← Ελλάδα

3227-decision-853-2024

ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΙΘ. 853/2024 Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συνεδρίασε στην Αίθουσα Συνεδριάσεων του 1ου ορόφου του κτηρίου των γραφείων της, επί της οδού Κότσικα 1Α, Αθήνα, την 2α Αυγούστου 2024, ημέρα Παρασκευή και ώρα 10:00, με την εξής σύνθεση: Πρόεδρος: Άϊριν – Έβελυν – Μικέλα – Μαίρη Σάρπ Μέλη: Χαρίκλεια Νικολοπούλου (Αντιπρόεδρος), Παναγιώτης Φώτης (Εισηγητής), Ιωάννης Στεφάτος, Χαρίκλεια Βλάχου, Παντελής Μπορόβας, Άννα Γκάτζιου, Χρυσοβαλάντου – Βασιλικής Μήλλιου και Αγγελική Κανελλοπούλου, λόγω κωλύματος του τακτικού μέλους Μιχαήλ Πολέμη Γραμματέας: Ευαγγελία Ρουμπή Θέμα της συνεδρίασης: Λήψη απόφασης επί των συνεκδικαζόμενων υποθέσεων (α) αυτεπάγγελτης έρευνας της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού (εφεξής και «ΓΔΑ») στην αγορά της παροχής τραπεζικών υπηρεσιών, και ειδικότερα στις επιμέρους αγορές της λιανικής και επιχειρηματικής τραπεζικής, της έκδοσης και αποδοχής καρτών, καθώς και στις αγορές διατραπεζικών συστημάτων, υπηρεσιών πληρωμών και ηλεκτρονικών συναλλαγών και (β) καταγγελίας και αυτεπάγγελτης έρευνας της ΓΔΑ στις αγορές της παροχής υπηρεσιών πληρωμών, έκδοσης και αποδοχής καρτών, παροχής υπηρεσιών εμπορικού δικτύου συναλλαγών μέσω ηλεκτρονικών και άλλων τερματικών μηχανημάτων, παροχής υπηρεσιών επεξεργασίας των δεδομένων που σχετίζονται με την αποδοχή των καρτών και διατραπεζικών συστημάτων, προκειμένου να διερευνηθεί τυχόν παράβαση των άρθρων 1 και 2 του Ν. 3959/2011 περί «Προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού», ως ισχύει, καθώς και των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), σε συνέχεια της Πρότασης Διευθέτησης Διαφοράς της εταιρίας με την επωνυμία «HSBC CONTINENTAL EUROPE».  Η παρούσα απόφαση εκδίδεται σε δύο

(2)επιπλέον εκδόσεις με τα διακριτικά:
(1)«Προς Δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως»,
(2)Έκδοση για την εταιρεία «HSBC CONTINENTAL EUROPE». Από τις παραπάνω εκδόσεις έχουν αφαιρεθεί τα απόρρητα επιχειρηματικά στοιχεία (όπου η ένδειξη […]) τα οποία δεν θα πρέπει να περιέλθουν σε γνώση του αντίστοιχου αποδέκτη της έκδοσης, σύμφωνα με το άρθρο 41 του ν. 3959/2011 (ΦΕΚ 93 Α΄/20.4.2011), όπως ισχύει, και τον Κανονισμό Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΦΕΚ 5338/ Β΄/23.9.2024). 1 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Στην αρχή της συζήτησης, η Πρόεδρος έδωσε το λόγο στον Εισηγητή της υπόθεσης, Παναγιώτη Φώτη, ο οποίος ανέπτυξε συνοπτικά την υπ’ αριθμ. πρωτ. οικ. 5087/24.7.2024 γραπτή εισήγηση και λαμβάνοντας υπόψη όσα αναφέρονται αναλυτικά σε αυτή, πρότεινε δυνάμει του άρθρου 29Α του Ν. 3959/2011 και της παρ. 35 της υπ’ αρ. 790/2022 Απόφασης της Ολομέλειας της ΕΑ, την αποδοχή, σύμφωνα με το σκεπτικό της εισήγησης, της ως άνω αναφερόμενης Πρότασης Διευθέτησης Διαφοράς που υπεβλήθη από την HSBC και την έκδοση απόφασης με την οποία η Επιτροπή θα: Α. Διαπιστώνει ότι η επιχείρηση «HSBC CONTINENTAL EUROPE» παραβίασε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο ως άνω σκεπτικό, τα άρθρα 1 του Ν. 3959/2011 και 101 ΣΛΕΕ λόγω της συμμετοχής της σε απαγορευμένη σύμπραξη δυνάμει της πρακτικής που συνοπτικά, στο πλαίσιο της Διαδικασίας Διευθέτησης Διαφορών, περιγράφηκε στην ως άνω εισήγηση. Β. Επιβάλλει το πρόστιμο που αναλύθηκε σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο σκεπτικό της εισήγησης, για την τέλεση της διαπιστωθείσας στο ως άνω σκεπτικό παράβασης των άρθρων 1 του Ν. 3959/2011 και 101 ΣΛΕΕ. Με την ολοκλήρωση της ανάπτυξης της Εισήγησης και αφού αποχώρησαν από την αίθουσα τα μέλη της Γενικής Διεύθυνσης, η Επιτροπή προχώρησε σε διάσκεψη επί της ως άνω υπόθεσης με τη συμμετοχή του Εισηγητή Παναγιώτη Φώτη, ο οποίος δεν έλαβε μέρος στην ψηφοφορία, και αφού έλαβε υπόψη της τα στοιχεία του φακέλου της κρινόμενης προς διευθέτηση υπόθεσης, την Εισήγηση και τη Δήλωση Διευθέτησης του μέρους, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΩΣ ΕΞΗΣ: I.
  1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η παρούσα εισήγηση διευθέτησης αφορά (α) στην αυτεπάγγελτη έρευνα της ΓΔΑ στην αγορά της παροχής τραπεζικών υπηρεσιών, και ειδικότερα στις επιμέρους αγορές της λιανικής και επιχειρηματικής τραπεζικής, της έκδοσης και αποδοχής καρτών, καθώς και στις αγορές διατραπεζικών συστημάτων, υπηρεσιών πληρωμών και ηλεκτρονικών συναλλαγών και (β) στην καταγγελία και την αυτεπάγγελτη έρευνα της ΓΔΑ στις αγορές της παροχής υπηρεσιών πληρωμών, έκδοσης και αποδοχής καρτών, παροχής υπηρεσιών εμπορικού δικτύου συναλλαγών μέσω ηλεκτρονικών και άλλων τερματικών μηχανημάτων, παροχής υπηρεσιών επεξεργασίας των δεδομένων που σχετίζονται με την αποδοχή των καρτών και διατραπεζικών συστημάτων, προκειμένου να διερευνηθεί τυχόν παράβαση των άρθρων 1 και 2 του Ν. 3959/2011 περί «Προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού», ως ισχύει, καθώς και των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). II. Η ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΗ ΕΡΕΥΝΑ ΤΗΣ ΕΑ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
  2. Αφορμή για την έναρξη της αυτεπάγγελτης έρευνας της ΓΔΑ αποτέλεσαν δημοσιεύματα του τύπου σχετικά με νέες προμήθειες για τις αναλήψεις μετρητών με τη χρήση ΑΤΜs, καθώς και επιπρόσθετες επιβληθείσες χρεώσεις για την πραγματοποίηση άλλων τραπεζικών συναλλαγών. Στα εν λόγω δημοσιεύματα θα πρέπει να προστεθούν και γραπτές αναφορές φυσικών και νομικών 2 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ προσώπων προς την Επιτροπή Ανταγωνισμού (εφεξής και «ΕΑ») που έκαναν λόγο για νέες χρεώσεις που επιβάλλονται από τα τραπεζικά ιδρύματα στην Ελλάδα. III. Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ VIVA Στις 21.06.2019, η εταιρία με την επωνυμία «VIVA ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ Α.Ε.» (ήδη «VIVA ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», εφεξής και «VIVA» ή «καταγγέλλουσα») υπέβαλε την υπ’ αριθ. πρωτ. 4182 καταγγελία της κατά: (α) του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, με την επωνυμία «Ελληνική Ένωση Τραπεζών» (εφεξής και «ΕΕΤ» ή «Ένωση»), (β) της εταιρίας με την επωνυμία […], (γ) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ» (εφεξής και Εθνική Τράπεζα ή Εθνική), (δ) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (εφεξής και Τράπεζα Πειραιώς), (ε) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (εφεξής και Alpha Bank), (στ) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.» (ήδη «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», εφεξής και Eurobank) και (ζ) της εταιρίας με την επωνυμία […]. Σε σχέση τόσο με την ανωτέρω υπό (α) αυτεπάγγελτη έρευνα όσο και με την ανωτέρω υπό (β) αυτεπάγγελτη έρευνα και καταγγελία, η οποία (καταγγελία) δεν αφορά στην «HSBC CONTINENTAL EUROPE», εκδόθηκε σχετικώς η υπ’ αριθ. 838/2023 απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού. IV. Η ΕΡΕΥΝΑ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
  3. Αρχικά, η ΓΔΑ, τον Ιούλιο του 2019, απέστειλε επιστολές παροχής στοιχείων σε […] που δραστηριοποιούνται στην ελληνική επικράτεια. Συγκεκριμένα απέστειλε επιστολές στις: […]
  4. HSBC Continental Europe, Greece, […]1 […]
  5. Σε συνέχεια των ανωτέρω επιστολών, η Υπηρεσία προέβη στη διεξαγωγή αιφνιδιαστικών επιτόπιων ελέγχων, οι οποίοι πραγματοποιήθηκαν στις […]3,4, […]5,6, καθώς και […]7,8 και […]
  6. Σημειώνεται […]. Βλ. τις υπ’ αριθ. πρωτ. 4683/16.7.2019, 4684/16.7.2019, 4685/16.7.2019, 4686/16.7.2019, 4690/16.7.2019, 4691/16.7.2019, 4692/16.7.2019, 4693/16.7.2019, 4694/16.7.2019, 4695/16.7.2019, 4698/16.7.2019, 4700/16.7.2019, 4701/16.7.2019 επιστολές παροχής στοιχείων της ΓΔΑ, αντίστοιχα. Στα προαναφερθέντα ερωτηματολόγια, οι τράπεζες απέστειλαν τις εξής απαντητικές επιστολές: […] τις υπ’ αριθ. πρωτ. 6292/7.10.2019 και 6992/30.10.2019, […] τις υπ’ αριθ. πρωτ. 5096/2.8.2019, 5877/23.9.2019 και 6209/3.10.2019, […] τις υπ’ αριθ. πρωτ. 5177/7.8.2019 και 6306/7.10.2019, […] τις υπ’ αριθ. πρωτ. 5093/2.8.2019, 5850/20.9.2019 και 6532/11.10.2019, […] τις υπ’ αριθ. πρωτ. 5094/2.8.2019, 6208/3.10.2019, 6888/23.10.2019 και 6903/24.10.2019, […] τις υπ’ αριθ. πρωτ. 4996/29.7.2019 και 5863/23.9.2019, […] την υπ’ αριθ. πρωτ. 5641/13.9.2019, […] τις υπ’ αριθ. πρωτ. 5001/29.7.2019, 5658/16.9.2019 και 5828/20.9.2019, […] τις υπ’ αριθ. πρωτ. 5009/30.7.2019 και 5650/13.9.2019, η HSBC Continental Europe, Greece την υπ’ αριθ. πρωτ. 5173/7.8.2019 […] τις υπ’ αριθ. πρωτ. 4975/29.7.2019 και 5695/16.9.2019, […] τις υπ’ αριθ. πρωτ. 4977/29.7.2019, 5651/13.9.2019 και 6269/7.10.2019, […] τις υπ’ αριθ. πρωτ. 5304/26.8.2019 και 6427/9.10.
  7. 3 Σύμφωνα με τις υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7163/6.11.2019, 7161/6.11.2019, 7160/6.11.2019 και 7162/6.11.2019 εντολές για τη διενέργεια ελέγχου, αντίστοιχα. 4 Σημειώνεται ότι με κάποιες από τις ελεγχόμενες τράπεζες υπήρξε αλληλογραφία με τη ΓΔΑ, καθότι οι εν λόγω τράπεζες […]. 5 Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7164/6.11.2019 εντολή για τη διενέργεια ελέγχου. 6 […]. 7 Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7165/6.11.2019 εντολή για τη διενέργεια ελέγχου. 8 […]. 9 Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7166/6.11.2019 εντολή για τη διενέργεια ελέγχου. 1 2 3 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ότι κατά τη διάρκεια των ανωτέρω επιτόπιων ελέγχων στα γραφεία των τραπεζών, ελήφθησαν οι ακόλουθες ανωμοτί καταθέσεις: […]
  8. Παράλληλα και σε συνέχεια της κατά τα ανωτέρω καταγγελίας, η Υπηρεσία εκκίνησε σχετική έρευνα με πρώτο μέτρο αυτής τη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου στις […] στις καταγγελλόμενες εταιρίες […]11,12, […]13,14, […]15,16, […]17,18, […]19, […]20 […]
  9. Επιπλέον, στις 4.12.201922 προσήλθε στα γραφεία της Επιτροπής Ανταγωνισμού για ανωμοτί κατάθεση […]
  10. Περαιτέρω, το 2021 η ΓΔΑ προχώρησε σε έναν επιπλέον έλεγχο, προκειμένου να συλλέξει περαιτέρω στοιχεία για την έρευνά της στο πλαίσιο της κατά τα ανωτέρω καταγγελίας. Συγκεκριμένα πραγματοποίησε έλεγχο στη […] στις 14.12.
  11. Σημειώνεται ότι […] κατέθεσε το υπ’ αριθ. πρωτ. 7423/18.11.2019 υπόμνημα προς συμπλήρωση της κατάθεσής του. 11 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7172/6.11.2019 εντολής για τη διενέργεια ελέγχου. 12 […]. 13 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7173/6.11.2019 εντολής για τη διενέργεια ελέγχου. 14 […]. 15 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7169/6.11.2019 εντολής για τη διενέργεια ελέγχου. 16 […]. 17 Κατόπιν των υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7175/6.11.2019 και 7176/6.11.2019 εντολών για τη διενέργεια ελέγχου. 18 […]. 19 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7171/6.11.2019 εντολής για τη διενέργεια ελέγχου. 20 Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7174/6.11.2019 εντολή για τη διενέργεια ελέγχου. 21 Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7167/6.11.2019 εντολή για τη διενέργεια ελέγχου. 22 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 7579/21.11.2019 κλήσης σύμφωνα με τα άρθρα 39 παρ. 1ζ και 44 του Ν. 3959/2011, όπως ισχύει. 23 Σε συνέχεια της κατάθεσης, εστάλη και το υπ’ αριθ. πρωτ. 78/8.1.2020 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από […]. 24 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 9920/8.12.2021 εντολής για τη διενέργεια ελέγχου. 10 4 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  12. Πέραν των ανωτέρω μέτρων έρευνας και των επιτόπιων ελέγχων και σε συνέχεια των ευρημάτων, απεστάλησαν εκ νέου επιστολές παροχής στοιχείων σε τράπεζες το 202125, το 202226 και το
  13. Επιπλέον, η ΓΔΑ απηύθυνε επιστολές παροχής στοιχείων τόσο […]28, όσο και σε λοιπά μέρη. Συγκεκριμένα, η ΓΔΑ απευθύνθηκε […]29, […]30, στην […]31, σε […] τα οποία δραστηριοποιούνται στην ελληνική επικράτεια 32 και […]33 […]. Συγκεκριμένα η ΓΔΑ απέστειλε τις επιστολές με αριθ. πρωτ. οικ. 1826/26.2.2021 (και οικ. 6407/28.7.2021), 1827/26.2.2021, 1828/26.2.2021, 1829/26.2.2021, 1830/26.2.2021, 1831/26.2.2021, 1832/26.2.2021, 1833/26.2.2021, 1834/26.2.2021, 1835/26.2.2021, 1836/26.2.2021, 1837/26.2.2021, 1838/26.2.2021 προς τις […] HSBC Continental Europe, Greece, […] αντίστοιχα. Σε συνέχεια των ερωτηματολογίων, έλαβε τις υπ’ αριθ. πρωτ. 2401/17.3.2021 (και 6562/4.8.2021), 2498/19.3.2021 (και 3369/15.4.2021,8311/12.10.2021), 2332/16.3.2021, 2280/13.3.2021, 2360/16.3.2021, 2626/23.3.2021, 2304/12.3.2021, 2303/12.3.2021, 2452/18.3.2021, 2304/12.3.2021, 2369/16.3.2021, 2544/19.3.2021, 2474/18.3.2021 απαντητικές επιστολές, αντίστοιχα. 26 Αναλυτικότερα η ΓΔΑ απέστειλε τις υπ’ αριθ. πρωτ. 7027/20.7.2022, 7028/20.7.2022, 7030/20.7.2022, 7031/20.7.2022 και 7032/20.7.2022 επιστολές παροχής στοιχείων στις […] αντίστοιχα, και έλαβε τις υπ’ αριθ. πρωτ. 7551/8.8.2022, 8176/8.9.2022 και 8416/19.9.2022 απαντητικές επιστολές από […], τις υπ’ αριθ. πρωτ. 7528/5.8.2022 και 8057/5.9.2022 από […], την υπ’ αριθ. πρωτ. 7281/1.8.2022 από […], τις υπ’ αριθ. πρωτ. 7328/1.8.2022 και 8173/8.9.2022 από […] και τις υπ’ αριθ. πρωτ. 7539/8.8.2022 και 7983/1.9.2022 από […]. Σε συνέχεια των προαναφερθεισών επιστολών, η ΓΔΑ απέστειλε εκ νέου επιστολές στις εν λόγω τράπεζες με διευκρινιστικές και νέες ερωτήσεις. Ειδικότερα απέστειλε τις υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 10751/25.11.2022 και οικ. 11336/14.12.2022 επιστολές παροχής στοιχείων […], τις υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 10750/25.11.2022 και 11335/14.12.2022 […], την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 11381/15.12.2022 […], τις υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 10753/25.11.2022 και 11337/14.12.2022 […], τις υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 10749/25.11.2022 και 11338/14.12.2022 […] και έλαβε τις υπ’ αριθ. πρωτ. 474/17.1.2023, 910/30.1.2023 και 102/5.1.2023 απαντητικές επιστολές από […], τις υπ’ αριθ. πρωτ. 475/17.1.2023, 1130/3.2.2023 και 1404/14.2.2023 απαντητικές επιστολές από […], τις υπ’ αριθ. πρωτ. 207/11.1.2023, 1008/1.2.2023 και 1279/9.2.2023 απαντητικές επιστολές από […], τις υπ’ αριθ. πρωτ. 11512/20.12.2022, 476/17.1.2023, 1079/2.2.2023 και 11805/28.12.2022 απαντητικές επιστολές από […] και τις υπ’ αριθ. πρωτ. 484/17.1.2023, 616.20.1.2023 και 11849/29.12.2022 απαντητικές επιστολές από […]. 27 Βλ. τις υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 3329/27.4.2023 και 3371/2.5.2023 επιστολές παροχής στοιχείων της ΓΔΑ προς […] και την HSBC Continental Europe, Greece, αντίστοιχα. Στα εν λόγω ερωτηματολόγια απάντησαν με την υπ’ αριθ. πρωτ. 3596/8.5.2023 […] και με τις υπ’ αριθ. πρωτ. 4068/23.5.2023 και 4380/31.5.2023 επιστολές η HSBC Continental Europe, Greece. Εν συνεχεία η ΓΔΑ απέστειλε στην HSBC CONTINENTAL EUROPE την υπ’ αριθ. πρωτ. 585/31.1.2024 επιστολή παροχής στοιχείων, στην οποία η τελευταία απάντησε με την υπ’ αριθ. πρωτ. 1403/8.3.2024 επιστολή της. Επιπλέον, στις 25.5.2023 η ΓΔΑ απέστειλε εκ νέου ερωτηματολόγια […], καθώς και […] (βλ. τις υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 4178/25.5.2023, 4179/25.5.2023, 4180/25.5.2023, 4181/25.5.2023 και 4182/25.5.2023 επιστολές προς […] αντίστοιχα). Στα προαναφερθέντα ερωτηματολόγια […] απάντησε με τις υπ’ αριθ. πρωτ. 4674/9.6.2023 και 5147/26.6.2023 επιστολές, […] με τις υπ’ αριθ. πρωτ. 4788/14.6.2023, 5054/21.6.2023 και 5493/6.7.2023 επιστολές, […] με τις υπ’ αριθ. πρωτ. 4677/12.6.2023 και 5052/21.6.2023 επιστολές, […] με τις υπ’ αριθ. πρωτ. 5478/6.7.2023 και 5543/10.7.2023 επιστολές και […] με τις υπ’ αριθ. πρωτ. 4735/13.6.2023, 5183/27.6.2023 και 5796/18.7.2023 επιστολές. 28 Βλ. τις υπ’ αριθ. πρωτ. 9407/24.10.2022 και 849/27.1.2023 επιστολές παροχής στοιχείων της ΓΔΑ και τις υπ’ αριθ. πρωτ. 10739/25.11.2022, 404/16.1.2023 και 1682/22.2.2023 απαντητικές επιστολές […]. 29 Βλ. τις υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 6283/24.6.2022, 1876/1.3.2023, 2517/27.3.2023 και 3956/18.5.2023 επιστολές παροχής στοιχείων της ΓΔΑ και τις απαντητικές επιστολές […] με αριθ. πρωτ. 6661/7.7.2022, 2129/10.3.2023, 3072/13.4.2023 και 4256/29.5.2023, αντίστοιχα. 30 Ειδικότερα η ΓΔΑ απέστειλε τις υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 9644/27.10.2022 και 586/19.1.2023 επιστολές παροχής στοιχείων […] και έλαβε τις υπ’ αριθ. πρωτ. 10710/24.11.2022 και 1062/1.2.2023 απαντητικές επιστολές. Όσον αφορά […], απεστάλησαν οι υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 9643/27.10.2022, 585/19.1.2023, 2118/10.3.2023 και 3280/26.4.2023 επιστολές από τη ΓΔΑ, στις οποίες […] απάντησε με τις υπ’ αριθ. πρωτ. 10784/28.11.2022, 1390/13.2.2023, 2684/3.4.2023, 2760/4.4.2023 και 3842/16.5.2023 επιστολές. 31 Βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 1587/20.2.2023 επιστολή παροχής στοιχείων της ΓΔΑ, στην οποία απάντησε […] με την υπ’ αριθ. πρωτ. 1924/2.3.2023 απαντητική επιστολή της. 32 Αναλυτικότερα, η ΓΔΑ απέστειλε τις υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 1397/14.2.2023, 1398/14.2.2023 (και την 3006/11.4.2023 με διευκρινιστικές ερωτήσεις), 1399/14.2.2023, 1400/14.2.2023, 1402/14.2.2023, 1403/14.2.2023, 1431/14.2.2023 επιστολές παροχής στοιχείων στις […] αντίστοιχα. Στις εν λόγω επιστολές, έλαβε τις υπ’ αριθ. πρωτ. 1964/3.3.2023, 1998/6.3.2023 (και την 3185/21.4.2023), 2091/9.3.2023, 1865/1.3.2023 (και την 2022/6.3.2023), 1864/1.3.2023, 1962/3.3.2023, 1881/1.3.2023 απαντητικές επιστολές, αντίστοιχα. 33 Βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 11575/21.12.2022 επιστολή παροχής στοιχείων της ΓΔΑ και την απαντητική επιστολή της Euronet με αριθ. πρωτ. 780/25.1.
