← Ελλάδα

3439-act-5-2025

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΑΡΧΗ Αθήνα, 16 Οκτωβρίου 2025 ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΙΘΜ 5/2025 (Συνοπτικής Διαδικασίας επί καταγγελιών του άρθρου 37 του ν. 3959/2011) Έχοντας υπόψη:

  1. Τo άρθρο 37 παρ. 1 και 2 του Ν. 3959/2011,
  2. την υπ’ αριθ. 139/02.01.2024 (Υ.Ο.Δ.Δ.1/02.01.2024) απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων περί διορισμού Προέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού,
  3. την υπ’ αριθ. 70257 (ΦΕΚ586/Υ.Ο.Δ.Δ./12.07.2022) απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων περί διορισμού του Αντιπροέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού,
  4. την υπ’αριθμ. πρωτ.4302/06.05.2022 καταγγελία της εταιρίας με την επωνυμία «520 BARCODE ΕΛΛΑΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΔΙΕΘΝΩΝ ΠΡΟΤΥΠΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ» και το δ.τ. «520 BARCODE HELLAS ΑΕ» κατά α) του σωματείου με την επωνυμία «Ελληνικός Σύνδεσμος Επιχειρήσεων για την Διαχείριση Προτύπων GS1» και τον διακριτικό τίτλο «GS1 Association Greece» και β) του σωματείου με την επωνυμία «GS1 Association International sans but lucrative» (GSI AIBSL), κατά το μέρος της που επικαλείται παράβαση του άρθρου 1Α Ν. 3959/
  5. την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. 6263/26.09.2025 Εισήγηση της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Επιτροπής Ανταγωνισμού Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ – ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
  6. Στις 6.5.2022 υπεβλήθη στην Υπηρεσία η υπ’ αριθ. πρωτ. 4302 καταγγελία της εταιρίας με την επωνυμία «520 BARCODE ΕΛΛΑΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΔΙΕΘΝΩΝ ΠΡΟΤΥΠΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ» και δ.τ «520 BARCODE HELLAS ΑΕ» (εφεξής και ως «520 Barcode Hellas» ή «καταγγέλλουσα») κατά: α) του σωματείου «GS1 AIBSL» (εφεξής και ως «GS1 AIBSL» ή «α’ καταγγελλόμενη»), με αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή και διαχείριση ραβδωτών κωδικών (barcode) για προϊόντα, υπηρεσίες και θέσεις και άλλες συναφείς υπηρεσίες και β) του σωματείου με επωνυμία «Ελληνικός Σύνδεσμος Επιχειρήσεων για την Διαχείριση Προτύπων GS1» και δ.τ. «GS1 Association Greece» (εφεξής και ως «GS1 Association Greece» ή «β’ καταγγελλόμενη»). 1 για παράβαση των άρθρων 1, 1Α και 2 του Ν. 3959/2011 και 101, 102 ΣΛΕΕ (εφεξής και «η καταγγελία»).
  7. H καταγγέλλουσα αποτελεί ανώνυμη εταιρία δραστηριοποιούμενη στη διαχείριση, χορήγηση και προώθηση της χρήσης ανοικτών διεθνώς αναγνωρισμένων προτύπων κωδικοποίησης EAN/UCC (ραβδωτοί κώδικες- barcode) σε προϊόντα, υπηρεσίες και θέσεις για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότερης λειτουργίας της βιομηχανίας, του χονδρεμπορίου και του λιανεμπορίου.
  8. Η δραστηριότητα αμφότερων των καταγγελλόμενων1 είναι η παροχή και διαχείριση ραβδωτών κωδικών- Barcode για προϊόντα, υπηρεσίες και θέσεις και άλλες δραστηριότητες συναφείς με αυτό το αντικείμενο, με έμφαση στη δημιουργία και διαχείριση βάσεων δεδομένων με επιχειρηματικά στοιχεία. Ειδικότερα, οι καταγγελλόμενες δραστηριοποιούνται στην παροχή εταιρικών προθεμάτων αποτελούμενων από ψηφία τα οποία στη συνέχεια κωδικοποιούνται σε γραμμωτό κώδικα σήμανσης προϊόντων βάσει των συμβολογιών EAN και ITF.
  9. Συγκεκριμένα, η GS1 AISBL δραστηριοποιείται στην ανάπτυξη της συμβολογίας που τα μέλη της – εθνικοί οργανισμοί χρησιμοποιούν, καθώς και στην απόδοση στους τελευταίους των εθνικών προθεμάτων. Έχει συσταθεί ως διεθνής ένωση (Σωματείο) μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με τους νόμους του Βελγίου και έχει την έδρα της στις Βρυξέλλες. Πρόκειται για διεθνή οργανισμό ανάπτυξης προτύπων (SDO), ο οποίος αναπτύσσει πρότυπα που χρησιμοποιούνται στην εφοδιαστική αλυσίδα. Τα πρότυπα αυτά χρησιμοποιούν μοναδικά αναγνωριστικά (αριθμούς) προκειμένου να καθίσταται δυνατός ο εντοπισμός αντικειμένων, προϊόντων, εγγράφων και τοποθεσιών, ενώ παράλληλα επιτρέπουν τόσο τη συλλογή, όσο και την ανταλλαγή δεδομένων της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η GS1 AISBL δεν παρέχει απευθείας υπηρεσίες σε επιχειρήσεις/χρήστες σε καμία χώρα, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις όπου αυτό απαιτείται ελλείψει παρουσίας οργανισμού-μέλους στη συγκεκριμένη χώρα. Μόνο οι οργανισμοί μέλη παρέχουν υπηρεσίες στους χρήστες. Μεταξύ της GS1 AISBL και των οργανισμών-μελών της δεν υφίσταται σχέση αντιπροσώπευσης ούτε μετοχική σχέση.
  10. Η GS1 Association Greece δραστηριοποιείται στην παροχή των εταιρικών προθεμάτων και σχετικών γραμμωτών κωδικών στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, όπως και η καταγγέλλουσα. Πρόκειται για μη-κερδοσκοπικό σωματείο με σκοπό τη διαχείριση και προώθηση στην Ελλάδα της χρήσης του συστήματος της GS1 AISBL για την αποτελεσματικότερη λειτουργία της βιομηχανίας, του εμπορίου και των υπηρεσιών, τον έλεγχο και συντονισμό της χρήσης του συστήματος στους τομείς της οικονομίας της χώρας.
  11. Μεταξύ των καταγγελλομένων, υφίσταται κάθετη σχέση, στην οποία η GS1 AISBL ενέχει το ρόλο του «προμηθευτή» της έτερης καταγγελλόμενης, καθώς η GS1 AISBL λειτουργεί ως πάροχος των αντίστοιχων προθεμάτων κάθε χώρας για τους εθνικούς οργανισμούς – μέλη της. 1 Όπου στην παρούσα θα γίνεται αναφορά σε «GS1» θα λογίζονται και οι δύο καταγγελλόμενες, δεδομένου ότι κατά την καταγγέλλουσα συνιστούν ενιαία επιχείρηση. 2
  12. Σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 του Κανονισμού Λειτουργίας και Διαχείρισης της ΕΑ, αποφασίστηκε ο διαχωρισμός της υπ' αριθ. πρωτ. 4302/06-05-2022 καταγγελίας, για λόγους διαδικαστικής αποτελεσματικότητας σε δύο διακριτές υποθέσεις: • Υπόθεση 1: εξέταση της καταγγελίας υπό το πρίσμα των άρθρων 1 και 2 Ν. 3959/2011 και 101, 102 ΣΛΕΕ και • Υπόθεση 2: εξέταση της καταγγελίας υπό το πρίσμα του άρθρου 1Α του Ν. 3959/2011, προκειμένου να εξεταστεί η τυχόν εφαρμογή του συγκεκριμένου άρθρου κατόπιν της έκδοσης των σχετικών Κατευθυντήριων Οδηγιών της ΕΑ2 επί του άρθρου 1Α το οποίο σημειωτέον εισήχθη στο Ν.3959/2011 το
  13. Σημειώνεται ότι οι καταγγελλόμενες πρακτικές υπό το πρίσμα των άρθρων 1 και 2 Ν. 3959/2011 και 101, 102 ΣΛΕΕ είχαν ήδη αποτελέσει αντικείμενο προγενέστερης καταγγελίας (εφεξής και «προγενέστερη καταγγελία» ή «πρώτη καταγγελία»), που είχε υποβληθεί από την καταγγέλλουσα το 2015 κατά των ίδιων καταγγελλομένων και για την οποία εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 19/2021 Απόφαση της Αντιπροέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού (εφεξής και ως «ΕΑ»), θέτοντας τη στο αρχείο ως ουσία αβάσιμη.
