Αθήνα, 06-04-2015 ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ∆Ε∆ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/2190/06-04-2015 Α Π Ο Φ Α Σ Η 42 / 2015 (Τµήµα) Η Αρχή Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνεδρίασε µετά από πρόσκληση του Προέδρου της σε σύνθεση Τµήµατος στην έδρα της στις 11-03-2015, προκειµένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν οι Γ. Μπατζαλέξης, Αναπληρωτής Πρόεδρος, κωλυοµένου του Προέδρου της Αρχής Π. Χριστόφορου, και τα αναπληρωµατικά µέλη της Αρχής Σ. Βλαχόπουλος, ως εισηγητής, Γ. Λαζαράκος και Χ. Ανθόπουλος, σε αντικατάσταση των τακτικών µελών Λ. Κοτσαλή, Α. – Ι. Μεταξά και ∆. Μπριόλα, οι οποίοι αν και εκλήθησαν νοµίµως εγγράφως δεν παρέστησαν λόγω κωλύµατος. Στην συνεδρίαση παρέστησαν, χωρίς δικαίωµα ψήφου, η Θ. Τουτζιαράκη, νοµικός ελεγκτής (δικηγόρος), ως βοηθός εισηγητή, η οποία αποχώρησε µετά τη συζήτηση και πριν τη διάσκεψη και λήψη της απόφασης, και η Ε. Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τµήµατος διοικητικών και οικονοµικών υποθέσεων, ως γραµµατέας. Η Αρχή έλαβε υπόψη τα παρακάτω: Με την υπ’ αριθµ πρωτ. Γ/ΕΙΣ/6557/15.10.2012 προσφυγή της προς την Αρχή, η Α κατήγγειλε παράνοµη επεξεργασία δεδοµένων σχετικά µε την πιστοληπτική της ικανότητα από την Τράπεζα Κύπρου, την εταιρεία X Α.Ε., η οποία τυγχάνει πιστούχος και πελάτης της προαναφερόµενης τράπεζας, καθώς και προσωπικά από τον B, ο οποίος είναι και ο νόµιµος εκπρόσωπος της εταιρείας X Α.Ε. Στο πλαίσιο εξέτασης της ως άνω υπόθεσης, η Αρχή, µε τα υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΞ/3809/0406-2013 και Γ/ΕΞ/3810/04-06-2013 έγγραφά της, ζήτησε από την Τράπεζα Κύπρου και την εταιρεία X Α.Ε. να διευκρινίσουν τις απόψεις τους επ’ αυτής. Ακολούθως, οι καταγγελλόµενες 1 παρείχαν τις απαραίτητες διευκρινίσεις µε τα υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/4402/01-07-2013 και Γ/ΕΙΣ/4194/19-06-2013 έγγραφά τους, αντίστοιχα. Ταυτόχρονα µε την παροχή των απαραίτητων διευκρινίσεων για την ως άνω υπόθεση (δηλ. µε το ίδιο έγγραφο υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/4194/1906-2013), ο νόµιµος εκπρόσωπος της εταιρείας X Α.Ε., ως φυσικό πρόσωπο εν προκειµένω, κατήγγειλε ότι η προσφεύγουσα Α επεξεργάστηκε χωρίς νόµιµο λόγο προσωπικά του δεδοµένα σχετικά µε τραπεζικούς λογαριασµούς και ποινική δίωξη. Στη συνέχεια, η Α, η εταιρεία X Α.Ε. δια του νοµίµου εκπροσώπου της B και η Τράπεζα Κύπρου κλήθηκαν νοµίµως προς ακρόαση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Τµήµατος της Αρχής στις 15-10-2013 µε τις υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΞ/6243/03-10-2013, Γ/ΕΞ/6247/03-10-2013 και Γ/ΕΞ/6246/03-10-2013 κλήσεις, αντίστοιχα, και παρέστησαν. Κατά τη συνεδρίαση οι κληθέντες εξέθεσαν προφορικά τις απόψεις τους, τις οποίες ανέπτυξαν κατόπιν διεξοδικώς µε σχετικά υποµνήµατά τους (βλ. τα υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/6521/15-10-2013, Γ/ΕΙΣ/6767/24-10-2013 και Γ/ΕΙΣ/6828/25-10-2013 υποµνήµατα των Α, X Α.