  14. 25 5 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  15. Επιπλέον, η ΓΔΑ στο πλαίσιο της έρευνάς της έλαβε ανωμοτί καταθέσεις στα γραφεία της Υπηρεσίας από λοιπά πλην των τραπεζικών ιδρυμάτων μέρη. Αναλυτικότερα, στις 13.10.2022 έλαβε ανωμοτί καταθέσεις, από […] και συγκεκριμένα από:  […]34, […],  […]35, […],  […] 36, […] και  […]37, […].
  16. Επιπρόσθετα, στις 14.2.2023 η ΓΔΑ έλαβε ανωμοτί καταθέσεις από […]38, […] και […]39, […]
  17. Στις 28.2.2023 λήφθηκε ανωμοτί κατάθεση και από […]41, ενώ στις 25.4.2023 […]42, […] και παράλληλα λήφθηκε κατάθεση και από […]43, […]. Στις 15.5.2023 πραγματοποιήθηκε […]44, […].
  18. Περαιτέρω, η ΓΔΑ απευθύνθηκε σε εταιρίες και φορείς προκειμένου να συλλέξει τα απαραίτητα στοιχεία για την πληρότητα της έρευνάς της.
  19. […]45 και […]46, όσο και […]47, […]
  20. Επιπλέον, […]. Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 8850/6.10.2022 κλήσης σύμφωνα με τα άρθρα 39 παρ. 1ζ και 44 του Ν. 3959/2011, όπως ισχύει. 35 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 8772/3.10.2022 κλήσης σύμφωνα με τα άρθρα 39 παρ. 1ζ και 44 του Ν. 3959/2011, όπως ισχύει. 36 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 8773/3.10.2022 κλήσης σύμφωνα με τα άρθρα 39 παρ. 1ζ και 44 του Ν. 3959/2011, όπως ισχύει. 37 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 8774/3.10.2022 κλήσης σύμφωνα με τα άρθρα 39 παρ. 1ζ και 44 του Ν. 3959/2011, όπως ισχύει. 38 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 1185/6.2.2023 κλήσης σύμφωνα με τα άρθρα 39 παρ. 1ζ και 44 του Ν. 3959/2011, όπως ισχύει. 39 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 1186/6.2.2023 κλήσης σύμφωνα με τα άρθρα 39 παρ. 1ζ και 44 του Ν. 3959/2011, όπως ισχύει. Σημειώνεται ότι σε συνέχεια της εν λόγω κατάθεσης υποβλήθηκαν τα υπ’ αριθ. πρωτ. 1775/24.2.2023 συμπληρωματικά στοιχεία. 40 Με την υπ’ αριθ. πρωτ. 1775/24.2.2023, οι […] κατέθεσαν συμπληρωματικά στοιχεία σε συνέχεια των ανωμοτί καταθέσεών τους. 41 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 1616/20.2.2023 κλήσης σύμφωνα με τα άρθρα 39 παρ. 1ζ και 44 του Ν. 3959/2011, όπως ισχύει. 42 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 3094/18.4.2023 κλήσης σύμφωνα με τα άρθρα 39 παρ. 1ζ και 44 του Ν. 3959/2011, όπως ισχύει. Σε συνέχεια της κατάθεσης προσκομίστηκαν τα υπ’ αριθ. πρωτ. 3586/5.5.2023 συμπληρωματικά στοιχεία. 43 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 3096/18.4.2023 κλήσης σύμφωνα με τα άρθρα 39 παρ. 1ζ και 44 του Ν. 3959/2011, όπως ισχύει. 44 Κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 3617/8.5.2023 κλήσης σύμφωνα με τα άρθρα 39 παρ. 1ζ και 44 του Ν. 3959/2011, όπως ισχύει. 45 Ειδικότερα στη […] βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 11033/7.12.2022 επιστολή της ΓΔΑ και την υπ’ αριθ. πρωτ. 11374/15.12.2022 απαντητική επιστολή του […]. 46 Ειδικότερα στην […], βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 10660/23.11.2022, καθώς και την υπ’ αριθ. πρωτ. 10760/28.11.2022 απαντητική επιστολή. 47 Βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 421/16.1.2023 επιστολή της ΓΔΑ και την υπ’ αριθ. πρωτ. 601/19.1.2023 απαντητική επιστολή της […]. 48 Συγκεκριμένα, στην […], βλ. τις υπ’ αριθ. πρωτ. […] και […] επιστολές της ΓΔΑ, καθώς και την υπ’ αριθ. πρωτ. […] απαντητική επιστολή. 34 6 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  21. […]49, […]
  22. […]51 […]. V. ΤΑ ΕΜΠΛΕΚΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ V.1 Οι ελεγχόμενες V.1.1 Τράπεζα Πειραιώς Ανώνυμος Εταιρεία
  23. Η Τράπεζα Πειραιώς ιδρύθηκε το 1916 και η έδρα της βρίσκεται στον Δήμο Αθηναίων. Ανήκει στον Όμιλο Πειραιώς με μητρική εταιρία την «Πειραιώς Financial Holdings Α.Ε.», η οποία είναι χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών. Η δραστηριοποίηση του Ομίλου είναι κυρίως στην Ελλάδα αλλά επεκτείνεται και εκτός ορίων εθνικής επικράτειας και συγκεκριμένα στις χώρες Αλβανία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Σερβία, Ουκρανία, Κύπρο, Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Ιρλανδία και Αίγυπτο
  24. Η Τράπεζα Πειραιώς παρέχει χρηματοοικονομικά προϊόντα και υπηρεσίες […] καταστήματα53 και […] ΑΤΜ στην Ελλάδα
  25. V.1.1.1 Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α. Ε.
  26. Η Εθνική Τράπεζα ιδρύθηκε το 1841, με έδρα στο Δήμο Αθηναίων. Δραστηριοποιείται στην Ελλάδα με […] καταστήματα και […] ΑΤΜ55 και στο εξωτερικό, συγκεκριμένα σε Κύπρο, Β. Μακεδονία, Βουλγαρία και Αίγυπτο, παρέχει όλες τις τραπεζικές, επενδυτικές και γενικότερα χρηματοπιστωτικές εργασίες που επιτρέπονται σε πιστωτικά ιδρύματα από την ισχύουσα, κάθε φορά, ελληνική, κοινοτική και αλλοδαπή νομοθεσία
  27. V.1.1.2 Άλφα Τράπεζα Ανώνυμη Εταιρεία
  28. Η Alpha Bank ιδρύθηκε το 1879 και η έδρα της βρίσκεται στο Δήμο Αθηναίων. Ο Όμιλος Alpha Bank δραστηριοποιείται στον χρηματοοικονομικό τομέα στην Ελλάδα, προσφέροντας χρηματοοικονομικά προϊόντα και υπηρεσίες στην εγχώρια και τη διεθνή αγορά, με παρουσία στην Κύπρο, τη Ρουμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και το Λουξεμβούργο. Στην Ελλάδα, το Δίκτυο της Alpha αριθμεί […] Καταστήματα57 και […]58 ΑΤΜ. V.1.1.3 Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία
  29. Η Eurobank εδρεύει στον Δήμο Αθηναίων. Ο Όμιλος Eurobank59, αποτελούμενος από την τράπεζα Eurobank και τις θυγατρικές της, είναι ένας χρηματοοικονομικός οργανισμός με παρουσία σε 6 χώρες και συγκεκριμένα σε Ελλάδα, Κύπρο, Λουξεμβούργο, Σερβία, Βουλγαρία και Ηνωμένο […]. Βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 4624/27.5.2020 επιστολή παροχής στοιχείων της ΓΔΑ και την απαντητική επιστολή του […] με αριθ. πρωτ. 5551/18.6.
  30. 51 Βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 687/23.1.2023 επιστολή παροχής στοιχείων της ΓΔΑ και την απαντητική επιστολή του […] με αριθ. πρωτ. 1156/3.2.
  31. 52 Βλ. Ετήσια Οικονομική Έκθεση 2022 του Ομίλου. Επιπλέον, αναφέρεται ότι το […]% των καθαρών εσόδων του Ομίλου προέρχεται από την Ελλάδα. 53 Βλ. και ιστοσελίδα της τράπεζας www.piraeusholdings.gr. 54 Αφορά τον αριθμό των ΑΤΜs στο τέλος του 2022, βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. 5478/6.7.2023 επιστολή της τράπεζας. 55 Αφορά τον αριθμό των ΑΤΜs στο τέλος του 2022, βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. 4674/9.6.2023 επιστολή της τράπεζας. 56 Βλ. ιστοσελίδα της τράπεζας www.nbg.gr 57 Βλ. ιστοσελίδα της τράπεζας www.alpha.gr. 58 Αφορά τον αριθμό των ΑΤΜs στο τέλος του 2022, βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. 4788/14.6.2023 επιστολή της τράπεζας. 59 Η μητρική εταιρία του Ομίλου Eurobank είναι η Eurobank Ergasias Υπηρεσιών και Συμμετοχών Α.Ε. 49 50 7 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Βασίλειο. Το Δίκτυο της Eurobank στην Ελλάδα αριθμεί περί τα […] Καταστήματα60 και […] ΑΤΜ
  32. V.1.1.4 Attica Bank Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία
  33. Η Attica Bank ιδρύθηκε το 1925, με έδρα στον Δήμο Αθηναίων και δραστηριοποιείται κυρίως στον χρηματοοικονομικό τομέα παρέχοντας χρηματοοικονομικές υπηρεσίες σε ιδιώτες και επιχειρήσεις. Ο Όμιλος της Attica Bank, εκτός από την μητρική εταιρεία, περιλαμβάνει μία θυγατρική και μία συγγενή εταιρεία, οι οποίες δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα. Η Τράπεζα διαθέτει […] καταστήματα εκ των οποίων […] καταστήματα λιανικής τραπεζικής και […] επιχειρηματικά κέντρα62, καθώς και […] ΑΤΜ
  34. V.1.1.5 Η HSBC Continental Europe
  35. Η HSBC Continental Europe, Greece λειτουργούσε στην Ελλάδα ως υποκατάστημα της εδρεύουσας στην Γαλλία τράπεζας HSBC Continental Europe (εφεξής και «HSBC» ή «η Τράπεζα»). Η Τράπεζα υπέγραψε τον Μάιο του 2022 δεσμευτική σύμβαση πώλησης και αγοράς των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του υποκαταστήματός της στην Ελλάδα με το πιστωτικό ίδρυμα Παγκρήτια Τράπεζα Α.Ε. 64, με την συναλλαγή να ολοκληρώνεται στις 28.7.
  36. Από την ανωτέρω ημερομηνία και εντεύθεν, το εν λόγω υποκατάστημα της Τράπεζας διενεργεί μόνο ειδικές (διοικητικής, λογιστικής και φορολογικής φύσεως) εργασίες που απαιτούνται για την τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων που απορρέουν από την παύση των τραπεζικών εργασιών του στην Ελλάδα. Την εποχή της λειτουργίας της με υποκατάστημα στην Ελλάδα, η HSBC παρείχε χρηματοοικονομικά προϊόντα και υπηρεσίες με περιορισμένο δίκτυο λίγων φυσικών καταστημάτων και ΑΤΜ στην Ελλάδα (κατ’ ανώτατο 15 “on-site” και 11 “off-site” ΑΤΜ)
  37. Επιπλέον, ήταν μέλος της ΕΕΤ και μέλος και μέτοχος της ΔΙΑΣ. Τον Μάιο του 2023, η HSBC διέθετε […] ATM
  38. V.1.1.6 Η Ελληνική Ένωση Τραπεζών
  39. Η Ελληνική Ένωση Τραπεζών είναι ο φορέας εκπροσώπησης των ελληνικών και ξένων πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν στην Ελλάδα. Η ΕΕΤ ιδρύθηκε το 1928 και είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Η έδρα της βρίσκεται στο Δήμο Αθηναίων και σήμερα αριθμεί 20 τράπεζες-μέλη, 10 τακτικά67 και 10 συνδεδεμένα
  40. Βλ. σχετ. την ιστοσελίδα της τράπεζας www.eurobank.gr. Αφορά τον αριθμό των ΑΤΜs στο τέλος του 2022, βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. 4677/12.6.2023 επιστολή της τράπεζας. 62 Βλ. την ιστοσελίδας της τράπεζας, www.atticabank.gr 63 Αφορά τον αριθμό των ΑΤΜs στο τέλος του 2022, Βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. 4735/13.6.2023 επιστολή της τράπεζας. 64 Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 3053153/26.9.2023 ανακοίνωση ΓΕΜΗ. 65 Βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. 4068/23.5.2023 επιστολή παροχής στοιχείων της HSBC CONTINENTAL EUROPE, GREECE προς την ΓΔΑ. 66 Βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. 4068/23.05.2023 επιστολή της HSBC, ερ. 11 67 Συγκεκριμένα τα τακτικά μέλη της Ένωσης είναι: Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε., Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., Alpha Bank, Τράπεζα Eurobank A.E., Attica Bank Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία, Παγκρήτια Τράπεζα Α.Ε., Optima Bank A.E., Aegean Baltic Bank (ABB), Citibank Europe PLC, Vivabank A.E. 68 Συγκεκριμένα τα συνδεδεμένα μέλη της Ένωσης είναι: Bank of America Europe Designated Activity Company, Athens Branch, Deutsche Bank AG, Πειραιώς Χρηματοδοτικές Μισθώσεις ΜΑΕ, Εθνική Leasing Α.Ε. – Χρηματοδοτικές Μισθώσεις, Alpha Leasing – Χρηματοδοτικές Μισθώσεις, Eurobank – Χρηματοδοτικές Μισθώσεις, Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών Ελλάδος, ProCredit Bank, tbi bank και ΤΜΕΔΕ Microfinance Solutions. 60 61 8 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ VI. Η «VIVA ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΜΟΝΟΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ»
  41. Η VIVA εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, οδός Αμαρουσίου- Χαλανδρίου 18-
  42. Η VIVA ιδρύθηκε το 2010 και τροποποίησε την επωνυμία της από «HELLAS PAY ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ Α.Ε.» σε «VIVA ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ Α.Ε.» το
  43. Η VIVA ανήκει στον Όμιλο VIVA WALLET69, ο οποίος σήμερα αποτελείται από τη μητρική εταιρεία συμμετοχών «Viva Wallet Holdings Development of Software SA» και τις κατά 100% θυγατρικές Vivabank Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία (τραπεζικές υπηρεσίες), Viva Wallet.com Ltd (με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο), καθώς και την καταγγέλλουσα
  44. Η VIVA δραστηριοποιείται στην παροχή υπηρεσιών πληρωμών
  45. Η VIVA, όπως αναφέρεται στην καταγγελία, λειτουργεί ως αδειοδοτημένο Ίδρυμα Ηλεκτρονικού Χρήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4021/2011 και δυνάμει άδειας που της χορηγήθηκε με την υπ' αριθ. 121/6/30.10.2014 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν. 4021/2011, καταλαμβάνει και το σύνολο των δραστηριοτήτων Ιδρύματος Πληρωμών του Ν. 4537/2018 (πρώην Ν. 3862/2010) (χωρίς να απαιτείται ξεχωριστή προς το σκοπό αυτό άδεια), τις οποίες η VIVA ασκεί ήδη από το 2011 δυνάμει της σχετικής, απαιτούμενης κατά τη διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 3862/2010, άδειας που είχε λάβει με τις υπ' αριθ. 11/6/14.06.2011 και 23/21.11.2011 αποφάσεις της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (για την παροχή των υπηρεσιών πληρωμών που αναφέρονται στις περιπτώσεις α, γ, ε, στ και ζ της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του Ν. 3862/10)
  46. Η VIVA αποτελεί, επίσης, πάροχο υπηρεσιών πληρωμών προσβάσιμο από το Σύστημα Πληρωμών ΔΙΑΣ, ωστόσο όχι από το σύνολο των εργαλείων πληρωμών. Η VIVA δραστηριοποιείται στις ακόλουθες χώρες: Ελλάδα, Βουλγαρία, Ισπανία, Κύπρο, Ρουμανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Πορτογαλία, Πολωνία, Σουηδία, Ηνωμένο Βασίλειο, Αυστρία, Βέλγιο, Τσεχία, Δανία, Εσθονία, Φινλανδία, Ουγγαρία, Ισλανδία, Ιρλανδία, Λετονία, Λιχτενστάιν, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Μάλτα, Ολλανδία, Νορβηγία, Σλοβακία, Σλοβενία και Κροατία. Στις χώρες Βέλγιο, Κύπρο, Ιταλία, Ρουμανία, Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία, Πολωνία, Πορτογαλία και Ισπανία, δραστηριοποιείται σήμερα μέσω υποκαταστημάτων. Σύμφωνα με τις Ετήσιες Χρηματοοικονομικές Καταστάσεις 2022, η JP Morgan κατέχει πλέον θέση στο μετοχικό κεφαλαίο της εταιρείας με ποσοστό συμμετοχής 48,5%. Συγκεκριμένα, στις 16 Δεκεμβρίου 2022 ανακοινώθηκε ότι η συναλλαγή με την JP Morgan που είχε υπογραφεί νωρίτερα εντός του έτους, στις 24 Ιανουαρίου 2022, ολοκληρώθηκε. 70 Βλ. Ετήσιες Χρηματοοικονομικές Καταστάσεις 2022 του Ομίλου. 71 Βλ. σχετ. τις δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις της εταιρίας για την χρήση του 2022 αλλά για παλαιότερες χρήσεις, όπως ενδεικτικά του
  47. Αντιστοίχως τη δραστηριοποίηση της καταγγέλλουσας στις υπηρεσίες πληρωμών αναφέρει και ο […]. 72 Η εν λόγω άδεια της VIVA ως Ιδρύματος Ηλεκτρονικού Χρήματος ανανεώθηκε, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην Οδηγία 2015/2366/ΕΕ (στο πλαίσιο διαδικασίας επαναδειοδότησης της εταιρείας μας) δυνάμει της υπ' αριθμ. 280/23.07.2018 απόφασης της ως άνω Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία χορηγήθηκε «άδεια λειτουργίας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος προκειμένου να ασκεί τις δυνατότητες έκδοσης, διανομής και εξαργύρωσης ηλεκτρονικού χρήματος του Ν. 4021/2011 και της ΠΕΕ 33/2013 και να παρέχει τις υπηρεσίες πληρωμών των στοιχείων α, β, γ, ε, και στ της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του Ν. 4537/2018». 69 9 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ VII. ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ VII.1 Εισαγωγή
  48. Η σχετική αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών περιλαμβάνει το σύνολο των προϊόντων ή υπηρεσιών που θεωρούνται από τον καταναλωτή εναλλάξιμες ή δυνάμενες να υποκατασταθούν μεταξύ τους, λόγω των χαρακτηριστικών τους, της τιμής τους και της σκοπούμενης χρήσης τους
  49. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι κατά πάγια ενωσιακή νομολογία και πρακτική όταν οι κρινόμενες συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές έχουν ως αντικείμενο τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού, δεν απαιτείται η ακριβής οριοθέτηση της σχετικής αγοράς για την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ
  50. Συναφώς, δεν απαιτείται, κατ’ αρχήν, για τη διαπίστωση παράβασης ειδική οικονομική ανάλυση για τις συνθήκες της οικείας αγοράς, ούτε και για τον προσδιορισμό αυτής
  51. Η αρχή αυτή μπορεί να εφαρμοστεί αναλογικά και στην περίπτωση του άρθρου 1 του Ν. 3959/
  52. Συναφώς, έχει κριθεί ότι δεν είναι η εκάστοτε αρχή ανταγωνισμού που επιλέγει κάθε φορά «κατ’ αυθαίρετο» τρόπο τη σχετική αγορά προϊόντων, αλλά οι ίδιες οι συμπράττουσες επιχειρήσεις που επικεντρώνουν την αντί-ανταγωνιστική τους συμπεριφορά σε ορισμένο/-α προϊόν/τα (καθορίζοντας έτσι και το εύρος της σχετικής έρευνας) 76,
  53. Ως εκ τούτου, τα εμπλεκόμενα μέρη (συμπεριλαμβανομένης, εν προκειμένω και της ΕΕΤ), συμπράττοντας και επικεντρώνοντας την συμπεριφορά τους σε συγκεκριμένες υπηρεσίες, οδηγούν σε συγκεκριμένο καθορισμό του εύρους της σχετικής αγοράς στις πρακτικές της παρούσας, οι οποίες αφορούν σε εξ αντικειμένου περιορισμό του ανταγωνισμού. Συνεπώς, στην ανάλυση που ακολουθεί, η ακριβής οριοθέτηση της σχετικής αγοράς στις περιπτώσεις των εξ αντικειμένου παραβατικών συμπεριφορών παρέλκει, δεδομένου ότι δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη νομική αξιολόγησή τους.