  14. Επί της Υπόθεσης 1 εξεδόθη η υπ’ αριθ. 9/2023 Απόφαση του Προέδρου της ΕΑ με την οποία απορρίφθηκε η καταγγελία κατά το μέρος της που αφορούσε σε παράβαση των άρθρων 1, 2 Ν. 3959/2011 και 101, 102 ΣΛΕΕ και τέθηκε στο αρχείο της Υπηρεσίας λόγω χαμηλής βαθμολογίας, επί τη βάσει του άρθ. 14 παρ. 2 περίπτ. ιε’ Ν. 3959/2011 και της απόφασης ΕΑ 696/2019 δεδομένου ότι συγκέντρωσε βαθμολογία που δεν υπερβαίνει το τρία

(3).
  1. Αντικείμενο της παρούσας αποτελεί η Υπόθεση 2, ήτοι η εξέταση της καταγγελίας υπό το πρίσμα του άρθρου 1Α του Ν.3959/
  2. ΙΙ. ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ ΙΙ.1 Καταγγελλόμενες πρακτικές ΙΙ.1.
  3. Barcode και βάσεις δεδομένων
  4. Τα barcode είναι ένας τρόπος απεικόνισης μίας πληροφορίας σε μορφή κατανοητή από μηχανές. Οι πάροχοι υπηρεσιών barcode, όπως εν προκειμένω η καταγγέλλουσα και οι καταγγελλόμενες, επιτελούν την εργασία της διαχείρισης των barcode ώστε να διευκολύνεται η απόκτησή τους από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, κατά τρόπο ώστε να μην συμπίπτει περισσότερες επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν τα ίδια barcode. Για τον σκοπό αυτό είναι αναγκαίο ο πάροχος της υπηρεσίας αυτής είτε να διατηρεί ο ίδιος και να διαχειρίζεται είτε να έχει πρόσβαση σε μια βάση δεδομένων, όπου περιλαμβάνονται όλα τα διατεθέντα barcode και οι ελάχιστες αναγκαίες πληροφορίες για κάθε επιχείρηση στην οποία αποδίδεται και η οποία χρησιμοποιεί καθένα από αυτά. 2 Βλ. από Ιανουαρίου 2023 Ανακοίνωση της Επιτροπής Ανταγωνισμού σχετικά με τις Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του Άρθρου 1Α Ν. 3959/2011 (εφεξής και ως «Κατευθυντήριες Γραμμές 1 Α»), διαθέσιμη στην ιστοσελίδα της ΕΑ: https://www.epant.gr/nomothesia/nomothesia-antagonismou/1a.html 3 Το εν λόγω άρθρο εισήχθη στο Ν. 3959/2011 δυνάμει του άρθρου 4 Ν. 4886/2022 (ΦΕΚ Α 12/24.1.2022) και τέθηκε σε ισχύ από 1.7.2022 σύμφωνα με το άρθρο 73 παρ. 2 του ιδίου νόμου. 3
  5. Στην εκάστοτε βάση δεδομένων δύναται να περιλαμβάνονται επιπλέον πληροφορίες για την ποσότητα, την ποιότητα, τη διαθεσιμότητα ή την τιμή των προϊόντων, όπως είναι ενδεικτικά η σύνθεση, τα χαρακτηριστικά, η συσκευασία, η σειρά παραγωγής, η ημερομηνία λήξης, ο χρόνος αποθήκευσης και η τιμή διάθεσης, προς περαιτέρω διευκόλυνση της λειτουργίας των συνεργαζόμενων επιχειρήσεων χονδρικής αλλά και λιανικής. Με αυτό τον τρόπο, καθίσταται δυνατή η παρακολούθηση της πορείας των προϊόντων, από την στιγμή της θέσης τους στην αγορά και μέχρι τον τελικό καταναλωτή, γεγονός που αναδεικνύει τα barcode και τη βάση δεδομένων που τα συνοδεύει ως ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο για τη λειτουργία των επιχειρήσεων. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην καταγγελία «Το barcode ως βασική λειτουργία είναι ένα κλειδί για την πρόσβαση σε βάσεις δεδομένων όπου είναι αποθηκευμένες πληροφορίες σχετικά με το προϊόν».
  6. Επομένως, σύμφωνα με την καταγγελία, «η εκμετάλλευση των δυνατοτήτων των barcode μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικά ζητήματα ανταγωνισμού ιδίως αν υπάρχει ένας ισχυρός καθετοποιημένος πάροχος υπηρεσιών, όπως η καταγγελομένη, που εκμεταλλεύεται όλες τις παρεχόμενες δυνατότητες για ανταλλαγή εμπορικών στοιχείων δημιουργώντας και επενδύοντας σε «αποκλειστικότητες» που δεν δικαιολογούνται τεχνικά ή οικονομικά και ιδίως αν αυτός καθίσταται και αναγκαίος «προμηθευτής» για τις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν σχετικούς κωδικούς». ΙΙ.1.
  7. Το σύστημα κωδικοποίησης GS1
  8. Ως σύστημα κωδικοποίησης GS1 νοείται το σύνολο των προτύπων που η GS1 AIBSL – δικαιούχος όλων των σημάτων GS1 - επιλέγει να χρησιμοποιεί σε παγκόσμιο επίπεδο και των αντίστοιχων βάσεων δεδομένων που εμπεριέχουν τα χαρακτηριστικά των προϊόντων, η διακίνηση των οποίων βασίζεται στα συγκεκριμένα πρότυπα. H GS1 χορηγεί τις αντίστοιχες άδειες χρήσης των σημάτων GS1 στο κάθε νομικό πρόσωπο που την εκπροσωπεί ανά χώρα.
  9. Η GS1 Association Greece, αποτελεί μοναδικό εθνικό σωματείο και λειτουργεί βάσει σύμβασης με την GS1 AIBSL με σκοπό την προώθηση και επιβολή του συστήματος GSI. Όπως επισημαίνει η καταγγέλλουσα, η GS1 AIBSL έχει χορηγήσει στην GS1 Association Greece άδεια χρήσης σήματος, υποδεικνύει τα εθνικά προθέματα που πρέπει να χρησιμοποιεί η τελευταία για τα barcodes, δίνει άδεια χρήσης και πρόσβασης στις αντίστοιχες βάσεις δεδομένων, ενώ κατευθύνει την κεντρική πολιτική με βάση τις εγκυκλίους που εκδίδει και οι οποίες είναι δεσμευτικές για το κάθε νομικό πρόσωπο που την εκπροσωπεί σε κάθε χώρα και αποτελεί μέλος του οργανισμού της. ΙΙ.1.
