← Ελλάδα

Έννομες συνέπειες εισαγγελικής παραγγελίας για τη χορήγηση δημοσίων εγγράφων

Αθήνα, 29-09-2009 Αριθ. Πρωτ. Γ/ΕΞ/5740/29-09-2009 ΑΡΧΗ ΠΡΟ ΤΑ ΙΑ Ε ΟΜΕΝΝ ΠΡΟ ΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΓΝΜΟΟ Η Αρχή Προστασίας ΗΣΗ ΑΡ. 3 / 2009 εδο"ένων Προσωπικού Χαρακτήρα, συνήλθε "ετά από πρόσκληση του Προέδρου της σε τακτική συνεδρίαση την 02.07.2009 στο κατάστη"ά της αποτελού"ενη από τον Χ. Γεραρή, Πρόεδρο, και τους Λ. Κοτσαλή, Α. Παπανεοφύτου και Α. Ρουπακιώτη, τακτικά "έλη, Γ. Πάντζιου, Π. Τσαντίλα και Γ. Λαζαράκο, αναπληρω"ατικά "έλη, σε αντικατάσταση των τακτικών "ελών Α. Πο"πόρτση, Α. Πράσσου και Α.Ι. Μεταξά, οι οποίοι αν και κλήθηκαν νο"ί"ως εγγράφως, δεν παρέστησαν λόγω κωλύ"ατος. Η Αρχή συνεδρίασε προκει"ένου να γνω"οδοτήσει σχετικά "ε το ζήτη"α των έννο"ων συνεπειών του άρθρου 25 παρ. 4 εδ. β' του Ν. 1756/1988 (Κώδικας Οργανισ"ού ικαστηρίων - Κατάστασης ικαστικών Λειτουργών), το οποίο αφορά στην έκδοση εισαγγελικής παραγγελίας για χορήγηση δη"οσίων εγγράφων, όταν αυτά περιέχουν προσωπικά δεδο"ένα κατά την έννοια του Ν. 2472/1997. Η συζήτηση γίνεται σε συνέχεια των από 24.11.2008, 13.01.2009 και 23.01.2009 συνεδριάσεων, κατά τις οποίες τα "έλη προέβησαν σε "ια πρώτη ερ"ηνευτική προσέγγιση του θέ"ατος. Παρούσες χωρίς δικαίω"α ψήφου ήταν οι Ζ. Καρδασιάδου και Θ. Τουτζιαράκη, νο"ικές ελέγκτριες, ως βοηθοί του "έλους Λ. Κοτσαλή, εισηγητού της υποθέσεως, και η Γ. Παλαιολόγου, υπάλληλος του τ"ή"ατος διοικητικών και οικονο"ικών υποθέσεων, ως γρα""ατέας. Ο Πρόεδρος έδωσε το λόγο στον εισηγητή και στους βοηθούς εισηγητές, οι οποίοι εξέθεσαν τα ακόλουθα: I. Τα τελευταία χρόνια η Αρχή δέχεται ση"αντικό αριθ"ό ερωτη"άτων από τη η"όσια ιοίκηση και προσφυγών από πολίτες σχετικά "ε τη νο"ι"ότητα χορήγησης, ύστερα από εισαγγελική παραγγελία, δη"οσίων εγγράφων που περιέχουν προσωπικά δεδο"ένα. υγκεκρι"ένα, η Αρχή 2 καλείται να αποφανθεί ως προς τις εξής δύο κυρίως περιπτώσεις: α) Ο αιτών ζητεί πρόσβαση σε δη"όσια έγγραφα που περιέχουν δεδο"ένα άλλου προσώπου και η ιοίκηση αρνείται να του τα χορηγήσει, "ε αποτέλεσ"α ο αιτών να ζητεί και να λα"βάνει εισαγγελική παραγγελία που να επιτάσσει τη χορήγηση. Η ιοίκηση, ό"ως, παρά την ύπαρξη της εισαγγελικής παραγγελίας, διαπιστώνει ότι τα ζητηθέντα στοιχεία ε"πίπτουν σε απόρρητο ειδικά προβλεπό"ενο από το νό"ο ή/και στη νο"οθεσία περί προστασίας δεδο"ένων προσωπικού χαρακτήρα και, λόγω α"φιβολιών για τη νο"ι"ότητα της χορήγησης, διαβιβάζει στην Αρχή το συνοδευό"ενο από εισαγγελική παραγγελία αίτη"α του ενδιαφερο"ένου για παροχή σχετικής γνω"οδότησης. β) Η ιοίκηση, προς συ""όρφωση σε σχετική εισαγγελική παραγγελία, χορηγεί στον αιτούντα δη"όσια έγγραφα που περιέχουν δεδο"ένα άλλου προσώπου. Το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα έγγραφα, υποβάλλει προσφυγή στην Αρχή παραπονού"ενο για το "η σύννο"ο της χορήγησης αυτής. ΙΙ. Η εισαγγελική παραγγελία προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 4 εδ. β' του Ν. 1756/1988 (Κώδικας Οργανισ"ού ικαστηρίων - Κατάστασης ικαστικών Λειτουργών), σύ"φωνα "ε την οποία ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών “δικαιούται να παραγγέλει στις υπηρεσίες του δηοσίου, των νοικών προσώπων δηοσίου δικαίου, των οργανισών κοινής ωφέλειας και όλων γενικά των επιχειρήσεων του δηόσιου τοέα, να παραδώσουν έγγραφα ή να χορηγήσουν αντίγραφά τους, όταν το ζητήσουν νοικά ή φυσικά πρόσωπα που έχουν δικαίωα ή έννοο συφέρον, εκτός αν πρόκειται για έγγραφα από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 261 του Κ.