  54. Αντιθέτως, σε ό,τι αφορά πρακτικές για τις οποίες κρίνεται ότι παραβιάζουν εξ αποτελέσματος τα άρθρα 1 του Ν. 3959/2011 και 101 της ΣΛΕΕ κρίνεται σκόπιμη η ακριβής οριοθέτηση της σχετικής αγοράς την οποία αφορά η παράβαση. Αναλυτικότερα, ενώ οι συμφωνίες που έχουν ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού θεωρούνται από τη φύση τους ικανές να περιορίσουν τον ανταγωνισμό, για να θεωρηθεί ότι μία συμφωνία παράγει αποτελέσματα που περιορίζουν τον ανταγωνισμό, πρέπει να επηρεάζει τον πραγματικό ή δυνητικό ανταγωνισμό σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπορούν ευλόγως να αναμένονται αρνητικές επιπτώσεις στη σχετική αγορά όσον αφορά τις τιμές, την παραγωγή, την καινοτομία ή την ποικιλία ή την ποιότητα των προϊόντων και υπηρεσιών. Βλ. Ανακοίνωση της Ε.Επ. «όσον αφορά τον ορισμό της σχετικής αγοράς για τους σκοπούς του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού», Επίσημη εφημερίδα («ΕΕ») αριθ. C 372 της 09/12/
  55. Στη σχετική αγορά προϊόντων περιλαμβάνονται το προϊόν (ή προϊόντα) που αφορούν στην υπό εξέταση υπόθεση, καθώς και όλα τα προϊόντα που είναι υποκατάστατά τους είτε από πλευράς ζήτησης είτε από πλευράς προσφοράς και των οποίων η διαθεσιμότητα (ή δυνητική διαθεσιμότητα) εμποδίζει τις ελεγχόμενες επιχειρήσεις να αυξήσουν επικερδώς την τιμή τους κατά ένα μικρό αλλά σημαντικό ποσοστό για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. 74 Βλ. ενδεικτικά Αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου T-38/02 Groupe Danone κατά Επιτροπής, σκ. 99, και T48/02 Brouwerij Haacht NV κατά Επιτροπής, σκ. 58 (καθώς και στη σχετική νομολογία που παραπέμπουν). 75 Βλ. Απόφαση ΣτΕ 2780/2012, σκ.
  56. 76 Βλ. Απόφαση Τ-71/03, Tokai Carbon κατά Επιτροπής, σκ.
  57. 77 Βλ. και Faull & Nikpay «The EU Law of Competition», 3η έκδοση, παρ. 8.
  58. 73 10 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Ως εκ τούτου, για την ανάλυση των περιοριστικών αποτελεσμάτων μιας συμφωνίας πρέπει κατά κανόνα να ορισθεί η σχετική αγορά
  59. VII.2 Σχετικές αγορές προϊόντων
  60. Κατωτέρω αρχικώς παρατίθεται η ανάλυση οριοθέτησης σχετικής αγοράς ως προς την πρακτική που οδήγησε εκ του αποτελέσματος σε περιορισμό του ανταγωνισμού. - Υπηρεσίες εκτός δικτύου (off-us) ανάληψης μετρητών μέσω Αυτόματων Ταμειολογιστικών Μηχανών (ΑΤΜ)
  61. Εν προκειμένω αντικείμενο συνεννόησης μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών, συμπεριλαμβανομένης της HSBC, όπως θα αναλυθεί στη συνέχεια της παρούσης 79, υπήρξε ο τρόπος της τιμολόγησης των συναλλαγών ανάληψης μετρητών μέσω των ΑΤΜ σε κατόχους καρτών εκδοθεισών από τρίτα τραπεζικά ιδρύματα / παρόχους υπηρεσιών πληρωμών (ΠΥΠ) (off – us αναλήψεις).
  62. Σύμφωνα με μελέτη/έρευνα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ/ECB) το 201980, παρότι τα τελευταία χρόνια η χρήση μέσων πληρωμών χωρίς τη χρήση μετρητών έχει αυξηθεί στην ευρωζώνη, με διαφορετικό ρυθμό από χώρα σε χώρα, η χρήση των μετρητών παραμένει η πλέον διαδεδομένη μέθοδος πληρωμών στις χώρες της ευρωζώνης81,
  63. Ως εκ τούτου, η ζήτηση για ανάληψη και χρήση μετρητών θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα βαθμό ανελαστική. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με το Ν. 4537/2018 ο οποίος ενσωματώνει στην ελληνική έννομη τάξη την Οδηγία 2015/2366/ΕΕ (PSD II) σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, οι υπηρεσίες ανάληψης μετρητών από λογαριασμό πληρωμών φαίνεται να κατατάσσονται μεταξύ των επιμέρους υπηρεσιών πληρωμών
  64. Ωστόσο, οι υπηρεσίες ανάληψης μετρητών σε σχέση με τις λοιπές υπηρεσίες πληρωμών, όπως εκείνες ορίζονται στο άρθρο 3 παρ. 4 του Ν. 4537/2018, δέον είναι όπως θεωρηθούν ότι συνιστούν διακριτές σχετικές αγορές υπηρεσιών, καθώς εκάστη υπηρεσία πληρωμών εξυπηρετεί διαφορετική ανάγκη του συναλλασσόμενου ,όχι μόνο ως προς το μέσο αλλά και το είδος της πληρωμής. Ως εκ τούτου, εξ απόψεως υποκατάστασης ζήτησης, κρίνεται σκόπιμο όπως η υπηρεσία ανάληψης μετρητών ιδωθεί διακριτά από τις λοιπές υπηρεσίες πληρωμών
  65. Βλ. σχετ. Ανακοίνωση της Ε.Επ. «Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης» (2004/C 101/08) παρ. 24 επόμ. 79 Βλ. Ενότητα VI.
  66. 80 Η έρευνα διεξήχθη κατά την περίοδο Μαρτίου – Δεκεμβρίου 2019, με τη συλλογή 41.155 απαντήσεων σε 17 χώρες. Στην έρευνα συμπεριλήφθηκαν και 2.061 απαντήσεις από την Γερμανία και 22.103 απαντήσεις από την Ολλανδία που είχαν συλλεχθεί στο πλαίσιο μελετών των κεντρικών τραπεζών τους κατά το 2017 και 2019 αντίστοιχα. 81 Σημειώνεται ότι η χρήση αυτών των μέσων ενισχύθηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας, όμως δεν είναι ακόμα σαφές κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί ως μία σταθερή και εδραιωμένη τάση. 82 Study on the payment attitudes of consumers in the euro-area (SPACE), ECB December 2020, πρόλογος σελ
  67. «The survey results indicate that cash is still the most used retail payment instrument in the euro area, but cashless means of payment are increasing their share across euro area countries, albeit at varying speeds. The trend towards cashless payments seems to have accelerated during the pandemic, although the consolidation of this provisional finding is still uncertain». 83 Βλ. άρθρο 4 περ. 3 του Ν. 4537/2018 (ΦΕΚ Α 84/15.5.2018): «Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους ισχύουν οι εξής ορισμοί: […] 3) “υπηρεσίες πληρωμών”: οι εξής επιχειρηματικές δραστηριότητες: […] β) υπηρεσίες που επιτρέπουν τις αναλήψεις μετρητών από λογαριασμό πληρωμών, καθώς και όλες τις δραστηριότητες που απαιτούνται για την τήρηση λογαριασμού πληρωμών». 84 Βλ. σχετ. και υπ’ αριθ. 787/2022 Απόφαση ΕΑ-ΟΠΑΠ. 78 11 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  68. Η δε διάκριση των υπηρεσιών αναλήψεων σε σχέση με τις λοιπές υπηρεσίες πληρωμών κρίνεται βάσιμη και εξ απόψεως υποκατάστασης προσφοράς, δεδομένου ότι η δραστηριοποίηση εκάστου παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, ως εκείνος ορίζεται στο άρθρο 1 του Ν. 4537/2018 85 σε όλα τα επιμέρους είδη υπηρεσιών πληρωμών δεν είναι εύκολη ή άμεση. Τούτο διότι για εκάστη εκ των υπηρεσιών πληρωμών υφίστανται ξεχωριστές νομικές προϋποθέσεις αδειοδότησης και κεφαλαιακής επάρκειας, ενώ τίθενται και διαφορετικές τεχνικές και τεχνολογικές απαιτήσεις, όπως η πρόσβαση σε συστήματα πληρωμών, ο τεχνολογικός εξοπλισμός, τα συστήματα ασφαλείας, η συνεργασία με πιστωτικά ιδρύματα για τη δρομολόγηση πληρωμών και δίκτυο αντιπροσώπων86,
  69. Περαιτέρω, και ως προς την υποκατάσταση προσφοράς σε επίπεδο παροχής υπηρεσιών ανάληψης μετρητών, σημειώνεται ότι η εν λόγω υπηρεσία παρέχεται μεν κατά κανόνα διαμέσου των ΑΤΜ, ωστόσο δύναται να παρασχεθεί τόσο στο πλαίσιο συναλλαγών εντός καταστημάτων τραπεζών ή άλλων φυσικών σημείων
  70. Δεδομένης όμως της διαφοροποίησης τόσο στο είδος της εξυπηρέτησης, π.χ. εντός των καταστημάτων των τραπεζών διεκπεραιώνονται συναλλαγές αναλήψεων από λογαριασμούς καταθέσεων που τηρούνται στην ίδια και μόνο τράπεζα (on-us αναλήψεις) όσο και του τρόπου αυτής, αφού τα ΑΤΜ παρέχουν υπηρεσίες self service σε 24ωρη βάση και σε ελάχιστο χρόνο, κρίνεται σκόπιμη η διάκριση των παρεχόμενων μέσω δικτύου ΑΤΜ υπηρεσιών αναλήψεων μετρητών.
  71. Επιπλέον, και εντός αυτής καθεαυτής της υπηρεσίας αναλήψεων μετρητών από ΑΤΜ, δέον είναι όπως διακριθούν οι υπηρεσίες ανάληψης από ΑΤΜ κατά τις οποίες εκδότης κάρτας και πάροχος ΑΤΜ ταυτίζονται (on-us αναλήψεις) από τις υπηρεσίες ανάληψης κατά τις οποίες τα εν λόγω μέρη δεν ταυτίζονται (off-us αναλήψεις). Τούτο διότι αφενός η παροχή υπηρεσιών off-us αναλήψεων απαιτεί τη διασυνδεσιμότητα μεταξύ των παρόχων μέσω πλατφορμών διεκπεραίωσης και εκκαθάρισης συναλλαγών, όπως η ΔΙΑΣ ή/και τα διεθνή σχήματα καρτών, π.χ. Visa, Mastercard, και αφετέρου υφίσταται σημαντική τιμολογιακή απόκλιση μεταξύ των δύο κατηγοριών αναλήψεων, δεδομένου ότι οι on us αναλήψεις μετρητών παρέχονται από το σύνολο των εμπλεκόμενων μερών με μηδενική χρέωση. Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο εν λόγω άρθρο πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών δύνανται να είναι πιστωτικά ιδρύματα περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους, ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, γραφεία ταχυδρομικών επιταγών, ιδρύματα πληρωμών, καθώς και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες όταν δεν ενεργούν με την ιδιότητά τους ως νομισματικών ή άλλων δημόσιων αρχών και το Ελληνικό Δημόσιο και τα άλλα κράτη μέλη ή οι περιφερειακές ή τοπικές αρχές τους όταν δεν ενεργούν με την ιδιότητά τους ως δημόσιων αρχών. 86 Βλ. σχετ. και υπ’ αριθ. 787/2022 Απόφαση ΕΑ-ΟΠΑΠ. 87 Ως προς τη διάκριση της αγοράς αναλήψεων βλ. και σχετ. Απόφαση της Ιταλικής Αρχής Ανταγωνισμού I849/BANCOMAT-PRELIEVI CONTANTI. 88 Βλ. ενδεικτικά υπ’ αριθ. πρωτ. 7328/1.8.2022 απάντηση της […] στην οποία αναφέρεται: «Απ’ όσο γνωρίζουμε, σχετική δυνατότητα παρέχεται από άλλον ΠΥΠ [εν. πάροχο υπηρεσιών πληρωμών] μέσω των POS αλυσίδας supermarket». Επίσης στην υπ’ αριθ. πρωτ. 8176/8.9.2022 επιστολή η […] αναφέρει: «Επιπλέον, σήμερα παρέχεται η δυνατότητα στους καταναλωτές να κάνουν ανάληψη μετρητών από τους εμπόρους μέσω του POS. Ωστόσο, η σχετική δραστηριότητα δεν έχει αναπτυχθεί σε μεγάλη κλίμακα». Η […] στην υπ’ αριθ. πρωτ. 7983/1.9.2022 επιστολή της διευκρινίζει σχετικά: «Επίσης, την υπηρεσία ανάληψης μετρητών παρέχει η εταιρεία viafintech η οποία συνεργάζεται με αλυσίδα super market. Τέλος, εκτός των αναλήψεων μετρητών από ΑΤΜ, παρέχεται από τους Διεθνείς Οργανισμούς Πληρωμών, η υβριδική υπηρεσία Cashback μέσω της οποίας είναι δυνατή η ανάληψη μετρητών από σημεία λιανικού εμπορίου όπως supermarket. Ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη χρήση της υπηρεσίας ορίζεται ότι κατά την ανάληψη μετρητών πρέπει ταυτόχρονα να πραγματοποιηθεί και συναλλαγή αγοράς στον αντίστοιχο έμπορο. Δεν δύναται δηλαδή να πραγματοποιηθεί μόνο ανάληψη μετρητών». Από την πλευρά της η […] επισημαίνει στην υπ’ αριθ. πρωτ. 8057/5.9.2022 υποβολή στοιχείων: «Στην Ελληνική Επικράτεια, εκτός του Δικτύου καταστημάτων […] και […] ATMs, υπάρχει και η δυνατότητα ανάληψης μετρητών από το συνεργαζόμενο με την […]». 85 12 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  72. Ειδικότερα και ως προς τις off-us αναλήψεις με κάρτες εκδοθείσες από παρόχους υπηρεσιών πληρωμών του εξωτερικού, σημειώνεται ότι παρέχεται η δυνατότητα στους χρήστες καρτών του εξωτερικού πραγματοποίησης συναλλαγών αναλήψεων με απευθείας μετατροπή νομίσματος κατά την χρέωση του λογαριασμού του στο νόμισμα χρέωσης του πελάτη (Dynamic Currency Conversion – DCC). Δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση η υπηρεσία ανάληψης δεν παρέχεται ούτε τιμολογείται αυτοτελώς αλλά σε συνδυασμό με την υπηρεσία μετατροπής νομίσματος και μάλιστα με τιμή σημαντικά διαφοροποιημένη από την τιμή των λοιπών off-us αναλήψεων, κρίνεται σκόπιμο όπως η εν λόγω κατηγορία αναλήψεων δεν περιληφθεί στο σύνολο των συναλλαγών off-us ανάληψης μετρητών αλλά ιδωθεί ξεχωριστά.
  73. Ενόψει των ανωτέρω, και λαμβάνοντας υπόψη τις συναλλαγές τις οποίες και αφορά η υπό κρίση πρακτική επί του τρόπου τιμολόγησης των off-us συναλλαγών ανάληψης μετρητών, η σχετική αγορά προϊόντος είναι η παροχή υπηρεσιών off-us αναλήψεων μετρητών από ΑΤΜ εξαιρουμένων των συναλλαγών ανάληψης μετρητών μέσω της υπηρεσίας DCC.
  74. Στο συγκεκριμένο σημείο αξίζει να σημειωθεί ότι το ζήτημα της ένταξης των υπηρεσιών αναλήψεων είτε μεταξύ των υπηρεσιών αποδοχής καρτών μέσω ΑΤΜ89 είτε μεταξύ των υπηρεσιών πληρωμών, δύναται να μείνει ανοιχτό για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, καθώς σύμφωνα με την ανωτέρω ανάλυση, οι υπηρεσίες ανάληψης μετρητών από ΑΤΜ εξαιρουμένων των συναλλαγών ανάληψης μετρητών μέσω της υπηρεσίας DCC αποτελούν σε κάθε περίπτωση διακριτή σχετική αγορά υπηρεσιών. VII.3 Σχετική γεωγραφική αγορά
  75. Η σχετική γεωγραφική αγορά περιλαμβάνει την περιοχή, στην οποία οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις πωλούν τα σχετικά προϊόντα και τις υπηρεσίες τους υπό επαρκώς ομοιογενείς συνθήκες ανταγωνισμού
  76. Στην παρούσα υπόθεση και με βάση τα ανωτέρω αναλυθέντα ως προς τη σχετική αγορά που αφορά η υπό κρίση πρακτική, ως σχετική γεωγραφική αγορά ορίζεται η ελληνική επικράτεια.
  77. Τούτο διότι αφενός τα εμπλεκόμενα μέρη δραστηριοποιούνται στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας και αφετέρου η πρακτική των μερών αφορά στο σύνολο της χώρας, καθώς το αντικείμενο των συνεννοήσεων που έλαβαν χώρα αφορούσαν σε πρακτική εφαρμοστέα σε εθνικό επίπεδο. VIII. Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ VIII.1 Εφαρμοστέες διατάξεις
  78. Βάσει του άρθρου 29α του Ν. 3959/2011, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα της ΕΑ να θεσπίσει με απόφασή της διαδικασία διευθέτησης διαφορών με τις επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων που παραδέχονται την αποδιδόμενη σε αυτούς παράβαση των άρθρων 1, 1Α και 2 του Ν. 3959/2011 ή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, καθώς και βάσει του άρθρου 14 παρ. 2 περ. ιδ (εε) του Ν. 3959/2011, εκδόθηκε από την ΕΑ η υπ’ αριθ. 790/2022 απόφαση με τίτλο «Όροι, προϋποθέσεις και διαδικασία για τη διευθέτηση διαφορών σε υποθέσεις απαγορευμένων συμπράξεων, πρόσκλησης Βλ. ενδεικτικά απόφαση Ε.Επ. M.7947-BANCO SANTANDER TOTTA/BANIF. Βλ. Ανακοίνωση της Ε.Επ. «όσον αφορά τον ορισμό της σχετικής αγοράς για τους σκοπούς του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού», Επίσημη εφημερίδα («ΕΕ») αριθ. C 372 της 09/12/1997, σκ.
  79. 89 90 13 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ σε απαγορευμένη σύμπραξη και ανακοίνωσης μελλοντικών προθέσεων τιμολόγησης προϊόντων και υπηρεσιών μεταξύ ανταγωνιστών και περιπτώσεων κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης κατά παράβαση των άρθρων 1, 1Α και 2 του ν. 3959/2011, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 4886/2022 και ισχύει ή/και των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ» (εφεξής «Ανακοίνωση για τη διαδικασία διευθέτησης διαφορών»).