  10. Καθετοποιημένη οργάνωση GS1 και αποκλεισμός καταγγέλλουσας
  11. Σύμφωνα με την καταγγελία, η α’ καταγγελλόμενη επιλέγει να έχει καθετοποιημένη οργάνωση με ένα και μόνο σωματείο-αντιπρόσωπό της σε κάθε χώρα (στην περίπτωση της χώρας μας, την έτερη καταγγελλόμενη, GS1 Association Greece), συνιστώντας από κοινού με τη β’ καταγγελλόμενη ενιαία οικονομική μονάδα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο καθιστά τον εαυτό της αποκλειστικό πάροχο με παρουσία σε όλες τις γεωγραφικές αγορές μέσω μοναδικών εθνικών αντιπροσώπων παγκοσμίως, έχοντας ως μέλη ισχυρούς παραγωγούς παγκόσμιας εμβέλειας, επιχειρήσεις λιανικής με σημαντικά μερίδια αγοράς, σημαντικές πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου, και μεγάλες εταιρείες logistics. 4
  12. Περαιτέρω, κατά τα καταγγελλόμενα, απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου μια επιχείρηση να μπορέσει να συνδιαλλαγεί με κάποια επιχείρηση μέλος του συστήματος GS1 είναι να συνιστά και η ίδια συνδρομήτρια του εν λόγω συστήματος. Αποτέλεσμα της πρακτικής αυτής των καταγγελλομένων είναι αφενός να μην δύνανται οι ανταγωνιστές πάροχοι barcodes να συνεργαστούν με τις επιχειρήσεις μέλη του συστήματος GS1, στις οποίες συγκαταλέγονται μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται τόσο σε επίπεδο παραγωγής όσο και σε επίπεδο λιανικής πώλησης, αφετέρου δε να μην είναι πλέον δυνατή σε περίπτωση αποχώρησης μέλους η από μέρους του χρήση των barcodes, των κωδικών, του λογισμικού, του σήματος και της βάσης δεδομένων του εν λόγω συστήματος. ΙΙ.1.
  13. Καταγγελλόμενες παραβάσεις
  14. Στο πλαίσιο των ανωτέρω και επικαλούμενη ότι οι καταγγελλόμενες συνιστούν ενιαία επιχείρηση, η 520 Barcode Hellas κατήγγειλε κατά βάση παράβαση των άρθρων 2 Ν. 3959/2011 και 102 ΣΛΕΕ, καθώς λόγω των κατά τα άνω ενεργειών των καταγγελλομένων η ίδια εξωθείται εκτός αγοράς τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες χώρες της ΕΕ και παράβαση των άρθρων 1 Ν. 3959/2011 και 101 ΣΛΕΕ, υποστηρίζοντας ότι η GS1 AISBL έχει αναπτύξει ένα ευρύ σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών που επιτρέπει στα μέλη της που δραστηριοποιούνται στο ίδιο ή διαφορετικά επίπεδα της παραγωγικής αλυσίδας να ανταλλάσσουν εκτενείς εμπορικές πληροφορίες και να έχουν συνολική εικόνα των επιμέρους αγορών όπου δραστηριοποιούνται, χωρίς εντούτοις να αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά ανταλλαγής πληροφοριών ούτε να προσκομίζει στοιχεία αποδεικτικά του ανωτέρω ισχυρισμού.
  15. Οι ως άνω αιτιάσεις, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, αποτέλεσαν αντικείμενο της Υπόθεσης 1, επί της οποίας εξεδόθη η υπ’ αριθ. 9/2023 Απόφαση του Προέδρου της ΕΑ με την οποία η καταγγελία τέθηκε στο αρχείο της Υπηρεσίας λόγω χαμηλής βαθμολογίας.
  16. Η καταγγέλλουσα επικαλείται επιπρόσθετα παράβαση του άρθρου 1Α του Ν. 3959/2011, που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας απόφασης. ΙII. Η ΕΡΕΥΝΑ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
  17. Προκειμένου να διερευνήσει τις καταγγελλόμενες πρακτικές υπό το πρίσμα του άρθρου 1Α Ν. 3959/2011, ζητήθηκε από την καταγγέλλουσα4 να προβεί σε ανάλυση της υπαγωγής της καταγγελλόμενης συμπεριφοράς στο πεδίο του νεοεισαχθέντος τότε άρθρου 1Α Ν. 3959/2011, λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικώς εκδοθείσες από την ΕΑ Κατευθυντήριες γραμμές.
  18. Η καταγγέλλουσα στη σχετική απάντησή της5 περιέγραψε εκ νέου τα πραγματικά περιστατικά που ήδη περιλαμβάνονται στην καταγγελία της, περιοριζόμενη σε επανάληψη των κατά τα ανωτέρω ισχυρισμών της, χωρίς να επιδίδεται σε καμία ανάλυση υπό το πρίσμα του άρθρου 1Α Ν. 3959/2011, στα πλαίσια και των σχετικών Κατευθυντηρίων Γραμμών της ΕΑ 4 Βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. 1287/9.2.2023 επιστολή της. 5 Βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. 1692/22.2.2023 απάντηση της καταγγέλλουσας. 5 για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου, αναφερόμενη μόνον στον «από μέρους της GS1 περιορισμό και έλεγχο της παραγωγής, της διάθεσης, της τεχνολογικής ανάπτυξης ή των επενδύσεων και κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού».
  19. Ειδικότερα, δια της ως άνω επιστολής της η καταγγέλλουσα, αφού αναλύει εκ νέου εκτενώς τον τομέα δραστηριοποίησης και τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των καταγγελλομένων επιχειρήσεων, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η α’ καταγγελλόμενη δρα καθετοποιημένα στην ελληνική επικράτεια μέσω της β’ καταγγελλόμενης και ως εκ τούτου αποτελεί, ως ενιαία επιχείρηση ανταγωνίστρια της ίδιας της καταγγέλλουσας, ει μη μόνο υπό διαφορετική εσωτερική δομή και οργάνωση.
  20. Ακολούθως και στο πλαίσιο αυτό, επαναφέρει τη βασική της αιτίαση που έγκειται στο γεγονός ότι ένεκα της καθετοποιημένης οργάνωσης της α’ καταγγελλόμενης, με ένα και μόνο σωματείο-αντιπρόσωπό της σε κάθε χώρα (στην περίπτωση της χώρας μας, την έτερη καταγγελλόμενη, GS1 Association Greece), καθιστά τον εαυτό της αποκλειστικό πάροχο στις επιμέρους γεωγραφικές αγορές και υποχρεώνει τα μέλη της, στα οποία συγκαταλέγονται επιχειρήσεις λιανικής με σημαντικά μερίδια αγοράς, να συναλλάσσονται μόνο με έτερα μέλη και συνδρομητές των διαφόρων εθνικών αντιπροσώπων της προκειμένου οι εν λόγω επιχειρήσεις να είναι σε θέση να συνεργάζονται με τις επιχειρήσεις – μέλη της GS
  21. Με τον τρόπο αυτό, κατά την καταγγέλλουσα, οι επιχειρήσεις πελάτες της που επιθυμούν να εξάγουν τα προϊόντα τους εκτός Ελλάδος, υποχρεούνται να αλλάξουν πάροχο υπηρεσιών γραμμωτών κωδίκων, διακόπτοντας τη συνεργασία τους με την ίδια και συνεργαζόμενοι αποκλειστικά με τις καταγγελλόμενες.
