← Ελλάδα

Επιβολή διοικητικού προστίμου σε ΝΠΔΔ για διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τρίτους

Αθήνα, 21-07-2021 Αριθ. Πρωτ.: 1761 ΑΠΟΦΑΣΗ 30/2021 (Τμήμα) Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνεδρίασε σε σύνθεση Τμήματος μέσω τηλεδιασκέψεως την 17-02-2021 μετά από πρόσκληση του Προέδρου της, προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν ο Γεώργιος Μπατζαλέξης, Αναπληρωτής Πρόεδρος, κωλυομένου του Προέδρου της Αρχής Κωνσταντίνου Μενουδάκου, το αναπληρωματικό μέλος Γρηγόριος Τσόλιας, ως εισηγητής, σε αντικατάσταση του τακτικού μέλους Χαράλαμπου Ανθόπουλου, ο οποίος, αν και εκλήθη νομίμως εγγράφως, δεν παρέστη λόγω κωλύματος και το αναπληρωματικό μέλος Ευάγγελος Παπακωνσταντίνου, σε αντικατάσταση του τακτικού μέλους, Κωνσταντίνου Λαμπρινουδάκη, ο οποίος, αν και εκλήθη νομίμως εγγράφως δεν παρέστη λόγω κωλύματος. Στη συνεδρίαση παρέστησαν, με εντολή του Προέδρου, η Κυριακή Καρακάση, νομική ελέγκτρια – δικηγόρος, ως βοηθός εισηγητή και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τμήματος διοικητικών υποθέσεων της Αρχής, ως γραμματέας. Η Αρχή έλαβε υπόψη της τα παρακάτω: Υποβλήθηκε στην Αρχή η υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/7757/11-11-2020 καταγγελία από τον A, σύμφωνα με την οποία ο καταγγέλλων αναφέρει ότι το Επιμελητήριο Μαγνησίας κοινοποίησε με το με αριθ. Πρωτ. … έγγραφό του προς την Ομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών και Εμπόρων Νομού Μαγνησίας καθώς και προς τα 1 Λεωφ. Κηφισίας 1-3, 11523 Αθήνα Τ: 210 6475 600 • E: contact@dpa.gr • www.dpa.gr πρωτοβάθμια σωματεία – μέλη της ανωτέρω Ομοσπονδίας τη με αριθ. … αναφορά – καταγγελία κατά του ιδίου, η οποία φέρεται να κατατέθηκε ενώπιον της Εισαγγελίας Πρωτοδικών [περιοχής] Ψ. Μάλιστα, κατά τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος, η ανωτέρω κοινοποίηση έλαβε χώρα ακόμα και προς πρόσωπα που δεν μετέχουν πλέον στη σύνθεση των σχετικών διοικητικών συμβουλίων καθώς και σε μέλη της εν λόγω Ομοσπονδίας, ήτοι σωματεία, που δεν υφίστανται πλέον στο νομικό κόσμο ενώ συνδέει την εν λόγω αποστολή του εγγράφου με τη σχετική αναφορά που έγινε σε αυτό, κατά την από 28.07.2020 συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ανωτέρω Ομοσπονδίας, τα πρακτικά της οποίας συνυπέβαλε μετά της καταγγελίας του. Επιπλέον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι με το με αριθ. Πρωτ. …/… έγγραφο του Επιμελητηρίου δεν απαντήθηκε από το τελευταίο ουσιωδώς η από 15.10.2020 αίτησή του περί του διαδικαστικού ερείσματος και των λόγων περαιτέρω διαβίβασης της αναφοράς που στρεφόταν σε βάρος του. Η Αρχή, στο πλαίσιο εξέτασης της ανωτέρω καταγγελίας, με το με αριθ. πρωτ. Γ//ΕΞ/7757-1/23-11-2020 έγγραφό της, ζήτησε από το καταγγελλόμενο Επιμελητήριο να παράσχει διευκρινίσεις αναφορικά με τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος. Ειδικότερα, η Αρχή ζήτησε διευκρινίσεις για το είδος της έννοµης σχέσης που συνδέει το Επιμελητήριο Μαγνησίας µε τον καταγγέλλοντα, εάν ο τελευταίος απευθύνθηκε ενώπιον του εν λόγω Επιμελητηρίου σχετικά µε το επίμαχο θέµα καθώς και εάν και µε ποιον τρόπο απάντησε το τελευταίο στον καταγγέλλοντα ζητώντας όπως επισυναφθεί η τυχόν σχετική απάντηση και δίδοντας όσο το δυνατόν περισσότερες διευκρινίσεις επ’ αυτής. Επιπλέον, η Αρχή ζήτησε διευκρινίσεις ως προς τον τρόπο με τον οποίο περιήλθε στη γνωστική σφαίρα του Επιµελητηρίου η αναφορά – καταγγελία κατά του καταγγέλλοντος καθώς και επί ποίας νοµικής βάσεως προέβη στην περαιτέρω κοινοποίηση αυτής ως πράξη επεξεργασίας των προσωπικών δεδοµένων του τελευταίου. Σε συνέχεια του ανωτέρω εγγράφου της Αρχής, το Επιμελητήριο απάντησε με το με αριθ. Πρωτ. Γ/ΕΙΣ/8571/14.12.2020 έγγραφο μετά των αντίστοιχων σχετικών εγγράφων. Με το εν λόγω απαντητικό έγγραφο το καταγγελλόμενο Επιμελητήριο υποστηρίζει ότι η καταγγελία-αναφορά που πρωτοκόλλησαν στο Επιμελητήριο στις 03.06.2019 και στρεφόταν κατά του ήδη καταγγέλλοντος, δεν αφορούσε στη 2 λειτουργία και στην αρμοδιότητα του Επιμελητηρίου γι’ αυτό και διαβιβάστηκε στις 30.07.2020 (ήτοι ένα χρόνο και 2 μήνες περίπου μετά την το πρώτον πρωτοκόλλησή της) στην Ομοσπονδία και στα πρωτοβάθμια σωματεία. Σε ό,τι αφορά δε τα καταγγελλόμενα που αφορούσαν στη σχέση του καταγγέλλοντος με το Επιμελητήριο, απαντούν ότι ο τελευταίος δεν συμμετείχε στις εκλογές του Επιμελητηρίου -ως έχων την εμπορική ιδιότητα και ως εκ τούτου ως μέλος του τελευταίου- ενώ η εμπορική εταιρεία στην οποία φαίνεται ότι συμμετείχε ο καταγγέλλων λύθηκε στις 02/01/2020 (προσκομίζοντας και τα σχετικά αποδεικτικά των ανωτέρω έγγραφα, ήτοι τη με αριθ. …/… απόφαση του … Πρωτοδικείου Ψ περί κύρωσης αρχαιρεσιών του Επιμελητηρίου και ανακήρυξης επιτυχόντων καθώς και το με αριθ. Πρωτ. …/… έγγραφο ανακοίνωσης στο ΓΕ.ΜΗ της λύσης της εταιρείας στην οποία φερόταν να συμμετέχει ο καταγγέλλων κατά τους ισχυρισμούς του Επιμελητηρίου). Ακολούθως το Επιμελητήριο επικαλείται ως υπεύθυνος επεξεργασίας τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 περ. γ’ του ΓΚΠΔ για την επίμαχη διαβίβαση αναφέροντας ότι στερείτο αρμοδιότητας σχετικά με τα καταγγελλόμενα κατά του καταγγέλλοντος. Επιπλέον, το Επιμελητήριο στην ανωτέρω απάντησή του επικαλείται και το άρθρο 26 παρ. 1-2 του ν. 4624/2019 ως δικαιολογητικό έρεισμα της διαβίβασης στην οποία προέβη. Υπογραμμίζει δε, ότι η αναφορά κατά του καταγγέλλοντος που διαβιβάστηκε περαιτέρω και περιήλθε ταχυδρομικώς στο καταγγελλόμενο, δεν αποτελεί αρχείο του ίδιου του Επιμελητηρίου, δεν προήλθε από συλλογή και καταγραφή στοιχείων που κάνει το ίδιο το Επιμελητήριο στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του και που διατηρεί στο αρχείο του καθώς και ότι δεν προέβη σε επεξεργασία στο πλαίσιο του σκοπού και του τρόπου επεξεργασίας που έχει καθοριστεί για το Επιμελητήριο. Κατόπιν τούτων το καταγγελλόμενο Επιμελητήριο αρνείται ότι προέβη σε πράξη που να συνιστά επεξεργασία προσωπικών δεδομένων καταλήγοντας στο ότι δεν υφίσταται παραβίαση των αρχών προστασίας των προσωπικών δεδομένων του καταγγέλλοντος. Υποστηρίζεται ακολούθως ότι το καταγγελλόμενο διαβίβασε την επίμαχη αναφορά, η οποία ήδη είχε αποσταλεί σε εισαγγελική αρχή, επιπλέον και σε αυτούς που είχαν έννομο συμφέρον να την πληροφορηθούν, καθ’ όσον επρόκειτο περί καταγγελιών που άπτονταν του δημοσίου συμφέροντος ενόψει του ότι έθιγαν το ζήτημα της νομιμότητας συγκρότησης συλλογικών συνδικαλιστικών οργάνων και 3 διαχείρισης οικονομικών προγραμμάτων που υλοποιούνται με κρατικές επιχορηγήσεις, επί των οποίων όφειλε να απαντήσει η ανωτέρω Ομοσπονδία. Αναφέρεται δε συναφώς ότι η μη διαβίβαση της επίμαχης αναφοράς θα μπορούσε να θεωρηθεί απόπειρα συγκάλυψης του θέματος ενώ μεταξύ των διατάξεων που επικαλείται προς υποστήριξη των ισχυρισμών του περιλαμβάνονται πέραν των ανωτέρω και εκείνες των άρθρων 5 και 9 παρ. 2 στοιχ. ε’ του ΓΚΠΔ καθώς και εκείνες των άρθρων 2 και 4α του ν. 4624/

