Αθήνα, 31-12-2014 Αριθ. Πρωτ. Γ/ΕΞ/8250/31-12-2014 ΑΡΧΗ ΠΡΟ ΤΑ ΙΑ ∆Ε∆ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟ ΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΑΠΟΦΑΣΗ Α . 197/2014 Η Αρχή Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνήλθε, µετά από πρόσκληση του Προέδρου της, σε τακτική συνεδρίαση στην έδρα της την 02-12-2014, σε συνέχεια των από 18-112014 και 27-11-2014 συνεδριάσεων, προκειµένου να εξετάσει την υπόθεση του αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν ο Πρόεδρος Π. Χριστόφορος και τα τακτικά µέλη της Αρχής Α.-Ι. Μεταξάς, ∆. Μπριόλας, Α. υµβώνης, Κ. Χριστοδούλου και Π. Τσαντίλας, ως εισηγητής. τη συνεδρίαση, χωρίς δικαίωµα ψήφου, παρέστησαν επίσης, µε εντολή του Προέδρου, οι Φ. Μίτλεττον και Θ. Τουτζιαράκη, ειδικοί επιστήµονες – νοµικοί ελεγκτές, ως βοηθοί εισηγητή, και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τµήµατος διοικητικών και οικονοµικών υποθέσεων, ως γραµµατέας. Η Αρχή έλαβε υπόψη τα παρακάτω: Με τη µε αρ. πρωτ. Γ/ΕΙ /7474/20-11-2012 προσφυγή του κατά της Εµπορικής Τράπεζας (εφεξής «τράπεζα»), η οποία εξαγοράστηκε από την Alpha Bank και έτσι η τελευταία υπεισήλθε στις υποχρεώσεις του υπευθύνου επεξεργασίας, ο πρώην υπάλληλος της τράπεζας A καταγγέλλει µη ικανοποίηση του δικαιώµατος πρόσβασής του σε προσωπικά του δεδοµένα που τηρούνται στο αρχείο της τράπεζας. τη συζήτηση κλήθηκαν µε τις υπ' αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΞ/6876/12-11-2014 και Γ/ΕΞ/6877/12-11-2014 κλήσεις αντίστοιχα να παραστούν για να αναπτύξουν τις απόψεις τους ο καταγγέλλων Α ο οποίος προσήλθε µε τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Αδάµ ∆ήµου και Ιουλία ∆ήµου και η καταγγελλόµενη Alpha Bank, η οποία εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξουσίους δικηγόρους της Ουρανία Μπάρλου και Ελένη Γεωργίλη. τη συνέχεια οι δύο πλευρές έλαβαν προθεσµία και κατέθεσαν τα υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙ /7159/24-11-2014 και υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙ /7165/24-112014 σχετικά υποµνήµατα αντίστοιχα. Η Αρχή, µετά από εξέταση όλων των στοιχείων του φακέλου, αφού άκουσε τον εισηγητή και τους βοηθούς εισηγητές, οι οποίοι στη συνέχεια αποχώρησαν, και κατόπιν διεξοδικής συζήτησης, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
- Επειδή το άρθρο 2 στοιχ. του ν. 2472/1997 ορίζει τα εξής: «Για του σκοπού του παρόντο νόµου νοούνται ω : α) ‘∆εδοµένα προσωπικού χαρακτήρα’, κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείµενο των δεδοµένων. ∆εν λογίζονται ω δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστική φύσεω στοιχεί, από τα οποία δεν µπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείµενα των δεδοµένων. […] γ) ‘Υποκείµενο των δεδοµένων’, το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδοµένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή µπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή µπορεί να προσδιορισθεί αµέσω ή εµµέσω , ιδίω βάσει αριθµού ταυτότητα ή βάσει ενό ή περισσοτέρων συγκεκριµένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονοµική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική. δ) ‘Επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα’ (‘επεξεργασία’), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγµατοποιείται από το ∆ηµόσιο ή από νοµικό πρόσωπο δηµοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο µε ή χωρί τη βοήθεια αυτοµατοποιηµένων µεθόδων και εφαρµόζονται σε δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα, όπω η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη µορφή διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασµό , η διασύνδεση, η δέσµευση (κλείδωµα), η διαγραφή, η καταστροφή. […]». Το άρθρο 4 του ν. 2472/1997 ορίζει τα εξής: «
- Τα δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόµιµη επεξεργασία πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεµιτό και νόµιµο για καθορισµένου , σαφεί και νόµιµου σκοπού και να υφίστανται θεµιτή και νόµιµη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών. β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών τη επεξεργασία . γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενηµέρωση. δ) Να διατηρούνται σε µορφή που να επιτρέπει τον προσδιορισµό τη ταυτότητα των υποκειµένων του µόνο κατά τη διάρκεια τη περιόδου που απαιτείται, κατά την κρίση τη Αρχή , για την πραγµατοποίηση των σκοπών τη συλλογή του και τη επεξεργασία του . Μετά την παρέλευση τη περιόδου αυτή , η Αρχή µπορεί, µε αιτιολογηµένη απόφασή τη , να επιτρέπει τη διατήρηση δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα για ιστορικού επιστηµονικού ή στατιστικού σκοπού , εφ’ όσον κρίνει ότι δεν θίγονται σε κάθε συγκεκριµένη περίπτωση τα δικαιώµατα των υποκειµένων του ή και τρίτων.