  22. Ως εκ τούτου, με βάση την ανάλυση της καταγγέλλουσας, η καταγγελλόμενη, ως ενιαία επιχείρηση και ανταγωνίστρια της καταγγέλλουσας, επιτυγχάνει (α) να αυξάνει την ισχύ της στην Ελλάδα έναντι της καταγγέλλουσας και (β) εμποδίζει την καταγγέλλουσα να αναπτυχθεί και εκτός Ελλάδος και ιδίως στην ΕΕ, «κατά παράβαση των περιπτώσεων (β) και (γ) του άρθρου 1α του ν.3959/2011». Τέλος, επισημαίνεται στη σχετική ανάλυση ότι η καταγγελλόμενη πρακτική συνεχίζει έως τον χρόνο υποβολής των συμπληρωματικών στοιχείων (Φεβρουάριος 2023). V. ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΓΟΡΑ V.1 ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
  23. Η κωδικοποίηση που εφαρμόζει ως πρότυπο η GS1 AISBL (εφεξής ως «πρότυπο GS1») και κατ’ επέκταση τα εθνικά μέλη-οργανισμοί της αποσκοπεί στη δημιουργία ενός ανοιχτού προτύπου για τη μοναδική ταυτοποίηση των προϊόντων, ώστε να επιτυγχάνεται ακρίβεια και ταχύτητα στις μεταξύ τους συναλλαγές. Τα πρότυπα GS1 με τα αναγνωριστικά τους χρησιμοποιούνται ευρέως, καθώς ταυτοποιούν κατά τρόπο μοναδικό προϊόντα, υπηρεσίες, έγγραφα, πάγιο εξοπλισμό κ.α. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν εκτενώς σε πολλούς κλάδους στην εφοδιαστική αλυσίδα, στο εμπόριο, στην υγεία, στις μεταφορές κ.τ.λ., παρέχουν τη δυνατότητα της παρακολούθησης πολλαπλών διαδικασιών στις επιχειρήσεις (διαχείριση αποθεμάτων, ιχνηλασιμότητα προϊόντος, καταπολέμηση λαθρεμπορίου κ.α.), ενώ παράλληλα επιτρέπουν και προάγουν τη σύνδεση του φυσικού με τον ψηφιακό κόσμο μέσω της 6 ενσωμάτωσης των αναγνωριστικών σε ιστοσελίδες, σε εφαρμογές IoT (Internet of Things), σύνδεση των συμβόλων/ φορέων δεδομένων με ενσωματωμένο το αναγνωριστικό για online πληροφορίες κτλ.
  24. Προκειμένου να διασφαλιστεί η μοναδικότητα των αναγνωριστικών κωδικών, η GS1 AISBL εφαρμόζει δύο τρόπους: (α) εφαρμόζει τα πρότυπα GS1, δηλαδή τους κανόνες που οι επιχειρήσεις/χρήστες επιβάλλεται να ακολουθήσουν προκειμένου να αποφευχθούν περιπτώσεις λανθασμένης ή διπλής κωδικοποίησης. και (β) εφαρμόζει μητρώα ή καταλόγους παρασχεθέντων κωδικών ώστε οι οργανισμοί-μέλη της να διατηρούν αρχεία των εταιρικών προθεμάτων τα οποία έχουν αποδώσει στις επιχειρήσεις/χρήστες. Τα αρχεία αυτά παρέχουν τη δυνατότητα επιβεβαίωσης έναντι τρίτων ενδιαφερομένων σε ποια επιχείρηση/χρήστη έχει αποδοθεί το κάθε εταιρικό πρόθεμα. Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις όπου σε κάποιες χώρες οι εκεί τοπικοί οργανισμοί-μέλη της GS1 σε συνεργασία με τις επιχειρήσεις-μέλη τους, έχουν δημιουργήσει καταλόγους δεδομένων σε επίπεδο προϊόντος. Μέσω των συγκεκριμένων μητρώων/ καταλόγων, οι χρήστες έχουν τη δυνατότητα να καταχωρήσουν συγκεκριμένα δεδομένα GS1 για τα προϊόντα τους. Ειδικά για την Ελλάδα, η GS1 Association Greece προσφέρει αντίστοιχο κατάλογο με την ονομασία «Hellas Sync».
  25. Το εταιρικό πρόθεμα GS1 αποτελείται από μία σειρά αριθμών 4 έως 12 ψηφίων, το οποίο ξεκινά από το αντίστοιχο πρόθεμα της χώρας. Στην Ελλάδα, όπως προαναφέρθηκε, ο αντίστοιχος οργανισμός-μέλος είναι το σωματείο GS1 Association Greece, το οποίο διαχειρίζεται τα προθέματα της χώρας 520 και 521, από τα οποία εκκινούν οι αντίστοιχοι κωδικοί GTIN.
  26. Η ευρύτερη αγορά της παροχής γραμμωτού κώδικα διακρίνεται μεταξύ της δημιουργίας αναγνωριστικών αριθμών γραμμωτού κώδικα και των γραμμωτών κωδικών – barcodes. Σε ό,τι αφορά τους πρώτους (ήτοι στους αριθμούς γραμμωτού κώδικα), πρόκειται για τους αναγνωριστικούς κωδικούς που έχουν δημιουργηθεί με τη χρήση των εταιρικών προθεμάτων, δηλαδή του GCP (Global Company Prefixes). Αντίστοιχα οι γραμμωτοί κωδικοί – barcodes αφορούν στους κωδικούς που είναι αναγνωρίσιμοι από το μηχάνημα αναπαράστασης των αναγνωριστικών κωδικών και οι οποίοι αντιστοιχούν σε συγκεκριμένο αναγνωριστικό κωδικό.
  27. H GS1 AISBL εκδίδει αναγνωριστικούς κωδικούς/προθέματα χώρας και τα μέληοργανισμοί της GS1 συμπεριλαμβανομένου και του σωματείου GS1 Association Greece, αποδίδουν εταιρικά προθέματα στις συνεργαζόμενες επιχειρήσεις. Στη συνέχεια οι εν λόγω επιχειρήσεις μπορούν να αποδώσουν αναγνωριστικά, όπως είναι οι Διεθνείς Κωδικοί Μονάδας Εμπορίας (GTIN) οι οποίοι ταυτοποιούν ένα μοναδικό αντικείμενο εμπορίας. Το GTIN μπορεί να απεικονιστεί σε ένα σύμβολο γραμμωτού κώδικα (barcode) ή σε οποιοδήποτε άλλο τύπο φορέα δεδομένων όπως για παράδειγμα η ετικέτα ραδιοσυχνοτήτων. Μέσω της διαδικασίας σάρωσης, η επιχείρηση μπορεί να υλοποιήσει σειρά διαδικασιών που αφορούν στο προϊόν όπως είναι η παραλαβή του σε αποθήκη, η τιμολόγησή του σε σημείο πώλησης κτλ.
  28. Πέραν της βασικής δραστηριότητας των οργανισμών-εταιριών που αποδίδουν αναγνωριστικούς κωδικούς, οι εν λόγω οργανισμοί-εταιρίες προσφέρουν σειρά πρόσθετων υπηρεσιών και εργαλείων, με στόχο τη συνολική βελτίωση του συστήματος κωδικοποίησης. Μεταξύ των προσφερόμενων υπηρεσιών/εργαλείων, ιδιαιτέρως σημαντική θεωρείται η 7 υπηρεσία GEPIR (Global Electronic Party Information Registry) μέσω της οποίας είναι δυνατή η άντληση των στοιχείων των κατασκευαστών των προϊόντων.
  29. Αντίστοιχα, η καταγγέλλουσα έχει τη δική της βάση δεδομένων η οποία είναι διαθέσιμη διαδικτυακά και ονομάζεται «i520», η αναγνωσιμότητα της οποίας, όπως η ίδια επισημαίνει, είναι ιδιαιτέρως περιορισμένη στη διεθνή αγορά. Πέραν δε των ανωτέρω βάσεων δεδομένων υπάρχουν και άλλες οι οποίες παρέχουν πληροφορίες για προϊόντα βασισμένες στο barcode τους. V.2 ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗ ΣΧΕΤΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ V.2.
  30. Οριοθέτηση σχετικής αγοράς υπηρεσιών
  31. Στη σχετική αγορά υπηρεσιών/προϊόντων περιλαμβάνονται αφενός οι υπηρεσίες/προϊόντα που αφορούν στην υπό εξέταση υπόθεση καθώς και όλες οι υπηρεσίες/προϊόντα που είναι υποκατάστατά τους, είτε από πλευράς ζήτησης είτε από πλευράς προσφοράς και των οποίων η διαθεσιμότητα (ή δυνητική διαθεσιμότητα) εμποδίζει τις ελεγχόμενες επιχειρήσεις να αυξήσουν επικερδώς την τιμή τους κατά ένα μικρό αλλά σημαντικό ποσοστό για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα.