Ε. και Τράπεζα Κύπρου αντίστοιχα). Στη συνεδρίαση παρέστη επίσης η Γ και άσκησε παραδεκτώς πρόσθετη παρέµβαση υπέρ του Β µε το υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/6768/24-10-2013 έγγραφό της. Κατόπιν τούτων, η Αρχή εξέδωσε την υπ’ αριθµ. 154/2013 Απόφασή της, µε την οποία: 1. Αποφάνθηκε ότι η πρόσβαση της Τράπεζας Κύπρου στα δεδοµένα πιστοληπτικής ικανότητας της προσφεύγουσας που τηρούνται στο αρχείο της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. και η ακόλουθη ανακοίνωση των δεδοµένων αυτών στην εταιρεία X Α.Ε. και κατ’ επέκταση στο νόµιµο εκπρόσωπο αυτής B πραγµατοποιήθηκαν για παράνοµο σκοπό, καθώς δεν είχε προσκοµιστεί σχετικό αποδεικτικό έγγραφο (αντίγραφο επιταγής εκδόσεως της προσφεύγουσας), ώστε να νοµιµοποιείται η τράπεζα να ελέγξει την πιστοληπτική της ικανότητα από το αρχείο της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. και να ανακοινώσει, έστω και εµµέσως, το δεδοµένο της αφερεγγυότητας της προσφεύγουσας στην εταιρεία X Α.Ε.-πελάτη της τράπεζας. 2. Επέβαλε στην Τράπεζα Κύπρου χρηµατικό πρόστιµο ύψους πέντε χιλιάδων (5.000) Ευρώ για παράνοµη πρόσβαση στο αρχείο της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. και για παράνοµη ανακοίνωση των δεδοµένων που άντλησε από το αρχείο αυτό σε τρίτο πρόσωπο. 3. Επέβαλε στην εταιρεία X Α.Ε. χρηµατικό πρόστιµο ύψους τριών χιλιάδων (3.000) Ευρώ για παράνοµη συλλογή δεδοµένων πιστοληπτικής ικανότητας της προσφεύγουσας. 4. Επέβαλε την κύρωση της προειδοποίησης στην Α για παράνοµη ανακοίνωση δεδοµένων σχετικών µε τραπεζικό λογαριασµό του προσφεύγοντος B µέσω προσωπικής επιστολής σε τρίτο πρόσωπο. 5. Απηύθηνε σύσταση στην Τράπεζα Κύπρου να λάβει αυστηρότερα οργανωτικά µέτρα σχετικά 2 µε την τεκµηρίωση των αναζητήσεων που πραγµατοποιούν οι εξουσιοδοτηµένοι προς τούτο υπάλληλοί της στα αρχεία της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. (π.χ. εντατικοποίηση των ελέγχων που πραγµατοποιεί προς διαπίστωση συµµόρφωσης των υπαλλήλων της µε τις σχετικές οδηγίες), ώστε να αποφευχθούν στο µέλλον παρόµοια περιστατικά αναφορικά µε πρόσβαση στα εν λόγω αρχεία χωρίς νόµιµο λόγο. 6. Απέρριψε εν µέρει την προσφυγή της Α ως προς το σκέλος της περαιτέρω διάδοσης δεδοµένων σχετικών µε καταχώρισή της στα αρχεία της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. από τον καταγγελλόµενο στη Γενική Επίτροπο των Τακτικών ∆ιοικητικών ∆ικαστηρίων. 