  80. Σκοπός της διαδικασίας διευθέτησης διαφορών (εφεξής και «ΔΔΔ»), όπως ορίζεται και στην ως άνω απόφαση, είναι η απλοποίηση και επιτάχυνση της διοικητικής διαδικασίας έκδοσης αποφάσεων από την ΕΑ για παραβάσεις των άρθρων 1, 1Α και 2 του Ν. 3959/2011 ή/και των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, καθώς και ο περιορισμός του αριθμού των προσφυγών που ασκούνται κατά των αποφάσεων της ΕΑ ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών 91, προκειμένου να παρασχεθεί στην ΕΑ η δυνατότητα να εξετάζει περισσότερες υποθέσεις με τους ίδιους πόρους και με λιγότερη διοικητική επιβάρυνση, να αυξάνει, έτσι, τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της δράσης της και να ενισχύει, συγχρόνως, τον ανταγωνισμό στην ελληνική οικονομία και το ενδιαφέρον των πολιτών για την αποτελεσματική και έγκαιρη τιμωρία των παραβατών. Στο πλαίσιο αυτό, στις επιχειρήσεις που συμβάλλουν στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της διοικητικής διαδικασίας ενώπιον της ΕΑ92 μπορεί να επιβάλλονται μειωμένα πρόστιμα υπό τις ειδικότερες προϋποθέσεις που αναλύονται κατωτέρω
  81. Η συμβολή αυτή λαμβάνει τη μορφή της ειλικρινούς, ανέκκλητης και ανεπιφύλακτης παραδοχής από μέρους της εμπλεκόμενης επιχείρησης της αποδιδόμενης σε αυτή συμμετοχής στην παράβαση και της σχετικής ευθύνης της, καθώς και της παραίτησής της από την άσκηση συγκεκριμένων δικονομικών δικαιωμάτων και δικαιολογεί μείωση του προστίμου που επιβάλλεται από την ΕΑ
  82. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της ΔΔΔ οι επιχειρήσεις για τις οποίες διεξάγονται έρευνες για συμμετοχή σε απαγορευμένη σύμπραξη (οριζόντια καρτελική σύμπραξη ή κάθετη σύμπραξη) ή για πρόσκληση σε απαγορευμένη σύμπραξη και ανακοίνωση μελλοντικών προθέσεων τιμολόγησης προϊόντων και υπηρεσιών μεταξύ ανταγωνιστών ή για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης και σε βάρος των οποίων έχουν συλλεχθεί αποδεικτικά στοιχεία και έχει/-ουν στοιχειοθετηθεί παράβαση/-σεις του άρθρου 1 ή/και του άρθρου 1Α ή/και του άρθρου 2 του Ν. 3959/2011 ή/και του άρθρου 101 και 102 ΣΛΕΕ, αναγνωρίζουν ανεπιφύλακτα τη συμμετοχή τους Βλ. T-456/10, Timab κ.ά. κατά Επιτροπής, σκ.
  83. Βλ. Timab κ.ά. κατά Επιτροπής, σκ.
  84. 93 Κατά πάγια ενωσιακή νομολογία, μείωση του προστίμου λόγω συνεργασίας κατά τη διοικητική διαδικασία δικαιολογείται, εάν η συμπεριφορά της επιχείρησης διευκόλυνε την εκ μέρους της Επιτροπής διαπίστωση της παράβασης και, ενδεχομένως, την παύση της (βλ. ΔΕΚ C- 297/98 P, SCA Holding κατά Επιτροπής, σκ. 36, ΔΕΚ C- 328/05 P, SGL Carbon κατά Επιτροπής, σκ. 83, και ΠΕΚ 311/94, BPB de Eendracht κατά Επιτροπής, σκ. 325). Μείωση του προστίμου δικαιολογείται επίσης και στην περίπτωση που επιχείρηση συνδράμει την Επιτροπή στην ευκολότερη διαπίστωση του υποστατού της παράβασης, ιδίως με την εκ μέρους της επιχείρησης αναγνώριση της συμμετοχής της στην παράβαση ή με την μη αμφισβήτηση των πραγματικών ισχυρισμών επί των οποίων θεμελιώνεται η παράβαση (βλ. ΔΕΚ C-298/98 P, Finnboard κατά Επιτροπής, σκ. 56, 59 και 60, C-57/02 P, Acerinox κατά Επιτροπής, σκ. 88). Βλ. επίσης ΕΑ 526/2011, σκ. 2, και Ανακοίνωση ΕΑ-Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 9 του Ν. 703/1977, παρ.
  85. 94 Η μείωση του προστίμου δικαιολογείται ενόψει της συνεργασίας της εμπλεκόμενης επιχείρησης υπό την παραπάνω έννοια. Η ΕΑ, ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή με αποκλειστική αρμοδιότητα την εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού με την έκδοση εκτελεστών αποφάσεων που υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο, δε διαπραγματεύεται με τις ελεγχόμενες επιχειρήσεις το ζήτημα της ύπαρξης της παράβασης και της επιβολής της κατάλληλης κύρωσης. Βλ. και Ανακοίνωση Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την διεξαγωγή διαδικασιών διευθέτησης διαφορών ενόψει της έκδοσης αποφάσεων δυνάμει του άρθρου 7 και του άρθρου 23 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου σε περιπτώσεις συμπράξεων (ΕΕ 2008 C 167/1), παρ.
  86. 91 92 14 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ στην/-ις παράβαση/-σεις και την ευθύνη τους από αυτή/-ές και παραιτούνται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, από το δικαίωμά τους να λάβουν πλήρη πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης και από το δικαίωμα προφορικής ακρόασης κατά τη συζήτηση ενώπιον της ΕΑ95,
  87. Στην περίπτωση αυτή, η απόφαση διαπίστωσης παράβασης από την ΕΑ κατά το άρθρο 29α τελευταίο εδάφιο του Ν. 3959/2011 σε συνδυασμό με τα άρθρα 25 παρ. 1 και 25Β 97 του ίδιου νόμου εκδίδεται κατ’ απλοποιημένη διαδικασία, αφού έχουν ληφθεί υπόψη οι ισχυρισμοί, νομικοί και πραγματικοί, και οι θέσεις των εμπλεκομένων επιχειρήσεων, όπως υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της ΔΔΔ. Με την ίδια απόφαση προβλέπεται η επιβολή προστίμου 98 στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, κατά τα άρθρα 25 παρ. 1 και 25Β του Ν. 3959/2011 και σύμφωνα με την Ανακοίνωση της ΕΑ – Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων, μειωμένου κατά ποσοστό 15% λόγω υπαγωγής της υπόθεσης στην ΔΔΔ. VIII.2 Υπαγωγή στην παρούσα υπόθεση VIII.2.1 Εκκίνηση διαδικασίας διευθέτησης - Εκτίμηση της ΕΑ
  88. Με βάση το ως άνω θεσμικό πλαίσιο και σε συνέχεια των μέτρων έρευνας της Υπηρεσίας που έχουν περιγραφεί ανωτέρω, και καθώς η έρευνα της ΓΔΑ είχε φτάσει σε ώριμο στάδιο, η εταιρία HSBC, για την οποία είχε συλλεχθεί επαρκές αποδεικτικό υλικό από το οποίο προέκυπτε με σαφήνεια παραβατική συμπεριφορά μέσω του υποκαταστήματός της στην Ελλάδα, εκδήλωσε εγγράφως το ενδιαφέρον της για διερεύνηση της δυνατότητας υπαγωγής της στη διαδικασία διευθέτησης διαφορών και κατέθεσε σχετικό αίτημα, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στις παρ. 14 επ. της Ανακοίνωσης για τη διαδικασία διευθέτησης διαφορών. Το αίτημα της HSBC υπεβλήθη μετά την έκδοση της προαναφερθείσας Απόφασης ΕΑ 838/2023, σε συνέχεια των Προτάσεων Διευθέτησης Διαφοράς των εταιριών με τις επωνυμίες «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και «ATTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», καθώς και της «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΤΡΑΠΕΖΩΝ»
  89. Σε συνέχεια του εν λόγω αιτήματος, η Ολομέλεια της ΕΑ σε συνεδρίασή της στις 20.03.2024100, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα ανωτέρω, έκρινε ομόφωνα ότι η υπό κρίση υπόθεση είναι πρόσφορη και μπορεί να υπαχθεί στη διαδικασία διευθέτησης, καθώς πληροί τα κριτήρια υπαγωγής σε αυτή
  90. Βλ. άρθρο 14 παρ. 2 του Κανονισμού Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΦΕΚ Β΄ 1790/21.3.2023) (εφεξής ΚΛΔ ΕΑ). 96 Βλ. αναλυτικά Ανακοίνωση Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την διεξαγωγή διαδικασιών διευθέτησης διαφορών ενόψει της έκδοσης αποφάσεων δυνάμει του άρθρου 7 και του άρθρου 23 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου σε περιπτώσεις συμπράξεων (ΕΕ 2008 C 167/1). 97 Η παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 3959/2011 προβλέπει τις κυρώσεις, πέραν της επιβολής προστίμου, που δύναται να επιβάλει η ΕΑ σε περίπτωση διαπίστωσης παράβασης των άρθρων 1 και 2 του ίδιου νόμου και 101 και 102 της ΣΛΕΕ και το άρθρο 25Β προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα κριτήρια υπολογισμού του προστίμου και το ανώτατο όριο αυτού. Οι εν λόγω διατάξεις τυγχάνουν εφαρμογής και σε περίπτωση υπαγωγής μίας υπόθεσης στη διαδικασία διευθέτησης διαφορών. 98 Η ΕΑ δύναται στο πλαίσιο της διαδικασίας διευθέτησης διαφορών να επιβάλει κατά τη διακριτική της ευχέρεια και τις λοιπές προβλεπόμενες στο άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 3959/2011 κυρώσεις. 99 […]. 100 Βλ. εξουσιοδότηση από την Ολομέλεια της ΕΑ (αρ. πρακτικού συνεδρίασης 18/20.3.2024). 101 Βλ. Ανακοίνωση για τη Διαδικασία Διευθέτησης Διαφορών, ενότητα ΙΙ, παρ. 6-9 και
  91. 95 15 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  92. Στη συνέχεια, κατά τα προβλεπόμενα στην παρ. 32 της Ανακοίνωσης για τη διαδικασία διευθέτησης διαφορών, ο Εισηγητής ενημέρωσε το ενδιαφερόμενο μέρος με σχετική κλήτευση 102, στην οποία προσδιοριζόταν η ημερομηνία έναρξης των διμερών συσκέψεων με αυτό. VIII.2.2
  93. Διμερείς συσκέψεις Κατόπιν της κατά τα ανωτέρω εκδήλωσης ενδιαφέροντος του εμπλεκόμενου μέρους για διερεύνηση της δυνατότητας υπαγωγής του στη διαδικασία διευθέτησης διαφορών, έλαβαν χώρα διμερείς συσκέψεις εντός τριμήνου από την έναρξή τους, σύμφωνα με το Παράρτημα της υπ’ αριθ. 790/2022 Απόφασης ΕΑ, και συγκεκριμένα […]. Κατά τις διμερείς συσκέψεις για τη διευθέτηση της υπόθεσης, το ενδιαφερόμενο μέρος ενημερώθηκε από τον Εισηγητή σχετικά με τα σημαντικότερα στοιχεία της υπόθεσης, κατά τα αναφερόμενα στην παρ. 20 της Ανακοίνωσης για τη διαδικασία διευθέτησης διαφορών περιλαμβανομένου του υπολογισμού του εύρους του προστίμου
  94. Κατά τη διάρκεια των διμερών συσκέψεων, το εμπλεκόμενο μέρος γνωστοποίησε και ανέπτυξε επαρκώς τους νομικούς και πραγματικούς ισχυρισμούς του και τις απόψεις του επί της αποδιδόμενης σε αυτό παράβασης, οι οποίοι αξιολογήθηκαν από τον Εισηγητή και, όπου κρίθηκε απαραίτητο, ελήφθησαν υπόψη. VIII.2.3 Υποβολή προτάσεων διευθέτησης διαφοράς
  95. Με το πέρας των ως άνω διμερών συσκέψεων και καθώς διαπιστώθηκε από τον Εισηγητή και το ενδιαφερόμενο μέρος ότι έχει επέλθει επαρκής βαθμός συναντίληψης αναφορικά με τα πραγματικά περιστατικά, το νομικό τους χαρακτηρισμό, τη βαρύτητα και τη χρονική διάρκεια της παράβασης, το βαθμό απόδειξης των αιτιάσεων βάσει των αποδεικτικών στοιχείων και τον υπολογισμό του εύρους του προστίμου για την ενδιαφερόμενη εταιρία, υπεβλήθη, μετά από πρόσκληση του Εισηγητή104, Πρόταση Διευθέτησης Διαφοράς (εφεξής και «ΠΔΔ») από την HSBC
  96. Η ΠΔΔ του εμπλεκόμενου μέρους περιλαμβάνει τα προβλεπόμενα στην παρ. 27 της σχετικής Ανακοίνωσης: (α) ανεπιφύλακτη παραδοχή, με σαφείς όρους που δεν επιδέχονται παρερμηνεία, της συμμετοχής της επιχείρησης στην παράβαση των άρθρων 1 Ν. 3959/2011 και 101 ΣΛΕΕ, καθώς και της ευθύνης που συνεπάγεται η συμμετοχή αυτή, η οποία περιγράφεται συνοπτικά, όσον αφορά το αντικείμενό της, την ενδεχόμενη εφαρμογή της, τα κύρια πραγματικά περιστατικά, τον νομικό χαρακτηρισμό της, συμπεριλαμβανομένου του ρόλου της επιχείρησης, και τη διάρκεια της συμμετοχής της στην εν λόγω παράβαση, σύμφωνα με το αποτέλεσμα των διμερών συσκέψεων που διεξήχθησαν για τη διευθέτηση της διαφοράς, (β) αποδοχή του ανώτατου ύψους του προστίμου που μπορεί να επιβληθεί από την ΕΑ στο πλαίσιο της διαδικασίας διευθέτησης, σύμφωνα με το αποτέλεσμα των διμερών συσκέψεων, (γ) επιβεβαίωση από την ενδιαφερόμενη επιχείρηση ότι έχει ενημερωθεί επαρκώς σχετικά με την αποδιδόμενη σε αυτή παράβαση και ότι της παρασχέθηκαν επαρκείς δυνατότητες να γνωστοποιήσει τους ισχυρισμούς, νομικούς και πραγματικούς, και τις απόψεις της επί αυτών, (δ) δήλωση παραίτησης της ενδιαφερόμενης επιχείρησης από το δικαίωμά της να λάβει περαιτέρω ή/ και πλήρη πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης και από το δικαίωμα προφορικής ακρόασης ενώπιον της ΕΑ, υπό την επιφύλαξη η Εισήγηση Διευθέτησης να Βλ. […]. Ανακοίνωση ΕΑ της 07.07.2022 αναφορικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων δυνάμει των άρθρων 25 και 25Β του Ν. 3959/2011, όπως ισχύει. 104 […]. 105 […]. 102 103 16 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ μην απηχεί την Πρόταση Διευθέτησης Διαφοράς ή η ΕΑ να μην αποδεχθεί με την απόφασή της την πρόταση αυτή, (ε) δήλωση παραίτησης από κάθε αμφισβήτηση της αρμοδιότητας της ΕΑ ή/και της εγκυρότητας της διαδικασίας που ακολουθείται για την επιβολή σε βάρος της προστίμου στο πλαίσιο της Διαδικασίας Διευθέτησης Διαφορών.
  97. Η υποβολή της ΠΔΔ από το εμπλεκόμενο μέρος έγινε υπό την επιφύλαξη ότι το πρόστιμο που θα επιβληθεί από την ΕΑ σε αυτό δεν θα ξεπερνά το ανώτατο ποσό, το οποίο το μέρος έχει αποδεχθεί για την αποδιδόμενη σε αυτό παράβαση.
  98. Η παράθεση των γεγονότων και η νομική αξιολόγηση που ακολουθεί θεμελιώνεται σε συσχέτιση, συνδυαστική ερμηνεία και συνολική αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου της υπόθεσης και λαμβάνει υπόψη της την ανεπιφύλακτη και ρητή παραδοχή από το εμπλεκόμενο μέρος που υπέβαλε ΠΔΔ των πραγματικών περιστατικών, του νομικού χαρακτηρισμού τους, της συμμετοχής του στην παράβαση που διαπιστώνεται και της ευθύνης του από την τέλεση της εν λόγω παράβασης. IX. ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΔΙΚΑΙΟ IX.1 Γενικό πλαίσιο
  99. Εφαρμοστέο δίκαιο για την επί της ουσίας εξέταση της παρούσας υπόθεσης είναι ο Ν. 3959/2011 (ΦΕΚ Α΄ 93). Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του N. 3959/2011, απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ επιχειρήσεων και όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού στην ελληνική επικράτεια
  100. Προϋποθέσεις, επομένως, εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης είναι: α) η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων και β) αντικείμενο ή αποτέλεσμα της ανωτέρω συμφωνίας να είναι ο περιορισμός, η παρακώλυση ή η νόθευση του ανταγωνισμού. Αντίστοιχες είναι και οι βασικές προϋποθέσεις που τάσσονται από τον ενωσιακό νομοθέτη για την εφαρμογή του άρθρου 101 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ
  101. Το άρθρο 1 παρ. 3 του N. 3959/2011 προβλέπει εξαίρεση από τον εν λόγω απαγορευτικό κανόνα για τις συμφωνίες οι οποίες: α) συμβάλλουν στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου, β) εξασφαλίζουν συγχρόνως στους καταναλωτές δίκαιο τμήμα από το όφελος που προκύπτει, γ) δεν επιβάλλουν περιορισμούς που δεν είναι απαραίτητοι για την επίτευξη των στόχων αυτών και δ) δεν παρέχουν στις επιχειρήσεις αυτές τη δυνατότητα καταργήσεως του ανταγωνισμού σε σημαντικό τμήμα των σχετικών προϊόντων. Οι τέσσερις προαναφερόμενες προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά προκειμένου να τύχει εφαρμογής η ατομική απαλλαγή που προβλέπουν οι ανωτέρω διατάξεις
  102. H επιχείρηση που διεκδικεί τη χορήγηση ατομικής απαλλαγής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις, με πειστικά Κατά την περιπτωσιολογία που παρατίθεται στο άρθρο 1 παρ. 1 του N. 3959/2011, η απαγόρευση της εν λόγω διάταξης καλύπτει ιδίως τις συμφωνίες εκείνες οι οποίες συνίστανται, μεταξύ άλλων στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής. 107 Βλ. κατωτέρω Ενότητα «Τα κριτήρια των άρθρων 1 του N. 3959/2011 και 101 ΣΛΕΕ». 108 Βλ. Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της Συνθήκης (νυν άρθρο 101 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ) [2004] ΕΕ C 101/97, παρ. 42 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 106 17 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ επιχειρήματα και αποδεικτικά στοιχεία
  103. Οι ανωτέρω προϋποθέσεις εξαίρεσης ταυτίζονται με εκείνες που τάσσονται από τον ενωσιακό νομοθέτη για την εφαρμογή του άρθρου 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ. IX.2 Επηρεασμός ενδοκοινοτικού εμπορίου & δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ
  104. Για την εφαρμογή, παράλληλα προς τις διατάξεις του εθνικού δικαίου, του άρθρου 101 ΣΛΕΕ βάσει του άρθρου 3 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 1/2003110, θα πρέπει να εξεταστεί εάν στην κρινόμενη υπόθεση συντρέχει το κριτήριο του επηρεασμού του διακοινοτικού εμπορίου. Το εν λόγω κριτήριο είναι αυτόνομο κριτήριο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, το οποίο εκτιμάται ad hoc και οριοθετεί το πεδίο εφαρμογής του ευρωπαϊκού δικαίου του ανταγωνισμού
  105. Συγκεκριμένα, για την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, οι συμφωνίες και μονομερείς πρακτικές πρέπει να δύνανται να έχουν ένα ελάχιστο επίπεδο διασυνοριακών επιπτώσεων στο εσωτερικό της Ένωσης και ως εκ τούτου να δύνανται να επηρεάσουν «αισθητά» το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών
  106. Για να είναι σε θέση μια συμφωνία ή πρακτική να επηρεάσει αισθητά το εμπόριο μεταξύ κρατών-μελών, θα πρέπει, βάσει ενός συνόλου νομικών και πραγματικών στοιχείων, να μπορεί να πιθανολογηθεί επαρκώς ότι μπορεί να ασκήσει άμεση ή έμμεση, πραγματική ή δυνητική, επίδραση στα εμπορικά ρεύματα μεταξύ κρατών μελών, τούτο δε κατά τρόπο που να προκαλείται φόβος ότι θα μπορούσε να εμποδίσει την πραγματοποίηση ενιαίας αγοράς μεταξύ κρατών μελών
  107. Η απαίτηση να επηρεάζεται το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών προϋποθέτει την ύπαρξη συνεπειών στις διασυνοριακές οικονομικές δραστηριότητες μεταξύ δύο τουλάχιστον κρατών μελών. Εντούτοις, το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών μπορεί να επηρεαστεί και στις περιπτώσεις στις οποίες η οικεία αγορά είναι η εθνική αγορά ή/και τμήμα αυτής και η συμφωνία καλύπτει ένα μόνο κράτος μέλος
  108. Είναι δε πάγια η νομολογία ότι οι περιοριστικές του ανταγωνισμού πρακτικές που καλύπτουν ολόκληρο το έδαφος ενός εκ των κρατών-μελών, ζωτικό δηλαδή τμήμα της κοινής αγοράς, έχουν εξ ορισμού αποτέλεσμα την παρακώλυση της οικονομικής αλληλοδιεισδύσεως που επιδιώκεται με τη ΣΛΕΕ και, ως εκ τούτου, πληρούται το κριτήριο επηρεασμού του διακοινοτικού εμπορίου για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου Βλ. ενδεικτικά ΔΕφΑθ 559/2010, σκ. 18, ΔΕφΑθ 2891/2009, σκ. 19 και ΔΕφΑθ 1682/2009, σκ. 28 και την εκεί παρατιθέμενη ενωσιακή νομολογία. 110 Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης, EE L 1 της 4.1.2003, σελ.
  109. 111 Βλ. σχετικά Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης [ΕΕ C 101/07, της 27/04/2004], εφεξής και «Κατευθυντήριες Γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης», παρ.