  32. Εν προκειμένω ως σχετική αγορά ορίζεται η παροχή εταιρικών προθεμάτων αποτελούμενων από ψηφία τα οποία στη συνέχεια κωδικοποιούνται σε γραμμωτό κώδικα σήμανσης προϊόντων (εφεξής για συντομία «παροχή γραμμωτών κωδικών σήμανσης προϊόντων») βάσει των συμβολογιών EAN και ITF
  33. Στην εν λόγω αγορά οι καταγγελλόμενες τηρούν κάθετη σχέση συνεργασίας: α) η μεν GS1 AISBL δραστηριοποιείται στην ανάπτυξη της συμβολογίας που τα μέλη της – εθνικοί οργανισμοί χρησιμοποιούν καθώς και στην απόδοση στους τελευταίους των εθνικών προθεμάτων και λειτουργεί ως προμηθευτής των ανωτέρω για την GS1 Association Greece στη σχετική αγορά όπου η τελευταία δραστηριοποιείται, β) η δε GS1 Association Greece στην παροχή των εταιρικών προθεμάτων και σχετικών γραμμωτών κωδικών στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις. Στο πλαίσιο αυτό, ως ανταγωνιστές λαμβάνονται οι εταιρίες-οργανισμοί που παρέχουν κωδικούς σήμανσης και χρησιμοποιούν τα πρότυπα EAN και ITF, η δε καταγγέλλουσα αποτελεί ανταγωνίστρια της GS1 Association Greece. V.2.
  34. Οριοθέτηση σχετικής γεωγραφικής αγοράς
  35. Η σχετική γεωγραφική αγορά περιλαμβάνει την περιοχή στην οποία οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις πωλούν τα σχετικά προϊόντα ή παρέχουν τις σχετικές υπηρεσίες υπό επαρκώς ομοιογενείς συνθήκες ανταγωνισμού.
  36. Ως προς τη γεωγραφική αγορά, αν και δεν αναγνωρίζονται νομικά εμπόδια όσον αφορά στη δραστηριοποίηση των οργανισμών-εταιριών σε χώρες διαφορετικές σε σχέση με την έδρα των επιχειρήσεων-πελάτων τους, άλλοι παράγοντες οι οποίοι αφορούν στη λειτουργικότητα του ίδιου του συστήματος (όπως για παράδειγμα η αποφυγή γλωσσικών περιορισμών μεταξύ των συνεργαζόμενων μερών ήτοι του οργανισμού-εταιρίας που χορηγεί τους γραμμωτούς κώδικες και των επιχειρήσεων που τους αιτούνται, ή η παροχή τεχνογνωσίας και υποστήριξης 6 Αντιστοίχως ορίστηκε και στην Πράξη 19/2021 8 επί των υπηρεσιών που προσφέρονται ανά χώρα) καθιστούν περιορισμούς ως προς τα όρια της γεωγραφικής αγοράς. Ως εκ τούτου, στην υπό κρίση υπόθεση, ως σχετική γεωγραφική αγορά ορίζεται το σύνολο της ελληνικής επικράτειας
  37. VΙ. ΝΟΜΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ VΙ.1 ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
  38. Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 37 του ν. 3959/2011, προφανώς αβάσιμες καταγγελίες για παραβάσεις των άρθρων 1, 1 Α και/ ή 2 του ν. 3959/2011 τίθενται στο αρχείο της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού, με πράξη του Προέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ύστερα από εισήγηση της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού, χωρίς συζήτηση. Στην έννοια της προφανώς αβάσιμης καταγγελίας υπάγεται, τόσο η νόμω αβάσιμη καταγγελία, ήτοι η καταγγελία της οποίας τα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των άρθρων 1, 1 Α και 2 του ν. 3959/2011, καθώς και των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, όσο και η ουσία αβάσιμη καταγγελία, ήτοι η καταγγελία, η οποία προφανώς, δηλαδή χωρίς να απαιτείται ειδικότερη εξέταση ή έλεγχος, είναι απορριπτέα, διότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτουν ως αληθή. Ως εκ τούτου, προφανώς αβάσιμη καταγγελία κατά την έννοια του άρθρου 37 παρ. 2 του ν. 3959/2011 δεν χρήζει συζήτησης ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού.
  39. Εξάλλου, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 36 παρ. 4 του ν. 3959/2011, μια καταγγελία λογίζεται ως προφανώς αβάσιμη, εάν από την αξιολόγηση των στοιχείων και των ισχυρισμών που τίθενται υπόψη της ΕΑ από τον καταγγέλλοντα δεν προκύπτουν ενδείξεις παράβασης των άρθρων 1, 1 Α και 2 του ν. 3959/
  40. Επισημαίνεται, επιπλέον, ότι, όπως έχει κριθεί νομολογιακά, οσάκις μια καταγγελία δεν είναι σε θέση να αποδείξει τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, είναι δυνατόν να απορριφθεί εξ αυτού του λόγου, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη διερεύνηση εκ μέρους της Αρχής Ανταγωνισμού
  41. Και τούτο, καθώς, κατά πάγια ενωσιακή νομολογία, η Αρχή Ανταγωνισμού υποχρεούται μεν να εξετάζει προσεκτικά το σύνολο των πραγματικών και νομικών στοιχείων που γνωστοποιούν οι καταγγέλλοντες, αλλά δεν είναι υποχρεωμένη να διερευνά όλες τις καταγγελίες που της υποβάλλονται
  42. Συναφώς, η Αρχή Ανταγωνισμού δεν είναι υποχρεωμένη να λάβει υπόψη της πραγματικά στοιχεία που δεν περιήλθαν σε γνώση της μέσω του καταγγέλλοντα και τα οποία θα μπορούσαν να προκύψουν μόνο κατά τη διενέργεια έρευνας10, 7 Αντιστοίχως ορίστηκε και στην Πράξη 19/
  43. 8 Βλ. σχετικά C-298/83, CICCE κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σκ. 21-25 και Τ- 198/98, Micro Leader κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σκ. 32-39 (όπου κρίθηκε ότι το γεγονός ότι τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί δεν παρείχαν ενδείξεις για την ύπαρξη συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής αρκούσε για την απόρριψη της καταγγελίας εξ αυτού του λόγου). 9 Βλ. ενδεικτικά Τ-24/90, Automec κατά Επιτροπής, σκ. 79, Τ-189/95, Τ-36/96 και Τ-123/96, SGA κατά Επιτροπής, σκ. 53 και Τ- 575/93, Koelman κατά Επιτροπής, σκ. 39 (η οποία επιβεβαιώθηκε από το ΔΕΕ, υπόθ. C-59/96P) καθώς και C- 119/97P, Union francaise de l’express κα. κατά Επιτροπής, σκ.
  44. Βλ. επίσης ενδεικτικά L. O. Blanco, EC Competition Law Procedure, 2η έκδοση 2006, σελ. 486 με παραπομπές στην σχετική νομολογία. Συναφώς, παγίως κρίνεται ότι οι καταγγέλλοντες δεν μπορούν να υποχρεώσουν την Αρχή Ανταγωνισμού να λάβει οριστική απόφαση σχετικά με τη διαπίστωση ή μη παράβασης σε συγκεκριμένη υπόθεση, ούτε είναι υποχρεωμένη να συνεχίζει τη διαδικασία διερεύνησης της υπόθεσης, άνευ ετέρου, μέχρι την έκδοση τέτοιας οριστικής απόφασης. Βλ. σχετικά Τ- 110/95 International Express Carriers Conference κατά Επιτροπής σκ. 46-59 και νομολογία στην οποία παραπέμπει. 10 ΓενΔΕΕ, Τ-319/99, FENIN κατά Επιτροπής, Συλλ. 2003, σελ. ΙΙ-357, σκ. 43 («… η Επιτροπή δεν οφείλει να λαμβάνει υπόψη, για τους σκοπούς της εξετάσεως καταγγελίας, πραγματικά στοιχεία που δεν περιήλθαν σε γνώση της μέσω του καταγγέλλοντος, ώστε να είναι σε θέση να απορρίψει την καταγγελία με το αιτιολογικό ότι οι καταγγελλόμενες πρακτικές δεν παραβιάζουν τους κοινοτικούς κανόνες περί ανταγωνισμού ή ότι, ενδεχομένως, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους (βλ., 9 προκειμένου να απορρίψει μία καταγγελία, χωρίς πάντως να αποκλείεται να επανέλθει επί του εν λόγω φακέλου
  45. Περαιτέρω, σε περίπτωση απόρριψης καταγγελίας πρέπει να εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους η Αρχή Ανταγωνισμού, μετά από προσεκτική εξέταση των στοιχείων που της υποβλήθηκαν από τον καταγγέλλοντα αποφάσισε να μην κινήσει ή να μην συνεχίσει τη διαδικασία έρευνας, στο πλαίσιο του δικαιώματός της να ορίζει βαθμούς προτεραιότητας κατά την εξέταση των υποθέσεων, των οποίων έχει επιληφθεί
  46. VΙ.2 ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ ΥΠΌ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1Α ΤΟΥ Ν. 3959/2011 VΙ.2.