Π. .”, δηλαδή για έγγραφα που κατέχουν πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί δη"όσια υπηρεσία και αφορούν στρατιωτικό ή διπλω"ατικό "υστικό που ανάγεται στην ασφάλεια του κράτους καθώς και έγγραφα που κατέχουν τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 212 ΚΠ (κληρικοί, συ"βολαιογράφοι, συνήγοροι, ιατροί, φαρ"ακοποιοί, οι βοηθοί αυτών και οι "αίες) και ανάγονται σε "υστικό που σχετίζεται "ε το λειτούργη"α ή επάγγελ"ά τους. Κατά το γρά""α της ως άνω διάταξης, η εισαγγελική παραγγελία "πορεί να αφορά και σε έγγραφα που περιέχουν προσωπικά δεδο"ένα του ίδιου του υποκει"ένου των δεδο"ένων ή προσωπικά δεδο"ένα τρίτων προσώπων. ΙΙΙ. ε σχετικές Γνω"οδοτήσεις διάφορων δη"οσίων οργάνων, ως προς τη φύση, τη δεσ"ευτικότητα και το περιεχό"ενο της εισαγγελικής παραγγελίας, παρατηρείται έλλειψη ο"οιό"ορφης και ολοκληρω"ένης αντι"ετώπισης του ζητή"ατος ενίοτε και "έσα στους κόλπους 3 του ίδιου οργάνου. Ειδικότερα: α) Κατά την κρατούσα άποψη των Εισαγγελικών Αρχών αναφορικά "ε τη φύση της εισαγγελικής παραγγελίας, (πρβλ. κυρίως Γνω"οδότηση 1/2005 Εισ.ΑΠ και Εγκύκλιο 6/2006 Εισ.ΑΠ, σε συνδυασ"ό "ε Γνω"οδοτήσεις 84/1995 Εισ.Πλ.Άρτας, 5/1998 Εισ.ΑΠ, 17/1999 Εισ.ΑΠ, 26/03/1999 Εισ.Πρωτ.Αθηνών, 7/2000 Εισ.Πρωτ.Κέρκυρας, διαθέσι"ες στην ηλεκτρονική βάση δεδο"ένων NOMOS), η ως άνω εισαγγελική παραγγελία φέρει το χαρακτήρα δικαστικής πράξηςδιάταξης, αφού προέρχεται από δικαστικό λειτουργό που ενεργεί στο πλαίσιο αυτής του της ιδιότητας (δεδο"ένου ότι ο Εισαγγελέας είναι ισόβιος δικαστικός λειτουργός "ε προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία - βλ. άρθρα 87 επ. του υντάγ"ατος). Κατά "ια άλλη, πρόσφατη άποψη (Γνω"οδότηση 7/2007 Εισ.ΑΠ), η εισαγγελική παραγγελία είναι ιδιότυπη πράξη διοικητικού χαρακτήρα. Καθόσον αφορά τη δεσ"ευτικότητα της εισαγγελικής παραγγελίας, η πρώτη και κρατούσα άποψη υποστηρίζει ότι για να έχει η εισαγγελική παραγγελία χαρακτήρα δικαστικής πράξης, θα πρέπει να πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις: (

  1. i)να είναι αιτιολογη"ένη και (
  2. ii)να "ην αποτελεί απλό διαβιβαστικό της σχετικής αίτησης, χωρίς τη ρητή έκφραση γνώ"ης του συντάκτη της. υγκεκρι"ένα, πολλές φορές οι Εισαγγελείς απλώς διαβιβάζουν την σχετική αίτηση στην αρ"όδια υπηρεσία "ε την ένδειξη “δια τα καθ' υ"άς περαιτέρω” ή “για τις περαιτέρω ενέργειες”, χωρίς δηλαδή να λάβουν σαφή θέση επί της χορήγησης ή "η των ζητηθέντων εγγράφων. Όπως αποδέχονται οι σχετικές Εισαγγελικές Γνω"οδοτήσεις, η ενέργεια αυτή είναι αντίθετη "ε την προ"νη"ονευό"ενη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 4 εδ. β' του Ν. 1756/1988, το οποίο επιβάλλει στον Εισαγγελέα είτε να δώσει ρητή παραγγελία, εφόσον συντρέχουν οι προς τούτο προϋποθέσεις (κάτι το οποίο θα πρέπει να έχει ελέγξει), είτε να απορρίψει την αίτηση αιτιολογώντας την απόρριψη. Εάν, σύ"φωνα πάντα "ε τις ως άνω Γνω"οδοτήσεις, η εισαγγελική παραγγελία φέρει τα παραπάνω χαρακτηριστικά, είναι δεσ"ευτική για τη ιοίκηση, η οποία υποχρεούται να χορηγήσει τα έγγραφα, έστω και αν έχει άλλη άποψη. Υπεύθυνος είναι ο συντάκτης της εισαγγελικής παραγγελίας. Από την άλλη πλευρά, η πρόσφατη άποψη της Εισαγγελίας που χαρακτηρίζει τις εισαγγελικές παραγγελίες ως ιδιότυπες πράξεις διοικητικού χαρακτήρα (Γνω"οδότηση 7/2007 Εισ.ΑΠ.) υποστηρίζει ότι "πορούν ως διοικητικές πράξεις να ανακληθούν, όπως επίσης και να επαναληφθούν αν εκλείψουν οι λόγοι που επέβαλαν την ανάκλησή τους. ε περίπτωση ανάκλησης και επανάληψης της παραγγελίας, εκτελεστέα είναι η τελευταία παραγγελία ή σε περίπτωση έκδοσης αντιφατικών παραγγελιών εκτελεστέα θα είναι η από τον ιευθύνοντα την Εισαγγελία προσδιοριζό"ενη. στόσο, στην συγκεκρι"ένη Γνω"οδότηση δεν αναφέρεται προηγού"ενο “νο"ολογιακό” παράδειγ"α ανάκλησης εισαγγελικής παραγγελίας. Τέλος, καθόσον αφορά το 4 περιεχό"ενο της εισαγγελικής παραγγελίας, υποστηρίζεται ότι, εάν πληρούνται οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις, δηλαδή της ρητής και αιτιολογη"ένης διάταξης, η εισαγγελική παραγγελία δύναται να αφορά και σε έγγραφα που ε"πίπτουν στους περιορισ"ούς που θέτουν οι διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3 Κ ιαδ και 16 παρ. 3 του ν. 1599/86 (π.χ. έγγραφα που αφορούν στην ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτων) "ε "όνο όριο τα απόρρητα που προβλέπονται σε ειδικές διατάξεις νό"ου, όπως το φορολογικό, τραπεζικό, ιατρικό απόρρητο. ε σχέση "ε την προστασία προσωπικών δεδο"ένων, υποστηρίζεται ότι ο Εισαγγελέας δεν είναι υποχρεω"ένος να εξετάζει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Ν. 2472/1997, ακό"α και αν στα έγγραφα που ζητούνται περιλα"βάνονται και ευαίσθητα δεδο"ένα (έτσι ρητά η Γνω"οδότηση 1/2005 Εισ.ΑΠ και ο"οίως η Εγκύκλιος 6/2006 Εισ.ΑΠ). Η άποψη αυτή στηρίζεται στα εξής επιχειρή"ατα: (
