεί οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ρητά ή σιωπηρά να εγκρίνουν από κοινού ένα σχέδιο που περιορίζει ή μπορεί να περιορίσει την κοινή ελευθερία τους, καθορίζοντας μεταξύ τους τις κατευθυντήριες γραμμές της αμοιβαίας δράσης τους (ή αποχής από τη δράση) στην αγορά. Αρκεί, δηλαδή, οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις να έχουν εκδηλώσει την κοινή τους βούληση να συμπεριφέρονται στην αγορά κατά καθορισμένο τρόπο
- Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, κάθε φορά που επιχειρήσεις εκφράζουν κοινή βούληση προς επίτευξη επιδιωκομένων τιμών ή επιδιωκομένου όγκου πωλήσεων ή κατανομής αγορών/ πελατείας
- Τόσο το άρθρο 1 του Ν. 3959/2011, όσο και το άρθρο 101 ΣΛΕΕ καλύπτουν όλες τις συμφωνίες που περιορίζουν τον ανταγωνισμό και δεν διαχωρίζουν μεταξύ συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ ανταγωνιστών που δρουν στο ίδιο οικονομικό επίπεδο (οριζόντιες) ή μεταξύ επιχειρήσεων που δρουν σε διαφορετικό οικονομικό επίπεδο (κάθετες). Εφόσον οι συμβαλλόμενες επιχειρήσεις απολαμβάνουν οικονομικής αυτονομίας, νόθευση ή περιορισμός του ανταγωνισμού δύναται να προκύψει και από συμφωνία μη ανταγωνιστών που δρουν δηλαδή σε διαφορετικό επίπεδο της αγοράς.
- Για τη στοιχειοθέτηση «συμφωνίας» υπό την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 3959/2011 είναι αδιάφορος ο τρόπος με τον οποίο εξωτερικεύεται η κατά τα ανωτέρω κοινή βούληση των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων. Ως αποτέλεσμα της διασταλτικής ερμηνείας του όρου, μια συμφωνία μπορεί να είναι έγγραφη ή προφορική143, υπογεγραμμένη ή ανυπόγραφη144, ενώ ως Βλ. ενδεικτικά υπόθ. Τ-23/09 Conseil national de l’Ordre des pharmaciens (CNOP), Conseil central de la section G de l’Ordre national des pharmaciens (CCG) κατά Επιτροπής, σκ. 70-71, C-55/96, Job Centre coop.arl, Συλλογή 1997, σελ. Ι-7119, σκ. 21, συνεκδ. υποθ. C-180-184/98, Pavel Pavlov κ.ά. κατά Stichting Pensioenfonds Medische Specialisten, Συλλ. 2000 σ. Ι-6451, σκ. 74, υπόθ. C-118/85 Επιτροπή κατά Ιταλίας Συλλ. 1987 σ. 2599, σκ. 7, υπόθ. C-41/90 Klaus Höfner and Fritz Elser κατά Macrotron GmbH Συλλ. 1991 σ. I-1979, σκ. 21, υπόθ. C-35/96 Επιτροπή κατά Ιταλίας (CNSD) Συλλ. 1998 σ. I-3851, σκ. 36, υπόθ. C244/94 Fédération Française des Sociétés d’Assurance κ.ά. κατά Ministère de l'Agriculture et de la Pêche Συλλ. 1995 σ. I-4013, σκ. 14 και απόφαση ΕΑ 292/IV/2005 υπό 2.
- Βλ. επίσης σχετικά και Λ. Κοτσίρη, Δίκαιο του Ανταγωνισμού, Αθέμιτου και Ελεύθερου, Εκδ. Σάκκουλα, 4η έκδοση, σελ.
- 139 Βλ. ΔΕΕ C-35/96, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, σκ.
- 140 Βλ. ΕΑ 518/VI/2011, Μεσίτες, σκ. 102 επ. και 376/V/2008, ΙΚΑ/Τράπεζες, παρ. 6.1.
- 141 Βλ. ενδεικτικά ΕΑ 563/VII/2013 σκ. 74 και την εκεί παρατιθέμενη εθνική και ενωσιακή νομολογία. 142 Βλ. ΕΑ 563/VII/2013 ό.π. 143 Βλ. ΔΕΕ 28/77, Tepea BV κατά Επιτροπής. 144 Βλ. BP Kemi – DDSF, απόφαση της Ε.Επ. της 5.9.1979, ΕΕ 1979 L286/
- 138 27 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ συμφωνίες εμπίπτουσες στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου ανταγωνισμού έχουν κατά καιρούς κριθεί: συμφωνίες κυρίων (gentlemen’s agreements)145, άτυπες συμφωνίες (understandings)146, το καταστατικό ενός εμπορικού συνδέσμου147, καθώς και μη δεσμευτικές εμπορικές κατευθυντήριες γραμμές
- Για την ύπαρξη «συμφωνίας» είναι σημαντικό κάθε μέρος να αναλαμβάνει εκούσια να περιορίσει την ελευθερία του προς δράση σε σχέση με το άλλο, η διαπίστωση δε της συμφωνίας μπορεί να προκύπτει άμεσα ή έμμεσα από τη συμπεριφορά των μερών, μπορεί δε να εφαρμόζεται σε ατελείς συνεννοήσεις, καθώς και σε επιμέρους και υπό όρους συμφωνίες κατά τη διαδικασία διαπραγμάτευσης, η οποία οδηγεί σε οριστική συμφωνία
- Περαιτέρω, η έννοια της εναρμονισμένης πρακτικής αναφέρεται σε μια μορφή συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων η οποία, χωρίς να έχει φθάσει μέχρι του σημείου πραγματοποιήσεως μιας καθαυτό συμφωνίας, αντικαθιστά συνειδητά τους κινδύνους του ανταγωνισμού με πρακτική συνεργασία μεταξύ τους έναντι των κινδύνων του ανταγωνισμού
- Κατά πάγια νομολογία, τα κριτήρια συντονισμού και συνεργασίας που συνθέτουν μια εναρμονισμένη πρακτική, χωρίς να απαιτούν την κατάρτιση πραγματικού «σχεδίου», πρέπει να νοούνται υπό το φως της αντιλήψεως που είναι συνυφασμένη με τις σχετικές προς τον ανταγωνισμό διατάξεις της Συνθήκης, κατά την οποία κάθε επιχειρηματίας πρέπει να καθορίζει κατά τρόπο αυτόνομο την πολιτική που προτίθεται να ακολουθήσει στην κοινή αγορά και τους όρους που προτίθεται να επιφυλάξει στην πελατεία του