7. Απέρριψε εν µέρει την προσφυγή του B ως προς το σκέλος που αφορά στην πρόσβαση της Α στο αρχείο της Εισαγγελίας και την περαιτέρω χρήση των δεδοµένων αυτών σε µήνυµα ηλεκτρονικού ταχυδροµείου που απευθυνόταν από την καταγγελλόµενη προς τον προσφεύγοντα. Στη συνέχεια, η Α υπέβαλε την υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/27/03-01-2014 αίτηση θεραπείας κατά της ανωτέρω Απόφασης, όπως αυτή συµπληρώθηκε µε τα υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/1210/21-02-2014, Γ/ΕΙΣ/2130/02-04-2014 και Γ/ΕΙΣ/1360/03-03-2015 στοιχεία, µε την οποία εκθέτει διεξοδικά τους λόγους για τους οποίους ζητά τα ακόλουθα: α) Να γίνει δεκτή η προσφυγή της κατά του B και ως προς το σκέλος της περαιτέρω διάδοσης δυσµενών οικονοµικών της δεδοµένων από τον καταγγελλόµενο στη Γενική Επίτροπο των Τακτικών ∆ιοικητικών ∆ικαστηρίων µέσω ανώνυµης επιστολής. Ειδικότερα, η αιτούσα αναφέρει ότι ο B, µε τους ισχυρισµούς του ενώπιον της Αρχής, υπέπεσε σε αντιφάσεις που καταδεικνύουν ότι ψεύδεται ως προς τον ισχυρισµό του ότι δεν γνώριζε για το γεγονός και τους λόγους καταχώρισής της στα αρχεία της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. και άρα δεν ήταν δυνατόν να διαδώσει την πληροφορία αυτή περαιτέρω µέσω ανώνυµης επιστολής. Επίσης, η αιτούσα προσκοµίζει και την υπ’ αριθµ. …./… απόφαση του Μονοµελούς Πληµµελειοδικείου Αθηνών, µε την οποία ο Β κρίθηκε ένοχος για (
- i)ηθική αυτουργία σε παραβίαση δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα από τον ∆, λογιστή της εταιρείας του Χ και αδερφό του Ε, υπαλλήλου της Τράπεζας Κύπρου που πραγµατοποίησε την παράνοµη πρόσβαση στα αρχεία της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε., (
- ii)δυσφήµιση, επειδή συνέταξε και απέστειλε στη Γενική Επίτροπο των Τακτικών ∆ιοικητικών ∆ικαστηρίων ανώνυµηανυπόγραφη-δακτυλογραφηµένη επιστολή σχετικά µε την Α και (iii) συκοφαντική δυσφήµιση για την προηγούµενη πράξη. Επίσης, η αιτούσα προσκοµίζει την υπ’ αριθµ. …./… απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, µε την οποία επιδικάζεται στην ίδια χρηµατική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αποστολή της ανώνυµης επιστολής από τον Β προς τη Γενική Επίτροπο των Τακτικών ∆ιοικητικών ∆ικαστηρίων 3 β) Να διαγραφεί η επιβληθείσα σε βάρος της κύρωση της προειδοποίησης για παράνοµη ανακοίνωση δεδοµένων σχετικών µε τραπεζικό λογαριασµό του προσφεύγοντος Β µέσω προσωπικής επιστολής σε τρίτο πρόσωπο και να απορριφθεί τόσο η σχετική προσφυγή του Β ως προς το σκέλος αυτό όσο και η πρόσθετη παρέµβαση της Γ υπέρ του Α ως µη νόµιµης. Ειδικότερα, η αιτούσα αναφέρει ότι η σχετική της ενέργεια δεν εµπίπτει καν στο πεδίο εφαρµογής του ν. 2472/1997 (βλ. άρθρο 3 παρ. 2 στοιχ. α΄) και ότι η γνώµη του µειοψηφούντος µέλους της Αρχής είναι απόλυτα ορθή και νόµιµα ερµηνεύει τις οικείες διατάξεις (βλ. σκέψη 6 της Απόφασης 154/2013, … «Ωστόσο, ένα µέλος διατύπωσε την άποψη ότι η εν λόγω επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων δεν