← Ελλάδα

Αίτηση ιατρού για χρήση στοιχείων του ιατρικού φακέλου ασθενούς ενώπιον του πειθαρχικού οργάνου του ΙΣΑ και των αρμοδίων δικαστηρίων. Καταγγελία ασθεν

Αθήνα, 26-04-2012 Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/3030/26-04-2012 ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ∆Ε∆ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ Α Π Ο Φ Α Σ Η 51/2012 (Τµήµα) Η Αρχή Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνεδρίασε εκτάκτως σε σύνθεση Τµήµατος στην έδρα της την 05.04.2012 και ώρα 10:00 µετά από πρόσκληση του Προέδρου της, προκειµένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν οι Γεώργιος Μπατζαλέξης, Αναπληρωτής Πρόεδρος, κωλυοµένου του Προέδρου της Αρχής Πέτρου Χριστόφορου, και τα αναπληρωµατικά µέλη Γρηγόριος Λαζαράκος και Χαράλαµπος Ανθόπουλος, ως εισηγητής, σε αντικατάσταση των τακτικών µελών Αναστασίου-Ιωάννη Μεταξά και ∆ηµητρίου Μπριόλα, αντίστοιχα, οι οποίοι, αν και εκλήθησαν νοµίµως εγγράφως δεν παρέστησαν λόγω κωλύµατος. ∆εν παρέστησαν αν και εκλήθησαν νοµίµως εγγράφως οι Αναστάσιος Πράσσος και, τακτικό µέλος και Πέτρος Τσαντίλας, αναπληρωµατικό µέλος. Παρoύσες χωρίς δικαίωµα ψήφου ήταν η Χαρίκλεια Λάτσιου, νοµικός ελεγκτής - δικηγόρος, ως βοηθός εισηγήτρια και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τµήµατος διοικητικών και οικονοµικών υποθέσεων, ως γραµµατέας. Η Αρχή έλαβε υπόψη της τα παρακάτω: Με το µε υπ’ αρ. πρωτ. ΑΠ∆ΠΧ Γ/ΕΙΣ/6764/13.10.2011 έγγραφο η Α, ψυχίατρος ζητεί, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αγαµέµνονα Τάτση, από την Αρχή, όπως της χορηγήσει άδεια, προκειµένου να χρησιµοποιήσει στοιχεία του ιατρικού φακέλου της ασθενούς της, Β ενώπιον του Πειθαρχικού Συµβουλίου και ενώπιον της τακτικής δικαιοσύνης. Συγκεκριµένα, η Β κατέθεσε στις 31.03.2009 αναφορά στον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών κατά της Α. Όπως προκύπτει από το υπ’ αρ. πρωτ. 1 …/...02.2011 έγγραφο του Πειθαρχικού Συµβουλίου του Ι.Σ.Α. προς την Α, µε το οποίο την καλεί σε απολογία: «(…) προέκυψαν ενδείξεις αντιδεοντολογικής συµπεριφοράς σε βάρος της ασθενούς σας, Β, που απάδει της αξιοπρέπειας και της τιµής του ιατρικού σώµατος. Ειδικότερα, µε την ιδιότητα του θεράποντος ιατρού της ανωτέρω ασθενούς, η οποία σας επισκέφθηκε στο ιατρείο σας περί τα τέλη του 2000 για την παροχή των ιατρικών σας υπηρεσιών και αφού κερδίσατε την εµπιστοσύνη της ασθενούς συνήψατε κοινωνικές και φιλικές σχέσεις µαζί της µε σκοπό την οικονοµικής εκµετάλλευσή της. Στα πλαίσια αυτά την ...12.2007 συνήφθη προφορικά µεταξύ σας σύµβαση άτοκου δανείου ποσού 40.000 ευρώ (…). Κατά την σύναψη της ως άνω συµβάσεως δανείου συµφωνήθηκε µεταξύ σας ότι θα της επιστρέφατε το παραπάνω ποσό µέχρι την … Ιουνίου

  1. Παρά ταύτα δεν της καταβάλατε την ως άνω οφειλή εκ του συµφωνηθέντος χρονικού διαστήµατος και µάλιστα στα τέλη του µηνός Ιουλίου 2008 της ζητήσατε να σας δανείσει και πρόσθετο χρηµατικό ποσό 25.000 ευρώ, εκµεταλλευόµενη και πάλι την εµπιστοσύνη που σας είχε ως ασθενής (…).Καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστηµα σας επισκεπτόταν για την παροχή των ιατρικών σας υπηρεσιών ως Ψυχίατρο. Τα ως άνω γεγονότα είχαν ως αποτέλεσµα τον περαιτέρω κλονισµό της ψυχικής της υγείας και την εµφάνιση συµπτωµάτων βαριάς κατάθλιψης µε αποτέλεσµα τη νοσηλεία της σε ιδιωτική κλινική. Κατά την διάρκεια της νοσηλείας της υποσχεθήκατε στον πατέρα της ότι θα επιστρέψετε τα χρήµατα, υποσχέσεις όµως που δεν τηρήσατε (…)». Επιπλέον, όπως προκύπτει από το υπ’ αρ. πρωτ. ΑΠ∆ΠΧ Γ/ΕΙΣ/6963/21.10.2011 έγγραφο, η Β άσκησε ενώπιον του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της Α αγωγή αποζηµίωσης (αρ. κατάθεσης δικογράφου …../…./2009). Το ∆ικαστήριο αυτό µε την απόφαση 1045/2011 επιδίκασε το ποσό των 65.000 ευρώ στην Β ένεκα συµβάσεως δανείου. Κατά της απόφασης του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών άσκησε έφεση η Α (αρ. κατάθεσης …./2011). Παράλληλα, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, η Α ζητεί να της χορηγηθεί άδεια προκειµένου να υποστηρίξει την αγωγή αποζηµίωσης που έχει καταθέσει ενώπιον του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (αρ. κατάθεσης δικογράφου …./…/2011) σε βάρος της Β για ηθική βλάβη (άρ.932 ΑΚ) και παραβίαση των άρθρων 361, 362, 363 και 367 ΠΚ. Τέλος, ο Ι.Σ.Α. µε το υπ’ αρ. πρωτ…/..02.2012 (ΑΠ∆ΠΧ Γ/ΕΙΣ/1066/15.02.2012) καλεί την Αρχή να επισπεύσει την εξέταση της υπόθεσης, προκειµένου να ολοκληρωθεί η ενώπιόν του πειθαρχική διαδικασία. Παράλληλα, η Β µε το υπ’ αρ. πρωτ. ΑΠ∆ΠΧ Γ/ΕΙΣ/7106/27.10.2011 έγγραφο, όπως συµπληρώθηκε µε το υπ’ αρ. πρωτ. ΑΠ∆ΠΧ Γ/ΕΙΣ/7251/03.11.2011 έγγραφο, υπέβαλε καταγγελία κατά της Α ενώπιον της Αρχής για παράνοµη επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων. Συγκεκριµένα, 2 κατήγγειλε ότι κατά τη συνεδρίαση του Πειθαρχικού Συµβουλίου του Ι.Σ.Α. την 12.04.2011, κατόπιν της από 31.03.2009 αναφοράς της, η Α εµφάνισε χειρόγραφα σηµειώµατα της Β που η τελευταία έγραφε ως µέρος της ψυχοθεραπείας, τα οποία ανέγνωσε και µαγνητοφωνήθηκαν. Σηµειώνει ακόµα στην καταγγελία της: « (…) Εξ αφορµής µάλιστα µεταγενέστερης αιτήσεώς µου προς τον Ι.Σ.Α. να µου χορηγηθούν τα Πρακτικά της ως άνω συνεδριάσεως του Πειθαρχικού Συµβουλίου του Ι.Σ.Α. και τα συνοδευτικά αυτών έγγραφα, τα οποία η πληρεξουσία δικηγόρος µου παρέλαβε την 10-10-2011, έκπληκτη διαπίστωσα ότι η καταγγελλόµενη είχε καταθέσει ενώπιον του ως άνω πειθαρχικού συµβουλίου το από 12-4-2011 υπόµνηµά της στο οποίο αναφέρει ότι προσκοµίζει ιδιόχειρα κείµενα µου (που κατέχει από την ως άνω διαδικασία ψυχοθεραπείας και ως µέρος αυτής) και στο οποίο παραθέτει (κατά τις αναφορές της) αυτούσια αποσπάσµατα από τα ανωτέρω κείµενα, παρά το γεγονός ότι σε προγενέστερο υπόµνηµά της, κατατεθέν στον Ι.Σ.Α. την16-3-2011 µε αριθ. πρωτ. ….. επικαλείτο ότι έχει µάρτυρες για να αποδείξει ότι δήθεν αυτή µε δάνεισε και όχι το αντίστροφο. (…) Ήδη δε, πληροφορήθηκα εξ αφορµής της εκ νέου παράστασής µου ενώπιον του Πειθαρχικού Συµβουλίου του ΙΣΑ την 25-10-2011 για τη συνέχιση της διακοπείσας πειθαρχικής διαδικασίας κατά της καταγγελλοµένης, ότι η τελευταία ουδεµία άδεια έχει λάβει για τη διαβίβαση των ανωτέρω ευαίσθητων προσωπικών µου δεδοµένων, αλλά µόλις προ ολίγων ηµερών κατέθεσε ενώπιον της Αρχής σας µε το αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/6963/21.10.2011 αίτηση για την παροχή αδείας, λόγος για τον οποίον ζήτησε και επέτυχε την εκ νέου αναβολή της συνεδριάσεως του Πειθαρχικού Συµβουλίου. (…). Για τους λόγους αυτούς, η Β ζητεί: « Να ελεγχθούν