  110. 112 Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ό.π., παρ.
  111. 113 Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ό.π., παρ.
  112. 114 Βλ. ΕΑ 580/2013 (επικυρωθείσα ως προς τα ζητήματα ουσίας από την ΔΕφΑθ 527/2016), σκ. 81 και EA 622/2015, σκ.127 με περαιτέρω παραπομπές. Βλ. επίσης Κατευθυντήριες Γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ό.π., παρ. 22, 78επ. και ιδίως 86 επ. αναφορικά με τις κάθετες συμφωνίες που καλύπτουν ένα μόνο κράτος μέλος. 109 18 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 101 ΣΛΕΕ
  113. Η ικανότητα αυτών των συμφωνιών να κατακερματίζουν την εσωτερική αγορά οφείλεται στο γεγονός ότι οι επιχειρήσεις που συμμετέχουν σε συμπράξεις που καλύπτουν ένα μόνο κράτος μέλος, ή σημαντικό μέρος αυτού, θα επιδιώξουν κανονικά να αποκλείσουν τους ανταγωνιστές τους από άλλα κράτη μέλη
  114. Εν προκειμένω, η γεωγραφική εμβέλεια της εξεταζόμενης συμφωνίας/ πρακτικής καλύπτει το σύνολο της ελληνικής επικράτειας.
  115. Ενόψει των ανωτέρω, εκτιμάται ότι οι πρακτικές των ελεγχόμενων, συμπεριλαμβανομένης της HSBC, είναι ικανές να επηρεάσουν αισθητά το ενδοκοινοτικό εμπόριο, κατά την έννοια των ενωσιακών κανόνων ανταγωνισμού και, ως εκ τούτου, το άρθρο 101 ΣΛΕΕ τυγχάνει παράλληλης εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. IX.3 Τα κριτήρια των άρθρων 1 του N. 3959/2011 και 101 ΣΛΕΕ IX.3.1 Η έννοια της «επιχείρησης»
  116. Ως «επιχείρηση», κατά το δίκαιο προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού, νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο ή οικονομική ενότητα που ασκεί εμπορική ή άλλη οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς του και από τον τρόπο χρηματοδότησής του
  117. Επιπροσθέτως, η ύπαρξη επιχείρησης προϋποθέτει αυτονομία οικονομικής δράσης και συνακόλουθα πλήρη ανάληψη των οικονομικών κινδύνων που συνεπάγεται η εκάστοτε οικονομική δραστηριότητα
  118. Ως «οικονομική δραστηριότητα» νοείται κάθε δραστηριότητα προσφοράς αγαθών ή υπηρεσιών σε δεδομένη αγορά
  119. Η έννοια της «επιχείρησης» είναι περισσότερο οικονομική παρά νομική και το αποφασιστικό κριτήριο για την έννοια αυτή στο δίκαιο προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού είναι η οικονομική και όχι η νομική της Βλ. ΣτΕ 1324/2013, σκ. 6, καθώς και ενδεικτικά αποφάσεις ΔΕΚ C-309/99, Wouters, Συλλ. Ι-1577, σκ. 95 και ΠΕΚ Τ-65/98, Van den Bergh Foods, Συλλ. ΙΙ- 4653, ΠΕΚ Τ-7/93, Lagnese–Iglo, Συλλ. ΙΙ1533, σκ.
  120. Βλ. επίσης αποφάσεις ΔΕφΑθ 1001/2006, ΔΕφΑθ 2891/2009 και ΔΕφΑθ 559/
  121. Συναφώς, το γεγονός ότι μια σύμπραξη έχει ως αποκλειστικό αντικείμενο τη διάθεση προϊόντων στο εμπόριο σε ένα μόνο κράτος μέλος δεν αρκεί για να αποκλειστεί η δυνατότητα επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι σύμπραξη η οποία εκτείνεται στο σύνολο του εδάφους κράτους μέλους συνεπάγεται, ως εκ της φύσεώς της, την εδραίωση στεγανοποιήσεων εθνικού χαρακτήρα, εμποδίζοντας με τον τρόπο αυτό την οικονομική αλληλοδιείσδυση που επιδιώκει η ΣΛΕΕ, βλ. C-211/22, σκ. 62 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία. 116 Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ό.π., παρ. 79 και υπόθεση ΔΕΕ 246/86, SC Belasco και λοιποί κατά Επιτροπής, EU:C:1989:301, σκ. 32-
  122. 117 Βλ. ΔΕΕ C-41/90, Hofner και Elser, σκ. 21, C-55/96, Job Centre II, σκ. 21, C-180-184/98, Pavlov, σκ. 74, C218/00, Cisal di Batistello Venanzio, σκ. 22 και ΕΑ 292/IV/2005, Οδοντιατρικοί Σύλλογοι, παρ.2.1, η οποία επικυρώθηκε από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών με τις υπ’ αριθ. 1026/2007, 1027/2007 και 1028/2007 αποφάσεις του, και 518/VI/2011, Μεσίτες, σκ. 102, η οποία επικυρώθηκε από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών με τις υπ’ αριθ. 2821/2013 και 502/2013 αποφάσεις του. 118 Βλ. ενδεικτικά υπόθ. Τ-23/09 Conseil national de l’Ordre des pharmaciens (CNOP), Conseil central de la section G de l’Ordre national des pharmaciens (CCG) κατά Επιτροπής, σκ. 70-71, C-55/96, Job Centre coop.arl, Συλλογή 1997, σελ. Ι-7119, σκ. 21, συνεκδ. υποθ. C-180-184/98, Pavel Pavlov κ.ά. κατά Stichting Pensioenfonds Medische Specialisten, Συλλ. 2000 σ. Ι-6451, σκ. 74, υπόθ. C-118/85 Επιτροπή κατά Ιταλίας Συλλ. 1987 σ. 2599, σκ. 7, υπόθ. C-41/90 Klaus Höfner and Fritz Elser κατά Macrotron GmbH Συλλ. 1991 σ. I-1979, σκ. 21, υπόθ. C35/96 Επιτροπή κατά Ιταλίας (CNSD) Συλλ. 1998 σ. I-3851, σκ. 36, υπόθ. C-244/94 Fédération Française des Sociétés d’Assurance κ.ά. κατά Ministère de l'Agriculture et de la Pêche Συλλ. 1995 σ. I-4013, σκ. 14 και απόφαση ΕΑ 292/IV/2005 υπό 2.
  123. Βλ. επίσης σχετικά και Λ. Κοτσίρη, Δίκαιο του Ανταγωνισμού, Αθέμιτου και Ελεύθερου, Εκδ. Σάκκουλα, 4η έκδοση, σελ.
  124. 119 Βλ. ΔΕΕ C-35/96, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, σκ.
  125. 115 19 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ αυτοτέλεια
  126. Η εμπλεκόμενη Τράπεζα στην παρούσα υπόθεση συνιστά επιχείρηση υπό την έννοια των άρθρων 1 παρ. 1 του N. 3959/2011 και 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ. IX.3.2 Η ύπαρξη «συμφωνίας» ή «εναρμονισμένης πρακτικής»
  127. Για την εφαρμογή των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3959/2011, καθώς και 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, απαιτείται η ύπαρξη συμφωνίας που περιορίζει τον ανταγωνισμό, μεταξύ δύο τουλάχιστον ανεξάρτητων οικονομικά επιχειρήσεων. Για να υφίσταται «συμφωνία» μεταξύ επιχειρήσεων, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, αρκεί οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ρητά ή σιωπηρά να εγκρίνουν από κοινού ένα σχέδιο που περιορίζει ή μπορεί να περιορίσει την κοινή ελευθερία τους, καθορίζοντας μεταξύ τους τις κατευθυντήριες γραμμές της αμοιβαίας δράσης τους (ή αποχής από τη δράση) στην αγορά. Αρκεί, δηλαδή, οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις να έχουν εκδηλώσει την κοινή τους βούληση να συμπεριφέρονται στην αγορά κατά καθορισμένο τρόπο
  128. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, κάθε φορά που επιχειρήσεις εκφράζουν κοινή βούληση προς επίτευξη επιδιωκομένων τιμών ή επιδιωκομένου όγκου πωλήσεων ή κατανομής αγορών/ πελατείας
  129. Τόσο το άρθρο 1 του Ν. 3959/2011, όσο και το άρθρο 101 ΣΛΕΕ καλύπτουν όλες τις συμφωνίες που περιορίζουν τον ανταγωνισμό και δεν διαχωρίζουν μεταξύ συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ ανταγωνιστών που δρουν στο ίδιο οικονομικό επίπεδο (οριζόντιες) ή μεταξύ επιχειρήσεων που δρουν σε διαφορετικό οικονομικό επίπεδο (κάθετες). Εφόσον οι συμβαλλόμενες επιχειρήσεις απολαμβάνουν οικονομικής αυτονομίας, νόθευση ή περιορισμός του ανταγωνισμού δύναται να προκύψει και από συμφωνία μη ανταγωνιστών που δρουν δηλαδή σε διαφορετικό επίπεδο της αγοράς.
  130. Για τη στοιχειοθέτηση «συμφωνίας» υπό την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 3959/2011 είναι αδιάφορος ο τρόπος με τον οποίο εξωτερικεύεται η κατά τα ανωτέρω κοινή βούληση των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων. Ως αποτέλεσμα της διασταλτικής ερμηνείας του όρου, μια συμφωνία μπορεί να είναι έγγραφη ή προφορική123, υπογεγραμμένη ή ανυπόγραφη124, ενώ ως συμφωνίες εμπίπτουσες στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου ανταγωνισμού έχουν κατά καιρούς κριθεί: συμφωνίες κυρίων (gentlemen’s agreements)125, άτυπες συμφωνίες (understandings)126, το καταστατικό ενός εμπορικού συνδέσμου127, καθώς και μη δεσμευτικές εμπορικές κατευθυντήριες γραμμές
  131. Για την ύπαρξη «συμφωνίας» είναι σημαντικό κάθε μέρος να αναλαμβάνει εκούσια να περιορίσει την ελευθερία του προς δράση σε σχέση με το άλλο, η διαπίστωση δε της συμφωνίας μπορεί να προκύπτει άμεσα ή έμμεσα από τη συμπεριφορά των μερών, μπορεί δε να εφαρμόζεται σε ατελείς συνεννοήσεις, καθώς και σε επιμέρους και υπό Βλ. ΕΑ 518/VI/2011, Μεσίτες, σκ. 102 επ. και 376/V/2008, ΙΚΑ/Τράπεζες, παρ. 6.1.
  132. Βλ. ενδεικτικά ΕΑ 563/VII/2013 σκ. 74 και την εκεί παρατιθέμενη εθνική και ενωσιακή νομολογία. 122 Βλ. ΕΑ 563/VII/2013 ό.π. 123 Βλ. ΔΕΕ 28/77, Tepea BV κατά Επιτροπής. 124 Βλ. BP Kemi – DDSF, απόφαση της Ε.Επ. της 5.9.1979, ΕΕ 1979 L286/
  133. 125 Βλ. ΔΕΕ 41/69, ACF Chemiefarma NV κατά Επιτροπής. 126 Βλ. SSI, απόφαση της Ε.Επ. της 15.7.1982, ΕΕ 1982 L232/
  134. 127 Βλ. Nuovo CEGAM, απόφαση της Ε.Επ. της 30.3.1984, ΕΕ 1984 L99/
  135. 128 Βλ. Anheuser-Busch – Scottish & Newcastle, απόφαση της Ε.Επ. της 14.12.1999, ΕΕ 2000 L49/
  136. 120 121 20 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ όρους συμφωνίες κατά τη διαδικασία διαπραγμάτευσης, η οποία οδηγεί σε οριστική συμφωνία
  137. Περαιτέρω, η έννοια της εναρμονισμένης πρακτικής αναφέρεται σε μια μορφή συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων η οποία, χωρίς να έχει φθάσει μέχρι του σημείου πραγματοποιήσεως μιας καθαυτό συμφωνίας, αντικαθιστά συνειδητά τους κινδύνους του ανταγωνισμού με πρακτική συνεργασία μεταξύ τους έναντι των κινδύνων του ανταγωνισμού
  138. Κατά πάγια νομολογία, τα κριτήρια συντονισμού και συνεργασίας που συνθέτουν μια εναρμονισμένη πρακτική, χωρίς να απαιτούν την κατάρτιση πραγματικού «σχεδίου», πρέπει να νοούνται υπό το φως της αντιλήψεως που είναι συνυφασμένη με τις σχετικές προς τον ανταγωνισμό διατάξεις της Συνθήκης, κατά την οποία κάθε επιχειρηματίας πρέπει να καθορίζει κατά τρόπο αυτόνομο την πολιτική που προτίθεται να ακολουθήσει στην κοινή αγορά και τους όρους που προτίθεται να επιφυλάξει στην πελατεία του
  139. Αυτή η απαίτηση αυτονομίας δεν αποκλείει το δικαίωμα των επιχειρηματιών να προσαρμόζονται επιτηδείως στη διαπιστουμένη ή αναμενομένη συμπεριφορά των ανταγωνιστών τους, πλην όμως αντιτίθεται αυστηρώς σε κάθε άμεση ή έμμεση επαφή μεταξύ των επιχειρηματιών αυτών, η οποία έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τη δημιουργία συνθηκών ανταγωνισμού που δεν αντιστοιχούν προς τις κανονικές συνθήκες της εν λόγω αγοράς, λαμβανομένων υπ' όψιν της φύσεως των προϊόντων ή των παρεχομένων υπηρεσιών, της σπουδαιότητας και του αριθμού των επιχειρήσεων και του όγκου της αγοράς αυτής
  140. Υπό την έννοια αυτή, αντιτίθεται σε κάθε άμεση ή έμμεση επαφή μεταξύ των επιχειρηματιών αυτών δυνάμενη είτε να επηρεάσει τη συμπεριφορά ενός τωρινού ή δυνητικού ανταγωνιστή στην αγορά, είτε να αποκαλύψει σε έναν ανταγωνιστή τη συμπεριφορά που ο επιχειρηματίας έχει αποφασίσει ή σκέπτεται να ακολουθήσει στην αγορά
  141. Συνεπώς, για να στοιχειοθετηθεί εναρμονισμένη πρακτική δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι ο εν λόγω ανταγωνιστής ανέλαβε επισήμως δέσμευση, έναντι ενός ή περισσοτέρων άλλων, να υιοθετήσει την τάδε ή τη δείνα συμπεριφορά ή ότι οι ανταγωνιστές καθόρισαν από κοινού τη μελλοντική συμπεριφορά τους στην αγορά. Αρκεί ο ανταγωνιστής, μέσω της δηλώσεώς του ως προς τις προθέσεις του, να έχει εξαλείψει ή, τουλάχιστον, να έχει μειώσει σημαντικώς την αβεβαιότητα ως προς την αναμενόμενη εκ μέρους του συμπεριφορά στην αγορά
  142. Βλ. σχετικά Faull and Nikpay, The EC Law of Competition
(2007), σελ. 195 επ. και τη σχετική νομολογία στην οποία παραπέμπει, A. Jones – B. Sufrin, EU Competition Law, 4th Edition, σελ.142 και ΕΑ 563/VII/2013 σκ. 75 και την εκεί παρατιθέμενη εθνική και ενωσιακή νομολογία. 130 ΔΕΕ 48/69, Imperial Chemical Industries Ltd. κατά Επιτροπής, EU:C:1972:70, σκ. 64, ΔΕΕ C-8/08, T-Mobile Netherlands BV, KPN Mobile NV, Orange Nederland NV και Vodafone Libertel NV κατά Raad van bestuur van de Nederlandse Mededingingsautoriteit, EU:C:2009:343, σκ. 26 (και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 131 ΔΕΕ C-7/95 P, John Deere Ltd κατά Επιτροπής, EU:C:1998:256, σκ. 86, ΔΕΕ C-194/99 P, Thyssen Stahl AG κατά Επιτροπής, EU:C:2003:527, σκ.
  1. 132 ΔΕΕ C-7/95 P, John Deere Ltd κατά Επιτροπής, EU:C:1998:256, σκ. 87, ΔΕΕ C-194/99 P, Thyssen Stahl AG κατά Επιτροπής, EU:C:2003:527, σκ.
  2. 133 ΔΕΕ C-49/92 P, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni SpA, EU:C:1999:356, σκ.
  3. 134 ΓενΔΕΕ T-25/95, Cimenteries CBR κατά Επιτροπής, EU:T:2000:77, σκ.
  4. Βλ. και ΓενΔΕΕ T-235/07, Bavaria NV κατά Επιτροπής, EU:T:2011:283, σκ. 179-180 («Η προσφεύγουσα φρονεί, κατ’ ουσίαν, ότι ανέστρεψε το τεκμήριο αυτό αποδεικνύοντας ότι, παρά τις συζητήσεις, οι τέσσερις ζυθοποιοί καθόρισαν τη συμπεριφορά τους στην αγορά αυτοτελώς. Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Είναι ασφαλώς αληθές ότι τόσο οι δηλώσεις των διευθυνόντων συμβούλων της InBev καθώς και το γεγονός ότι η Heineken αύξησε τις τιμές της μόλις τον Φεβρουάριο του 2000 πιστοποιούν ότι, κατά την επικριθείσα περίοδο, κάθε ζυθοποιός ακολουθούσε την πολιτική του στην αγορά. Ωστόσο, μολονότι η τελευταία αυτή διαπίστωση δύναται να αποδείξει ότι δεν υπήρχαν τυπικές 129 21 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  5. Μια εναρμονισμένη πρακτική, όπως ορίζεται ανωτέρω, εμπίπτει στα άρθρα 1 παρ. 1 του Ν. 3959/2011 και 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, έστω και αν δεν σημειώνονται στην αγορά αποτελέσματα πλήττοντα τον ανταγωνισμό. Κατ’ αρχάς από το ίδιο το γράμμα των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι – όπως ισχύει και για τις συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων και τις αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων – η εναρμονισμένη πρακτική απαγορεύεται, ασχέτως αποτελέσματος, άπαξ έχει αντίθετο στον ανταγωνισμό αντικείμενο
  6. Σύμφωνα με τη νομολογία, άπαξ η Επιτροπή έχει αποδείξει επαρκώς κατά νόμον τη συμμετοχή επιχείρησης σε διαβούλευση έχουσα σκοπό τον περιορισμό του ανταγωνισμού, δεν φέρει το βάρος να αποδείξει ότι η διαβούλευση αυτή εκδηλώθηκε μέσω συμπεριφοράς στην αγορά. Αντίθετα, η επιχείρηση φέρει το βάρος να αποδείξει ότι η διαβούλευση ουδόλως επηρέασε τη συμπεριφορά της στην αγορά
  7. Γίνεται δεκτό ότι, εφόσον μια επιχείρηση συμμετέχει, έστω και χωρίς να λαμβάνει ενεργό μέρος, σε συναντήσεις μεταξύ επιχειρήσεων που έχουν ως αντικείμενο τη βλάβη του ανταγωνισμού και δεν αποστασιοποιείται δημοσίως από το περιεχόμενο των συναντήσεων αυτών, δημιουργώντας έτσι την εντύπωση στους άλλους συμμετέχοντες ότι επικροτεί το αποτέλεσμα των συναντήσεων και ότι θα συμμορφωθεί προς αυτό, μπορεί να θεωρηθεί ότι αποδεδειγμένα συμμετέχει στη σύμπραξη που προκύπτει από τις εν λόγω συναντήσεις
  8. Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, το γεγονός ότι μια επιχείρηση δεν συμμορφώνεται προς τα αποτελέσματα συνεδριάσεων που έχουν αντικείμενο προδήλως αντίθετο προς τον ανταγωνισμό ουδόλως μειώνει την πλήρη ευθύνη της για τη συμμετοχή της στη σύμπραξη, εφόσον αυτή δεν αποστασιοποιήθηκε δημοσίως από το περιεχόμενο των συνεδριάσεων
  9. Αναφορικά με το αντικειμενικό στοιχείο του συντονισμού της συμπεριφοράς των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, ως προς την εξωτερίκευση της βούλησης των μερών για συνεργασία, το ΣτΕ έχει κρίνει ότι «σημασία δεν έχει η μορφή με την οποία εκδηλώνεται η κοινή (ή εναρμονισμένη) βούληση των συμπρατουσσών επιχειρήσεων, αλλά το περιεχόμενό της, που μπορεί να προκύπτει τόσο από τις ρήτρες μιας σύμβασης, όσο και από τις αντίστοιχες εκδηλώσεις συμπεριφοράς των οικείων επιχειρήσεων […] Εκδηλώσεις συμπεριφοράς που παρέχουν ευθέως ενδείξεις για την ύπαρξη και το περιεχόμενο της σύμπραξης μπορεί να είναι, μεταξύ άλλων, εγγραφές και στοιχεία από τα εμπορικά ή φορολογικά βιβλία των επιχειρήσεων, εσωτερικά έγγραφα, ανακοινώσεις, αλληλογραφία, και εν γένει κάθε μορφής δήλωση ή ανακοίνωση βούλησης ή παράστασης, προκειμένου δε περί οριζοντίων συμπράξεων και οι ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ ανταγωνιστών ή και επαφές με ανταγωνιστές ή συνεργάτες τους, εφ’ όσον κατά τις επαφές αυτές η επιχείρηση δεν αποστασιοποιήθηκε ρητά»
  10. αναλήψεις δεσμεύσεων ή πραγματικός συντονισμός μεταξύ των ζυθοποιών, δεν αρκεί για να αποδείξει ότι οι ζυθοποιοί ουδέποτε έλαβαν υπόψη τους τις ανταλλαγείσες πληροφορίες κατά τις επικριθείσες συναντήσεις για να καθορίσουν τη συμπεριφορά τους στην αγορά, όπως ήθελε έκαστος»). 135 ΔΕΕ C-49/92 P, Anic Partecipazioni Spa, EU:C:1999:356, σκ. 122 - 123 και ΔΕΕ C-199/92 P, Hüls AG κατά Επιτροπής, EU:C:1999:358, σκ. 163 -
  11. 136 ΔΕΕ C-49/92 P, Anic Partecipazioni Spa, EU:C:1999:356, σκ. 126 και ΔΕΕ C-199/92 P, Hüls AG κατά Επιτροπής, EU:C:1999:358, σκ.
  12. 137 ΓενΔΕΕ T-9/99, HFB Holding für Fernwärmetechnik Beteiligungsgesellschaft mbH & Co. KG και λοιποί κατά Επιτροπής, EU:T:2002:70, σκ.
  13. 138 ΓενΔΕΕ T-25/95, Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, EU:T:2000:77, σκ. 1389 (και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 139 ΣτΕ 2780/2012, σκ.
  14. Βλ. και ΣτΕ 2578/2018, σκ.
  15. 22 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  16. Οι έννοιες της «συμφωνίας» και της «εναρμονισμένης πρακτικής» δεν προϋποθέτουν αμοιβαίο περιορισμό της ελευθερίας δράσεως στην ίδια αγορά στην οποία δραστηριοποιείται το σύνολο όλων των εμπλεκόμενων. Υπό το πρίσμα αυτό, τα άρθρα 1 παρ. 1 Ν. 3959/2011 και 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ δεν αφορούν αποκλειστικά είτε τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αγορά στην οποία υφίστανται περιορισμοί του ανταγωνισμού ή στις αγορές της προηγούμενης ή της επόμενης οικονομικής βαθμίδας ή παρακείμενες της εν λόγω αγοράς, είτε τις επιχειρήσεις που περιορίζουν την αυτονομία της συμπεριφοράς τους σε δεδομένη αγορά βάσει συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής. Αντίθετα, οι εν λόγω διατάξεις αναφέρονται γενικώς σε όλες τις συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές οι οποίες, είτε στις οριζόντιες σχέσεις είτε στις κάθετες, νοθεύουν τον ανταγωνισμό, ανεξαρτήτως της αγοράς στην οποία δραστηριοποιούνται οι εμπλεκόμενοι, όπως και του γεγονότος ότι οι όροι των επίμαχων διακανονισμών αφορούν μόνον την εμπορική συμπεριφορά της μίας εξ αυτών. Συμπεριφορά η οποία εντάσσεται ευθέως σε προσπάθειες σχετικά τόσο με τη διαπραγμάτευση όσο και με τον έλεγχο της εφαρμογής των υποχρεώσεων που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο συμπράξεων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 1 παρ. 1 Ν. 3959/2011 και 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, όταν στόχος της είναι η επίτευξη, με πλήρη επίγνωση, των αντίθετων με τους κανόνες του ανταγωνισμού στόχων
  17. IX.3.3 Αντικείμενο ή αποτέλεσμα περιοριστικό του ανταγωνισμού IX.3.3.1 Γενικό πλαίσιο
  18. Προκειμένου να εμπίπτει μια συμφωνία, εναρμονισμένη πρακτική ή απόφαση ένωσης επιχειρήσεων στην απαγόρευση των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3959/2011 και 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ πρέπει να έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της οικείας αγοράς. Κατά πάγια ενωσιακή νομολογία, ο διαζευκτικός χαρακτήρας141 αυτής της προϋπόθεσης επιβάλλει, καταρχάς, να εξεταστεί το ίδιο το αντικείμενο της συμφωνίας, λαμβανομένου υπ’ όψιν του οικονομικού και νομικού πλαισίου, εντός του οποίου εντάσσεται. IX.3.3.2 Εξ αντικειμένου περιορισμοί του ανταγωνισμού
  19. Από τη νομολογία των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων προκύπτει ότι ορισμένα είδη συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων είναι αρκούντως επιβλαβή για τον ανταγωνισμό, ώστε να μην απαιτείται εξέταση των αποτελεσμάτων τους. Η νομολογία αυτή στηρίζεται στο γεγονός ότι ορισμένες μορφές συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων μπορούν να λογίζονται, ως εκ της φύσεώς τους, ως παραβλάπτουσες την ομαλή λειτουργία του ανταγωνισμού
  20. Πρόκειται για περιορισμούς οι οποίοι, ενόψει των στόχων που επιδιώκουν οι εθνικοί και ενωσιακοί κανόνες ανταγωνισμού, Βλ. ΔΕΕ C-194/14 P, AC-Treuhand AG κατά Επιτροπής, EU:C:2015:717, σκ. 33-
  21. Βλ., μεταξύ πολλών, ΔΕΚ 56/65, Société Technique Minière κατά Maschinenbau Ulm GmbH (M.B.U.), Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 313,
  22. Βλ. επίσης αποφάσεις του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 1966, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 56/64 και 58/64, Consten και Grundig κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 363, καθώς και της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, C-105/04 P, Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elektrotechnisch Gebied κατά Επιτροπής, Συλλ. 2006, τόμος Ι, σ. 8725, σκ.
  23. Προς επίρρωση, βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Απριλίου 1995, υπόθεση T-143/89, Ferriere Nord κατά Επιτροπής, Συλλ. 1995, τόμος II, σ. 917, σκ.
  24. Βλ. και ΔΕΕ C-228/18, Gazdasági Versenyhivatal κατά Budapest Bank Nyrt. και λοιπών, σκ. 33 επ., με περαιτέρω παραπομπές στην ενωσιακή νομολογία. Αντίστοιχη είναι και η νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων. Βλ. συναφώς ΔΕφΑθ 502/2013, σκ. 3, 2821/2013, σκ.
  25. 142 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΕ C-286/13, Dole Food Company Inc. και Dole Fresh Fruit Europe κατά Επιτροπής, EU:C:2015:184, σκ. 113-114 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία. 140 141 23 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ είναι τόσο πιθανό να επηρεάσουν δυσμενώς τον ανταγωνισμό, ώστε δεν είναι ανάγκη, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 1 Ν. 3959/2011 (και του αντίστοιχου 101 ΣΛΕΕ) να αποδειχθούν οι συγκεκριμένες επιπτώσεις τους στην αγορά.
  26. Υπό την έννοια αυτή, αν αποδειχθεί το επιζήμιο για τον ανταγωνισμό αντικείμενο μιας συμφωνίας, τότε παρέλκει η εξέταση των αποτελεσμάτων αυτής επί του ανταγωνισμού. Εντούτοις, αν από την ανάλυση του περιεχομένου της συμφωνίας δεν προκύψει ότι αυτή είναι αρκούντως επιζήμια για τον ανταγωνισμό, πρέπει να εξεταστούν τα αποτελέσματά της και, προκειμένου να απαγορευθεί η εφαρμογή της, πρέπει να ελέγχεται αν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για να διαπιστωθεί ότι πράγματι ο ανταγωνισμός είτε παρεμποδίστηκε είτε περιορίστηκε είτε νοθεύτηκε αισθητά
  27. Για την εκτίμηση εάν μια συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων είναι αρκούντως επιβλαβής, ώστε να λογίζεται ως περιορισμός του ανταγωνισμού, λόγω του αντικειμένου, υπό την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3959/2011, λαμβάνεται υπ’ όψιν το περιεχόμενο των διατάξεών της, οι σκοποί τους οποίους επιδιώκει, καθώς και το οικονομικό και νομικό πλαίσιο, στο οποίο αυτή εντάσσεται
  28. Στο πλαίσιο των εκτιμήσεων των ανωτέρω παραμέτρων πρέπει, επίσης, να λαμβάνεται υπ’ όψιν η φύση των επηρεαζόμενων προϊόντων, καθώς και οι πραγματικές συνθήκες της λειτουργίας και της διαρθρώσεως της οικείας αγοράς
  29. Σε περιπτώσεις όπου υπάρχει ευρεία συναίνεση, βάσει προηγούμενης νομολογίας, ότι πρόκειται για εξ αντικειμένου περιοριστική του ανταγωνισμού συμφωνία/πρακτική, η ανάλυση του οικονομικού και νομικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται αυτή μπορεί να περιορίζεται στα όσα είναι απολύτως απαραίτητα προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη περιορισμού του ανταγωνισμού εξ αντικειμένου
  30. Επιπλέον, μολονότι η πρόθεση των μερών δεν συνιστά στοιχείο αναγκαίο για τον προσδιορισμό του περιοριστικού χαρακτήρα μιας συμφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων, ουδόλως απαγορεύεται στις αρμόδιες για τον ανταγωνισμό αρχές να τη λαμβάνουν υπ’ όψιν
  31. Δεν είναι, δηλαδή, απαραίτητο να εξεταστεί η υποκειμενική πρόθεση των μερών, αλλά μόνο το περιεχόμενο και ο αντικειμενικός σκοπός της συμφωνίας υπό το φως των αμοιβαίων οικονομικών σχέσεων εντός των οποίων πρέπει να εφαρμοστεί η συμφωνία. Ήτοι, δεν απαιτείται αντιανταγωνιστική πρόθεση, αλλά αρκεί το αντικειμενικά ενδεχόμενο αντιανταγωνιστικό αποτέλεσμα
  32. Βλ. ενδεικτικά ΔΕΕ C-67/13, Groupement des cartes bancaires (CB) κατά Επιτροπής, EU:C:2014:2204, σκ. 48-49 και 52, καθώς και ΔΕΕ C-32/11, Allianz Hungária Biztosító Zrt. κ.λπ. κατά Gazdasági Versenyhivatal, EU:C:2013:160, σκ. 33-34 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και ΔΕΕ C-8/08, T-Mobile Netherlands BV κ.λπ., σκ.
  33. 144 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΕ C-307/18, Generics (UK) Ltd κ.λπ. κατά Competition and Markets Authority, σκ. 67 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία και ΔΕΕ C-591/16 P, Lundbeck κατά Επιτροπής, σκ.
  34. 145 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΕ C-211/22, Super Bock, σκ. 35, ΔΕΕ C-286/13, ό.π., σκ. 117, ΔΕΕ C-67/13, ό.π., σκ. 53, καθώς και ΔΕΕ C-32/11, ό.π., σκ. 36 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία. 146 Βλ. απόφαση ΔΕΕ, C-373/14 P, Toshiba, σκ.
  35. 147 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΕ C-286/13, ό.π., σκ. 118, ΔΕΕ C-67/13, ό.π., σκ. 54, καθώς και ΔΕΕ C-32/11, ό,π., σκ. 37 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία. 148 Βλ. ενδεικτικά ΔιοικΕφΑθ 559/2010, σκ. 17, ΔιοικΕφΑθ 2891/2009, σκ. 18, και ΔιοικΕφΑθ 1682/2009, σκ. 27, όπου και εκτενείς παραπομπές σε ενωσιακή νομολογία. Βλ. επίσης ΔΕΕ C-29/83 και 30/83, Compagnie Royale Asturienne des Mines SA and Rheinzing GMBH κ. Επιτροπής, Συλλ.1984, σ. 1679, σκ. 26, καθώς και απόφαση ΕΑ 554/VII/2012, σκ.
  36. 143 24 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  37. Σε κάθε περίπτωση, μπορεί να θεωρηθεί ότι μια συμφωνία έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού, ακόμη και αν αυτό δεν είναι το μοναδικό της αντικείμενο, αλλά επιδιώκει, επίσης, άλλους θεμιτούς σκοπούς
  38. Η επίκληση αμυντικών επιχειρημάτων, όπως η αμελητέα επίπτωση στον ανταγωνισμό, το δυσχερές οικονομικό περιβάλλον, η τυχόν απόκλιση από τα συμφωνηθέντα, ή ακόμη και η άγνοια ότι πτυχές της συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής μπορούσαν να θεωρηθούν παράνομες, δεν απαλλάσσουν τους αυτουργούς της παράβασης από τη διάπραξή της. Ούτε, επίσης, απαλλάσσει από την ευθύνη τις συμπράττουσες εταιρίες η τυχόν πεποίθησή τους ότι ενεργούσαν σύμφωνα με το νόμο.
  39. Περαιτέρω, επίκληση περί του ότι οι συμπράττουσες επιχειρήσεις ενήργησαν χωρίς να έχουν άμεση πρόθεση τον περιορισμό του ανταγωνισμού, αλλά την αντιμετώπιση της κρίσης ενός κλάδου, δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1 Ν. 3959/2011 και 101 ΣΛΕΕ150,
  40. Άλλωστε, κατά την έννοια των σχετικών άρθρων, απαγορεύεται κάθε σύμπραξη που έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού, ασχέτως του εάν επιδιώκεται με αυτήν και κάποιος νόμιμος σκοπός.
  41. Προκειμένου να έχει η συμφωνία στρεφόμενο κατά του ανταγωνισμού αντικείμενο, αρκεί να είναι ικανή να επαχθεί αρνητικά για τον ανταγωνισμό αποτελέσματα, ήτοι να είναι εν τοις πράγμασι ικανή να παρεμποδίσει, να περιορίσει ή να νοθεύσει τον ανταγωνισμό εντός της σχετικής αγοράς. Το ερώτημα αν και κατά πόσο το αρνητικό για τον ανταγωνισμό αποτέλεσμα παράγεται όντως, μπορεί να έχει σημασία μόνο για τον υπολογισμό του ύψους των προστίμων
  42. Κατά πάγια νομολογία, εφόσον μία σύμπραξη που έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού εμπίπτει στις απαγορευτικές διατάξεις της παρ. 1 των άρθρων 1 Ν. 3959/2011 και 101 ΣΛΕΕ, η εν τοις πράγμασι μη εφαρμογή (εν όλω ή εν μέρει) της, όπως αντίστοιχα και η μη συμμόρφωση (εν όλω ή εν μέρει) προς τα συμφωνηθέντα, δεν ασκούν κατά νόμο επιρροή στη διαπίστωση της παράβασης, ούτε και συνιστούν λόγο απαλλαγής
  43. Συναφώς, στην ΔΕΕ C-209/07, Competition Authority κατά Beef Industry Development Society Ltd και Barry Brothers (Carrigmore) Meats Ltd, EU:C:2008:643, σκ.
  44. 150 Βλ. Απόφαση της Επιτροπής 2003/600/ΕΚ, Γαλλικό βόειο κρέας, Υπόθεση COMP/C.38.279/F3, σκ. 130, και απόφαση ΔΕΚ C-209/07, Irish Beef, ό.π, σκ.
  45. Βλ. επίσης ΔΕφΑθ 3529/2013, σκ. 12, ΔΕφΑθ 548/2012, σκ. 16, καθώς και ΔΕΚ C-238/99 P, C- 244/99 P, C- 245/99 P, C- 247/99 P, C- 250/99 P έως C- 252/99 P και C254/99 P, LVM κ.λπ κατά Επιτροπής, Συλλ. 2002, Ι-8618, σκ. 487, ΠΕΚ T-217/03 και Τ-245/03, FNCBV κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλ. 2006, ΙΙ-5000, σκ.
  46. Βλ. τέλος ΣτΕ 2007/2013, σκ. 17, καθώς και ενδεικτικά ΔΕφΑθ 3529/2013, σκ. 5, ΔΕφΑθ 1001/2006, σκ. 16, ΔΕφΑθ 1617/2009, σκ. 6 και
  47. Βλ. επίσης ΔΕΚ 96/82 NV IAZ International Belgium κατά Επιτροπής, Συλλ. 1983, σ. 3371, σκ. 25, ΔΕΚ C-45/85, ό.π, σκ. 35-42, ΔΕΕ C551/03P, General Motors κατά Επιτροπής, Συλλ. 2006, Ι-3201, σκ. 64, και ΔΕE C-246/86, Belasco κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Συλλ. 1989, σ. 2181, σκ. 40-
  48. Το γεγονός ότι ένας κλάδος βρίσκεται σε κρίση θα μπορούσε να συνεκτιμηθεί μόνο ως ελαφρυντικό στοιχείο κατά το συνακόλουθο στάδιο υπολογισμού του ύψους του προστίμου: Βλ. ενδεικτικά απόφαση της Επιτροπής 80/1334/ΕΚ, Italian cast glass, Υπόθεση IV/29.869/80, σκ. ΙΙ. Β.3-4 και Richard Whish, Competition Law, 5η Έκδοση
(2005), σ.
  1. 151 Βλ. ενδεικτικά ΔΕφΑθ 3529/2013, σκ. 12, ΔΕφΑθ 548/2012, σκ. 16, καθώς και αποφάσεις ΔΕE C-238/99 P, C- 244/99 P, C- 245/99 P, C- 247/99 P, C- 250/99 P έως C- 252/99 P και C- 254/99 P, LVM κ.λπ κατά Επιτροπής, σκ. 487, Αποφάσεις ΠΕΚ T-217/03 και Τ-245/03, FNCBV κ.λπ. κατά της Επιτροπής, σκ.
  2. Βλ. επίσης Απόφαση Επιτροπής (COMP/C.38.279/F3), French Beef, σκ.
  3. 152 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΕ C-32/11, ό.π., σκ. 38 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία. Βλ. ΕΑ 370/VI/2007, σκ. 4.2σελ. 38-39, ΕΑ 512/2010, σκ. 159, ΕΑ 580/2013, σκ. 107, ΕΑ 663/2018, σκ. 491, ΕΑ 676/2018, σκ.
  4. Βλ. επίσης αποφάσεις ΣτΕ 1677/2014, σκ.4, ΣτΕ2342/2018, σκ. 14 και 16, και ΔΕφΑθ.1611/2020, σκ.
  5. 153 Βλ. ενδεικτικά απόφαση ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4 (όπου και παραπομπές σε ενωσιακή νομολογία) και ΕΑ 610/2015 (Colgate), σελ. 84 επ. 149 25 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ περίπτωση σύμπραξης που συνιστά «εξ αντικειμένου» περιορισμό του ανταγωνισμού, δεν απαιτείται η περαιτέρω έρευνα και απόδειξη κινδύνου βλάβης των καταναλωτών ή επέλευσης άλλων, συγκεκριμένων αποτελεσμάτων, εν δυνάμει βλαπτικών για τον ανταγωνισμό. Ούτως, η διαπίστωση ότι η σύμπραξη έχει αντικείμενο περιοριστικό του ανταγωνισμού δεν μπορεί να ανατραπεί ούτε από ενδείξεις ότι δεν είχε αποτέλεσμα εντός της αγοράς ή ότι δεν είχε άμεση επίδραση επί των τιμών, ούτε από τη διαπίστωση ότι οι ενδιαφερόμενοι εξασφάλισαν ταυτόχρονα, δια της πρακτικής αυτής, ορισμένα πλεονεκτήματα ως προς τον ανταγωνισμό
  6. IX.3.3.3 Εκ του αποτελέσματος περιορισμοί του ανταγωνισμού
  7. Σε σχέση με τον κατ’ αποτέλεσμα περιορισμό του ανταγωνισμού, εάν μια συμφωνία δεν έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού, πρέπει να εξετασθεί εάν τυχόν έχει αισθητά αποτελέσματα που περιορίζουν τον ανταγωνισμό, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τόσο τα πραγματικά όσο και τα δυνητικά αποτελέσματά της. Για να έχει μια συμφωνία αποτελέσματα που περιορίζουν τον ανταγωνισμό πρέπει να έχει, πραγματικό ή ενδεχόμενο, αισθητά δυσμενή αντίκτυπο σε μία τουλάχιστον από τις παραμέτρους του ανταγωνισμού στην αγορά, όπως η τιμή, η παραγωγή, η ποιότητα του προϊόντος, η ποικιλία των προϊόντων ή η καινοτομία
  8. Τα εν λόγω αρνητικά αποτελέσματα πρέπει να είναι αισθητά, καθώς οι απαγορευτικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 Ν. 3959/2011 και 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ δεν εφαρμόζονται όταν τα αντιανταγωνιστικά αποτελέσματα που διαπιστώθηκαν είναι ασήμαντα
  9. Κατά πάγια νομολογία, για να εκτιμηθεί αν μια συμφωνία πρέπει να θεωρηθεί απαγορευμένη λόγω του ότι έχει ως αποτέλεσμα τη νόθευση του ανταγωνισμού, πρέπει να εξεταστεί η λειτουργία του ανταγωνισμού εντός του πραγματικού πλαισίου όπου θα διεξαγόταν, αν δεν υπήρχε η επίμαχη συμφωνία
  10. Κατά την ανάλυση του «υποθετικού αντιπαραδείγματος» (counterfactual), το σενάριο που εξετάζεται με βάση την υπόθεση της απουσίας της ρύθμισης του επίμαχου συντονισμού πρέπει να είναι ρεαλιστικό. Υπό το πρίσμα αυτό, επιτρέπεται να ληφθούν υπ’ όψιν πιθανές εξελίξεις που θα προκαλούνταν στην αγορά σε περίπτωση απουσίας της ρύθμισης αυτής
  11. Για την ανάλυση των περιοριστικών αποτελεσμάτων μιας συμφωνίας πρέπει κατά κανόνα να οριστεί η σχετική αγορά, αλλά και να εξεταστούν και να αξιολογηθούν, μεταξύ άλλων, η φύση των προϊόντων, η θέση των μερών, των ανταγωνιστών και των αγοραστών στην αγορά, η ύπαρξη δυνητικών ανταγωνιστών και η σημασία των εμποδίων εισόδου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ωστόσο, είναι δυνατόν να αποδειχθούν απευθείας οι δυσμενείς για τον ανταγωνισμό επιπτώσεις αναλύοντας τη συμπεριφορά των μερών της συμφωνίας στην αγορά. Μπορεί, για παράδειγμα, να διαπιστωθεί ότι μια συμφωνία οδήγησε σε αυξήσεις των τιμών
  12. Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 1677/2014, σκ. 4, ΣτΕ 1324/2013, σκ. 4 και ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4 (όπου και παραπομπές σε ενωσιακή νομολογία). 155 Βλ. ενδεικτικά Ε.Α. 612/2015 παρ.
  13. 156 Βλ. Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής – Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης [ήδη άρθρο 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ], [2004] ΕΕ C 101/97, παρ.
  14. 157 Βλ., π.χ., ΔΕΕ C-382/12 P, MasterCard Inc. κ.λπ. κατά Επιτροπής, EU:C:2014:2201, σκ. 161 (και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 158 Βλ. ΔΕΕ C-382/12 P, MasterCard Inc. κ.λπ. κατά Επιτροπής, EU:C:2014:2201, σκ.
  15. 159 Βλ. Ανακοίνωση της Ε.Επ. – Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης [ήδη άρθρο 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ], [2004] ΕΕ C 101/97, παρ.
  16. 154 26 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ IX.3.4 Η έννοια της «ενιαίας και διαρκούς παράβασης»
  17. Κατά πάγια νομολογία, περιοριστικές του ανταγωνισμού συμφωνίες, οι οποίες έχουν, μεταξύ άλλων, κοινό αντικείμενο και μεθόδους εφαρμογής, αφορούν στα ίδια προϊόντα και στις οποίες μετέχουν οι ίδιες επιχειρήσεις στοιχειοθετούν ως σύνολο μία ενιαία και διαρκή παράβαση, υπό το πρίσμα των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 1 του Ν. 3959/
  18. Η παράβαση των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 1 του Ν. 3959/2011 μπορεί να προκύπτει όχι μόνον από μεμονωμένη ενέργεια, αλλά και από σειρά ενεργειών ή ακόμη από διαρκή συμπεριφορά161, ανεξάρτητα από το εάν ένα ή περισσότερα στοιχεία αυτής της σειράς ενεργειών θα μπορούσαν να συνιστούν και αφ’ εαυτών παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ
  19. Η ενιαία και διαρκής παράβαση υπό το άρθρο 101 ΣΛΕΕ προϋποθέτει ένα σύνολο ενεργειών ή και ένα σύμπλεγμα πρακτικών, στις οποίες προβαίνουν διάφορα μέρη, που εντάσσονται σε ένα «συνολικό σχέδιο», διότι επιδιώκουν έναν και μόνο οικονομικό σκοπό163, ήτοι τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της ενιαίας αγοράς. Στην περίπτωση αυτή, και όσον αφορά στο ζήτημα της ευθύνης των επιχειρήσεων, η Επιτροπή δικαιούται να καταλογίσει την ευθύνη των ενεργειών αυτών αναλόγως της συμμετοχής στην παράβαση θεωρούμενη στο σύνολό της164, έστω και αν αποδεικνύεται ότι μια συγκεκριμένη επιχείρηση μετείχε μόνο σε ένα ή σε μερικά από τα στοιχεία που συνθέτουν την παράβαση
  20. Επιπλέον, οσάκις πρόκειται περί συμφωνιών ή εναρμονισμένων πρακτικών που έχουν αντίθετο προς τον ανταγωνισμό αντικείμενο, η Επιτροπή οφείλει ιδίως να αποδεικνύει ότι η επιχείρηση θέλησε να συμβάλει, με τη συμπεριφορά της, στους κοινούς σκοπούς τους οποίους επεδίωκε το σύνολο των μετεχόντων και ότι είχε γνώση των συγκεκριμένων εκδηλώσεων συμπεριφοράς τις οποίες είχαν κατά νουν ή ανέπτυσσαν άλλες επιχειρήσεις επιδιώκοντας τους ίδιους σκοπούς ή ότι ηδύνατο ευλόγως να τις προβλέψει και ότι δεχόταν τον σχετικό κίνδυνο
  21. Αντιθέτως, αν η επιχείρηση συμμετείχε άμεσα σε μία ή περισσότερες αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορές που συνθέτουν μία ενιαία και διαρκή παράβαση, Η νομολογία χρησιμοποιεί πολλά κριτήρια για την εκτίμηση του ενιαίου ή μη χαρακτήρα μίας παράβασης μεταξύ των οποίων αν οι επίμαχες πρακτικές είχαν κοινό αντικείμενο, βλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 17ης Μαΐου 2013, συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-147/09 και T-148/09, Trelleborg Industrie SAS και Trelleborg AB κατά Επιτροπής, σκ. 60, με περαιτέρω παραπομπές σε σχετική νομολογία. 161 Βλ σχετικά ΔΕΕ, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C 204/00 P, C 205/00 P, C 211/00 P, C 213/00 P, C 217/00 P και C 219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκ.
  22. Βλ. και ΔΕΕ C-441/11 P, Επιτροπή κατά Verhuizingen Coppens NV, EU:C:2012:778, σκ. 41, καθώς και ΔΕΕ C-49/92 P, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni SpA, σκ.
  23. 162 Βλ. και ΓενΔΕΕ T-53/03, BPB κατά Επιτροπής, σκ.
  24. 163 Βλ. ΓενΔΕΕ συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-25/95, T-26/95, T-30/95, T-31/95, T-32/95, T-34/95, T-35/95, T36/95, T-37/95, T-38/95, T-39/95, T-42/95, T-43/95, T-44/95, T-45/95, T-46/95, T-48/95, T-50/95, T-51/95, T52/95, T-53/95, T-54/95, T-55/95, T-56/95, T-57/95, T-58/95, T-59/95, T-60/95, T-61/95, T-62/95, T-63/95, T64/95, T-65/95, T-68/95, T-69/95, T-70/95, T-71/95, T-87/95, T-88/95, T-103/95 και T-104/95, Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκ. 3699, και εκεί παρατιθέμενη νομολογία. Βλ. υπ’ αυτή την έννοια, και ΓενΔΕΕ T279/02, Degussa AG κατά Επιτροπής, σκ. 155, καθώς και ΓενΔΕΕ T-54/03, Lafarge SA κατά Επιτροπής, σκ.
  25. 164 Βλ. σχετικά ΔΕΚ, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-204/00P, C-205/00P, C-211/00P, C-213/00P, C-217/00P και C-219/00P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκ.
  26. 165 Βλ. ΓενΔΕΕ T-587/08, Fresh Del Monte Produce κατά Επιτροπής, σκ. 637-639 και σχετική νομολογία στην οποία παραπέμπει και ΔΕΚ, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-293/13P και C-294/13P, Fresh Del Monte Produce κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά Fresh Del Monte Produce σκ.159-
  27. 166 Βλ. C- 49/92 P, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni SpA, σκ.
  28. Βλ. και σκ. 80 της ίδιας απόφασης, όπου αναφέρεται ότι «[…] το γεγονός και μόνον ότι κάθε επιχείρηση μετέχει στην παράβαση με τον δικό της τρόπο δεν αρκεί για να αποκλείσει την ευθύνη της για ολόκληρη την παράβαση, περιλαμβανομένης και της συμπεριφοράς που υλοποιείται μεν από άλλες μετέχουσες επιχειρήσεις, που συμμερίζονται όμως τον ίδιο αντίθετο στον ανταγωνισμό σκοπό ή αποτέλεσμα». 160 27 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ αλλά δεν αποδείχθηκε ότι, με δική της συμπεριφορά, ήθελε να συμβάλει στο σύνολο των κοινών σκοπών που επιδίωκαν οι λοιποί συμμετέχοντες στη σύμπραξη και ότι γνώριζε το σύνολο των λοιπών παραβατικών συμπεριφορών τις οποίες είχαν κατά νου ή τις οποίες ακολουθούσαν οι εν λόγω συμμετέχοντες στη σύμπραξη επιδιώκοντας τους ίδιους σκοπούς ή ότι μπορούσε ευλόγως να τις προβλέψει και ότι αποδεχόταν τον σχετικό κίνδυνο, η ΕΑ μπορεί να της καταλογίσει ευθύνη μόνο για τις συμπεριφορές στις οποίες συμμετείχε άμεσα και για τις συμπεριφορές που είχαν κατά νου ή ακολουθούσαν οι λοιποί συμμετέχοντες επιδιώκοντας τους ίδιους σκοπούς με εκείνους που επιδίωκε η ίδια και για τις οποίες αποδείχθηκε ότι γνώριζε ή μπορούσε ευλόγως να τις προβλέψει και αποδεχόταν τον σχετικό κίνδυνο
  29. Περαιτέρω, η έννοια της «ενιαίας παράβασης» αναφέρεται όχι μόνο σε μια κατάσταση, στην οποία πολλές επιχειρήσεις μετείχαν σε παράβαση που συνίστατο σε διαρκή συμπεριφορά με ένα και μόνο οικονομικό σκοπό, κατά τα ανωτέρω οριζόμενα, αλλά και σε μεμονωμένες παραβάσεις που συνδέονται λόγω ταυτότητας αντικειμένου (ίδιος σκοπός του συνόλου των στοιχείων) και υποκειμένων (ταυτότητα των οικείων επιχειρήσεων)
  30. Η ύπαρξη μιας ενιαίας και διαρκούς παράβασης μπορεί να διαπιστωθεί τόσο σε περιπτώσεις οριζόντιων συμπράξεων, όσο και σε παραβάσεις που προκύπτουν σε κάθετες συμφωνίες, όπως λ.χ. σε περιπτώσεις καθορισμού τιμών μεταπώλησης
  31. Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, η έννοια της ενιαίας παράβασης ενδέχεται να αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό αντιθέτων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού ενεργειών, συνισταμένων σε συμφωνίες, εναρμονισμένες πρακτικές και αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων
  32. Ειδικότερα, προκειμένου να χαρακτηριστούν διάφορες ενέργειες ως ενιαία και αδιάλειπτη παράβαση, πρέπει να επαληθεύεται εάν εμφανίζουν μεταξύ τους δεσμό συμπληρωματικότητας, εάν εντάσσονται δηλαδή εντός ενός «συνολικού σχεδίου» διότι επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό171, υπό την έννοια ότι κάθε μία από αυτές σκοπεί στην αντιμετώπιση μιας ή περισσοτέρων συνεπειών της κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού και συντείνουν, μέσω της αλληλεπίδρασής τους, στην επέλευση του συνόλου των επιδιωκόμενων αντιθέτων στον ανταγωνισμό αποτελεσμάτων
  33. Συναφώς, πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν όλες οι Βλ. ΔΕΕ C-293/13 P και C-294/13 P (συνεκδικασθείσες υποθ.), Fresh Del Monte Produce Inc. κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά Fresh Del Monte Produce Inc, EU:C:2015:416, σκ.
  34. 168 Συναφώς, ΓενΔΕΕ T-53/03, BPB κατά Επιτροπής, ό.π., σκ.
  35. Βλ. επίσης ΓενΔΕΕ T-27/10, AC-Treuhand AG κατά Επιτροπής, ΓενΔΕΕ T-446/05, Amann & Söhne και Cousin Filterie κατά Επιτροπής, σκ. 89, καθώς και ΓενΔΕΕ Τ- 410/09, Almamet GmbH Handel mit Spanen und Pulvern aus Metall κατά Επιτροπής, EU:T:2012:676, σκ. 152 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία. 169 Βλ., π.χ., υπόθ. AT.40465 – ASUS, απόφαση της Ε.Επ. της 24.7.2018, σκ. 100-104· υπόθ. AT.40469 – Denon & Marantz, απόφαση της Ε.Επ. της 24.7.2018, σκ. 84-89· υπόθ. AT.40181 – Philips, απόφαση της Ε.Επ. της 24.7.2018, σκ. 53-
  36. 170 Βλ. ΓενΔΕΕ Τ- 410/09, Almamet GmbH Handel mit Spanen und Pulvern aus Metall κατά Επιτροπής, EU:T:2012:676, σκ. 152 και σχετική νομολογία στην οποία παραπέμπει. 171 Βλ. σχετικά ΔΕΚ, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-204/00P, C-205/00P, C-211/00P, C-213/00P, C-217/00P και C-219/00P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, ό.π., σκ.
  37. Η απόσταση δε κάποιων μηνών μεταξύ των εκδηλώσεων της συμπράξεως είναι αμελητέα στο πλαίσιο μιας σφαιρικής συμπεριφοράς που εφαρμόζεται επί σειρά ετών. 172 Βλ., ενδεικτικά, αποφάσεις ΔΕΕ C-239/11P, C-489/11P και C-498/11P, Siemens, Mitsubishi, Toshiba κατά Επιτροπής, σκ. 247-
  38. Βλ., υπό την έννοια αυτή, ΓενΔΕΕ T-101/05 και T-111/05, BASF και UCB κατά Επιτροπής, σκ. 179-181, ΓενΔΕΕ T-446/05, Amann & Söhne GmbH & Co. KG και Cousin Filterie SAS κατά Επιτροπής, σκ.
  39. Συναφώς, βλ. και ΓενΔΕΕ T-385/06, Aalberts Industries NV και λοιπών κατά Επιτροπής, σκ. 88 («Πρέπει επίσης να διευκρινιστεί ότι η έννοια του ενιαίου σκοπού δεν μπορεί να καθορίζεται μέσω της γενικής αναφοράς στη στρέβλωση του ανταγωνισμού εντός της αφορώσας την παράβαση αγοράς, καθόσον ο επηρεασμός 167 28 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ δυνάμενες να αποδείξουν ή να θέσουν υπό αμφισβήτηση τον εν λόγω δεσμό περιστάσεις, όπως το χρονικό διάστημα εφαρμογής, το περιεχόμενο, περιλαμβανομένων των μεθόδων που εφαρμόστηκαν και, συνακόλουθα, ο σκοπός των διαφόρων επιδίκων ενεργειών. Επομένως, θα ήταν τεχνητή η απόπειρα να υποδιαιρεθεί μια συνεχής συμπεριφορά, που χαρακτηρίζεται από ένα και τον αυτό σκοπό, αναλυόμενη σε πλείονες και χωριστές παραβάσεις
  40. Τα στοιχεία και οι περιστάσεις που κρίνονται συναφή εξετάζονται στο σύνολό τους για την εξαγωγή συμπεράσματος174,
  41. X. ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ X.1 Εισαγωγή: Η υιοθέτηση του μοντέλου απευθείας χρεώσεων (DAF) για τις διατραπεζικές συναλλαγές ανάληψης μετρητών από ATM – Εγχώριες συναλλαγές ανάληψης μετρητών στο πλαίσιο του Συστήματος DIASATM X.1.1 Ιστορική αναδρομή – Η υπ’ αριθ. 408/2008 Απόφαση της ΕΑ
  42. Δεν είναι πρώτη φορά που η ΕΑ ερευνά τις διατραπεζικές συναλλαγές ανάληψης μετρητών εντός του συστήματος DIASATM. Συγκεκριμένα, στις 29.7.2008, είχε εκδώσει την υπ’ αριθ. 408/2008 Απόφαση επί της Εισήγησης της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού σχετικά με την «Αυτεπάγγελτη Έρευνα για τα Διατραπεζικά Συστήματα DIASDEBIT, DIASATM και DIASTRANFER», η οποία αφορούσε στον ενδεχόμενο καθορισμό τιμών μέσω πολυμερών διατραπεζικών προμηθειών στα προαναφερθέντα συστήματα. Στην εν λόγω απόφαση, κατά πλειοψηφία, έγιναν δεκτές δεσμεύσεις που προτάθηκαν από τα ενδιαφερόμενα μέρη και οι οποίες είχαν ισχύ έως την 1.8.
  43. Από την λήξη ισχύος των προαναφερθεισών δεσμεύσεων, τα πιστωτικά ιδρύματα, μέλη του συστήματος DIASATM, συμπεριλαμβανομένων των εμπλεκομένων μερών και της HSBC, προχώρησαν σε σύναψη διμερών συμφωνιών για τις συναλλαγές ανάληψης μετρητών και ερώτησης υπολοίπου. Με τις εν λόγω συμφωνίες καθοριζόταν, σε διμερές επίπεδο, η σχετική προμήθεια που απέδιδε η τράπεζα η οποία είχε εκδώσει την κάρτα (εκδότρια τράπεζα-issuer) στην τράπεζα στην οποία άνηκε το ΑΤΜ που χρησιμοποιήθηκε κατά τη συναλλαγή (πληρώτρια/αποδέκτρια τράπεζα – acquirer). Σημειώνεται ότι οι εν λόγω συμφωνίες δεν τροποποιήθηκαν μέχρι και τα μέσα του 2019, οπότε και λύθηκαν ως προς το σκέλος της του ανταγωνισμού συνιστά, είτε ως αντικείμενο είτε ως αποτέλεσμα, ένα από τα αρρήκτως μεταξύ τους συνδεόμενα ουσιώδη στοιχεία κάθε συμπεριφοράς εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου [101 παρ. 1 ΣΛΕΕ]. Ένας τέτοιος ορισμός της έννοιας του ενιαίου σκοπού θα οδηγούσε στον εν μέρει περιορισμό του περιεχομένου της έννοιας της ενιαίας και αδιάλειπτης παραβάσεως, καθ’ ο μέτρο θα είχε ως συνέπεια ότι πολλές σχετικές με κάποιον οικονομικό τομέα συμπεριφορές, απαγορευόμενες από το άρθρο [101 παρ. 1 ΣΛΕΕ], θα έπρεπε να χαρακτηρίζονται συστηματικά ως συστατικά στοιχεία ενιαίας παραβάσεως […]»). 173 Βλ. ΓενΔΕΕ T-6/89, Enichem Anic SpA κατά Επιτροπής (Polypropylene), σκ.
  44. 174 Βλ. ΓενΔΕΕ, συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-259/02 έως T-264/02 και T-271/02, Raiffeisen Zentralbank Österreich AG και λοιπών κατά Επιτροπής, σκ.
  45. 175 Για τη σχετική δε, εκτίμηση παρέχεται στην Επιτροπή περιθώριο και διακριτική ευχέρεια εκτιμήσεως, καθώς οι ποικίλες παράμετροι σταθμίζονται διαφορετικά στο πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών κάθε επιμέρους υπόθεσης. Υπό το πρίσμα δε της προαναφερθείσας νομολογίας, για τη διαπίστωση του ενιαίου χαρακτήρα της παράβασης πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν κάθε παράμετρος, η οποία είναι αντικειμενικά ικανή, στο πλαίσιο των ειδικών συνθηκών της κάθε υπόθεσης, να επιβεβαιώσει ή να θέσει υπό αμφισβήτηση τη στοίχιση διαφόρων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών στον ίδιο σκοπό, ως συστατικών στοιχείων ενός συνολικού σχεδίου, ήτοι μιας και μόνης παραβάσεως. Βλ. J Faull και A Nikpay (Eds.), The EC Law of Competition (3η έκδοση, Oxford University Press 2014), παρ. 8.
  46. 29 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ συναλλαγής της ανάληψης μετρητών και έκτοτε ισχύουν μόνον ως προς την προμήθεια ερώτησης υπολοίπου. X.1.2 Χρεώσεις βάσει των διμερών συμφωνιών αμοιβαίας τιμολόγησης
  47. Με βάση τα στοιχεία που προσκόμισε η ερευνώμενη Τράπεζα176, ακολουθεί πίνακας με τις συμφωνηθείσες αμοιβές, όσον αφορά τις αναλήψεις μετρητών177: Πληρώτρια Τράπεζα Εκδότρια Τράπεζα Ποσό ανάληψης HSBC έως 50€ 51€ - 100€ […] […] 101€ - 600€ […] Εκδότρια Τράπεζα HSBC Εθνική Τράπεζα Alpha Bank 178 Eurobank Τράπεζα Αττικής […] […] […] Ετήσιος αριθμός συναλλαγών ανάληψης μετρητών Πληρώτρια Τράπεζα 0–100.000 […] 100.001-200.000 […] 200.001-400.000 […] >400.001 […] Τράπεζα Πειραιώς
  48. Σημειώνεται περαιτέρω ότι οι προμήθειες που αποτυπώνονται στον ανωτέρω πίνακα αποτελούσαν μέρος της τελικής χρέωσης του καρτούχου που πραγματοποιούσε συναλλαγή σε ΑΤΜ άλλης τράπεζας από την εκδότρια, στην οποία και τηρoύσε τον σχετικό λογαριασμό. Η τελική χρέωση του καρτούχου οριζόταν από την εκδότρια τράπεζα με βάση τον τιμοκατάλογό της, ενώ η αποδέκτρια τράπεζα δεν χρέωνε τους καρτούχους. Αυτό συνέβαινε γιατί ουσιαστικά η αποδέκτρια τράπεζα, προσφέροντας τη δυνατότητα συναλλαγών στους πελάτες της εκδότριας τράπεζας, αμειβόταν από την τελευταία, η οποία εν συνεχεία μετακύλυε την εν λόγω αμοιβή στους πελάτες της. Σύμφωνα με τον τιμοκατάλογο της HSBC, οι χρεώσεις με τις οποίες επιβαρύνονταν οι καρτούχοι της σε περίπτωση συναλλαγής από ΑΤΜ τρίτης τράπεζας – μέλους του συστήματος DIASATM ήταν κατά κανόνα 2 ευρώ (προμήθεια «issuing fee»)179, ανεξαρτήτως ποσού ανάληψης
  49. Ωστόσο, από τον Ιούλιο του 2019, εφαρμόστηκε από τις τράπεζες-μέλη του συστήματος DIASATM νέο σύστημα τιμολόγησης για τις off-us συναλλαγές ανάληψης μετρητών, με την εφαρμογή προμήθειας απευθείας χρέωσης Direct Access Fee (DAF) και στις συναλλαγές του συγκεκριμένου δικτύου. Επισημαίνεται ότι το χρονικό διάστημα 2018-2019, οι ελληνικές αποδέκτριες τράπεζες εφάρμοσαν σταδιακά άμεση χρέωση (DAF) στις συναλλαγές ανάληψης μετρητών με κάρτες έκδοσης εγχώριων καρτών που δεν συμμετέχουν στο σύστημα DIASATM, καθώς και στις κάρτες αλλοδαπών εκδοτών, που διοδεύονταν και εκκαθαρίζονταν μέσω των Διεθνών Σχημάτων. Εξαίρεση από την εφαρμογή της εν λόγω προμήθειας Βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. 3210/27.5.2024 ΠΔΔ της HSBC. Για τα αντίστοιχα στοιχεία των λοιπών εμπλεκόμενων τραπεζών, βλ. υπ’ αριθμ. 838/2023 Απόφαση ΕΑ, σκ.