εµπίπτει στο πεδίο εφαρµογής του ν. 2472/1997, καθώς, σύµφωνα µε το άρθρο 3 παρ. 2 στοιχ. α΄, πραγµατοποιήθηκε από την καταγγέλλουσα κατά την άσκηση προσωπικών της δραστηριοτήτων. Η ανακοίνωση µέσω προσωπικής αλληλογραφίας σε ένα µόνον άτοµο -µε το οποίο ο υπεύθυνος επεξεργασίας διατηρεί ή διατηρούσε προσωπικές/φιλικές σχέσεις- προσωπικών δεδοµένων τρίτου προσώπου, µε το οποίο ο υπεύθυνος διατηρούσε επίσης φιλικές σχέσεις, όπως συµβαίνει εν προκειµένω, εµπίπτει στην έννοια της προσωπικής χρήσης, ενώ ο θιγόµενος θα πρέπει να αναζητήσει προστασία µε βάση τις κείµενες διατάξεις περί δυσφήµισης ή/και προσβολής προσωπικότητας»). Επιπρόσθετα, η αιτούσα δηλώνει ότι τόσο ο Ζ, στον οποίο έστειλε την εν λόγω επιστολή, όσο και η Γ που κατέθετε µικροποσά στο λογαριασµό του Β, είναι πρόσωπα γνωστά στον Β, αφού τα έχει χρησιµοποιήσει στις τρέχουσες δικαστικές διαµάχες του µε την αιτούσα ως µάρτυρες υπεράσπισής του, γνωρίζονται δηλαδή όλοι µεταξύ τους, εποµένως δεν γνωστοποιήθηκε κάτι που δεν γνώριζαν τα άτοµα αυτά, εφόσον, όπως είναι φυσικό, συνοµιλούν µεταξύ τους και σχολιάζουν τις εξελίξεις της διαµάχης της αιτούσας µε τον Β. Επίσης, προς απόδειξη της προσωπικής σχέσης του Β και της αιτούσας µε τον Ζ, η αιτούσα προσκοµίζει αντίγραφο κίνησης κοινού λογαριασµού της ιδίας και του Β, στον οποίο εµφαίνεται τραπεζική κίνηση ποσού 120 Ευρώ µεταξύ του Β και του Ζ στις …-….-…... Πέραν τούτων, η αιτούσα διατείνεται ότι ο Β ή η Γ ουδεµία βλάβη υπέστησαν από την πληροφόρηση του Ζ ότι η Γ κατέθετε µικροποσά στο λογαριασµό του Β, άλλωστε το γεγονός αυτό θα µπορούσε να αποτελέσει και το αντικείµενο µια προσωπικής τηλεφωνικής της επικοινωνίας µε τον Ζ ή µιας τυχαίας συνάντησης µεταξύ τους, εποµένως πρόκειται για καθαρά προσωπική χρήση και εκφεύγει του πεδίου εφαρµογής του ν. 2472/1997. Επί του σηµείου αυτού, η αιτούσα επικαλείται και προσκοµίζει τις Αποφάσεις της Αρχής 11/2012 (σκέψη 3) και 132/2013 (σκέψη 3), στις οποίες γίνεται αναφορά και ερµηνεία των άρθρων 2 και 3 του ν. 2472/1997, το άρθρο 3 παρ. 2 στοιχ. β΄ της Οδηγίας 1/2011 της Αρχής, την αιτιολογική σκέψη 12 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ, τη Γνώµη 5/2009 της Οµάδας του Άρθρου 29 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ σχετικά µε τις επιγραµµικές υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης, σελ. 7-8 (πρόσβαση σε πληροφορίες προφίλ), το Παράρτηµα 2 της από 27-02-2013 ∆ήλωσης της Οµάδας 4 του Άρθρου 29 σχετικά µε την έννοια της προσωπικής / οικιακής χρήσης, καθώς και τις αποφάσεις του ∆ΕΕ C-101/01 (Lindqvist) και C-73/07 (Satamedia). Στο πλαίσιο αυτό, η αιτούσα αναφέρει τα ακόλουθα: «Ευελπιστώ ότι η Αρχή, ενόψει του κύρους της και της ιδιαίτερα κρίσιµης, για την προστασία των ατόµων από µη νόµιµες και αθέµιτες παραβιάσεις των προσωπικών