  47. Γενικό πλαίσιο -Σχέση με τα άρθρα 1, 2 Ν. 3959/2011 και 101, 102 ΣΛΕΕ
  48. Όπως προεκτέθηκε, αντικείμενο της παρούσας είναι η εξέταση των καταγγελλόμενων πρακτικών υπό το πρίσμα του άρθρου 1Α Ν. 3959/
  49. Σύμφωνα με το άρθρο 1Α του Ν. 3959/2011: «
  50. Απαγορεύεται σε μία επιχείρηση να προτείνει, να εξαναγκάζει, να παρέχει κίνητρα ή να προσκαλεί με οποιονδήποτε τρόπο άλλη επιχείρηση να συμμετέχει σε συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων ή σε αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων ή σε εναρμονισμένες πρακτικές, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού στην Ελληνική Επικράτεια και οι οποίες συνίστανται: α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πώλησης σε μία αγορά ή β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διάθεσης, της τεχνολογικής ανάπτυξης ή των επενδύσεων ή γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού.
  51. Μία επιχείρηση απαγορεύεται να γνωστοποιεί πληροφορίες για τιμή, έκπτωση, παροχή ή πίστωση σχετικά με προϊόντα ή υπηρεσίες που προμηθεύει ή προμηθεύεται, εάν: α) η γνωστοποίηση περιορίζει τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό στην Ελληνική Επικράτεια, και β) δεν αποτελεί συνήθη εμπορική πρακτική […]
  52. Από την εφαρμογή των παρ. 1 και 2 εξαιρούνται οι επιχειρήσεις με συνολικό κύκλο εργασιών μικρότερο των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) ευρώ και με λιγότερους από διακοσίους πενήντα
(250)υπαλλήλους […]».
  1. Το άρθρο 1Α αποσκοπεί στην αντιμετώπιση μονομερούς συμπεριφοράς που συνίσταται σε (α) πρόσκληση(εις) για σύμπραξη η οποία έχει ως αντικείμενο την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού στην Ελληνική Επικράτεια ή (β) ανακοίνωση(εις) που σχετίζονται με την αναγγελία μελλοντικών προθέσεων τιμολόγησης για προϊόντα ή/και υπηρεσίες μεταξύ επιχειρήσεων που είναι μεταξύ τους ανταγωνιστές (“αναγγελία μελλοντικών τιμών – price signalling”·εάν η γνωστοποίηση περιορίζει τον ανταγωνισμό στην Ελληνική επικράτεια και δεν αποτελεί συνήθη εμπορική πρακτική. Επομένως, δεν εφαρμόζεται σε προσκλήσεις ή γνωστοποιήσεις που πραγματοποιούνται στο κατ' αναλογία, προαναφερθείσα στη σκέψη 42 απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 1996, Koelman κατά Επιτροπής, σκέψη 40). Επομένως, δεν μπορεί να της προσάπτεται, στο πλαίσιο προσφυγής κατά αποφάσεως περί απορρίψεως καταγγελίας σε θέματα ανταγωνισμού, ότι δεν έλαβε υπόψη στοιχείο το οποίο δεν περιήλθε σε γνώση της μέσω του καταγγέλλοντος και την ύπαρξη του οποίου δεν μπορούσε να συναγάγει παρά μόνον κινώντας διαδικασία έρευνας»). 11 ΔΕΕ C-298/83, CICCE κατά Επιτροπής, Συλλ. 1985, σελ. 1105, σκ. 21-29 (ιδίως σκ. 29). 12 Βλ. T-24-90 Automec κατά Επιτροπής, σκ.
  2. Σχετικά με τη διακριτική ευχέρεια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε αντίστοιχες υποθέσεις και τα όρια του δικαστικού ελέγχου βλ. επίσης ενδεικτικά Τ- 193/02 Laurent Piau κατά Επιτροπής, σκ. 80-81 και Τ-189/95, Τ-36/96 και Τ-123/96 SGA κατά Επιτροπής, σκ.
  3. 10 πλαίσιο κάθετης σχέσης ή σχέσης μεταξύ επιχείρησης και τελικού καταναλωτή όταν αυτή δεν έχει οριζόντιο αντικείμενο ή αποτέλεσμα, δηλαδή, η πρόσκληση ή η γνωστοποίηση δεν στοχεύει σε πραγματικούς ή δυνητικούς ανταγωνιστές.
  4. Το άρθρο 1Α παρ. 1 ή/και παρ. 2 εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των άρθρων 1 και 2 του Ν. 3959/2011 (και των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ), καθώς καλύπτει μονομερείς προσκλήσεις σε σύμπραξη η οποία έχει ως αντικείμενο την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού και μονομερείς γνωστοποιήσεις πληροφοριών. Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις τόσο του άρθρου 1Α όσο και των άρθρων 1 ή/και 2 Ν.3959/2011 (και των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ), συμπεριλαμβανομένης, μεταξύ άλλων, της ανταλλαγής εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών, τα τελευταία άρθρα εφαρμόζονται αποκλειομένης της εφαρμογής του άρθρου 1Α
  5. Ως εκ τούτου, η διάταξη δεν εφαρμόζεται όταν διαπιστώνεται συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων, απόφαση ένωσης επιχειρήσεων ή εναρμονισμένη πρακτική, ή όταν η μονομερής συμπεριφορά συνιστά κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης.14
  6. Η διεξαγωγή έρευνας βάσει του άρθρου 1Α και του άρθρου 1 του Ν. 3959/2011 ή/και του άρθρου 101 ΣΛΕΕ είναι δυνατή για τα ίδια πραγματικά περιστατικά. Ωστόσο, δεν είναι δυνατή διαπίστωση παράβασης με βάση το άρθρο 1Α και το άρθρο 1 του νόμου 3959/2011 ή το άρθρο 101 ΣΛΕΕ σωρευτικά ή επικουρικά. VΙ.2.1.1 Πρόσκληση σε σύμπραξη
  7. Ο σκοπός της παρ. 1 του άρθρου 1Α είναι να καταστήσει παράνομη την απόπειρα καθιέρωσης ορισμένων απαριθμούμενων μορφών οριζόντιων περιορισμών του ανταγωνισμού εξ αντικειμένου μέσω της μονομερούς πρόσκλησης άλλης επιχείρησης να συμμετάσχει σε σύμπραξη με σκοπό τον περιορισμό του ανταγωνισμού. Σε περίπτωση αμιγώς μονομερούς επικοινωνίας ο παραλήπτης της πρόσκλησης κατά κανόνα δεν παραβιάζει το δίκαιο ανταγωνισμού. «Πρόσκληση» σε συμμετοχή σημαίνει μια αναγγελία η οποία υποδεικνύει σε μια άλλη επιχείρηση ή άλλες επιχειρήσεις ότι η συμμετοχή σε μία σύμπραξη αποτελεί διαθέσιμη επιλογή. Η πρόσκληση ως επικοινωνιακή πράξη πρέπει να απευθύνεται σε μία άλλη επιχείρηση μέσω ιδιωτικής ή δημόσιας επικοινωνίας. Οι αμιγώς εσωτερικές συζητήσεις εντός της ίδιας επιχείρησης δεν εμπίπτουν, αυτές καθεαυτές, στην παρ. 1 του άρθρου 1Α, ακόμη και αν από το περιεχόμενο των συζητήσεων αυτών προκύπτει η ύπαρξη σκοπού σύμπραξης με ανταγωνιστή. VΙ.2.1.2 Γνωστοποίηση μελλοντικών τιμών τιμολόγησης
  8. Η παρ. 2 του άρθρου 1Α καταλαμβάνει μονομερή συμπεριφορά που συνίσταται σε αναγγελία μελλοντικών τιμών μέσω της άμεσης ή έμμεσης γνωστοποίησης των μελλοντικών προθέσεων τιμολόγησης μιας επιχείρησης στους ανταγωνιστές της, η οποία δεν συνιστά πρόσκληση για σύμπραξη μεταξύ ανταγωνιστών η οποία έχει ως αντικείμενο την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού. Το ενδεχόμενο πρόβλημα με τις μονομερείς γνωστοποιήσεις υπό μορφήν προβλέψεων είναι ότι μπορεί να διευκολύνουν την αμοιβαία συνεννόηση για άμβλυνση του ανταγωνισμού, πέρα από αυτήν που ήδη προκύπτει από την υψηλή συγκέντρωση στη δομή της αγοράς. Η μονομερής δημόσια γνωστοποίηση 13 Βλ. παρ. 5 άρθρου 1Α Ν. 3959/
  9. 14 Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές1Α, παρ.
