Αθήνα, 05-07-2019 Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/4782/05-07-2019 ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ Α Π Ο Φ Α Σ Η 22/2019 (Τμήμα) Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, συνήλθε, μετά από πρόσκληση του Προέδρου της σε τακτική συνεδρίαση σε σύνθεση Τμήματος στην έδρα της την 03-04-2019 και ώρα 10:00, σε συνέχεια της από 18-04-2018 συνεδρίασης, προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν οι Γ. Μπατζαλέξης, Αναπληρωτής Πρόεδρος, κωλυομένου του Προέδρου της Αρχής Κ. Μενουδάκου, και τα αναπληρωματικά μέλη Γρ. Τσόλιας, ως εισηγητής, Π. Ροντογιάννης και Ε. Παπακωνσταντίνου, σε αντικατάσταση των τακτικών μελών Χ. Ανθόπουλου, Α. Συμβώνη και Κ. Λαμπρινουδάκη αντίστοιχα, οι οποίοι αν και εκλήθησαν νομίμως εγγράφως δεν παρέστησαν λόγω κωλύματος. Στη συνεδρίαση παρέστησαν, επίσης, με εντολή του Προέδρου, χωρίς δικαίωμα ψήφου, η Ε. Ι. Τσακιρίδου, δικηγόρος – ειδική επιστήμονας, ως βοηθός εισηγήτρια, η οποία αποχώρησε μετά τη συζήτηση και πριν από τη διάσκεψη και τη λήψη αποφάσεως, και η Ε. Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του Τμήματος Διοικητικών Υποθέσεων, ως γραμματέας. Η Αρχή έλαβε υπόψη τα παρακάτω: Με το με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/4974/05-08-2016 έγγραφό του ο A υπέβαλε αίτηση θεραπείας κατά της με αριθ. 66/2013 Απόφασης της Αρχής. Συγκεκριμένα, η Αρχή με την προαναφερθείσα απόφαση εξέτασε την με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/7684/18-11-2011 προσφυγή του A κατά της Εμπορικής Τράπεζας, με την οποία ο προσφεύγων κατήγγειλε ότι ο B, Επιθεωρητής της Εμπορικής Τράπεζας, με την εν λόγω ιδιότητά του, αναζήτησε παράνομα, κατά τους ισχυρισμούς του, δυσμενή για αυτόν στοιχεία στην βάση δεδομένων του ΤΕΙΡΕΣΙΑ («μαύρη λίστα»). Η Αρχή, με την με αριθ. 66/2013 Απόφασή της, απέρριψε την ως άνω προσφυγή κατά της Εμπορικής Τράπεζας, αφού έκρινε νόμιμη την επεξεργασία των δεδομένων του καταγγέλλοντος, και δη τον έλεγχό του, ως τραπεζικού υπαλλήλου, από την Εμπορική Τράπεζα, ως και την πρόσβαση του ελέγχοντος Επιθεωρητή στο εν λόγω αρχείο του ΤΕΙΡΕΣΙΑ, και δη θεμιτή την αλλαγή του αρχικού σκοπού της επεξεργασίας (αρχικού σκοπού του εν λόγω αρχείου του ΤΕΙΡΕΣΙΑ). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη Απόφαση, η έρευνα δυσμενών στοιχείων από την βάση δεδομένων ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ κατόπιν διαπίστωσης παραβίασης κανόνων πιστοδοτικής διαδικασίας από ανατεθειμένο από τη Γενική Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου της Τράπεζας κλιμάκιο Επιθεωρητών, είναι σύννομη παρόλο που επέρχεται μεταβολή του αρχικού σκοπού επεξεργασίας. Ειδικότερα, ο αρχικός σκοπός επεξεργασίας ήταν ο έλεγχος πιστοληπτικής ικανότητας του καταγγέλλοντος, ως πελάτη, σκοπός σύμφωνος με τις προϋποθέσεις που θέτει η με αριθ. 24/2004 Απόφαση της Αρχής. Στην πορεία όμως, όταν διαπιστώθηκε εκ των υστέρων ότι πρόκειται για τραπεζικό υπάλληλο, μεταβλήθηκε ο σκοπός της επεξεργασίας (άρθρο 4 παρ. 1 στοιχ. α΄ ν. 2472/1997) προκειμένου να διενεργηθεί πειθαρχικός έλεγχος. Έτσι, η Αρχή λαμβάνοντας υπόψη τον ν. 2472/1997 και την Γνώμη 3/2013 της