- Αυτή η απαίτηση αυτονομίας δεν αποκλείει το δικαίωμα των επιχειρηματιών να προσαρμόζονται επιτηδείως στη διαπιστουμένη ή αναμενομένη συμπεριφορά των ανταγωνιστών τους, πλην όμως αντιτίθεται αυστηρώς σε κάθε άμεση ή έμμεση επαφή μεταξύ των επιχειρηματιών αυτών, η οποία έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τη δημιουργία συνθηκών ανταγωνισμού που δεν αντιστοιχούν προς τις κανονικές συνθήκες της εν λόγω αγοράς, λαμβανομένων υπ' όψιν της φύσεως των προϊόντων ή των παρεχομένων υπηρεσιών, της σπουδαιότητας και του αριθμού των επιχειρήσεων και του όγκου της αγοράς αυτής
- Υπό την έννοια αυτή, αντιτίθεται σε κάθε άμεση ή έμμεση επαφή μεταξύ των επιχειρηματιών αυτών δυνάμενη είτε να επηρεάσει τη συμπεριφορά ενός τωρινού ή δυνητικού ανταγωνιστή στην αγορά, είτε να αποκαλύψει σε έναν ανταγωνιστή τη συμπεριφορά που ο επιχειρηματίας έχει Βλ. ΔΕΕ 41/69, ACF Chemiefarma NV κατά Επιτροπής. Βλ. SSI, απόφαση της Ε.Επ. της 15.7.1982, ΕΕ 1982 L232/
- 147 Βλ. Nuovo CEGAM, απόφαση της Ε.Επ. της 30.3.1984, ΕΕ 1984 L99/
- 148 Βλ. Anheuser-Busch – Scottish & Newcastle, απόφαση της Ε.Επ. της 14.12.1999, ΕΕ 2000 L49/
- 149 Βλ. σχετικά Faull and Nikpay, The EC Law of Competition
(2007), σελ. 195 επ. και τη σχετική νομολογία στην οποία παραπέμπει, A. Jones – B. Sufrin, EU Competition Law, 4th Edition, σελ.142 και ΕΑ 563/VII/2013 σκ. 75 και την εκεί παρατιθέμενη εθνική και ενωσιακή νομολογία. 150 ΔΕΕ 48/69, Imperial Chemical Industries Ltd. κατά Επιτροπής, EU:C:1972:70, σκ. 64, ΔΕΕ C-8/08, TMobile Netherlands BV, KPN Mobile NV, Orange Nederland NV και Vodafone Libertel NV κατά Raad van bestuur van de Nederlandse Mededingingsautoriteit, EU:C:2009:343, σκ. 26 (και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 151 ΔΕΕ C-7/95 P, John Deere Ltd κατά Επιτροπής, EU:C:1998:256, σκ. 86, ΔΕΕ C-194/99 P, Thyssen Stahl AG κατά Επιτροπής, EU:C:2003:527, σκ.
- 152 ΔΕΕ C-7/95 P, John Deere Ltd κατά Επιτροπής, EU:C:1998:256, σκ. 87, ΔΕΕ C-194/99 P, Thyssen Stahl AG κατά Επιτροπής, EU:C:2003:527, σκ.
- 145 146 28 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ αποφασίσει ή σκέπτεται να ακολουθήσει στην αγορά
- Συνεπώς, για να στοιχειοθετηθεί εναρμονισμένη πρακτική δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι ο εν λόγω ανταγωνιστής ανέλαβε επισήμως δέσμευση, έναντι ενός ή περισσοτέρων άλλων, να υιοθετήσει την τάδε ή τη δείνα συμπεριφορά ή ότι οι ανταγωνιστές καθόρισαν από κοινού τη μελλοντική συμπεριφορά τους στην αγορά. Αρκεί ο ανταγωνιστής, μέσω της δηλώσεώς του ως προς τις προθέσεις του να έχει εξαλείψει ή, τουλάχιστον, να έχει μειώσει σημαντικώς την αβεβαιότητα ως προς την αναμενόμενη εκ μέρους του συμπεριφορά στην αγορά
- Η ανταλλαγή πληροφοριών μπορεί να αποτελεί εναρμονισμένη πρακτική εφόσον μειώνει την στρατηγική αβεβαιότητα στην αγορά και με τον τρόπο αυτόν διευκολύνει την συμπαιγνία, δηλαδή εφόσον τα στοιχεία που ανταλλάσσονται είναι στρατηγικής σημασίας. Ως εκ τούτου, η ανταλλαγή στρατηγικής φύσεως δεδομένων μεταξύ ανταγωνιστών ισοδυναμεί με συντονισμό λόγω του ότι μειώνει την ανεξαρτησία της συμπεριφοράς των ανταγωνιστών στην αγορά και ελαττώνει τα κίνητρά τους προς άσκηση ανταγωνισμού
- Σημειώνεται συναφώς ότι η έννοια των «στρατηγικής φύσεως δεδομένων» αναφέρεται σε ευαίσθητες πληροφορίες ως προς τον ανταγωνισμό, οι οποίες είναι σε θέση να επηρεάσουν άμεσα την εμπορική στρατηγική των ανταγωνιστών ή είναι ικανές να επηρεάσουν τις κανονικές συνθήκες του ανταγωνισμού
- Οι πληροφορίες που αφορούν την τιμολογιακή πολιτική που έχει αποφασίσει ή σκέπτεται να ακολουθήσει στην αγορά µία επιχείρηση θεωρούνται εκ φύσεως εμπιστευτικές. Η ανταλλαγή τους, επομένως, απαγορεύεται ως δυνάμενη να συμβάλλει στην τήρηση µιας εναρμονισμένης πρακτικής µεταξύ των επιχειρήσεων αναφορικά µε τις τιμές
- Οι επιχειρήσεις που συµµετέχουν σε συναντήσεις, στις οποίες ανταλλάσσονται πληροφορίες µεταξύ ανταγωνιστών που αφορούν, µεταξύ άλλων, την τιμολογιακή πολιτική που αυτοί σκοπεύουν να υιοθετήσουν στην αγορά, όχι µόνο σκοπεύουν στην εξάλειψη της προηγούμενης αβεβαιότητας ως προς τη µμελλοντική συμπεριφορά των ανταγωνιστών, αλλά και δε µπορούν παρά να λάβουν, άμεσα ή έµµεσα, υπ’ όψιν τις πληροφορίες που ανταλλάσσονται κατά τη ΔΕΕ C-49/92 P, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni SpA, EU:C:1999:356, σκ.
