Αθήνα, 20/11/03 ΑΠ: 2711 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ Ταχ. Δ/νση: ΟΜΗΡΟΥ 8 105 64 ΑΘΗΝΑ ΤΗΛ.: 210-3352604-605 FAX: 210-3352617 ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡ. 55/2003 Η συνεδρίαση έγινε στα γραφεία της Αρχής, την Πέμπτη 23/10/2003 ώρα 10:30 π.μ., μετά από πρόσκληση του Προέδρου. Παρέστησαν οι Δ. Γουργουράκης, Πρόεδρος, Αθ. Παπαχρίστου, Σ. Λύτρας, Ν. Φραγκάκης και Σ. Σαρηβαλάσης, τακτικά μέλη. Στη συνεδρίαση παρέστη το αναπληρωματικό μέλος Γ. Πάτζιου εις αναπλήρωσιν του τακτικού μέλους Ι. Τσουκαλά, ο οποίος εκλήθη αλλά απουσίαζε λόγω κωλύματος. Στη συνεδρίαση παρέστη επίσης το αναπληρωματικό μέλος Α. Παπανεοφύτου εις αναπλήρωσιν του τακτικού μέλους Ν. Παπαγεωργίου ο οποίος εκλήθη αλλά απουσίαζε λόγω κωλύματος. Καθήκοντα γραμματέα εξετέλεσε η Μ. Γιαννάκη, υπάλληλος του τμήματος Διοικητικού Οικονομικού, μετά από εντολή του Προέδρου. Η Αρχή συνήλθε προκειμένου να εξετάσει την με αριθ.πρωτ.… αίτηση του Α-όπως συμπληρώθηκε με το με αρ.πρωτ.… σημείωμά του-με την οποία στρέφεται κατά της με αριθ.68/2001 απόφασης της Αρχής. Έλαβε υπόψη: α.Τις διατάξεις: αα.Του άρθρου 10 του Σ. ββ.Του νόμου 2472/1997 και ειδικότερα των άρθρων 2 και 7 αυτού. γγ.Την με αρ.πρωτ.… προσφυγή του Α στην Αρχή, και την απόφαση 68/2001 της Αρχής επί της προσφυγής αυτής. δδ.Τις με αρ.πρωτ.… αντιρρήσεις του προσφεύγοντος και την με αρ.πρωτ.… αίτηση θεραπείας κατά της απόφασης 68/2001 της Αρχής, ως και το έγγραφο 233/1.2.2002 της Αρχής επί της αιτήσεως θεραπείας και των αντιρρήσεων αυτών. εε.Την προφορική ανάπτυξη της έγγραφης εισήγησης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ TO ΝΟΜΟ Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που προσκομίσθηκε και την εν γένει συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Με τη με αριθ.68/2001 απόφαση της η Αρχή απέρριψε την από … προσφυγή του Α, με την οποία ο τελευταίος κατήγγειλε παράνομη επεξεργασία προσωπικών του δεδομένων από την Τράπεζα Πειραιώς σε δίκη ενώπιον του Εφετείου Χ, στην οποία ήταν αντίδικοι η πιο πάνω Τράπεζα και η εταιρεία Φ, της οποίας ο προσφεύγων ήταν διαχειριστής. Κατά της απόφασης αυτής της Αρχής ο προσφεύγων άσκησε τις με αρ.πρωτ.… αντιρρήσεις και την με αρ.πρωτ.… αίτηση θεραπείας. Με το με αριθ.πρωτ.233/2002 έγγραφό της η Αρχή απέρριψε την αίτηση θεραπείας του προσφεύγοντος και εμμέσως τις αντιρρήσεις του κατά της ίδιας απόφασης και έτσι απάντησε τόσο στην αίτηση θεραπείας, όσο και -έμμεσα- στις αντιρρήσεις του προσφεύγοντος κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά συνέπεια, η εξεταζόμενη ήδη υπό κρίση με αρ.πρωτ.… αίτηση του προσφεύγοντος, όπως συμπληρώθηκε με το σημείωμά του, είναι νέα αίτηση θεραπείας κατά της απόφασης 68/2001 της Αρχής. Με βάση τα δεδομένα αυτά η Αρχή και εκτιμώντας επίσης ότι η εταιρεία Φ, της οποίας η σύζυγος του προσφεύγοντος ήταν μέλος και ο ίδιος διαχειριστής, ήταν σε συνεχή αντιδικία από το έτος 1984 με την Τράπεζα Πειραιώς για υπόθεση εμπορική. Ότι στις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου Χ η Τράπεζα Πειραιώς-εκκαλούσα στη δίκη εκείνη-ανέφερε ότι ο προσφεύγων είχε καταδικασθεί σε … κάθειρξη για κατοχή πλαστών …. Ότι το δεδομένο αυτό -για την χρήση του οποίου δεν υπήρξε συναίνεση του υποκειμένου-η εκκαλούσα Τράπεζα άντλησε από τη κατάθεση του μαρτυρά της Β, η οποία είχε δοθεί στον πρώτο βαθμό εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Χ. Κατά τις διεξαγωγές ενώπιον του Πρωτοδικείου Χ για την ίδια υπόθεση οι μάρτυρες της ενάγουσας Φ, Γ. και Δ. ανέφεραν ως κύρια πηγή των γεγονότων, για τα οποία κατέθεταν, τον