Αθήνα, 27-07-2012 Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/3200-1/27-07-2012 ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ∆Ε∆ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ Α Π Ο Φ Α Σ Η 128/2012 Η Αρχή Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνεδρίασε στο κατάστηµά της την 21.6.2012 και 5.7.2012 µετά από πρόσκληση του Προέδρου της, προκειµένου να εξετάσει τις υποθέσεις που αναφέρονται στο ιστορικό της παρούσας και συγκεκριµένα, κατά την πρώτη συνεδρίαση να γίνει συζήτηση επ’ αυτών και κατά τη δεύτερη διάσκεψη για την λήψη αποφάσεως. Παρέστησαν οι Γ. Μπατζαλέξης, Αναπληρωτής Πρόεδρος, κωλυοµένου του Προέδρου της Αρχής Π. Χριστόφορου, Λ. Κοτσαλής, Α. Πράσσος, ∆. Μπριόλας, Γ. Πάντζιου, τακτικά µέλη, και τα αναπληρωµατικά µέλη Γ. Λαζαράκος και Κ. Χριστοδούλου σε αντικατάσταση των τακτικών µελών Α.Ι. Μεταξά και Α. Ρουπακιώτη αντίστοιχα, οι οποίοι αν και εκλήθησαν νοµίµως εγγράφως δεν παρέστησαν λόγω κωλύµατος. Μετά από εντολή του Προέδρου συµµετείχε επίσης το αναπληρωµατικό µέλος της Αρχής Σ. Βλαχόπουλος, ως εισηγητής, µε δικαίωµα ψήφου. Στην πρώτη συνεδρίαση παρέστησαν µετά από εντολή του Προέδρου και χωρίς δικαίωµα ψήφου ο Φ. Μίτλεττον, ∆. Ζωγραφόπουλος και Ε. Χατζηλιάση, νοµικοί ελεγκτές, ως βοηθοί του εισηγητή, και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τµήµατος διοικητικών και οικονοµικών υποθέσεων, ως γραµµατέας. Η Αρχή έλαβε υπόψη τα παρακάτω: Την 27η Απριλίου 2012 κατά τη διάρκεια υγειονοµικών ελέγχων από τις αρµόδιες υπηρεσίες του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσηµάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ) προέκυψε ότι σε οίκο ανοχής της Αθήνας ευρέθησαν να εργάζονται πρόσωπα που ήταν φορείς του ιού HIV. Την ίδια ηµέρα το ΚΕΕΛΠΝΟ προέβη σε σχετική ανακοίνωση µε σκοπό την ενηµέρωση κάθε ενδιαφερόµενου, χωρίς να αναφέρει προσωπικά δεδοµένα των προσώπων αυτών. Την 28.4.2012 ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών µε τη µε αριθµ. 22/2012 διάταξή του παρήγγειλε την, κατ’ εφαρµογή της διάταξης του άρθρου 2 στοιχ. β΄ εδ. β΄ του ν. 2472/1997, δηµοσιοποίηση της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε σε βάρος της A για βαριά σκοπούµενη σωµατική βλάβη και λοιπών αδικηµάτων, την οποία συνόδευε φωτογραφία της και τα λοιπά προσδιοριστικά της ταυτότητάς της στοιχεία. Το αµέσως επόµενο χρονικό διάστηµα και µέχρι την 5.5.2012 ακολούθησε η έκδοση πέντε ακόµα αντίστοιχων εισαγγελικών διατάξεων, µε τις οποίες παραγγέλθηκε η δηµοσιοποίηση της ασκηθείσης ποινικής δίωξης για το ίδιο αδίκηµα, ως και της φωτογραφίας και των λοιπών στοιχείων ταυτότητας 23 ακόµα οροθετικών εκδιδόµενων γυναικών. Για την ανωτέρω επεξεργασία υπεβλήθη ενώπιον της Αρχής η µε αριθµ. πρωτοκόλλου Γ/ΕΙΣ/3200/3.5.2012 καταγγελία εννέα µη κυβερνητικών οργανώσεων, µε την οποία κατήγγειλαν