και αξιολογηθούν τα ανωτέρω από την Αρχή σας και να προβείτε σε κάθε νόµιµη ενέργεια για την προστασία των δικαιωµάτων µου. Να επιβληθεί από την Αρχή Σας η διακοπή της επεξεργασίας και καταστροφή των ανωτέρω ευαίσθητων προσωπικών µου δεδοµένων που η καταγγελλόµενη συνέλεξε και επεξεργάσθηκε κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής σχέσης που έληξε από µηνός Νοεµβρίου 2008 και σε κάθε περίπτωση η απαγόρευση της καθ’ οιονδήποτε τρόπο χρήσης. ∆ιαβίβασης, κοινοποίησης και αναπαραγωγής των ανωτέρω. Να επιβληθούν οι νόµιµες κυρώσεις (…)». Η Αρχή µε τα υπ’ αρ. πρωτ. ΑΠ∆ΠΧ Γ/ΕΞ/1333/22.02.2012 και Γ/ΕΞ/1334/22.02.2012 έγγραφα κάλεσε τις Β και Α, αντίστοιχα, όπως παραστούν αυτοπροσώπως ή δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στη συνεδρίαση του Τµήµατος στις 13.03.2012 προκειµένου να συζητηθούν η υπ’ αρ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/6764/13.10.2011 αίτηση της Α και η υπ’ αρ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/7106/27.10.2011 καταγγελία της Β εις βάρος της Α. Κατά τη συνεδρίαση του Τµήµατος στις 13.03.2012 παρέστησαν η Α και η Β µε την πληρεξούσιο δικηγόρο της Μαρία ∆αµασκοπούλου. Στη συνεδρίαση αυτή η Α προσκόµισε έγγραφο του 3 πληρεξούσιου δικηγόρου της Αγαµέµνονα Τάτση, µε το οποίο ο τελευταίος ζήτησε ολιγοήµερη αναβολή εξέτασης των παραπάνω υποθέσεων λόγω ανειληµµένων επαγγελµατικών υποχρεώσεων. Το ίδιο έγγραφο είχε αποστείλει ο Αγαµέµνονας Τάτσης στην Αρχή στις 09.03.2012 και το οποίο έλαβε αριθµό πρωτοκόλλου Γ/ΕΙΣ/1805/09.03.
  2. Η Αρχή στη συνεδρίαση στις 13.03.2012 έκανε δεκτό το αίτηµα αναβολής του πληρεξούσιου δικηγόρου της Α και όρισε νέα ηµεροµηνία εξέτασης των υποθέσεων την 27η.03.
  3. Κατά τη συνεδρίαση του Τµήµατος στις 27.03.2012 παρέστησαν ο Αγαµέµνονας Τάτσης, πληρεξούσιος δικηγόρος της Α και η Β µε την πληρεξούσιο δικηγόρο της Μαρία ∆αµασκοπούλου. Στη συνεδρίαση της Αρχή στις 27.03.2012 οι Αγαµέµνονας Τάτσης, Β και Μαρία ∆αµασκοπούλου αφού εξέθεσαν τις απόψεις τους έλαβαν προθεσµία ως τις 30.03.2012 προκειµένου να καταθέσουν υποµνήµατα. Με το υπ’ αρ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/2358/30.03.2012 έγγραφο υπόµνηµα η Α υποστηρίζει, µεταξύ άλλων, ότι: «(…) ο ιδιώτης ιατρός δεν απαιτείται να ζητά άδεια από την Αρχή Σας προκειµένου να κάνει χρήση στοιχείων του ιατρικού φακέλου ασθενούς προκειµένου να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενώπιον ∆ικαστηρίου ή πειθαρχικού συµβουλίου, καθόσον το δικαίωµα αυτό του παρέχεται απευθείας από το Νόµο στις ειδικές διατάξεις περί άρσης του ιατρικού απορρήτου, λαµβανοµένου υπόψη ότι δεν απαιτείται και η γνωστοποίηση τήρησης αρχείου και ορισµού υπευθύνου επεξεργασίας (…)», ότι «(….) από την επισκόπηση των εγγράφων αυτών προκύπτει ότι δεν “φανερώνουν“ ιατρικά στοιχεία της αντιδίκου, δηλαδή ευαίσθητα προσωπικά δεδοµένα, αλλά σκέψεις και εκφάνσεις της που αποτελούν προσωπικά δεδοµένα (…)», καθώς και ότι «(…) τα έγγραφα αυτά είναι το µόνο πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο που έχω για να υπερασπιστώ τον εαυτό µου τόσο ενώπιον της τακτικής ∆ικαιοσύνης, όσον και ενώπιον του Πειθαρχικού Συµβουλίου του ΙΣΑ, αφού παρέχουν πλήρη και “παρά χρήµα“ απόδειξη του βάσιµου των ισχυρισµών µου (…)». Η Α καταλήγει µε