  3. i)Ο Ν. 2472/1997 δεν θεσπίζει κανενός είδους απόρρητο, οπότε δεν ε"πίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 2690/1999 (Κ ιαδ). (
  4. ii)Ο Ν. 2690/1999 δεν αναφέρει καθόλου το Ν. 2472/1997 ως όριο πρόσβασης του πολίτη στα δη"όσια έγγραφα. εδο"ένου, λοιπόν, ότι ο Ν. 2690/1999 είναι "εταγενέστερος και ειδικότερος του Ν. 2472/1997, αν ο νο"οθέτης ήθελε να θεσπίσει απόρρητο υπέρ του τελευταίου, θα το όριζε ρητώς στο Ν. 2690/1999. β) Το Νο"ικό υ"βούλιο του Κράτους (Γνω"οδοτήσεις 877/1988, 710/1993, 96/1995, 94/2001, 430/2007 -εφεξής Ν Κ-) υποστηρίζει ότι η εισαγγελική παραγγελία δεν είναι δεσ"ευτική όταν η χορήγηση αντιγράφων απαγορεύεται από ρητή διάταξη νό"ου, ειδικά όταν πρόκειται για απόρρητο εκ του νό"ου. Αν η χορήγηση δεν απαγορεύεται από ειδικές διατάξεις, τότε η εισαγγελική παραγγελία είναι δεσ"ευτική για τη ιοίκηση, υπό τον όρο, ό"ως, ότι ο Εισαγγελέας έχει εξετάσει το δικαίω"α ή έννο"ο συ"φέρον του αιτούντος και είτε δίνει ρητή και αιτιολογη"ένη παραγγελία, είτε προβαίνει σε ρητή και αιτιολογη"ένη απόρριψη του αιτή"ατος. Αν ό"ως η εισαγγελική παραγγελία δεν περιέχει ρητή έκφραση γνώ"ης και περαιτέρω παραγγελία του εισαγγελικού λειτουργού προς την αρ"όδια διοικητική αρχή για τη γνωστοποίηση στον αιτούντα των ζητού"ενων στοιχείων, αλλά αποτελεί απλώς διαβίβαση προς αυτήν της σχετικής αίτησης προς αξιολόγηση του περιεχο"ένου της και για τις εντεύθεν προσήκουσες νό"ι"ες ενέργειές της, τότε από ένα τέτοιο εισαγγελικό έγγραφο δεν γεννάται υποχρέωση της ιοίκησης προς παροχή των ζητού"ενων στοιχείων. Οι προαναφερθείσες Γνω"οδοτήσεις του Ν Κ καταλήγουν στα ανωτέρω συ"περάσ"ατα επιση"αίνοντας, ωστόσο, ότι ο Εισαγγελέας δεν συνιστά δικαστήριο (ποινικό ή αστικό), και ως εκ τούτου στερείται του δικαιώ"ατος να επιλύει διαφορά που έχει ανακύψει "εταξύ διοικητικής δη"όσιας υπηρεσίας ή υπαλλήλου αυτής και ιδιώτη, ως προς το αν ο τελευταίος δικαιούται να 5 λάβει αντίγραφο δη"οσίου εγγράφου. τη Γνω"οδότηση 501/2007 (σελ. 7 επ.) διατυπώθηκε από ορισ"ένα "έλη και η εξής άποψη, χωρίς ωστόσο αυτή να είναι κρίσι"η για την επίλυση της συγκεκρι"ένης περίπτωσης: (
  5. i)Εάν η εν λόγω αρ"οδιότητα του Εισαγγελέα θεωρηθεί ότι αποτελεί διοικητικής φύσεως αρ"οδιότητα, ε"πίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 89 παρ. 3 εδ. α' του υντάγ"ατος, η οποία προβλέπει ότι “Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται”. (
  6. ii)Εάν η εν λόγω αρ"οδιότητα θεωρηθεί ως δικαστική αρ"οδιότητα και η εκδιδό"ενη υπ' αυτού παραγγελία χαρακτηρισθεί ως δικαστική διάταξη, τότε και πάλι η αρ"οδιότητα αυτή, εφόσον ασκείται προς προστασία δικαιώ"ατος ή έννο"ου συ"φέροντος, το οποίο προβάλλεται στο πλαίσιο διοικητικής διαφοράς, συνιστά ανεπίτρεπτη επέ"βαση εισαγγελικού λειτουργού στην επίλυση της διοικητικής αυτής διαφοράς, κατά παραβίαση των άρθρων 94 παρ. 1 και 95 παρ. 1 περ. α' του υντάγ"ατος, όπου προβλέπεται ότι η σχετική κατηγορία διοικητικών διαφορών ανήκει στην ακυρωτική αρ"οδιότητα του υ"βουλίου της Επικρατείας και των διοικητικών δικαστηρίων. Η άποψη αυτή υποστηρίζεται ε""έσως και σε "ια προγενέστερη Γνω"οδότηση (Ν Κ 228/2001), όπου επιση"αίνεται ότι η εντολή ενός Εισαγγελέα, ως οργάνου της δικαστικής εξουσίας, προς όργανα της η"όσιας ιοίκησης για τη διενέργεια ή την παράλειψη "ιας πράξης συνιστά συνταγ"ατικά ανεπίτρεπτη επέ"βαση της δικαστικής εξουσίας στα έργα της εκτελεστικής ("ε βάση την αρχή διάκρισης των εξουσιών, άρθρο 26 του υντάγ"ατος). υνεπώς (συνεχίζει η ίδια Γνω"οδότηση), η υπάρχουσα τυποποιη"ένη εισαγγελική παραγγελία για τη χορήγηση αντιγράφων διοικητικών εγγράφων προς φυσικά ή νο"ικά πρόσωπα έχει την έννοια της υποχρέωσης της ιοίκησης να ερευνήσει το σχετικό αίτη"α και να χορηγήσει αντίγραφα των αιτού"ενων εγγράφων, εφόσον από την έρευνα που κάνει δεν προκύπτει ότι αυτό – για οποιοδήποτε νό"ι"ο λόγο – απαγορεύεται και δεν θα "πορούσε να είναι άλλο το νόη"α της εισαγγελικής παραγγελίας, εφόσον ο (παραγγέλλων) Εισαγγελέας δεν γνωρίζει καν το περιεχό"ενο των σχετικών εγγράφων. Αναφορικά δε "ε το κατά πόσο πρέπει να λα"βάνεται υπόψη ο Ν. 2472/1997 στην περίπτωση εισαγγελικής παραγγελίας, το Ν Κ φαίνεται να υιοθετεί την προαναφερθείσα άποψη των Εισαγγελικών Αρχών (βλ. ανωτέρω υπό α'). γ) Κατά την άποψη του υνηγόρου του Πολίτη (βλ. πόρισ"α 9227.2/03/29.09.2003 "ε περαιτέρω παραπο"πή σε σχετική αρθρογραφία), "ε το άρθρο 25 παρ. 4 του Ν. 1756/1988 καθιερώνεται ταχεία διαδικασία “δικαστικής” προστασίας του πολίτη για την ικανοποίηση του δικαιώατος πρόσβασης στα διοικητικά έγγραφα. Τονίζεται "άλιστα ότι από την ίδια τη γρα""ατική ερ"ηνεία του άρθρου 25 παρ. 4 του Ν. 1756/1988 προκύπτει ότι "ε τη διάταξη αυτή ενδυνα"ώνεται το δικαίω"α 6 πρόσβασης στα διοικητικά έγγραφα. δ) Η Αρχή Προστασίας εδο"ένων Προσωπικού Χαρακτήρα είχε διατυπώσει αρχικά την άποψη ότι στην περίπτωση της εισαγγελικής παραγγελίας, ο αρ"όδιος εισαγγελικός λειτουργός εφαρ"όζει, προκει"ένου να εκδώσει την παραγγελία, τις σχετικές διατάξεις του νό"ου και συνεπώς αυτός στον οποίο απευθύνεται οφείλει να συ""ορφώνεται σχετικά (Απόφαση 147/2001, παρ. 5β). τη συνέχεια, η Αρχή περιόρισε την δεσ"ευτικότητα της εισαγγελικής παραγγελίας υποστηρίζοντας ότι η τελευταία είναι δεσ"ευτική "όνο όταν στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων του, ο εισαγγελικός λειτουργός ζητεί την παροχή στοιχείων λόγω άσκησης ποινικής δίωξης ή όταν ρητά ορίζεται και επιτάσσεται από το νό"ο (βλ. Γνω"οδοτήσεις 79/2002, 3/2003 και Αποφάσεις 8/2003, 27/2006). Η Αρχή δέχεται, δηλαδή, ότι κατά το στάδιο προκαταρκτικής εξέτασης, προανάκρισης ή κύριας ανάκρισης, η αναζήτηση εγγράφων από τον Εισαγγελέα και τις ανακριτικές αρχές είναι νό"ι"η και κρίνεται "ε βάση τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής ικονο"ίας, ακριβώς διότι ο Εισαγγελέας και οι ανακριτικές αρχές λειτουργούν στο πλαίσιο της δικαστικής τους εξουσίας (βλ. την υπ' αριθ". πρωτ. ΑΠ ΠΧ Γ/ΕΞ/2291/22.06.2005 επιστολή του Προέδρου της Αρχής προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου). Από την άποψη αυτή συνάγεται ότι στην ποινική διαδικασία εφαρ"όζονται οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής ικονο"ίας, οι οποίες ως ειδικές κατισχύουν του Ν. 2472/1997, όπως εξάλλου έχει κρίνει και ο Άρειος Πάγος (ΑΠ 1945/02 - Ποιν ικ 2003/626, ΑΠ 1713/2006 ΠοινΧρ ΝΖ/792 = ΝοΒ 07/443. χετική και η υπ' αριθ". 96/2008 Γνω"οδότηση του Ν Κ). ε κάθε άλλη περίπτωση η εισαγγελική παραγγελία δεν είναι δεσ"ευτική, και ο υπεύθυνος επεξεργασίας, εφόσον διαφωνεί "ε την εισαγγελική παραγγελία, "πορεί να προσφύγει στην Αρχή, στην οποία σύ"φωνα "ε το ύνταγ"α και το Ν. 2472/1997 ανήκει ο τελικός έλεγχος της κρίσης για τη νο"ι"ότητα της παροχής των ζητηθέντων στοιχείων. Τέλος, η Αρχή έχει δεχθεί ότι η εισαγγελική εντολή δεν είναι προϋπόθεση για τη νο"ι"ότητα της επεξεργασίας προσωπικών δεδο"ένων, ώστε "όνο εκ του λόγου ότι δεν δόθηκε εισαγγελική εντολή να καθίσταται παράνο"η η επεξεργασία (βλ. Απόφαση 30/2005). Με βάση τα πορίσ"ατα της παραπάνω έρευνας, η Εισήγηση καταλήγει στα ακόλουθα συ"περάσ"ατα: 1. Η Αρχή είναι αρ"όδια σύ"φωνα "ε τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 στοιχ. ιγ) εδ. α' και β' του Ν. 2472/1997 να γνω"οδοτήσει επί του θέ"ατος καθώς η χορήγηση, εν προκει"ένω κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, δη"οσίων εγγράφων που περιέχουν προσωπικά δεδο"ένα συνιστά 7 επεξεργασία κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχ. δ) του Ν. 2472/1997 και την εξέταση της νο"ι"ότητας της συγκεκρι"ένης επεξεργασίας έχει ζητήσει η ιοίκηση ως υπεύθυνος επεξεργασίας και υποκεί"ενα των δεδο"ένων "ε την υποβολή σχετικών παραπόνων. 2. Οι έννο"ες συνέπειες της εισαγγελικής παραγγελίας όπως προβλέπεται στο άρθρο 25 παρ. 4 εδ. β' του Ν. 1756/1988 θα πρέπει να εξετασθούν συστη"ατικώς, υπό το πρίσ"α και των λοιπών διατάξεων της κεί"ενης νο"οθεσίας, του υντάγ"ατος και του κοινοτικού δικαίου. 