Αθήνα, 14-04-2025 Αριθ. Πρωτ.: 1311 ΑΠΟΦΑΣΗ 16/2025 (Τμήμα) Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, συνήλθε, μετά από πρόσκληση του Προέδρου της, σε τακτική συνεδρίαση σε σύνθεση Τμήματος στην έδρα της την 02/04/2025 προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Στη συνεδρίαση παρέστησαν μέσω τηλεδιάσκεψης ο Γεώργιος Μπατζαλέξης, Αναπληρωτής Πρόεδρος, κωλυομένου του Προέδρου της Αρχής, Κωνσταντίνου Μενουδάκου, το τακτικό μέλος Γρηγόριος Τσόλιας, ως εισηγητής και το αναπληρωματικό μέλος Δημοσθένης Βουγιούκας σε αντικατάσταση του τακτικού μέλους Κωνσταντίνου Λαμπρινουδάκη ο οποίος δεν παρέστη λόγω κωλύματος αν και κλήθηκε νομίμως εγγράφως. Στη συνεδρίαση παρέστη, με εντολή του Προέδρου χωρίς δικαίωμα ψήφου, η Χάρις Συμεωνίδου, ειδική επιστήμονας – ελέγκτρια ως βοηθός εισηγητή και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τμήματος διοικητικών υποθέσεων της Αρχής, ως γραμματέας. Η Αρχή έλαβε υπόψη τα παρακάτω: Με τη με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/297/16-01-2023 καταγγελία της, που υποβλήθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου της, Γεώργιου Νούσκαλη, η A (στο εξής αναφερόμενη ως καταγγέλλουσα), στρέφεται κατά της Συνεταιριστικής Τράπεζας Θεσσαλίας ΣΥΝ.ΠΕ. (στο εξής αναφερόμενη ως καταγγελλόμενη) για παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης στα προσωπικά της δεδομένα. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με 1 Λεωφ. Κηφισίας 1-3, 11523 Αθήνα Τ: 210 6475 600 • E: contact@dpa.gr • www.dpa.gr την καταγγελία, δυνάμει της από 28-2-2022 εξώδικης αίτησης της καταγγέλλουσας (βλ. Γ/ΕΙΣ/2573/6-4-2023 συμπληρωματικό έγγραφο), η οποία επιδόθηκε στις 3-32022, η καταγγέλλουσα άσκησε προς την καταγγελλόμενη Τράπεζα, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, το δικαίωμα πρόσβασης (άρ. 15 ΓΚΠΔ) στα ειδικότερα αναφερόμενα στην αίτησή της (σελ. 5-8) έγγραφα και προσωπικά της δεδομένα, με σκοπό ιδίως την επισκόπηση και γραφολογική εξέταση των πρωτοτύπων α) του υπ’ αριθ. … Συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου εγγράφου της Συμβολαιογράφου [περιοχής] Χ, Β, β) της υπ’ αριθ. … Πρόσθετης Πράξης Τροποποίησης Όρου της υπ’ αριθ. … Σύμβασης Πιστώσεως διά ανοιχτού λογαριασμού και γ) των υπ’ αριθ. … συμβάσεων περί πιστώσεως με ανοιχτό λογαριασμό, σύναψη δανείου, σύναψη σύμβασης εγγυητή και αναγνώρισης πράξεων επαύξησης πίστωσης/αναγνώρισης επαύξησης επιτοκίου και αναγνώρισης οφειλής, τα οποία φέρεται μεν να έχει υπογράψει η καταγγέλλουσα, αλλά η ίδια αμφισβητεί τις υπογραφές ως πλαστές. Σύμφωνα δε με την καταγγελία, το εν λόγω δικαίωμα δεν ικανοποιήθηκε. Στο πλαίσιο διερεύνησης της ως άνω καταγγελίας, η Αρχή με το Γ/ΕΞΕ/1034/2604-2023 έγγραφο διαβίβασε την καταγγελία και τα σχετικά έγγραφα στην καταγγελλόμενη Τράπεζα και την κάλεσε να εκθέσει τις απόψεις της επί των καταγγελλομένων, παρέχοντας κάθε σχετικό στοιχείο τεκμηρίωσης. Με το υπ’ αρ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/3458/10-05-2023 απαντητικό έγγραφο, η καταγγελλόμενη Τράπεζα ανέφερε ότι στην ανωτέρω από 28/2/2022 εξώδικη επιστολή της καταγγέλλουσας, η οποία της επιδόθηκε στις 03/03/2022, απάντησε με την από 24/3/2022 επιστολή της, με την οποία κάλεσε την καταγγέλλουσα να της δηλώσει διεύθυνση ταχυδρομικής αποστολής ή να προσέλθει, κατόπιν επικοινωνίας με την αρμόδια Διεύθυνση Διαχείρισης Εμπλοκών, σε συνεργασία με την Υπεύθυνη Προστασίας Δεδομένων της Τράπεζας, προς λήψη των αιτηθέντων αντιγράφων των εγγράφων που φέρουν το όνομά της και χρησιμοποιήθηκαν για τους