← Ελλάδα

Απόρριψη αίτησης θεραπείας κατά πράξης αρχειοθέτησης

Αθήνα, 23-12-2021 Αριθ. Πρωτ.: 3001 ΑΠΟΦΑΣΗ 53/2021 (Τμήμα) Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνεδρίασε σε σύνθεση Τμήματος μέσω τηλεδιασκέψεως την 15-12-2021 μετά από πρόσκληση του Προέδρου της, προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν ο Γεώργιος Μπατζαλέξης, Αναπληρωτής Πρόεδρος, κωλυομένου του Προέδρου της Αρχής Κωνσταντίνου Μενουδάκου, τα αναπληρωματικά μέλη Νικόλαος Λίβος ως εισηγητής, Δημοσθένης Βουγιούκας και Μαρία Ψάλλα σε αντικατάσταση των τακτικών μελών Χαράλαμπου Ανθόπουλου, Κωνσταντίνου Λαμπρινουδάκη και Γρηγορίου Τσόλια αντιστοίχως οι οποίοι αν και εκλήθησαν νομίμως εγγράφως δεν παρέστησαν λόγω κωλύματος. Στη συνεδρίαση παρέστησαν, με εντολή του Προέδρου, η Κυριακή Καρακάση, νομική ελέγκτρια – δικηγόρος, ως βοηθός εισηγητή και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τμήματος διοικητικών υποθέσεων της Αρχής, ως γραμματέας. Η Αρχή έλαβε υπόψη τα παρακάτω: Υποβλήθηκε στην Αρχή η με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/7349/11-11-2021 αίτηση της A, με την οποία η καταγγέλλουσα ζητεί την επανεξέταση της από 03-11-2021 πράξης αρχειοθέτησης (που της κοινοποιήθηκε με το Γ/ΕΞ/2550/10-11-2021 διαβιβαστικό έγγραφο της Αρχής) της με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/5803/16-09-2021 καταγγελίας της. Ειδικότερα, υποβλήθηκε στην Αρχή η με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/5803/16-09-2021 καταγγελία της A κατά του B. Στο πλαίσιο της ανωτέρω καταγγελίας, η ήδη αιτούσα αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι αμφότεροι (η καταγγέλλουσα και ο καταγγελλόμενος) είναι υπάλληλοι του Υπουργείου … και ότι στο πλαίσιο εκκρεμούς δικαστικής της 1 Λεωφ. Κηφισίας 1-3, 11523 Αθήνα Τ: 210 6475 600 • E: contact@dpa.gr • www.dpa.gr διαφοράς με τον ως άνω καταγγελλόμενο, ο τελευταίος προσκόμισε ως σχετικό έγγραφο των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ένα απόρρητο έγγραφο του Υπουργείου … (Έκθεση ένορκης διοικητικής εξέτασης), το οποίο περιλαμβάνει προσωπικά δεδομένα της καταγγέλλουσας, χωρίς, κατά τους ισχυρισμούς της, αυτό να είναι αναγκαίο για το αντικείμενο της ως άνω δίκης [αγωγή αποζημίωσης σε βάρος της για προσβολή προσωπικότητας του καταγγελλόμενου]. Η καταγγέλλουσα, όπως αναφέρει, διαμαρτυρήθηκε ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου αναφορικά με την προσκόμιση του εν λόγω εγγράφου. Εν συνεχεία, αναφέρεται ότι στο δικόγραφο της προσθήκης – αντίκρουσής του και μετά την ως άνω διαμαρτυρία της, ο καταγγελλόμενος - αντίδικος δήλωσε ότι «το πόρισμα αυτό είναι δευτερεύον στοιχείο για την κρίση [του Δικαστηρίου] στην επίδικη υπόθεση. Ως εκ τούτου, και προς άρση πάσης εκτροπής της δίκης από το πραγματικό αντικείμενό της αποδέ[χεται] να μη ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ως προς το περιεχόμενό του», ενώ το έχει ήδη προσκομίσει, σύμφωνα με την καταγγελία, και στο ποινικό σκέλος της ίδιας ακριβώς υπόθεσης. Το αίτημα της καταγγέλλουσας προς την Αρχή συνίσταται στη διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα της επεξεργασίας του εν λόγω εγγράφου εκ μέρους του καταγγελλόμενου αντιδίκου, στην ειδοποίηση προς τον καταγγελλόμενο για αφαίρεση αυτού, με αίτηση ανάκλησης, από τον φάκελο της εκκρεμούς έγκλησης σε βάρος της, προκειμένου να μη ληφθεί υπ’ όψιν από τις αρμόδιες προανακριτικές και εισαγγελικές αρχές, καθώς και στη διασφάλιση ότι ο καταγγελλόμενος αντίδικος θα απέχει από κάθε ανάλογη μελλοντική ενέργεια [δικαστικής] χρήσης του εν λόγω εγγράφου. Ακολούθως, η Αρχή, κατόπιν εξέτασης της ως άνω καταγγελίας, εξέδωσε την προαναφερόμενη από 03-11-2021 πράξη αρχειοθέτησης, με λόγο τη μη υπαγωγή της στην αρμοδιότητα της Αρχής. Συγκεκριμένα, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι η καταγγελία στρέφεται κατά του αντιδίκου της καταγγέλλουσας και αφορά τη δικαστική χρήση απόρρητου εγγράφου (του …), και δεδομένου ότι το επίμαχο έγγραφο έχει