- Η τήρηση των διατάξεων τη προηγούµενη παραγράφου βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασία . ∆εδοµένα προσωπικού χαρακτήρα που έχουν συλλεχθεί ή υφίστανται επεξεργασία κατά παράβαση τη προηγούµενη παραγράφου καταστρέφονται µε ευθύνη του υπεύθυνου επεξεργασία . Η Αρχή, εάν εξακριβώσει αυτεπαγγέλτω προηγούµενη ή µετά από σχετική καταγγελία παράβαση των διατάξεων τη παραγράφου, επιβάλλει την διακοπή τη συλλογή ή τη επεξεργασία και την καταστροφή των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα που έχουν ήδη συλλεγεί ή τύχει επεξεργασία ». Το άρθρο 5 του ν. 2472/1997 ορίζει τα εξής: «
- Επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται µόνον όταν το υποκείµενο των δεδοµένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του.
- Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρί τη συγκατάθεση, όταν: α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύµβαση , στην οποία συµβαλλόµενο µέρο είναι υποκείµενο δεδοµένων ή για τη λήψη µέτρων κατόπιν αιτήσεω του υποκειµένου κατά το προσυµβατικό στάδιο. β) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρεώσεω του υπεύθυνου επεξεργασία , η οποία επιβάλλεται από το νόµο. γ) […] δ)[…] ε) Η επεξεργασία είναι απολύτω αναγκαία για την ικανοποίηση του έννοµου συµφέροντο που επιδιώκει ο υπεύθυνο επεξεργασία ή ο τρίτο ή οι τρίτοι στου οποίου ανακοινώνονται τα δεδοµένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώ των δικαιωµάτων και συµφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδοµένα και δεν θίγονται οι θεµελιώδει ελευθερίε αυτών. […]». Το άρθρο 12 του ν. 2472/1997 ορίζει τα εξής: «
- Καθένα έχει δικαίωµα να γνωρίζει εάν δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείµενο επεξεργασία . Προ τούτο, ο υπεύθυνο επεξεργασία , έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφω .
- Το υποκείµενο των δεδοµένων έχει δικαίωµα να ζητεί και να λαµβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασία , χωρί καθυστέρηση και κατά τρόπο εύληπτο και σαφή, τι ακόλουθε πληροφορίε : α) Όλα τα δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, καθώ και την προέλευσή του . β) Του σκοπού τη επεξεργασία , του αποδέκτε ή τι κατηγορίε αποδεκτών. γ) Την εξέλιξη τη επεξεργασία για το χρονικό διάστηµα από την προηγούµενη ενηµέρωση ή πληροφόρησή του. δ)Τη λογική τη αυτοµατοποιηµένη επεξεργασία . Το δικαίωµα πρόσβαση µπορεί να ασκείται από το υποκείµενο των δεδοµένων και µε τη συνδροµή ειδικού. ε) κατά περίπτωση, τη διόρθωση, τη διαγραφή ή τη δέσµευση (κλείδωµα) των δεδοµένων των οποίων η επεξεργασία δεν είναι σύµφωνη προ τι διατάξει του παρόντο νόµου, ιδίω λόγω του ελλιπού ή ανακριβού χαρακτήρα των δεδοµένων, και στ) την κοινοποίηση σε τρίτου , στου οποίου έχουν ανακοινωθεί τα δεδοµένα, κάθε διόρθωση , διαγραφή ή δέσµευση (κλειδώµατο ) που διενεργείται σύµφωνα µε την περίπτωση ε, εφόσον τούτο δεν είναι αδύνατον ή δεν προϋποθέτει δυσανάλογε προσπάθειε .