σκοπούς κατάρτισης και εκτέλεσης των όρων των μεταξύ τους συμβάσεων. Η καταγγέλλουσα, σύμφωνα με την ίδια απάντηση, επανήλθε και ζήτησε ορισμό διά ζώσης συνάντησης, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 27/05/2022, στο πλαίσιο της οποίας η καταγγέλλουσα και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της κατέστησαν σαφές ότι το αίτημά τους είχε ικανοποιηθεί όσον αφορά τα αντίγραφα των συμβάσεων και είχε περιοριστεί στην επιτόπια πρόσβαση και επισκόπηση των συμβάσεων. Σε ερώτημα 2 της τράπεζας για ποιο λόγο επιθυμούν την επισκόπηση των πρωτοτύπων εγγράφων, ο πληρεξούσιος δικηγόρος απάντησε ότι με την εμφάνιση των πρωτοτύπων θα επιτύγχαναν καλύτερη εικόνα για τη σύνταξη εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Η Τράπεζα, όπως αναφέρει, επανέλαβε τη θέση ότι η αυτοπρόσωπη εξέταση – επισκόπηση των πρωτοτύπων εγγράφων υπερβαίνει τους επικαλούμενους σκοπούς άσκησης των δικαιωμάτων της (πληροφόρησης – πρόσβασης στα προσωπικά δεδομένα) και δεν προβλέπεται από τις επικαλούμενες από εκείνη διατάξεις. Ακολούθως, η καταγγέλλουσα υπέβαλε την από 17/10/2022 έγκληση κατά των 1) Γ και 2) Δ για πλαστογραφία με χρήση με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους με βλάβη τρίτου και συνολικό περιουσιακό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, η οποία απορρίφθηκε και τέθηκε στο αρχείο με την υπ’ αρ. … διάταξη της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών [περιοχής] Χ, κατά της οποίας ασκήθηκε η αρ. … προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε ομοίως με την αρ. … από … διάταξη της Εισαγγελέως Εφετών [περιοχής] Φ, στο σκεπτικό της οποίας αναφέρεται ότι δεν κρίθηκε δικαιολογημένη η όψιμη υποβολή έγκλησης, καθώς ενώ η καταγγελία των επίμαχων συμβάσεων είχε περιέλθει σε γνώση της καταγγέλλουσας το έτος 2017, όχι μόνο δεν ανέφερε τυχόν πλαστότητα αλλά στο δικόγραφο της ανακοπής συνομολόγησε τη σύμπραξή της στη σύνταξη του υπ’ αρ. … πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Β. Επιπλέον, σύμφωνα με την καταγγελλόμενη Τράπεζα, όπως αναφέρεται στην αρ. …- από …- διάταξη της Εισαγγελέως Εφετών [περιοχής] Φ, με την υποβολή της από 17/10/2022 έγκλησης της καταγγέλλουσας, προσκομίστηκε η από 26/07/2022 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της δικαστικής γραφολόγου Ε, παρά τους ισχυρισμούς της καταγγέλλουσας ότι η αυτοπρόσωπη εξέταση (επισκόπηση) των ως άνω πρωτοτύπων εγγράφων ήταν απαραίτητη για τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Μετά δε τη θέση της έγκλησης της καταγγέλλουσας στο αρχείο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της καταγγέλλουσας προέβη στην καταγγελία ενώπιον της Αρχής. Όπως υποστηρίζει η καταγγελλόμενη Τράπεζα, η υποχρέωση παροχής αντιγράφου δεν πρέπει να νοείται ως πρόσθετο δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων σε σχέση με το δικαίωμα πρόσβασης του άρθρου 15 ΓΚΠΔ, αλλά ως το μέσο παροχής πρόσβασης στα δεδομένα, σύμφωνα και με τις Κατευθυντήριες Γραμμές του ΕΣΠΔ αναφορικά με το δικαίωμα πρόσβασης. Η υποχρέωση παροχής αντιγράφου δεν 3 αποσκοπεί στη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του δικαιώματος στην πρόσβαση: αναφέρεται μόνο σε αντίγραφο των προσωπικών δεδομένων που υφίστανται επεξεργασία και όχι απαραίτητα σε αναπαραγωγή των πρωτότυπων εγγράφων. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, εάν η πρόσβαση στα δεδομένα κατά την έννοια του άρθρου 15 παρ. 1 δίνεται παρέχοντας ένα αντίγραφο, τηρείται η υποχρέωση παροχής αντιγράφου που αναφέρεται στο άρθρο 15 παρ.