3. Με το άρθρο 9Α του υντάγ"ατος κατοχυρώνεται το δικαίω"α προστασίας των πολιτών από την επεξεργασία των προσωπικών τους δεδο"ένων, ενώ παράλληλα η διασφάλιση της προστασίας αυτής ανατίθεται σε ανεξάρτητη αρχή. Η άσκηση του συνταγ"ατικού αυτού δικαιώ"ατος ρυθ"ίζεται από το Ν. 2472/1997 και η προστασία του διασφαλίζεται από την Αρχή Προστασίας εδο"ένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Εξάλλου, το άρθρο 5Α σε συνδυασ"ό "ε το άρθρο 10 του υντάγ"ατος καθιερώνουν, ως έκφραση της διαφανούς δράσης της ιοίκησης, το δικαίω"α γνώσης των δη"οσίων εγγράφων, το οποίο εξειδικεύεται "ε το άρθρο 5 του Ν. 2690/1999 (Κ την επισή"ανση ότι η διάταξη αυτή του Κ ιαδ). Με ιαδ δεν "πορεί παρά να εφαρ"όζεται "όνο σε έγγραφα που περιέχουν προσωπικά δεδο"ένα τρίτων προσώπων, αφού όσον αφορά δεδο"ένα του ιδίου του υποκει"ένου εφαρ"όζεται, ως ειδικότερη ρύθ"ιση, το άρθρο 12 του Ν. 2472/1997 που κατοχυρώνει το δικαίω"α πρόσβασης1, τα δύο ως άνω συνταγ"ατικά δικαιώ"ατα θα πρέπει σε περίπτωση σύγκρουσης να εναρ"ονίζονται πρακτικώς σύ"φωνα και "ε τα οριζό"ενα στη διάταξη του άρθρου 25 2 . Η άσκηση του ενός δικαιώ"ατος δεν πρέπει να αποκλείει εξ ορισ"ού το άλλο3. Επο"ένως, ο 1 Πρβλ. τΕ 3130/2000, σκέψη 5, το οποίο "ε βάση τις τότε ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 16 ν. 1566/1986 και τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 10 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του υντάγ"ατος έκρινε ότι ο ενδιαφερό"ενος έχει δικαίω"α πρόσβασης στα απόρρητα πρακτικά του υπουργικού συ"βουλίου, καθώς αυτά αναφέρονται “προσωπικώς στον διοικούενο που τα ζητεί (πρβλ. Ολο. Σ.Ε. 2139/1993), και, ιδίως, στην ατοική του υπηρεσιακή κατάσταση”. 2 Πρβλ. Απόφαση 25/2005 της Αρχής σχετικά "ε την οριοθέτηση των πεδίων εφαρ"ογής της ελευθερίας της πληροφόρησης και του δικαιώ"ατος των πολιτών στην πληροφόρηση -άρθρα 14 παρ. 1 και 5Α - από τη "ια, και του δικαιώ"ατος στην προσωπικότητα και στην προστασία του ιδιωτικού βίου και του δικαιώ"ατος του πληροφοριακού αυτοκαθορισ"ού από την άλλη. Από τη σχετική βιβλιογραφία πρβλ. "εταξύ άλλων Γ. ΛΑΖΑΡΑΚΟ , Το δικαίω"α πρόσβασης στη δη"όσια πληροφορία, Αθήνα 2006, σελ. 104 – 110 "ε περαιτέρω παραπο"πές. 3 Αντιστοίχως για τα δύο δικαιώ"ατα όπως ρυθ"ίζονται στους Κανονισ"ούς 45/2001/ΕΚ και 1049/2001/ΕΚ, τα οποία προβλέπονται και στα άρθρα 8 και 42 του Χάρτη Θε"ελιωδών ικαιω"άτων της Ε.Ε. πρβλ. ΕΥΡΠΑΙΟ ΕΠΟΠΤΗ ΠΡΟ ΤΑ ΙΑ Ε ΟΜΕΝΝ, Έγγραφο Αναφοράς “Η πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα και η προστασία δεδο"ένων”, Ιούλιος 2005, σελ. 4, 21 και 31 επ., καθώς και την από 30.06.2008 Γνώ"η “αναφορικά "ε την Πρόταση Κανονισ"ού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του υ"βουλίου σχετικά "ε την πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του υ"βουλίου και της Επιτροπής”, σελ. 5 σκέψη 24, διαθέσι"ες στην ιστοσελίδα www.edps.europa.eu). Πρβλ. και ΠΕΚ, The Bavarian Lager Co. Ltd κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Τ-194/04), 8-11-2007, στην οποία εξετάζεται ο περιορισ"ός του δικαιώ"ατος πρόσβασης από το δικαίω"α προστασίας της ιδιωτικής ζωής (σ.σ. και των προσωπικών δεδο"ένων). Η υπόθεση εκκρε"εί σε δεύτερο 8 εισαγγελικός λειτουργός, δεσ"ευό"ενος κατά την άσκηση των αρ"οδιοτήτων του από την αρχή της νο"ι"ότητας, σύ"φωνα και "ε το άρθρο 24 παρ. 2 και 4 του Ν. 1756/1988, θα πρέπει να λα"βάνει υπόψη του, κατά την έκδοση εισαγγελικής παραγγελίας, όλους τους σχετικούς νό"ους, δηλαδή όχι "όνο τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 4 εδ. β' του Ν. 1756/1988, αλλά, "εταξύ άλλων, το Ν. 2472/1997 και το άρθρο 5 του Ν. 2690/1999 "ε τους εκάστοτε περιορισ"ούς που αυτοί θέτουν. Οι Εισαγγελικές Γνω"οδοτήσεις, ενώ δέχονται τον περιορισ"ό ως προς τα απόρρητα που προβλέπονται από νό"ο, π.