προσφεύγοντα Α. Ότι την κατάθεση αυτή η εκκαλούσα διατήρησε κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης αντιδικίας και μετά τη θέση σε ισχύ του ν.2472/1997, στο φάκελο που είχε σχηματισθεί για την υπόθεση, στον οποίο περιέχονταν ακόμη και σειρά δημοσιευμάτων του τύπου, στα οποία γινόταν λόγος για το ίδιο γεγονός. Σύμφωνα με το άρθρο 2 εδαφ. α του ν.2472/1997,«Δεδομένα προσωπικού χαρακτήραείναι-κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων ...»,ενώ σύμφωνα με το εδαφ. β του ίδιου άρθρου « Ευαίσθητα δεδομένα είναι εκείνα που αφορούν την φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα.......,καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες». Σύμφωνα με το εδαφ. δ του ίδιου άρθρου, «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (επεξεργασία)-είναι-κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση, η αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφή διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή». Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.1 του ίδιου νόμου «Απαγορεύεται η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων», ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου «κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων..... (αν) είναι αναγκαία για την αναγνώριση ή άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου». Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 2 εδαφ. ε του ίδιου νόμου «Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (αρχείο)είναι-σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο». Ενόψει των διατάξεων αυτών, η επίκληση προσωπικού δεδομένου ενώπιον δικαστηρίου, όπως και η διατήρηση του δεδομένου αυτού σε φάκελο που συνιστά κατά τα ανωτέρω αρχείο, εμπίπτει στην έννοια της επεξεργασίας του ν.2472/97, εφόσον αποτελεί σε κάθε περίπτωση χρήση ή διάδοση προσωπικών δεδομένων. Με βάση τα πραγματικά περιστατικά αυτά η επίκληση του γεγονότος της καταδίκης του προσφεύγοντος που συνιστά ευαίσθητο προσωπικό του δεδομένο, έλαβε χώρα στο πλαίσιο της αντιδικίας της Τράπεζας Πειραιώς και της εταιρείας Φ και έγινε με πρόδηλο σκοπό να πλήξει την αξιοπιστία του ως πηγής πληροφοριών των μαρτύρων απόδειξης. Κατά συνέπεια η επίκληση αυτή, σε αρμονία με τη διάταξη του άρθρου 7εδαφ.2γ του ν.2472/1997, βρίσκεται σε συνάφεια με την δίκη, στο πλαίσιο της οποίας χρησιμοποιήθηκε και δεν συνιστά παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων του, κατ' άρθρο 7 παρ.1 του ν.2472/1997, έστω και αν δεν υπήρξε συναίνεση του ως υποκειμένου. Για τον ίδιο λόγο δεν συνιστά παράνομη επεξεργασία η διατήρηση του ευαίσθητου αυτού δεδομένου στο αρχείο που σχηματίστηκε από την εκκαλούσα για την υπόθεση αυτή. Ανεξαρτήτως του γεγονότος αυτού, όταν εκκρεμεί δίκη ή διενεργείται προανάκριση ή ανάκριση, αρμόδιος να κρίνει την νομιμότητα της συλλογής προσωπικών δεδομένων και τη χρήση τους στο δικαστήριο είναι ο δικαστικός ή εισαγγελικός λειτουργός στο πλαίσιο της αξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων ή του ανακριτικού υλικού. Έτσι έκρινε η προσβαλλόμενη με τις αιτήσεις θεραπείας απόφαση της Αρχής, ενόψει δε του γεγονότος ότι ο προσφεύγων και πάλι στην Αρχή δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει νεότερα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είτε κατά τη νομική της θεμελίωση ή την ουσιαστική της κρίση έσφαλε, δεν υπάρχει λόγος να ανακληθεί η απόφαση και η σχετική αίτηση θεραπείας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26.5.2003 αίτηση θεραπείας του Α κατά της 68/2001 απόφασης.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.