Ομάδας Εργασίας του άρθρου 29, εξέτασε τα πραγματικά περιστατικά όπως προέκυψαν από τη διερεύνηση της υπόθεσης (προσφυγή, καταθέσεις, υπομνήματα, συμπληρωματικά στοιχεία, κλπ.), και έκρινε ότι η σχέση του αρχικού σκοπού επεξεργασίας των δεδομένων σε σχέση με την περαιτέρω επεξεργασία που διενεργήθηκε χάριν πειθαρχικού ελέγχου ήταν όχι απλά συναφής αλλά και συνιστούσε το επόμενο λογικό βήμα αυτής από την στιγμή που διαπιστώθηκε ότι ο καταγγέλλων είχε και την ιδιότητα του τραπεζικού υπαλλήλου. Περαιτέρω, στην ως άνω απόφαση η Αρχή έκρινε ότι, ως τραπεζικός υπάλληλος, ο ίδιος ο καταγγέλλων δεν μπορούσε να έχει την εύλογη προσδοκία προστασίας της ιδιωτικότητάς του στην περίπτωση που θα ενεργούσε αντίθετα από τις οριζόμενες στον Οργανισμό Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας (ΣΣΕ …) επαγγελματικές του υποχρεώσεις, ενώ με την αντισυμβατική του συμπεριφορά αναδέχτηκε και τον κίνδυνο αρνητικής επίδρασης των πορισμάτων από την περαιτέρω επεξεργασία των δεδομένων (βλ. αναλυτικά σκ. 9 της προσβαλλόμενης απόφασης). Τρία χρόνια μετά την έκδοση της ως άνω απόφασης, ο προσφεύγων υπέβαλε αντιρρήσεις-παράπονα (αίτηση θεραπείας) κατά της με αριθ. 66/2013 Απόφασης (Γ/ΕΙΣ/4974/05-08-2016), ζητώντας την ανάκλησή της, την επανεξέταση της υπόθεσης από μηδενική βάση και την επιβολή των συνακόλουθων μέγιστων διοικητικών κυρώσεων στην Τράπεζα ALPHA BANK (καθολική διάδοχο της Εμπορικής Τράπεζας) και στον B, πρώην Επιθεωρητή της Εμπορικής Τράπεζας (βλ. και τα Γ/ΕΙΣ/2929/17-04-2018 και Γ/ΕΙΣ/1235/14-02-2019 συμπληρωματικά έγγραφα). Ειδικότερα, στην εν λόγω αίτηση θεραπείας ο προσφεύγων επικαλείται τα εξής: Α) Ότι σύμφωνα με το Καταστατικό Λειτουργίας της Αρχής έπρεπε να κληθεί σε ακρόαση ενώπιον της Αρχής (στην από 05-02-2013 συνεδρίαση της Αρχής) και ο ίδιος, ως καταγγέλλων, και όχι μόνο οι καταγγελλόμενοι. Β) ότι από την πραγματική παράθεση των γεγονότων προκύπτει σαφέστατα ότι στόχος των καταγγελλόμενων ήταν εξ αρχής η στοχοποίηση του καταγγέλλοντος και όχι η αξιολόγηση της πιστοληπτικής του ικανότητας. Γ) ότι εσφαλμένα η Αρχή δέχθηκε ως πραγματικό γεγονός την επίσκεψη κλιμακίου επιθεωρητών στο Κατάστημα [περιοχής] Χ, καθώς αυτό δεν συνέβη ποτέ. Δ) ότι εσφαλμένα έγινε δεκτό ότι η διαπίστωση πως ο καταγγέλλων ήταν τραπεζικός υπάλληλος έγινε μετά από πρόσβαση του Επιθεωρητή στα δυσμενή στοιχεία του ΤΕΙΡΕΣΙΑ, καθώς σε αυτά δεν αναφέρεται η επαγγελματική δραστηριότητα των οφειλετών. Ε) ότι ο ίδιος δεν έχει συναινέσει στην επεξεργασία προσωπικών δεδομένων τόσο σε αρχεία Τράπεζας όσο και στο διατραπεζικό αρχείο δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη σύμβαση στεγαστικού δανείου (υπ’ αριθ. …/…). ΣΤ) ότι οι κωδικοί πρόσβασης δίνονται μόνο από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ κατόπιν σχετικού αιτήματος του πιστωτικού ιδρύματος και για αυστηρά περιορισμένο αριθμό υπαλλήλων του και συνεπώς ο Επιθεωρητής, αφού δεν υπέβαλε αίτημα στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ για χορήγηση των δεδομένων, δεν ήταν εξουσιοδοτημένος λειτουργός για την χρήση των βάσεων δεδομένων της, την οποία χρήση τελικά επέτυχε μέσω κωδικού πρόσβασης της Επιθεωρήτριας