- Συμπερασματικά, η Τράπεζα τονίζει ότι έχει εκπληρώσει την υποχρέωση για παροχή ισοτύπων (πρωτοτύπων) των κάθε είδους συμβατικών εγγράφων που φέρουν την υπογραφή της καταγγέλλουσας ή του εντολοδόχου πληρεξούσιου δικηγόρου της κατά τον εκάστοτε χρόνο της ολοκλήρωσης της σύνταξής τους (κατάρτισής τους) και την υποχρέωση για κατάθεση των ως άνω εγγράφων που αποδεικνύουν εγγράφως την απαίτησή της στο Δικαστήριο έκδοσης της διαταγής πληρωμής προς άσκηση των δικονομικών δικαιωμάτων της καταγγέλλουσας για προσβολής αυτής. Επιπλέον, η καταγγέλλουσα συνομολογεί ότι έχει λάβει το σύνολο των συμβατικών εγγράφων στα οποία στηρίζονται οι αξιώσεις της Τράπεζας εναντίον της. Επομένως το ζήτημα συνίσταται στο αν είναι επαρκής η χορήγηση αντιγράφων για να λάβει γνώση το υποκείμενο των δεδομένων των προσωπικών δεδομένων που υφίστανται επεξεργασία ή απαιτείται η επισκόπηση των πρωτοτύπων. Η Τράπεζα επισημαίνει επίσης ότι όσον αφορά το αρ. … πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Β, αυτό τηρείται στο αρχείο της συμβολαιογράφου που έχει παραλάβει το σχετικό αρχείο και η Τράπεζα έχει στα χέρια της αντίγραφο αυτού, στο οποίο δεν εμφαίνονται οι πρωτότυπες υπογραφές. Από το σκεπτικό των κατευθυντηρίων γραμμών του ΕΣΠΔ, προκύπτει με σαφήνεια, κατά την τράπεζα, ότι η ίδια ως υπεύθυνη επεξεργασίας, δεν υποχρεούται να παρέχει πρόσβαση στην πληροφορία με άλλο μέσο από αυτό της χορήγησης αντιγράφων, ενώ αντίθετος συλλογισμός θα δημιουργούσε στις Τράπεζες τρομερά πρακτικά προβλήματα στην καθημερινή τους λειτουργία και θα οδηγούσε σε κατασπατάληση ανθρωπίνων πόρων, χωρίς να αντισταθμίζεται με ανάλογο όφελος του υποκειμένου των δεδομένων. Με την χορήγηση απλού αντιγράφου, η καταγγέλλουσα έλαβε πλήρη πληροφόρηση για τα προσωπικά δεδομένα της, ενώ ακόμα και για την περίπτωση που το υποκείμενο αιτείται να λάβει γνώση των δεδομένων για τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, το ΕΣΠΔ δέχεται ότι το δικαίωμα του άρθρου 15 ΓΚΠΔ ικανοποιείται με τη χορήγηση φωτοαντιγράφου των 4 χειρόγραφων πληροφοριών. Τέλος, η Τράπεζα υποστηρίζει ότι η καταγγέλλουσα σε κάθε περίπτωση στα πλαίσια της ανωτέρω ποινικής διαδικασίας, θα μπορούσε να ζητήσει την έκδοση εισαγγελικής παραγγελίας για την επίδειξη των πρωτοτύπων εγγράφων, αίτημα που είτε δεν υπέβαλε, είτε υποβλήθηκε και απορρίφθηκε. Έτσι, καταλήγει ότι με τη χορήγηση των φωτοαντιγράφων η καταγγέλλουσα έχει λάβει όλη την πληροφορία που απαιτείται για να ικανοποιηθεί το δικαίωμά της για πρόσβαση στα προσωπικά της δεδομένα, το δε αίτημα για αυτοπρόσωπη επισκόπηση των εγγράφων υπερβαίνει τον σκοπό του ανωτέρω δικαιώματος. Ακολούθως, αφού η καταγγέλλουσα ζήτησε και έλαβε από την Αρχή αντίγραφο της ανωτέρω απάντησης της καταγγελλόμενης Τράπεζας, με το Γ/ΕΙΣ/4304/08-062023 συμπληρωματικό έγγραφο του πληρεξούσιου δικηγόρου της, υποστήριξε ότι αφενός κανένα πρωτότυπο έγγραφο δεν της χορήγησε η ανωτέρω Τράπεζα, ούτε και της έδωσε τη δυνατότητα αυτοπρόσωπης επισκοπήσεως και ιδίως, αναφορικά, με την από 10-02-2009 Πρόσθετη Πράξη Τροποποίησης Όρων δανείου, την οποία ουδέποτε υπέγραψε, όπως αναφέρει, στοιχείο που οδήγησε, μεταξύ άλλων, και στην προσωρινή και όχι οριστική θέση στο αρχείο της σχετικής εγκλήσεώς της, αφετέρου, ουδόλως συνιστά απάντηση στο αίτημά της ότι μπορεί να αιτηθεί και να λάβει εισαγγελική παραγγελία καθώς και ο ισχυρισμός ότι δήθεν το αίτημα αυτοπρόσωπης επισκοπήσεως των πρωτοτύπων εγγράφων συνιστά υπέρβαση του σκοπού του δικαιώματος πρόσβασης κατά το αρ. 15 ΓΚΠΔ. Σε συνέχεια των ανωτέρω, η Αρχή με τις Γ/ΕΞΕ/74/08-01-2025 και Γ/ΕΞΕ/73/0801-2025 κλήσεις της κάλεσε την καταγγέλλουσα και την καταγγελλόμενη Τράπεζα, αντίστοιχα, σε ακρόαση ενώπιον του Τμήματος της Αρχής στις 22-01-2025 προκειμένου να εκθέσουν τις απόψεις τους για την υπόθεση, κοινοποιώντας στην καταγγελλόμενη ταυτόχρονα το Γ/ΕΙΣ/4304/08-06-2023 έγγραφο που δεν ήταν ήδη σε γνώση της. Κατά τη συνεδρίαση της 22-01-2025 παρέστησαν ενώπιον της Αρχής εκ μέρους της καταγγέλλουσας οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της, Γεώργιος Νούσκαλης (ΑΜ Δ.