ήδη περιληφθεί σε φάκελο δικογραφίας και αποτελεί ή αποτέλεσε ήδη αντικείμενο δικαστικής εκτίμησης, το δε παράπονο και το αίτημα που διατυπώνεται αφορά τη δικαστική χρήση του εν λόγω εγγράφου, η Αρχή έκρινε ότι το ζήτημα αυτό εκφεύγει της αρμοδιότητας της Αρχής. Αποκλειστικά δε αρμόδιος να κρίνει τη νομιμότητα της 2 συλλογής και χρήσης προσωπικών δεδομένων ενώπιον δικαστηρίου είναι ο αρμόδιος δικαστικός λειτουργός ενώπιον του οποίου εκκρεμεί κάθε φορά η υπόθεση (άρθρο 55 παρ. 3 ΓΚΠΔ, άρθρο 10 παρ. 5 ν. 4624/2019, βλ. και πάγια νομολογία της Αρχής, ενδεικ. Απόφαση 147/2001, Απόφαση 1/2020 στην ιστοσελίδα της). Ακολούθως, η καταγγέλλουσα υπέβαλε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου της κατά της ανωτέρω πράξεως την υπό κρίση με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/7349/11-11-2021 αίτηση (θεραπείας), με την οποία, ισχυρίζεται ότι δεν εφαρμόζονται οι μνημονευόμενες στην προσβαλλόμενη πράξη αρχειοθέτησης διατάξεις, καθ’ όσον δεν αποτελούσε αντικείμενο της επίμαχης καταγγελίας η επεξεργασία δεδομένων από δικαστική αρχή, αλλά η επεξεργασία [συλλογή και προσκόμιση ενώπιον του δικαστηρίου] του επίμαχου εγγράφου από τον καταγγελλόμενο αντίδικό της. Εμμένει δε στον ισχυρισμό περί του ότι από την Αρχή ζητήθηκε να ελεγχθεί η τυχόν παραβίαση των άρθρων 5 και 14 του ΓΚΠΔ από τον καταγγελλόμενο αντίδικο της καταγγέλλουσας, επικαλούμενη νομολογία της Αρχής επί τη βάσει προϊσχύσαντος νομοθετικού καθεστώτος, με βάση την οποία η Αρχή εξέδιδε, κατόπιν αιτημάτων υπευθύνων επεξεργασίας (π.χ. Νοσοκομεία, κλπ.), άδειες για χορήγηση σε τρίτους αιτούντες εγγράφων για δικαστική χρήση αυτών. Τέλος, προβάλλεται ότι η επικαλούμενη πάγια νομολογία της Αρχής περί αναρμοδιότητάς της είναι παρωχημένη, επισημαίνοντας ότι η Αρχή είναι πλέον, με βάση την Οδηγία (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016, αρμόδια Εποπτική Αρχή ως προς το ζήτημα προσκόμισης πορίσματος με προσωπικά δεδομένα στο πλαίσιο κατάθεσης μήνυσης συμπεριλαμβανομένης της αναγκαιότητας τήρησής του στο αρχείο της εισαγγελίας, μολονότι αυτό δεν έχει αποτελέσει, κατά την καταγγέλλουσα, αντικείμενο της ως άνω καταγγελίας της. Η Αρχή, μετά από εξέταση των στοιχείων του φακέλου και αφού άκουσε τον εισηγητή και τις διευκρινίσεις της βοηθού εισηγητή, η οποία (τελευταία) αποχώρησε μετά τη συζήτηση και πριν από τη διάσκεψη και τη λήψη αποφάσεως, και κατόπιν διεξοδικής συζήτησης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 3

  1. Επειδή, το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν.3051/2002 για τις «Συνταγµατικά κατοχυρωµένες ανεξάρτητες αρχές, τροποποίηση και συµπλήρωση του συστήµατος προσλήψεων στο δηµόσιο τοµέα και συναφείς ρυθµίσεις» που εκδόθηκε σε εκτέλεση του άρθρου 101 Α του Συντάγµατος ορίζει ότι «
  2. Κατά των εκτελεστών αποφάσεων των ανεξάρτητων αρχών µπορεί να ασκηθεί αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συµβουλίου της Επικρατείας, καθώς και οι προβλεπόµενες στο Σύνταγµα και τη νοµοθεσία διοικητικές προσφυγές. Ένδικα βοηθήµατα κατά των αποφάσεων των ανεξάρτητων αρχών µπορεί να ασκεί και ο κατά περίπτωση αρµόδιος Υπουργός». Το άρθρο 24 παρ. 1 του Ν. 2690/1999 (Κ∆∆ιαδ.) ορίζει ότι «Αν από τις σχετικές διατάξεις δεν προβλέπεται η δυνατότητα άσκησης της, κατά το επόµενο άρθρο, ειδικής διοικητικής, ή ενδικοφανούς προσφυγής, ο ενδιαφερόµενος, για την αποκατάσταση υλικής ή ηθικής βλάβης των εννόµων συµφερόντων του που προκαλείται από ατοµική διοικητική πράξη µπορεί, για οποιονδήποτε λόγο, µε αίτησή του, να ζητήσει, είτε από τη διοικητική αρχή η οποία εξέδωσε την πράξη, την ανάκληση ή τροποποίησή της (αίτηση θεραπείας), είτε, από την αρχή η οποία προΐσταται εκείνης που εξέδωσε την πράξη, την ακύρωσή της (ιεραρχική προσφυγή)». Κατά την αληθή έννοια της διάταξης, η αίτηση θεραπείας αποσκοπεί στην ανάκληση ή τροποποίηση της προσβαλλόµενης ατοµικής διοικητικής πράξης για νοµικά ή πραγµατικά ελαττώµατα αυτής που ανάγονται στο καθεστώς υπό το οποίο εκδόθηκε.