  1. Ένα δε εκ των νομικών ερεισμάτων της διαβίβασης αποτελεί, κατά το Επιμελητήριο, και το άρθρο 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας περί διαβίβασης αιτήσεων στους αρμόδιους φορείς. Τέλος, προβάλλεται ότι οι συνδικαλιστικές ιδιότητες του καταγγέλλοντος είχαν δημοσιοποιηθεί στον Τύπο (προσκομίζονται συναφώς και δύο σχετικά δημοσιεύματα) καθώς και από τον ίδιο σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης και επομένως τα εν λόγω προσωπικά δεδομένα που περιέχονταν στην αναφορά που διαβιβάστηκε είχαν ήδη με τη συγκατάθεση του Υποκειμένου δημοσιοποιηθεί. Η Αρχή κάλεσε με τις με αριθ. Πρωτ. Γ/ΕΞΕ/431/20.01.2021 και Γ/ΕΞΕ/432/20.01.2021 κλήσεις αμφότερα τα μέρη σε ακρόαση μέσω τηλεδιάσκεψης, ώστε να ακουστούν στο πλαίσιο της από 27.01.2021 συνεδριάσεως του αρμόδιου Τμήματος δίδοντας δεκαήμερη προθεσμία προσκομίσεως τυχόν Υπομνημάτων προς περαιτέρω υποστήριξη των ισχυρισμών τους, τα οποία και παραστάθηκαν ο μεν καταγγέλλων μετά της δικηγόρου του, Αναστασίας Πλαστάρα με ΑΜ Δικηγορικού Συλλόγου Ψ … το δε καταγγελλόμενο από το Νομικό του Σύμβουλο, Γεώργιο Πλιάτσικα. Παρών στην εν λόγω τηλεδιάσκεψη ήταν και ο …, Υπεύθυνος Προστασίας Δεδομένων του Επιμελητηρίου, σε περίπτωση που παρίστατο ανάγκη περαιτέρω διευκρινίσεων. Ακολούθως, ο καταγγέλλων υπέβαλε εμπροθέσμως το με αριθ. Πρωτ. Γ/ΕΙΣ/875/04.02.2021 Υπόμνημα μετά των σχετικών αυτού εγγράφων. Υποστηρίζει με το ανωτέρω Υπόμνημά του τα αναφερόμενα στην υπό κρίση με αριθ. Πρωτ. Γ/ΕΙΣ/7757/11.11.2020 καταγγελία του εμμένοντας στη θέση του περί του παρανόμου της προς τρίτους διαβίβασης της εις βάρος του αναφοράς. Ειδικότερα, στο πλαίσιο του ανωτέρω Υπομνήματος ο καταγγέλλων επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της καταγγελίας του επισημαίνοντας επιπλέον, μεταξύ άλλων, ότι στις 13.06.2019 ενημερώθηκε από την Εταιρεία Ανάπτυξης Επιμελητηρίου Μαγνησίας με 4 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που προσκομίστηκε ενώπιον της Αρχής, περί του ότι περιήλθε σε γνώση της τελευταίας η σε βάρος του υποβληθείσα καταγγελία καθώς και περί του ότι θα επικοινωνούσε σχετικά με το ζήτημα αυτό μαζί του ο νομικός σύμβουλος της Εταιρείας, Γεώργιος Πλιάτσικας. Ο καταγγέλλων δε, αναφέρει στο ως άνω Υπόμνημά του ότι έλαβε χώρα η εν λόγω επικοινωνία στο πλαίσιο της οποίας ο Γεώργιος Πλιάτσικας ανέφερε πως η επίμαχη καταγγελία δεν αφορά σε αρμοδιότητα της Εταιρείας Ανάπτυξης του Επιμελητηρίου Μαγνησίας επιβεβαιώνοντας ότι αρμόδια για την τύχη της είναι η Εισαγγελία Ψ, ενώπιον της οποίας και εκκρεμούσε. Ο καταγγέλλων τονίζει ότι από τις 13.06.2019 και εντεύθεν, ουδεμία όχληση έλαβε χώρα από την πλευρά του Επιμελητηρίου σχετικά με την εν λόγω καταγγελία καθώς και ότι αφού κλήθηκε το καλοκαίρι του 2019 να καταθέσει στην προκαταρκτική εξέταση που διενεργήθηκε σε βάρος του, η υπόθεση που τον αφορούσε αρχειοθετήθηκε, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη ενώπιον της Αρχής Α.Β.Μ.: Γ/..-… με αριθ. πρωτ. …/… πράξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ψ, η οποία εγκρίθηκε από τον Εισαγγελέα Εφετών Ω, στις 31.10.
  2. Επαναπροβάλλει κατόπιν τούτων ο καταγγέλλων την ακολουθία των πραγματικών περιστατικών που αναφέρει και στην καταγγελία του ενώπιον της Αρχής υπογραμμίζοντας ότι αφορμή για την επανεκκίνηση του ζητήματος μέσω της περαιτέρω διαβίβασης της σε βάρος του αναφοράς από το καταγγελλόμενο Επιμελητήριο το καλοκαίρι του 2020 ήταν οι έριδες που εκδηλώθηκαν στο πλαίσιο της από 28.07.2020 συνεδρίασης του ΔΣ της Ομοσπονδίας Επαγγελματιών, Βιοτεχνών και Εμπόρων Μαγνησίας. Επαναφέρει δε και τον περί διαβίβασης της εις βάρος του επίμαχης αναφοράς σε φυσικά και νομικά πρόσωπα που δεν είχαν πλέον καμία συμμετοχή στα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια συνδικαλιστικά όργανα ισχυρισμό. Τονίζει δε ότι ερωτήθηκε για την σε βάρος του καταγγελία από ορισμένους εκ των προς ων η διαβίβαση που έλαβε χώρα από το Επιμελητήριο Μαγνησίας. Ο καταγγέλλων με το Υπόμνημά του καταδεικνύει το αντιφατικό της επί μακρόν αδράνειας του καταγγελλομένου ως προς την επίμαχη καταγγελία με την άμεση διαβίβαση αυτής σε τρίτους αμέσως μετά την αναφορά της από μέλος του ΔΣ της προαναφερόμενης Ομοσπονδίας στο πλαίσιο σχετικής λογομαχίας με τον καταγγέλλοντα. Σημειώνει δε ο καταγγέλλων ότι η απάντηση του καταγγελλομένου επί της αιτήσεως που του απηύθυνε σχετικά με τη διαβίβαση, κατά τα ήδη ανωτέρω 5 σχετικώς αναφερόμενα, δεν ήταν σαφής γι αυτό και προσέφυγε ενώπιον της Αρχής Προστασίας Δεδομένων. Συμπερασματικά καταλήγει ο καταγγέλλων στο κατατεθέν ενώπιον της Αρχής Υπόμνημά του στο ότι διαμαρτύρεται για την προς τρίτους διαβίβαση της εις βάρος του αναφοράς από το καταγγελλόμενο και μάλιστα κατόπιν αδράνειας που υπερέβη το ένα έτος και χωρίς επαρκή αιτιολογία στην από 26.10.2020 απάντησή του προς τον καταγγέλλοντα, η οποία, σε κάθε περίπτωση, έρχεται σε αντίφαση προς την άμεση από 13.06.2019 τηλεφωνική διαβεβαίωση του Γεώργιου Πλιάτσικα περί του προεκτεθέντος ζητήματος της αρμοδιότητας. Η ανωτέρω δε τηλεφωνική επικοινωνία προεξαγγέλθηκε στο από 13.06.2019 πληροφοριακού περιεχομένου μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που προσκομίζει ο καταγγέλλων. Επιπλέον, ο καταγγέλλων κατακρίνει την αιτιολογία της ανωτέρω απάντησης του Επιμελητηρίου και ως προς το σκέλος της που αφορά στην επίκληση της πανδημίας ως λόγου καθυστέρησης της προς τρίτους διαβίβασης που έλαβε χώρα. Υπογραμμίζεται επίσης από τον καταγγέλλοντα η αντίφαση του ισχυρισμού του καταγγελλομένου περί της επί ένα έτος εξέτασης του ενδεχομένου της διαβίβασης της καταγγελίας χωρίς να προλάβουν παρά ταύτα να επικαιροποιήσουν τη λίστα των προς ων η διαβίβαση. Τονίζει επιπλέον ότι οι δημοσιεύσεις του ιδίου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως επικαλείται το Επιμελητήριο, ουδεμία σχέση έχουν με την επίμαχη προς τρίτους διαβίβαση. Επισημαίνει δε το γεγονός ότι δεν προκύπτει να έλαβε χώρα η έκδοση ad hoc απόφασης κάποιου αρμόδιου ΔΣ περί της εν λόγω διαβίβασης. Τέλος, αναφέρει πως στην ενώπιον του Τμήματος της Αρχής τηλεσυνεδρίαση ο νομικός σύμβουλος του καταγγελλομένου ανέφερε για πρώτη φορά πως υπήρχαν ερωτήματα για τη σχετική σε βάρος του καταγγελία γι’ αυτό και 20 μέρες μετά προέβησαν στη διαβίβαση τονίζοντας ωσαύτως την αντίφαση μεταξύ της ταχύτητας με την οποία κινήθηκαν σε απάντηση των τελευταίων ερωτημάτων σε αντίθεση με την πέραν του ενός έτους λήψη αποφάσεως περί του αν θα διαβιβαστεί περαιτέρω η καταγγελία ή όχι, κατά την προβαλλόμενη από το Επιμελητήριο αιτιολογία. Το δε καταγγελλόμενο Επιμελητήριο με το με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/925/05.02.2021 εμπροθέσμως υποβληθέν Υπόμνημά του μετά των σχετικών αυτού εγγράφων ισχυρίζεται συνοπτικώς, μεταξύ άλλων, τα κάτωθι αναφερόμενα. Καταρχάς παραπέμπει στις από 14.12.2020 έγγραφες απόψεις του, όπως αυτές 6 προαναφέρθηκαν, ισχυριζόμενο ότι η υπό κρίση καταγγελία είναι αόριστη λόγω του ότι δεν προκύπτει ότι το έγγραφο που διαβίβασαν προς τρίτους αναγνώσθηκε από τους παραλήπτες ούτε έγινε χρήση ή επίκληση αυτού σε μεταγενέστερο Διοικητικό Συμβούλιο της Ομοσπονδίας, ώστε να επέλθει παραβίαση των δικαιωμάτων του υποκειμένου των δεδομένων. Ακολούθως ισχυρίζεται ότι η καταγγελία είναι νόμω αβάσιμη καθώς η επεξεργασία ερείδεται επί της περίπτωσης ε’ της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του ΓΚΠΔ δεδομένου ότι στο διαβιβασθέν προς τρίτους έγγραφο περιλαμβάνονταν στοιχεία σχετιζόμενα μόνο με τη συνδικαλιστική δραστηριότητα του καταγγέλλοντος. Ακολούθως αναφέρει το καταγγελλόμενο ότι η επεξεργασία έγινε στο πλαίσιο νόμιμης υποχρέωσης του Επιμελητηρίου και ειδικότερα χάριν του ελέγχου της σύννομης συμμέτοχης του καταγγέλλοντα στο ΔΣ της ανωτέρω Ομοσπονδίας λόγω διαχείρισης από την τελευταία επιδοτήσεων που της διέθετε το Επιμελητήριο. Επικαλείται ακόμη το άρθρο 26 παρ. 2 περ. β’ του ν. 4624/2019 ως δικαιολογητικό έρεισμα της επίμαχης διαβίβασης ενώ αναφορά γίνεται και στην περ. ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ΓΚΠΔ καθώς, κατά τους ισχυρισμούς του καταγγελλομένου, η επεξεργασία θεωρήθηκε αναγκαία «για την εκπλήρωση έργου δημοσίου συμφέροντος». Επιπλέον, αναλύει τα ποσά που διέθεσε το Επιμελητήριο στην Ομοσπονδία από το 2010 έως το 2018 προσκομίζοντας και τις σχετικές καρτέλες εξόδων αναφέροντας ότι η αναφορά που διαβίβασαν σε τρίτους αφορούσε το σύννομο της συμμετοχής του καταγγέλλοντος στα διοικητικά συμβούλια πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων επαγγελματικών συλλογικών οργάνων, όπως και η ας άνω Ομοσπονδία, που διαχειρίζονταν και οικονομικά προγράμματα. Καταλήγει δε το Επιμελητήριο, προκειμένου να δικαιολογήσει την προς τρίτους επίμαχη διαβίβαση, στο ότι ετίθετο ζήτημα νόμιμης συμμετοχής του καταγγέλλοντα στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ομοσπονδίας και κατ’ επέκταση νόμιμης σύνθεσης αυτού, πιθανολογώντας ζητήματα ακυρότητας ή ακυρωσίας των αποφάσεων αυτού. Όπως δε συμπληρώνεται, στις εν λόγω αποφάσεις περιλαμβάνονταν και οι σχετικές με την οικονομική διαχείριση των επιδοτήσεων που προέρχονταν από το Επιμελητήριο και άρα σε περίπτωση παρατυπίας θα μπορούσε να προβεί σε νομικές ενέργειες στο πλαίσιο της υποχρέωσης ελέγχου της ορθής χρήσης των εν λόγω ποσών πολλώ δε μάλλον από τη στιγμή που το Επιμελητήριο προβαίνει σε εν τοις πράγμασι έλεγχο υλοποίησης των δράσεων που χρηματοδοτεί. Επιπλέον, επαναφέρει τον ήδη 7 προβληθέντα ισχυρισμό του περί του ενδεχομένου να εθεωρείτο απόπειρα συγκάλυψης από μέρους του καταγγελλομένου η μη περαιτέρω διαβίβαση επισημαίνοντας ότι είχε ζητηθεί από τη Γραμματέα της Ομοσπονδίας η αποστολή της εν λόγω αναφοράς κατά το χρονικό διάστημα προτού λάβει χώρα η προς τρίτους διαβίβαση. Τονίζεται δε ότι η εν λόγω διαβίβαση έγινε σε εκπλήρωση έννομης υποχρέωσης του Επιμελητηρίου μιας και αφορούσε τη νομιμότητα συγκρότησης και λειτουργίας της ανωτέρω Ομοσπονδίας ενώ ο μόνος τρόπος για να πληροφορηθεί το καταγγελλόμενο τι πραγματικά ίσχυε ήταν η διαβίβαση της επίμαχης αναφοράς προς τρίτους προκειμένου οι τελευταίοι να ελέγξουν τα καταγγελλόμενα σε βάρος του Α. Η Αρχή, μετά από εξέταση των στοιχείων του φακέλου, αφού άκουσε τον εισηγητή και τις διευκρινίσεις από τη βοηθό εισηγητή, η οποία παρέστη χωρίς δικαίωμα ψήφου και αποχώρησε μετά από τη συζήτηση της υποθέσεως και πριν από τη διάσκεψη και τη λήψη αποφάσεως, κατόπιν διεξοδικής συζητήσεως, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
  3. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του Γενικού Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (εφεξής ΓΚΠΔ) τίθενται οι αρχές που πρέπει να διέπουν μια επεξεργασία. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία α’-γ’ της παρ. 1 του ιδίου ως άνω άρθρου προβλέπεται ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποβάλλονται σε σύννομη και θεμιτή επεξεργασία με διαφανή τρόπο σε σχέση με το υποκείμενο των δεδομένων («νομιμότητα, αντικειμενικότητα και διαφάνεια»), συλλέγονται για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και δεν υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία κατά τρόπο ασύμβατο προς τους σκοπούς αυτούς· η περαιτέρω επεξεργασία για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον ή σκοπούς επιστημονικής ή ιστορικής έρευνας ή στατιστικούς σκοπούς δεν θεωρείται ασύμβατη με τους αρχικούς σκοπούς σύμφωνα με το άρθρο 89 παράγραφος 1 («περιορισμός του σκοπού») και είναι κατάλληλα, συναφή και περιορίζονται στο αναγκαίο για τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία («ελαχιστοποίηση των δεδομένων»). Σύμφωνα δε με την αρχή της λογοδοσίας που εισάγεται με την 8 παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, ορίζεται ρητώς ότι, ο υπεύθυνος επεξεργασίας «φέρει την ευθύνη και είναι σε θέση να αποδείξει τη συμμόρφωση με την παράγραφο 1 («λογοδοσία»).». Η αρχή αυτή, η οποία συνιστά ακρογωνιαίο λίθο του ΓΚΠΔ, συνεπάγεται τη δυνατότητα του υπευθύνου επεξεργασίας να δύναται και να πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει συμμόρφωση. Επιπλέον, δίδει τη δυνατότητα στον υπεύθυνο επεξεργασίας να ελέγξει και να τεκμηριώσει νομικά μια επεξεργασία που διενεργεί σύμφωνα με τις νομικές βάσεις που του παρέχει ο ΓΚΠΔ και το εθνικό δίκαιο προστασίας δεδομένων.
  4. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 6 του ΓΚΠΔ, από τις διατάξεις του οποίου παρέχονται οι νομικές βάσεις για την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων, προβλέπεται σύμφωνα με τα στοιχεία γ’ και ε’ της πρώτης παραγράφου αυτού, ως προϋπόθεση στη μια περίπτωση να είναι απαραίτητη για τη συμμόρφωση με έννομη υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας, ενώ στην άλλη, να είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον Υπεύθυνο Επεξεργασίας.
  5. Επειδή το άρθρο 9 του ΓΚΠΔ, που επικαλείται το καταγγελλόμενο Επιμελητήριο στους ισχυρισμούς του, αναφέρει στις παραγράφους 1 και 2 στ. ε’ ότι «Απαγορεύεται η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις ή τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς και η επεξεργασία γενετικών δεδομένων, βιομετρικών δεδομένων με σκοπό την αδιαμφισβήτητη ταυτοποίηση προσώπου, δεδομένων που αφορούν την υγεία ή δεδομένων που αφορούν τη σεξουαλική ζωή φυσικού προσώπου ή τον γενετήσιο προσανατολισμό.
  6. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις… ε) η επεξεργασία αφορά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία έχουν προδήλως δημοσιοποιηθεί από το υποκείμενο των δεδομένων».
  7. Επειδή, επιπλέον, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 14 του ΓΚΠΔ προβλέπεται ότι: «Όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας προτίθεται να επεξεργαστεί περαιτέρω τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για σκοπό άλλο από εκείνον για τον οποίο τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συλλέχθηκαν, ο υπεύθυνος επεξεργασίας θα πρέπει να παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων, πριν από την εν λόγω περαιτέρω επεξεργασία, πληροφορίες για τον σκοπό αυτόν και άλλες τυχόν 9 αναγκαίες πληροφορίες, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2», ενώ η παράγραφος 1 του άρθρου 12 του ΓΚΠΔ προβλέπει ότι: «Ο υπεύθυνος επεξεργασίας λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων κάθε πληροφορία που αναφέρεται στα άρθρα 13 και 14 και κάθε ανακοίνωση στο πλαίσιο των άρθρων 15 έως 22 και του άρθρου 34 σχετικά με την επεξεργασία σε συνοπτική, διαφανή, κατανοητή και εύκολα προσβάσιμη μορφή, χρησιμοποιώντας σαφή και απλή διατύπωση, ιδίως όταν πρόκειται για πληροφορία απευθυνόμενη ειδικά σε παιδιά. Οι πληροφορίες παρέχονται γραπτώς ή με άλλα μέσα, μεταξύ άλλων, εφόσον ενδείκνυται, ηλεκτρονικώς. Όταν ζητείται από το υποκείμενο των δεδομένων, οι πληροφορίες μπορούν να δίνονται προφορικά, υπό την προϋπόθεση ότι η ταυτότητα του υποκειμένου των δεδομένων είναι αποδεδειγμένη με άλλα μέσα».
  8. Eπειδή, κρίσιμες για την επίμαχη υπόθεση είναι και οι ακόλουθες διατάξεις, ήτοι εκείνες των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 22 του ν. 4624/2019, σύμφωνα με τις οποίες: «
  9. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 9 παράγραφος 1 του ΓΚΠΔ η επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με την έννοια του άρθρου 9 παράγραφος 1 του ΓΚΠΔ από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς επιτρέπεται, εφόσον είναι απαραίτητη: α) για την άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από το δικαίωμα κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικής προστασίας και για την εκπλήρωση των συναφών υποχρεώσεων β) για λόγους προληπτικής ιατρικής, για την εκτίμηση της ικανότητας προς εργασία του εργαζομένου, για ιατρική διάγνωση, για την παροχή υγείας ή κοινωνικής περίθαλψης ή για τη διαχείριση των συστημάτων και υπηρεσιών υγείας ή κοινωνικής περίθαλψης ή δυνάμει σύμβασης με επαγγελματία του τομέα υγείας ή άλλου προσώπου που δεσμεύεται από το επαγγελματικό απόρρητο ή είναι υπό την εποπτεία του·ή γ) για λόγους δημοσίου συμφέροντος στον τομέα της δημόσιας υγείας, όπως σοβαρών διασυνοριακών απειλών κατά της υγείας ή για την εξασφάλιση υψηλών προδιαγραφών ποιότητας και ασφάλειας της υγειονομικής περίθαλψης και των φαρμάκων ή των ιατροτεχνολογικών προϊόντων, επιπλέον των μέτρων που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3, πρέπει να τηρούνται ιδίως οι διατάξεις που εξασφαλίζουν το επαγγελματικό απόρρητο που προβλέπει νόμος ή κώδικας δεοντολογίας. …
  10. Στις περιπτώσεις των προηγούμενων παραγράφων, λαμβάνονται όλα τα κατάλληλα και ειδικά μέτρα για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων 10 προσωπικού χαρακτήρα. Λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση της τεχνολογίας, το κόστος εφαρμογής και τη φύση, την έκταση, το πλαίσιο και τους σκοπούς της επεξεργασίας, καθώς και τους κινδύνους που θέτει, ανάλογα με τη σοβαρότητά τους στα δικαιώματα και στις ελευθερίες των φυσικών προσώπων η επεξεργασία αυτή, στα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνονται ιδίως: α) τεχνικά και οργανωτικά μέτρα που διασφαλίζουν ότι η επεξεργασία είναι σύμφωνη με τον ΓΚΠΔ· β) μέτρα για να διασφαλιστεί ότι είναι δυνατή η εκ των υστέρων επαλήθευση και ο προσδιορισμός του εάν και από ποιον έχουν εισαχθεί, τροποποιηθεί ή αφαιρεθεί τα προσωπικά δεδομένα· γ) μέτρα για την ενδυνάμωση της ευαισθητοποίησης του προσωπικού που ασχολείται με την επεξεργασία· δ) περιορισμοί πρόσβασης από τους υπεύθυνους επεξεργασίας και εκτελούντες την επεξεργασία· ε) η ψευδωνυμοποίηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα· στ) η κρυπτογράφηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα· ζ) μέτρα για τη διασφάλιση της ικανότητας, της εμπιστευτικότητας, της ακεραιότητας, της διαθεσιμότητας και της ανθεκτικότητας των συστημάτων και υπηρεσιών επεξεργασίας που σχετίζονται με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας ταχείας αποκατάστασης της διαθεσιμότητας και της πρόσβασης σε περίπτωση φυσικού ή τεχνικού συμβάντος· η) διαδικασίες για την τακτική δοκιμή, εκτίμηση και αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των τεχνικών και οργανωτικών μέτρων για τη διασφάλιση της ασφάλειας της επεξεργασίας ·θ) ειδικοί κανόνες διασφάλισης της συμμόρφωσης με τον παρόντα νόμο και τον ΓΚΠΔ σε περίπτωση διαβίβασης ή επεξεργασίας για άλλους σκοπούς· ι) ο ορισμός ΥΠΔ».
  11. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 24 του ιδίου ως άνω νόμου: «
  12. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από δημόσιους φορείς για σκοπό διαφορετικό από αυτόν για τον οποίο έχουν συλλεχθεί, επιτρέπεται όταν η επεξεργασία αυτή είναι αναγκαία για την εκπλήρωση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί και εφόσον είναι: α) απαραίτητο να ελεγχθούν οι πληροφορίες που παρέχονται από το υποκείμενο των δεδομένων, διότι υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι οι πληροφορίες αυτές είναι εσφαλμένες· β) αναγκαία για την αποτροπή κινδύνων για την εθνική ασφάλεια, εθνική άμυνα ή δημόσια ασφάλεια ή για τη διασφάλιση φορολογικών και τελωνειακών εσόδων· γ) αναγκαία για τη δίωξη ποινικών αδικημάτων· δ) αναγκαία για την αποτροπή σοβαρής βλάβης στα δικαιώματα άλλου 11 προσώπου· ε) απαραίτητη για την παραγωγή των επίσημων στατιστικών.
  13. Η επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του ΓΚΠΔ, για σκοπό διαφορετικό από αυτόν για τον οποίο έχουν συλλεχθεί, επιτρέπεται, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου και εφαρμόζεται μία από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 9 παράγραφος 2 του ΓΚΠΔ εξαιρέσεις ή το άρθρο 22 του παρόντος».
  14. Επειδή το άρθρο 26 του ν. 4624/2019 προβλέπει τα ακόλουθα: «
  15. Η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από δημόσιο φορέα σε δημόσιο φορέα επιτρέπεται, εφόσον είναι απαραίτητο για την εκτέλεση των καθηκόντων του φορέα που διαβιβάζει ή του τρίτου στον οποίο διαβιβάζονται τα δεδομένα και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν την επεξεργασία σύμφωνα με το άρθρο
  16. Ο τρίτος στον οποίο διαβιβάζονται τα δεδομένα επεξεργάζεται αυτά μόνο για τον σκοπό για τον οποίο διαβιβάσθηκαν. Η επεξεργασία για άλλους σκοπούς επιτρέπεται μόνον εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου
  17. Οι δημόσιοι φορείς επιτρέπεται να διαβιβάζουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε ιδιωτικούς φορείς εφόσον: α) η διαβίβαση είναι απαραίτητη για την εκτέλεση των καθηκόντων του φορέα που διαβιβάζει και πληρούνται περαιτέρω και οι προϋποθέσεις του άρθρου 24·β) ο τρίτος στον οποίο διαβιβάζονται έχει έννομο συμφέρον να είναι σε γνώση της διαβίβασης και το υποκείμενο των δεδομένων δεν έχει έννομο συμφέρον να μην διαβιβασθούν τα δεδομένα που το αφορούν· ή γ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τη θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικών αξιώσεων και ο τρίτος δεσμεύθηκε έναντι του δημόσιου φορέα που του διαβίβασε τα δεδομένα ότι θα τα επεξεργαστεί μόνο για τον σκοπό για τον οποίο διαβιβάσθηκαν. Η επεξεργασία για άλλους σκοπούς επιτρέπεται, εάν επιτρέπεται η διαβίβαση σύμφωνα με την παράγραφο 1 και ο φορέας διαβίβασης έχει παράσχει τη συγκατάθεσή του για τη διαβίβαση.
  18. Η διαβίβαση ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με την έννοια του άρθρου 9 παράγραφος 1 του ΓΚΠΔ, επιτρέπεται εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 ή της παραγράφου 2 και εφαρμόζεται μία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 9 παράγραφος 2 του ΓΚΠΔ ή σύμφωνα με το άρθρο 22 του παρόντος». Σημειώνεται ότι η Αρχή με την υπ’ αρ. 1/2020 Γνωμοδότησή της έχει τοποθετηθεί επί των προαναφερόμενων 12 διατάξεων του ν. 4624/2019 σε σχέση με τη συμβατότητα τους προς το δίκαιο της Ε.Ε. και τις διατάξεις του ΓΚΠΔ.
  19. Επειδή σχετικά με τη νομική φύση των Ομοσπονδιών και των σωματείων σημειώνεται η πρόβλεψη της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 1712/1987 σύμφωνα με την οποία: «Οι επαγγελματικές οργανώσεις είναι σωματεία που διέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του Α.Κ. και του εισαγωγικού του νόμου. Οι οργανώσεις αυτές δεν ασκούν κερδοσκοπική δραστηριότητα. Επιτρέπεται όμως να ενθαρρύνουν την ίδρυση από τα μέλη τους παραγωγικών, συνεταιρισμών, καταναλωτικών, προμηθευτικών ή πιστωτικών να ιδρύουν εντευκτήρια και βιβλιοθήκες και να οργανώνουν προγράμματα επιμόρφωσης των μελών τους».
  20. Επειδή σε ό,τι αφορά το σκοπό των Επιμελητηρίων από τις διατάξεις του άρθρου 62 του ν. 4497/2017 προκύπτει ότι: «Σκοπός των Επιμελητηρίων, μέσα στα όρια της χωρικής ενότητας όπου ασκούν τις αρμοδιότητές τους, είναι: α. η προστασία και η ανάπτυξη του εμπορίου, της βιομηχανίας, της βιοτεχνίας, των επαγγελμάτων, του τομέα παροχής υπηρεσιών, των εξαγωγών και κάθε κλάδου της οικονομίας, σύμφωνα με τα συμφέροντα και τους στόχους της εθνικής οικονομίας για την ανάπτυξη και την πρόοδο αυτής, β. η παροχή προς την Πολιτεία τεκμηριωμένων εισηγήσεων για κάθε οικονομικό θέμα, με γνώμονα πάντοτε την οικονομική ανάπτυξη της χωρικής ενότητας όπου ασκούν τις αρμοδιότητές τους και την εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος της εθνικής οικονομίας, γ. η παροχή στα μέλη τους και σε κάθε ενδιαφερόμενο γνωμοδοτικών εισηγήσεων και πληροφοριών για κάθε οικονομικό θέμα, δ. η παροχή υπηρεσιών υποστήριξης της δραστηριότητας των μελών τους, καθώς και η κατ` εξουσιοδότηση άσκηση αρμοδιοτήτων δημοσίου δικαίου που αφορούν θέματα σύστασης, αδειοδότησης και λειτουργίας των επιχειρήσεων.». Ενώ στην παράγραφο 1 του άρθρου 65 του αυτού ως άνω νόμου προβλέπεται ότι: « Τα Επιμελητήρια ασκούν κάθε αρμοδιότητα σχετική με το σκοπό τους, καθώς και κατ` εξουσιοδότηση αρμοδιότητες δημόσιου δικαίου οι οποίες σχετίζονται με την επιχειρηματικότητα. Επίσης συμβάλλουν στις διαδικασίες ενιαίας και απλοποιημένης άσκησης οικονομικής δραστηριότητας και αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες εκπαίδευσης και κατάρτισης τεχνικών επαγγελμάτων, καθώς και προώθησης νέων 13 παραγωγικών διαδικασιών». Ενώ στην παράγραφο 2 του αυτού ως άνω άρθρου παρατίθενται ενδεικτικά ορισμένες εκ των αρμοδιοτήτων των Επιμελητηρίων.
  21. Επειδή, στην παρ. 1α) του άρθρου 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας περί διεκπεραίωσης υποθέσεων από τη Διοίκηση προβλέπεται ότι: «α. Οι δημόσιες υπηρεσίες, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, όταν υποβάλλονται αιτήσεις, οφείλουν να διεκπεραιώνουν τις υποθέσεις των ενδιαφερομένων και να αποφαίνονται για τα αιτήματά τους μέσα σε προθεσμία πενήντα

(50)ημερών, εφόσον από ειδικές διατάξεις δεν προβλέπονται μικρότερες προθεσμίες. Η προθεσμία αρχίζει από την κατάθεση της αίτησης στην αρμόδια υπηρεσία και την υποβολή ή συγκέντρωση του συνόλου των απαιτούμενων δικαιολογητικών, πιστοποιητικών ή στοιχείων. Αν η αίτηση υποβληθεί σε αναρμόδια υπηρεσία, η υπηρεσία αυτή οφείλει, μέσα σε τρεις
(3)ημέρες, να τη διαβιβάσει στην αρμόδια και να γνωστοποιήσει τούτο στον ενδιαφερόμενο. Στην περίπτωση αυτή η προθεσμία αρχίζει από τότε που περιήλθε η αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία. Για υποθέσεις αρμοδιότητας περισσότερων υπηρεσιών, η προθεσμία του πρώτου εδαφίου παρατείνεται κατά δέκα
(10), ακόμη, ημέρες».
  1. Στην προκειμένη περίπτωση, ο καταγγέλλων διαμαρτύρεται κατά τα ανωτέρω για την από μέρους του Επιμελητηρίου Μαγνησίας διαβίβαση της καταγγελίας – αναφοράς που τον αφορούσε στην ανωτέρω Ομοσπονδία και τα επί μέρους πρωτοβάθμια αυτής σωματεία. Το δε καταγγελλόμενο προς αντίκρουση της καταγγελίας του Α ισχυρίζεται καταρχήν ότι δεν προέβη σε πράξη επεξεργασίας και ότι η εν λόγω διαβίβαση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ΓΚΠΔ, καθ’ όσον δεν έδρασε κατά τον συνήθη προβλεπόμενο για το Επιμελητήριο σκοπό κατά τα αναλυτικώς ως άνω εκτιθέμενα. Ωστόσο, η επίμαχη περίπτωση δεν εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής του ΓΚΠΔ και του 4624/2019 διότι επρόκειτο περί εγγράφου που περιελάμβανε προσωπικά δεδομένα του καταγγέλλοντος και πρωτοκολλήθηκε από το Επιμελητήριο περιερχόμενο με τον τρόπο αυτό στο σύστημα αρχειοθέτησής του. Επομένως, το Επιμελητήριο Μαγνησίας κατέστη Υπεύθυνος Επεξεργασίας και προέβη με την επίμαχη περαιτέρω διαβίβαση σε πράξη επεξεργασίας 1 , η οποία μάλιστα εξέφευγε του συνήθους σκοπού που το ίδιο καθόρισε ως Υπεύθυνος 1 Βλ. ενδεικτικά τη με αριθ. 4/2019 ΑΠΔ. 14 Επεξεργασίας, όπως, άλλωστε, αποδέχεται στην απαντητική του επιστολή, και δη χωρίς να βασίζεται σε έτερη νομική βάση, όπως κατωτέρω θα καταδειχθεί.
  2. Επειδή ακολούθως με δεύτερο ισχυρισμό το καταγγελλόμενο επικαλείται ως νόμιμη βάση της επίμαχης διαβίβασης εκείνη της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ΓΚΠΔ και εν συνεχεία και το άρθρο 9 παρ. 2 στοιχ. ε’ του ΓΚΠΔ. Ως προς το πρώτο τμήμα του ισχυρισμού, διαπιστώνεται ότι από καμία διάταξη νόμου, ούτε όμως ιδίως από τις διατάξεις των προαναφερόμενων άρθρων 62 και 65 του ν. 4497/2017 περί σκοπού και αρμοδιοτήτων αντιστοίχως των Επιμελητηρίων, δεν προκύπτει ότι το Επιμελητήριο Μαγνησίας αφενός είχε έννομη υποχρέωση να προβεί στην εν λόγω επεξεργασία, αφετέρου, ότι θα ανταποκρινόταν πλημμελώς στο σκοπό του εάν δεν προέβαινε σε κοινοποίηση της εν λόγω αναφοράς
  3. Επομένως, το Επιμελητήριο προέβη στην εν λόγω επεξεργασία χωρίς την ύπαρξη νόμιμης βάσης και επομένως κατά παραβίαση του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. α’ ΓΚΠΔ. Ακόμα δε, και σε έλεγχο νομιμότητας εκλογής μέλους του ίδιου του Επιμελητηρίου να αφορούσε, και πάλι δεν υπήρχε νόμιμη βάση για την περαιτέρω κοινοποίηση. Άλλωστε, η Ομοσπονδία και μέσω αυτής και τα πρωτοβάθμια σωματεία ως μέλη της, θα ελάμβαναν γνώση της αναφοράς εάν καλούνταν από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών να καταθέσουν στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης. Επομένως, ο εν λόγω ισχυρισμός που επαναλαμβάνεται και στο από 05.02.2021 Υπόμνημα του καταγγελλομένου τυγχάνει απορριπτέος. Επιπλέον, ως προς το δεύτερο τμήμα του ισχυρισμού αναφορικά με την επίκληση του άρθρου 9 παρ. 2 περ. ε’ του ΓΚΠΔ περί πρόδηλης δημοσιοποίησης των προσωπικών δεδομένων από το ίδιο το υποκείμενο, προκύπτει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διάταξης δοθέντος ότι στην προκειμένη περίπτωση η επεξεργασία αφορά σε περαιτέρω διαβίβαση μίας καταγγελίας που περιέχει προσωπικά δεδομένα και απευθύνεται καταρχήν προς εισαγγελική αρχή ενώ δεν εμπεριέχει αναφορές μόνο στα σχετικά με τη συνδικαλιστική δραστηριότητα του καταγγέλλοντος. Βλ. ενδεικτικά και Γνμδ 4/2020 (υπό 2.1) ΑΠΔ, όπου εξετάζεται η συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 6 παρ. 1 περ. γ’ του ΓΚΠΔ ως νομικής βάσης της επεξεργασίας. 2 15
  4. Το Επιμελητήριο εν συνεχεία, με τρίτο ισχυρισμό αναφέρεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 26 του ν. 4624/2019 που αφορά τη διαβίβαση μεταξύ δημόσιων φορέων, ενώ καθίσταται προφανές ότι δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, καθ’ όσον η Ομοσπονδία και τα πρωτοβάθμια αυτής σωματεία δεν εμπίπτουν στην έννοια των δημόσιων φορέων, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 1712/
  5. Ως προς το επικαλούμενο δε άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 4624/2019 που αφορά τη διαβίβαση από δημόσιους σε ιδιωτικούς φορείς όταν είναι απαραίτητη για την εκτέλεση των καθηκόντων του φορέα που διαβιβάζει (εδ. α’), διαπιστώνεται ότι η εν λόγω διάταξη δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω καθώς η επίμαχη διαβίβαση δεν αφορούσε στην εκτέλεση των καθηκόντων του Επιμελητηρίου, κατά τα προεκτεθέντα. Ως εκ τούτου, παρέλκει η εξέταση της τυχόν ύπαρξης των προϋποθέσεων του άρθρου 24 που σωρευτικά πρέπει να συντρέχουν για την εφαρμογή του εδαφίου α’ της παρ. 2 του άρθρου 26 ν. 4624/
  6. Ως προς τον ισχυρισμό περί εφαρμογής της διάταξης του εδαφίου β’ της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, διαπιστώνεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της. Ειδικότερα, επισημαίνεται συμπληρωματικά προς τα προρηθέντα και διαπιστώνεται ότι δεν πληρούται η σωρευτικά τιθέμενη προϋπόθεση της μη συνδρομής εννόμου συμφέροντος του καταγγέλλοντος περί μη διαβίβασης του επίμαχου εγγράφου, καθ’ όσον υφίσταται προφανές και εύλογο έννομο συμφέρον του καταγγέλλοντος όπως μη διαβιβασθεί και δη ερήμην του σε τρίτους έγγραφο που εκκινούσε τη σε βάρος του ποινική διερεύνηση των όσων διαλαμβάνονταν στο διαβιβασθέν έγγραφο. Αναφορικά δε ειδικότερα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 4624/2019, δεν προκύπτει να ελήφθη από το Επιμελητήριο κάποιο μέτρο κατ’ άρθρο 22 παρ. 3 του ιδίου νόμου (βλ. ενδεικτικά τις αναντιστοιχίες που υπάρχουν στις διευθύνσεις των mails των αποδεκτών-πρωτοβάθμιων σωματείων της καταγγελίας και στις αντίστοιχες διευθύνσεις της επίσημης λίστας των πρωτοβάθμιων σωματείων που προσκομίζει το Επιμελητήριο).
  7. O τέταρτος ισχυρισμός του Επιμελητηρίου Μαγνησίας, που επαναπροβάλλεται με το από 05.02.2021 Υπόμνημα του τελευταίου, αναφορικά με το ενδεχόμενο να θεωρηθεί η μη περαιτέρω διαβίβαση, στην οποία εν τέλει προέβη, ως «απόπειρα 16 συγκάλυψης του … θέματος», τυγχάνει απορριπτέος πέραν όσων προαναφέρθηκαν, ιδίως δε σε σχέση με την απουσία νομικής πρόβλεψης και υποχρέωσης και για δυο
(2)ακόμη λόγους: πρώτον, επειδή από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται οποιασδήποτε μορφής συναφές αδίκημα και δεύτερον, επειδή αναιρείται σε ουσιαστικό επίπεδο από την ιδιαίτερα καθυστερημένη ενέργεια που έλαβε χώρα ένα
(1)έτος και δύο
(2)μήνες μετά την πρωτοκόλληση στο αρχείο του Επιμελητηρίου. Ο δε πρόσθετος ισχυρισμός περί του ότι το διαβιβαζόμενο προς τρίτους αρχείο είχε προηγουμένως ζητηθεί από την Γραμματέα της Ομοσπονδίας, ανεξαρτήτως του ότι δεν αποδείχθηκε από τα στοιχεία του φακέλου, επιπλέον, δεν συνιστά νόμιμη βάση επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, ούτε μπορεί να περιληφθεί σε καμία από τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις του ΓΚΠΔ και του ν. 4624/
  1. Ως προς τον πέμπτο ισχυρισμό του καταγγελλομένου περί της δήθεν απορρέουσας από το άρθρο 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας υποχρέωσης να προβεί στην επίμαχη διαβίβαση, επισημαίνεται ότι όλως αβασίμως υποστηρίζεται, καθ’ όσον δεν πρόκειται περί αιτήσεως και ως εκ τούτου το καταγγελλόμενο Επιμελητήριο προβαίνει σε εσφαλμένη διασταλτική ερμηνεία της ανωτέρω διατάξεως
  2. Επομένως και ο ανωτέρω ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος.
  3. Αναφορικά δε με τον έκτο ισχυρισμό του Επιμελητηρίου περί δημοσιοποίησης από τον ίδιο τον καταγγέλλοντα δεδομένων του που αφορούν στην ανάπτυξη της συνδικαλιστικής δραστηριότητας παραπέμποντας σε εφαρμογή του άρθρου 9 παρ. 2 περ. ε’ ΓΚΠΔ, ο οποίος επαναλαμβάνεται και στο με αριθ. Πρωτ. Γ/ΕΙΣ/925/05.02.2021 προσκομισθέν Υπόμνημά του καταγγελλομένου, σημειώνεται πως στην επίμαχη υπόθεση η ανωτέρω διάταξη δεν εφαρμόζεται κατά τα ήδη αναλυτικώς εκτεθέντα στο σκεπτικό της παρούσας. Τούτο δε, ιδίως διότι εν προκειμένω διαβιβάστηκε σε τρίτους αναφορά κατά του καταγγέλλοντος απευθυνόμενη και σε εισαγγελική αρχή γεγονός το οποίο σημαίνει ότι τρίτοι έλαβαν γνώση μίας αναφοράς που ενείχε αφ’ εαυτής μομφή έναντι του τελευταίου και η οποία δεν αναφερόταν μόνον στις συνδικαλιστικές του ιδιότητες αλλά και σε έτερα προσωπικά του δεδομένα κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Επομένως, και ο ανωτέρω Βλ. και Β. Γκέρτσο & Δ. Πυργάκη σε: Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Διαγράμματα – Ερμηνευτικά Σχόλια – Νομολογία), Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2015, σελ. 45 επ. με παραπομπές ιδίως στις συναφείς αποφάσεις ΣτΕ Ολ 3004/2010 και 3938/
  4. 3 17 ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί, καθ’ όσον δεν δύναται να θεμελιώσει νόμιμη βάση για την επίμαχη επεξεργασία.
  5. Ως προς τον έβδομο προβαλλόμενο από το Επιμελητήριο ισχυρισμό περί μη παραβιάσεως των δικαιωμάτων του υποκειμένου των δεδομένων από την επίμαχη προς τρίτους διαβίβαση της καταγγελίας επειδή δεν προκύπτει να αναγνώστηκε από τους αποδέκτες και δεν μνημονεύτηκε σε κάποιο Διοικητικό Συμβούλιο, αυτός τυγχάνει απορριπτέος καθώς η παράνομη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων συνιστά αυτοτελή πράξη επεξεργασίας κατ’ αρ. 4 παρ. 2 ΓΚΠΔ, χωρίς να απαιτείται να αποδειχθεί επιπλέον η τυχόν λήψη συγκεκριμένης γνώσης από τα τρίτα πρόσωπα, ούτε όμως περιλαμβάνεται τέτοια περίπτωση στην ίδια διάταξη.
  6. Ως προς τον όγδοο ισχυρισμό του Επιμελητηρίου περί δήθεν εκπλήρωσης νόμιμης υποχρέωσης συνιστώμενης στον έλεγχο της σύννομης συγκρότησης του ΔΣ της Ομοσπονδίας που διαχειριζόταν επιδοτήσεις του καταγγελλομένου εκδίδοντας σχετικές αποφάσεις καθώς και περί εκπλήρωσης έργου δημοσίου συμφέροντος (άρθρο 6 παρ. 1 περ. ε’ ΓΚΠΔ) ενόψει του ελέγχου της ορθής χρήσης των επιδοτήσεων του καταγγελλομένου προς την Ομοσπονδία που, κατά το Επιμελητήριο, προϋποθέτει τον έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων του ΔΣ της Ομοσπονδίας, λεκτέα τα ακόλουθα: Πρώτον, από καμία διάταξη νόμου δεν προκύπτει η επικαλούμενη υποχρέωση ελέγχου της σύννομης συγκρότησης του ΔΣ της Ομοσπονδίας, ούτε προβλέπεται κάποια σχετική αρμοδιότητα από τις διατάξεις του ν. 4497/2017, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν έχει ανατεθεί νομοθετικά στο Επιμελητήριο τέτοιο καθήκον που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον, ούτε του έχει ανατεθεί η άσκηση δημόσιας εξουσίας σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. ε’ ΓΚΠΔ (βλ. αιτ. σκ. 10 και 45 ΓΚΠΔ) για αυτό και δεν επικαλείται συναφείς διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας. Τέλος, ως προς την διάταξη του άρθρου 5 ν. 4624/2019, η Αρχή με την υπ’ αρ. 1/2020 Γνωμοδότησή της έχει κρίνει ότι επαναλαμβάνει τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. ε’ ΓΚΠΔ κατά παράβαση του δικαίου της Ε.Ε. και επομένως ισχύουν τα προαναφερθέντα. Σε κάθε δε περίπτωση η επικαλούμενη τυχόν μη νόμιμη συγκρότηση του ΔΣ των χρηματοδοτούμενων από το Επιμελητήριο φορέων ουδόλως θέτει πρόσκομμα στη δυνατότητα του Επιμελητηρίου να προβεί στον ωσαύτως γενικόλογα και χωρίς επίκληση ρητής νομοθετικής πρόβλεψης επικαλούμενο εν τοις πράγμασι έλεγχο 18 υλοποίησης της χρηματοδοτούμενης από αυτό δράσης. Επομένως η επικαλούμενη υποχρέωση ελέγχου, ακόμη και εάν υποτεθεί ότι υπήρχε, θα μπορούσε να εκπληρωθεί χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εν λόγω διαβίβαση ενώ σε κάθε περίπτωση το Επιμελητήριο είχε όλα τα προβλεπόμενα εκ του νόμου σχετικά ένδικα βοηθήματα 4 προκειμένου να επιτύχει την ακύρωση κάποιας σωματειακής αποφάσεως εφόσον το αρμόδιο δικαστήριο πλέον θα έκρινε τη θεμελίωση σχετικού προς τούτο εννόμου συμφέροντος του Επιμελητηρίου αφού θα είχαν προσκομιστεί ενώπιον αυτού τα στοιχεία θεμελίωσης της ένδικης αξιώσεως. Και υπό την τελευταία ως άνω εκδοχή η επίμαχη περαιτέρω διαβίβαση καθίσταται εξ αντικειμένου αλυσιτελές μέσο θεραπείας της επικαλούμενης ενδεχόμενης ακυρότητας ή ακυρωσίας σωματειακών αποφάσεων. Σημειώνεται δε ότι η μόνη αναφορά του Επιμελητηρίου Μαγνησίας σε νομοθέτημα αφορά στον ήδη καταργηθέντα ν. 2081/
  7. Επειδή υπενθυμίζεται ότι προκειμένου τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας, ήτοι επεξεργασίας σύμφωνα προς τις απαιτήσεις του ΓΚΠΔ, θα πρέπει να πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις εφαρμογής και τήρησης των αρχών του άρθρου 5 παρ. 1 ΓΚΠΔ, όπως προκύπτει και από την πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) της 16-01-2019 στην υπόθεση C496/2017 Deutsche Post AG κατά Hauptzollamt Koln
  8. Η ύπαρξη ενός νομίμου θεμελίου (άρθ. 6 ΓΚΠΔ) δεν απαλλάσσει τον υπεύθυνο επεξεργασίας από την υποχρέωση τήρησης των αρχών (άρθ. 5 παρ. 1 ΓΚΠΔ) αναφορικά με τον θεμιτό χαρακτήρα, την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα καθώς και την αρχή της ελαχιστοποίησης. Σε περίπτωση κατά την οποία παραβιάζεται κάποια εκ των προβλεπομένων στο άρθρο 5 παρ. 1 ΓΚΠΔ αρχών, η εν λόγω επεξεργασία παρίσταται ως μη νόμιμη (αντικείμενη στις διατάξεις του ΓΚΠΔ) και παρέλκει η εξέταση των Πρβλ. ΑΠ 497/1994, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. «
  9. Ωστόσο, κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να είναι σύμφωνη, αφενός προς τις αρχές που πρέπει να τηρούνται ως προς την ποιότητα των δεδομένων, τις οποίες θέτει το άρθρο 6 της οδηγίας 95/46 ή το άρθρο 5 του κανονισμού 2016/679 και, αφετέρου, προς τις βασικές αρχές της νόμιμης επεξεργασίας δεδομένων που απαριθμεί το άρθρο 7 της οδηγίας αυτής ή το άρθρο 6 του κανονισμού αυτού (πρβλ. αποφάσεις της 20ής Μαΐου 2003, Österreichischer Rundfunk κ.λπ., C-465/00, C-138/01 και C-139/01, EU:C:2003:294, σκέψη 65, καθώς και της 13ης Μαΐου 2014, Google Spain και Google, C-131/12, EU:C:2014:317, σκέψη 71) ». 4 5 19 προϋποθέσεων εφαρμογής των νομικών βάσεων του άρθρου 6 ΓΚΠΔ. Έτσι, η κατά παράβαση των αρχών του άρθρου 5 ΓΚΠΔ μη νόμιμη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν θεραπεύεται από την ύπαρξη νόμιμου σκοπού και νομικής βάσης 6, η οποία, όμως, δεν υφίσταται εν προκειμένω. Επιπλέον δε, το ΔΕΕ με την από 01-10-2015 απόφασή του στο πλαίσιο της υπόθεσης C-201/14 (Smaranda Bara) έκρινε ως προϋπόθεση της θεμιτής και νόμιμης επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα την ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων προ της επεξεργασίας αυτών
  10. Περαιτέρω, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, στο πλαίσιο της από μέρους του τήρησης της αρχής της θεμιτής ή δίκαιης επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, οφείλει να ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων ότι πρόκειται να επεξεργαστεί τα δεδομένα του με νόμιμο και διαφανή τρόπο 8 και να βρίσκεται σε θέση ανά πάσα στιγμή να αποδείξει τη συμμόρφωσή του με τις αρχές αυτές (αρχή της λογοδοσίας κατ' άρθ. 5 παρ. 2 σε συνδυασμό με τα άρθρα 24 παρ. 1 και 32 ΓΚΠΔ). Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με διαφανή τρόπο συνιστά έκφανση της αρχής της θεμιτής επεξεργασίας και συνδέεται με την αρχή της λογοδοσίας, παρέχοντας το δικαίωμα στα υποκείμενα να ασκούν έλεγχο επί των δεδομένων τους καθιστώντας υπόλογους τους υπεύθυνους επεξεργασίας
  11. Ο ΓΚΠΔ εισάγει την αρχή της λογοδοσίας, σύμφωνα με την οποία οι υπεύθυνοι επεξεργασίας που συλλέγουν και επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα, οφείλουν να διαμορφώνουν τις διαδικασίες και τα τεχνικά και οργανωτικά συστήματά τους κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν να αποδεικνύουν, ανά πάσα στιγμή, τόσο ενώπιον των εποπτικών αρχών όσο και των δικαστηρίων, ότι είναι πλήρως συμμορφωμένοι με όσα προβλέπει ο ΓΚΠΔ. Η εισαγωγή της αρχής της λογοδοσίας μετατοπίζει το «βάρος της απόδειξης», όσον αφορά τη νομιμότητα της επεξεργασίας και τη συμμόρφωση με τον ΓΚΠΔ, στους ίδιους τους υπευθύνους επεξεργασίας ή τους εκτελούντες. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται με βάση την αρχή της Βλ. Απόφαση 26/2019 ΑΠΔ , σκ.
  12. Πρβλ. Απόφαση 38/2004 ΑΠΔ . Βλ. Απόφαση 26/2019 ΑΠΔ, σκ.
  13. 8 Βλ. σχετικά ΔΕΕ C496/17 ό.π. παρ. 59 και ΔΕΕ C-201/14 της 01-10-2015 παρ. 31-35 και ιδίως
  14. 9 Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές ΟΕ 29, Guidelines on transparency under Regulation 2016/679, WP260 rev.01, σελ. 5 και
  15. 6 7 20 λογοδοσίας (βλ. άρθρο 5 παρ. 2 σε συνδυασμό με άρθρα 24 και 32 του ΓΚΠΔ) να επιλέξει την κατάλληλη νομική βάση εκ των προβλεπόμενων από το άρθρο 6 παρ. 1 του ΓΚΠΔ, καθώς και να είναι σε θέση να αποδείξει στο πλαίσιο της εσωτερικής συμμόρφωσης την τήρηση των αρχών του άρθρου 5 παρ. 1 ΓΚΠΔ
  16. Επειδή εν προκειμένω το καταγγελλόμενο Επιμελητήριο διαβιβάζοντας περαιτέρω προς τρίτους την εις βάρος του καταγγέλλοντος αναφορά χωρίς την ύπαρξη νόμιμης βάσης, σύμφωνα με τα ανωτέρω και σωρευτικά χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση του καταγγέλλοντος - υποκειμένου των δεδομένων για το σκοπό της εν λόγω περαιτέρω επεξεργασίας, παραβίασε το άρθρο 5 παρ. 1 περ. α’ του ΓΚΠΔ και ειδικότερα την αρχή περί νόμιμης, αντικειμενικής και διαφανούς επεξεργασίας κατά τα αναλυτικώς ως άνω εκτιθέμενα καθώς επίσης και τα άρθρα 12 παρ. 1 και 14 παρ. 4 του ΓΚΠΔ.
  17. Επειδή η παραβίαση των βασικών αρχών για την επεξεργασία σε συνδυασμό με τη μη θεμελίωση νόμιμης βάσης για την τελευταία, όπως ανωτέρω αναλυτικώς εξετέθη, επισύρουν την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων του άρθρου 83 παρ. 5 στοιχ. α΄ του ΓΚΠΔ ενώ η παραβίαση των προβλεπόμενων στα άρθρα 12-22 του ΓΚΠΔ δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων, επισύρει την επιβολή των σχετικών κυρώσεων κατ’ άρθρο 83 παρ. 5 στοιχ. β’ του ΓΚΠΔ. Σύμφωνα δε με τον ΓΚΠΔ (Αιτ. Σκ. 148) προκειμένου να ενισχυθεί η επιβολή των κανόνων του παρόντος Κανονισμού, κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών προστίμων, θα πρέπει να επιβάλλονται για κάθε παράβαση του παρόντος Κανονισμού, επιπρόσθετα ή αντί των κατάλληλων μέτρων που επιβάλλονται από την εποπτική αρχή σύμφωνα με τον παρόντα Κανονισμό.
  18. Με βάση τα ανωτέρω, η Αρχή κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση να ασκήσει τις κατά το άρθρο 58 παρ. 2 του ΓΚΠΔ διορθωτικές εξουσίες της σε σχέση με τις διαπιστωθείσες παραβάσεις.
  19. Η Αρχή κρίνει περαιτέρω ότι η επιβολή διορθωτικού μέτρου δεν αρκεί για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης με τις διατάξεις του ΓΚΠΔ που έχουν παραβιαστεί και ότι πρέπει, με βάση τις περιστάσεις που διαπιστώθηκαν, να επιβληθεί, κατ’ Βλ. για όλα τα ανωτέρω τις με αριθ. 18/2020 και 43/2019 αποφάσεις της Αρχής Προστασίας Δεδομένων με τις περαιτέρω συναφείς αναφορές. Βλ. συναφώς και Γνμδ ΝΣΚ 130/
  20. 10 21 εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 58 παρ. 2 εδ. θ’ του ΓΚΠΔ επιπλέον και αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό διοικητικό χρηματικό πρόστιμο κατ’ άρθρο 83 του ΓΚΠΔ τόσο προς αποκατάσταση της συμμόρφωσης, όσο και για την τιμωρία της παράνομης συμπεριφοράς
  21. Περαιτέρω η Αρχή, έλαβε υπόψη τα κριτήρια επιμέτρησης του προστίμου που ορίζονται στο άρθρο 83 παρ. 2 του ΓΚΠΔ, την παράγραφο 5 στοιχ. α’ και β’ του ίδιου άρθρου που έχουν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση και τις Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή και τον καθορισμό διοικητικών προστίμων για τους σκοπούς του Κανονισμού 2016/679 που εκδόθηκαν στις 03-10-2017 από την Ομάδα Εργασίας του άρθρου 29 (WP 253), καθώς και τα πραγματικά δεδομένα της εξεταζόμενης υπόθεσης και ιδίως: i. Το γεγονός ότι το Επιμελητήριο, ήτοι ένα ΝΠΔΔ, παραβίασε τις προβλεπόμενες από το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. α’ ΓΚΠ∆ αρχές της νοµιµότητας, αντικειµενικότητας και διαφάνειας, ήτοι παραβίασε θεµελιώδη αρχή του ΓΚΠ∆ για την προστασία των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα. ii. Το γεγονός ότι η τήρηση των αρχών που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. α’ του ΓΚΠ∆ είναι κεφαλαιώδους σηµασίας, πρωτίστως δε, η αρχή της νοµιµότητας, ώστε εάν εκλείπει αυτή να καθίσταται εξ’ αρχής παράνοµη η επεξεργασία, ακόµη και εάν έχουν τηρηθεί οι λοιπές αρχές επεξεργασίας πολλώ δε μάλλον εν προκειμένω που δεν θεμελιώθηκε καμία νομική βάση για την επίμαχη επεξεργασία κατά τα προδιαλαμβανόμενα ενώ της επίμαχης διαβίβασης δεν προηγήθηκε ενημέρωση του καταγγέλλοντος για το σκοπό της περαιτέρω επεξεργασίας. iii. Το γεγονός ότι η παραβίαση των αρχών του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. α’ του ΓΚΠ∆ αφορούσε μεταξύ άλλων και σε δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα του άρθρου 9 του ΓΚΠΔ, καθ’ όσον το διαβιβασθέν προς τρίτους έγγραφο Βλ. ΟΕ 29, Κατευθυντήριες γραμμές και την εφαρμογή και τον καθορισμό διοικητικών προστίμων για τους σκοπούς του κανονισμού 2016/679 WP253, σελ. 6 11 22 σε βάρος του καταγγέλλοντος εμπεριείχε αναφορές στη συνδικαλιστική δραστηριότητα του τελευταίου. iv. Το γεγονός ότι η κατά παράβαση του ΓΚΠΔ επεξεργασία προσωπικών δεδομένων διά της άνευ νόμιμης βάσης και προηγούμενης ενημέρωσης για το σκοπό της περαιτέρω διαβίβασης της επίμαχης αναφοράς εν προκειμένω έθιξε ένα
(1)φυσικό πρόσωπο ως υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων. v. Το γεγονός ότι οι ως άνω στοιχειοθετούμενες παραβάσεις του ΓΚΠΔ δεν αποδεικνύεται άνευ αμφιβολίας ότι αποδίδονται σε δόλο του καταγγελλόμενου Επιμελητηρίου αλλά σε αμέλεια του λόγω άγνοιας των διατάξεων του ΓΚΠΔ. vi. Την απουσία προηγούμενων διαπιστωμένων παραβάσεων του καταγγελλόμενου Επιμελητηρίου καθώς από σχετικό έλεγχο προκύπτει ότι δεν του έχει επιβληθεί μέχρι σήμερα διοικητική κύρωση από την Αρχή. vii. Το γεγονός ότι από τα στοιχεία που τέθηκαν υπ’ όψιν της Αρχής και με βάση τα οποία διαπίστωσε τις ανωτέρω παραβιάσεις του ΓΚΠΔ, ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν αποκόμισε οικονομικό όφελος, ούτε προκάλεσε υλική ζημία στον καταγγέλλοντα. viii. Το γεγονός ότι η παράβαση των διατάξεων σχετικά με τις βασικές αρχές για την επεξεργασία καθώς και με τα δικαιώματα των υποκειμένων υπάγεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 παρ. 5 εδ. α’ και β’ ΓΚΠΔ, στην ανώτερη προβλεπόμενη κατηγορία του συστήματος διαβάθμισης διοικητικών προστίμων. 25. Βάσει των ανωτέρω, η Αρχή αποφασίζει ομόφωνα ότι πρέπει να επιβληθεί στο καταγγελλόμενο Επιμελητήριο ως υπεύθυνο επεξεργασίας η αναφερόμενη στο διατακτικό διοικητική κύρωση, η οποία κρίνεται ανάλογη με τη βαρύτητα της παράβασης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Η Αρχή 23 Επιβάλλει στο καταγγελλόμενο υπεύθυνο επεξεργασίας Επιμελητήριο Μαγνησίας το αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό διοικητικό χρηματικό πρόστιμο που αρμόζει στην συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις ειδικότερες περιστάσεις αυτής, ύψους πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ για την ως άνω διαπιστωθείσα παραβίαση του άρθρου 5 παρ. 1 περ. α’ ΓΚΠΔ και 14 παρ. 4 σε συνδυασμό με το άρθρο 12 παρ. 1 ΓΚΠΔ, σύμφωνα με τα άρθρα 58 παρ. 2 στοιχ. θ΄ και 83 παρ. 5 στοιχ. α’ και β΄ ΓΚΠΔ. Ο Αναπληρωτής Πρόεδρος Η Γραμματέας Γεώργιος Μπατζαλέξης Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου 24

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.