το προαναφερόµενο έγγραφο υπόµνηµα στο συµπέρασµα ότι: «(…) η αίτησή µου, η οποία υπεβλήθη ενώπιόν Σας, κατόπιν της παράνοµης άρνησης του Πειθαρχικού Συµβουλίου του ΙΣΑ να κάνει δεκτά τα επίµαχα έγγραφα κατ’ εφαρµογή των διατάξεων πρωτίστως του Ν. 3418/2005 και επικουρικώς αυτών του Ν.2472/1997, θα πρέπει να γίνει δεκτή αφού η περίπτωσή µου συνιστά ad hoc περίπτωση θεµιτής άρσης του ιατρικού απορρήτου και κατά τούτο θα πρέπει να απορριφθεί η αναφορά – καταγγελία της αντιδίκου, τόσο ως νόµω αβάσιµη, όσο και ως ουσία αβάσιµη κατά το σκέλος που αφορά στην δήθεν µαγνητοφώνηση των θεραπευτικών συνεδριών (…)». Παράλληλα, η Β µε το υπ’ αρ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/2360/30.03.2012 έγγραφο υπόµνηµά της υπογραµµίζει, µεταξύ άλλων, κυρίως ότι: « (…) τα σηµειώµατα αυτά, αφενός, αποτελούν µέρος ψυχιατρικής (αµφίβολης ορθότητος) θεραπείας και καλύπτονται από το ιατρικό απόρρητο, αφετέρου στερούνται οιασδήποτε 4 αποδεικτικής αξίας για την καταγγελλόµενη λόγω των συνθηκών υπό τις οποίες αυτά συντάχθηκαν, εντός του ιατρείου της καταγγελλοµένης, επί το πλείστον καθ’ υπαγόρευση, άλλοτε ως έκθεση επί ζητηµάτων πραγµατικών ή φανταστικών που η ίδια η ψυχίατρος µου έθετε ως “εργασίες“ και πάντως κατ’ αποτέλεσµα χειραγώγησής µου από την καταγγελλόµενη, η οποία σηµειωτέον είχε κατορθώσει να µε ελέγχει και χειραγωγεί κατ’ απόλυτο τρόπο και πάντοτε υπό την επήρεια φαρµακευτικής αγωγής που µου χορηγούσε η ίδια και ενώ ευρισκόµουν σε ιδιαίτερα ευάλωτη ψυχική κατάσταση, πάσχουσα από ψυχική νόσο (…)» καθώς και ότι: « (…) ουδέποτε συνήνεσα σε οποιαδήποτε χρήση των ως άνω ευαίσθητων προσωπικών µου δεδοµένων από την καταγγελλόµενη ψυχίατρο, µε την οποίαν διεκόπη η σχέση ιατρού – ασθενούς από µηνός Νοεµβρίου του έτους 2008, ούτε άλλωστε συνήνεσα ή έστω ενηµερώθηκα καθ’ οιονδήποτε τρόπο περί της µαγνητοφώνησης συνεδρίας ψυχοθεραπείας µου από την καταγγελλόµενη (…)» και ζητεί: « (…) Να γίνει δεκτή η από 26.10.2011 Καταγγελία µου κατά της Α καθ’ όλο το περιεχόµενο και αιτήµατά της». Η αίτηση της Α και η καταγγελία της Β εξετάζονται από κοινού λόγω συνάφειας. Η Αρχή, µετά από εξέταση των στοιχείων του φακέλου, αφού άκουσε τον εισηγητή και την βοηθό εισηγήτρια, η τελευταία στη συνέχεια αποχώρησε και κατόπιν διεξοδικής συζήτησης, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
  4. Επειδή, το άρθρο 2 στοιχ. β΄ του ν.2472/1997 ορίζει ότι για τους σκοπούς του νόµου αυτού νοούνται ως «ευαίσθητα δεδοµένα», τα δεδοµένα που αφορούν, µεταξύ άλλων, στην υγεία. Ως υγεία νοείται δε κάθε πληροφορία που ανάγεται τόσο στη βιολογική υπόσταση όσο και στην ψυχική υγεία του ατόµου. 2 Επειδή, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 2472/1997, εναρµονιζόµενη, ιδίως, µε τις διατάξεις των άρθρων 9Α, 25 παρ. 1 και 28 του Συν/τος, 8 και 7 του Χάρτη Θεµελιωδών ∆ικαιωµάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και 6 της Οδηγίας 95/46/ΕΕ, ορίζει ότι: «Τα δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόµιµης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεµιτό και νόµιµο για καθορισµένους, σαφείς και νόµιµους σκοπούς και να υφίστανται θεµιτή και νόµιµη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών. β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας. (…)».