την παράνοµη, κατά τους ισχυρισµούς τους, επεξεργασία των προσωπικών δεδοµένων των οροθετικών γυναικών που διώκονται για βαριά σκοπούµενη σωµατική βλάβη και η οποία συνίσταται στη δηµοσιοποίηση µέσω δελτίων τύπου από την Ελληνική Αστυνοµία και κατόπιν εισαγγελικής διάταξης των φωτογραφιών αλλά και των υπόλοιπων προσδιοριστικών της ταυτότητας τους στοιχείων. Στην εν λόγω καταγγελία τους σωρεύεται επίσης και αίτηµα έκδοσης προσωρινής διαταγής αναστολής της συγκεκριµένης επεξεργασίας. Η Αρχή έγινε, περαιτέρω, δέκτης και άλλων επώνυµων ή ανώνυµων αναφορών τρίτων προσώπων και φορέων σχετικά µε το πιο πάνω γεγονός. Ακολούθως µε το µε αριθµ. πρωτ. 492/5.6.2012 (αριθµ. πρωτ. της Αρχής Γ/ΕΙΣ/4095/6.6.2012) έγγραφό του ο Γενικός Γραµµατέας ∆ιαφάνειας και Ανθρωπίνων ∆ικαιωµάτων του Υπουργείου ∆ικαιοσύνης έθεσε στην Αρχή σειρά ερωτηµάτων σχετικά µε τη νοµιµότητα της ανωτέρω περιγραφείσας επεξεργασίας και παράλληλα ζήτησε τη γνώµη της Αρχής για τυχόν αναγκαίες παρεµβάσεις στο νοµοθετικό και εν γένει κανονιστικό πλαίσιο της προστασίας των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα σε Λ. Κηφισίας 1-3, 11523 Αθήνα, Τηλ: 210 6475600, Fax: 210 6475628, contact@dpa.gr / www.dpa.gr 2 παρόµοιες υποθέσεις. Στην Αρχή εκκρεµεί επίσης και η από 23.1.2009 και µε αριθµ. πρωτοκόλλου της Αρχής Γ/ΕΙΣ/383/23.1.2009 καταγγελία του B µε αντίστοιχο αντικείµενο. Ειδικότερα, ο καταγγέλλων, όπως προκύπτει και από τα συµπληρωµατικά έγγραφα που έθεσε υπ’ όψιν της Αρχής (Γ/ΕΙΣ/3833/18.6.2010, Γ/ΕΙΣ/2819/19.4.2011 και Γ/ΕΙΣ/4404/20.6.2012), παραπονείται για τη δηµοσιοποίηση, κατόπιν εισαγγελικής διάταξης, προσωπικών του δεδοµένων σχετικών µε την ποινική δίωξη που είχε ασκηθεί σε βάρος του για το αδίκηµα της πορνογραφίας ανηλίκων (348Α ΠΚ), αδίκηµα για το οποίο ακολούθως αθωώθηκε µε την αµετάκλητη …./2011 απόφαση του ∆΄ Τριµελούς Εφετείου Κακουργηµάτων Αθηνών. Για τη διερεύνηση των ανωτέρω καταγγελιών και προκειµένου να εξετάσει αν η εν λόγω δηµοσίευση εµπίπτει στο πεδίο εφαρµογής του ν. 2472/1997, η Αρχή απέστειλε τα µε αριθµ. πρωτοκόλλου Γ/ΕΞ/3232/4.5.2012 και Γ/ΕΞ/3457/14.5.2012, αντίστοιχα έγγραφα προς την Γενική Αστυνοµική ∆ιεύθυνση Αττικής ζητώντας διευκρινίσεις σχετικά µε τη δηµοσιοποίηση των ανωτέρω δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα και ζητώντας ειδικότερα την αποστολή των αναγκαίων στοιχείων από τα οποία να προκύπτει η ακριβής κατηγορία που έχει απαγγελθεί στα πιο πάνω άτοµα καθώς και το νοµικό πλαίσιο βάσει του οποίου κρίθηκε αναγκαία η δηµοσιοποίηση. Η Ελληνική Αστυνοµία στη µε αριθµ. πρωτοκόλλου 1016/53/11-γ/16.5.2012 (αριθµ. πρωτ. της Αρχής Γ/ΕΙΣ/3621/16.5.2012) έγγραφη απάντησή της, η οποία αφορά στη δηµοσίευση των προσωπικών δεδοµένων των οροθετικών εκδιδόµενων γυναικών, ανέφερε ότι η δηµοσιοποίηση πραγµατοποιήθηκε δυνάµει των µε αριθµ. 