- ΓενΔΕΕ T-25/95, Cimenteries CBR κατά Επιτροπής, EU:T:2000:77, σκ.
- Βλ. και ΓενΔΕΕ T-235/07, Bavaria NV κατά Επιτροπής, EU:T:2011:283, σκ. 179-180 («Η προσφεύγουσα φρονεί, κατ’ ουσίαν, ότι ανέστρεψε το τεκμήριο αυτό αποδεικνύοντας ότι, παρά τις συζητήσεις, οι τέσσερις ζυθοποιοί καθόρισαν τη συμπεριφορά τους στην αγορά αυτοτελώς. Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Είναι ασφαλώς αληθές ότι τόσο οι δηλώσεις των διευθυνόντων συμβούλων της InBev καθώς και το γεγονός ότι η Heineken αύξησε τις τιμές της μόλις τον Φεβρουάριο του 2000 πιστοποιούν ότι, κατά την επικριθείσα περίοδο, κάθε ζυθοποιός ακολουθούσε την πολιτική του στην αγορά. Ωστόσο, μολονότι η τελευταία αυτή διαπίστωση δύναται να αποδείξει ότι δεν υπήρχαν τυπικές αναλήψεις δεσμεύσεων ή πραγματικός συντονισμός μεταξύ των ζυθοποιών, δεν αρκεί για να αποδείξει ότι οι ζυθοποιοί ουδέποτε έλαβαν υπόψη τους τις ανταλλαγείσες πληροφορίες κατά τις επικριθείσες συναντήσεις για να καθορίσουν τη συμπεριφορά τους στην αγορά, όπως ήθελε έκαστος»). 155 Βλ. Ανακοίνωση της Ε.Επ. – Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 101 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας [2011] ΕΕ C 11/1, παρ.
- 156 Βλ. ΔΕΕ C-98/17 P, Koninklijke Philips NV και Philips France κατά Επιτροπής, EU:C:2018:774, σκ. 37 («[…] the information exchanged […] was sensitive information from the point of view of competition which was capable of influencing directly the commercial strategy of the competitors or was capable of affecting normal competition»). 157 Βλ. ενδεικτικά απόφαση Γενικού ∆ικαστηρίου, υποθ. Τ- 1/89, Rhone Poulenc κατά Επιτροπής, Συλλ. 1991, σελ. ΙΙ-867, σκ. 122-127, καθώς και ΕΑ 369/V/2007, σελ. 76-77, σκ. 234-235, επικυρωθείσα από ∆ΕφΑθ 1682/2009, ∆∆ΙΚΗ 2010/214, σκ.
- 153 154 29 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ διάρκεια των συναντήσεων αυτών κατά τον καθορισμό της μελλοντικής εμπορικής τους πολιτικής. Το συμπέρασμα αυτό τυγχάνει εφαρμογής ακόμα και στις περιπτώσεις που η συµµετοχή µίας ή περισσότερων επιχειρήσεων σε συναντήσεις µε αντιανταγωνιστικό σκοπό περιορίζεται στην απλή λήψη πληροφοριών που σχετίζονται µε τη μελλοντική συμπεριφορά των ανταγωνιστών τους
- Ειδικότερα, πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει αντικείμενο αντίθετο προς τους κανόνες του ανταγωνισμού τυχόν ανταλλαγή πληροφοριών δυνάμενη να εξαλείψει την αβεβαιότητα των ενδιαφερομένων ως προς την ημερομηνία, το εύρος και τους λεπτομερείς όρους της προσαρμογής των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων στην αγορά
- Η νομολογία δεν απαιτεί η ανταλλαγή πληροφοριών να είναι αμοιβαία προκειμένου να συνιστά παραβίαση της αρχής περί αυτόνομης συμπεριφοράς στην αγορά. Συναφώς, από τη νομολογία προκύπτει ότι η διάδοση ευαίσθητων πληροφοριών εξαλείφει την αβεβαιότητα σχετικά με τη μελλοντική συμπεριφορά ενός ανταγωνιστή και επηρεάζει, επομένως, άμεσα ή έμμεσα, τη στρατηγική του αποδέκτη των πληροφοριών
- Θα πρέπει εξάλλου να τεκμαίρεται, πλην αποδείξεως του εναντίου που βαρύνει τους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες, ότι οι μετέχουσες στη διαβούλευση επιχειρήσεις που εξακολουθούν να δρουν στην αγορά, λαμβάνουν υπ’ όψιν τις πληροφορίες που αντήλλαξαν με τους ανταγωνιστές τους για να καθορίσουν την στάση τους στην αγορά
- Όταν μια εταιρία λαμβάνει στρατηγικής φύσης στοιχεία από ανταγωνιστή της (στο πλαίσιο συνάντησης, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή ηλεκτρονικά), εικάζεται ότι έχει αποδεχθεί τις πληροφορίες και ότι έχει προσαρμόσει ανάλογα την στάση της στην αγορά, εκτός εάν έχει προβεί σε σαφή δήλωση ότι δεν επιθυμεί να λαμβάνει τέτοια στοιχεία
- Μια εναρμονισμένη πρακτική, όπως ορίζεται ανωτέρω, εμπίπτει στα άρθρα 1 παρ. 1 του Ν. 3959/2011 και 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, έστω και αν δεν σημειώνονται στην αγορά αποτελέσματα πλήττοντα τον ανταγωνισμό. Κατ’ αρχάς από το ίδιο το γράμμα των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι – όπως ισχύει και για τις συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων και τις αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων – η εναρμονισμένη πρακτική απαγορεύεται, ασχέτως αποτελέσματος, άπαξ έχει αντίθετο στον ανταγωνισμό αντικείμενο
- Σύμφωνα με τη νομολογία, άπαξ η Επιτροπή έχει αποδείξει επαρκώς κατά νόμον τη συμμετοχή επιχείρησης σε διαβούλευση έχουσα σκοπό τον περιορισμό του ανταγωνισμού, δεν φέρει το βάρος να αποδείξει ότι η διαβούλευση αυτή εκδηλώθηκε μέσω συμπεριφοράς στην αγορά. Αντίθετα, η επιχείρηση φέρει Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις ∆ΕΕ, υποθ. C-7/95 P, John Deere Ltd κατά Επιτροπής, Συλλ. 1998, σελ. Ι-3111, σκ. 89 και 90, υποθ. C-194/99 P, Thyssen Stahl κατά Επιτροπής, Συλλ. 2003, σελ. Ι-10821, σκ. 81 και Γενικού ∆ικαστηρίου, υποθ. Τ- 1/89, Rhone Poulenc κατά Επιτροπής, Συλλ. 1991, σελ. ΙΙ-867, σκ. 122 και 123, καθώς και υποθ. Τ-202/98, Tate & Lyle κατά Επιτροπής, Συλλ. 2001, σελ. ΙΙ-2035, σκ.