  5. Επειδή, από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 5 και 7 του ν. 2472/1997 προκύπτει ότι 5 η συλλογή και κάθε περαιτέρω επεξεργασία απλών και ευαίσθητων δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται, καταρχήν, εφόσον το υποκείµενο των δεδοµένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. Ωστόσο, η συλλογή και κάθε περαιτέρω επεξεργασία τόσο των απλών όσο και των ευαίσθητων δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειµένου τους, στις περιπτώσεις που περιοριστικά προβλέπει ο νόµος. Ειδικότερα, επιτρέπεται, για τα µεν απλά δεδοµένα, ιδίως, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 παρ. 2 στοιχ. ε΄ και για τα ευαίσθητα δεδοµένα, ιδίως, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. γ΄ του ν. 2472/
  6. Συγκεκριµένα επιτρέπεται, στην πρώτη περίπτωση όταν: «η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννοµου συµφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδοµένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωµάτων και συµφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδοµένα και δεν θίγονται οι θεµελιώδεις ελευθερίες αυτών», στην δε δεύτερη, που περιλαµβάνει και τα δεδοµένα που αφορούν την υγεία, όταν: «η επεξεργασία αφορά δεδοµένα που δηµοσιοποιεί το ίδιο το υποκείµενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώµατος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου».
  7. Επειδή µε τις διατάξεις αυτές καθιερώνονται ως θεµελιώδεις προϋποθέσεις για τη νοµιµότητα κάθε επεξεργασίας δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και για τη νοµιµότητα της σύστασης και λειτουργίας κάθε αρχείου, οι αρχές του σκοπού της επεξεργασίας και της αναλογικότητας των δεδοµένων σε σχέση πάντα µε το σκοπό επεξεργασίας. Συνεπώς, κάθε επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων, που γίνεται πέραν του επιδιωκόµενου σκοπού η οποία δεν είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξή του, δεν είναι νόµιµη. Συνακόλουθα, τόσο για τα απλά όσο και για τα ευαίσθητα δεδοµένα, πρέπει ο σκοπός επεξεργασίας να είναι νόµιµος, σαφής και καθορισµένος, και τα δεδοµένα να µην υπερβαίνουν το σκοπό της επεξεργασίας. Ειδικότερα δε για τα ευαίσθητα προσωπικά δεδοµένα, όπως και εκείνα που αφορούν την υγεία, η επεξεργασία επιτρέπεται, όπως λέχθηκε ανωτέρω, όταν πρόκειται να χρησιµοποιηθούν για άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώµατος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου. Η προϋπόθεση αυτή ισχύει, όπως έχει κρίνει η Αρχή, κατά µείζονα λόγο και για τα απλά δεδοµένα (βλ. µεταξύ άλλων ιδίως, τις αποφάσεις της Αρχής 27/2001, 75/2001 και πρόσφατες 92/2011 και 111/2011).
  8. Επειδή, το άρθρο 11 παρ. 3 του ν. 2472/1997 ορίζει ότι: «Εάν δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείµενο ενηµερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς».
  9. Επειδή, το άρθρο 14 του ν.3418/2005 (Κώδικας Ιατρικής ∆εοντολογίας) ορίζει, µεταξύ άλλων, 6 ότι: «
  10. Ο ιατρός υποχρεούται να τηρεί ιατρικό αρχείο, σε ηλεκτρονική ή µη µορφή, το οποίο περιέχει δεδοµένα που συνδέονται αρρήκτως ή αιτιωδώς µε την ασθένεια ή την υγεία των ασθενών του. Για την τήρηση του αρχείου αυτού και την επεξεργασία των δεδοµένων του εφαρµόζονται οι διατάξεις του ν. 2472/1997(ΦΕΚ 50 Α΄). (...)