22/2012, 23/2012, 24/2012, 25/2012, 26/2012 και 27/2012 εισαγγελικών διατάξεων, τις οποίες και επεσύναψε στην απάντησή της. Στη σχετική µε την υπόθεση του B απάντησή της (αριθµ. πρωτ. 7519/3/1286-α/8.6.2012 – αριθµ. πρωτ. της Αρχής Γ/ΕΙΣ/4359/15.6.2012) η Ελληνική Αστυνοµία υποστήριξε ότι η σχετική επεξεργασία εκφεύγει της αρµοδιότητας της Αρχής βάσει της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 2 στοιχ. β΄ του ν. 2472/
- Η Αρχή, µετά από εξέταση των στοιχείων του φακέλου, αφού άκουσε τον εισηγητή και τους βοηθούς εισηγητές, κατά την πρώτη συνεδρίαση, (οι τελευταίοι δεν Λ. Κηφισίας 1-3, 11523 Αθήνα, Τηλ: 210 6475600, Fax: 210 6475628, contact@dpa.gr / www.dpa.gr 3 παρέστησαν στην δεύτερη συνεδρίαση), και κατόπιν διεξοδικής συζήτησης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
- Το άρθρο 2 στοιχ. β΄ εδαφ. β΄ του ν. 2472/1997, όπως αντικαταστάθηκε µε την παραγ. 3 ογδόου άρθρου του ν. 3625/2007, ορίζει ότι: «ειδικά για τα σχετικά µε ποινικές διώξεις ή καταδίκες (δεδοµένα) δύναται να επιτραπεί η δηµοσιοποίηση µόνον από την εισαγγελική αρχή για τα αδικήµατα που αναφέρονται στο εδάφιο β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 3 µε διάταξη του αρµόδιου Εισαγγελέα Πρωτοδικών ή του Εισαγγελέα Εφετών, εάν η υπόθεση εκκρεµεί στο Εφετείο. Η δηµοσιοποίηση αυτή αποσκοπεί στην προστασία του κοινωνικού συνόλου, των ανηλίκων, των ευάλωτων ή ανίσχυρων πληθυσµιακών οµάδων και προς ευχερέστερη πραγµάτωση της αξίωσης της Πολιτείας για τον κολασµό των παραπάνω αδικηµάτων». Με την ανωτέρω διάταξη η διενέργεια της συγκεκριµένης επεξεργασίας, δηλαδή της δηµοσιοποίησης προσωπικών δεδοµένων σχετικών µε ποινικές διώξεις ή καταδίκες και των λοιπών στοιχείων των κατηγορουµένων προσώπων, που συνδέονται µε αυτές, ανατίθεται στην Εισαγγελική Αρχή. Η θεσπιζόµενη, κατά τα ανωτέρω, αρµοδιότητα των εισαγγελικών αρχών δεν αποτελεί αµιγώς διοικητική αρµοδιότητα του εισαγγελέως, η οποία επίσης εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου, µε βάση το οργανικό κριτήριο, ως πράξη προερχοµένη από όργανο της δικαστικής εξουσίας, αλλά µπορεί να ενταχθεί στο έργο της απονοµής της δικαιοσύνης, µε το οποίο είναι επιφορτισµένες κατά το Σύνταγµα (άρθρο 87 επ.) οι δικαστικές και εισαγγελικές αρχές, καθώς λαµβάνει χώρα κατά τη διερεύνηση µίας ποινικής υπόθεσης, µε τη διενέργεια προανακρίσεως, ή κυρίας ανακρίσεως, που ως σκοπό έχουν την βεβαίωση εγκληµάτων, που αναφέρονται στην διάταξη και απαριθµούνται ενδεικτικώς σ’ αυτή και κατατείνει στον κολασµό τους. Με το άρθρο 9Α του Συντάγµατος κατοχυρώνεται το δικαίωµα στην προστασία των προσωπικών δεδοµένων. Οι θεµελιώδεις αρχές του δικαιώµατος αυτού προκύπτουν όχι µόνο από την Οδηγία 95/46/ΕΚ αλλά και από διεθνή κείµενα που έχει κυρώσει η Ελλάδα. Ειδικότερα, πυρήνα του δικαιώµατος που τυποποιείται στο άρθρο 9Α Σ, ο οποίος