- 159 Βλ. σχετικώς και ΔΕΕ C-883/19 P, HSBC Holdings κ.ά. κατά Επιτροπής, EU:C:2023:11, σκ. 115 επ. και εκεί μνημονευόμενη νομολογία. 160 ΓενΔΕΕ T-377/06, Comap SA κατά Επιτροπής, EU:T:2011:108, σκ.
- 161 ΔΕΕ C-199/92 P, Hüls AG κατά Επιτροπής, EU:C:1999:358, σκ. 162· ΔΕΕ C-49/92 P, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni SpA, EU:C:1999:356, σκ. 121, καθώς και ΕΑ 571/VII/2013, σκ.
- 162 Βλ. Ανακοίνωση της Ε.Επ. – Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 101 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας [2011] ΕΕ C 11/1, παρ.
- 163 ΔΕΕ C-49/92 P, Anic Partecipazioni Spa, EU:C:1999:356, σκ. 122 - 123 και ΔΕΕ C-199/92 P, Hüls AG κατά Επιτροπής, EU:C:1999:358, σκ. 163 -
- 158 30 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ το βάρος να αποδείξει ότι η διαβούλευση ουδόλως επηρέασε τη συμπεριφορά της στην αγορά
- Γίνεται δεκτό ότι, εφόσον μια επιχείρηση συμμετέχει, έστω και χωρίς να λαμβάνει ενεργό μέρος, σε συναντήσεις μεταξύ επιχειρήσεων που έχουν ως αντικείμενο τη βλάβη του ανταγωνισμού και δεν αποστασιοποιείται δημοσίως από το περιεχόμενο των συναντήσεων αυτών, δημιουργώντας έτσι την εντύπωση στους άλλους συμμετέχοντες ότι επικροτεί το αποτέλεσμα των συναντήσεων και ότι θα συμμορφωθεί προς αυτό, μπορεί να θεωρηθεί ότι αποδεδειγμένα συμμετέχει στη σύμπραξη που προκύπτει από τις εν λόγω συναντήσεις
- Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, το γεγονός ότι μια επιχείρηση δεν συμμορφώνεται προς τα αποτελέσματα συνεδριάσεων που έχουν αντικείμενο προδήλως αντίθετο προς τον ανταγωνισμό ουδόλως μειώνει την πλήρη ευθύνη της για τη συμμετοχή της στη σύμπραξη, άπαξ αυτή δεν αποστασιοποιήθηκε δημοσίως από το περιεχόμενο των συνεδριάσεων
- Αναφορικά με το αντικειμενικό στοιχείο του συντονισμού της συμπεριφοράς των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, ως προς την εξωτερίκευση της βούλησης των μερών για συνεργασία, το ΣτΕ έχει κρίνει ότι «σημασία δεν έχει η μορφή με την οποία εκδηλώνεται η κοινή (ή εναρμονισμένη) βούληση των συμπρατουσσών επιχειρήσεων, αλλά το περιεχόμενό της, που μπορεί να προκύπτει τόσο από τις ρήτρες μιας σύμβασης, όσο και από τις αντίστοιχες εκδηλώσεις συμπεριφοράς των οικείων επιχειρήσεων […] Εκδηλώσεις συμπεριφοράς που παρέχουν ευθέως ενδείξεις για την ύπαρξη και το περιεχόμενο της σύμπραξης μπορεί να είναι, μεταξύ άλλων, εγγραφές και στοιχεία από τα εμπορικά ή φορολογικά βιβλία των επιχειρήσεων, εσωτερικά έγγραφα, ανακοινώσεις, αλληλογραφία, και εν γένει κάθε μορφής δήλωση ή ανακοίνωση βούλησης ή παράστασης, προκειμένου δε περί οριζοντίων συμπράξεων και οι ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ ανταγωνιστών ή και επαφές με ανταγωνιστές ή συνεργάτες τους, εφ’ όσον κατά τις επαφές αυτές η επιχείρηση δεν αποστασιοποιήθηκε ρητά»
- Οι έννοιες της «συμφωνίας» και της «εναρμονισμένης πρακτικής» δεν προϋποθέτουν αμοιβαίο περιορισμό της ελευθερίας δράσεως στην ίδια αγορά στην οποία δραστηριοποιείται το σύνολο όλων των εμπλεκόμενων. Υπό το πρίσμα αυτό, τα άρθρα 1 παρ. 1 Ν. 3959/2011 και 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ δεν αφορούν αποκλειστικά είτε τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αγορά στην οποία υφίστανται περιορισμοί του ανταγωνισμού ή στις αγορές της προηγούμενης ή της επόμενης οικονομικής βαθμίδας ή παρακείμενες της εν λόγω αγοράς, είτε τις επιχειρήσεις που περιορίζουν την αυτονομία της συμπεριφοράς τους σε δεδομένη αγορά βάσει συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής. Αντίθετα, οι εν λόγω διατάξεις αναφέρονται γενικώς σε όλες τις συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές οι οποίες, είτε στις οριζόντιες σχέσεις είτε στις κάθετες, νοθεύουν τον ανταγωνισμό, ανεξαρτήτως της αγοράς στην οποία δραστηριοποιούνται οι εμπλεκόμενοι, όπως και το γεγονός ότι οι όροι των επίμαχων διακανονισμών αφορούν μόνον ΔΕΕ C-49/92 P, Anic Partecipazioni Spa, EU:C:1999:356, σκ. 126 και ΔΕΕ C-199/92 P, Hüls AG κατά Επιτροπής, EU:C:1999:358, σκ.