τους δεδοµένων, αποστολής της, θα ‘περιφρουρήσει’ τις αρµοδιότητες της και τον έλεγχό της στο προσήκον µέτρο, εναρµονιζόµενη µε τις τρέχουσες τάσεις και θεωρίες που αναπτύσσονται σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο [και διεθνώς] και την ερµηνεία που αποδίδεται στις διατάξεις που προστατεύουν τα προσωπικά δεδοµένα καθώς και το πεδίο εφαρµογής αυτών [αναφέροµαι όλως ιδιαιτέρως στο άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 2472/1997]». Επιπρόσθετα, η εταιρεία Χ Α.Ε., ο Β και η Γ υπέβαλαν την υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/967/13-02-2014 αίτηση θεραπείας κατά της ανωτέρω Απόφασης, όπως αυτή συµπληρώθηκε µε τα υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/1724/17-03-2014, Γ/ΕΙΣ/3375/30-05-2014 και Γ/ΕΙΣ/5519/18-09-2014 στοιχεία, µε την οποία εκθέτουν διεξοδικά τους λόγους για τους οποίους ζητούν τα ακόλουθα: α) Να απαλειφθεί το σε βάρος της εταιρείας Χ Α.Ε. χρηµατικό πρόστιµο ύψους τριών χιλιάδων (3.000) Ευρώ για παράνοµη συλλογή δεδοµένων πιστοληπτικής ικανότητας της προσφεύγουσας. Ειδικότερα, κατά την άποψη των αιτούντων, από κανένα σηµείο της προσβαλλόµενης δεν προκύπτει ο λόγος επιβολής του προστίµου, ενώ ακόµη και αν γίνει δεκτό ότι η εταιρεία Χ διενήργησε επεξεργασία, αυτή έγινε για λόγους προσωπικής χρήσης σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 2472/1997. Επίσης, οι αιτούντες θεωρούν ότι, δυνάµει του ιδιωτικού εγγράφου αναγνώρισης χρέους και δανείου της Α, θεµελιώνεται υπέρτερο έννοµο συµφέρον του νοµίµου εκπροσώπου της εταιρείας Β για έλεγχο πιστοληπτικής ικανότητας της Α. Στο πλαίσιο αυτό, οι αιτούντες επισηµαίνουν ότι αντικείµενο της ερώτησης στην Τράπεζα Κύπρου ήταν η παροχή πίστωσης ή όχι και όχι η επιχειρηµατική πληροφόρησή τους, καθώς, αν επεδίωκαν επιχειρηµατική πληροφόρηση, θα απευθύνονταν στις εταιρείες διαπίστωσης πιστοληπτικής ικανότητας ICAP και HELLASTAT, µε τις οποίες η εταιρεία Χ ήδη έχει συµβληθεί. β) Να διορθωθεί η προσβαλλόµενη ως προς την κύρωση της προειδοποίησης στην Α για παράνοµη ανακοίνωση δεδοµένων σχετικών µε τραπεζικό λογαριασµό του προσφεύγοντος Β µέσω προσωπικής επιστολής σε τρίτο πρόσωπο και να παραπεµφθεί η Α στην Ελληνική ∆ικαιοσύνη για την εξαπάτηση της Αρχής. Συγκεκριµένα, οι αιτούντες προσκοµίζουν υπεύθυνη δήλωση του Ζ ότι δεν έλαβε µήνυµα ηλεκτρονικού ταχυδροµείου από την Α, αφού η Α δεν γνώριζε το e-mail του, αλλά ταχυδροµική επιστολή. Επίσης, οι αιτούντες αναφέρουν ότι, η Αρχή, ενώ δέχθηκε την πρόσθετη παρέµβαση της Γ, δεν απεφάνθη στηριζόµενη στην παρέµβαση αυτή ότι και η Γ ήταν άλλος ένας από τους αποδέκτες της εν λόγω επιστολής. Πέραν τούτου, οι αιτούντες προσκοµίζουν 5 έκθεση γραφολογικής γνωµοδότησης προς απόδειξη του ισχυρισµού τους ότι η Α συνέταξε και τις τέσσερις