δεν µπορεί να θιγεί από τον κοινό νοµοθέτη, αποτελούν η αρχή της θεµελίωσης Λ. Κηφισίας 1-3, 11523 Αθήνα, Τηλ: 210 6475600, Fax: 210 6475628, contact@dpa.gr / www.dpa.gr 4 της επεξεργασίας στο νόµο, η αρχή του σκοπού και της αναλογικότητας (µε την ειδικότερη έννοια της αναγκαιότητας και της προσφορότητας), η καταρχήν απαγόρευση της επεξεργασίας ευαίσθητων δεδοµένων, η κατοχύρωση δικαιωµάτων των υποκειµένων των δεδοµένων καθώς και η ανάθεση του ελέγχου τήρησης των παραπάνω κανόνων σε ανεξάρτητη αρχή. Οι αρχές αυτές αποτελούν και περιεχόµενο του ν. 2472/1997 και ειδικότερα της διατάξεως του άρθρου 4 παρ. 1 εδαφ. α΄- δ΄ (βλ. για τις σκέψεις αυτές γνµδ. 1/2009 της Αρχής, διαθέσιµη στο διαδικτυακό τόπο www.dpa.gr, σελ. 4). Το κατοχυρωµένο στο άρθρο 9Α του Συντάγµατος δικαίωµα στην προστασία των προσωπικών δεδοµένων ερµηνεύεται πάντα σε συµφωνία µε τις θεµελιώδεις αρχές του δηµοκρατικού πολιτεύµατος και ειδικότερα µε την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 Σ. Κατά την εν λόγω αρχή απαγορεύεται όχι µόνο η ανάθεση σε ένα όργανο αρµοδιοτήτων, οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στη δοµή και στην κύρια λειτουργία του, αλλά επίσης απαγορεύεται να θιγεί και ο πυρήνας του κανονιστικού περιεχοµένου ακόµα και των περαιτέρω συνταγµατικών διατάξεων που εξειδικεύουν τη διάκριση των λειτουργιών, διαµορφώνοντας τη φυσιογνωµία των άµεσων κρατικών οργάνων ως τέτοιων, όπως θα ήταν για παράδειγµα η υπαγωγή των δικαστικών λειτουργών σε καθεστώς ιεραρχικής εξέτασης υπαλληλικού τύπου. Το ζήτηµα που τίθεται στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης είναι αν ο έλεγχος της Ανεξάρτητης Αρχής Προστασίας Προσωπικών ∆εδοµένων που, όπως λέχθηκε, εντάσσεται στις, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 στοιχ. α-ιε΄ ν. 2472/1997, αρµοδιότητές της και κατατείνει στην αποτελεσµατική προστασία του συνταγµατικά κατοχυρωµένου ως άνω δικαιώµατος από παράνοµη και µη σύµφωνη µε τις προαναφερθείσες βασικές αρχές επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων, µπορεί να εκτείνεται και στην επεξεργασία που πραγµατοποιείται από τις Εισαγγελικές Αρχές, κατά την ενάσκηση της εν λόγω αρµοδιότητάς τους. Πέραν των αµέσως κατωτέρω εκτιθεµένων σχετικά µε την εφαρµογή ή µη του ν. 2472/1997 στην περίπτωση της επεξεργασίας αυτής, πρέπει να σηµειωθεί ότι κατάφαση της αρµοδιότητας της Αρχής για άσκηση τέτοιου ελέγχου, θα υπήγαγε ουσιαστικά τους λειτουργούς της εισαγγελικής αρχής, οι οποίοι, όπως και οι δικαστικοί λειτουργοί, απολαµβάνουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και υπόκεινται κατά την άσκηση των αρµοδιοτήτων τους µόνο στο Σύνταγµα και στους νόµους, στο Λ. Κηφισίας 1-3, 11523 Αθήνα, Τηλ: 210 6475600, Fax: 210 6475628, contact@dpa.gr / www.dpa.gr 5 διοικητικό έλεγχο της Αρχής, πράγµα το οποίο τυγχάνει ευθέως αντίθετο