χ. το φορολογικό απόρρητο, δεν εφαρ"όζουν το ίδιο για τους λοιπούς περιορισ"ούς που θέτουν η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 2690/1999 (ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, πρακτικά υπουργικού συ"βουλίου, παρε"πόδιση της έρευνας υπόθεσης) και οι διατάξεις του Ν. 2472/1997. Παρατηρείται ότι και στη θεωρία δια"ορφώνεται τελευταίως η άποψη περί σωρευτικής εφαρ"ογής των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 4 εδ. β' του Ν. 1756/1988, 5 του Ν. 2690/1999 και του Ν. 2472/1997 και επιση"αίνονται οι συνέπειες της σύγχυσης αρ"οδιοτήτων ( ιοίκησης, Εισαγγελέα) και της ανασφάλειας δικαίου όταν το ίδιο αίτη"α "πορεί να έχει διαφορετική έκβαση, ανάλογα "ε το εάν έχει εκδοθεί εισαγγελική παραγγελία ή όχι4. Εξάλλου, η ερ"ηνευτική προσέγγιση ότι ο Ν. 2690/1999 δεν παραπέ"πει στο Ν. 2472/1997 δεν είναι κρίσι"ο επιχείρη"α, διότι εάν και στο "έτρο που ήθελε και "πορούσε ο νο"οθέτης να αποκλείσει την εφαρ"ογή του Ν. 2472/1997, θα έπρεπε να το ορίζει ρητώς ενόψει και του ότι ο νό"ος αυτός θεωρείται εκτελεστικός νό"ος του άρθρου 9Α του υντάγ"ατος και "εταφέρει στην εσωτερική έννο"η τάξη την Οδηγία 95/46/ΕΚ, στο πεδίο εφαρ"ογής της οποίας ε"πίπτει και το υπό εξέταση ζήτη"α (βλ. άρθρα 3, 13 και αιτιολογικές σκέψεις 12, 13, 25, 72 της Οδηγίας). 4. Για την εισαγγελική παραγγελία, είτε αυτή χαρακτηριστεί ως δικαστική διάταξη, είτε ως διοικητική πράξη, δεν προβλέπεται ρητώς από νό"ο η δυνατότητα δικαστικής προσβολής της (υπάρχει ενδεχο"ένως δυνατότητα ελέγχου από ανώτερο εισαγγελέα, όπως προκύπτει από την προαναφερό"ενη Γνω"οδότηση 7/2007 Εισ.ΑΠ). Επιση"αίνεται ότι η εισαγγελική παραγγελία, ως πράξη προερχό"ενη από όργανο της δικαστικής εξουσίας, δεν προσβάλλεται παραδεκτώς "ε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του υ"βουλίου της Επικρατείας και των διοικητικών δικαστηρίων, τα οποία εφαρ"όζουν παγίως το τυπικό (οργανικό) κριτήριο για το χαρακτηρισ"ό της προσβαλλό"ενης εκτελεστής πράξης ως εκδοθείσας από διοικητική αρχή (άρθρο 95 παρ. 1 περ. α' βαθ"ό ενώπιον του ΕΚ. 4 Πρβλ. . ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟ , ιαφάνεια της κρατικής δράσης & Προστασία προσωπικών δεδο"ένων, Αθήνα – Κο"οτηνή 2007, σελ. 146 - 150, σελ. 374, ση". 703, Ε. ΦΥΤΡΑΚΗ , Η εισαγγελική παραγγελία χορήγησης εγγράφων, Εφη" 2/2009, σελ. 249 επ. (261-262), ο οποίος επιση"αίνει και το πρόβλη"α συνταγ"ατικότητας της διάταξης για την εισαγγελική παραγγελία. 9 του υντάγ"ατος)5. Τούτο έχει ως αποτέλεσ"α, όταν ο εισαγγελικός λειτουργός παραγγέλλει τη χορήγηση, τόσο η ιοίκηση (κατά της οποίας στρέφεται η εισαγγελική παραγγελία) όσο και το πρόσωπο του οποίου τα δεδο"ένα χορηγούνται σε αιτούντα τρίτο, να στερούνται έννο"ης δικαστικής προστασίας (ακό"α και προσωρινής), ενώ ο τρίτος που ζητεί τη χορήγηση δη"όσιου εγγράφου να ικανοποιείται οριστικώς χωρίς προηγού"ενο δικαστικό έλεγχο. 5. Τα προβλή"ατα παράλληλης αρ"οδιότητας και ελλεί""ατος έννο"ης προστασίας θα αποφεύγονταν, ενώ θα ενισχυόταν η ουσιαστική προστασία του δικαιώ"ατος γνώσης/πρόσβασης (τρίτων) σε έγγραφα που τηρεί η ιοίκηση σύ"φωνα "ε τα άρθρα 5Α, 10 του υντάγ"ατος και 5 του Ν. 2690/1999, εάν αυτή είχε ανατεθεί σε ανεξάρτητη αρχή "ε την κατάλληλη στελέχωση6 και τεχνογνωσία, όπως πλέον συ"βαίνει σε άλλες έννο"ες τάξεις. Για παράδειγ"α, στη Μεγάλη Βρετανία και στη Γερ"ανία υπάρχει "ια ενιαία Αρχή για την προστασία προσωπικών δεδο"ένων και τη διασφάλιση της πρόσβασης στη δη"όσια πληροφορία, ενώ σε άλλα κράτη-"έλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως στη Γαλλία, υπάρχουν δυο αυτοτελείς ανεξάρτητες αρχές για την προστασία του καθενός εκ των δυο αυτών δικαιω"άτων7. Η Αρχή, αφού έλαβε υπόψη την εισήγηση και "ετά από διεξοδική συζήτηση, εκδίδει την ακόλουθη ΓΝΜΟΟ ΗΣΗ Α. Η εισαγγελική παραγγελία είναι δεσ"ευτική "όνο όταν στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων του ο Εισαγγελέας ζητεί την παροχή στοιχείων λόγω άσκησης ποινικής δίωξης ή όταν τούτο ρητά ορίζεται και επιτάσσεται από το νό"ο, ο οποίος ό"ως πρέπει να διασφαλίζει και το συνταγ"ατικό δικαίω"α παροχής δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 του υντάγ"ατος). Ειδικότερα, κατά 5 Ορισ"ένες αποφάσεις του τΕ υιοθετούν το λειτουργικό κριτήριο για διοικητικής φύσεως πράξεις των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας ( τΕ 2011/2003, 3383/2006), χωρίς ωστόσο να έχουν επικρατήσει, όπως προκύπτει από την πρόσφατη τΕ 3034/2008 Ολ. Το λειτουργικό κριτήριο υιοθετεί και η πιο πρόσφατη τΕ (Ε.