- 165 ΓενΔΕΕ T-9/99, HFB Holding für Fernwärmetechnik Beteiligungsgesellschaft mbH & Co. KG και λοιποί κατά Επιτροπής, EU:T:2002:70, σκ.
- 166 ΓενΔΕΕ T-25/95, Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, EU:T:2000:77, σκ. 1389 (και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 167 ΣτΕ 2780/2012, σκ. 5 (έμφαση της Υπηρεσίας). Βλ. και ΣτΕ 2578/2018, σκ.
- 164 31 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ την εμπορική συμπεριφορά της μίας εξ αυτών. Συμπεριφορά η οποία εντάσσεται ευθέως σε προσπάθειες σχετικά τόσο με τη διαπραγμάτευση όσο και με τον έλεγχο της εφαρμογής των υποχρεώσεων που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο συμπράξεων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 1 παρ. 1 Ν. 3959/2011 και 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, όταν στόχος της είναι η επίτευξη, με πλήρη επίγνωση, των αντίθετων με τους κανόνες του ανταγωνισμού στόχων
- - Ανταλλαγή πληροφοριών
- Η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ ανταγωνιστών έχει στρεφόμενο κατά του ανταγωνισμού αντικείμενο, κατά την έννοια των άρθρων 1 του Ν. 3959/2011 και 101 ΣΛΕΕ, οσάκις λόγω του περιεχομένου της και του σκοπού της και λαμβανομένης υπ’ όψιν της νομικής και οικονομικής συγκυρίας στην οποία εντάσσεται, είναι ικανή να εξαλείψει τις αβεβαιότητες ως προς τη μελετώμενη από τις οικείες επιχειρήσεις συμπεριφορά
- Δεν απαιτείται η εν τοις πράγμασι παρεμπόδιση, ο περιορισμός ή η νόθευση του ανταγωνισμού ούτε το να υφίσταται άμεσος σύνδεσμος μεταξύ της οικείας εναρμονισμένης πρακτικής και των τιμών καταναλωτή. Εξάλλου, μια εναρμονισμένη πρακτική μπορεί να έχει αντικείμενο αντίθετο προς τους κανόνες του ανταγωνισμού, μολονότι δεν συνδέεται ευθέως με τις τιμές καταναλωτή. Η διατύπωση του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ δεν επιτρέπει να εκληφθεί ότι απαγορεύονται μόνον οι εναρμονισμένες πρακτικές που έχουν άμεσο αποτέλεσμα επί της τιμής που καταβάλλουν οι τελικοί καταναλωτές. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από το άρθρο 101 παρ. 1 στοιχ. α΄ ΣΛΕΕ, μια εναρμονισμένη πρακτική μπορεί να έχει στρεφόμενο κατά του ανταγωνισμού αντικείμενο αν συνίσταται «στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής»
- Ειδικότερα, εκτός της ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με τις τιμές και τις προθέσεις τιμολόγησης μεταξύ επιχειρήσεων, έχουν χαρακτηρισθεί περιορισμός του ανταγωνισμού εξ αντικειμένου ανταλλαγές εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών με αντικείμενο την τρέχουσα και την μελλοντική παραγωγική ικανότητα, την προβλεπόμενη εμπορική στρατηγική, τους διακανονισμούς μιας επιχείρησης σχετικά με την τρέχουσα και τη μελλοντική ζήτηση, τις Βλ. ΔΕΕ C-194/14 P, AC-Treuhand AG κατά Επιτροπής, EU:C:2015:717, σκ. 33-
- Βλ ΔΕΕ C-8/08, T-Mobile Netherlands BV, KPN Mobile NV, Orange Nederland NV και Vodafone Libertel NV κατά Raad van bestuur van de Nederlandse Mededingingsautoriteit, EU:C:2009:343, σκ. 31 και
- Όπως αναφέρει και η Γενική Εισαγγελέας J. Kokott στο σημείο 46 των προτάσεών της, «[…] θα ήταν υπερβολικό να εξαρτάται η εκτίμηση ότι υφίσταται ένας αντίθετος προς τον ανταγωνισμό σκοπός από την πραγματική διαπίστωση της υπάρξεως ή όχι συγκεκριμένων αντίθετων προς τον ανταγωνισμό αποτελεσμάτων στην εκάστοτε μεμονωμένη περίπτωση, ανεξαρτήτως αν με αυτό νοούνται αποτελέσματα για τους ανταγωνιστές, τους καταναλωτές ή το κοινωνικό σύνολο. Αντιθέτως, για την απαγόρευση κατά το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ [νυν άρθρο 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ] αρκεί το ότι μια εναρμονισμένη πρακτική ενδέχεται, με βάση την υπάρχουσα εμπειρία, να έχει επιπτώσεις στον ανταγωνισμό. Με άλλα λόγια, η εναρμονισμένη πρακτική πρέπει απλώς να είναι συγκεκριμένα - δηλαδή λαμβανομένης υπόψη της εκάστοτε νομικής και οικονομικής αλληλουχίας της- ικανή να έχει ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς. Το αν και κατά πόσον επέρχεται πράγματι ένα τέτοιο αντίθετο προς τον ανταγωνισμό αποτέλεσμα μπορεί ενδεχομένως να έχει σημασία για τον υπολογισμό του ύψους ενδεχομένων προστίμων και για απαιτήσεις αποζημίωσης». 170 Βλ. ΔΕΕ C-8/08, T-Mobile Netherlands BV, KPN Mobile NV, Orange Nederland NV και Vodafone Libertel NV κατά Raad van bestuur van de Nederlandse Mededingingsautoriteit, EU:C:2009:343, σκ. 36-37· ΔΕΕ C286/13 P, Dole Food Company Inc. και Dole Fresh Fruit Europe κατά Επιτροπής, EU:C:2015:184, σκ. 123124, ΔΕΕ C-883/19 P, HSBC Holdings κ.ά. κατά Επιτροπής, EU:C:2023:11, σκ.