προς την προαναφερθείσα συνταγµατική αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Για το λόγο αυτό πολλές διατάξεις του ν. 2472/1997, είτε αποκλείουν την εφαρµογή του σε επεξεργασία που διενεργείται από τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές, αλλά και τις υπηρεσίες που ενεργούν υπό την άµεση εποπτεία τους στο πλαίσιο της απονοµής της δικαιοσύνης (κατωτέρω αναφερόµενο και σχολιαζόµενο άρθρο 3 παρ. 2 εδαφ. β΄), είτε αποκλείουν την εφαρµογή ορισµένων διατάξεων σε επεξεργασίες που διενεργούν δικαστικές υπηρεσίες για την εξυπηρέτηση των αναγκών λειτουργίας της ποινικής δικαιοσύνης (άρθρο 24 παρ. 5, το οποίο αποκλείει την εφαρµογή των άρθρων 11, 12, 13, που θεσπίζουν τα δικαιώµατα ενηµέρωσης, πρόσβασης και αντίρρησης του υποκειµένου και 19 παρ. 1 που θεσπίζει τις αρµοδιότητες της Αρχής), είτε απαλλάσσουν από την κατά το άρθρο 7 υποχρέωση λήψεως αδείας επεξεργασίας ευαίσθητων προσωπικών δεδοµένων, ως και ίδρυσης και λειτουργίας σχετικού αρχείου, όταν διενεργείται από τις δικαστικές αρχές ή υπηρεσίες άλλες εκτός των αναφεροµένων στη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 εδαφ. β΄ του νόµου, που αναλύεται στην αµέσως επόµενη σκέψη (άρθρο 7 Α παρ. 1 στ΄).
- Κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 εδαφ. β΄ του ν. 2472/1997 «Οι διατάξεις του παρόντος νόµου δεν εφαρµόζονται στην επεξεργασία δεδοµένων η οποία πραγµατοποιείται: … β) από τις δικαστικές – εισαγγελικές αρχές και τις υπηρεσίες που ενεργούν υπό την άµεση εποπτεία τους στο πλαίσιο της απονοµής της δικαιοσύνης ή για την εξυπηρέτηση των αναγκών της λειτουργίας τους µε σκοπό τη βεβαίωση εγκληµάτων, που τιµωρούνται ως κακουργήµατα ή πληµµελήµατα µε δόλο και ιδίως εγκληµάτων κατά της ζωής, κατά της γενετήσιας ελευθερίας, της οικονοµικής εκµετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, κατά της προσωπικής ελευθερίας, κατά της ιδιοκτησίας, κατά των περιουσιακών δικαιωµάτων, παραβάσεων της νοµοθεσίας περί ναρκωτικών, επιβουλής της δηµόσιας τάξης, ως και τελουµένων σε βάρος ανηλίκων θυµάτων. Ως προς τα ανωτέρω εφαρµόζονται οι ισχύουσες ουσιαστικές και δικονοµικές ποινικές διατάξεις». Η απαρίθµηση είναι ενδεικτική και µπορούν να περιληφθούν σ αυτή και τα εγκλήµατα των σωµατικών βλαβών από πρόθεση που τιµωρούνται σε βαθµό κακουργήµατος και πληµµελήµατος (άρθρα 308-312 ΠΚ). Λόγω της συνταγµατικής κατοχύρωσης του δικαιώµατος στην προστασία των προσωπικών δεδοµένων, διατάξεις που περιορίζουν Λ. Κηφισίας 1-3, 11523 Αθήνα, Τηλ: 210 6475600, Fax: 210 6475628, contact@dpa.gr / www.dpa.gr 6 την εφαρµογή των ουσιαστικών διατάξεων του ν. 2472/1997, που όπως προαναφέρθηκε αντικατοπτρίζουν τις θεµελιώδεις αρχές της προστασίας δεδοµένων, θα πρέπει να ερµηνεύονται στενά. Εξάλλου, η τελευταία διάταξη (άρθρο 3 παρ. 2 στοιχ. β’), η οποία, όπως λέχθηκε, είναι ερµηνευτέα