Α.) 52/2008 ("ε "ειοψ.). Πρβλ. και Μ. ΠΙΚΡΑΜΕΝΟ, Το οργανικό κριτήριο υπό το άρθρο 95 παρ. 1 του υντάγ"ατος και οι αναζητήσεις της νο"ολογίας, Εφη" 2008, σελ. 810 επ. (816-818). 6 Την ανάγκη αυτή επιση"αίνει ε""έσως και η από 26/03/1999 Γνω"οδότηση του Εισ. Πρωτ. Αθηνών, αναφέροντας ότι ο Εισαγγελέας δέχεται καθη"ερινώς πολυάριθ"ες (όσον αφορά τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών ακό"η και εκατοντάδες) αιτήσεις χωρίς να γνωρίζει τα ακριβή πραγ"ατικά περιστατικά της κάθε περίπτωσεως. 7 Η θέση αυτή, ειδικότερα δε η προστασία και των δύο δικαιω"άτων από "ία Αρχή υποστηρίζεται και από τη θεωρία, πρβλ. Β. ΤΗΡΟΠΟΥΛΟ , Η πρόσβαση στη δη"όσια πληροφορία και η προστασία προσωπικών δεδο"ένων, Digesta 2005, σελ. 90 επ.

(114), Γ. ΛΑΖΑΡΑΚΟ , ό.π., σελ. 138, . ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟ , ό.π., σελ. 379 και 441, Ε. ΦΥΤΡΑΚΗ , ό.π., σελ. 262, ση".
  1. 10 το στάδιο προκαταρκτικής εξέτασης, προανάκρισης ή κύριας ανάκρισης, η αναζήτηση εγγράφων από τον Εισαγγελέα και τις ανακριτικές αρχές είναι νό"ι"η και κρίνεται "ε βάση τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής ικονο"ίας, οι οποίες ως ειδικές κατισχύουν του Ν. 2472/
  2. Οι εισαγγελικές αρχές "πορούν να ασκούν διοικητικά καθήκοντα συναφή προς τη λειτουργία της δικαιοσύνης (βλ. άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1756/1988), αλλά δεν έχουν εξουσία υποκατάστασης στα έργα της δη"όσιας διοίκησης, δεδο"ένου ότι το ύνταγ"α (άρθρο 94 παρ. 4) επιτρέπει (κατά διασταύρωση των εξουσιών) την ανάθεση αρ"οδιοτήτων διοικητικής φύσης "όνον σε δικαιοδοτικά όργανα (πολιτικά και διοικητικά δικαστήρια). Έτσι, στην προκει"ένη περίπτωση της αρ"οδιότητας που προβλέπεται στο άρθρο 25 παρ. 4 του Ν. 1756/1988, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εισαγγελική παραγγελία δεσ"εύει τη ιοίκηση "ε την έννοια ότι αποτελεί επιτακτική εντολή προς διερεύνηση του αιτή"ατος χορήγησης του δη"οσίου εγγράφου. ς εκ τούτου, η εισαγγελική παραγγελία υποχρεώνει τη ιοίκηση σε σαφή και αιτιολογη"ένη (αρνητική ή θετική) απάντηση προς τον αιτούντα, ήτοι έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης "ετά από έρευνα της υπόθεσης ή νέα έρευνα στην περίπτωση που έχει προηγηθεί άρνηση της ιοίκησης. Εάν η ιοίκηση παραλείψει να εκδώσει ρητή πράξη, "ετά την πάροδο εικοσαη"έρου (άρθρο 5 παρ. 6 του Κ ιαδ, όπως ισχύει) από την περιέλευση της εισαγγελικής παραγγελίας, τότε στοιχειοθετείται παράλειψη οφειλό"ενης νό"ι"ης ενέργειας, προσβαλλό"ενη "ε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Επικρατείας (πρβλ. υ"βουλίου της τΕ 2376/96, 205/2000, 1944/2003). Η παράλειψη αυτή της ιοίκησης θα "πορούσε ενδεχο"ένως να θε"ελιώσει και ποινική ευθύνη λόγω "η συ""όρφωσης σε εισαγγελική παραγγελία "ε το ως άνω, ωστόσο, εννοιολογικό περιεχό"ενο (υποχρέωση της ιοίκησης σε απάντηση). Επιπροσθέτως, επιση"αίνεται ότι η αποδοχή του δεσ"ευτικού χαρακτήρα της εισαγγελικής παραγγελίας υπό την έννοια ότι συνεπάγεται την υποχρεωτική χορήγηση του εγγράφου από τη ιοίκηση προκαλεί, όπως ορθώς υποστηρίζεται στην Εισήγηση, έλλει""α δικαστικής προστασίας. Β. ε περίπτωση που η ιοίκηση έχει εύλογες α"φιβολίες σχετικά "ε την εφαρ"ογή του Ν. 2472/1997 "πορεί να απευθυνθεί στην Αρχή, ενη"ερώνοντας παράλληλα και τον αιτούντα (π.χ. κοινοποιώντας σε αυτόν το έγγραφο ερώτη"α που θα υποβάλει στην Αρχή). Ακολούθως, εάν η Αρχή κρίνει ότι η χορήγηση των ζητηθέντων στοιχείων δεν συνάδει "ε τις διατάξεις του Ν. 2472/1997, η κρίση αυτή είναι δεσ"ευτική για το διοικητικό όργανο, υποκεί"ενη ό"ως σε δικαστικό έλεγχο κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως από τον ενδιαφερό"ενο ή και τη ιοίκηση. Αντιθέτως, εάν η Αρχή κρίνει ότι η εν λόγω χορήγηση επιτρέπεται, ήτοι ότι δεν υπάρχει 11 κώλυ"α από το Ν. 2472/1997, η κρίση αυτή παρέχει τη δυνατότητα στη ιοίκηση να χορηγήσει τα αιτού"ενα στοιχεία, συνεκτι"ώντας τις λοιπές νό"ι"ες προϋποθέσεις και τα πραγ"ατικά περιστατικά που δεν εκτι"ήθηκαν από την Αρχή προφανώς για το λόγο ότι δεν συνδέονται "ε την εφαρ"ογή του Ν. 2472/