(4)επιστολές στα πρόσωπα που αναφέρουν. γ) Να διορθωθεί η προσβαλλόµενη ως προς την απόρριψη εν µέρει της προσφυγής του Β ως προς το σκέλος που αφορά στην πρόσβαση της Α στο αρχείο της Εισαγγελίας και την περαιτέρω χρήση των δεδοµένων αυτών σε µήνυµα ηλεκτρονικού ταχυδροµείου που απευθυνόταν από την καταγγελλόµενη προς τον προσφεύγοντα. Σύµφωνα µε τους ισχυρισµούς των αιτούντων, η επεξεργασία του ονόµατος του Β από την Εισαγγελία και η διαβίβαση των σχετικών πληροφοριών στην Α είναι αξιόποινη πράξη, δεδοµένου µάλιστα ότι τα εν λόγω στοιχεία δεν αφορούσαν στις εκκρεµείς δίκες του µε την Α και δεν ήταν αναγκαία για την άσκηση δικαιωµάτων της ενώπιον δικαστηρίου. Επίσης, οι αιτούντες θεωρούν ότι προσωπική χρήση θα προέκυπτε αν δεν υπήρχε καµία ενηµέρωση τρίτου και ο διενεργών την επεξεργασία υπάλληλος ήθελε να δει κατά ποιων εκκρεµούν ποινικές διώξεις κλπ. Οι αιτούντες φρονούν ότι, από τη στιγµή που µε άγνωστα άτοµα ως αρωγούς της η Α εισήλθε στο αρχείο της Εισαγγελίας, πληροφορήθηκε ευαίσθητα δεδοµένα και στη συνέχεια έστειλε ειρωνική επιστολή στον Β, τεκµαίρεται κατάφωρη παραβίαση των προσωπικών δεδοµένων του Β και φυσικώς συνάγεται και ο σκοπός αυτής που δεν είναι η προσωπική/οικιακή χρήση. Η Αρχή, µετά από εξέταση όλων των προαναφερόµενων στοιχείων του φακέλου, αφού άκουσε τον εισηγητή και τις διευκρινίσεις της βοηθού εισηγητή, η οποία στη συνέχεια αποχώρησε, και κατόπιν διεξοδικής συζήτησης, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
- Το άρθρο 24 παρ. 1 του Κώδικα ∆ιοικητικής ∆ιαδικασίας (Κ∆∆), που κυρώθηκε µε το πρώτο άρθρο του Ν. 2690/1999 (ΦΕΚ Α’ 45, 09.03.1999) ορίζει τα εξής: «Αν από τις σχετικές διατάξεις δεν προβλέπεται η δυνατότητα άσκησής της, κατά το επόµενο άρθρο, ειδικής διοικητικής, ή ενδικοφανούς προσφυγής, ο ενδιαφερόµενος, για την αποκατάσταση υλικής ή ηθικής βλάβης των έννοµων συµφερόντων του που προκαλείται από ατοµική διοικητική πράξη µπορεί, για οποιονδήποτε λόγο, µε αίτησή του, να ζητήσει, είτε από τη διοικητική αρχή η οποία εξέδωσε την πράξη, την ανάκληση ή την τροποποίησή της (αίτηση θεραπείας), είτε, από την αρχή η οποία προΐσταται εκείνης που εξέδωσε την πράξη, την ακύρωσή της (ιεραρχική προσφυγή). (…)». Κατά την αληθή έννοια της διάταξης, η αίτηση θεραπείας αποσκοπεί στην ανάκληση ή τροποποίηση της προσβαλλόµενης 6 ατοµικής διοικητικής πράξης για νοµικά ή πραγµατικά ελαττώµατα αυτής που ανάγονται στο καθεστώς υπό το οποίο εκδόθηκε. Εξάλλου, το άρθρο 21 του Κ∆∆ ορίζει τα εξής: «
- Αρµόδιο για την ανάκληση ατοµικής διοικητικής πράξης όργανο είναι εκείνο που την εξέδωσε ή που είναι αρµόδιο για την έκδοσή της.
- Για την ανάκληση δεν είναι απαραίτητο να τηρείται η διαδικασία που προβλέπεται για την έκδοση της πράξης, εκτός αν ανακαλείται πράξη νόµιµη ή πράξη παράνοµη ύστερα από εκτίµηση πραγµατικών περιστατικών».