Γ. Ζ) ότι σκοπός επεξεργασίας του ΤΕΙΡΕΣΙΑ είναι ο έλεγχος πιστοληπτικής ικανότητας των πελατών και όχι η άσκηση πειθαρχικού ελέγχου σε τραπεζικούς υπαλλήλους. Η) ότι στη συνεδρίαση της προσβαλλόμενης Απόφασης έλαβαν μέρος τρία μέλη της Αρχής αντί τεσσάρων τουλάχιστον, βάσει του άρθρου 6 παρ. 6 του Κανονισμού λειτουργίας της Αρχής, και συνεπώς η σύνθεση δεν ήταν νόμιμη. Η Αρχή, μετά από εξέταση όλων των παραπάνω στοιχείων, αφού άκουσε τον εισηγητή και τη βοηθό εισηγήτρια, η οποία αποχώρησε μετά τη συζήτηση και πριν από τη διάσκεψη και τη λήψη αποφάσεως, και κατόπιν διεξοδικής συζήτησης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Σύμφωνα με τα άρθρα 20 παρ. 2 του Συντάγματος, 21 παρ. 2 του ν. 2472/1997 και το άρθρο 8 του Κανονισμού Λειτουργίας της Αρχής, το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης αφορά τον ελεγχόμενο υπεύθυνο επεξεργασίας (δυνάμενο να υποστεί τις διοικητικές κυρώσεις) και όχι το εκάστοτε υποκείμενο των δεδομένων, οι δε απόψεις του προσφεύγοντος έχουν ακουστεί πλήρως με την ίδια την καταγγελία του και με τα συμπληρωματικά έγγραφα, τα οποία έχει προσκομίσει. Άλλωστε, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του Κανονισμού Λειτουργίας της Αρχής, ανήκει στην διακριτική ευχέρεια της Αρχής η κλήση του ενδιαφερομένου για παροχή διευκρινίσεων προφορικώς ή εγγράφως, εφόσον αυτή το κρίνει αναγκαίο. 2. Ως προς τον ισχυρισμό περί μη νόμιμης σύνθεσης της Αρχής, η Αρχή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, σε σύνθεση Τμήματος, με παρόντα δύο αναπληρωματικά μέλη και τον αναπληρωτή Πρόεδρο, συνεπώς τηρείται το άρθρο 5α του Κανονισμού Λειτουργίας της Αρχής (ΦΕΚ Β΄ 336/17-03-2000), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, συμφώνα με το οποίο «Οι αποφάσεις του Τμήματος λαμβάνονται με πλειοψηφία τριών μελών της». 3. Σημειώνεται δε ότι η αίτηση θεραπείας ασκήθηκε μετά την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος (τρία έτη), κάτι το οποίο δεν είναι σύνηθες σε παρόμοιες περιπτώσεις, χωρίς μάλιστα να έχει ασκηθεί αίτηση ακύρωσης στο ΣτΕ. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση τα ζητήματα, τα οποία προβάλλονται με την αίτηση θεραπείας, όπως ανωτέρω εκτίθενται στο ιστορικό της παρούσας, έχουν ήδη συζητηθεί, εξεταστεί και κριθεί διεξοδικά με την με αριθ. 66/2013 Απόφαση της Αρχής. Επειδή ο αιτών επαναλαμβάνει τα επιχειρήματα της προσφυγής του και δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει νέα ουσιώδη στοιχεία, τα οποία θα μπορούσαν να ανατρέψουν όσα δέχθηκε η με αριθ. 66/2013 Απόφαση της Αρχής, τα δε έγγραφα που προσκομίζει και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά έχουν ήδη ληφθεί υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση. Επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση είναι νόμιμη και πλήρως αιτιολογημένη. Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει λόγος επανεξέτασης της εν λόγω υπόθεσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Η Αρχή απορρίπτει την αίτηση θεραπείας του Α κατά της Απόφασης 66/2013 της Αρχής. Ο Αναπληρωτής Πρόεδρος Η Γραμματέας Γεώργιος Μπατζαλέξης Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.