στενώς, αποκλείει την εφαρµογή του ν. 2472/1997 µόνον στην επεξεργασία δεδοµένων, η οποία πραγµατοποιείται στο πλαίσιο της απονοµής της δικαιοσύνης, µε σκοπό την βεβαίωση εγκληµάτων που τιµωρούνται ως κακουργήµατα ή πληµµελήµατα µε δόλο, τα οποία απαριθµεί ενδεικτικώς. Αντιθέτως, η διάταξη του άρθρου 2 στοιχ. β΄εδαφ. β΄ του ν. 2472/1997, παρότι µεταξύ των σκοπών της δηµοσιοποίησης περιλαµβάνει και την τιµώρηση εγκληµάτων, δεν αποκλείει την εφαρµογή του νόµου αυτού. Η δηµοσιοποίηση ποινικών διώξεων κατά το άρθρο 2 αποσκοπεί, εκτός από τον κολασµό των εν λόγω αδικηµάτων, όπως και η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 εδαφ. β΄, και στην προστασία του κοινωνικού συνόλου, των ανηλίκων και των ευάλωτων ή ανίσχυρων πληθυσµιακών οµάδων και συνεπώς οι σκοποί που εξυπηρετούνται µε τη δηµοσιοποίηση των ποινικών διώξεων είναι ευρύτεροι από το σκοπό που επιδιώκει να επιτύχει η επεξεργασία που περιγράφεται στο άρθρο 3 παρ. 2 εδαφ. β΄ του ν. 2472/1997, δηλαδή η βεβαίωση εγκληµάτων. Την προστασία του κοινωνικού συνόλου και των ανηλίκων επικαλείται, ως αιτιολογική βάση της, η διάταξη του εισαγγελέως για δηµοσιοποίηση της ποινικής δίωξης σε βάρος του καταγγέλλοντος, B και κατηγορουµένου τότε για την πράξη του άρθρου 348 Α ΠΚ, δηλαδή σκοπούς που περιλαµβάνονται µόνον στη διάταξη του άρθρου 2 στοιχ. β΄ εδαφ. β΄ του νόµου. Οι προαναφερθείσες εισαγγελικές διατάξεις, που εκδόθηκαν στην υπόθεση των οροθετικών γυναικών, στις οποίες αποδίδεται η κακουργηµατική πράξη της σκοπούµενης βαριάς σωµατικής βλάβης (άρθρο 310 παρ. 1, 3 σε συνδυασµό µε 308 παρ. 1 ΠΚ), επικαλούνται ως αιτιολογική βάση τους ότι η δηµοσιοποίηση των ποινικών διώξεων και των στοιχείων των κατηγορουµένων, ως και η δηµοσίευση των φωτογραφιών τους επιβάλλεται, διότι θα προστατευθεί το κοινωνικό σύνολο και θα πραγµατωθεί ευχερέστερα η αξίωση της Πολιτείας για τον κολασµό των αδικηµάτων υπό τη µορφή της αποκάλυψης της τυχόν τέλεσης εκ µέρους των κατηγορουµένων οµοίων πράξεων, της προτροπής όσων έχουν ήδη συνευρεθεί µαζί τους να υποβληθούν σε ιατρικές εξετάσεις και της αποτροπής του πανικού που θα µπορούσε Λ. Κηφισίας 1-3, 11523 Αθήνα, Τηλ: 210 6475600, Fax: 210 6475628, contact@dpa.gr / www.dpa.gr 7 να προκληθεί σε όσους έχουν συνευρεθεί µε εκδιδόµενο πρόσωπο µε όµοια χαρακτηριστικά, δηλαδή όλους τους σκοπούς που αναφέρει η αυτή διάταξη. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η δηµοσιοποίηση των ποινικών διώξεων και των λοιπών προσδιοριστικών της ταυτότητας του κατηγορουµένου στοιχείων ρυθµίζεται αποκλειστικά από την ειδικότερη ως άνω διάταξη του άρθρου 2 στοιχ. β΄ εδαφ. β΄ του ίδιου νόµου, που διαγράφει τις προϋποθέσεις δηµοσιοποίησης δεδοµένων σχετικών µε ποινικές διώξεις και καταδίκες και των σύµφυτων µε αυτές λοιπών προσωπικών δεδοµένων των κατηγορουµένων προσώπων και δεν τυγχάνει επ’ αυτής εφαρµογής η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 εδαφ. β΄ του ν. 2472/