- Η αίτηση θεραπείας της Α ασκείται παραδεκτώς σύµφωνα µε τα οριζόµενα στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 24 και 21 του Κ∆∆ και πρέπει να εξετασθεί η βασιµότητα αυτής. Ειδικότερα, η Α ζητεί την ανάκληση της υπ’ αριθµ. 154/2013 Απόφασης της Αρχής λόγω πληµµελούς και εσφαλµένης -κατά τους ισχυρισµούς της- ερµηνείας και εφαρµογής των διατάξεων του ν. 2472/
- Ωστόσο, η αιτούσα δεν επικαλείται ούτε προσκοµίζει για την υποστήριξη των ισχυρισµών της νέα στοιχεία ικανά να κλονίσουν την κρίση της Αρχής. Ειδικότερα, αναφορικά µε το πρώτο αίτηµά της να γίνει δεκτή η προσφυγή της κατά του Β ως προς το σκέλος της περαιτέρω διάδοσης δυσµενών οικονοµικών της δεδοµένων από τον καταγγελλόµενο στη Γενική Επίτροπο των Τακτικών ∆ιοικητικών ∆ικαστηρίων µέσω ανώνυµης επιστολής, παρατηρείται ότι οι δικαστικές αποφάσεις που επικαλείται και προσκοµίζει δεν είναι τελεσίδικες. Αναφορικά δε µε το δεύτερο αίτηµά της να διαγραφεί η επιβληθείσα σε βάρος της κύρωση της προειδοποίησης για παράνοµη ανακοίνωση δεδοµένων σχετικών µε τραπεζικό λογαριασµό του προσφεύγοντος Β µέσω προσωπικής επιστολής σε τρίτο πρόσωπο και να απορριφθεί τόσο η σχετική προσφυγή του Β ως προς το σκέλος αυτό όσο και η πρόσθετη παρέµβαση της Γ υπέρ του Β ως µη νόµιµη, επισηµαίνεται, καταρχάς, ότι το ζήτηµα του πεδίου εφαρµογής του ν. 2472/1997 µε βάση την έννοια της προσωπικής / οικιακής δραστηριότητας έχει ήδη συζητηθεί, εξεταστεί και κριθεί διεξοδικά µε την προσβαλλόµενη απόφαση (βλ. ιδίως σκέψη 6 της Απόφασης 154/2013). Επιπρόσθετα, η σχετική παρέµβαση της Γ, η οποία αναφέρεται µόνο στο ιστορικό της προσβαλλόµενης απόφασης ως παραδεκτώς ασκηθείσα (βλ. σελ. 4 της Απόφασης 154/2013), δεν αναφέρεται καθόλου στο σκεπτικό και διατακτικό της, αφού αυτή δεν έχει αυτοτελές αίτηµα, ούτε άλλωστε µπορούσε να έχει, αλλά έγινε προς υποστήριξη των απόψεων του Β. Συνεπώς, εφόσον η Αρχή διέλαβε σκέψη επί του παραδεκτού και νοµίµου της πρόσθετης παρέµβασης δεν χρειαζόταν να διαλάβει και σχετική διάταξη στο διατακτικό επ’ αυτής, αφού ακολουθεί την τύχη της προσφυγής του Β, µε αποτέλεσµα να µη συντρέχει λόγος ανακλήσεως της αποφάσεως, όπως ζητείται µε την αίτηση θεραπείας.