- Το δικαίωµα τη προηγούµενη παραγράφου και τα δικαιώµατα του άρθρου 13 ασκούνται µε την υποβολή τη σχετική αίτηση στον υπεύθυνο τη επεξεργασία και ταυτόχρονη καταβολή χρηµατικού ποσού, το ύψο του οποίου, ο τρόπο καταβολή του και κάθε άλλο συναφέ ζήτηµα ρυθµίζονται µε απόφαση τη Αρχή . Το ποσό αυτό επιστρέφεται στον αιτούντα εάν το αίτηµα διόρθωση ή διαγραφή των δεδοµένων κριθεί βάσιµο είτε από τον υπεύθυνο τη επεξεργασία είτε από την Αρχή, σε περίπτωση προσφυγή του σ' αυτήν. Ο υπεύθυνο έχει υποχρέωση στην περίπτωση αυτή να χορηγήσει στον αιτούντα, χωρί καθυστέρηση δωρεάν και σε γλώσσα κατανοητή, αντίγραφο του διορθωµένου µέρου τη επεξεργασία που τον αφορά.
- Εάν ο υπεύθυνο επεξεργασία δεν απαντήσει εντό δεκαπέντε
(15)ηµερών ή εάν η απάντησή του δεν είναι ικανοποιητική, το υποκείµενο των δεδοµένων έχει δικαίωµα να προσφύγει στην Αρχή. Στην περίπτωση κατά την οποία ο υπεύθυνο επεξεργασία αρνηθεί να ικανοποιήσει το αίτηµα του ενδιαφερόµενου, κοινοποιεί την απάντησή του στην Αρχή και ενηµερώνει τον ενδιαφερόµενο ότι µπορεί να προσφύγει σε αυτήν. […]». Το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 2472/1997 ορίζει τα εξής: «Συνιστάται Αρχή Προστασία ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Αρχή), µε αποστολή την εποπτεία τη εφαρµογή του παρόντο νόµου και άλλων ρυθµίσεων που αφορούν την προστασία του ατόµου από την επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα καθώ και την ενάσκηση των αρµοδιοτήτων που τη ανατίθενται κάθε φορά». Το άρθρο 19 του ν. 2472/1997 ορίζει τα εξής: «
- Η Αρχή έχει τι εξή ιδίω αρµοδιότητε : […] ιγ) Εξετάζει τα παράπονα των υποκειµένων των δεδοµένων σχετικά µε την εφαρµογή του νόµου και την προστασία των δικαιωµάτων του , όταν αυτά θίγονται από την επεξεργασία δεδοµένων που του αφορούν. Εξετάζει επίση αιτήσει του υπευθύνου επεξεργασία µε τι οποίε ζητείται ο έλεγχο και η εξακρίβωση τη νοµιµότητα τη επεξεργασία . Η Αρχή µπορεί να θέσει στο αρχείο αιτήσει ή παράπονα που κρίνονται προδήλω αόριστα, αβάσιµα ή υποβάλλονται καταχρηστικώ ή ανωνύµω . Η Αρχή ενηµερώνει τα υποκείµενα των δεδοµένων και του αιτούντε για τι ενέργειέ τη . Η προτεραιότητα εξέταση των αιτήσεων, παραπόνων και ερωτηµάτων εκτιµάται από την Αρχή µε κριτήριο τη σπουδαιότητα και το γενικότερο ενδιαφέρον του θέµατο . […]
- Η Αρχή καταρτίζει τον κανονισµό λειτουργία τη , µε τον οποίο ρυθµίζονται ιδίω η κατανοµή αρµοδιοτήτων µεταξύ των µελών τη , η προηγούµενη ακρόαση των ενδιαφεροµένων, θέµατα πειθαρχική διαδικασία και ο τρόπο διεξαγωγή των κατά την περίπτωση η΄ τη παρ. 1 του παρόντο άρθρου ελέγχων. […]».