- Συνεπώς, δεν αποκλείεται η εφαρµογή του νόµου αυτού και των αρχών που θεσπίζει στη διενεργούµενη µε τον τρόπο αυτό επεξεργασία των προσωπικών δεδοµένων που, ως αναφερόµενα σε ποινικές διώξεις και καταδίκες, αλλά και, στην πρώτη από τις εξεταζόµενες περιπτώσεις και σε θέµατα υγείας (φορείς του ιού HIV), τυγχάνουν ευαίσθητα. Αυτό βέβαια δεν σηµαίνει ότι η Αρχή δύναται να ασκήσει τις ελεγκτικές και λοιπές αρµοδιότητες που τις απονέµει η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του ν. 2472/1997 και έτσι να ελέγξει τις εισαγγελικές αρχές, αν τήρησαν τις ανωτέρω βασικές αρχές που αυτός θεσπίζει, αφού αυτό, όπως ήδη λέχθηκε, προεχόντως, αντίκειται στην συνταγµατική αρχή της διακρίσεως των εξουσιών (άρθρο 26 Συντάγµατος). Περαιτέρω, κατά τα προεκτεθέντα, δεν απαιτείται για την επεξεργασία των ευαίσθητων προσωπικών δεδοµένων που διενεργείται µε τον τρόπο αυτό η προηγούµενη, κατ άρθρο 7 του ν. 2472/1997, άδεια της Αρχής. Η διενέργεια όµως της επεξεργασίας αυτής σύµφωνα µε τις αρχές του ως άνω νόµου, επαφίεται στον ενεργοποιούντα την ως άνω διάταξη εισαγγελέα, ο οποίος και εξυπακούεται ότι θα ενεργεί, όπως στην κατωτέρω σκέψη εκτίθεται.
- Ειδικότερα τυγχάνει αυτονόητο ότι οι εισαγγελικές αρχές, κατά την άσκηση της εν λόγω αρµοδιότητάς τους, ως εγγυητές της τήρησης του Συντάγµατος και του νόµου, θα εφαρµόζουν τη διάταξη του άρθρου 9Α Σ , µε το περιεχόµενο που ανωτέρω στην σκέψη 1 της αποδόθηκε, καθώς και τις ουσιαστικές διατάξεις του ν. 2472/1997 και ειδικότερα την αρχή της αναλογικότητας. Κατά συνέπεια, ενεργώντας σύµφωνα µε την αρχή αυτή, θα κρίνουν, αν για την επίτευξη των σκοπών της ανωτέρω διατάξεως (η Λ. Κηφισίας 1-3, 11523 Αθήνα, Τηλ: 210 6475600, Fax: 210 6475628, contact@dpa.gr / www.dpa.gr 8 προσφυγή στην οποία πρέπει να γίνεται µε φειδώ), κρίνεται επιβεβληµένη η δηµοσιοποίηση δεδοµένων σχετικών µε ποινικές διώξεις ή καταδίκες και θα λαµβάνουν υπόψη τους ότι η, κατ εφαρµογή της ως άνω διάταξης, δηµοσιοποίηση είναι ανεκτή, κατά το Σύνταγµα και το ν. 2472/1997, µόνον όταν τα δηµοσιοποιούµενα προσωπικά δεδοµένα είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόµενου και αναφερόµενου, κατά περίπτωση, στην εισαγγελική διάταξη σκοπού της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, των ανηλίκων ή της βεβαίωσης καθ’ όλη της την έκταση της συγκεκριµένης αξιόποινης πράξης, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη και διενεργείται προανάκριση ή κυρία ανάκριση, στο πλαίσιο της οποίας και αποφασίσθηκε η δηµοσιοποίηση. Επίσης ο επιφορτισµένος να εκδώσει την διάταξη θα εκτιµά το γεγονός να εξυπηρετείται ο σκοπός αυτός µε µόνη την αναφορά της ποινικής δίωξης και των απολύτως απαραίτητων και στενώς συνδεδεµένων µε αυτή προσδιοριστικών του φερόµενου ως δράστη στοιχείων, και θα αποφεύγει, την πλεοναστική δηµοσιοποίηση προσωπικών δεδοµένων και δη ευαίσθητων, ενόψει και των επαχθών συνεπειών της εκθέσεως στην δηµοσιότητα των εν λόγω δεδοµένων, που στο πλείστο των περιπτώσεων τυγχάνουν µη αναστρέψιµες.