- 168 169 32 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ μελλοντικές πωλήσεις κα την τρέχουσα κατάσταση μιας επιχείρησης και την επιχειρηματική της στρατηγική
- Σε κάθε περίπτωση, το άρθρο 101 ΣΛΕΕ σκοπεί, όπως και οι λοιποί κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης, στην προστασία όχι αποκλειστικά των άμεσων συμφερόντων των ανταγωνιστών ή των καταναλωτών, αλλά της δομής της αγοράς και με τον τρόπο αυτό του ίδιου του ανταγωνισμού. Ως εκ τούτου, η διαπίστωση ότι μια εναρμονισμένη πρακτική έχει αντικείμενο αντίθετο προς τους κανόνες του ανταγωνισμού δεν μπορεί να εξαρτάται από τη διαπίστωση της υπάρξεως άμεσου δεσμού μεταξύ αυτής και των τιμών καταναλωτή
- Ανάλογα με τη δομή της αγοράς, δεν αποκλείεται μία και μόνον επαφή να δύναται, καταρχήν, να είναι ικανή ώστε οι οικείες επιχειρήσεις να εναρμονίζουν τη συμπεριφορά τους στην αγορά και να καταλήγουν έτσι σε πρακτική συνεργασία υποκαθιστάμενη στον ανταγωνισμό και στους κινδύνους που αυτός συνεπάγεται
- Περαιτέρω, όταν ο συλλογισμός της Απόφασης στηρίζεται στη σκέψη ότι τα αποδειχθέντα γεγονότα δεν μπορούν να εξηγηθούν διαφορετικά παρά μόνο σε συνάρτηση με εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ των επιχειρήσεων, αρκεί να αποδείξουν οι προσφεύγουσες περιστατικά που φωτίζουν διαφορετικά τα αποδειχθέντα από την Απόφαση γεγονότα και επιτρέπουν έτσι να υποκατασταθεί στην εξήγηση που δέχεται η Απόφαση μια άλλη εξήγηση των πραγματικών περιστατικών. Όταν όμως η απόδειξη της εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ επιχειρήσεων δεν απορρέει από την απλή διαπίστωση παραλληλίας των συμπεριφορών στην αγορά, αλλά από έγγραφα από τα οποία προκύπτει ότι οι πρακτικές ήταν το αποτέλεσμα συνεννοήσεως, οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις οφείλουν όχι απλώς να εκθέσουν μια εναλλακτική εξήγηση των πραγματικών περιστατικών που διαπίστωσε η Απόφασηαλλά να αμφισβητήσουν το υποστατό των περιστατικών αυτών που αποδεικνύονται από τα έγγραφα που έλαβε υπ’ όψιν η Απόφαση
- Περαιτέρω, έχει κριθεί ότι επαφές με αντικείμενο τον προκαθορισμό των τιμών, στο πλαίσιο των οποίων οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις συζητούσαν τις τιμές αναφοράς τους και συγκεκριμένες τάσεις των τιμών αποτελούσαν εναρμονισμένη πρακτική με αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού, υπό την έννοια του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, καθώς παρείχαν σε ΓενΔΕΕ Infineon Technologies AG κατά Επιτροπής, Τ-758/14 RENVENUE:T:2020:307, σκέψεις 85, 96 και 98, T-762/14, Koninklijke Philips NV και Philips France κατά Επιτροπής, EU:T:2016:738, σκ. 104, 134 136, Samsung SDI κ.λπ. κατά Επιτροπής, Τ-84/13, EU:T:2015:611, σκ.
- 172 Βλ. ΔΕΕ C-8/08, T-Mobile Netherlands BV, KPN Mobile NV, Orange Nederland NV και Vodafone Libertel NV κατά Raad van bestuur van de Nederlandse Mededingingsautoriteit, EU:C:2009:343, σκ. 38-39· ΔΕΕ C286/13 P, Dole Food Company Inc. και Dole Fresh Fruit Europe κατά Επιτροπής, EU:C:2015:184, σκ. 125, ΔΕΕ C-883/19 P, HSBC Holdings κ.ά. κατά Επιτροπής, EU:C:2023:11, σκ.
- 173 Βλ. ∆ΕΕ, C-8/08, T- Mobile Netherlands BV κλπ. κατά Raad van bestuur van de Nederlandse Mededingingsautoriteit, Συλλ. 2009, σελ. Ι-4529, σκ. 58-
- 174 Βλ. ΓενΔΕΕ T-305/94, T-306/94, T-307/94, T-313/94 έως T-316/94, T-318/94, T-325/94, T-328/94, T329/94 και T-335/94 (συνεκδικασθείσες υποθ.), Limburgse Vinyl Maatschappij NV, Elf Atochem SA, BASF AG, Shell International Chemical Company Ltd, DSM NV, DSM Kunststoffen BV, Wacker-Chemie GmbH, Hoechst AG, Société artésienne de vinyle, Montedison SpA, Imperial Chemical Industries plc, Hüls AG και Enichem SpA κατά Επιτροπής, EU:T:1999:80, σκ. 725-728· ΓενΔΕΕ T-36/05, Coats Holdings Ltd και J & P Coats Ltd κατά Επιτροπής, EU:T:2007:268, σκ.