Σ. …) και ο Γεώργιος Καλογήρου (ΑΜ Δ.Σ. …), εκ μέρους της καταγγελλόμενης Συνεταιριστικής Τράπεζας Θεσσαλίας, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Κωνσταντίνος Κοτρώνης (ΑΜ Δ.Σ. …) ενώ παρέστη και η Υπεύθυνη Προστασίας Δεδομένων, ΣΤ, προς 5 παροχή διευκρινίσεων. Κατά τη συνεδρίαση χορηγήθηκε προθεσμία μέχρι την 21/2/2025 και υποβλήθηκαν εμπρόθεσμα, από πλευράς της καταγγέλλουσας τα Γ/ΕΙΣ/878 και 898/31-01-2025 και Γ/ΕΙΣ/1645/24-02-2025 υπομνήματα, ενώ από την πλευρά της καταγγελλόμενης τράπεζας το Γ/ΕΙΣ/1233/11-02-2025 υπόμνημα. Κατά τη συνεδρίαση και με τα ανωτέρω υπομνήματά της η καταγγέλλουσα επανέλαβε τα αναφερόμενα στην καταγγελία της, τονίζοντας ότι για τον σκοπό της γραφολογικής εξέτασης, το αντίγραφο χάνει ή αλλοιώνει πολλά από τα χαρακτηριστικά της γραφής και δυσκολεύει την εξακρίβωση της γνησιότητας ή της πλαστότητάς του, αφού η διαδικασία αναπαραγωγής ενός αντιγράφου υπόκειται σε σφάλματα και δεν αποδίδει όλα τα χαρακτηριστικά του εγγράφου που αναπαράγεται και μπορεί να υποδηλώνουν πλαστότητα, ως εκ τούτου θεωρεί ότι το δικαίωμα πρόσβασής της στα εν λόγω έγγραφα δεν έχει ικανοποιηθεί πλήρως, ενώ ακόμη εκκρεμεί δίκη στο πλαίσιο της οποίας έχει ακόμα τη δικονομική δυνατότητα να υποβάλει ένσταση πλαστότητας. Επιπλέον υποστήριξε ότι η επί τόπου επισκόπηση του πρωτοτύπου εγγράφου της τράπεζας συνιστά τον μόνο ικανό και αναγκαίο τρόπο προάσπισης των συμφερόντων της, δηλαδή της ακύρωσης της εκδοθείσας εις βάρος της καταγγέλλουσας διαταγής πληρωμής, ενόψει άσκησης αναίρεσης κατά της τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου [περιοχής] Φ. Τέλος τόνισε ότι η ratio του αρ. 15 ΓΚΠΔ συνίσταται ακριβώς στην προάσπιση των δικαιωμάτων του υποκειμένου από την πληροφορία-προσωπικά δεδομένα επί των οποίων ζητά την πρόσβαση, όπως εν προκειμένω η επισκόπηση των πρωτοτύπων ζητηθέντων εγγράφων. Από την πλευρά της η καταγγελλόμενη Τράπεζα, τόσο διά των εκπροσώπων της κατά τη συνεδρίαση όσο και με το ανωτέρω υπόμνημά της υποστήριξε ότι η καταγγέλλουσα διέθετε τουλάχιστον φωτοαντίγραφο της αιτούμενης σύμβασης, του οποίου τη γνησιότητα δεν αμφισβητεί, δηλαδή δεν ισχυρίζεται ότι διαφέρει από το πρωτότυπο ή ότι αλλοιώθηκε το περιεχόμενό του κατά τη φωτοτύπηση. Συνεπώς, το δικαίωμά της για πρόσβαση στα προσωπικά της δεδομένα, σύμφωνα με το άρθρο 15 ΓΚΠΔ έχει ικανοποιηθεί κατά τρόπο επαρκέστατο, που της παρείχε μόνιμη πρόσβαση σε αυτά, ώστε να μπορεί να γνωρίζει και να επαληθεύει τη νομιμότητα της επεξεργασίας και την ακρίβεια των δεδομένων της, με τρόπο μάλιστα που υπερέβαινε ως «μείζον», λόγω της μόνιμης κατοχής, το «έλασσον», δηλαδή την επισκόπηση του πρωτοτύπου, η οποία από τη φύση της θα ήταν προσωρινή και θα 6 είχε την έννοια της αυτοψίας του εγγράφου. Εξάλλου, σύμφωνα με την Τράπεζα, η καταγγέλλουσα είχε παραλάβει και ισότυπο (πρωτότυπο) της σύμβασης κατά την υπογραφή της. Όσον αφορά το υπ’ αρ. … πληρεξούσιο της άλλοτε Συμβολαιογράφου Β, η Τράπεζα αναφέρει ότι τηρείται στο αρχείο της Συμβολαιογράφου που τηρεί το αρχείο της εν λόγω συμβολαιογράφου, η δε Τράπεζα διαθέτει αντίγραφο αυτού, όπως και η καταγγέλλουσα, στο οποίο δεν εμφαίνονται οι πρωτότυπες υπογραφές της. Περαιτέρω, η Τράπεζα τονίζει ότι η καταγγέλλουσα δεν ζήτησε την επίδειξη του πρωτοτύπου διότι δεν γνώριζε την ύπαρξη ή το περιεχόμενό του ούτε για να επαληθεύσει τη νομιμότητα της επεξεργασίας, την οποία εξαρχής αρνείται λόγω φερόμενης πλαστότητας, αλλά με πραγματικό