- Σε απάντηση του αιτήµατος του Γενικού Γραµµατέα ∆ιαφάνειας και Ανθρωπίνων ∆ικαιωµάτων του Υπουργείου ∆ικαιοσύνης παρατηρείται ότι το ισχύον νοµοθετικό πλαίσιο χρήζει τροποποιήσεων, οι οποίες θα κατέτειναν στην αποτελεσµατικότερη εφαρµογή των θεµελιωδών αρχών της προστασίας των προσωπικών δεδοµένων και ειδικότερα αυτής της αναλογικότητας, αλλά και στον περιορισµό των δυσµενών συνεπειών που ενδέχεται να προκαλέσει σε ένα πρόσωπο η δηµοσιοποίηση δεδοµένων του σχετικά µε ποινικές διώξεις ή καταδίκες, αλλά και συνδεοµένων µε αυτές προσωπικών και δη ευαίσθητων δεδοµένων του. Πιο συγκεκριµένα, η Αρχή θεωρεί ότι επιβάλλεται να αναληφθεί νοµοθετική πρωτοβουλία, προκειµένου η ως άνω νοµοθετική διάταξη να συµπληρωθεί ως ακολούθως: α) να ορισθεί ότι η οικεία εισαγγελική διάταξη πρέπει να είναι ειδικώς και πλήρως αιτιολογηµένη και να εξειδικεύει τον σκοπό που επιβάλλει, στην συγκεκριµένη περίπτωση, τη δηµοσιοποίηση των στοιχείων που εξαντλητικά θα αναφέρει. β) να ορισθεί ότι η εισαγγελική διάταξη θα αναφέρει τον τρόπο µε τον οποίο θα Λ. Κηφισίας 1-3, 11523 Αθήνα, Τηλ: 210 6475600, Fax: 210 6475628, contact@dpa.gr / www.dpa.gr 9 πραγµατοποιηθεί η δηµοσιοποίηση, καθώς και το χρονικό διάστηµα που θα διαρκέσει, για να µη καταλείπονται περιθώρια διακριτικής ευχέρειας στις Αρχές που θα κληθούν να την εφαρµόσουν, γ) να θεσπισθεί δικαίωµα ασκήσεως από τον κατηγορούµενο, εντός πολύ σύντοµης προθεσµίας, προσφυγής κατά της εισαγγελικής διάταξης, σε ανώτερο ιεραρχικά εισαγγελέα, που θα αποφαίνεται σε πολύ σύντοµη επίσης προθεσµία, η άσκηση της οποίας και θα έχει ανασταλτικό αποτέλεσµα. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, το µεν στα ζητήµατα που τίθενται µε το ως άνω έγγραφο του Γ.Γ. ∆ιαφάνειας και Ανθρωπίνων ∆ικαιωµάτων, προσήκουν οι προαναφερθείσες απαντήσεις και γίνονται οι µε το ως άνω περιεχόµενο προτάσεις για ανάληψη νοµοθετικής πρωτοβουλίας µε τον προαναφερθέντα σκοπό, το δε οι καταγγελίες πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους. Κατ’ επέκταση, καθίσταται άνευ αντικειµένου το αίτηµα περί εκδόσεως προσωρινής διαταγής µε το περιεχόµενο που αναφέρεται στην ανωτέρω πρώτη καταγγελία. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Η Αρχή απορρίπτει τις καταγγελίες-προσφυγές και την αίτηση προσωρινής διαταγής αναστολής της επεξεργασίας που αναφέρονται στο ιστορικό. Ο Αναπληρωτής Πρόεδρος Η Γραµµατέας Γεώργιος Μπατζαλέξης Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου Λ. Κηφισίας 1-3, 11523 Αθήνα, Τηλ: 210 6475600, Fax: 210 6475628, contact@dpa.gr / www.dpa.gr 10