  11. Η υποχρέωση διατήρησης των ιατρικών αρχείων ισχύει: α) στα ιδιωτικά ιατρεία και τις λοιπές µονάδες πρωτοβάθµιας φροντίδας υγείας του ιδιωτικού τοµέα, για µία δεκαετία από την τελευταία επίσκεψη του ασθενή και β) σε κάθε άλλη περίπτωση, για µία εικοσαετία από την τελευταία επίσκεψη του ασθενή. (...)
  12. ∆εν επιτρέπεται σε τρίτο η πρόσβαση σε ιατρικά αρχεία ασθενή. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η πρόσβαση: α) στις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους αυτεπάγγελτα ή µετά από αίτηση τρίτου που επικαλείται έννοµο συµφέρον και σύµφωνα µε τις νόµιµες διαδικασίες (...)». Επειδή, εξάλλου, το άρθρο 5 του ίδιου νόµου ορίζει ότι: «
  13. Τα ιατρικά πιστοποιητικά και οι ιατρικές γνωµατεύσεις, καθώς και οι ιατρικές συνταγές που εκδίδονται κατά τους νόµιµους τύπους, έχουν το ίδιο κύρος και την ίδια νοµική ισχύ ως προς τις νόµιµες χρήσεις και ενώπιον όλων των αρχών και υπηρεσιών, ανεξάρτητα από το αν εκδίδονται από ιατρούς που υπηρετούν σε Ν.Π.∆.∆. ή Ν.Π.Ι.∆. ή ιδιώτες ιατρούς (…)
  14. Τα ιατρικά πιστοποιητικά και οι ιατρικές γνωµατεύσεις εκδίδονται µετά από προηγούµενη γραπτή ή προφορική αίτηση του προσώπου στο οποίο αφορούν ή, κατ’ εξαίρεση, τρίτου προσώπου που έχει έννοµο συµφέρον και το αποδεικνύει, καθώς και όταν αυτό ρητά προβλέπεται στο νόµο (…) ». Επειδή, περαιτέρω, το άρθρο 13 ορίζει, µεταξύ άλλων: «
  15. Η άρση ιατρικού απορρήτου επιτρέπεται όταν: (...) β) Ο ιατρός αποβλέπει στη διαφύλαξη έννοµου ή άλλου δικαιολογηµένου, ουσιώδους δηµοσίου συµφέροντος ή συµφέροντος του ίδιου του ιατρού ή κάποιου άλλου, το οποίο δεν µπορεί να διαφυλαχθεί διαφορετικά (...).
  16. Η υποχρέωση τήρησης ιατρικού απορρήτου αίρεται, εάν συναινεί σε αυτό εκείνος στον οποίο αφορά, εκτός εάν η σχετική δήλωσή του δεν είναι έγκυρη, όπως στην περίπτωση, που αυτή είναι προϊόν πλάνης, απάτης, απειλής, σωµατικής ή ψυχολογικής βίας, ή εάν η άρση του απορρήτου συνιστά προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (...) ». Οι διατάξεις αυτές, που δεν καθιερώνουν απόλυτη προστασία του ιατρικού απορρήτου, επιφυλάσσουν, καθόσον αφορά την επεξεργασία ιατρικών δεδοµένων, την εφαρµογή των διατάξεων του ν. 2472/
  17. Επειδή, η διάταξη του άρθρου 7Α παρ. 1στοιχ. δ΄ του ν.2472/1997 προβλέπει ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας απαλλάσσεται από την υποχρέωση γνωστοποίησης τήρησης αρχείου (άρθρο 6) και τη λήψη άδειας (άρθρο 7) όταν: «Η επεξεργασία αφορά δεδοµένα υγείας και γίνεται από ιατρούς ή άλλα πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες υγείας, εφόσον ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεσµεύεται από ιατρικό απόρρητο ή άλλο απόρρητο που προβλέπει νόµος ή κώδικας δεοντολογίας και τα δεδοµένα δεν 7 διαβιβάζονται ούτε κοινοποιούνται σε τρίτους». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ιδιώτης ιατρός απαλλάσσεται µεν από την υποχρέωση να γνωστοποιήσει στην Αρχή τη σύσταση και τη λειτουργία του αρχείου µε τα δεδοµένα των πελατών – ασθενών του και να λάβει προηγούµενη άδεια από την Αρχή. Ωστόσο, η απαλλαγή αυτή του ιδιώτη ιατρού δεν συνεπάγεται την απαλλαγή του από τις υπόλοιπες υποχρεώσεις που καθιερώνει ο ν.2472/