  3. Επειδή, με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 24 Κ∆∆ιαδ. θεσπίζεται δικαίωµα κάθε «ενδιαφερόµενου» διοικουµένου, ο οποίος έχει υποστεί υλική ή ηθική βλάβη από ατοµική διοικητική πράξη, να προσφύγει κατά της αρχής που εξέδωσε την εν λόγω πράξη πριν καταφύγει στη δικαστική του προστασία (απλή διοικητική προσφυγή, άλλως αίτηση θεραπείας). Πρόκειται για «άτυπη» διοικητική προσφυγή σε αντιδιαστολή µε τις τυπικές «ειδικές» και «ενδικοφανείς» προσφυγές του άρθρου 25 Κ∆∆ιαδ. Η εν λόγω προσφυγή έχει ως αίτηµα την ανάκληση ή την τροποποίηση της ως άνω αναφερόµενης ατοµικής διοικητικής πράξης, προκειµένου να αποκατασταθεί η υλική ή ηθική βλάβη του προσφεύγοντος που η διοικητική πράξη προκάλεσε, στις περιπτώσεις εκείνες που ο νόµος δεν προβλέπει τη δυνατότητα άσκησης των παραπάνω προσφυγών του άρθρου 25 ΚΔ∆ιαδ
  4. 1 Βλ. ενδεικτικά, τη με αριθ. 73/2018 Απόφαση της Αρχής. 4
  5. Με τα ζητήματα τα οποία προβάλλονται με την αίτηση θεραπείας, όπως εκτίθενται ανωτέρω στο ιστορικό της παρούσας, δεν γίνεται επίκληση νέων και κρίσιμων για την υπόθεση πραγματικών στοιχείων παρά μόνον νομικών ισχυρισμών 2, καθ’ όσον επαναλαμβάνεται το αίτημα της καταγγελίας και επιχειρείται μία ερμηνευτική προσέγγιση των κανονιστικών διατάξεων που οριοθετούν την αρμοδιότητα της Αρχής. Τα ως άνω δε ζητήματα έχουν εξεταστεί στο πλαίσιο εκδόσεως της προσβαλλόμενης πράξης αρχειοθέτησης, και επομένως κατ’ ουδένα τρόπο κλονίζεται το περιεχόμενο της τελευταίας.
  6. Συγκεκριμένα, όσα αναφέρονται κατά του αντιδίκου της καταγγέλλουσας, για παράνομη, κατά τους ισχυρισμούς της καταγγέλλουσας, επεξεργασία, που συνίσταται σε συλλογή και προσκόμιση του επίμαχου εγγράφου ενώπιον δικαστηρίου, καταλαμβάνονται από τις διατάξεις των άρθρων 55 παρ. 3 του ΓΚΠΔ και 10 παρ. 5 του ν. 4624/2019, σύμφωνα με τις οποίες η Αρχή δεν είναι αρμόδια να ελέγχει πράξεις επεξεργασίας οι οποίες διενεργούνται από δικαστήρια στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής τους αρμοδιότητας. Επισημαίνεται ότι η προσκόμιση εγγράφων σε αστικά δικαστήρια γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του ΚΠολΔ, κατά βάση με πρωτοβουλία του εκάστοτε διαδίκου κατά το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του (συζητητικό σύστημα), και εμπίπτει στην, κατά τα ανωτέρω, δικαστική χρήση αυτών. Ως εκ τούτου, η Αρχή εμμένει στην από 03-11-2021 πράξη αρχειοθέτησης που διαβιβάστηκε στην ήδη αιτούσα με το με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΞ/2550/10-11-2021 έγγραφο, στους λόγους της οποίας και αναφέρεται. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την αίτηση θεραπείας της A. Ο Αναπληρωτής Πρόεδρος Η Γραμματέας Γεώργιος Μπατζαλέξης 2 Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου Βλ. ΣτΕ 1175/2013 (σκ. 9), 3259/2011 (σκ. 9), 434/2007 (σκ. 5), 2683/2003 (σκ. 5). 5

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.