σκοπό να διεξαχθεί επιτόπια γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, μέσω της παρουσίας γραφολόγου μαζί με την καταγγέλλουσα – υποκείμενο των δεδομένων και εξέτασης του εγγράφου προκειμένου να χρησιμοποιηθεί το προϊόν της εξέτασης για άσκηση δικαιωμάτων απόδειξης ή/και ανταπόδειξης ενώπιον δικαστηρίων, παρακάμπτοντας έτσι θεσμοθετημένες δικονομικές διαδικασίες και εμπλέκοντας την Αρχή σε μια ιδιωτική διαφορά, ήδη λήξασα ενώπιον της αστικής και ποινικής δικαιοσύνης, αφού επί του παρόντος δεν υφίσταται καμία εκκρεμοδικία και σε κάθε περίπτωση η επίλυση της διαφοράς ανήκει στη δικαστική εξουσία και εκφεύγει της δικαιοδοσίας μιας διοικητικής αρχής. Άλλωστε, όπως επισημαίνει η Τράπεζα, ουδόλως εμποδίστηκε η καταγγέλλουσα να ασκήσει κάθε σχετικό δικονομικό δικαίωμά της για διενέργεια ιδιωτικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία πράγματι συντάχθηκε με χρήση και γραφολογική εξέταση του φωτοαντιγράφου στις 26-07-2022 από την γραφολόγο κ. Ε, χαρακτηρίζοντάς το ως ποιοτικά κατάλληλο για εξέταση και κρίση επί της γνησιότητάς του. Περαιτέρω, η Τράπεζα αναφέρει ότι έχουν απορριφθεί και τεθεί στο αρχείο τόσο η έγκληση που υπέβαλε η καταγγέλλουσα για πλαστογραφία όσο και η ακόλουθη προσφυγή της κατά της απορριπτικής διάταξης της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών [περιοχής] Χ, στο πλαίσιο των οποίων διενεργήθηκε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, για την οποία δεν ήταν απαραίτητη η αυτοπρόσωπη εξέταση (επισκόπηση) των πρωτοτύπων εγγράφων. Επιπλέον η Τράπεζα προσκομίζει την υπ’ αρ. … απόφαση του Τριμελούς Εφετείου [περιοχής] Φ, επί της οποίας δεν έχει ασκηθεί αναίρεση, όπως υποστηρίζει, η οποία απορρίπτει με αναλυτικό σκεπτικό σχεδόν 20 σελίδων κάθε ισχυρισμό πλαστότητας. Συμπερασματικά, η Τράπεζα 7 υποστηρίζει ότι το κατ’ άρθρο 15 ΓΚΠΔ δικαίωμα πρόσβασης της καταγγέλλουσας έχει ικανοποιηθεί, αφού ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν υποχρεούται να παρέχει πρόσβαση στην πληροφορία με άλλο μέσο από αυτό της χορήγησης αντιγράφων, ενώ ακόμα και για τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, το ΕΣΠΔ με τις Κατευθυντήριες Γραμμές 1/2022 δέχεται ότι το δικαίωμα ικανοποιείται με τη χορήγηση φωτοαντιγράφου των χειρόγραφων πληροφοριών, το δε αίτημα για αυτοπρόσωπη επισκόπηση των εγγράφων υπερβαίνει τον σκοπό του δικαιώματος του άρθρου 15 ΓΚΠΔ και εκφεύγει της δικαιοδοσίας της Αρχής. Η Αρχή, μετά από εξέταση των στοιχείων του φακέλου και αφού άκουσε τον εισηγητή και τις διευκρινίσεις από τη βοηθό εισηγητή, μετά από διεξοδική συζήτηση ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
- Από τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 – εφεξής, ΓΚΠΔ), του άρθρου 13 του Ν. 3471/2006 (ΦΕΚ Α’ 133) και του άρθρου 9 του Ν. 4624/2019 (ΦΕΚ Α΄ 137) προκύπτει ότι η Αρχή έχει αρμοδιότητα να εποπτεύει την εφαρμογή των διατάξεων του ΓΚΠΔ, των παραπάνω νόμων και άλλων ρυθμίσεων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 57 παρ. 1 στοιχ. στ΄ του ΓΚΠΔ και 13 παρ. 1 στοιχ. ζ΄ του Ν. 4624/2019 προκύπτει ότι η Αρχή έχει αρμοδιότητα να επιληφθεί της καταγγελίας της Α κατά της Συνεταιριστικής Τράπεζας Θεσσαλίας ΣΥΝ.ΠΕ. και να ασκήσει, αντίστοιχα, τις εξουσίες που της απονέμονται από τις διατάξεις των άρθρων 58 του ΓΚΠΔ και 15 του νόμου 4624/
- Σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 1 και 3 του Γενικού Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (εφεξής ΓΚΠΔ), «
- Το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας επιβεβαίωση για το κατά πόσον ή όχι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν υφίστανται επεξεργασία και, εάν συμβαίνει τούτο, το δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και στις ακόλουθες πληροφορίες: […].
- Ο υπεύθυνος 8 επεξεργασίας παρέχει αντίγραφο των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία. Για επιπλέον αντίγραφα που ενδέχεται να ζητηθούν από το υποκείμενο των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας μπορεί να επιβάλει την καταβολή εύλογου τέλους για διοικητικά έξοδα. Εάν το υποκείμενο των δεδομένων υποβάλλει το αίτημα με ηλεκτρονικά μέσα και εκτός εάν το υποκείμενο των δεδομένων ζητήσει κάτι διαφορετικό, η ενημέρωση παρέχεται σε ηλεκτρονική μορφή που χρησιμοποιείται συνήθως».
- Εξάλλου, δεν έχει σημασία για ποιο σκοπό το υποκείμενο ασκεί το δικαίωμα πρόσβασης. Σύμφωνα με τη νομολογία της Αρχής, ο ΓΚΠΔ δεν θέτει προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος, η οποία συνδέεται με τη δυνατότητα του υποκειμένου να έχει επίγνωση της επεξεργασίας και να επαληθεύει τη νομιμότητα της επεξεργασίας (βλ. Αιτιολογική Σκέψη 63 ΓΚΠΔ και αποφάσεις ΑΠΔ 23/2024, 1/2022), χωρίς όμως να περιορίζεται στον σκοπό αυτό, όπως επιβεβαίωσε με απόφασή του και το ΔΕΕ (βλ. απόφαση C-307/221, §§29-52). Έτσι δεν απαιτείται η επίκληση των λόγων για τους οποίους το υποκείµενο των δεδοµένων επιθυµεί την άσκηση του δικαιώµατος πρόσβασης (βλ. και αποφάσεις ΑΠΔ 36/2021, 2/2020 και 16/2017 σκ. 3). Το ίδιο επισημαίνεται εξάλλου και στις Κατευθυντήριες Γραμμές 01/2022 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων (ΕΣΠΔ) σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης2 (βλ. ιδίως παρ. §13: “….ο σκοπός του δικαιώματος πρόσβασης δεν προσφέρεται για να αναλυθεί ως προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης από τον υπεύθυνο επεξεργασίας στο πλαίσιο της εκ μέρους του αξιολόγησης των αιτημάτων πρόσβασης. Ως εκ τούτου, οι υπεύθυνοι επεξεργασίας δεν θα πρέπει να ελέγχουν «γιατί» το υποκείμενο των δεδομένων ζητεί πρόσβαση, αλλά μόνο «τι» ζητεί το υποκείμενο των δεδομένων”
- 1 https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf;jsessionid=D5412AE4E56E4284050A2374E1AB 30A5?text=&docid=279125&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=56084 0 2 Κατευθυντήριες γραμμές 01/2022 σχετικά με τα δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων — Δικαίωμα πρόσβασης, Έκδοση 2.0 (28 Μαρτίου 2023), διαθέσιμες στη διεύθυνση https://www.edpb.europa.eu/system/files/202404/edpb_guidelines_202201_data_subject_rights_access_v2_el.pdf 3 Βλ. και ιδίως §38 της ανωτέρω απόφασης του ΔΕΕ στην υπόθεση C-307/22: «Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ούτε το γράμμα του άρθρου 12, παράγραφος 5, ούτε το γράμμα του άρθρου 15, παράγραφοι 1 και 3, του ΓΚΠΔ εξαρτούν τη δωρεάν παροχή του πρώτου αντιγράφου των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την επίκληση, εκ μέρους του υποκειμένου των δεδομένων, λόγου που να 9
- Περαιτέρω, με τις προαναφερόμενες Κατευθυντήριες Γραμμές 01/2022 του ΕΣΠΔ για το δικαίωμα πρόσβασης επισημάνθηκαν τα εξής:
- Η υποχρέωση παροχής αντιγράφου δεν πρέπει να νοείται ως πρόσθετο δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων, αλλά ως τρόπος παροχής πρόσβασης στα δεδομένα. Ενισχύει το δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα14 και συμβάλλει στην ερμηνεία αυτού του δικαιώματος διότι καθιστά σαφές ότι η πρόσβαση στα δεδομένα σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1 περιλαμβάνει πλήρεις πληροφορίες για όλα τα δεδομένα και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παρέχει μόνο σύνοψη των δεδομένων. Ταυτόχρονα, η υποχρέωση παροχής αντιγράφου δεν αποσκοπεί στη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του δικαιώματος πρόσβασης: αναφέρεται (μόνο) σε αντίγραφο των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία και όχι κατ’ ανάγκη σε αναπαραγωγή των πρωτότυπων εγγράφων.
- Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις θα ήταν σκόπιμο ο υπεύθυνος επεξεργασίας να παρέχει πρόσβαση με άλλους τρόπους πέραν της παροχής αντιγράφου. Τέτοιοι μη μόνιμοι τρόποι πρόσβασης στα δεδομένα θα μπορούσαν να είναι, για παράδειγμα, οι εξής: προφορική ενημέρωση, επιθεώρηση φακέλων, επιτόπια ή εξ αποστάσεως πρόσβαση χωρίς δυνατότητα τηλεφόρτωσης. Οι τρόποι αυτοί μπορεί να αποτελούν κατάλληλους τρόπους χορήγησης πρόσβασης, για παράδειγμα, σε περιπτώσεις όπου αυτό είναι προς το συμφέρον του υποκειμένου των δεδομένων ή το υποκείμενο των δεδομένων το ζητήσει. Η επιτόπια πρόσβαση θα μπορούσε επίσης να είναι κατάλληλη, ως αρχικό μέτρο, όταν ένας υπεύθυνος επεξεργασίας χειρίζεται μεγάλο όγκο μη ψηφιοποιημένων δεδομένων, ώστε να μπορεί το υποκείμενο των δεδομένων να ενημερωθεί για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία και να είναι σε θέση να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση σχετικά με τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που επιθυμεί να παρασχεθούν μέσω αντιγράφου. Οι μη μόνιμοι τρόποι πρόσβασης μπορεί να είναι επαρκείς και κατάλληλοι σε ορισμένες περιπτώσεις· για παράδειγμα, μπορεί να ικανοποιείται η ανάγκη των υποκειμένων των δεδομένων να επαληθεύσουν την ορθότητα των δεδομένων που δικαιολογεί το αίτημά του. Ως εκ τούτου, οι διατάξεις αυτές δεν παρέχουν στον υπεύθυνο επεξεργασίας τη δυνατότητα να απαιτήσει τους λόγους υποβολής του αιτήματος πρόσβασης από το υποκείμενο των δεδομένων.» 10 επεξεργάζεται ο υπεύθυνος επεξεργασίας, με την παροχή στα υποκείμενα των δεδομένων της ευκαιρίας να δουν τα αρχικά δεδομένα. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν υποχρεούται να παρέχει τις πληροφορίες με άλλους τρόπους πέραν της παροχής αντιγράφου, αλλά θα πρέπει να ακολουθεί εύλογη προσέγγιση κατά την εξέταση ενός τέτοιου αιτήματος. Η παροχή πρόσβασης με άλλους τρόπους πέραν της παροχής αντιγράφου δεν αποκλείει το δικαίωμα των υποκειμένων των δεδομένων να λάβουν και αντίγραφο, εκτός εάν δεν το επιθυμούν.
- Εναπόκειται στον υπεύθυνο επεξεργασίας να αποφασίσει σχετικά με την κατάλληλη μορφή με την οποία θα παρασχεθούν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας μπορεί, παρότι δεν υποχρεούται απαραιτήτως, να παράσχει τα έγγραφα που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με τα υποκείμενα των δεδομένων που υποβάλλουν το αίτημα, στην αρχική τους μορφή. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας θα μπορούσε, για παράδειγμα, κατά περίπτωση, να παράσχει πρόσβαση σε αντίγραφο του μέσου, δεδομένης της ανάγκης για διαφάνεια (για παράδειγμα, για την επαλήθευση της ακρίβειας των δεδομένων που κατέχει ο υπεύθυνος επεξεργασίας σε περίπτωση αιτήματος πρόσβασης στον ιατρικό φάκελο ή σε ηχογράφηση της οποίας αμφισβητείται η απομαγνητοφώνηση). Ωστόσο, το ΔΕΕ, στο πλαίσιο της εκ μέρους του ερμηνείας του δικαιώματος πρόσβασης βάσει της οδηγίας 95/46/EΚ, ανέφερε ότι «[γ]ια την άσκηση [του δικαιώματος πρόσβασης] αρκεί να δοθεί στον αιτούντα πλήρης εικόνα των δεδομένων αυτών κατά τρόπο εύληπτο, δηλαδή κατά τρόπο που να επιτρέπει στον ενδιαφερόμενο να βεβαιώνεται για την ακρίβεια των δεδομένων αυτών και για τη σύμφωνη με την οδηγία επεξεργασία τους, ώστε να μπορεί ενδεχομένως να ασκήσει τα δικαιώματα που απορρέουν από την εν λόγω οδηγία». Σε αντίθεση με την οδηγία, ο ΓΚΠΔ προβλέπει ρητώς την υποχρέωση παροχής στο υποκείμενο των δεδομένων αντιγράφου των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι το υποκείμενο των δεδομένων έχει πάντα το δικαίωμα να λαμβάνει αντίγραφο των εγγράφων που περιέχουν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, αλλά ένα αναλλοίωτο αντίγραφο των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία στα εν λόγω έγγραφα (…). 11
- Με την επιφύλαξη της μορφής με την οποία ο υπεύθυνος επεξεργασίας παρέχει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, π.χ. παρέχοντας τα ίδια τα έγγραφα που περιέχουν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή συλλογή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, οι πληροφορίες συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις διαφάνειας που ορίζονται στο άρθρο 12 του ΓΚΠΔ. Η κατάρτιση κάποιου είδους συλλογής και/ή η εξαγωγή των δεδομένων κατά τρόπο που να διευκολύνει την κατανόηση των πληροφοριών θα μπορούσε, σε ορισμένες περιπτώσεις, να είναι ένας τρόπος συμμόρφωσης με τις εν λόγω απαιτήσεις. Σε άλλες περιπτώσεις, οι πληροφορίες γίνονται καλύτερα κατανοητές με την παροχή αντιγράφου του εγγράφου που περιέχει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, το ποια είναι η καταλληλότερη μορφή πρέπει να αποφασίζεται κατά περίπτωση.
- Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα ίδια τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα καθορίζουν τις απαιτήσεις ως προς τη μορφή στην οποία θα πρέπει να παρασχεθούν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Για παράδειγμα, όταν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα αποτελούν χειρόγραφες πληροφορίες από το υποκείμενο των δεδομένων, ενδέχεται να πρέπει να παρασχεθεί στο υποκείμενο των δεδομένων φωτοαντίγραφο των εν λόγω χειρόγραφων πληροφοριών, δεδομένου ότι η γραφή αυτή καθαυτή είναι δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Αυτό θα μπορούσε να ισχύει ιδίως όταν η γραφή είναι κάτι που έχει σημασία για την επεξεργασία, π.χ. ανάλυση χειρόγραφου κειμένου. Το ίδιο ισχύει γενικά για τις ηχογραφήσεις, επειδή η φωνή του ίδιου του υποκειμένου των δεδομένων είναι δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, η πρόσβαση μπορεί να δοθεί με την παροχή απομαγνητοφώνησης της συνομιλίας, για παράδειγμα, εάν αυτό συμφωνηθεί μεταξύ του υποκειμένου των δεδομένων και του υπευθύνου επεξεργασίας.
- Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν ακρόασης των μερών και λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων του φακέλου της υπόθεσης, διαπιστώνονται τα εξής: Με την από 28/2/2022 εξώδικη επιστολή της η καταγγέλλουσα άσκησε προς την καταγγελλόμενη τράπεζα το κατ’ άρθρο 15 ΓΚΠΔ δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα που φέρουν το όνομά της και χρησιμοποιήθηκαν για τους σκοπούς κατάρτισης και εκτέλεσης των όρων των μεταξύ τους συμβάσεων. Η καταγγελλόμενη τράπεζα, με την από 24/3/2022 επιστολή της προς την καταγγέλλουσα την κάλεσε να προσέλθει, 12 κατόπιν επικοινωνίας με την αρμόδια Διεύθυνση Διαχείρισης Εμπλοκών, σε συνεργασία με την Υπεύθυνη Προστασίας Δεδομένων της Τράπεζας, προς λήψη των αιτηθέντων αντιγράφων των εγγράφων. Ακολούθως, σε διά ζώσης συνάντηση που ορίστηκε και πραγματοποιήθηκε στις 27/05/2022, η καταγγέλλουσα και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της κατέστησαν σαφές στην τράπεζα ότι το αίτημά τους είχε ικανοποιηθεί αναφορικά με τα αντίγραφα των συμβάσεων και περιοριζόταν στο αίτημα επιτόπιας πρόσβασης και επισκόπησης των πρωτοτύπων εγγράφων που περιλαμβάνουν προσωπικά δεδομένα της καταγγέλλουσας. Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη σκέψη 4 ανωτέρω, η χορήγηση αντιγράφων των προσωπικών δεδομένων, κατ’ άρθρο 15 παρ. 3 ΓΚΠΔ, τα οποία διατηρούνται και υποβάλλονται σε επεξεργασία κατά το χρόνο υποβολής του σχετικού αιτήματος, αποτελεί τρόπο ικανοποίησης του δικαιώματος πρόσβασης του υποκειμένου στα προσωπικά δεδομένα του που ασκείται με βάση την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού
- Η περαιτέρω προσωπική επισκόπηση των πρωτοτύπων εγγράφων, όπως εν προκειμένω ζητείται από την καταγγέλλουσα, για την εκ νέου διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, παρά την κατοχή φωτοαντιγράφων των αιτούμενων εγγράφων, εκφεύγει του αντικειμένου του δικαιώματος πρόσβασης σύμφωνα με το άρθρο 15 ΓΚΠΔ. Λαμβάνεται υπόψη εξάλλου ότι εν προκειμένω έχει ήδη διενεργηθεί γραφολογική εξέταση των ανωτέρω εγγράφων και έχει συνταχθεί η από 26/07/2020 γνωμοδότηση της γραφολόγου Ε με χρήση φωτοαντιγράφων, χωρίς να αμφισβητείται η γνησιότητα των αντιγράφων και η αντιστοίχισή τους με τα πρωτότυπα έγγραφα. Κρίνεται, επομένως, ότι το κατ’ άρθρο 15 ΓΚΠΔ δικαίωμα πρόσβασης της καταγγέλλουσας ικανοποιήθηκε επαρκώς με την παροχή αντιγράφων, χωρίς να απαιτείται και η επίδειξη των πρωτοτύπων εγγράφων, διαδικασία που εμπίπτει στο πλαίσιο της ποινικής διερεύνησης της υπόθεσης. Ως εκ τούτου η Αρχή δεν διαπιστώνει παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης της καταγγέλλουσας από την καταγγελλόμενη Τράπεζα. 4 Βλ. και την απόφαση 57/2024 ΑΠΔ. 13 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Η ΑΡΧΗ Απορρίπτει την καταγγελία ως αβάσιμη. Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας Γεώργιος Μπατζαλέξης Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου 14