  3. Η τυχόν αρνητική πράξη της ιοίκησης υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. την ελληνική έννο"η τάξη δεν προβλέπεται ακό"η ειδικό θεσ"ικό όργανο προστασίας του δικαιώ"ατος πρόσβασης στα δη"όσια έγγραφα, όπως συ"βαίνει σε άλλα κράτη-"έλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (π.χ. Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, Γερ"ανία) και συνεπώς "όνον τα δικαστήρια έχουν την εξουσία να επιβάλουν στη δη"όσια διοίκηση υποχρέωση χορήγησης δη"οσίου εγγράφου. Γ. Καθόσον αφορά τα ευαίσθητα προσωπικά δεδο"ένα, κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχ. β' του Ν. 2472/1997, για τη χορήγησή τους σε ενδιαφερό"ενο, ενέργεια που συνιστά επεξεργασία, απαιτείται σύ"φωνα "ε το άρθρο 7 παρ. 2 του ιδίου νό"ου προηγού"ενη άδεια της Αρχής. Εάν η ιοίκηση προβεί στη χορήγηση των στοιχείων χωρίς να έχει προηγηθεί η άδεια της Αρχής, παραβιάζει την ως άνω διάταξη και υπόκειται στις προβλεπό"ενες από το άρθρο 21 του Ν. 2472/1997 διοικητικές κυρώσεις. υνεπώς, η εισαγγελική παραγγελία δεν πρέπει να εκτείνεται σε ευαίσθητα δεδο"ένα (π.χ. δεδο"ένα υγείας). Όταν ο Εισαγγελέας εξετάζει αίτη"α πολίτη για χορήγηση και ευαίσθητων δεδο"ένων, θα πρέπει να διαβιβάζει την σχετική αίτηση προς τη ιοίκηση "ε τη ση"είωση ότι οφείλει να ζητήσει την άδεια της Αρχής. . Περαιτέρω, καθόσον αφορά έγγραφα που περιέχουν απλά ή ευαίσθητα προσωπικά δεδο"ένα του ίδιου του αιτούντος (υποκει"ένου των δεδο"ένων), ισχύουν τα εξής: Το δικαίω"α πρόσβασης προβλέπεται ειδικότερα στο άρθρο 12 του Ν. 2472/1997 και κάθε σχετικό αίτη"α θα πρέπει να ικανοποιείται από τη ιοίκηση "ε βάση αυτή τη διάταξη και όχι τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2690/1999 (πρβλ. και τΕ 3130/2000). Η ιοίκηση, "άλιστα, θα πρέπει να λα"βάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη το δικαίω"α του αιτούντος για πρόσβαση στα προσωπικά του δεδο"ένα σύ"φωνα "ε το άρθρο 12 του Ν. 2472/1997, ακό"η και όταν το ίδιο το υποκεί"ενο υποβάλει την αίτησή του "ε βάση το άρθρο 5 του Ν. 2690/1999, καθώς "πορεί να "η γνωρίζει το ειδικότερο δικαίω"α πρόσβασης που του παρέχει ο Ν. 2472/1997 (πρβλ. Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Προσωπικών εδο"ένων, στην από 30.06.2008 προαναφερθείσα Γνώ"η του, ό.π., σελ. 13, σκέψεις 64-67, διαθέσι"η στην ιστοσελίδα www.edps.europa.eu). Εάν η ιοίκηση αρνείται να ικανοποιήσει το δικαίω"α του αιτούντος, υποκει"ένου των δεδο"ένων, οφείλει σύ"φωνα "ε το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν. 2472/1997 να κοινοποιήσει την απάντησή της αυτή στην Αρχή και να ενη"ερώσει τον 12 αιτούντα ότι έχει δικαίω"α να προσφύγει στην Αρχή. Παράλληλα, η τυχόν άρνηση της ιοίκησης υπόκειται και στον έλεγχο των αρ"όδιων δικαστηρίων. E. Τέλος, όπως επιση"αίνεται και στην τελευταία ετήσια έκθεση της Αρχής
(2008), η διαχείριση από τη η"όσια ιοίκηση αιτη"άτων πρόσβασης σε δη"όσια έγγραφα δη"ιουργεί ση"αντική ενασχόληση στην Αρχή και σε άλλες ανεξάρτητες αρχές (π.χ. υνήγορο του Πολίτη). Η η"όσια ιοίκηση διστάζει ή και δυστροπεί να εφαρ"όσει ευθέως την κεί"ενη νο"οθεσία. Η παράλληλη ισχύς διαφορετικών ρυθ"ίσεων για την πρόσβαση στα δη"όσια έγγραφα (άρθρο 5 του Κ ιαδ και άρθρο 25 παρ. 4 του Ν. 1756/1988) και για την προστασία προσωπικών δεδο"ένων (Ν. 2472/1997) δη"ιουργεί ερ"ηνευτικές δυσχέρειες που δικαιολογούν εν "έρει τους δισταγ"ούς των διοικητικών οργάνων. Για την εναρ"όνιση των σχετικών ρυθ"ίσεων και τη θέσπιση σαφών κανόνων, ως προς τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία χορήγησης δη"οσίων εγγράφων, απαιτείται νέα νο"οθετική ρύθ"ιση, καθώς η προβλεπό"ενη από το άρθρο 14 του Ν. 3448/2006 διοικητική (και όχι νο"οθετική) κωδικοποίηση δεν αρκεί. Ο Πρόεδρος Η Γραατέας Χρίστος Γεραρής Γεωργία Παλαιολόγου

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.