- Επειδή από την εξέταση του φακέλου της υπόθεσης και τα όσα εκτέθηκαν από τα µέρη κατά την προφορική συζήτηση προέκυψαν τα εξής: την υπό κρίση προσφυγή ο Α καταγγέλλει ότι (α) η τράπεζα δεν του χορήγησε ονοµατεπώνυµα και υπηρεσιακές ιδιότητες µελών της Υγειονοµικής Επιτροπής της …-…-…, από την οποία δεν εγκρίθηκε η αναρρωτική του άδεια επειδή δεν παρέστη κατά τη συνεδρίασή της (ο ίδιος δηλώνει ότι είχε ενηµερώσει τη ∆ιεύθυνση Οργάνωσης και Εργασιακών χέσεων σχετικά µε την αδυναµία του να παραστεί λόγω νοσηλείας του στην κλινική Metropolitan), καθώς και ότι (β) δεν του εξήγησε το λόγο, για τον οποίο η ιατρική γνωµάτευση που τον αφορούσε εστάλη στη ∆ιεύθυνση Κανονιστικής υµµόρφωσης της τράπεζας και ποια υπηρεσιακά στελέχη την έστειλαν εκεί (ο ίδιος δηλώνει ότι αποσπάστηκε από την ως άνω ∆ιεύθυνση στις …-…-… και υπηρετούσε στη ∆ιεύθυνση Οργάνωσης και Εργασιακών χέσεων). Αναφέρει δε ότι είχε υποβάλει στην τράπεζα 40 σχετικές αιτήσεις και δεν έλαβε απάντηση. Επίσης ο προσφεύγων ζητεί να εφαρµόσει η Αρχή α) το άρθρο 5Α (δικαίωµα στην πληροφόρηση) και το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 1599/1986 για την πρόσβαση στα διοικητικά έγγραφα, καθώς και β) τη διάταξη του άρθρου 23 του ν. 2472/1997 (επιδίκαση αποζηµίωσης για αστική ευθύνη).
- Επειδή στο πλαίσιο εξέτασης της ως άνω υποθέσεως, η Αρχή ζήτησε διευκρινίσεις από την τράπεζα µε το µε αρ. πρωτ. Γ/ΕΞ/4957/11-08-2014 έγγραφο, χωρίς όµως η τράπεζα να απαντήσει εγκαίρως.
- Επειδή στην υπό κρίση προσφυγή, το υπό (α) αίτηµα αναφέρεται στο να του χορηγηθούν τα ονοµατεπώνυµα και οι υπηρεσιακές ιδιότητες µελών της Υγειονοµικής Επιτροπής της …-…-…., από την οποία δεν εγκρίθηκε η αναρρωτική του άδεια επειδή δεν παρέστη κατά τη συνεδρίασή της. ηµειωτέον ότι ως προς τα στοιχεία αυτά κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχ. θ΄ του ν. 2472/1997, ο προσφεύγων είναι τρίτος και όχι υποκείµενο των δεδοµένων. Υπ’ αυτήν την έννοια, για τη χορήγηση των αιτούµενων στοιχείων πρέπει να υφίσταται σχετικό υπέρτερο έννοµο συµφέρον του αιτούντος τρίτου, εν προκειµένω του προσφεύγοντος, (άρθρο 5 παρ. 2 περ. ε του ν. 2472/1997), το οποίο όµως δεν είναι δυνατόν να υφίσταται στη συγκεκριµένη περίπτωση (πρβλ. και ∆ΕΚ C-28/08 P, Επιτροπή κατά Bavarian Lager, Απόφαση της 29.06.2010, όπου το ∆ικαστήριο έκρινε, σε δεύτερο βαθµό, ότι ορθώς η Επιτροπή απέρριψε το αίτηµα της Bavarian Lager για πλήρη πρόσβαση στα πρακτικά συγκεκριµένης συνεδρίασης της Επιτροπής µε την έννοια της γνωστοποίησης των στοιχείων πέντε συµµετεχόντων στη συνεδρίαση αυτή που δεν είχαν δώσει τη συγκατάθεσή τους για την εν λόγω χορήγηση, επειδή ο αιτών δεν θεµελίωσε το έννοµο συµφέρον του προς τούτο). Επισηµαίνεται δε ότι, σε κάθε περίπτωση, για το συγκεκριµένο αυτό αίτηµα, η Αρχή δεν έχει αρµοδιότητα να επιβάλει στην τράπεζα υποχρέωση χορήγησης των σχετικών στοιχείων στον αιτούντα ως τρίτο, συνεπώς η απόφαση για τη χορήγηση των επίµαχων δεδοµένων ανήκει τελικά στην τράπεζα, τυχόν άρνηση της οποίας, ως ΝΠΙ∆, µπορεί να ελεγχθεί µόνο από τα πολιτικά δικαστήρια (βλ. Γνωµοδότηση 4/2009 για την έκταση αρµοδιότητας της Αρχής επί αιτήσεων τρίτων σε δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα, σκέψη 4). Ως εκ τούτου το αίτηµα αυτό πρέπει να απορριφθεί.