- Η αίτηση θεραπείας της εταιρείας Χ Α.Ε., του Β και της Γ ασκείται παραδεκτώς, µε τις 7 προαναφερθείσες σκέψεις ως προς την τελευταία, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 24 και 21 του Κ∆∆ και πρέπει να εξετασθεί η βασιµότητα αυτής. Ειδικότερα, οι αιτούντες ζητούν την ανάκληση της Απόφασης 154/2013 της Αρχής λόγω πληµµελούς και εσφαλµένης -κατά τους ισχυρισµούς τους- ερµηνείας και εφαρµογής των διατάξεων του ν. 2472/
- Ωστόσο, οι αιτούντες δεν επικαλούνται ούτε προσκοµίζουν για την υποστήριξη των ισχυρισµών τους νέα στοιχεία ικανά να κλονίσουν την κρίση της Αρχής. Ειδικότερα, αναφορικά µε το πρώτο αίτηµά τους να απαλειφθεί το σε βάρος της Χ Α.Ε. χρηµατικό πρόστιµο ύψους τριών χιλιάδων (3.000) Ευρώ για παράνοµη συλλογή δεδοµένων πιστοληπτικής ικανότητας της προσφεύγουσας, επισηµαίνεται ότι η κρίση περί της νοµιµότητας επεξεργασίας από την εν λόγω εταιρεία και οι λόγοι επιβολής του προστίµου αναλύονται διεξοδικά στην προσβαλλόµενη απόφαση (βλ. ιδίως σκέψεις 3 και 4 της Απόφασης 154/2013). Περαιτέρω, αναφορικά µε το δεύτερο αίτηµά τους να διορθωθεί η προσβαλλόµενη ως προς την κύρωση της προειδοποίησης στην Α για παράνοµη ανακοίνωση δεδοµένων σχετικών µε τραπεζικό λογαριασµό του προσφεύγοντος Β µέσω προσωπικής επιστολής σε τρίτο πρόσωπο και να παραπεµφθεί η Α στην Ελληνική ∆ικαιοσύνη για την εξαπάτηση της Αρχής, παρατηρείται ότι στην προσβαλλόµενη απόφαση δεν αναφέρεται ότι έγινε δεκτός ο ισχυρισµός της Α για αποστολή µηνύµατος ηλεκτρονικού ταχυδροµείου στον Ζ (e-mail), αλλά γίνεται λόγος για «προσωπική επιστολή», συνεπώς η σχετική υπεύθυνη δήλωση του Ζ ότι δεν έλαβε µήνυµα ηλεκτρονικού ταχυδροµείου, αλλά ταχυδροµική επιστολή, δεν επηρεάζει τη σχετική κρίση της Αρχής. Επίσης, η έκθεση γραφολογικής γνωµοδότησης προς απόδειξη του ισχυρισµού ότι η Α συνέταξε τέσσερις
(4)επιστολές δεν µπορεί να εκτιµηθεί από την Αρχή ούτε να συναχθούν εξ αυτής συµπεράσµατα επιβεβαιώνοντα ή απορρίπτοντα τον ισχυρισµό αυτό, αλλά τούτο εναπόκειται στο Ποινικό ∆ικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκκρεµεί σχετική υπόθεση µεταξύ της Α και Β για το ίδιο ζήτηµα (βλ. την από …-…-… και µε …../…. έγκληση του Β κατά της Α), το οποίο και θα κρίνει την αποδεικτική αξία του αποδεικτικού αυτού µέσου, κατά την αποδεικτική διαδικασία, εφόσον αυτό προσκοµισθεί. Τέλος, αναφορικά µε το τρίτο αίτηµα να διορθωθεί η προσβαλλόµενη ως προς την απόρριψη εν µέρει της προσφυγής του Β ως προς το σκέλος που αφορά στην πρόσβαση της Α στο αρχείο της Εισαγγελίας και την περαιτέρω χρήση των δεδοµένων αυτών σε µήνυµα ηλεκτρονικού ταχυδροµείου που απευθυνόταν από την Α προς τον Β, επισηµαίνεται ότι τόσο το ζήτηµα της σχετικής αρµοδιότητας της Αρχής σχετικά µε τα αρχεία που τηρούνται για τις ανάγκες της ποινικής δικαιοσύνης όσο και του πεδίου εφαρµογής του ν. 2472/1997 µε βάση την έννοια της προσωπικής / οικιακής δραστηριότητας έχει ήδη συζητηθεί, εξεταστεί και κριθεί διεξοδικά µε την προσβαλλόµενη απόφαση (βλ. ιδίως σκέψη 7 της Απόφασης 154/2013). 8 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Η Αρχή απορρίπτει τις αιτήσεις θεραπείας της Α και του Β κατά της Απόφασης 154/2013 για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας. Η Γραµµατέας Ο Αναπληρωτής Πρόεδρος Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου Γεώργιος Μπατζαλέξης 9