- 171 33 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ καθέναν από τους μετέχοντες τη δυνατότητα να περιορίζει την αβεβαιότητα όσον αφορά στη συμπεριφορά των ανταγωνιστών
- Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, συζητήσεις μεταξύ ανταγωνιστών οι οποίες αφορούν σε αίτημα πελάτη για χρέωση από αυτούς συγκεκριμένης τιμής και στην πρόθεσή τους να μην του προσφέρουν την τιμή αυτή, συνιστούν ανταλλαγή πληροφοριών σχετιζόμενη με τη μελλοντική τιμολογιακή στρατηγική των επιχειρήσεων γενικά, και έναντι ενός πελάτη ειδικότερα, είναι σε θέση να επηρεάσει τις κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού
- Τέλος, οι εταιρίες είναι πιθανότερο να επιτύχουν ένα συμπαιγνιακό αποτέλεσμα σε αγορές, οι οποίες είναι επαρκώς διαφανείς και χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό συγκέντρωσης. Τα αυστηρά ολιγοπώλια μπορούν να διευκολύνουν ένα συμπαιγνιακό αποτέλεσμα την αγορά, καθώς ένας περιορισμένος αριθμός εταιριών μπορεί ευκολότερα να έλθει σε συνεννόηση σχετικά με τους όρους του συντονισμού και να παρακολουθεί τις αποκλίσεις
- Σε μια ολιγοπωλιακή αγορά υψηλής συγκέντρωσης, η ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την αγορά είναι ικανή να δώσει τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να γνωρίζουν τη θέση στην αγορά και την εμπορική στρατηγική των ανταγωνιστών τους και κατά τούτο να νοθεύσει αισθητά τον ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρηματιών
- Η ύπαρξη «απόφασης ένωσης επιχειρήσεων» Η έννοια της «ένωσης επιχειρήσεων»
- Κατά το δίκαιο προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού για να θεωρηθεί ότι μια επαγγελματική οργάνωση συνιστά ένωση επιχειρήσεων απαιτείται αυτή να ασκεί οικονομική δραστηριότητα ή να ασκεί δραστηριότητες που αφορούν σε άσκηση οικονομικής δραστηριότητας των µελών της. Έτσι, ένας επαγγελματικός φορέας ενεργεί ως ένωση επιχειρήσεων για τους σκοπούς του άρθρου 1 του Ν. 3959/2011, καθώς και του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, όταν θεσπίζει µία ρύθμιση που αφορά την επιχειρηματική (οικονομική) συμπεριφορά των µελών του179, όταν δηλ. ο επαγγελματικός φορέας προβαίνει µε αποφάσεις του στη θέσπιση ρυθμίσεων σχετικών µε τη συμπεριφορά των ελεύθερων επαγγελματιών σε συγκεκριμένη αγορά παροχής υπηρεσιών
- Η έννοια της «ένωσης επιχειρήσεων» προϋποθέτει πλειονότητα επιχειρήσεων που συνδέονται μεταξύ τους με οποιαδήποτε μορφή οργανωμένης συνεργασίας. Δεν απαιτείται η «ένωση» να φέρει νομική προσωπικότητα181, ούτε και η ίδια εμπορική ή παραγωγική δραστηριότητα, Βλ. ΔΕΕ C-286/13 P, Dole Food Company Inc. και Dole Fresh Fruit Europe κατά Επιτροπής, EU:C:2015:184, σκ.
- 176 Βλ. ΓενΔΕΕ T-762/14, Koninklijke Philips NV και Philips France κατά Επιτροπής, EU:T:2016:738, σκ.
- 177 Βλ. Ανακοίνωση της Ε.Επ. – Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 101 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας [2011] ΕΕ C 11/1, παρ. 77 και
- 178 ΔΕΕ C-7/95 P, John Deere Ltd κατά Επιτροπής, EU:C:1998:256, σκ. 88 179 Βλ. αποφάσεις ΕΑ 292/IV/2005 υπό 3.
- και 518/VI/
- 180 Βλ. C-309/99, J. C. J. Wouters, J. W. Savelbergh και Price Waterhouse Belastingadviseurs BV κατά Algemene Raad van de Nederlandse Orde van Advocaten, EU:C:2002:98, σκ.
- 181 Βλ., ενδεικτικά, ΔΕΕ C-395/96 P και C-396/96 P (συνεκδικασθείσες υποθ.), Compagnie maritime belge transports SA, Compagnie maritime belge SA και Dafra-Lines A/S κατά Επιτροπής, EU:C:2000:132, σκ.
- 175 34 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ προκειμένου να εμπίπτει στο άρθρο 1 του Ν. 3959/
- Αρκεί να εξυπηρετεί τα εμπορικά συμφέροντα των μελών της
- Σωματεία, ενώσεις, σύνδεσμοι θεωρούνται ως «ενώσεις επιχειρήσεων» κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3959/2011 και του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, ανεξάρτητα από τη νομική τους μορφή και τον κερδοσκοπικό ή µη χαρακτήρα τους
- Για να κριθεί ότι εμπίπτει στις διατάξεις περί προστασίας του ανταγωνισμού μια «ένωση επιχειρήσεων» ως διακριτή οντότητα από τα μέλη της, πρέπει να υπάρχουν δύο στοιχεία: (α) το οργανωτικό στοιχείο, καθώς η ένωση θα πρέπει να έχει κάποια «διαρκή δομή» (δηλαδή να αποτελεί μία «κοινότητα συμφερόντων»), αν και δεν έχει σημασία εάν το σωματείο/σύνδεσμος έχει νομική προσωπικότητα ή είναι κερδοσκοπικός οργανισμός, και (β) το λειτουργικό στοιχείο, το οποίο υποδηλώνει ότι οι δραστηριότητες είτε του σωματείου/συνδέσμου είτε των μελών του είναι οικονομικής φύσης, ότι είναι δηλ. πράγματι ένωση «επιχειρήσεων». Περαιτέρω, ένας οργανισμός μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά ένωση επιχειρήσεων όταν, κατά τη λήψη αποφάσεων, οι επιχειρήσεις προτίθενται ή τουλάχιστον δέχονται να συντονίσουν τις ενέργειές τους στην αγορά μέσω των ως άνω αποφάσεων και τα συλλογικά συμφέροντά τους συμπίπτουν με τα συμφέροντα που λαμβάνονται υπόψη κατά τον χρόνο της λήψεως των αποφάσεων αυτών
- Η έννοια της «απόφασης ένωσης επιχειρήσεων»
- «Απόφαση» θεωρείται κάθε έκφραση βούλησης της ένωσης επιχειρήσεων, υπό οποιαδήποτε μορφή, όπως κανονισμοί, ρήτρες καταστατικού, οδηγίες, εγκύκλιοι, απλές συστάσεις, εφόσον έχουν καταρχήν χαρακτήρα δεσμευτικό για τα µέλη ή/ και προβλέπονται κυρώσεις σε περίπτωση µη εφαρμογής τους
- Επιπλέον, για τη στοιχειοθέτηση της παράβασης δεν απαιτείται η εκ μέρους της ένωσης επιχειρήσεων δυνατότητα εξαναγκασμού των μελών της στην εφαρμογή των σχετικών αποφάσεων
- Ωστόσο, η απαγόρευση του άρθρου 1 του Ν. 3959/2011 εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις που η απόφαση έχει το χαρακτήρα απλής σύστασης χωρίς δεσμευτικότητα, εφόσον αντανακλά εν τοις πράγμασι τη συλλογική βούληση των µελών της ένωσης να συντονίσουν τη δράση τους σε μια συγκεκριμένη αγορά ή εφόσον η συμμόρφωση των μελών με αυτήν είναι ικανή να επιφέρει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στον ανταγωνισμό
- Οι συστάσεις µη δεσμευτικού Βλ. ΓενΔΕΕ T-25/95, Cimenteries CBR κατά Επιτροπής, EU:T:2000:77, σκ.