  10. 11 μελλοντικών προθέσεων (π.χ. αναγγελίες τιμών) μπορεί να λαμβάνει διάφορους τύπους, όπως οι περιπτώσεις που α) μία επιχείρηση κοινοποιεί πρόβλεψη μελλοντικής της συμπεριφοράς και απόδοσης του κλάδου, β) μια επιχείρηση προδιαγράφει πώς ένας ανταγωνιστής ή ο κλάδος γενικότερα θα πρέπει να συμπεριφέρεται στο μέλλον, γ) μια επιχείρηση περιγράφει πώς η μελλοντική συμπεριφορά της θα εξαρτηθεί από τη συμπεριφορά κάποιου ανταγωνιστή. VI.2.1.3 Εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής της παρ. 1 και παρ. 2
  11. Σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 1Α, επιχειρήσεις με συνολικό κύκλο εργασιών μικρότερο των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) ευρώ και με αριθμό εργαζομένων κάτω των διακοσίων πενήντα
(250)εξαιρούνται από την εφαρμογή των παρ. 1 και 2 του άρθρου 1Α. VI.2.2 Εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση
  1. Εν προκειμένω, η 520 Barcode επικαλέστηκε ότι οι α’ και β’ καταγγελλόμενες, αποκαλούμενες από κοινού από την καταγγέλλουσα ως «σύστημα GS1» 15, δρουν ως ενιαία καθετοποιημένη επιχείρηση που, στο πλαίσιο της αποκλειστικής παροχής των σχετικών υπηρεσιών GS1 στην Ελλάδα, μετέρχεται πρακτικών με σκοπό (α) να αυξάνει την ισχύ της στην Ελλάδα έναντι της καταγγέλλουσας και (β) να εμποδίζει την καταγγέλλουσα να αναπτυχθεί και εκτός Ελλάδος και ιδίως στην ΕΕ, «κατά παράβαση των περιπτώσεων (β) και (γ) του άρθρου 1α του ν.3959/201116».
  2. Στο πλαίσιο αυτό και επιχειρώντας να στοιχειοθετήσει την εν λόγω υπαγωγή στον κανόνα δικαίου της παραγράφου 1 του άρθρου 1Α του Ν. 3959/2011, η καταγγέλλουσα αναφέρει ότι το σύστημα GS1 καθίσταται αποκλειστικός πάροχος στις επιμέρους γεωγραφικές αγορές και υποχρεώνει τα απανταχού μέλη του, στα οποία συγκαταλέγονται επιχειρήσεις λιανικής με σημαντικά μερίδια αγοράς, να συναλλάσσονται μόνο με έτερα μέλη και συνδρομητές των διαφόρων εθνικών αντιπροσώπων του. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αποκλείονται τα προϊόντα των επιχειρήσεων που συνεργάζονται με την καταγγέλλουσα από τις επιχειρήσεις λιανικής και τα ηλεκτρονικά καταστήματα που ανήκουν στο δίκτυο της GS1 τόσο σε εθνικό όσο και σε ενωσιακό επίπεδο και να υποχρεούνται οι επιχειρήσεις πελάτες της 520 Barcode που επιθυμούν να εξάγουν τα προϊόντα τους εκτός Ελλάδος να αλλάξουν πάροχο υπηρεσιών γραμμωτών κωδίκων, διακόπτοντας τη συνεργασία τους με την ίδια και συνεργαζόμενοι αποκλειστικά με τις καταγγελλόμενες.
  3. Με το ανωτέρω περιεχόμενο, καθίσταται προφανές ότι οι καταγγελλόμενες πρακτικές δεν δύναται να υπαχθούν στον κανόνα δικαίου που ενσωματώθηκε στις διατάξεις του άρθρου 1Α Ν. 3959/
  4. Και τούτο πρωτίστως διότι η καταγγέλλουσα αρκέστηκε στην επανάληψη των αιτιάσεων που προέβαλε στο πλαίσιο της προγενέστερής της καταγγελίας – η οποία όπως προελέχθη αρχειοθετήθηκε ως προφανώς αβάσιμη - επικαλούμενη απλώς, πλέον των άρθρων 1 και 2 και το άρθρο 1Α και δη την πρόσκληση σε απαγορευμένη σύμπραξη, χωρίς να προβεί σε περαιτέρω εξειδίκευση των κριτηρίων εφαρμογής του υπό το φως των προκείμενων πραγματικών περιστατικών. 15 Βλ. σελ. 18 της υπ’ αριθ. πρωτ.1692/2023 επιστολής της καταγγέλλουσας. 16 Εννοώντας προφανώς τις περιπτώσεις (β) και (γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 1Α του Ν. 3959/2011, όπως σαφώς προκύπτει από την υπό 3 κεφαλίδα της υπ’ αριθ. πρωτ.1692/2023 επιστολής της καταγγέλλουσας με τον τίτλο «Ο από μέρους της GS1 περιορισμός και έλεγχος της παραγωγής, της διάθεσης, της τεχνολογικής ανάπτυξης ή των επενδύσεων και κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού», όπου επιχειρείται η σχετική υπαγωγή στις διατάξεις του άρθρου 1 Α και η οποία αποτελεί αναπαραγωγή των χωρίων των αντίστοιχων εδαφίων β) και γ) της παρ. 1 του εν λόγω άρθρου. 12
  5. Πιο συγκεκριμένα, η καταγγέλλουσα, ενώ επικαλείται τις διατάξεις του άρ. 1Α του Ν. 3959/2011 για την πρόσκληση σε απαγορευμένη σύμπραξη με στόχο τον περιορισμό παραγωγής ή/και την κατανομή αγορών, δεν διευκρινίζει στην καταγγελία της, αλλά ούτε και στη συμπληρωματική υποβολή στοιχείων , σε ποια εκ των καταγγελλομένων (GS1 AIBSL ή GS1 Association Greece) συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων και άρα, ποια εκ των δύο επιχειρήσεων προβαίνει στις απαγορευμένες πρακτικές του σχετικού άρθρου, ούτε καθ’ οιονδήποτε τρόπο αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά ή προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία που να κατατείνουν στη στοιχειοθέτηση των όρων του άρθρου 1Α του ν.3959/2011 ή να εμπίπτουν - έστω υπό μορφή ενδείξεων - στο πεδίο εφαρμογής του. Μόνη η επαναπροβολή της γενικής αιτίασης περί αποκλεισμού της καταγγέλλουσας από το δίκτυο συνεργατών της GS1 σε Ελλάδα και εξωτερικό χωρίς καμία περαιτέρω εξειδίκευση αφενός του υποκειμένου της παράβασης – αποστολέα της μονομερούς πρόσκλησης και αφετέρου της ανταγωνίστριας επιχείρησης - δέκτη της σχετικής πρόσκλησης που στοχεύει στην οριζόντια σύμπραξη, σε συνδυασμό με την παντελή έλλειψη παράθεσης του ιστορικού υπό το πρίσμα του σχετικού κανόνα δικαίου με βάση και τις αναλυτικές κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑ17 είναι σαφές ότι δεν δύναται αφεαυτή να θεμελιώσει ενδείξεις παράβασης εν προκειμένω. Για τους λόγους αυτούς, η παρούσα καταγγελία κατά το σκέλος του άρθρου 1Α του Ν.3959/2011 που εξετάζεται εν προκειμένω τυγχάνει απορριπτέα προεχόντως ως αναπόδεικτη, δεδομένου ότι η καταγγέλλουσα ουδέν εισέφερε προς επίρρωση των ισχυρισμών της καίτοι κλήθηκε από την Υπηρεσία.