  50. 178 Δυνάμει της από […] μεταξύ της HSBC και της εταιρίας με την επωνυμία «[…]», η HSBC αξιοποιούσε το δίκτυο ATM της Alpha Bank βάσει των όρων της εν λόγω σύμβασης. 179 Η αντίστοιχη χρέωση ήταν χαμηλότερη για τους πελάτες Advance και Premier· βλ. την 5173/7.8.2019 επιστολή της HSBC. 180 Για τα αντίστοιχα στοιχεία των λοιπών εμπλεκόμενων τραπεζών, βλ. υπ’ αριθμ. 838/2023 Απόφαση ΕΑ, σκ.
  51. 176 177 30 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ αποτελούσαν οι συναλλαγές που εκκαθαρίζονταν μέσω συστήματος ΔΙΑΣ, καθώς σε αυτήν την περίπτωση ίσχυαν οι προαναφερθείσες διμερείς συμφωνίες μεταξύ των τραπεζών. Στην περίπτωση της HSBC, ειδικότερα, η μετάπτωση στο μοντέλο χρέωσης DAF για τις συναλλαγές ανάληψης μετρητών τόσο εντός, όσο και εκτός του δικτύου DIASATM έλαβε χώρα ταυτόχρονα, στις 21.8.
  52. Εφαρμόζοντας το συγκεκριμένο μοντέλο τιμολόγησης, η εκδότρια τράπεζα παύει πλέον να αποδίδει αμοιβή στην αποδέκτρια τράπεζα, καθώς η ίδια η αποδέκτρια τράπεζα λαμβάνει απευθείας την προμήθεια από τον καρτούχο, ο οποίος πραγματοποιεί τη συναλλαγή ανάληψης μετρητών. Αναλυτικότερα, ακολουθεί πίνακας στον οποίο αποτυπώνεται η εν λόγω χρέωση, η ημερομηνία εφαρμογής της, καθώς και η ημερομηνία ενημέρωσης των πελατών της κάθε τράπεζας182: Ύψος χρέωσης DAF Ημ/νία επιβολής DAF Ημ/νία δημόσιας (σε Ευρώ) εντός DIASATM ανακοίνωσης Τράπεζα Πειραιώς € 3,00 […] [...][1] Εθνική Τράπεζα € 2,60 […] [...] [2] Alpha Bank € 2,50 […] [...] [3] Eurobank € 2,50 […] [...] [4] Attica Bank € 2,00 […] [...] [5] HSBC € 2,50 […] [...] [6] Τράπεζα Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων των Τρ. Πειραιώς, Εθνική Τράπεζα, Alpha Bank, Eurobank, Attica Bank και HSBC από την ΓΔΑ
  53. Σημειώνεται ότι, παράλληλα, τροποποιήθηκαν τα ποσά χρέωσης της προμήθειας που η εκδότρια τράπεζα χρεώνει τον καρτούχο – πελάτη της (issuing fee) σε περίπτωση ανάληψης μετρητών από ΑΤΜ άλλης τράπεζας. Διευκρινίζεται ότι η εν λόγω προμήθεια έρχεται επιπρόσθετα και είναι ανεξάρτητη από το DAF, το οποίο όπως προαναφέρθηκε, χρεώνεται από την αποδέκτρια τράπεζα. Σε περιπτώσεις ανάληψης μετρητών από ATM τρίτης τράπεζας, η HSBC ως εκδότρια τράπεζα χρέωνε τους καρτούχους της 0,60 ευρώ ανά συναλλαγή 183,
  54. Συμπερασματικά, με βάση τα ανωτέρω αναφερόμενα, η τελική χρέωση του καρτούχου που πραγματοποιεί τη συναλλαγή είναι το άθροισμα του DAF και του issuing fee. Στον πίνακα που ακολουθεί αποτυπώνεται η τελική χρέωση την οποία επιβαρύνεται ο πελάτης της HSBC για Βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. 5173/7.8.2019 επιστολή της HSBC. [1] [...]. [2] [...] [3] [...]. [4] [...]. [5] [...]. [6] Βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. 4068/23.5.2023 επιστολή της HSBC, ερ.
  55. 183 Κατ’ εξαίρεση, οι πελάτες [...]· βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. 5173/7.8.2019 επιστολή της HSBC. 184 Για τα αντίστοιχα στοιχεία των λοιπών εμπλεκόμενων τραπεζών, βλ. υπ’ αριθμ. 838/2023 Απόφαση ΕΑ, σκ.
  56. 181 182 31 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ διατραπεζικές συναλλαγές ανάληψης μετρητών εντός του συστήματος DIASATM με την εφαρμογή του νέου τιμολογιακού μοντέλου185: Τελική Χρέωση Καρτούχου HSBC για Ανάληψη Μετρητών Εκδότρια Αποδέκτρια Τράπεζα Τράπεζα HSBC Τράπεζα Εθνική Πειραιώς Τράπεζα 3,60 3,20 Alpha Bank Eurobank Attica Bank 3,10 3,10 2,60 Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων των Τρ. Πειραιώς, Εθνική Τράπεζα, Alpha Bank, Eurobank, Attica Bank και HSBC από την ΓΔΑ
  57. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω στοιχεία, από τον Ιούλιο 2019 και μετά, η επιβάρυνση των καρτούχων της HSBC για μία συναλλαγή ανάληψης μετρητών από ΑΤΜ τρίτης τράπεζας εντός συστήματος DIASATM, κυμαίνεται από €2,6 έως €3,6 ανάλογα με την αποδέκτρια τράπεζα.
  58. Στην Ενότητα που ακολουθεί παρατίθενται τα ευρήματα από την έρευνα της Υπηρεσίας. X.2 Ενιαία και διαρκής παράβαση αναφορικά με τις χρεώσεις για τις off-us συναλλαγές ανάληψης μετρητών από ATM – Συντονισμένη επιβολή DAF στις συναλλαγές ανάληψης μετρητών με κάρτες εγχωρίων παροχών υπηρεσιών πληρωμών, οι οποίες εκκαθαρίζονται μέσω του συστήματος DIASATM
  59. Από το 2010, οι ελεγχόμενες τράπεζες, μέλη του συστήματος DIASATM, είχαν συνάψει μεταξύ τους διμερείς συμφωνίες για τις συναλλαγές ανάληψης μετρητών και ερώτησης υπολοίπου. Με τις εν λόγω συμφωνίες καθοριζόταν, σε διμερές επίπεδο, η σχετική προμήθεια που απέδιδε η τράπεζα η οποία είχε εκδώσει την κάρτα (εκδότρια τράπεζα-issuer) στην τράπεζα στην οποία άνηκε το ΑΤΜ που χρησιμοποιήθηκε κατά τη συναλλαγή (πληρώτρια/αποδέκτρια τράπεζα-acquirer)
  60. Οι ανωτέρω προμήθειες που αποτυπώνονται στην παρ. 108 αποτελούσαν μέρος της τελικής χρέωσης του καρτούχου που πραγματοποιούσε συναλλαγή σε ΑΤΜ άλλης τράπεζας από αυτήν που τηρoύσε λογαριασμό και κατ’ επέκταση που είχε εκδώσει την κάρτα που χρησιμοποιήθηκε κατά τη συναλλαγή. Η τελική χρέωση του καρτούχου οριζόταν από την εκδότρια τράπεζα με βάση τον τιμοκατάλογό της, ενώ η αποδέκτρια τράπεζα δεν χρέωνε τους καρτούχους. Αυτό συνέβαινε γιατί ουσιαστικά η αποδέκτρια τράπεζα προσέφερε τη δυνατότητα συναλλαγών στους πελάτες της εκδότριας τράπεζας, αμειβόταν από την εκδότρια, η οποία εν συνεχεία μετακύλυε την εν λόγω αμοιβή στους πελάτες της.
  61. Βάσει των στοιχείων του φακέλου, για τη στοιχειοθέτηση της συμμετοχής της HSBC σε συμφωνία ή/και εναρμονισμένη πρακτική αναφορικά με τη μετάπτωση σε νέο μοντέλο Αναφορικά με την επιβάρυνση των πελατών των λοιπών εμπλεκόμενων Τραπεζών, βλ. υπ’ αριθμ. 838/2023 Απόφαση ΕΑ, σκ.
  62. 186 Σημειώνεται ότι οι εν λόγω συμφωνίες δεν τροποποιήθηκαν μέχρι και τα μέσα του 2019, οπότε και λύθηκαν ως προς το σκέλος της συναλλαγής της ανάληψης μετρητών και έκτοτε ισχύουν μόνον ως προς την προμήθεια ερώτησης υπολοίπου. 185 32 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ τιμολόγησης (υιοθέτηση της χρέωσης DAF) στις συναλλαγές ανάληψης μετρητών από ΑΤΜ με τη χρήση καρτών εκδόσεως εγχώριων ΠΥΠ εντός του συστήματος DIASATM ελήφθησαν υπ’ όψιν τα ακόλουθα στοιχεία:  Η από 13.07.2018 επιστολή της [...] προς την HSBC και τις λοιπές εμπλεκόμενες τράπεζες, με την οποία ενημερώνει την τελευταία ότι «[…] η [...] προτίθεται να μηδενίσει την από 01/08/2010 διμερή συμφωνία τιμολόγησης των μεταξύ μας συναλλαγών που διενεργούνται σε ΑΤΜ της τράπεζάς μας και να χρεώνει απευθείας με έξοδα τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται στα ΑΤΜ του Δικτύου της […]. H αλλαγή της τιμολόγησης θα ισχύσει μόνο για τη συναλλαγή ανάληψης μετρητών. Για τις υπόλοιπες συναλλαγές (ερώτηση υπολοίπου, pin change/pin unblock) θα συνεχίσουν να ισχύουν οι συμφωνημένες τιμολογήσεις. Οι συναλλαγές θα συνεχίσουν να εκκαθαρίζονται από τη ΔΙΑ.Σ με την εκδότρια Τράπεζα να έχει την υποχρέωση καταβολής της συμφωνημένης αμοιβής στη ΔΙΑ.Σ. Παρακαλούμε για τη συμφωνία σας ή τα σχόλιά σας στην ανωτέρω πρότασή μας, όπως επίσης να μας γνωστοποιήσετε, εάν προτίθεστε ή όχι και εσείς να αλλάξετε αντίστοιχα την ισχύουσα διατραπεζική προμήθεια»
  63.  Το ζήτημα του DAF στις εκτός διμερών (εκτός ΔΙΑΣ) αναλήψεις και του «θορύβου» που έχει προκληθεί από διάφορα δημοσιεύματα απασχολεί και τη (διατραπεζική) Επιτροπή Στρατηγικής για Θέματα Digital Banking της ΕΕΤ (Ε05) κατά τη συνεδρίασή της η οποία πραγματοποιήθηκε στις 18.10.
  64. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο σχέδιο πρακτικού της ανωτέρω από 18.10.2018 συνεδρίασης188 «Η επιβολή Direct Access Fee (DAF) από ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΕΘΝΙΚΗ και EUROBANK σε αναλήψεις μετρητών με κάρτες έκδοσης παρόχων υπηρεσιών πληρωμών με τους οποίους δεν υπάρχουν διμερείς συμφωνίες για την εξυπηρέτηση των συναλλαγών αναλήψεων από το σύστημα DIAS ATM SWITCHING έχει ήδη δημιουργήσει θόρυβο και κάποια δημοσιεύματα στα εγχώρια μέσα μαζικής ενημέρωσης. Μετά από εκτενή συζήτηση και προκειμένου να ακολουθούνται οι κανόνες αποφασίστηκε να καταργηθούν οι μεταξύ των τραπεζών διμερείς συμφωνίες και η επιβολή DAF σε όλους τους μη πελάτες τους (άλλων τραπεζών και/ή ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος) σε περίπτωση χρήσης άλλου δικτύου εκτός της τράπεζας τους». Στο εν λόγω σχέδιο πρακτικού της από 18.10.2018 συνεδρίασης της διατραπεζικής Επιτροπής Στρατηγικής για Θέματα Digital Banking της ΕΕΤ επισυνάπτεται λίστα συμμετεχόντων, στην οποία περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και η [...] (ως εκπρόσωπος της HSBC)
  65. Βλ. ηλεκτρονικό αρχείο, το οποίο συνελέγη κατά τον επιτόπιο έλεγχο στις [...]. Βλ. το από 26.10.2018 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ στελεχών της ΕΕΤ με θέμα «Diav ΠΡΟΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: Συνεδρίαση της Επιτροπής Στρατηγικής της ΕΕΤ για θέματα Digital Banking (18.10.2018): Ενημερωτικό σημείωμα και κείμενο τεκμηρίωσης», το οποίο συνελέγη κατά τον επιτόπιο έλεγχο στις [...]. 189 Σημειώνεται ότι στο τελικό κείμενο των πρακτικών το οποίο αποστέλλεται στα μέλη της επιτροπής στις 5.11.2018, η ανωτέρω απόφαση περί κατάργησης των διμερών συμφωνιών και επιβολής DAF σε όλους τους μη πελάτες της κάθε τράπεζας έχει διαγραφεί και αντικατασταθεί από το ακόλουθο: «
  66. Direct Access Fee (DAF) στις αναλήψεις μετρητών από ΑΤΜ. Για το συγκεκριμένο θέμα έγινε εκτενής συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των μελών, στο πλαίσιο της οποίας επιβεβαιώθηκε πως η επιβολή DAF, το ποσό και οι όροι επιβολής του, συνιστούν επιχειρηματική απόφαση της κάθε acquiring bank το δίκτυο ΑΤΜ της οποίας αξιοποιείται από τρίτους, μη πελάτες της, για αναλήψεις μετρητών». Βλ. το από 5.11.2018 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από την ΕΕΤ προς την «Ε05 DIGITAL BANKING STEERING COMMITTEE (DBSC)» με θέμα «ΣΥΝΤΟΜΟ ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΤΗΣ ΕΕΤ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ DIGITAL BANKING (18.10.2018)», το οποίο συνελέγη κατά τον επιτόπιο έλεγχο στις [...]. Το εν λόγω μήνυμα εντοπίστηκε και κατά τον επιτόπιο έλεγχο στις [...]. 187 188 33 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  67. Κατόπιν των ανωτέρω, και στο πλαίσιο επικοινωνιών για την υλοποίηση της μετάπτωσης στο νέο μοντέλο χρέωσης DAF, παρατίθενται τα κάτωθι στοιχεία:  Το από [...] μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της ΔΙΑΣ προς εκπροσώπους τραπεζών, μεταξύ των οποίων και της HSBC, με θέμα «RE: Ετοιμότητα τραπεζών για λειτουργία του Direct Access Fee (DAF) στην υπηρεσία DIASATM, ορισμός ημέρας παραγωγικής λειτουργίας ως issuers Δευτέρα 22/7/2019 (επείγον) --- > επόμενα βήματα, δοκιμές --- > στοιχεία επικοινωνίας υπευθύνων δοκιμών τραπεζών», στο οποίο αναφέρεται «Προκειμένου να συγχρονιστούν οι δοκιμές συναλλαγών με DAF μεταξύ των τραπεζών (acquirers / issuers), παρακαλώ να ορίσετε τον υπεύθυνο δοκιμών της τράπεζάς σας […]»
  68.  Το από 23.7.2019 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ στελεχών της [...] με θέμα «FW: DAF – τηλεφωνική συνδιάσκεψη Δευτέρα 22/7/2019 ώρα 10Q00», στο οποίο αναφέρεται «Συνοπτικά η κατάσταση έχει ως εξής: - Επί του παρόντος η ενεργοποίηση του DAF ισχύει μόνο από εμάς, [...] – Οι υπόλοιπες τράπεζες ([...]) θα ενεργοποιήσουν το DAF σε μελλοντικό χρόνο […]»
  69. Εν τέλει, η HSBC προχώρησε στις 21.8.2019 στην επιβολή DAF ύψους 2,50€ στις συναλλαγές ανάληψης μετρητών με κάρτες εγχώριας έκδοσης παρόχων που συμμετέχουν στο ΔΙΑΣ ΑΤΜ με τον μηδενισμό της σχετικής προμήθειας στις μεταξύ των τραπεζών διμερείς συμφωνίες ως προς την συγκεκριμένη υπηρεσία
  70. XI. ΝΟΜΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ XI.1 Συμφωνία ή/και εναρμονισμένη πρακτική αναφορικά με τη μεταβολή του μοντέλου τιμολόγησης (επιβολή DAF) στις συναλλαγές ανάληψης μετρητών με κάρτες εγχωρίων παροχών υπηρεσιών πληρωμών οι οποίες εκκαθαρίζονται μέσω του συστήματος DIASATM
  71. Από τα στοιχεία που εκτέθηκαν ανωτέρω193 προκύπτει συμφωνία ή/και εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ των Τραπεζών Πειραιώς, Εθνική Τράπεζα, Alpha Bank, Eurobank, Attica Bank και HSBC αναφορικά με τη μεταβολή του μοντέλου τιμολόγησης (ήτοι, μηδενισμός προμηθειών στις διμερείς συμβάσεις μεταξύ τραπεζών και μετάβαση στη χρέωση Direct Access Fee) για συναλλαγές ανάληψης μετρητών από ATM με χρήση καρτών εκδόσεως εγχώριων ΠΥΠ που συμμετέχουν στο σύστημα DIASATM, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 Ν. 3959/2011 και 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ
  72. Το από 25.6.2019 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της ΔΙΑΣ προς εκπροσώπους τραπεζών, μεταξύ των οποίων και της HSBC, με θέμα «RE: Ετοιμότητα τραπεζών για λειτουργία του Direct Access Fee (DAF) στην υπηρεσία DIASATM, ορισμός ημέρας παραγωγικής λειτουργίας ως issuers Δευτέρα 22/7/2019 (επείγον) --- > επόμενα βήματα, δοκιμές --- > στοιχεία επικοινωνίας υπευθύνων δοκιμών τραπεζών» συνελέγη κατά τον επιτόπιο έλεγχο στις [...]. 191 Το από 23.7.2019 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ στελεχών της [...] με θέμα «FW: DAF – τηλεφωνική συνδιάσκεψη Δευτέρα 22/7/2019 ώρα 10Q00» συνελέγη κατά τον επιτόπιο έλεγχο στις [...]. 192 Βλ την υπ’ αριθ. πρωτ. 4068/23.5.2023 επιστολή της HSBC (ερ. 3). 193 Βλ. Ενότητα «Ενιαία και διαρκής παράβαση αναφορικά με τις χρεώσεις για τις off-us συναλλαγές ανάληψης μετρητών από ATM – Συντονισμένη επιβολή DAF στις συναλλαγές ανάληψης μετρητών με κάρτες εγχωρίων παροχών υπηρεσιών πληρωμών, οι οποίες εκκαθαρίζονται μέσω του συστήματος DIASATM». 194 Βλ. και υπ’ αριθμ. 838/2023 Απόφαση ΕΑ, σκ. 309 επ. 190 34 ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
  73. Ταυτόχρονα, όπως αναφέρεται και στην υπ’ αριθ. 838/2023 Απόφαση ΕΑ, πέραν του άμεσου τρόπου συντονισμού της αμοιβαίας δράσης των έξι τραπεζών (συμφωνία/ εναρμονισμένη πρακτική), αυτοτελή, σημαντική και ενεργό συμμετοχή στη συγκεκριμένη σύμπραξη είχε και η ΕΕΤ ως ένωση επιχειρήσεων και λόγω της λήψης της από 18.10.2018 απόφασης της Επιτροπής Στρατηγικής για Θέματα Digital Banking της ΕΕΤ περί κατάργησης των διμερών

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.