- Βλ. ενδεικτικά υπόθ. IV/34.983 – FENEX, απόφαση της Ε.Επ.. της 5.6.1996, σκ.
- 184 Βλ., ενδεικτικά, ΔΕΕ 209 έως 215 και 218/78 (συνεκδικασθείσες υποθ.), Heintz van Landewyck SARL και λοιποί κατά Επιτροπής, EU:C:1980:248, σκ. 87-88· ΔΕΕ 96-102, 104, 105, 108 και 110/82 (συνεκδικασθείσες υποθ.), NV IAZ International Belgium και άλλοι κατά Επιτροπής, EU:C:1983:310, σκ. 19-
- 185 Βλ. ΔΕΕ C‑382/12 P, MasterCard Inc. κ.λπ. κατά Επιτροπής, EU:C:2014:2201, σκ.
- 186 Βλ., ενδεικτικά, ΔΕΕ 45/85, Verband der Sachversicherer e.V. κατά Επιτροπής, EU:C:1987:34, σκ. 28· ΓενΔΕΕ T-213/95 και T-18/96 (συνεκδικασθείσες υποθ.), Stichting Certificatie Kraanverhuurbedrijf (SCK) και Federatie van Nederlandse Kraanbedrijven (FNK) κατά Επιτροπής, EU:T:1997:157, σκ. 157-164· συνεκδικασθείσες αποφ. ∆ΕφΑθ 1026/2007, ∆ΕφΑθ 1027/2007, ∆ΕφΑθ 1001/2006, σκ. 16 και ∆ΕφΑθ 1028/2007, σκ.
- Βλ. επίσης απόφαση ΕΑ 292/IV/2005 υπό 3.2 και 4, και υπόθ. IV/27.958, National Sulphuric Acid Association, απόφαση της Ε.Επ. της 9.7.1980, παρ. 26-
- 187 Βλ. ενδεικτικά συνεκδ. αποφ. T-217/03 και T-245/03, FNCBV κλπ. κατά Ευρ. Επιτροπής, σκ. 89, C-71/74, Frudo κατά Επιτροπής, Συλλ. 1975, σ. 181, σκ. 29-31, αποφ. ΔΕφΑθ 1026/2007, 1027/2007 και 1028/2007, σκ. 8 και απόφ. Ευρ. Επιτροπής, 2003/600 ΕΚ French Beef, σκ. 123, ομοίως και ΕΑ 554/VII/2012 παρ.
- 188 Βλ., ενδεικτικά, ΔΕΕ 96-102, 104, 105, 108 και 110/82 (συνεκδικασθείσες υποθ.), NV IAZ International Belgium και άλλοι κατά Επιτροπής, EU:C:1983:310, σκ.
- 182 183 35 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ χαρακτήρα οιασδήποτε ένωσης επιχειρήσεων προς τα µέλη της αναφορικά µε τον καθορισμό τιμών εκ μέρους τους για την παροχή υπηρεσιών, απαγορεύονται, ακόμη και αν δεν τηρούνται εξ ολοκλήρου, στο βαθμό που επιτρέπουν στα µέλη της ένωσης να αναγνωρίζουν την τιμολογιακή πολιτική των ανταγωνιστών τους, επηρεάζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο αισθητά το επίπεδο ανταγωνισμού στη σχετική αγορά, όπως αυτός εκδηλώνεται στο πεδίο των τιμών
- ∆εν απαιτείται η σύσταση να οδηγεί σε ομοιόμορφη συμπεριφορά. Εξάλλου, η βούληση της εκάστοτε ένωσης επιχειρήσεων να επηρεάσει την πολιτική των µελών της στην αγορά δύναται να αποδειχθεί από σωρεία περιστατικών, όπως το ύφος και ο τρόπος διατύπωσης των κοινοποιούμενων στα µέλη συστάσεων190, η σύνταξη προτύπων συμβάσεων µε αναφορά στις συνιστώμενες τιμές191, ο τυχόν σύνδεσμος µε ρήτρα καταστατικού ή οποιουδήποτε άλλου δεσμευτικού κώδικα
- Αρκεί, συνεπώς, προκειμένου να θεμελιωθεί η ύπαρξη «απόφασης» ένωσης επιχειρήσεων, η οιαδήποτε πράξη της τελευταίας να αποτελεί τη συνεπή έκφραση της βούλησης της ιδίας να συντονίσει τη συμπεριφορά των µελών της στην εν λόγω αγορά
- Αναφορικά με την έννοια «αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων», σκοπός της είναι να μη διαφεύγουν οι επιχειρήσεις από τους κανόνες ανταγωνισμού λόγω μόνον του τρόπου με τον οποίο συντονίζουν τη συμπεριφορά τους στην αγορά. Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της αρχής αυτής, στα άρθρα 1 παρ. 1 του Ν. 3959/2011 και 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ εμπίπτουν όχι μόνον οι άμεσοι τρόποι συντονισμού των συμπεριφορών μεταξύ επιχειρήσεων (οι συμφωνίες και οι εναρμονισμένες πρακτικές), αλλά και οι θεσμοποιημένες μορφές συνεργασίας, δηλαδή οι καταστάσεις όπου οι επιχειρηματίες ενεργούν μέσω συλλογικής οντότητας ή κοινού οργάνου194, που δεν απαιτείται να ασκεί η ίδια εμπορική ή παραγωγική δραστηριότητα, προκειμένου να εμπίπτει στα άρθρα 1 του Ν. 3959/2011 και 101 ΣΛΕΕ
- Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 101 ΣΛΕ εφαρμόζεται στις ενώσεις επιχειρήσεων, στο μέτρο που η ίδια τους η δραστηριότητα ή η δραστηριότητα των επιχειρήσεων που προσχωρούν σ’ αυτές σκοπεί στη δημιουργία των αποτελεσμάτων τα οποία η διάταξη αυτή Βλ., ενδεικτικά, ΓενΔΕΕ T-213/95 και T-18/96 (συνεκδικασθείσες υποθ.), Stichting Certificatie Kraanverhuur