  18. Επειδή, στην κρινόµενη υπόθεση, η Α, µε την ιδιότητά της ως υπευθύνου επεξεργασίας (άρθρο 2 στοιχ. ζ΄), ζητεί να προβεί σε επεξεργασία (προσκόµιση - χρήση) στοιχείων του ιατρικού φακέλου της ασθενούς της, Β που τηρεί στο αρχείο της. Στον ιατρικό φάκελο περιλαµβάνονται, λόγω της σχέσης ιατρού – ασθενούς, πληροφορίες που αφορούν, ως επί το πλείστον στην ψυχική κατάσταση της υγείας της Β, ως υποκείµενο των δεδοµένων (άρθρο 2 στοιχ. γ΄ του ν.2472/1997). Από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης προκύπτει ότι ο σκοπός επεξεργασίας συνίσταται αφενός στην υπεράσπισή της ενώπιον του Πειθαρχικού Συµβουλίου του Ι.Σ.Α. και αφετέρου στην υποστήριξη της έφεσης που έχει καταθέσει ενώπιον του Εφετείου Αθηνών για την εξαφάνιση της υπ’ αρ. 1045/2011 οριστικής απόφασης του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και στην υποστήριξη της αγωγής αποζηµίωσης που έχει καταθέσει η Α σε βάρος της Β ενώπιον του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Όπως σηµειώνει στο υπ’ αρ. πρωτ. ΑΠ∆ΠΧ Γ/ΕΙΣ/6764/13.10.2011 έγγραφο η Β: «(…) Ως µόνο στοιχείο της υπεράσπισής µου έσω ιδιόγραφες σηµειώσεις και επιστολές της καταγγέλλουσας που περιέχονται στον ιατρικό φάκελο της που τηρώ στο ιατρείο µου. Ειδικότερα η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι εκµεταλλευόµενη την ασθένειά της µε δάνεισε χρήµατα, ενώ από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται ότι αφενός δεν µε πλήρωνε για τις συνεδρίες της, αλλά και αφετέρου ότι την είχα στηρίξει οικονοµικά (…)». Οι προβαλλόµενοι σκοποί επεξεργασίας ενώπιον του Πειθαρχικού Συµβουλίου του Ι.Σ.Α. και ενώπιον των αρµοδίων ∆ικαστηρίων (Εφετείο Αθηνών και Μονοµελές Πρωτοδικείου Αθηνών) συνάδουν µε τη προαναφερόµενη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. γ΄ του ν.2472/
  19. Η χορήγηση, ωστόσο, των αιτούµενων στοιχείων για τους προβαλλόµενους σκοπούς επεξεργασίας παραβιάζει την αρχή της προσφορότητας των δεδοµένων, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στη διάταξη του άρθρου 4 στοιχ. β΄ του ν.2472/
  20. Και τούτο, διότι τα αιτούµενα ιδιόχειρα σηµειώµατα της Β καθώς και τα λοιπά στοιχεία του ιατρικού φακέλου που συνελέγησαν από την Α στο πλαίσιο της σχέσης ασθενούς – ιατρού κατά την παροχή των ψυχιατρικών υπηρεσιών και κάτω από ιδιάζουσες συνθήκες υστερούν σε αντικειµενικότητα και κατά συνέπεια σε αποδεικτική αξία σε σχέση µε άλλα αποδεικτικά µέσα, όπως λ.χ. µαρτυρικές καταθέσεις, δεδοµένου µάλιστα ότι η ίδια η Α επικαλέστηκε ενώπιον του Πειθαρχικού Συµβουλίου του 8 Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών προκειµένου να αντικρούσει την σε βάρος της αποδιδόµενη πράξη της οικονοµικής εκµετάλλευσης µάρτυρες (δύο γραµµατείς και έναν ασθενή της ψυχιάτρου). Για τον ίδιο λόγο παραβιάζει την αρχή της προσφορότητας, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στη διάταξη του άρθρου 4 στοιχ. β΄ του ν.2472/1997, η προσκόµιση και χρήση από την Α των ιδιόχειρων σηµειωµάτων και λοιπών στοιχείων του ιατρικού φακέλου που αφορούν στην Β ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Επιπλέον, η προσκόµιση και χρήση από την Α των ιδιόχειρων σηµειωµάτων και λοιπών στοιχείων του ιατρικού φακέλου της Β ενώπιον του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για την υποστήριξη της αγωγής αποζηµίωσης παραβιάζει τόσο την αρχή της προσφορότητας όσο και την αρχή της συνάφειας, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 στοιχ. β΄ του ν.2472/1997, καθώς βάση της ασκηθείσας αγωγής αποτελεί η προσβολή της προσωπικότητας (άρ.57, 59 και 932 ΑΚ) και η προσβολή της τιµής (άρ. 361, 362, 363 και 367 ΠΚ), που ουδεµία πάντως σχέση έχει µε την παροχή ή µεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων από χαριστική ή επαχθή αιτία.