- Επειδή στην υπό κρίση προσφυγή, το υπό (β) αίτηµα αναφέρεται στο λόγο, για τον οποίο η ιατρική γνωµάτευση που τον αφορούσε εστάλη στη ∆ιεύθυνση Κανονιστικής υµµόρφωσης της τράπεζας και ποια υπηρεσιακά στελέχη την έστειλαν εκεί, καθώς ο ίδιος δηλώνει ότι αποσπάστηκε από την ως άνω ∆ιεύθυνση στις 23-12-2010 και υπηρετούσε στη ∆ιεύθυνση Οργάνωσης και Εργασιακών χέσεων ετέθη κατά τον αυτό τρόπο και µε την υπ’ αριθ. Γ/ΕΙ /4878/12-7-2012 προσφυγή και έτυχε απαντήσεως µε την υπ’ αριθ. 191/2014 απόφαση της Αρχής. υνεπώς παρέλκει η εκ νέου εξέτασή της.
- Επειδή, όλως ασύνδετα προς τα ανωτέρω αιτήµατα ο προσφεύγων σε όλες τις προσφυγές του διά µακρών και κατ’ επανάληψη µε επίκληση και των κατά την άποψή του επιβοηθητικών νοµολογιακών δεδοµένων, ζητεί από την Αρχή να εφαρµόσει στη συγκεκριµένη περίπτωση α) το άρθρο 5Α του υντάγµατος και το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 1599/1986 για την πρόσβαση στα διοικητικά έγγραφα (το οποίο σηµειωτέον έχει αντικατασταθεί µε το άρθρο 5 του ν. 2690/1999), καθώς και β) τη διάταξη του άρθρου 23 του ν. 2472/1997 (επιδίκαση αποζηµίωσης για αστική ευθύνη). Όµως η Αρχή είναι αναρµόδια να επιληφθεί, καθόσον η Αρχή είναι µόνον αρµόδια για την εφαρµογή των διατάξεων για την προστασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα σύµφωνα µε το άρθρο 9Α του υντάγµατος και τα οριζόµενα στο άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 2472/1997, ενώ στην ελληνική έννοµη τάξη µόνον τα δικαστήρια έχουν την εξουσία να επιβάλουν στη δηµόσια διοίκηση υποχρέωση χορήγησης «δηµοσίου» εγγράφου (πρβλ. και Γνωµοδότηση 3/2009 της Αρχής, παρ. Β). Επί πλέον τα ζητηθέντα από τον προσφεύγοντα στοιχεία δεν συνιστούν καν διοικητικά έγγραφα κατά την ανωτέρω έννοια αλλά διακινούνται µε βάση τις διατάξεις του Αστικού ∆ικαίου, ενόψει του ότι η Τράπεζα είναι ν.π.ι.δ. Τέλος δε η αρµοδιότητα για επιδίκαση χρηµατικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από παράβαση του ν. 2472/1997 σύµφωνα µε το άρθρο 23 του ίδιου νόµου ανήκει στα πολιτικά δικαστήρια. υνεπώς και το αίτηµα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Η Αρχή: 1) ∆έχεται εν µέρει την προσφυγή. 2) Απορρίπτει την προσφυγή ως προς το υπό (α) αίτηµα. 3) Απευθύνει σύσταση στην τράπεζα να λάβει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά µέτρα ως προς τη διαχείριση των ιατρικών γνωµατεύσεων, στο µέτρο που αποτελεί επεξεργασία ευαίσθητων δεδοµένων υγείας, ώστε να εξασφαλίζεται ότι η πρόσβαση σε αυτά τα δεδοµένα θα παρέχεται µόνο στον ιατρό εργασίας ή τα ειδικά προς τούτο εξουσιοδοτηµένα πρόσωπα Ο Πρόεδρος Η Γραµµατέας Πέτρος Χριστόφορος Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου