Αθήνα, 26-06-2023 Αριθ. Πρωτ.: 1633 ΑΠΟΦΑΣΗ 21/2023 (Τμήμα) Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνεδρίασε σε σύνθεση Τμήματος με τηλεδιάσκεψη την 17-05-2022 και ώρα 10.00 π.μ. μετά από πρόσκληση του Προέδρου της, προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Στη συνεδρίαση μετείχε μέσω τηλεδιάσκεψης ο Γεώργιος Μπατζαλέξης, Αναπληρωτής Πρόεδρος, κωλυομένου του Προέδρου της Αρχής, Κωνσταντίνου Μενουδάκου, και παρέστησαν το αναπληρωματικό μέλος Γεώργιος Κόντης, ως εισηγητής, καθώς και τα αναπληρωματικά μέλη Δημοσθένης Βουγιούκας και Μαρία Ψάλλα, σε αντικατάσταση των τακτικών μελών Κωνσταντίνου Λαμπρινουδάκη και Γρηγόριου Τσόλια οι οποίοι δεν παρέστησαν λόγω κωλύματος αν και κλήθηκαν νομίμως εγγράφως. Στη συνεδρίαση παρέστη, με εντολή του Προέδρου χωρίς δικαίωμα ψήφου, η Χάρις Συμεωνίδου, ειδική επιστήμονας – ελέγκτρια ως βοηθός εισηγητή και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τμήματος διοικητικών υποθέσεων της Αρχής, ως γραμματέας. Η Αρχή έλαβε υπ’ όψιν της τα παρακάτω: Υποβλήθηκε στην Αρχή η υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/11726/12-11-2022 καταγγελία του Α κατά των τηλεπικοινωνιακών παρόχων ΟΤΕ Α.Ε. και Vodafone Α.Ε., σύμφωνα με την οποία οι καταγγελλόμενοι «παραβίασαν το απόρρητο των τηλεπικοινωνιών του και το δικαίωμά του στα προσωπικά του δεδομένα, όπως διαπίστωσε η ΑΔΑΕ με τις αποφάσεις της 233/2021 και 234/2021», τις οποίες ο καταγγέλλων προσκόμισε με την καταγγελία. Ο καταγγέλλων ανέφερε επίσης ότι είχε 1 ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη κατά των νομίμων εκπροσώπων των δυο εταιρειών για την παραβίαση του απορρήτου των τηλεπικοινωνιών του και ζήτησε «την τιμωρία των δύο εταιρειών» από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα καθώς, όπως υποστήριξε «σύμφωνα με τις δυο αποφάσεις (της ΑΔΑΕ) παραβίασαν και την σχετική νομοθεσία» (περί προστασίας προσωπικών δεδομένων). Στη συνέχεια, με την από 21/12/2022 πράξη αρχειοθέτησης που κοινοποιήθηκε στον καταγγέλλοντα με το Γ/ΕΞΕ/38/5-1-2023 έγγραφο της Αρχής, η ως άνω καταγγελία αρχειοθετήθηκε ως άνευ αντικειμένου με την εξής αιτιολογία: «Ο αιτών υποβάλλει στην Αρχή τις με αριθ. 233/2021 και 234/2021 Αποφάσεις της ΑΔΑΕ, σύμφωνα με τις οποίες δύο πάροχοι τηλεφωνίας παραβίασαν την κείμενη νομοθεσία περί απορρήτου των επικοινωνιών. Με τις εν λόγω Αποφάσεις επιβλήθηκε στους δύο παρόχους διοικητική κύρωση χρηματικού προστίμου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τυγχάνει εφαρμογής η γενική αρχή του δικαίου non bis in idem, η οποία γίνεται δεκτή και από το ΕΔΔΑ και έχει την έννοια ότι απαγορεύεται η διπλή δίωξη ή καταδίκη στην περίπτωση που έχει εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας της υποθέσεως από άλλη αρμόδια αρχή. Ειδικότερα, στις συγκεκριμένες περιπτώσεις τα πραγματικά περιστατικά αποτελούν προσβολή του αυτού εννόμου αγαθού και εξυπηρετούνται οι αυτοί σκοποί προστασίας, οπότε ένας δεύτερος χρονικά έλεγχος του ιδίου υπαιτίου για τα ίδια (ή ουσιωδώς όμοια) πραγματικά περιστατικά θα παραβίαζε την αρχή non bis in idem.» Ακολούθως ο καταγγέλλων υπέβαλε την υπ’ αρ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/83/5-1-2023 αίτηση θεραπείας κατά της ανωτέρω πράξης αρχειοθέτησης («ένσταση» όπως την ονομάζει ο καταγγέλλων), ισχυριζόμενος ότι οι αποφάσεις της ΑΔΑΕ 233/2021 και 234/2021 που αφορούν την υπόθεσή του δεν είναι οριστικές διότι, όπως υποστηρίζει, δεν έχουν ακόμα προσδιοριστεί για εκδίκαση από το Διοικητικό Εφετείο (σημ. οι ασκηθείσες προσφυγές κατ’ αυτών). Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του ο καταγγέλλων προσκομίζει για καθεμία από τις εν λόγω αποφάσεις, σχετική απεικόνιση από την εφαρμογή Παρακολούθησης Υπόθεσης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, από τις οποίες προκύπτει ότι α) κατά της απόφασης 233/2021 της ΑΔΑΕ έχει υποβληθεί η με αρ. κατάθεσης … προσφυγή εκ μέρους του ΟΤΕ, και β) κατά της απόφασης 234/2021 της ΑΔΑΕ έχει υποβληθεί η με αρ. κατάθεσης … προσφυγή 2 εκ μέρους της εταιρείας VODAFONE, και οι οποίες δεν έχουν εισαχθεί ακόμα σε Τμήμα προς εκδίκαση. Επιπλέον ο καταγγέλλων επικαλείται τις αποφάσεις 38/2022 και 39/2022 της Αρχής, με τις οποίες απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί των εταιρειών ΟΤΕ και VODAFONE που αφορούσαν την εφαρμογή της αρχής non bis in idem σε ανάλογη περίπτωση, υποστηρίζοντας ότι η Αρχή έχει εκδώσει αντιφατικές αποφάσεις για το ίδιο θέμα. Ειδικότερα, στις αποφάσεις αυτές της Αρχής γίνονται δεκτά τα εξής: «Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 1705/1987 (ΦΕΚ 89 Α`), «κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μία παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού». Με την εν λόγω διάταξη καθιερώνεται η αρχή non bis in idem, η οποία όπως γίνεται παγίως δεκτό από τη νομολογία του ΕΔΔΑ, του ΔΕΕ αλλά και του ΣτΕ, εφαρμόζεται όχι μόνο επί ποινικών κυρώσεων αλλά και στις περιπτώσεις που από τη σχετική νομοθεσία προβλέπεται η επιβολή σοβαρών διοικητικών κυρώσεων, όπως είναι τα πρόστιμα μεγάλου ύψους. Βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της αρχής non bis in idem, κατά τη Νομολογία του ΣτΕ, είναι να έχει επιβληθεί κύρωση στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας, η οποία να έχει οριστικοποιηθεί, είτε λόγω μη άσκησης ενδίκου βοηθήματος είτε λόγω απόρριψης του ασκηθέντος ενδίκου βοηθήματος (ΣτΕ 951/2018, 4309/2015). Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το υπόμνημα της καταγγελλόμενης εταιρίας, από την ΑΔΑΕ έχουν επιβληθεί σε βάρος της κυρώσεις μόνο σε δύο περιπτώσεις (Β, Γ), κατά των οποίων η καταγγελλόμενη δηλώνει ήδη ότι προτίθεται να προσφύγει ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου. Συνεπώς, δεν συντρέχει περίπτωση επιβολής οριστικοποιημένης κύρωσης εκ μέρους της ΑΔΑΕ, η οποία να εμποδίζει την εξέταση των υπό κρίση καταγγελιών από την Αρχή, κατ’ εφαρμογή της αρχής non bis in idem. Ανεξαρτήτως αυτού, οι εξεταζόμενες στην παρούσα υπόθεση παραβιάσεις συνιστούν προσβολή έννομου αγαθού διαφορετικού εκείνου που θίγεται με τις παραβάσεις, για τις οποίες έχουν επιβληθεί κυρώσεις στην εταιρία από την ΑΔΑΕ και οι οποίες αφορούν αποκλειστικά στην εφαρμογή ή μη των πολιτικών των υπευθύνων 3 επεξεργασίας (αρ. 12 παρ. 3 εδ. γ ν.3471/06) και όχι, εκτός αυτού, στην αποτελεσματικότητα των μέτρων που περιγράφονται σε αυτές και που ακολουθούνται βάσει αυτών και που εν τέλει καίτοι εφαρμόστηκαν δεν ήταν επαρκή ώστε να αποτρέψουν τα διαπιστωμένα περιστατικά παραβιάσεων των δεδομένων του συνδρομητή. … Συνεπώς, και για το λόγο αυτό δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση η αρχή non bis in idem σύμφωνα με την πρόσφατη Νομολογία του ΣτΕ (βλ. ΣτΕ 433/2021, 1771/2019, 3473/2017), με την οποία γίνεται δεκτό ότι είναι δυνατή η επιβολή στον ίδιο παραβάτη για τα ίδια πραγματικά περιστατικά δύο διοικητικών κυρώσεων από διαφορετικά διοικητικά όργανα ή ανεξάρτητες διοικητικές αρχές, αν η επιβολή τους αποβλέπει στην προστασία ιδιαιτέρως σημαντικών και διαφορετικών εννόμων αγαθών διότι τυχόν αδυναμία επιβολής της μιας από τις δύο διοικητικές κυρώσεις κατ` εφαρμογή της αρχής non bis in idem, εφόσον έχει ήδη επιβληθεί και οριστικοποιηθεί η μια από αυτές θα καθιστούσε ανενεργή την υποχρέωση που έχουν από το Σύνταγμα διαφορετικά κρατικά όργανα να προστατεύουν τους θιγομένους στα ατομικά τους δικαιώματα (ΣτΕ 433/2021, 3473/2017) και ότι η αρχή αυτή ούτε απαγορεύει την σωρευτική επιβολή κυρώσεων κατ’ επίκληση διατάξεων που τελούν σε αληθή κατ’ ιδέαν συρροή ούτε επιβάλλει «ενότητα διαδικασίας» (una via), και, ακριβώς για τον λόγο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι απαγορεύει να επιβληθούν οι κυρώσεις αυτές από διαφορετικές αρχές με ανεξάρτητες και αυτοτελείς διαδικασίες (ΣτΕ 1771/2019)». Η Αρχή, μετά από εξέταση των στοιχείων του φακέλου, αφού άκουσε τον εισηγητή και τους βοηθούς εισηγητές, και μετά από διεξοδική συζήτηση, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.