  21. Επειδή, σύµφωνα µε τα προαναφερόµενα, η Α ως ιδιώτης ιατρός απαλλάσσεται από την υποχρέωση γνωστοποίησης τήρησης αρχείου και λήψης άδειας από την Αρχή για τη σύσταση και τη λειτουργία του αρχείου που τηρεί ως υπεύθυνος επεξεργασίας (7Α παρ. 1στοιχ. δ΄). Ωστόσο, η Α δεν απαλλάσσεται, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, από τις υπόλοιπες αρχές και υποχρεώσεις που καθιερώνει ο ν.2472/
  22. Συγκεκριµένα, η προσκόµιση ενώπιον του Πειθαρχικού Συµβουλίου του Ι.Σ.Α. στοιχείων του ιατρικού φακέλου της Β χωρίς την προηγούµενη άδεια της Αρχής και χωρίς την προηγούµενη ενηµέρωση της Β παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 2 και 11 παρ. 3 του ν.2472/1997 και επισύρει την επιβολή των κυρώσεων που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 21 και 23 του ν.2472/
  23. Επειδή, η Β, ως υποκείµενο των δεδοµένων, ζητεί τη διακοπή της επεξεργασίας και την καταστροφή των προσωπικών της δεδοµένων ή άλλως την απαγόρευση καθ’ οιονδήποτε τρόπο της χρήσης, διαβίβασης, κοινοποίησης των προσωπικών της δεδοµένων που τηρούνται στο αρχείο της Α λόγω της σχέσης ασθενούς – ιατρού . Το συγκεκριµένο αίτηµα της Β συνιστά κατ’ ουσίαν άσκηση του δικαιώµατος αντίρρησης, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στη διάταξη του άρθρου 13 του ν.2472/
  24. Σύµφωνα µε τα οριζόµενα στη διάταξη του άρθρου 14 παρ.4 στοιχ. α΄ του ν.3418/2005 ο ιδιώτης ιατρός υποχρεούται να διατηρεί το ιατρικό αρχείο για µια δεκαετία από την τελευταία επίσκεψη του ασθενούς. Επειδή, περαιτέρω, η Αρχή µπορεί να επιβάλει στον υπεύθυνο επεξεργασίας την διακοπή της επεξεργασίας, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 στοιχ. ε΄ του ν.2472/1997 9 σε περιπτώσεις ιδιαίτερα σοβαρής ή καθ’ υποτροπή παράβασης. Από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης και την ακροαµατική διαδικασία προκύπτει, µεταξύ άλλων, ότι η Α, πέραν της ανωτέρω χρήσης στοιχείων του ιατρικού φακέλου της ασθενούς Β στο Πειθαρχικό Συµβούλιο του Ι.Σ.Α., αποκάλυψε αυτά σε άλλον ασθενή προκειµένου να συναφθεί µεταξύ τους συναισθηµατική σχέση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Η Αρχή 1) ∆εν παρέχει στην Α, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, την αιτούµενη άδεια – για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας – να επεξεργαστεί στοιχεία του ιατρικού φακέλου της Β προκειµένου να υπερασπιστεί τον εαυτό της ενώπιον του πειθαρχικού οργάνου του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών και ενώπιον των αρµοδίων δικαστηρίων στο πλαίσιο της µεταξύ τους ως άνω ένδικης διαφοράς. 2) Επιβάλλει πρόστιµο στην Α, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, συνολικού ύψους τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €) για παράνοµη επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων, συνιστώµενο σε πρόστιµο ύψους: α) δύο χιλιάδων ευρώ (2.000 €) για την επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδοµένων της Β ενώπιον του Πειθαρχικού Συµβουλίου του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών χωρίς την προηγούµενη άδεια της Αρχής και β) χιλίων ευρώ (1.000€) για την παραβίαση εκ µέρους της Α της υποχρέωσης προηγούµενης ενηµέρωσης της Β πριν από την ανακοίνωση των προσωπικών της δεδοµένων ενώπιον του Πειθαρχικού Συµβουλίου του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών. 3) Απαγορεύει την καθ’ οιονδήποτε τρόπο επεξεργασία εκ µέρους της Α, ως υπευθύνου επεξεργασίας, των προσωπικών δεδοµένων της Β για σκοπούς που δεν συνδέονται άµεσα µε τον πρωτογενή σκοπό συλλογής τους, δηλ. αυτόν της παροχής των ιατρικών υπηρεσιών. Ο Αναπληρωτής Πρόεδρος Η Γραµµατέας Γεώργιος Μπατζαλέξης Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου 10

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.