  6. Σε κάθε πάντως περίπτωση, φαίνεται ότι η 520Barcode νόμω αβασίμως επικαλείται τις σχετικές διατάξεις καθώς το άρθρο 1Α δεν εφαρμόζεται σε προσκλήσεις ή γνωστοποιήσεις που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο κάθετης σχέσης ή σχέσης μεταξύ επιχείρησης και τελικού καταναλωτή όταν αυτή δεν έχει οριζόντιο αντικείμενο ή αποτέλεσμα, δηλαδή, η πρόσκληση ή η γνωστοποίηση δεν στοχεύει σε πραγματικούς ή δυνητικούς ανταγωνιστές.
  7. Εν προκειμένω, όπως έχει ήδη γίνει δεκτό από την υπ’ αριθ. 19/2021 απόφαση της Αντιπροέδρου ΕΑ στο πλαίσιο της διερεύνησης της προγενέστερης καταγγελίας, η GS1 AISBL δεν τελεί σε ανταγωνιστική σχέση με την GS1 Association Greece ούτε με τα μέλη της τελευταίας. Τουναντίον οι δύο καταγγελλόμενες συνδέονται καθέτως, υπό την έννοια ότι η α’ καταγγελλόμενη GS1 AISBL ενέχει το ρόλο του «προμηθευτή» της έτερης καταγγελλόμενης, καθώς λειτουργεί ως πάροχος των αντίστοιχων προθεμάτων κάθε χώρας για τους εθνικούς οργανισμούς – μέλη της. Αντιστοίχως κάθετη είναι και η σχέση της β΄ καταγγελλόμενης GS1 Association Greece με τις εταιρίες-μέλη της (παραγωγούς-προμηθευτές και λιανοπωλητές). Οι μόνες επιχειρήσεις που συνιστούν ανταγωνίστριες υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης είναι η καταγγέλλουσα και η GS1 Association Greece καθώς και τυχόν άλλες επιχειρήσεις που παρέχουν ανάλογους κωδικούς σήμανσης. Άρα, οποιαδήποτε τυχόν εφαρμογή του άρ.1Α του ν.3959/2011 θα προϋπέθετε πρόσκληση ή γνωστοποίηση προς άλλες εταιρίες-οργανισμούς ανταγωνιστές που παρέχουν κωδικούς σήμανσης και χρησιμοποιούν τα πρότυπα EAN και ITF, γεγονός που ούτε ως υπόθεση εργασίας δεν προκύπτει από το ιστορικό της υπόθεσης. 17 Πράγματι σε κανένα σημείο της καταγγελίας και της συμπληρωματικής υποβολής στοιχείων της καταγγέλλουσας δεν γίνεται λόγος για πρόσκληση σε σύμπραξη μεταξύ ανταγωνιστών από μέρους της GS1, έστω θεωρούμενης ως ενιαία καθετοποιημένη επιχείρηση κατά τα καταγγελλόμενα. 13
  8. Με αυτό το δεδομένο, η διαφάνεια που δημιουργείται μέσω της βάσης δεδομένων μεταξύ των συνεργατών της GS1, ως η μόνη έκφανση των καταγγελλόμενων πρακτικών που, όλως επικουρικώς και για λόγους πληρότητας της εισήγησης18, παρίσταται ενδεχομένως εξεταστέα, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι μπορεί εν δυνάμει να κατατείνει σε πρόσκληση συμμετοχής σε καρτέλ - γεγονός που από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει έστω ως ένδειξη δεν θα μπορούσε να υπαχθεί στο άρθρο 1Α, καθώς οι επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν την εν λόγω βάση δεν συνιστούν ανταγωνιστές καμίας εκ των καταγγελλομένων, ώστε να μπορέσει έστω να υπονοηθεί ότι οιαδήποτε εξ αυτών τους προσκαλεί σε σύμπραξη μαζί της. Πρόκειται, μάλιστα, για σενάριο που, ακριβώς λόγω του κάθετου χαρακτήρα της σχέσης εμπλεκομένων επιχειρήσεων, περιγράφεται στις σχετικές Κατευθυντήριες Γραμμές της ΕΑ ως αντιπαράδειγμα εφαρμογής του 1Α σε τιμολογιακή σύμπραξη και παρουσιάζεται να προσιδιάζει σε περιστάσεις ενδεχόμενης εφαρμογής του άρθρου
  9. Η δε εικαζόμενη λειτουργία της GS1 ως μηχανισμού ανταλλαγής στρατηγικής φύσεως πληροφοριών μεταξύ ανταγωνιστών υπό το πρίσμα του άρθρου 1 έχει ήδη κριθεί ως αναπόδεικτη κατά την εξέταση της προγενέστερης καταγγελίας από την ΕΑ και δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας εισήγησης, ενώ σε κάθε περίπτωση, ούτε στα πλαίσια της νυν εξεταζόμενης καταγγελίας γίνεται επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών αντι-ανταγωνιστικής συμπεριφοράς προς την κατεύθυνση αυτή, αλλά ούτε και προσκομίζεται κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς επίρρωση του σχετικού ισχυρισμού. VI.2.3 Συμπέρασμα
  10. Για τους λόγους που αναφέρθηκαν αναλυτικά ανωτέρω, η υπό αξιολόγηση καταγγελία τυγχάνει απορριπτέα ως αναπόδεικτη και νόμω αβάσιμη, καθώς η καταγγέλλουσα ουδέν εισέφερε προς επίρρωση των ισχυρισμών της ενώ τα επικαλούμενα από μέρους της πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν πληρούν το πραγματικό του κανόνων δικαίου που στηρίζουν εν προκειμένω τις αιτιάσεις της υπό το πρίσμα του άρθρου 1Α. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Τίθεται στο αρχείο η υπ' αριθ. πρωτ. 4302/6.5.2022 καταγγελία κατά το μέρος της που αφορά παράβαση του άρθρου 1Α Ν. 3959/2011, ως αβάσιμη για τις αιτιάσεις που αναλυτικά εκτίθενται ανωτέρω, με Πράξη, κατ’ άρθρο 37 παρ. 1 και 2 , σε συνδυασμό με το άρθρο 36 παρ. 4 του ν. 3959/2011, της οποίας θα λάβουν γνώση τα εμπλεκόμενα μέρη, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 37 παρ. 3 του ίδιου ως άνω νόμου. 18 Και παρότι δεν προβάλλεται ρητά ως καταγγελλόμενη πρακτική υπό το πρίσμα του άρθρου 1Α (βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. 1692/22.2.2023 επιστολή της καταγγέλλουσας). 19 Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές 1Α, παρ. 21, υπό Παραδείγματα, περ. 5, σελ. 12-
  11. 14 Με εντολή Προέδρου (ΦΕΚ Β΄1289/26.02.2024) Η Αντιπρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού Χαρίκλεια Νικολοπούλου 15

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.